.

.
.

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Να μας ζήσουνε και καλά στέφανα!



Τετάρτη ήταν συνήθως η μέρα που πήγαινε στη μοδίστρα. Της έδινε ρούχα που τα πήγαινε την Κυριακή στη Φωτεινή και τα κεντούσε, έπαιρνε δείγματα και κλωστές από την αδερφή της και τα πήγαινε να τα δει. Αυτό γινόταν κάθε βδομάδα και μέχρι να τα πούνε και να διαλέξουν, να τελειώσουν και τον καφέ ή το τσάι τους βράδιαζε. 
Κρατώντας μια μεγάλη τσάντα με υφάσματα καληνύχτισε τη μοδίστρα και ξεκίνησε για το σπίτι. Έκοψε κι ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο  από τη διπλανή αυλή, ανάσανε ηδονικά το άρωμά του κλείνοντας τα μάτια κι όταν τα άνοιξε βλέπει το Γιωργάκη στη γωνία να την κοιτάζει χαμογελαστός! 
- Τα πόδια μου ελυθήκανε Μυρτούλα μου και δεν επίστευα στα μάτια μου! Όμως δεν έδειξα την ταραχή μου, προχώρησα σα να μη συνέβαινε τίποτα και τον είπα καλησπέρα, τι κάνετε, καλά; Ούτε πως βρέθηκες εδώ που λένε και αχ καλέ τι σύμπτωση και ό,τι τελοσπάντων θα έλεγε η κάθε κοπέλα και θα ταραζούντανε... Εγώ σα να μη συμβαίνει τίποτις κι ας εχτύπαε η καρδιά μου τόσο δυνατά που φοβούμουνα μη και την ακούσει!
Περπάτησαν μαζί ανασαίνοντας τα μεθυστικά αρώματα της άνοιξης, κι έφτασαν στο κοντινό πάρκο. Δεν είχαν πει τίποτα στη μικρή διαδρομή, όμως κοιτάζοντας τα μάτια του ένιωσε ότι θα γινόταν δικός της. 
- Πρέπει να πάω σπίτι, θα ανησυχούν οι αδερφές μου, είναι και αργά και δεν... 
- Αύριο, αύριο την ίδια ώρα εδώ θα σε περιμένω. 
Γυρίζοντας την πλάτη για να φύγει κοντοστάθηκε, φίλησε το τριαντάφυλλο και του το έδωσε, έτρεξε και δεν ξανακοίταξε πίσω.
- Το πρώτο  που κάνει η γυναίκα για να την αισθάνεται ο άντρας δίπλα του ακόμα κι αν δεν την έχει είναι να τον αφήκει ένα πράμα δικό της, το κοιτάει και τηνε σκέφτεται συνέχεια, ευτυχώς να λες που είχα κόψει το τριανταφυλλάκι γιατί αλλιώς κάνα κομμάτι ύφασμα θα έσκιζα με τα δόντια μου και θα τον έδινα... Χα χα χα χα!

Ακολούθησαν πολλά ραντεβού στο πάρκο, είχε καλοκαιριάσει πια, όμως δε μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ανοιχτά να τους βλέπει ο κόσμος και να βγάλει κακό όνομα η κοπέλα. 
Η Σουλτάνα έλαμπε από χαρά κι ο έρωτας την έκανε ακόμα πιο όμορφη. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα στεκόταν πλάι του με το κατάλευκο νυφικό και το μακρύ πέπλο. Αυτό τον άντρα τον είχε κατακτήσει και θα έκανε τα πάντα για να τον κρατήσει κοντά της. 
Δεν έμεινε βέβαια κρυφή η σχέση τους, μάτια είχε ο κόσμος και μια δυο τους είδαν. Η Σουλτάνα έδειχνε ανήσυχη όταν αντάμωναν και φρόντιζε να τον φέρνει σε δύσκολη θέση μην αφήνοντας ούτε το χέρι να της πιάσει πλέον.
Ο Γιώργος ένιωθε ευτυχισμένος, το κορίτσι αυτό τον έκανε να ξεχνιέται με τη δροσιά και το γέλιο της, τη λάμψη των ματιών της, τη σβελτάδα, την εξυπνάδα της. Ήταν υπέροχες οι  στιγμές που περνούσε μαζί της και φοβήθηκε μη τη χάσει. Κι ένα απόγευμα της μίλησε ανοιχτά για γάμο, απλά και αντρίκια έχοντας ήδη το δαχτυλίδι στην τσέπη του. 
- Απέ το καλύτερο μαγαζί με το πήρε και ήτουνε σ' ένα κόκκινο κουτάκι βελουδένιο, μια πέτρα σμαράγδι ναααααα είχε απάνου! 
Θα μιλούσε με τη μάνα του και τις αδερφάδες και γαμπροί του και θα ερχούντουσαν στο σπίτι για τα αρρεβωνιάσματα με είπε, όπως και γίνηκε. Οι κουνιάδες μου και η πεθερά αντίρρηση δεν είχανε που ήμουνα πτωχή κοπέλα αμά χάρηκαν που ο αδερφός τους επιτέλους εβγήκε απέ το καβούκι του και γίνηκε πάλι όπως παλιά με μνηστή και βολτίτσες και σύντομα θα παντρευούντανε. Με χρυσώσανε ολόκληρη, λίρες, περιδέραια, σκουλαρίκια, βραχιόλια, είχανε φέρει και δώρα για τις αδερφάδες και το γαμπρό μας, λουλούδια, γλυκά, φορτωμένοι ήρτανε στο σπιτικό μας! Έδωκε κι ένα σωρό παράδες ο Γιωργάκης μου τον παπά που ευλόγησε την αρρεβώνα!
- Καλή και νοικοκυρά κοπέλα θέλαμε και να τον αγαπάει και θα τα κάμει όλα αυτός! Να μας ζήσουνε και καλά στέφανα!
- Την ευχή μου να 'χετε κόρη μου, τώρα θα είμαι εγώ η μάνα σου...κι έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα... 


Πέρασαν πέντε μήνες αρραβωνιασμένοι μέχρι να ετοιμαστούν για το γάμο. 
Καμάρωνε ευτυχισμένη, στολισμένη και λαμπερή η Σουλτάνα δίπλα στο λεβέντη αρραβωνιαστικό της τις ατέλειωτες βόλτες στη θάλασσα, τα εξαίσια φαγητά στα καλά εστιατόρια, τα θέατρα, τις οικογενειακές εκδρομές στο εξοχικό του, ζούσε το όνειρό της. 
Τη σεβάστηκε ο Γιώργος και δεν την έφερε ποτέ σε δύσκολη θέση αν και ήταν σκέτος πειρασμός και ήταν πολύ δύσκολο να αντισταθεί στα κάλλη της. 
- Εμείς τότενες δεν είχαμε τέτοια που κάμουνε τώρα και οι αντράδες μας ξέρανε απέ τη μέση κι απάνου Μυρτούλα μου! Μέχρι τα αρρεβωνιάσματα φιλιά στα μάγουλα μονάχα και κρατήματα χεράκι χεράκι και μετά την αρρεβώνα πεταχτά στο στόμα κάνα φιλάκι και αγκαλιάσματα σε πρόσωπα και λαιμά και στα μπράτσα και τέτοια αλλά μέχρις εκεί. Δε πα να φούντωνε και να κόρωνε, παρακάτου δεν είχε, αυτά μετά το γάμο! 
 Όμως το πρώτο που έκανε μετά τον αρραβώνα ήταν να μάθει από παντρεμένες γυναίκες κάθε τι που έπρεπε να ξέρει για "μετά το στεφάνωμα"  
-Ήθελα να τα ξέρω όοοολα και να μη τα πάθω σαν και τη Φωτεινή που φοβήθηκε το πρώτο βράδυ κι έμπηξε τις φωνές, ρεζίλι γίνηκε η μπουνταλού...χαχαχαχαχαααααα ξεκαρδίστηκαν και οι δύο αδερφές. Εγώ θα τον έκαμνα να τρελαθεί για! 
Η Φωτεινή κεντούσε τα προικιά της κι ο Γιώργος παράγγειλε τα έπιπλα από το μαγαζί που δούλευε ο Θοδωρής, ο κουνιάδος του. Δεν δέχτηκε τίποτα να φτιάξει ο αδερφός της σαν προίκα της, ήθελε να τα κάνει όλα αυτός, εκείνη τα διάλεξε κι αυτός πλήρωσε. Όλα καινούργια στο σπίτι με το γούστο της νοικοκυράς, ακριβά και βαριά όπως της άρεσαν, παχιά χαλιά, μεταξωτά καλύμματα, βελουδένιες κουρτίνες, ασημικά, κρύσταλλα, ντουλάπες γεμάτες με ό,τι καλύτερο διέθεταν τα καταστήματα. 
Τον τελευταίο μήνα σταμάτησε η Σουλτάνα τη δουλειά με τις ευχές όλων. Τη θέση της πήρε η Ανθούλα που είχε γίνει ξεφτέρι τόσα χρόνια κοντά της, προσέλαβαν και μια κοπέλα ακόμα. Δευτέρα πρωί πρωί πήγαν και οι τέσσερις στη μοδίστρα για την τελευταία πρόβα του νυφικού και των φορεμάτων τους που έραψαν για το γάμο. Μετά στου Γιώργου για τα παπούτσια τους κι αμέσως στο σπίτι του που πλέον ήταν και της αδερφής τους, να παραλάβουν κάποια πράγματα. Πολύ ωραίο σπίτι, ευρύχωρο. Μεγάλα ψηλοτάβανα δωμάτια, κουζίνα με όλες τις ανέσεις, άνοιγαν τα ντουλάπια και φόρτωναν τρόφιμα, λάδια, βούτυρα, πιατικά, σερβίτσια, όλα πλούσια κι ευλογημένα. 
Το αφεντικό έδωσε χρήματα για γαμήλιο δώρο και δεν τσιγκουνεύτηκε καθόλου, αγόρασε τους πολυελαίους με τα αμέτρητα κρυσταλλάκια, έφτασαν και περίσσεψαν.

