.

.
.

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Άντε στη μαμά σου αγόρι μου!


- Καταδίκη κι αυτή όμως βρε Βιβή, υποχρεωμένος μια ζωή να τους τα ακουμπάει... 
- Στάσα μου, αν το ήξερα, δε θα τον είχα πάρει, για σχέση έτσι απλά καλός ήταν. Αν δεν ήταν τόσο τσιγκούνης, δε θα έκανα τίποτα απ' όλα αυτά. Αλλά να υπολογίζει και το ψίχουλο από το ψωμί και τη σταγόνα του νερού, όχι, θα τον ξεκοκάλιζα για να μάθει! Ας μη παντρευόταν, ας ταξίδευε μια ζωή για δαύτες, εγώ τι του έφταιξα; Μόλις του είπα ότι αυτό το σπίτι μάλλον θα διαλέξουμε, αλλά άκουσα και για κάποιο άλλο και θα πήγαινα να το δω, τον ξαπόστειλα στο καράβι. Οι λογαριασμοί που είχε έγιναν κοινοί για να τραβάω λεφτά για τον εργολάβο και τα υπόλοιπα του σπιτιού. Αν μπορούσε, ας έκανε κι αλλιώς ο καπετάνιος, με το παιδί του είχα βάλει το μαχαίρι στο λαιμό. Ούτε στις άλλες δεν πρόλαβε να μιλήσει που έσπαζαν τα τηλέφωνα. Η μάνα μου τους είπε ότι δεν προλαβαίνει, έχει τρεχάματα με την εγκυμοσύνη μου, ψάχνουμε τα μωρουδιακά. Λυσσάξανε οι άτιμες! 

Με ένα μαξιλάρι στην κοιλιά κάτω από το καλσόν, πήγαν μάνα και κόρη στη Χίο. Η θεία τις κάλεσε να περάσουν λίγες μέρες εκεί και μετά θα πήγαιναν στην Κέρκυρα, να δουν τα παιδιά. Πρόσκληση δεν είχε γίνει φυσικά, η Ερασμία δήλωσε ότι ήθελε να τους δει πριν επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και θα έπαιρνε και τη Βιβή να ξεσκάσει, πολύ είχε ζοριστεί τον τελευταίο καιρό. Σεργιανούσε η "εγκυμονούσα" καμαρωτή να τη δουν όλοι και παραμόνευε τις κουνιάδες της, έπρεπε να δοθεί τέλος στην αφαίμαξη. Η συνάντηση έγινε με τη μεγάλη, που γύριζε φορτωμένη ψώνια από την αγορά. Λίγο ακόμα και θα της έπεφταν οι τσάντες απ' τα χέρια όταν την κάρφωσε το παγωμένο βλέμμα της Βιβής. 
- Να χαθεί η σιχαμένη! Σαν άγαλμα έμεινε όταν με είδε και μου έδωσε το χέρι ψυχρά. 
- Καλωσόρισες, ο αδερφός μου που είναι; Ούτε ξέρουμε που βρίσκεται, δε μας ειδοποίησε ότι θα έρθετε. 
- Ο αδερφός σου αυτή τη στιγμή είναι στη Βραζιλία, πως να σε ειδοποιούσε;
- Τι; Στη Βραζιλία; Κι εσύ πως ήρθες εδώ μόνη σου, συμβαίνει κάτι; 
- Ναι βρε Γεωργία, ήρθα για να πουλήσουμε τα χτήματα, δεν τα χρειάζεται εδώ, τι να τα κάνει; 
- Τα χτήματα; Δεν είμαστε καλά! Πως θα τα πουλήσει, γιατί να τα πουλήσει; Δική σου δουλειά είναι αυτή, ο Μιχάλης μας δεν ήταν τέτοιο παιδί. Από την ώρα που τον έμπλεξες άλλαξε, μαύρη η ώρα που σε πήρε! Γι αυτό έριξε μαύρη πέτρα πίσω του, σα να μην υπάρχουμε εμείς! 
- Πόσο ηλίθια είσαι λοιπόν! Τα χτήματα είπαμε να τα πουλήσουμε και να σας μοιράσει τα λεφτά, γιατί μετρητά δεν έχει άλλα να σας δώσει. Πρέπει να κοιτάξει και την οικογένειά του, παιδί περιμένει, δε με βλέπεις, ή δεν το ήξερες; 
- Α! Είπα κι εγώ, τρελάθηκε ο αδερφός μας; 
- Δηλαδή δεν έχεις αντίρρηση αν τα πουλήσει και πάρετε το παραδάκι ζεστό ζεστό; 
- Άμα έτσι αποφάσισε, καλώς καμωμένο είναι, δικά του είναι, ό,τι θέλει τα κάμει! Εγώ έτσι δα που το άκουσα, είπα... 
- Ότι τα πουλάει για να τα χαρεί με μένα, ε; Λοιπόν, άκου Γεωργία, ό,τι του φάγατε του φάγατε! Από δω και πέρα, δεν πρόκειται να ξαναδείτε ούτε δραχμή από τον άντρα μου. Επίτηδες στο είπα για τα χτήματα, να δω τις αντιδράσεις σου! 
- Παλιογυναίκα, ψεύτρα, τόνε βρήκες και τόνε εκμεταλλεύεσαι, που μας έκανες άνω κάτω και μας χώρισες από τον αδερφό μας! Καλά σου κάμει η μάνα μας και σε καταριέται μέρα νύχτα! 
- Της τράβηξα δυο μούντζες, είπα αν πάθω κάτι στην κατάστασή μου θα φταίει αυτή και οι κατάρες της μάνας της, την έφτυσα κι έφυγα. Αυτή ακόμα έλεγε, πήγα σπίτι και λέω φεύγουμε, αυτό κι αυτό έγινε. Η θεία μου έκανε τα πάντα για να μας κρατήσει, εγώ όμως της είπα ότι δεν αισθάνομαι καλά και πρέπει να πάω στην Αθήνα, να με δει ο γιατρός μου. Είχε δεν είχε η αδερφή του με σύγχυσε κι ένας Θεός ξέρει τι θα γίνει! 