Αφού πλησιάζανε οι μέρες φκιάξαμε και τα σχετικά για το κακό το μάτι και τη γλωσσοφαγιά και τα χρειαζούμενα για το γαμπρό να ' ναι θερμός και σερμπέτης*.
- Για πες, την παρότρυνε η Μυρτώ που λάτρευε να ακούει τις Μικρασιατικές συνήθειες και τα έθιμά τους.
- Για το κακό το μάτι εβάλαμε ένα διχτάκι στην οξώπορτα που είχε μέσα ένα σταυρό, ένα σκόρδο κι ένα μπλε ματάκι.
Εβάλαμε τις εικόνες λειτουργημένες σαραντάμερο στην εκκλησία σε σκαλιστό εικονοστάσι που με έφκιαξε ο Θοδωρής, πάρα πολύ ωραίο, πίσω απέ την πόρτα κι όχι που τις βάνουνε απάνου απέ το προσκεφάλι. Νέα αντρόγυνα άμα είναι δεν επιτρέπεται για! Στη μέση θα έμπαινε η στεφανοθήκη που είχαμε βάλει σακουλάκια με αγιωτικά και ρυζάκι για να ριζώσει το αντρόγυνο. 
Στο μπαχτσέ ρίξαμε αγίασμα σε όλες τις γλάστρες και παραχώσαμε κι εκεί σταυρουλάκια και μετά ευχέλαιο απαραίτητα όταν εμπήκαν τα πράματα όλα. 
Η μεγαλύτερη περιέργεια ήταν στα του γαμπρού βέβαια! Άκου τα χρειαζούμενα....αστείο ακουγόταν αυτό. 
Έφτιαξαν λικέρ με βύσσινο, το τσέρι που ξέρουμε, αλλά έριξαν παραπάνω μπαχαρικά που ήταν "καρδαμωτικά" κατά τα λεγόμενά τους. 
- Αφήκαμε στον ήλιο κοντά δυο μήνες το πιοτό να ψηθεί καλά καλά και να βγούνε όλα τα αρώματα και οι ουσίες.
Βύσσινο ίσια με μισό κιλό κι ένα τέταρτο ζάχαρη ψιλή στο γυάλινο βάζο και στο μήνα απάνου πέσανε και τα σχετικά μπαχάρια. 
Μπόλικα κομμάτια κανέλα, μοσχοκάρφια*, μπαχάρι, κάρδαμο, μια δαφνούλα φυλλαράκι, ένα κρασοπότηρο πετιμέζι και μοσχοσίταρο*
Τα αφήκαμε στην ταράτσα ταπωμένα καλά και τη βδομάδα δυο φορές τα κουνούσαμε κι απάνου στους δυο μήνες το ανοίξαμε.
Με τουλπάνι διπλό το σουρώσαμε για να είναι καθαρό το πιοτό στην καράφα και το σταυρώσαμε. 
Το άλλο που φκιάχνουμε το πιοτό θέλει μόνο κανέλα και μοσχοκάρφια μέσα λιγότερα βέβαια και πετιμέζι όχι, μόνο τη ζαχαρίτσα. 

- Και δε μου λέτε κυρίες μου, ρώτησε γελώντας η Μυρτώ, πιάνει τελικά και κάνει τους γαμπρούς θερμούς; 

- Ουουουουουου απάντησαν μ' ένα στόμα και οι δύο, ταύρος γένεται!!!!!



Σερμπέτης - Γλυκός
Μοσχοκάρφια - Γαρίφαλα (μπαχαρικά)
Μοσχοσίταρο - Μπαχαρικό γνωστό και σαν τριγωνέλλα που χρησιμοποιείται και στο τσεμένι για τον παστουρμά

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Μπόλικο ροδέλαιο είχα βάλει για, μέχρι και μέσα στα παπούτσια!



Το παιχνίδι με τις ματιές του Γιωργάκη και τα χαμόγελα στη μικρή μανικιουρίστα καλά κρατούσε. Φρόντισε να μάθει και τι σόι άνθρωπος είναι, τι έχει, τι κάνει, για να ξέρει και πού βαδίζει.
Είχε ωραίο μεγάλο σπίτι, είχε κι εξοχικό, αδερφές αποκαταστημένες, η μάνα του έμενε μαζί τους, αυτός είχε κληρονομήσει το μαγαζί από τον πατέρα του. Είχε αρραβωνιασθεί πριν μερικά χρόνια αλλά δυστυχώς η μνηστή του χάθηκε σε ναυάγιο συνοδευόμενη από τη μητέρα και το μικρότερο αδερφό της  μαζί με πολλές άλλες ψυχές, σ' ένα ταξίδι αναψυχής. 
Ο Γιώργος  είχε κλειστεί στο σπίτι για μεγάλο διάστημα και στο μαγαζί ήταν μόνο οι δυο υπάλληλοι και ο ένας του γαμπρός που έλεγχε την επιχείρηση. Με τον καιρό άρχισε να βγαίνει και να ασχολείται με τη δουλειά του, άνθισε ξανά το χαμόγελο στα χείλη του αλλά επίσημη σχέση δεν είχε κάνει από τότε.
- Πονεμένος άνθρωπος Μυρτούλα κορίτσι μου, η ψυχή μας έκλαψε όταν τα μάθαμε όλα αυτά και για να σε πω την αλήθεια μου ακόμα πιο πολύ τόνε αγάπησα το χαροκαμένο. 
Γκιουζελίμ άντρας και να είναι μοναχός του στα καλύτερα χρόνια του επειδής βαστούσε πένθος για τη μνηστή του και μπράβο του βέβαια και πολύ τιμητικό του ήντανε, όχι σα κάποιους άλλους που δε τα λογαριάζουνε. 
- Μάζευα τις παράδες να πάω να ψουνίσω παπούτσια απέ κει να πούμε και καμιά κουβέντα, επιτέλους να προχωρήσει το ζήτημα για να ξέρω κι εγώ τι θα κάνω για! 
Σάββατο επήα στο χαμάμ, έκαμα τα μαλλιά μου ένα ωραίο χτένισμα σκάλες σκάλες ήντανε, είπα στο μαγαζί ότι θα πήαινα σε μια γιορτή και με φτιάξανε πολύ ωραία το κεφάλι, τη Δευτέρα που δεν είχε και τόση δουλειά τα αφεντικά θα πηαίνανε για μια αγορά που θέλανε να κάμουνε και θα αργούσαν, εμείς θα ανοίγαμε το κομμωτήριο. 


Όλη η Κυριακή σχεδόν πέρασε με πρόβες στο δωμάτιο που ήταν απλωμένα ρούχα, μαντήλια, εσάρπες, εκτός από το τρίωρο στης Φωτεινής που έφαγαν όλες μαζί το μεσημέρι. 
Το πρωί πήγαιναν πάντα στην εκκλησία κοντά στο σπίτι της και μετά καφεδάκι και φαγητό μέχρι αργά το απόγευμα, τους γέμιζε κι ένα τεράστιο καλάθι με καλούδια του κήπου της που έφταναν και περίσσευαν για όλη τη βδομάδα. Τη συγκεκριμένη Κυριακή βγήκαν μόνο το μεσημέρι που πήγαν για φαγητό κι έφυγαν βιαστικά, η Φωτεινή ήξερε βέβαια το λόγο και της ευχήθηκε να έρθουν όλα καλά.