Γελούσαν με την Ερασμία για την ταραχή που έδωσε στην κουνιάδα της. Τους χρειαζόταν ένα καλό μάθημα, δε θα μπορούσαν να συνεχίσουν έτσι σαν ζευγάρι. Η μάνα της έμαθε και κάτι άλλο που τις θορύβησε ιδιαίτερα. 
- Ο αδερφός της πεθεράς σου ξέρεις πως πέθανε; Είχε πολύ σοβαρό πρόβλημα στους πνεύμονες κι είχε νοσηλευτεί πολλούς μήνες στο νοσοκομείο. Όταν επιτέλους βγήκε, οι γιατροί του απαγόρεψαν να κουράζεται και να μη σηκώνει καθόλου βάρη, να φυλάγεται από την πολλή ζέστη ή το κρύο και την υγρασία. Η γυναίκα του τον πρόσεχε σαν τα μάτια της μέχρι που άρχισε να συνέρχεται ο καημένος. Η αδερφή τους η μεγάλη που είχε χάσει από χρόνια τον άντρα της, είχε λεφτά με τη σέσουλα αλλά ήταν πολύ τσιγκούνα και δεν ξόδευε να κάνει τη δουλειά της. Όλο στον αδερφό της παράγγελνε να πάει να της κάνει τα χαμαλίκια. Μάζεψε υγρασία η ταράτσα της και πριν χειμωνιάσει τον φώναξε να της στρώσει μονωτικό. Η γυναίκα του της είπε ότι δεν κάνει να κουραστεί και να κρυολογήσει και η στρίγκλα της έστησε καβγά, σκοτώθηκαν νύφη με κουνιάδα. Έβαλε του καημένου το μαχαίρι στο λαιμό, να μην ακούει πολύ τους γιατρούς και είναι μια χαρά, δεν ήταν και καμιά σοβαρή δουλειά που θα τον κούραζε. Με το μουρ μουρ δεν άντεξε και της είπε θα πάει, μάλωσε και με τη γυναίκα του, μαλλιά κουβάρια και οι τρεις. Μέρες τυραννιόταν ο άνθρωπος, ίδρωνε και του ανέβαζε νερό παγωμένο η τρελή χωρίς καν να αλλάξει φανέλα. Έπεσε με σαράντα πυρετό και οι γιατροί δεν κατάφεραν να τον σώσουν, από πνευμονία πήγε. Άρα, το έχουν όντως οικογενειακό τους, από τις αδερφάδες του κανείς να μη γλυτώνει! 


Το γράμμα που έστειλε η Βιβή στον άντρα της, περιέγραφε τη σύγχυση που πέρασε με τη "μεγάλη" και ήταν η αιτία να χάσει το παιδί, που ήταν αγόρι. Ετοιμαζόταν με τη μάνα της να πάνε στην Κέρκυρα για να τη δουν τα παιδιά και να προετοιμαστούν για το αδερφάκι τους. Μια μέρα πριν την πήρε το ασθενοφόρο με ακατάσχετη αιμορραγία, κινδύνευσε κι αυτή λόγω προχωρημένης εγκυμοσύνης. Δεν υπήρχε λόγος να ξεμπαρκάρει για τη γέννα που δε θα γινόταν, την επόμενη φορά θα ήταν πιο τυχεροί είπε ο γιατρός, αρκεί να μη περάσει ξανά τέτοια ταραχή. Ο Μιχάλης έκλαιγε μερόνυχτα, έμαθε από τη γυναίκα του μηχανικού, που ήταν φίλες, κοιτούσε τις φωτογραφίες με τη φουσκωμένη κοιλιά της και οι αναστεναγμοί του ακούγονταν και τους σπάραζαν την καρδιά. 
- Διέδωσε η μάνα μου στη γειτονιά ότι στις δύο τη νύχτα ήρθε και με πήρε το ασθενοφόρο. Έτσι έμαθαν όλοι για την αποβολή μου, να είναι πιστευτό. 
- Θεία, απίστευτα μου φαίνονται όλα αυτά, πως τα καταφέρατε και τους κοροϊδέψατε όλους; 
- Εσύ όταν βλέπεις μια γυναίκα έγκυο, πας και της σηκώνεις τη φούστα; Το μαξιλαράκι έκανε τη δουλειά του μια χαρά. Ο άντρας μου μέχρι τριών - τεσσάρων μηνών που του έλεγα ότι είμαι με είχε δει. Έβραζε και η μάνα μου όσπρια, είχα τρελαθεί στα φασόλια, που τα έτρωγα κρυφά για να πρήζομαι, εσύ αν φας πολλά δεν πρήζεται η κοιλιά σου;  Μετά μόνο από φωτογραφίες, μια κάθε μήνα για να δείχνω πιο φουσκωμένη. 

Η Στάσα κουνούσε το κεφάλι και ξαφνικά ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Θυμόταν σαν σε όνειρο την ιστορία, χωρίς τις ζουμερές λεπτομέρειες. 
- Πούλησα το σπίτι που υποτίθεται θα άφηνα στα παιδιά, γιατί θα έφευγα για το καινούργιο. Πολύ ωραίο διαμέρισμα, μεγάλες βεράντες, το επίπλωσα, το κλείδωσα κι έφυγα να τον βρω. Θα ταξίδευα πέντε μήνες μαζί του και θα γυρίζαμε μαζί. Ήξερε ότι μετακόμισα, όμως δεν έμαθε ότι το είχα πουλήσει βέβαια. Καλά δεν περάσαμε, τον πρώτο μήνα μου έκανε όλα τα χατίρια, μετά άρχισε πάλι τη γκρίνια για τα λεφτά. Και που πήραμε το σπίτι και τα έξοδα και η εφορία και μη αυτό και μη εκείνο. Τον παρατούσα μέσα κι έβγαινα με τους άλλους, τα ξημερώματα μαζευόμασταν στο βαπόρι. Και ψώνια για το σπίτι και για μένα και γλέντια και όλα όσα μπορούσα να κάνω. Στη Γαλλία γνώρισα και τον τρίτο, το δικηγόρο, τον θυμάσαι που είχαμε έρθει, μεγάλη ήσουν. 

Ένας ακόμα καφές κι όσο ψηνόταν, η Βιβή ζήτησε παγάκι για να βγάλει τα φρύδια της. Το ακουμπούσε για λίγα λεπτά πάνω απ' τα μάτια και δεν καταλάβαινε με το τράβηγμα καθόλου πόνο. Ζήτησε το νεσεσέρ της για να βάλει κρέμα μετά και να φτιάξει τα νύχια της. 
- Αφού δεν σεβάστηκε την αποβολή μου, που έφταιγε το παλιόσογό του, αυτά ήξερε κι άρχισε ξανά τις τσιγκουνιές στο δεύτερο μήνα, έμαθα κι ότι έστελνε πάλι λεφτά σ' αυτές, είπα τέλος, ως εδώ ήταν. Πριν γυρίσουμε έκανε προσπάθειες να ξαναμείνω έγκυος κι όταν μπήκαμε πια στο καινούργιο σπίτι άρχισε τα πόσο έδωσες γι αυτό, πόσο πήγε εκείνο, ακριβά τα ντουλάπια, γιατί μάρμαρο κάτω κι όχι πλακάκι και και και... Όταν είδε ότι ήταν όλα στο όνομά μου, άλλη φασαρία. Που να χτυπιόταν κάτω δε θα του περνούσε, έριξα μια λιποθυμία από τις γνωστές, υποψιάστηκε ότι ήμουν πάλι έγκυος και το βούλωσε. Άντε στη μαμά σου αγόρι μου να σε δει και να τη δεις κι άσε με να ηρεμήσω, δε θέλω άλλα προβλήματα, έχω και καθυστέρηση. Θα πω στην Αντιγονίτσα να έρθει να μείνει κοντά μου. 

Το σπίτι μοσχοπουλήθηκε σε γνωστό δικηγόρο των Αθηνών, ακριβώς μετά από ενάμιση χρόνο. Ο Μιχάλης το έμαθε από ένα σύντομο γράμμα της Βιβής, που του δήλωσε ότι φεύγει εκτός Ελλάδος, αγανακτισμένη από την κακομοιριά του και την αδυναμία του στη μάνα και τις αδερφές του. Ήθελε αποκλειστικότητα και δεν ανεχόταν να μοιράζεται τον άντρα της και τα καλά που θα μπορούσαν να έχουν μαζί.
-Τα πούλησα όλα, μη ψάξεις να με βρεις, ούτε η μάνα μου δεν ξέρει που βρίσκομαι. Έφυγα για τον Καναδά, που δε θα με έβρισκε, έμεινα εκεί έξι χρόνια, Εργάστηκα, έκανα και δυο τρεις σχέσεις, μια χαρά ήταν, ακόμα νοσταλγώ εκείνα τα χρόνια. Είχαμε κάτι ξεχασμένους μακροσυγγενείς που δεν είχα μιλήσει ποτέ γι αυτούς στον άντρα μου.
Ηθικόν δίδαγμα, να κρατάς πάντα κάποια μυστικά, γιατί η ζωή δεν ξέρεις πως τα φέρνει!





Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Εσύ σαν πατέρας και σύζυγος τι κάνεις, ε;


- Πως και πως σε περιμέναμε Μιχάλη μου! Αυτή η κόρη μου πια, όλο κρατούσε την κοιλιά της κι έλεγε στο παιδί πως θα έρθει ο μπαμπάκας και θα έχουμε χαρές! Στην υγειά σου αγόρι μου, καλωσόρισες, με το καλό να δεις το γιο σου. Γιατί γιος θα είναι, αγορομάνα η Βιβή!

Ο Μιχάλης καμάρωνε τρισευτυχισμένος για το διάδοχο που περίμενε. Τώρα ήταν η ευκαιρία να τον στριμώξουν μάνα και κόρη. 

- Που λες Βιβή, πολύ ωραίο το σπίτι της Χρυσάνθης. Μεγάλο, διαμπερές, αν πεις πια το δωμάτιο του μωρού, το κάτι άλλο! Μεγάλο καλό για το ζευγάρι να κάνει ποδαρικό το βρέφος όταν με το καλό γεννηθεί! Βασίλισσα την έχει, κορώνα στο κεφάλι του. Σε τρεις μήνες ελευθερώνεται με το καλό, από την κλινική και στο καινούργιο σπίτι, καλορίζικο να είναι! 
- Πολύ χαίρομαι μαμά για τη Χρυσάνθη, έκανε καλό γάμο. Νοικοκύρης και προκομμένος ο άντρας της, όλες ζηλεύουν την τύχη της. Τώρα και με το καινούργιο σπίτι πια, μάτι κακό μη τους πιάσει! Σπουδαία υπόθεση ο καλός γάμος, λαχείο είναι. Με ρωτούσε και η θεία από τη Χίο που τηλεφώνησε προχθές, να της τα πεις να χαρεί κι αυτή. 
- Βέβαια, θα της τα πω. Όσο μαθαίνει τα καλά του, τόσο φωνάζει στην κόρη της ένα τέτοιο να βρει να πάρει, δεν καταλαβαίνεις ότι θέλει κι αυτή να κάνει το κομμάτι της;

Σα να ενοχλήθηκε ο Μιχάλης με τα λεγόμενά τους. Ο άντρας αυτής της Χρυσάνθης τι παραπάνω είχε για να τον παινεύουν τόσο πολύ; Και γιατί η θεία δεν παραδειγμάτιζε εκείνον στην κόρη της; Καλύτερος γαμπρός ήταν ο άλλος; 

- Να τακτοποιήσεις και το θέμα του σπιτιού, κόρη μου, μετά που θα βαρύνεις δε θα μπορείς τα πολλά τρεχάματα. Στα παιδιά πότε θα το πεις; 
- Ποιο θέμα; Τι τρέχει με το σπίτι; 
 - Ε! Αυτό το σπίτι που πήρε η γυναίκα σου, στα παιδιά της δε θα το γράψει; Πρέπει, το συντομότερο, αν γεννήσει και μετά θα είναι δύσκολα τα πράγματα. Να έρχονται τα πουλάκια μου να τα βλέπουμε, λογαριάζει να τα φέρει η γιαγιά τους η Πόπη, να περάσουν λίγες μέρες με τη μαμά. Ακόμα δεν τους έχει πει ότι θα τους κάνει αδερφάκι, μην αρχίσουν τις ζήλιες και τη γκρίνια. 
- Εδώ θα μείνουν δηλαδή με την άλλη τους γιαγιά, τη μάνα του πρώην γαμπρού σου; 
- Εδώ βέβαια, στο σπίτι τους, που αλλού θα πάνε; 
<<Στο σπίτι τους! Στο σπίτι που τους πήρε η μάνα τους! Κι εγώ τι ρόλο παίζω εδώ;>> Πολύ απότομα του ήρθε του Μιχάλη αυτό, ασυνήθιστο, πρωτάκουστο. Η πρώην πεθερά της γυναίκας του με τα παιδιά, θα έρχονται να μένουν όποτε θέλουν. <<Τα παιδάκια είναι ακόμα μικρά, ασυνόδευτα θα ταξιδέψουν Κέρκυρα - Αθήνα; Κι άντε να λείπω εγώ, κάπως βολεύεται το θέμα, όλοι μαζί όμως γίνεται;>> 
Να πάρει η πεθερά του τη θεία στη Χίο και να παινεύουν το γαμπρό που αγόρασε σπίτι. Κι αν ρωτήσει τα νέα της Βιβής και των παιδιών, να της πει ότι θα έρθουν. Άντε μετά να κλείσεις τα στόματα... 
Η Ερασμία έκλεισε το μάτι στην κόρη της και χαμογέλασαν κι οι δυο ευχαριστημένες. 
- Τι έπαθες λεβέντη μου έτσι ξαφνικά, τι σκέφτεσαι; Είπαμε κάτι και σου κακοφάνηκε αγόρι μου; 
Μεγάλη θεατρίνα η Ερασμία! Ο Μιχάλης προσπάθησε με τρόπο να τους εξηγήσει τις σκέψεις του. Με τα παιδιά δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα, η πρώην πεθερά όμως; 
-Ε! Τι να κάνουμε γιε μου, καταδικό σας σπίτι αφού δεν έχετε, πως αλλιώς να γίνει; Βέβαια η Βιβή θα κρατήσει την επικαρπία, όμως των παιδιών είναι. Όταν με το καλό κάνει και τον τρίτο γιο, θα το έχετε στην κάμαρά σας το βρέφος δυο τρεις φορές το χρόνο που θα έρχονται και θα βολεύονται στο παιδικό τα μικρά και η Ποπίτσα στο σαλόνι. 
Όλα τα μελέτησε η γυναίκα σου, καλή μάνα είναι, τα παιδιά να τα έχει από μικρά αποκαταστημένα. Μεγαλώνοντας μπορεί ν' αποφασίσουν να έρθουν εδώ για το Γυμνάσιο, στους συγγενείς θα μένουν τόσα χρόνια; 
- Και η Βιβή είναι καλή μάνα κι ο πατέρας τους καλός. Κι εγώ δηλαδή δεν είμαι, έτσι θα το αφήσω το παιδί μας; Στη Χίο έχω κάτι στρέμματα, δικά του θα είναι! 
- Μιχάλη μου, το παιδί μας στη Χίο θα μείνει; Η ζωή μας είναι εδώ, όταν ξεπεταχτεί θα έρχεται η μάνα μου να το κρατάει κι εγώ στο καράβι μαζί σου. Και που ξέρω εγώ με τη μάνα και τις αδερφές σου εκεί τι γίνεται; Αν το κοιτάζουν με μισό μάτι; Δικό σου παιδί είναι βέβαια και αίμα τους αλλά μ' εμένα το έκανες. Της Χρυσάνθης που λέγαμε πριν, πήρε ο άντρας της το σπίτι αλλά μακριά από τους δικούς του, να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. 
- Ο άντρας της μπορεί να μην έχει άλλες υποχρεώσεις, δεν είναι όλοι το ίδιο. Κι εγώ το σκέφτομαι για σπίτι σε λίγα χρόνια αλλά ακόμα δε μπορούμε. 
- Γιατί δε μπορούμε; Τι υποχρεώσεις έχεις Μιχάλη εκτός από την οικογένειά σου; Πάντρεψες τις αδερφές σου και τις καλοπροίκισες, η μάνα σου μια χαρά είναι στο σπίτι της, καιρός να δεις και τη δική σου ζωή. Δόξα τω Θεώ, λεφτά πολλά παίρνεις και τα μαζεύεις, αντί να τα χαρείς μετράς και τη δραχμούλα. 
Το τηλέφωνο που χτύπησε εκείνη τη στιγμή, τον έσωσε από την απάντηση που έπρεπε να δώσει. Μάνα κι αδερφές του μίλησαν με τη σειρά κι η Ερασμία έστησε αυτί πίσω από την πόρτα όταν χαμήλωσε εκείνος τη φωνή του. Το πρωί θα τους έστελνε τα χρήματα και τα υπόλοιπα σε δεκαπέντε μέρες. Άφρισαν μάνα και κόρη...