- Μάτι δε μπορούσα να κλείσω μπρε Μυρτώ μου, είχα τέτοια αγωνία, τι να σε πω! Πρώτη φορά θα μιλούσαμε και η ψυχή μου είχε φύει, σκεπτούμουνα αν με πει κάτι που με γλυκοκοίταζε, αν δεν ήταν έτσι κι εγώ το νόμιζα...Άστα τι να σε λέω, έτρεμα σαν το πουλάκι αμά έπρεπε και να πάω μια να διώ τι γένεται! 
Η Αθηνά με έκανε γάλα ζεστό να ηρεμήσω και να κοιμηθώ κομμάτι μην είναι και χάλια το μούτρο μου πρωί πρωί, άσε που είχα να φτιάξω και το χαμόμηλο...
- Το χαμόμηλο; 
- Ναι για!  
Έβραζα χαμόμηλο κάμποση ώρα με νεράκι αμά πολύ λίγο ίσια που να το σκεπάζει και το κατσαρόλι κλεισμένο καλά.
Μετά αυτό αρχίνιζε να πήζει, σαν το χυλό γινούντανε κι άμα έπινε το ζουμάκι του όλο το άφηνα να κρυώσει. 
Το περνούσα απέ το μύλο, αυτό του πουρέ κι έβγαινε σαν τη μαρμελάδα ένα πράμα
Έτσι ζεστούτσικο όπως ήντουνε έβανα και κομματάκι μελισσοκέρι μέσα κι έλιωνε.
Μετά το έβανα στο μπολ το γυάλινο κι έριχνα λαδάκι κι ανακάτευα και γινούντανε έτσι μια πάστα αραιή. 
Αυτό το έκαμνα για μαλαχτικό μετά τη χαλάουα που τα πόδια ήντουνε ερεθισμένα και όσο να 'ναι τσούζουνε και για εκείνη τη βδομάδα θα ερχούντουσανε πολλές για χαλάουα.



Ξημέρωσε η πολυπόθητη Δευτέρα, φόρεσε ένα ωραία ραμμένο εμπριμέ μεσάτο φουστανάκι με φαρδιά ζώνη που το είχε για εξαιρετικές περιπτώσεις, άσπρα γοβάκια και τσαντούλα, άσπρο κομψό καπελάκι, μια κουκλίτσα ήταν. Το σώμα της μοσχοβολούσε τριαντάφυλλο, τα πόδια της είχαν δεχτεί περιποιήσεις από την Αθηνά και την Ανθούλα που είχαν μάθει κοντά της τα σχετικά με το πεντικιούρ. Παπούτσια θα διάλεγε κι αφού θα έμεναν εκτεθειμένα έπρεπε να τα δει άψογα ο Γιωργάκης!
'Εκαναν το σταυρό τους και οι τρεις και ξεκίνησαν συνάμενες κουνάμενες για το μαγαζί. Στο δρόμο έβαλε κάποιος στο μάτι τη Σουλτάνα και τις πήρε το κατόπι, μπροστά αυτές, από πίσω τους αυτός κι έλεγε έλεγε έλεγε.... 
Φτάνοντας, η Αθηνά πήγε αμέσως να ανοίξει το κομμωτήριο. Οι άλλες δυο αδερφές έκαναν και καλά λίγο χάζι στις βιτρίνες για να μη πάνε κατευθείαν στου Γιώργου και κινήσουν υποψίες και μετά από λίγη ώρα στάθηκαν μπροστά στη βιτρίνα. Η καρδιά της Σουλτάνας χτυπούσε σαν τρελή όταν τον είδε να έρχεται προς την είσοδο. Έσφιξε της Ανθούλας το χέρι να πάρει δύναμη και κουράγιο και του χαμογέλασε! 
- Καλημέρα σας, καλή εβδομάδα να έχετε και καλές δουλειές! Ξέρετε, θα ήθελα να διώ ένα ζευγάρι γόβες.
- Στη διάθεσή σας δεσποινίς μου, περάστε να διαλέξετε, έχουμε μεγάλη ποικιλία. 

Πρώτη φορά έμπαιναν σε τόσο ωραίο εμπορικό μαγαζί τα κορίτσια. Μεγάλα ράφια με αμέτρητα σχέδια, καθρέφτες παντού, ζωγραφισμένο ταβάνι, παχύ χαλί στο πάτωμα, καλοντυμένοι και οι δυο υπάλληλοι, χαμογελαστοί, έτρεξαν πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν. 
- Αφήστε, θα εξυπηρετήσω εγώ τις δεσποινίδες, θα δει και η μικρότερη τι της αρέσει κι ελπίζω να έχουμε τη χαρά να μας έρθει κι αυτή κάποια μέρα! 
Τι ωραία που μιλούσε....Φωνή καθαρή, ευγενική, ήταν πιο όμορφος από κοντά! Γκρι κουστούμι με μεταξωτή γραβάτα, μαντιλάκι ασορτί, φρεσκοξυρισμένος κι αστραφτερός, ποια γυναίκα θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητη;
Κάθισαν στο μεγάλο καναπέ και σε λίγο δεκάδες κουτιά ανοίχτηκαν μπροστά τους. Η Ανθούλα επειδή ήξερε ήταν αμήχανη και νόμιζε ότι ήδη είχαν περάσει πολλές ώρες εκεί. 
Ως εκ θαύματος γυρίζοντας το κεφάλι προς το κομμωτήριο είδε την Αθηνά να της κάνει νόημα να πάει εκεί, μια κυρία είχε αποφασίσει να κόψει λίγο τα μαλλιά της και πήγε πρωί πρωί. Πέρασε καιρός για να μάθει η μικρή Ανθούλα ότι ήταν κόλπο της Αθηνάς. Η κυρία ήταν μιλημένη από μέρες να πάει τάχα για κούρεμα, να βοηθήσει και η μικρή και να μείνει μόνη η Σουλτάνα στου Γιώργου.

Η ανάσα της Σουλτάνας σταμάτησε όταν έσκυψε ο Γιώργος να τη βοηθήσει να προβάρει ένα ζευγάρι. Ένιωσε το κεφάλι της να βουίζει, τα μάγουλα να καίνε, έχανε τον κόσμο που   ένιωθε τα χέρια του με επιδέξιες κινήσεις να αγγίζουν τα πόδια της και μια υποψία θαυμασμού διέκρινε στο βλέμμα του. Μικρή και άπειρη αλλά με μυαλό κοφτερό δε δίστασε πριν ξεκινήσει από το σπίτι να αλείψει με ροδέλαιο εκτός από το σώμα περισσότερο  τα πόδια της για να τον εντυπωσιάσει! 
- Τρελάθηκε ο άνθρωπος πρωί πρωί βρε κυρία Σουλτάνα μου!!! 
- Μπόλικο ροδέλαιο είχα βάλει για, μέχρι και μέσα στα παπούτσια! 

Πάνω από μια ώρα έμεινε στο μαγαζί δοκιμάζοντας αμέτρητα σχέδια και χρώματα ώσπου η λογική της έλεγε ότι έπρεπε να φύγει, για πρώτη επαφή καλά ήτανε. 
Κατέληξε σ' ένα ζευγάρι κι άνοιξε την τσάντα της να πληρώσει. 
- Κανονικά δεσποινίς μου δεν πρέπει να σας πάρω καθόλου χρήματα. 
- Γιατί το λέτε αυτό; Ρώτησε έκπληκτη και το μυαλό της σταμάτησε μη θέλοντας να σκεφτεί κάτι πονηρό.
- Γιατί ξέρω ότι μου έχετε στείλει πολλές κυρίες από τη δουλειά σας, δεν αξίζετε λοιπόν ένα δωράκι; 
- Ακούστε κύριε Γιώργο του είπε ήρεμα. Γείτονας είσαστε κι ωραία παπούτσια έχετε, εμείς έχομε μάθει να υποστηριζούμαστε αναμεταξύ μας, εγώ στέλνω για παπούτσια κι εσείς θα με στέλνετε για νύχια και μαλλιά. Αμά έτσι που με λέτε δωράκι, δεν το δέχουμαι, προτιμώ να τα αφήσω...
Το εκτίμησε πολύ ο Γιώργος το αξιοπρεπέστατο κορίτσι που δούλευε κι αγωνιζόταν μαζί με τις αδερφές της. Είχε μάθει από τα αφεντικά την ιστορία τους, την τιμιότητα, την προθυμία, τη νοικοκυροσύνη τους, κυρίως την εξυπνάδα και την τσαχπινιά της Σουλτάνας που είχε φέρει τη χαρά του Θεού στο μαγαζί τους. 
Τη γλεντούσε τη δουλειά της η μικρή. Με το γέλιο έμπαινε κάθε πρωί, με το τραγούδι ετοιμαζόταν στο δωματιάκι που άφηναν τα πράγματά τους, φορούσε την άσπρη αστραφτερή ρόμπα της κι ετοιμαζόταν χαρούμενη να υποδεχτεί τις πελάτισσες.  Επί της υποδοχής ήταν, η βιτρίνα του μαγαζιού, στα μέσα και στα έξω, δεν της ξέφευγε τίποτα! 
Της έκανε μεγάλη έκπτωση και φυσικά  δέχτηκε, ήταν και λογικό, όμως κάτι στο βλέμμα του διέκρινε η Σουλτάνα που την έκανε να πιστέψει ότι είναι σε καλό δρόμο. 
Πήγε καταχαρούμενη στο μαγαζί και όταν σχόλασαν είχε πλέον την άνεση να του πει και μια καληνύχτα, είχαν γνωριστεί πια.
- Αχ και να ήσουνε από μια μεριά να διείς τα γέλια που κάναμε με τις αδερφάδες μου πηαίνοντας στο σπίτι! Ήτουνε και Άνοιξη και το γλεντούσαμε, χαχαχα και χουχουχου σε όλο το δρόμο με το κουτί να το χορεύουμε στα χέρια! 
Άφηκα καμιά βδομαδίτσα να περάσει με καλημέρες και καληνύχτες και ματιές κι ωστόσο έψαχνα και τρόπο να 'βρω να συναντηθούμε κάπου και καλά τυχαία, όμως οι μέρες περνούσαν και τίποτα δεν εγινούντανε. Μπρε που θα πάει κάτι θα γένει ελέγαμε όλες στην αρχή αμά όσο πέρναγε ο καιρός τίποτις, μόνο με τα μάτια που λένε εμιλούσαμε, αρχινίσανε οι ανησυχίες μη και δεν προχωρούσε το αίσθημα. 