Αξημέρωτα σηκώθηκε ο Μιχάλης πατώντας στα νύχια για να μη ξυπνήσει τη Βιβή. Πιο έξυπνη εκείνη, μάτι δεν είχε κλείσει όλη νύχτα για να τον προλάβει. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε σαν τη γάτα κι ο άντρας της έσπευσε να την ξανακοιμήσει. 
- Που πας Μιχάλη μου και ντύθηκες πρωί πρωί; 
- Στην εταιρία πρέπει να πάω, μέχρι να κατέβω στον Πειραιά και να γυρίσω θα έχεις ξυπνήσει. 
- Περίμενε λίγο, έρχομαι κι εγώ, να σου κάνω παρέα. 
- Που να έρθεις Βιβή μου, ύπνο χρειάζεσαι στην κατάστασή σου, πάω κι έρχομαι σε δυο ωρίτσες, κοιμήσου εσύ. 
- Δε νυστάζω, έρχομαι για βόλτα. 
Πανικός τον έπιασε. Τι θα έκανε με τη γυναίκα του από δίπλα; Με ταχύτητα αστραπής η Βιβή ετοιμάστηκε, φώναξε στη μάνα της να ετοιμάσει πρωινό, αλλά δε μπορούσε ούτε μια γουλιά καφέ να πιει. 
- Της λέω να κάτσει σπίτι, μη τραβιέται πρωί πρωί, μα δεν ακούει. Κρίμα είναι  να ταλαιπωρηθεί. 
- Καλό θα της κάνει να βγει λιγάκι αγόρι μου, όσο έλειπες κλεισμένη σπίτι ήταν. Άντε, να πάτε στην ευχή του Θεού, θα βάλω το τηγάνι για τις μελιτζάνες, μουσακά θα ψήσω που σ' αρέσει λεβέντη μου! 
Με κρύα καρδιά κι αμήχανος ο Μιχάλης, πήρε το δρόμο με τη Βιβή αγκαζέ. Σκεφτόταν πως θα το 'σκαγε για να στείλει τα λεφτά που περίμεναν. Κάθισαν σ' ένα ζαχαροπλαστείο μέχρι ν' ανοίξουν τα γραφεία και η Βιβή άνετη πίνοντας την πορτοκαλάδα της, τον ρωτούσε για το επόμενο ταξίδι του. Η ώρα είχε περάσει κι εκείνος καθόταν στα καρφιά. 
- Τον ρώτησα, τι έχεις σήμερα, ακόμα δεν ήρθες κι έχεις αυτά τα μούτρα; Σα να μην ήθελες που ήρθα μαζί σου, μήπως βρήκες καμιά άλλη κι είχες ραντεβού; Τρελάθηκε αυτός, τι είναι αυτά που λες και τέτοια. 
- Βρε Βιβή, ήσουν ήρεμη, δεν είχες φουντώσει;
- Από μέσα μου έβραζα. Είπα ότι πάω τουαλέτα και πήρα κρυφά τηλέφωνο από το μαγαζί στη μάνα μου. Δυο ώρες με είχε εκεί, θα είχε κάνει τη δουλειά του και θα γύριζε σπίτι λογικά. Άρα, οι άλλες οι σκρόφες θα είχαν λυσσάξει, είχα δίκιο, είχαν τηλεφωνήσει σπίτι. 
- Και τι είπε η μάνα σου; 
- Ότι ο Μιχάλης έχει βγει βόλτα με τη γυναίκα του! Και ρωτάει η μεγάλη, σας είπε που πάνε συμπεθέρα; Δεν ανακατεύομαι στο ζευγάρι και δε θέλω να μου δίνουν αναφορά, αλλά άκουσα ότι πάνε παρέα στην εταιρεία, κάτι τέτοιο νομίζω. Καλά, γεια σας, είπε νευριασμένη. Χα χα χα χα! Βγαίνω έξω και μου λέει περίμενε λίγο, πετάγομαι να τηλεφωνήσω στη μάνα μου κι έρχομαι. Να πας, σαν λίγο κουρασμένη νιώθω, άντε και μετά πάμε στην εταιρεία να τελειώνουμε. 

Σαν το σίφουνα έφυγε, μπρος αυτός και πίσω του η Βιβή. Για κακή της τύχη τη φώναξε ο σερβιτόρος, είχε αφήσει ένα χαρτονόμισμα στο τραπέζι, δε θα περίμενε τον άντρα της να γυρίσει και να πληρώσει φυσικά. Με το δυνατό <<κυρία τα ρέστα σας!>> γύρισε ο Μιχάλης και την είδε. 
- Πω πω πω! Και τι έγινε; 
- Της τρελής, καβγάς μεγάλος! Τον είπα ψεύτη, κουτοπόνηρο, τσιγκούναρο, βλάκα που τον μασάνε μάνα κι αδερφές κι ότι τα ξέρω όλα! Έριξα και μια ζαλάδα της γκαστριάς, αχ κι ένας πόνος χαμηλά, με έβαλε σ' ένα ταξί και πήγαμε σπίτι. Κλείστηκα στο δωμάτιό μου, η μάνα μου έκανε την ανήσυχη και την ξαφνιασμένη, αυτός με φώναζε απ' έξω... 
- Βιβή μου, έτσι το έχουμε στην οικογένειά μας, μη νομίζεις ότι μου είναι ευχάριστο. Κανένας αδερφός δεν ησυχάζει ποτέ, όταν έχει κορίτσια η μάνα. Ό,τι τους φτιάχνει είναι τιμή για την οικογένεια. Τις παντρεύει, τις προικίζει, δεν ησυχάζει όμως ποτέ, είναι υποχρεωμένος να παραστέκεται σε ό,τι χρειάζονται. Κανείς μας δεν παντρεύτηκε μικρός, κανείς δεν κάνει σχέση σοβαρή, μέλλον δεν έχει με ανύπαντρες αδερφάδες. Θαλασσοδερνόμαστε για δαύτες και πάνω που λες τέλειωσα, αρχίζει η γκρίνια. Η τάδε έχει μεγαλύτερο σπίτι, ο αδερφός της είδες τι της έφτιαξε; Δε μπορεί να με κοροϊδεύουν ότι ο δικός μου δε με κοίταξε. Και δως του πάλι από την αρχή, δε μπορώ να κάμω αλλιώς. 
- Μάλιστα! Και θα είμαι εγώ υποχρεωμένη να στερούμαι μια ζωή, για να τις κοιτάς, ε; Δεν γίνεται αυτό, θα πω στη μάνα μου να φύγουμε μαζί στην Αλεξάνδρεια, κάτσε εσύ να τις φυλάς μη και τους λείψει τίποτα κι άσε εμένα και το παιδί μου στους δικούς μου! 
- Τι είναι αυτά που λες;
- Την αλήθεια! Τι είναι αυτά που εσύ λες για τα στρέμματα στη Χίο! Ωραία, να κοιτάμε τους άλλους κι εμείς τίποτα.  Και τα παιδιά μου έχουν μεγάλη περιουσία από τον πατέρα τους στην Κέρκυρα, ζουν κι εκεί, όμως θεώρησα σωστό να τους αφήσω κάτι και στην Αθήνα. Εσύ σαν πατέρας και σύζυγος τι κάνεις, ε;
- Βιβή μου, μη νομίζεις ότι δε θα καμαρώσεις κι εσύ για σπίτι δικό μας. Δυο τρία μπάρκα ακόμα και θα δεις! 
- Τι λες Μιχάλη; Θα φτάσει το παιδί τριών χρονών να το ξεσπιτώσουμε και να χάσει τη βολή του; Κι αφού θα είμαι μαζί σου στο καράβι, θα γυρίσουμε και θα κάνουμε μετακόμιση σε σπίτι που δεν καλοείδαμε; Δεν το συζητώ καθόλου! Αυτά τα πράγματα θέλουν ησυχία και μήνες ψάξιμο, έτσι θα δώσουμε τα λεφτά μας; Αν σκοπεύεις να κάνεις κάτι, θα γίνει το γρηγορότερο, το μωρό θα μας φέρει γούρι! Θα βρούμε σπίτι όπως το θέλουμε, θα τρέξει και η μάνα μου, μετά δε θα προλαβαίνει με το γάμο του αδερφού μου. Και τα ψυχικά στις άλλες κομμένα, τέλος!

Μπήκε στη μέση και η Ερασμία, τον έφεραν από δω, τον έφεραν από κει, τον έπεισαν. Σε δυο μέρες γύριζαν ψάχνοντας το κατάλληλο. Οι πονηρές, προτίμησαν τα ημιτελή σε νεόχτιστες οικοδομές, να το κλείσουν στο όνομα της Βιβής, όταν ο Μιχάλης θα λείπει. Βρέθηκε ένα ρετιρέ στους Αμπελοκήπους, που θα ήταν έτοιμο σε επτά μήνες περίπου. Είδαν τα σχέδια, επέμεινε η Βιβή, το αποφάσισε κι ο Μιχάλης εν μέσω ζαλάδας και λιγούρας της "εγκυμονούσας" συζύγου του. 
- Του έκανα κάτι νούμερα! Χα χα χα! Έλα Μιχάλη μου και ζαλίζομαι, αχ το στομάχι μου, φέρε μου μια καρέκλα να καθίσω και μια πορτοκαλάδα! Καρέκλα στην οικοδομή που θα έβρισκε; Πορτοκαλάδα αν έτρεχε να φέρει, στο όρθιο θα την έπινα η μισολιπόθυμη; 

Η Στάσα ρουφούσε κάθε της λέξη και τη διέκοπτε στολίζοντάς την. << Μούτρο, μαφία, μπα που να μη σου πω παλαβή...>>





Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Η Βιβή... σέρνει καράβι



Ο γάμος τους έγινε σε στενό κύκλο, με λίγους συγγενείς του γαμπρού και της νύφης. Η Βικτωρία έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της σα μάνα που δε θέλει τη νύφη. Ανέβασε πίεση, την έπιασε η καρδιά της, έσβηνε, λιποθυμούσε, το στομάχι της, το κεφάλι της, ο κόμπος στο λαιμό που την έπνιγε κι όλα αυτά τα κλασικά νούμερα. Οι αδερφές του έστησαν μεγάλους καβγάδες, τον κατηγορούσαν ότι θα πεθάνει τη μάνα τους, ότι δεν έχουν μούτρα να κυκλοφορήσουν γιατί τους δείχνουν με το δάχτυλο και χασκογελάνε με το γάμο της ντροπής. Ο μεγαλύτερος φόβος τους, απεδείχθη  τελικά ότι ήταν πως ο αδερφός τους θα τις εγκατέλειπε και θα τον έκανε "αυτή" να ξεκόψει. Μίλησαν και στον παπά που τάχα πήγαν για εξομολόγηση, μήπως αυτός κατάφερνε να τον πείσει να μη την πάρει. Η Βιβή που του έπαιρνε λόγια και τα μάθαινε όλα, τον συμβούλεψε να κάνει μια δωρεά στην εκκλησία για να τον έχει με το μέρος τους. Όταν πήγε στη Χίο, ντύθηκε σεμνά και ταπεινά, έγραψε τα ονόματα που θα διάβαζε ο ιερέας "υπέρ υγείας" και του έδωσε ένα χιλιάρικο. Γούρλωσε τα μάτια ο παπάς όταν άνοιξε το χαρτί και είδε το χαρτονόμισμα, τότε χίλιες δραχμές ήταν πολλά λεφτά και είδε τη Βιβή με άλλο μάτι. Καμία σχέση δεν είχε με την ανήθικη που του περιέγραψαν. Θεοσεβούμενη, προσκύνησε όλες τις εικόνες, άναψε κεριά, έριξε λεφτά και για το φιλόπτωχο, του είπε ότι θα έκαναν ό,τι μπορούσαν αυτή κι ο Μιχάλης για να βοηθήσουν το ιερό του έργο.