Πού να ήξεραν ότι εκείνος είχε ρωτήσει διακριτικά και είχε μάθει όλες τις κινήσεις της. Πού πήγαινε, ποιους έβλεπε, τι έκανε, τα πάντα! 

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Η Σουλτάνα!



- Άνθωωωωωωω!!!!!!
- Έρχομαι, καλώς τη μου! φώναξε η κυρία Ανθούλα τρέχοντας στην πόρτα και φτιάχνοντας βιαστικά με τα χέρια τα μαλλιά της άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά στην πληθωρική αδερφή της.
Αγκαλιές, φιλιά, είχαν να ειδωθούν καιρό. Η Ανθούλα είχε ετοιμάσει τρία φαγητά για να την ευχαριστήσει.
Έδωσε στην αδερφή της το μεγάλο κουτί που κρατούσε από ανατολίτικο ζαχαροπλαστείο, άφησε και την τσάντα της στον καναπέ κι έβγαλε το σκούρο καφέ παλτό με το γούνινο γιακά και την τεράστια καρφίτσα, το μεταξωτό μαντήλι κι άπλωσε το χέρι να χαιρετήσει και ν' αγκαλιάσει τη Μυρτώ που την κοιτούσε σχεδόν μ' ανοιχτό στόμα κι ευτυχώς που το έσωσε τελευταία στιγμή και χαμογέλασε θερμά.
Τι γυναίκα ήταν αυτή! Πες και γέλα, στολισμένη, βαμμένη, με πολλά χρυσά βραχιόλια από τον καρπό ως τον αγκώνα, δαχτυλίδια, κολιέ κι ένα βαρύ κωνσταντινάτο που τόνιζε το πλούσιο στήθος της. Μαύρα μαλλιά φρεσκοβαμμένα έπεφταν μπούκλες ως τους ώμους της και χρυσοί μεγάλοι κρίκοι κρέμονταν από τα αυτιά της. Πολίτισσα με τα όλα της! 
Χάθηκε η Μυρτώ σ' αυτή την αγκαλιά. Δυο σβουριχτά φιλιά της έσκασε στα μάγουλα η Σουλτάνα και κέρδισε αμέσως την καρδιά της με την καλοσύνη και τον αυθορμητισμό της.
Πράγματι θα ήταν στα νιάτα της όμορφη. Ακόμα και τώρα που κόντευε τα ογδόντα είχε πολύ ωραία χαρακτηριστικά. Στρωτό δέρμα, έναν αέρα αρχοντιάς κι αυτοπεποίθησης, γέμιζε το μικρό σαλονάκι η παρουσία της όχι μόνο επειδή κουβαλούσε αρκετά κιλά αλλά επειδή είχε έντονη προσωπικότητα.
Κάθισε στον καναπέ κι έτρεξε η Ανθούλα στην κουζίνα να ψήσει τα καφεδάκια. Στο μεταξύ ήρθε και το καμάρι της οικογενείας αγουροξυπνημένο να χαιρετίσει τη θεία του και η Μυρτώ ακολούθησε τη μητέρα του στην κουζίνα προσφερόμενη να βοηθήσει. Η κυρία Ανθούλα επέμενε να μείνει για φαγητό, η Μυρτώ δεν άκουγε κουβέντα. Ένα καφεδάκι έτσι για τη γνωριμία και θα έφευγε. Αδερφές ήταν, καλύτερα μόνες να πουν τα δικά τους. Θα ερχόταν κι ο κύριος Γιάννης το μεσημέρι, θα έτρωγαν παρεούλα κάποια άλλη μέρα, θα το κανόνιζαν. 
- Μπρε κοριτσάκι μου αυτή ψοφάει για παρέα και την είπα που θα έρτει και μια φίλη μας καλή και πέταξε τη σκούφια της! Τι δικά μας με λες, στο τελέφωνο με τις ώρες με τα λέει, μη μας κακοκαρδίζεις κι εσύ τώρα! Κάτσε και να διείς γέλια που θα κάνεις με τη γλωσσοκοπάνα!

- Έτοιμα τα καφεδάκια Σουλτάνα και το συκαλάκι πολύ με πέτυχε φέτος!
- Μπρε Άνθω, τι σε πέτυχε φέτος λες, πάντα δε σε πετυχαίνει; Ό,τι κι αν φκιάξουν τα χεράκια σου νόστιμα είναι για! Τα γλυκά σου, τα πιοτά σου, οι πίτες σου, τα πιλάφια σου...Τι ψήνεις και δεν είναι νόστιμο;
Χαμογέλασε καμαρώνοντας η Άνθω όπως καμάρωναν όλες τους για τις μαγειρικές τους επιδόσεις. Δύσκολα έπαιρνες συνταγή τους, αυτές να ήξεραν και καμία άλλη! Συναγωνίζονταν ποια είναι η καλύτερη μαγείρισσα, η πιο μερακλού. Πολλές φορές δεν έδιναν και όλα τα υλικά μιας συνταγής για να βγει άνοστο το φαγητό της άλλης. Έτσι έλεγαν κάποιες νοικοκυρές...
Η Ανθούλα ευτυχώς δεν έδειχνε να ανήκει σ΄αυτή την κατηγορία. Πάντα πρόθυμη ήταν να σου πει πως έφτιαχνε το κάθε τι. Απλά ρωτούσε μετά αν σου πέτυχε κι αν έλεγες ναι εισέπραττες κι ένα μεγαλοπρεπές καμαρωτό μπράβο! 

Η Σουλτάνα άναψε τσιγάρο, πρόσφερε και στους άλλους κι άρχισε να λέει για την κόρη μιας ξαδέρφης του συχωρεμένου του άνδρα της.
- Μα γκιουζελίμ κοπέλα και δεν είναι άξια να 'βρει έναν άντρα που να την αξίζει; Όπως στα είπα και στο τελέφωνο Άνθω μου... Πού πααίνει και πέφτει η σερσέμω;
Παράδες μπόλικοι έχουνε, διαμέρισμα λουξ μεγάλο την πήρανε για προίκα, ούτε να βγει στη δουλειά χρειάζεται και να βρεθεί ο παλιάθρωπος να την τα φάει ούλα;
Ρούφηξε νευρικά μια γουλιά καφέ. 
- Πέστε με μπρε αν έχω άδικο! Να συντηρεί η γυναίκα τον άντρα της, τέτοια κούκλα και πλουσία που πρέπει να την έχει κυρά κι αρχόντισσα ένας παραλής λεβέντης που την αξίζει;
Δίκιο δεν έχουνε οι γονείς της που της τα λένε και κοντεύουν να πεθάνουν απέ τη σκάση τους οι αθρώποι; Ταμπλάς θα τους έρτει καμιά ώρα... Όχι πέστε με, άδικο έχουν κι αυτοί κι εγώ που την μίλησα;
Τώρα πώς καρφώθηκε το βλέμμα της Μυρτώς στο πρόσωπο της κυρίας Ανθούλας... Αυθόρμητα βέβαια λόγω του θέματος και η Ανθούλα τίναξε το χέρι πάνω φωνάζοντας ότι <<έχουν δίκιο, να πάρει κάποιον που την αξίζει, έτσι πρέπει κι έτσι να γένει, μη χαραμιστεί γκιουζελίμ κοπέλα πλουσία!>>
Τι λες σ' αυτήν την περίπτωση λοιπόν... Καταπίνεις τις λέξεις και συγκρατείς το φασκέλωμα... Εσύ κυρά μου τι όνειρα κάνεις για τον αχαΐρευτο το γιο σου, γιατί να χαραμιστεί για πάρτη του μια άλλη γκιουζελίμ πλουσία κοπέλα;
Τελικά οι άνθρωποι φέρονται πάντα όπως τους συμφέρει... 