Την προπαραμονή του γάμου, πήγαν με την Ερασμία ένα τενεκέ λάδι για τα καντήλια, καλοραμμένα σετ από ύφασμα λευκό αρίστης ποιότητας με δαντέλα για το προσκυνητάρι και την Αγία Τράπεζα, δέκα μεγάλα πακέτα καφέ, κουλουράκια, διάφορα βουτήματα κι ένα σπάνιας ομορφιάς μοναστηριακό θυμιατό με σκάλισμα. Με μαύρο ύφασμα η Ερασμία του είχε ράψει ράσο, μαζί και τέσσερις μάλλινες φανέλες και μαλακές δερμάτινες παντόφλες στο πακέτο, ήταν τα προσωπικά του δώρα. Ο ιερέας εντυπωσιάστηκε από τα πλούσια δώρα τους και δάκρυσε από συγκίνηση. Ποτέ δεν είχε ζητήσει χρήματα από τους ενορίτες, αν και οι ανάγκες της εκκλησίας ήταν αρκετές. Ο Μιχάλης και κάποιοι άλλοι θεοσεβούμενοι ναυτικοί, έδιναν κάτι που και που αλλά αυτό με τη νύφη και τη μητέρα της δεν είχε ξαναγίνει.
- Εκατό μετάνοιες έκανε ο παπάς και μας έδωσε ένα σωρό ευχές. Την Κυριακή μετά τη λειτουργία έβγαλε λόγο και μας ευχαρίστησε δημόσια, είχε πάει η θεία μου και μας τα είπε. Ήταν και οι κουνιάδες μου εκεί και πρασίνισαν από το κακό τους. Κυρίως όταν είπε ότι είχε μεγάλη τύχη ο Μιχάλης που βοήθησε ο Θεός να πέσει σε τόσο καλή οικογένεια. Μετά καλέστηκε όλο το εκκλησίασμα για καφέ και μπισκότα κι όλα αυτά που είχαμε πάει. Όλοι γύριζαν και τις κοιτούσαν τις στριμμένες, σκεφτείτε τι θα έγινε μετά στο σπίτι με τη μάνα τους. Ο γάμος έγινε στις οκτώ το βράδυ κι ο Μιχάλης ντύθηκε στου ξαδέρφου μου. 

Η πεθερά δεν πήγε, οι αδερφές και οι γαμπροί του έκοβαν βόλτες έξω από την εκκλησία και μπήκαν στο τέλος μόνο για να ευχηθούν. Δεν ήθελαν να ξεκόψουν για να τον μασάνε κανονικά όπως απεδείχθη αργότερα. Μυαλά κι αυτά! Ήταν υποχρεωμένος να σκίζεται για τα νοικοκυριά τους, που ο ίδιος είχε φτιάξει. Καταδικασμένος ο αδερφός να τραβιέται σ' όλη του τη ζωή. Η Ερασμία κατέφθασε δέκα μέρες πριν το γάμο με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Έμειναν στους εκεί συγγενείς τους που είχαν μεγάλα σπίτια με πολλά δωμάτια. Ετοίμασαν με γέλια και χαρές τη νύφη που σκεφτόταν πεθερά και κουνιάδες και πείσμωνε ακόμα πιο πολύ.
- Είναι αυτές άξιες να υποτιμήσουν εμένα και να λένε ότι δεν κάνω για το γιο τους; Τον παίρνω κι εγώ για να τους μπω στο μάτι! Αυτό έλεγα συνέχεια! 
- Βρε Βιβή, για ένα πείσμα τον πήρες κι εσύ; 
- Γιατί άλλο; Σιγά μην ήθελα καλά και σώνει να ξαναπαντρευτώ. Εγώ Στάσα μου, την οικογένειά μου την είχα κάνει. Αυτός ήταν ελεύθερος κι έπρεπε να το ζήσει. Η μάνα μου έπαιρνε της Βικτορίας το μέρος κάποιες φορές, ότι είχε ελεύθερο γιο κι έκανε άλλα όνειρα, να έκανα τουλάχιστον κι ένα παιδί δικό του και τέτοια. Θύμωνα μαζί της κι είχαμε αρπαχτεί κάμποσες φορές. Αν έκανα κι άλλο παιδί, που δε θα έκανα, είχα κάνει μια επέμβαση και γύρισα τη μήτρα μου, ποια θα ήταν η ζωή μου; Δυο παιδιά στη μια πεθερά κι ένα στην άλλη; Εκεί της το σφύριξα της μάνας μου και με μούντζωσε. Μετά το καλοσκέφτηκε και είπε καλύτερα έτσι, δεν είσαι εσύ για σπίτι και παιδιά, σε άλλους μπελάδες θα μπαίναμε. 
Ο γαμπρός μου μας πάντρεψε, της Βάσως ο άντρας και την επόμενη βδομάδα φύγαμε χωρίς να χαιρετίσει τη μάνα του. Με πήρε μαζί του στο καράβι και κάναμε πολλούς μήνες να ξαναγυρίσουμε Αθήνα, στο σπίτι μας. Μείναμε λίγο και ξαναφύγαμε, στη θάλασσα περνούσαμε τα χρόνια μας. Στη Χίο πήγαμε λίγες φορές για μια δυο μέρες, σε ξενοδοχείο μέναμε κι έσκαγε η γριά. Μετά που του έλεγε να τη φέρεις, δεν πήγαινα εγώ! Η τελευταία φορά που είδα το νησί ήταν όταν έκανα τον καβγά με τις αδερφές του, είπα ή εκεί ή εδώ. 
- Τι είχε γίνει με τις κουνιάδες σου τότε Βιβή; 
- Τις "κουνιές" μου όπως έλεγαν εκεί. Τον ρουφούσαν κανονικά Στάσα, όλο λεφτά ζητούσαν, πότε για το ένα και πότε για το άλλο. Ολόκληρες γυναίκες με οικογένεια, δεν επιβάρυναν τους άντρες τους σε τίποτα, όλα ο αδερφός! Ό,τι ήθελαν κι ό,τι δουλειές είχαν, στο Μιχάλη. Εκεί δεν τσιγκουνευόταν τίποτα, να βλέπουν οι άλλοι τα καλά που τους κάνει και πόσα ξοδεύει! Που ζούμε του έλεγα, τι είναι αυτά;