- Που λες Μυρτούλα μου εγώ είχα έναν άντρα που χατίρι δε με χαλούσε ποτέ! Ξόδευε παράδες και με έκαμε λούσα, ό,τι τραβούσε η ψυχή μου είχα! Σουλτάνα όνομα και πράμα με είχε Θιος σχωρέστονα! Έτσι δα με πήρε με τα λίγα που είχα μαζέψει κι ό,τι με βόηθησαν τα αδέρφια μου, το κατά δύναμη που λένε. Στο μάτι τόνε είχα βάλει το Γιωργάκη μου που είχε το παπουτσίδικο κοντά στη δουλειά! Τέτοιο παλικάρι θα άφηνα να με τον πάρει καμιά άλλη για; 
Είπα τη Φωτεινή διές, εγώ τον άντρα μου τον βρήκα, θα με στεφανώσει και θα γενώ κυρία να με δείχνουνε με το δάχτυλο! Ας με δείξει ένα τέτοιο και η χαϊβάνω η ανεψιά να της τόνε δώκω να καλοπαντρευτεί κι αυτή όπως την πρέπει για! 
- Μα κυρία Σουλτάνα μου πώς είναι δυνατόν να βάζεις άντρα στο μάτι και να τον παντρεύεσαι κιόλας; Γίνεται να σε θέλει κι αυτός ντε και καλά; Πώς; 
- Θα σε θέλει γιαβρί μου*, γιατί να μη σε θέλει άμα κάνεις τα πρέποντα; Όχι μόνο θα σε θέλει μα θα κάνει και σαν τρελός για σένανε και είναι στο χέρι σου για!
- Κι εσύ δηλαδή τι έκανες για να σ' αγαπήσει ο Γιωργάκης σου;
- Θιός σχωρέστονα το μπέη μου!
- Θεός συχωρέστον το μπέη σου...
-Μυρτώ μου άκου να σε πω. Εγώ αν τα ξεύρεις, εργαζούμουνα στο καλύτερο κομμωτήριο της Πόλης και με αγαπούσαν πολύ και τα αφεντικά και οι κυράδες που ερχούντανε εκεί. Είχα την Αθηνά και την Άνθω μας, οικογενειακώς, καταλαβαίνεις...
Τότενες στα κομμωτήρια περνούσανε πολλές ώρες οι γυναίκες. Κανόνιζαν τα φαγιά τους από νωρίς το πρωί να είναι ξέγνοιαστες και το γλεντούσανε, καταλαβαίνεις...
- Καταλαβαίνω... 
-Το μαγαζί του Γιωργάκη ήτουνε κοντά εκεί, σχεδόν απέναντι σα να λέμε και τον έβλεπα πίσω απε τη βιτρίνα. Τι όμορφος άντρας! Αψηλός, λεβέντης, μαύρα σγουρά μαλλιά κι αν πεις από πελατεία... Γιόμιζε το μαγαζί ίσια με δέκα φορές τη μέρα!
- Το γεμάτο μαγαζί πήγαινε παρεούλα με την ομορφιά κυρία Σουλτάνα μου; Χα χα χα! 
- Ναι για! Τον άντρα τον ερωτεύεσαι και με την ομορφάδα του και με τις παράδες του! είπε απλά.
Γύρισε απότομα προς το μέρος της αδερφής της και είπε αυστηρά κουνώντας το κεφάλι της:
- Τώρα θα με πεις... Είναι να έχει και η γυναίκα τα μυαλά στη θέση της! Αν είναι να κοιτάζει μόνο τα απ' όξω και άμα τη μιλάνε να μην ακούει και να περνάει μέσα στη μιζέρια... Άστα να πάνε στο διάβολο!
Χαμογέλασε αμήχανα η Μυρτώ. Ήξερε πως το Γιάννη δεν τον ήθελαν οι αδερφές της Ανθούλας και ποτέ δεν της συγχώρησαν αυτό το λάθος. Της τα είχε πει όλα κάποια μέρα καθώς έπιναν το καφεδάκι τους.
Η συζήτηση είχε ξεκινήσει για τα ζευγάρια που δεν κάνουν υπομονή πλέον και χωρίζουν εύκολα, έτσι εξηγήθηκε και το πώς ο άντρας της δεν πήγαινε ποτέ στις αδερφές της.
- Και που λες κοκόνα μου πριν ανοίξει το κομμωτήριο κάμαμε χάζι κομματάκι τις βιτρίνες με τις αδερφές μου και όλο κοιτούσα τα παπούτσια στη βιτρίνα του που την άλλαζε ταχτικά! Αυτός φυσικά μας έβλεπε και συνήθισε τα μούτρα μας.
- Ε, βέβαια!
- Όσο να ετοιμάσω τα σχετικά μαλαχτικά για τα πόδια τους κι αφού οι πελάτισσες περίμεναν που στέγνωνε το μανό στα νύχια τους, έλεα ότι τα πόδια τους τα έβλεπα κομμάτι σα πρησμένα, σα κουρασμένα και να αλλάξουν παπούτσια γιατί είδα στου Γιωργάκη νέα σκέδια πολύ αναπαυτικά και μαλακά. Μετά να ερχούντουσαν να τα διω κι εγώ και οι άλλες βέβαια και τα έβγανα απέ το κουτί και μισόβγαινα στην πόρτα να τα βλέπω καλύτερα στο φως της μέρας. Κι αυτός με έβλεπε βεβαίως!
Σε κάμποσο καιρό εκτός την πελατεία του που είχε φυσικά, μόνο απέ το κομμωτήριο δεν τις προλαβαίνανε που λέει ο λόγος! Τον έστελνα τη μια πίσω απέ την άλλη με κόλπο βέβαια. Έκανα σε όσες είχαν ψουνίσει απέ κεί κάτι λιγώματα, τι να σε λέω! Αχ και τι ωραίο σκέδιο και τι ποιότητα και πόσες βλέπω να φορούνε απέ κει παπούτσια, οι άλλες μέσα ζουλεύανε και λέανε να πάω κι εγώ να πάρω. Πλούσιες ήντανε και βγαίνανε πολύ και κολνούσε* η μια απέ την άλλη και ψουνίζανε από ίδια μαγαζιά αμά τα πιο ακριβά. Έβλεπαν στην βιτρίνα το σκέδιο που είχε πάρει η άλλη και την τιμή και διαλέγανε ένα πιο ακριβό. 
Αχ και ξαφνικά τον είδα να με γλυκοματιάζει αμά έκανα πως δεν καταλάβαινα, μη με περάσει και για καμιά εύκολη πρώτον κι έτσι για να τον τσιτσιρίσω και να μη πάρει χαμπάρι τη μηχανή για!
- Και τι μηχανή....μωρέ μπράβο σου κυρία Σουλτάνα!

Πόσα μπορεί να σκαρώσει ο νους ενός μικρού, άβγαλτου κοριτσιού που νιώθει την καρδιά να χτυπάει τρελά για έναν άνδρα όμορφο και δυνατό!
Δυνατός γιατί ένιωθε η μικρή τετραπέρατη Σουλτάνα ότι αφού χαιρετούσαν με τόσο σεβασμό το λεβεντόκορμο Γιώργο, ήταν κάποιος ανώτερος άνθρωπος και με τα λεφτά που σίγουρα είχε θα την έβγαζε απ' τη φτωχική ζωή της. Δεν πεινούσε βέβαια αλλά δεν είχε τη δυνατότητα ν' αποκτήσει όλα όσα λαχταρούσε. Χάζευε τις ακριβές βιτρίνες με τα πανάκριβα ρούχα και τα ονειρευόταν στο κορμί της, ένιωθε να την αγκαλιάζει το φίνο βελούδο και το αέρινο μετάξι. Φανταζόταν τις χοντρές αλυσίδες με τα μεγάλα παντατίφ να στολίζουν το λαιμό της, τα χέρια της να φορτώνονται από βραχιόλια και δαχτυλίδια, να έχει προσκλήσεις σε κοσμικά σαλόνια, να κυκλοφορεί στολισμένη, να μυρίζει άρωμα ακριβό...
- Στο μεταξύ επειδή με άρεσαν τα ωραία και ήμουν και όμορφη εδώ που τα λέμε, περπατούσα και τρίζανε τα πεζοδρόμια, σχεδόν ό,τι παραπάνω έβγανα απε κει, στις μοδίστρες τα έδινα, στις χάντρες και στα κραγιόνια. Τα άλλα για οικονομία τα έφκιαχνα μονάχη μου με ό,τι άκουγα απέ τις παλιές. Στο μαγαζί λέαμε ότι τα φέρνουν απ' έξω κι απλώς εγώ τα ανακάτωνα κι έφκιαχνα πολλά πράματα. Με έδιναν τις παράδες τα αφεντικά κι έστελνα την Άνθω και τα ψούνιζε κι έβγανα κι ένα ποσό εκτός του μιστού μου.
Επήαινα που λες και κάθε Σάββατο στο χαμάμ και τριβούμουνα καλά καλά με λίφι και σαπούνι τριαντάφυλλο που δεν υπάρχει καλύτερο για την καθαριότητα, άνοιγαν οι πόροι και μετά αρωματιζούμουνα ίσια με τις φτέρνες. Στα μαλλιά και στα τσίνουρα έβανα δαφνόλαδο πάντα και είχανε μια γυαλάδα....τι να σε λέω...
- Δαφνόλαδο; Για πες κυρία Σουλτάνα μου, πιάνει;
- Ναι κοκόνα μου! Βάλτο και θα διείς και θα με συχωρνάς που σε το είπα για!
- Πες, πες!
- Παίρνεις δαφνόλαδο απέ το φαρμακείο ή κάνα καλό βοτανάδικο. 
Άμα το φτιάξεις σπιτικό ακόμα καλύτερα! Λάδι απέ το καλό και κουκούτσια της δάφνης μέσα κι άστα στον ήλιο κάμποσο σε μπουκάλι όμως σκούρο να είναι.
Πριν λουστείς και μπανιαριστείς άλειψε το κεφάλι σου αμά πιο πολύ στις ρίζες να βάλεις. 
Κάνε τα μασάζ και τύλιχτα με νάιλον σακουλάκι, αυτά του λουτρού, ξέρεις ποιο σε λέγω.
Από πάνω τυλάς μια πετσέτα σφιχτά σφιχτά να το κρατεί ζεστό και κάνεις το μπάνιο σου απέ το λαιμό και κάτω. 
Μετά μια, δυο ωρίτσες, ξεπλένεις τα μαλλιά πρώτα με νερό και μετά με άσπρο καθαρό σαπούνι που βγάνει το λάδι ή αν αγαπάς σαμπουάν καλής μάρκας
Μαυρίζει τα μαλλιά και τα κάνει μεταξένια, το βράδυ πριν κοιμηθείς βάλε στα τσίνουρα προσεχτικά και θα τα διείς να μακραίνουνε! 




* Σερσέμω = Χαζή
* Γιαβρί μου = Μωρό μου
* Κολνούσε = Κολλούσε

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Με πέτσα του γιαουρτιού γιατί καϊμάκι εδώ πού να 'βρεις...



- Φτου φτου σκόρδα να 'χει το παιδί, έφαε το τζιέρι μου! Σταυροκοπήθηκε η μάνα και η Μυρτώ χαμογελούσε βλέποντας την κυρά Ανθούλα να μαζεύει ευχαριστημένη τα άδεια πιάτα.
Σκέτο πανηγύρι ήταν οι εκεί επισκέψεις με τις ατέλειωτες ιστορίες της Πόλης, τα μεζεδάκια, τα γλυκά, την αδυναμία τους στο παιδοβούβαλό τους, τον ευγενικό μα και κουτοπόνηρο κύριο Γιάννη που απολάμβανε το καφεδάκι του κι έκανε όνειρα για το μέλλον του γιόκα του. Να βρει μια καλή κοπέλα, μορφωμένη, προικισμένη, όμορφη, καλής οικογενείας, να ζήσει σαν πασάς ο Αλέκος τους που δεν υπήρχε τέτοιο παιδί σ' όλο το ντουνιά και θα ήταν τυχερή η νύφη και η οικογένειά της να τον κάνουν γαμπρό.
Τέτοιο παιδί... Μόνο φρου φρου κι αρώματα ήταν. Που δεν είχε ούτε δουλειά ούτε μόρφωση ούτε σταθερό χαρακτήρα, ποτέ δεν γινόταν λόγος για όλα αυτά. Αν τύχαινε και το έφερνε η Μυρτώ απ' έξω απ' έξω έτσι στη συζήτηση το σκέφτονταν για μισό λεπτό κι έλεγαν <<εεεεεεεε κάτι θα βρεθεί για δουλίτσα!>>

Καμία δουλειά δεν ήταν για τον Αλέκο τους βέβαια! Η μια ήταν βαριά, η άλλη δεν έκανε, σιγά μην έβγαινε στο μεροκάματο σαν τον πατέρα! Αυτός ήταν φτιαγμένος για τη μεγάλη ζωή και η ιδανική δουλειά θα ήταν όπως έλεγαν σε κάποιο γραφείο σε πόστο καλό.
Τώρα με τι προσόντα θα έπιανε τέτοια δουλειά, άλλο θέμα. Αυτό ονειρεύονταν για τον κανακάρη τους και μια πλούσια νύφη κι αφού αυτό πίστευαν αυτό έπρεπε να γίνει!
Καμάρωναν το γιόκα τους όταν έβγαινε ντυμένος πάντα με το κουστούμι και τη γραβάτα, αρωματισμένος και καλοχτενισμένος. Στην τρίχα πάντα ήταν ο γιαλαντζί νυμφίος που ξεγελούσε με την εμφάνισή του και τον περνούσαν για πλουσιόπαιδο. Η μάνα τον έφτυνε και τον ξεμάτιαζε, τον σταύρωνε κι ονειρευόταν το αύριο όπως ακριβώς έβλεπε στις ταινίες στην τηλεόραση. Ο φτωχός νέος που παντρεύεται την πλούσια κόρη παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της.
- Αμ καλές είναι οι παντρειές αν είναι και το παιδί επαγγελματικά αποκαταστημένο, αλλιώς πώς θα ανοίξει σπίτι; Και η κάθε κοπέλα και η οικογένειά της πώς να το αποφασίσουν, έτσι εύκολα σπίτι δεν στήνεται... 
- Ναι μπρε Μυρτούλα μου, άμα όμως μια κοπέλα έχει τον τρόπο της θα βολευτεί κι αυτός, γκιουζελίμ* παλικάρι είναι για! Δεν τα βλέπουμε συνέχεια και στην τελεόραση;
Κι άρχιζε να διηγείται διάφορες τέτοιες ιστορίες από χιλιοπαιγμένες παλιές ελληνικές ταινίες όπου ταύτιζε το καμάρι της με τον εκάστοτε πρωταγωνιστή...
- Αυτά κυρία Ανθούλα μου μόνο στον κινηματογράφο γίνονται και να μη παραδειγματίζεσαι! Να τακτοποιηθεί ο Αλέκος και να έχει ένα σταθερό μισθό, τα χρόνια περνάνε και η αληθινή ζωή είναι αλλιώς...
- Μυρτούλα μου να σε πω, τα έργα που βλέπουμε απέ τη ζωή είναι βγαλμένα ούλα!
Τώρα τι να τους πεις....κακιά θα γίνεις... 



Απορίας άξιο ήταν το πως η κυρά Ανθούλα είχε τόσο δροσερό δέρμα παρά τα εβδομήντα τόσα χρόνια της!
Γελούσε πολύ, έκλαιγε πολύ με το παραμικρό, έκανε γκριμάτσες, σούφρωνε τα χείλη κι όμως δεν είχε ούτε μια ρυτίδα στο στρογγυλό της πρόσωπο!
Δε θα την έλεγες καλοζωισμένη, είχε ορφανέψει πολύ μικρή από μάνα, την έφαε όπως έλεγε ο καημός του αντρός της. Παράδες μπόλικους έβγαζε εκείνος, σπίτια έχτιζε αλλά τα έτρωγε όλα με τις πόρνες, χούι που είχε μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Σταυρό κουβαλούσε η έρμη η μάνα της που είχε και πέντε παιδιά ν' αναθρέψει και την έτρωγε το μεροκάματο για τον επιούσιο. Ξενόπλενε, σιδέρωνε, σπίτια καθάριζε απ' τα χαράματα που σηκωνόταν μέχρι αργά τη νύχτα. 
Εδέησε ο Θεός και παντρεύτηκε η μεγάλη κόρη η Φωτεινή έναν καλό άνθρωπο. Πήγε ο ανεπρόκοπος στο γάμο τύφλα στο μεθύσι και με τα κοκκινάδια στο πουκάμισο. Είχε βγει να γλεντήσει και να κεράσει για τις χαρές της κόρης είπε. Mε χίλια ζόρια και καλοπιάσματα τον κατάφερε η μάνα της κι έδωκε παράδες να κάνουν το γάμο κι είδε κι αυτή μια χαρά στο σπιτικό τους. Άντε με το καλό να πάρουν σειρά και οι άλλες δυο κόρες, μετά να 'βρει μια καλή κοπέλα κι ο γιος. Η Άνθω ήταν ακόμα σχεδόν μωρό, το στερνοπούλι της φαμελιάς.
Δόξα τω Θεώ πολύ καλά παιδιά είχαν βγει. Δουλευταρούδικα, άξια, προκομμένα, τα καμάρωνε η μάνα τους κι όταν γύριζαν απ' το μεροκάματο τη φιλούσαν γλυκά και της έδιναν απαραιτήτως το χαρτζιλικάκι της. Κεντήστρα η Φωτεινή, έβγαζε τα μάτια της πάνω από ατέλειωτα μέτρα ύφασμα, συνέχισε να εργάζεται και μετά το γάμο μέχρι να ορθοποδήσουν, κομμώτρια η Αθηνά, μανικιουρίστα η Σουλτάνα κι Θοδωρής μαραγκός. Η Σουλτάνα ήταν η τσαχπίνα της οικογενείας. Έξυπνη και όμορφη, αφιέρωνε πολλές ώρες στον καλλωπισμό της κι όλο μπουκαλάκια και βαζάκια με πομάδες* έβρισκες ανάμεσα στα ρούχα της στο μπαουλοντίβανο.
Η Ανθούλα είχε μπει στα τρία χρόνια της όταν παίζοντας στην αυλή αμέριμνη άκουσε φωνές και κλάματα από τα αδέρφια της και κοιτούσε απορημένη προς το σπίτι όταν βγήκε τρέχοντας ο αδερφός της φωνάζοντας τον πατέρα τους που έπαιζε χαρτιά και μπεκρούλιαζε στο καφενείο. Μια θεία τους τρέμοντας σύγκορμη την άρπαξε και την πήγε σε κάποιο συγγενικό σπίτι κι από κει στην πεθερά της Φωτεινής, που την αγκάλιασε κλαίγοντας.
- Η μαμά ανέβηκε ψηλά και πήγε στο Θεούλη... Απ' εκεί θα σε βλέπει μωρό μου...