Ζόρικα τα πράγματα με τον καπετάνιο. Μετρούσε ακόμα και τη δραχμούλα που θα ξόδευε. Η Βιβή αρχικά δεν είχε καταλάβει τίποτα, της έκανε ακριβά δώρα, την πήγαινε σε καλά κοσμικά μαγαζιά, μετά το γάμο όμως είδε άλλον άνθρωπο. Το διάστημα που έμεναν σπίτι άρχιζε τα παράπονα.  Γιατί να πάρεις κι άλλο αφού έχεις, γιατί πάλι κρέας μαγείρεψες κι έχει από το χθεσινό φαγητό περισσέψει, μη μιλάς πολύ στο τηλέφωνο, θα έρθει ο λογαριασμός φουσκωμένος... Τον περισσότερο καιρό που ταξίδευαν τρωγόταν γιατί ψώνιζε όταν έβγαινε με τις άλλες κυρίες. Και γιατί να τρώνε έξω κι όχι στο καράβι που ήταν το φαγητό καλύτερο, τα λιμάνια είναι για να ξοδεύουν όλες τους τους κόπους των ανδρών τους σε μπιχλιμπίδια και περιττά πράγματα. Μετρούσε τα πάντα και μια φορά δε χάρηκε με την καρδιά του ένα γλέντι, γιατί θα ξόδευε λεφτά. Η Βιβή τον πρόσβαλε πολύ άσχημα όταν αρνήθηκε στους άλλους να βγουν ένα βράδυ για φαγητό και ποτό. Όσο έκαναν βόλτες και χάζευαν ήταν μια χαρά γιατί ήταν τσάμπα. Με το ζόρι κάθισαν για ένα καφέ και μετά δήλωσε ότι νυστάζει και θα πάνε για ύπνο. 
- Σκοτωμός έγινε, μας άκουσε όλο το καράβι. Οι άλλες έξω με τους άντρες τους κι αυτός να ροχαλίζει σαν το βόδι; Αυτό έκανε κάθε βράδυ μετά τη βόλτα. Κάπου είδα το λάθος μου που τον πήρα και κατάλαβα ότι δε θα μπορούσα να ζήσω έτσι. Λεφτά είχε σε λογαριασμούς φουσκωμένους κι έβγαζε πολλά, τόσο πια να μετράει και τον καφέ ακόμα, γιατί έξω κι όχι μέσα; Ανακάλυψα με τον καιρό ότι λείπανε πολλά και τον ρώτησα αλλά δε μου είπε. Σκέφτηκα, τσιγκούνης είναι, για εκείνον τι να ξοδέψει; Μου μπήκε η ιδέα ότι πρέπει να τα στέλνει στη Χίο κι άρχισα τα δικά μου. Έγινα κολλητή με τον ασυρματιστή και τη γυναίκα του, της έπλεξα κάτι μπλούζες, της έραψα διάφορα και τους έπαιρνα λόγια. Κάθε μήνα έστελνε στη μάνα και τις αδερφές του, τους είχε κόψει μισθό κανονικό. Η σκεπή της μεγάλης έσταζε στο σπίτι, στείλε να τη φτιάξω. Την αυλόπορτα ήθελε να φτιάξει η άλλη, στείλε ν' αλλάξω τα κάγκελα. Η μάνα του που είχε πολύ καλή σύνταξη, έπαιρνε κι αυτή το μηνιάτικό της. 

Λύσσαξε η Βιβή και με το δίκιο της. Δεν του είπε τίποτα για ό,τι έμαθε κι έβαλε μπρος σχέδιο μελετημένο. Ζαλάδες, ναυτία, καθυστέρηση, μάλλον ερχόταν ο διάδοχος. Θα έμενε σπίτι και θα ερχόταν κι η μάνα της να την προσέχει, όσο κι αν στοίχιζε αυτό. Γιατί το όνειρο του Μιχάλη ήταν να ταξιδεύουν μαζί όσο περισσότερο γίνεται, για να μη τρέχουν τα έξοδα στο σπίτι! Φαγητό, φως, νερό, τηλέφωνο... 
Ο Μιχάλης ξετρελάθηκε με το καλό νέο. Άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά για να μη τη συγχύσει στην "κατάστασή της". Ενημερωμένη η μάνα της έφτασε στην Αθήνα και το πρώτο που θα έκανε ήταν να πάνε στο γιατρό. Ο καπετάνιος περίμενε τηλεγράφημα και σε τρεις μήνες θα ερχόταν.


- Τι γιατρό βρε μαμά, το 'χαψες κι εσύ; Μπορώ να πιάσω παιδί;  Κάτσε να στα πω όλα!
Σοφή και σωστή βρήκε την ιδέα της η Ερασμία. Ο καλύτερος τρόπος να πάρεις από τον άντρα, είναι να του πεις  για το παιδί. Θα έπαιρνε όσα μπορούσε η Βιβή να εξασφαλιστεί μαζί του, αυτό ήταν το σωστό. Μετά θα έβρισκε μια αφορμή να χάσει το παιδί και να είναι κι από πάνω! 
Του είπε ότι ήταν δυο μηνών και όλα πήγαιναν καλά. Θα είχαν πρόβλημα επικοινωνίας γιατί κάποια προβλήματα είχαν οι συνδέσεις και θα μιλούσαν ξανά σε λίγες μέρες. Μάνα και κόρη πήγαν για πέντε μέρες στην Κέρκυρα, να δουν τα παιδιά. Η Βιβή τους υποσχέθηκε ότι σύντομα θα την ξανάβλεπαν. 
- Η αποβολή θα γινόταν στο ταξίδι, Μυρτώ! Τα είχα όλα σχεδιάσει! 