Έμεινε στης Φωτεινής το σπίτι, μαμά την έλεγε τα πρώτα χρόνια. Ο πατέρας πού και πού πήγαινε και την έβλεπε, άφηνε και κάνα παρά. Με τη ζωή που έκανε τα είχε χάσει όλα, αυτός που σκορπούσε τις λίρες, σπίτωνε και χρύσωνε κάθε λογής πόρνη και φουμάριζε ακριβά τσιγάρα που έβγαζε επιδεικτικά από μαλαματένια ταμπακιέρα.
- Την έφαε τη μάνα μας που κακό χρόνο να 'χει ο παλιάνθρωπος και δεν πρόλαβε να διεί η καημένη και τις χαρές των άλλων κοριτσιώνε!

Σχολειό η Ανθούλα δεν πήγε. Όταν έφτασε τα δέκα την πήρε η Αθηνά στο κομμωτήριο να την προσέχει και να βγάζει και λίγα λεφτουδάκια. Μια βούρτσα είχε κι έβγαζε τις τρίχες από τα ρούχα των κυριών, σκούπιζε κι ο,τι έπεφτε στο πάτωμα, έκανε και τα εκεί θελήματα. Χαμογελαστή και γλυκιά τους είχε κατακτήσει όλους, ήξεραν και την ορφάνια της και της έφερναν διάφορες λιχουδιές, παιχνιδάκια, κάνα ρουχαλάκι. Καλά περνούσε η μικρούλα.
Το κομμωτήριο ήταν από τα καλύτερα της Πόλης. Παραλούδες κυρίες καλοντυμένες και περιποιημένες μπαινόβγαιναν, άφηναν και γερό πουρμπουάρ οι περισσότερες κι έτσι χώθηκε και η Σουλτάνα εκεί αφού η άλλη είχε αρχίσει να μη την καλοπληρώνει. Η πελατεία της δυστυχώς είχε μειωθεί δραματικά... 

- Τι γενόταν απέ την ώρα που ήρτε κει μέσα η Σουλτάνα Μυρτούλα μου, άλλο να σε λέω!
Κείνη η γλώσσα της ροδάνι πήαινε, ετελείωνε με τα νύχια κι έπιανε τις μούρες τους. Τις πασάλειβε, τις έτριβε, τις έβαφε, κούκλες ούλες βγαίνανε! Χα χα χα χα!
Μοναχιά της τα έφκιαχνε η άτιμη! Είχε αραδιάσει και στο σπίτι όλα κείνα τα βαζάκια και τα κουτάκια και τα μπουκαλάκια κι έβανε στο πεζουλάκι και τι δεν έβανε να τα λιάζει και μετά ανακάτωνε και σούρωνε και και και... Παράδες να διείς στη σειρά! Χα χα χα!
- Και σαν τι έφτιαχνε η Σουλτάνα που σκάω από περιέργεια να τη γνωρίσω;
- Πολλά η άτιμη αμά δεν τα θυμάμαι κι ούλα... Το αγγούρι όμως το κάμω κι εγώ άμα είναι κάπου να πάω και με λένε και φτου σου σκόρδα Άνθω μου! Θα σε πω:
- Πάρε ένα αγγουράκι μεγάλο αμά πολύ φρέσκο να είναι και πλύντο καλά καλά.
Τρίψε κομμάτι τη φλούδα του και βάλτηνα σ' ένα πιατάκι χώρια να 'ναι.
Μετά θα τρίψεις και το υπόλοιπο αγγουράκι σε άλλο πιάτο.
Πάρε τουλπάνι παστρικούτσικο που θα το έχεις βάλει να πάρει μια δυο βρασούλες και μετά στο ψυγείο καμιά ωρίτσα ίσια με να κρυώσει καλά.
Βάλε και κομματάκι οινόπνεμα στα χέρια και ρίξε το αγγουράκι στο τουλπάνι πάνω από μπολάκι και στίβε το καλά καλά να έβγει ούλο το ζουμί του.
Μετά βάνεις το ζουμάκι σε μπουκάλι κι άστο στον ήλιο βουλωμένο καλά.
Το αγγουράκι που είναι μέσα στο τουλπάνι θα το ανακατέψεις σε μπολάκι με πέτσα του γιαουρτιού γιατί καϊμάκι εδώ πού να 'βρεις....
Αυτό είναι θρεφτικό για το πρόσωπο! Στο ψυγείο να παγώσει και πασαλείψου καλά κι άστο κάμποση ωρίτσα να σε τσιτώσει.
Μέχρι να το βγάλεις θα πάρεις τα φλούδια τα τριμμένα και θα τα ανακατώσεις με κοπανισμένο ρύζι να γένουνε πολτός.
Αυτό να ξέρεις άμα το κάνεις εντριβή καθαρίζει το δέρμα σε βάθος.
Πλύσου καλά στο πρόσωπο, πέρνα το και μια εντριβή μ' αυτό και μετά ξεπλύσου με χαμόμηλο να διείς καθαρό κι ωραίο που θα είναι!
Το ζουμάκι στο μπουκάλι άστο τρεις μέρες να λιαστεί και μετά το βάνεις στο ψυγείο. Ρίχνεις κάθε μέρα λίγο στο μπαμπακάκι και να διείς δροσιά στο δέρμα!
- Ωραίο ακούγεται κυρία Ανθούλα μου, με την πρώτη ευκαιρία θα το φτιάξω! είπε η Μυρτώ που της έκανε εντύπωση το ταλέντο της αδερφής της, αλλά δε μου λες, είπε γελώντας πονηρά, η Σουλτάνα πότε είπες ότι θα έρθει;



* Γκιουζελίμ = Ωραίος - α
* Πομάδες = Κρέμες - Αλοιφές

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Η κυρία Ανθούλα η Πολίτισσα





-Α πα πα πα! Τι ανοστιά είναι αυτή καλέ;
Μπρε τι νεροζούμι πουλάνε για γάλα εδώ; Τς τς τς...
Στράβωσε τα μούτρα της η κυρά Άνθω και κούνησε το κεφάλι με τα σφιχτά τυλιγμένα μαλλιά στα μεγάλα μπικουτί αριστερά δεξιά με φανερή απελπισία. Τόσα χρόνια φερμένη η οικογένεια από την Πόλη κι ακόμα δε μπορούσε να συνηθίσει τα εδώ γαλακτομικά προϊόντα και όχι μόνο...
- Να διείς γάλα με τρία δάχτυλα πάχος, ναααα ένα καϊμάκι! Έφτιαχνα τη μαλεμπί και μοσκομύριζε ο τόπος, παχιά παχιά ητανάνε* κι αν πεις τα βουτύρατα, τα τυριά, τα κρέατα, τα ζαρζαβάτια....Αχχχχχχχχ πού να τα 'βρεις εδώ; Τυρόπιτα με έφερε προχτές ο Γιαννιός κι όλο φύλλο ητανάνε, μια στάλα τυράκι είχε μέσα μέσα που ούτε και το 'νιωθες μπρε κόρη μου... Αν πεις τη μπογάτσα. φύλλο και ζάχαρη... Πού 'ναι τα μπογατσατζίδικα που στα κόβανε με το κομμάτι, μπόλικια κρέμα μέσα και μια νοστιμιά, άλλο να σε πω! 
Πτωχά είναι δω πέρα όλα αν κι έχουνε παράδες, αμά και γρουσούζιδοι οι ανθρώποι! Τζιγκουνιά στα φαγιά κάμνουνε, αμά και την καλημέρα ακόμα κι αυτήνε δε στη λένε εύκολα! Αδικιωρισμένοι πολλοί γειτόνοι και τσιμπλήδες, κλείνουνται στα σπίτια τως και δεν ξέρουν το διπλανό τους. Λίγοι οι καλοί παιδάκι μου... 
Ανακάτευε με υπομονή το γάλα με το νισεστέ στο κατσαρολάκι και το δοκίμασε στη ζάχαρη. Τεντώθηκε λίγο για να φτάσει το μπουκαλάκι με το ροδόνερο που ήταν στο πάνω ράφι κι έριξε μια γενναία δόση στην κρέμα που ήδη έπηζε.
Η Μυρτώ την κοιτούσε με πολλή αγάπη χαμογελώντας όση ώρα μιλούσε, απολαμβάνοντας ηδονικά το τραγανό γλυκό κεράσι στο διάφανο μικρό πιατάκι με το περίτεχνα σκαλιστό ασημένιο κουταλάκι φερμένα από την Πόλη, απαντώντας <<ναι>> σε όλα με κούνημα του κεφαλιού. Η κυρία Ανθούλα, ή Άνθω όπως τη φώναζαν οι συγγενείς της ήταν άσσος στα γλυκά του κουταλιού! Καλοδεμένα και πεντανόστιμα συνόδευαν πάντα το καϊμακλίδικο καφεδάκι κι ένα ποτήρι δροσερό νερό στο δίσκο.
Αγαπούσε πολύ την πάντα γελαστή κυρά Ανθούλα την Πολίτισσα. Λάτρευε τον τρόπο που μιλούσε, τις τούρκικες λέξεις που θεωρούσε δεδομένο ότι τις ξέρεις κι απορούσε όταν ρωτούσες <<τι είναι αυτό;>> Μέτρια στο ύψος, παχουλή, δέρμα χωρίς ρυτίδες, κάποιες φορές μπλε σκιά στα μάτια αλλά μόνιμα τα νύχια της βαμμένα ροζ, τα μαλλιά μπούκλες και πάντα σικάτη με φούστα και μπλούζα, λεπτό καλσόν, ωραίες χρωματιστές παντοφλίτσες. Ποτέ δε φόρεσε την κλασική μάλλινη ρόμπα με τα πολλά κουμπιά και τα ανδρικά σοσόνια που φορούσαν οι περισσότερες γυναίκες το χειμώνα. Ξεχώριζε στη γειτονιά από την καλοσύνη της, την πάστρα της, τις γαργαλιστικές μυρωδιές της κουζίνας της, τις γελαστές καλημέρες όταν έβγαινε καμαρωτή τις Κυριακές στο πλευρό του συζύγου της να πάνε το πρωί στην εκκλησία και το απόγευμα σεργιάνι στην παραλία.
- Χτες στη λαϊκή βρήκα ωραίες ντοματούλες, επήρα και πιπερίτσες να τα γιομίσω αμά κι αυτός ο Αλέκος δεν τα τρώει! Σουγλάκια* θα πω το μπαμπά του να τον ψήσει. Παιδί πράμα να τρώει πρέπει αμά πολύ δύσκολος είναι και τον κάμνω χώρια φαΐ κάθε μέρα σχεδόν. Νηστικός να μένει κάμνει για;


Το πώς συγκράτησε τα γέλια η Μυρτώ ήταν θαύμα! Δεν ήθελε να την προσβάλει όσον αφορούσε το γιόκα της τον Αλέκο, ένα κακομαθημένο μαντράχαλο σχεδόν 32 χρονών χοντρό και καλοπερασάκια που οι γονείς του τον κοιτούσαν στα μάτια μπας και του λείψει τίποτα του τεμπέλαρου. Με το πάσο του ξυπνούσε αργά το πρωί κι έτρεχε η μάνα του να ετοιμάσει ζεστό καφέ με γάλα εβαπορέ, κάμποσες φέτες ψωμί με βούτυρο και μπόλικο μέλι, φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα, όλα στην ώρα τους για το καμάρι της. 
Ξεροστάλιαζε πάνω από το κεφάλι του και σχεδόν μισοκαθόταν στην καρέκλα την ώρα του φαγητού, έτοιμη να τρέξει για να ικανοποιήσει τις ορέξεις του γιου της. 
Τον άμπακο καταβρόχθιζε και κατά τους γονείς του δεν ήταν καλοφαγωμένος ποτέ επειδή άφησε δυο πιρουνιές σαλάτα στο πιάτο του. Δούλευε μεροκάματο ο πατέρας του κι έμενε άφραγκος τις περισσότερες φορές ξοδεύοντας και την τελευταία του δραχμή στο χασάπη ή στο μανάβη για να έχει ποικιλία ο "μικρός" στο τραπέζι του.
Κι ο γιος σπάνια έμενε ευχαριστημένος. Μια το μαρούλι δεν ήταν τόσο ψιλοκομμένο, μια οι μπριζόλες ήταν πολύ λεπτές και τρώγοντας δυο δεν χόρταινε, μια το πιρούνι ήταν στραβό, μια το πιάτο δεν ήταν κατάλληλο...Το έπαιζε δύσκολος και τσίμπαγαν οι γονείς του με τη μία, χάρη τους έκανε κι έτρωγε σπίτι! Αυτός ήταν κι ο λόγος που θύμωνε η κόρη τους η Σοφία. Καλοπαντρεμένη, ανεξάρτητη στο νοικοκυριό της, με δυο όμορφα αγόρια κι έναν άντρα που έκανε τα πάντα για να την ευχαριστήσει. Η υπερβολική αδυναμία των γονιών τους στον κανακάρη τους, η προσπάθειά τους πάντα να δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα τους έφερνε συχνά σε ρήξη...
Κάμποσες φορές που έτυχε να τρώει καλεσμένη μαζί τους η Μυρτώ δεν άντεξε και του τα 'χωσε. Πεντανόστιμα τα φαγητά ήταν πάντα στο σπίτι τους, καλομαγειρεμένα και μερακλίδικα, ούτε μπουκιά δεν έμενε στο πιάτο. Οι γονείς κουνούσαν το κεφάλι κι ο γιόκας όλο και πάχαινε, ξεφυσούσε να πάρει ανάσα από τη βαρυστομαχιά κι έπινε λαίμαργα και μια σόδα στο καπάκι να χωνέψει και να συνεχίσει με τον απογευματινό καφέ και τα παρελκόμενα...

Η μαλεμπί είχε ήδη μπει στο μεγάλο ταψί και ραχάτιζε σχεδόν διάφανη και λαχταριστή μέχρι να κρυώσει. Η Μυρτώ δεν αγαπούσε τις κρέμες μα τρελαινόταν να μαζεύει συνταγές κι αυτή η τριανταφυλλένια υπέροχη μυρωδιά που της γαργαλούσε τα ρουθούνια είχε εξάψει την περιέργειά της.
Παράξενη όψη είχε αυτή η κρέμα. Θα την έφτιαχνε σίγουρα για τη μητέρα της και για τη θεία που θα ερχόταν επίσκεψη αύριο το απόγευμα.
- Πες μου κυρία Ανθούλα πώς την κάνεις;
- Εύκολα Μυρτούλα μου αμά θέλει συνέχεια ανακάτεμα να μη πιάσει. Διες, θα σε πω να μάθεις:
Ένα μπουκάλι γάλα μεγάλο θα ρίξεις στο κατσαρόλι.
Ένα φλιτζάνι ρυζάλευρο θα διαλύσεις σε μια λεκανίτσα με νεράκι από τη βρύση, δυο ποτήρια να είναι.
Δύο φλυτζάνια ζάχαρη μέσα στο γάλα και θα το βάλεις στη φωτιά αμά στο χαμηλό να είναι.
Άμα λιώσει η ζάχαρη και ζεσταθεί καλά το γάλα, θα ρίξεις το ρυζάλευρο και θα ανακατεύεις συνέχεια ωσότου πήξει.
Πριν το βγάλεις απέ τη φωτιά ρίχνεις ροδόνερο καλό ίσια με ένα κρασοπότηρο.
Το βγάζεις και ρίχνεις κομματάκι νεράκι της βρύσης κι ανακατώνεις καλά καλά.
Εμείς στην Πόλη έτσι δα το βάνουμε στο ταψάκι και το κόβουμε μεγάλα κομμάτια, αμά το βάνουν και σε μπολάκια να ξέρεις κι άμα κρυώσει στο ψυγείο.
Και να σε πω, δυο τη μέρα έδινα στα παιδιά μου και τρώγανε άμα ήντουσαν μικρά, άσε τις φέτες με το φρέσκο βουτυράκι κι έτσι δα δυνάμωσαν και γένηκαν γερά!

<<Ναι καλά...>> σκέφτηκε η Μυρτώ και χαμογέλασε. Έτσι τα μπούκωνες κι έγιναν σαν ελεφαντάκια από μια σταλιά μέχρι και τώρα! Για λύπηση είναι και τα εγγονάκια και η κόρη κι ο γιος σου...





* Ητανάνε = ήταν

* Σουγλάκια = σουβλάκια