Ο καπετάνιος ήρθε με δώρα, λαχταρώντας. Η Ερασμία στις δόξες της μ' ένα τραπέζι φορτωμένο μεζέδες και τα κεμπάμπ καυτερά όπως του άρεσαν.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Τι θα κάμω η έρμη;


Πανικός στο σπίτι του Μιχάλη, όλη η οικογένεια ανάστατη βλαστημούσε και καταριόταν τη Βιβή. 
- Ο μοναχογιός μου, το καμάρι μου, να θέλει να πάρει τη ζωντοχήρα με τα δυο παιδιά; Πάρε με Θε μου να μη σώσω να δω αυτό το πράμα! Ο Μιχάλης μου, που τόνε ζητούσανε οι καλύτερες κοπέλες από της μάνας τους την αγκαλιά, όμορφες, νοικοκυρεμένες, πηγαίνανε κι ερχόντουσαν οι προξενιές με την αφρόκρεμα του νησιού και να τον ξελογιάσει αυτή η τσούλα; Που μαύρη ώρα και στιγμή που τήνε πήρε μαζί του από την Αραπιά, που να μη σώσει να τήνε βρει άλλη μέρα! Άντρα καλό παράτησε και δυο παιδιά και θέλει παντρειά με παλικάρι λεύτερο από οικογένεια καλή. Τι του έκαμε, πως τόνε τύλιξε; Κάτι τόνε πότισε, αλλιώς δε γίνεται, ξέρουν αυτές από τέτοια. Ζωντανό τόνε κλαίω το γιο μου! Τι κακό μας εύρε, τι θα κάμω η έρμη; 

Ραπόρτο της έδωσαν οι συγγενείς της για την κυρά Βικτωρία που τραβούσε τα μαλλιά της και μοιρολογούσε το γιο της. Η Βιβή μασουλώντας μια φρυγανιά με μια λεπτή φετούλα τυρί και την απαραίτητη κούπα με τον καφέ, διακωμωδούσε τη Χιώτισσα πρώην πεθερά της κι έκανε το σπίτι να τραντάζεται από τα γέλια. 
- Δεν είχε αφήσει η γριά σπίτι για σπίτι και μαγαζί για μαγαζί που να μη πάει να κλαφτεί. Χτύπησε της θείας μου την πόρτα και της ζητούσε να μεσολαβήσει για να τον χωρίσω. 
- Την κατάρα μου να 'χετε που μου παίρνετε το γιο μου, το στήριγμά μου, το πένθος μου δε σκεφτόσαστε. Αχ! Παύλο μου, αχ που έφυγες και με παράτησες μονάχη κι απροστάτευτη, τον χάνουμε το γιο μας Παύλο μου! 
Το πένθος της κυρά Βικτωρίας κρατούσε πάνω από είκοσι χρόνια. Μαύρα ρούχα, μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, δεν τα έβγαζαν από πάνω τους μέχρι να πεθάνουν κι αυτές, έτσι τιμούσαν οι χήρες το συχωρεμένο. Η θεία της Βιβής και με το δίκιο της, δεν είχε καμία ευθύνη για το δεσμό τους. Παντρεμένη ήξεραν ότι είναι και πολύ τους είχε κακοφανεί τότε που έπιασαν τη νεοφερμένη ανιψιά της στο στόμα τους. Οι περίπατοι με τον καπετάνιο δεν ήταν δυνατόν να μείνουν κρυφοί αλλά η Βιβή της είχε θολώσει τα μάτια ρίχνοντάς τα όλα στη δουλειά. Με τον καιρό μαθεύτηκαν όλα, μα και πάλι δε μπορούσε να κάτι κάτι. 

- Μου είπε ο Μιχάλης να πάμε στη Χίο μαζί. Θα έπρεπε να γνωριστούμε με την οικογένειά του και να μη νοιάζομαι για τίποτα, Αθήνα θα μέναμε εμείς. Αυτό δα έλειπε να εγκλωβιστώ πάλι σε νησί, λίγες μέρες το χρόνο θα πηγαίναμε για διακοπές. Μπήκα στο καράβι χωρίς να είμαι προετοιμασμένη για το τι γινόταν εκεί. Στης θείας μου τα έμαθα και πείσμωσα, δεν είχα ανάγκη το γάμο βασικά, δεν έτρεχε τίποτα και να μη παντρευόμασταν. Αλλά θα τον έπαιρνα έτσι για να σκάσουν που με κατηγορούσαν χωρίς να με ξέρουν. Φόρεσα μια άσπρη φούστα ως εδώ με τα πόδια όλα έξω, μπλούζα εξώπλατη και τακούνια. 
- Καλά κι εσύ βρε Βιβή, μισόγυμνη πήγες στο σόι του; Στις περιπτώσεις αυτές οι κοπέλες ντύνονται σοβαρά, μη τις κακοχαρακτηρίσουν. Στην Αθήνα κι όπου αλλού ήσουν ας φορούσες ό,τι ήθελες... 
-Στάσα δε συμφωνώ μαζί σου. Να ξέρεις ότι εγώ δεν τα κάνω αυτά, όπως μου αρέσει ντύνομαι και σ' όποιον αρέσω! Σκασίλα μου τι θα έλεγε το σόι του, ανάγκη δεν τους είχα, τι λες εκεί!
Η Στάσα φούντωνε και μόνο που την άκουγε... 

-   Έμφραγμα κόντεψε να πάθει ο καπετάνιος όταν με είδε έτσι! Χαχαχαχαχαααα! Βιβή μου τι είναι τούτα που φόρεσες για να σε δει η μάνα μου, οι αδερφάδες και οι γαμπροί μου; Ρεζίλι θα γίνουμε, καμία εδώ δε φοράει τέτοια ρούχα! 
- Ακριβώς! Επειδή δεν τα φοράει καμία, τα φοράω εγώ! Δεν έχεις μάθει τόσο καιρό ότι η Βιβή δεν είναι σαν τις άλλες γυναίκες; 
Συζητώντας στη μέση του δρόμου έτυχε να περάσει μια γειτόνισσά τους που την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Ο Μιχάλης τη χαιρέτισε κοκκινίζοντας κι αφού δεν την κατάφερε να φορέσει κάτι πιο σεμνό, κατέβηκαν προς την παραλία που ήταν το πατρικό του. Η μάνα και οι αδερφές του προκειμένου να μη τον ξαναδούν ποτέ αφού έτσι τους είχε δηλώσει, αναγκάστηκαν να δεχτούν να τη γνωρίσουν, ελπίζοντας να του αλλάξουν τα μυαλά μέχρι το γάμο. 


- Η γειτόνισσα τα είχε προλάβει η κουτσομπόλα στο σπίτι του και οι αδερφές του έκαναν αέρα στη μάνα του που φώναζε ότι πεθαίνει. Καμπαρετζού νύφη είπε ότι τους πάει ο γιος και θα του τα φάει όλα. Καταλαβαίνετε τι γινόταν εκεί πέρα, χαχαχαχαχα! 

Μπήκε η Βιβή με το κεφάλι ψηλά, το μισό στήθος, την πλάτη και τα μπούτια έξω και τους καλησπέρισε φιλικά. Παραπάτησαν όλες μόλις την είδαν κι έβγαλε με άνεση την κολόνια από την τσάντα της, δίνοντάς την στο Μιχάλη. 
- Βάλε κάτω από τη μύτη τους να συνέλθουν, η ζέστη σήμερα έχει πειράξει πολύ κόσμο. 
Κάθισε σταυρώνοντας τα πόδια με άνεση και άναψε τσιγάρο. Ο Μιχάλης ένιωθε το εγκεφαλικό να έρχεται, η πεθερά και οι κουνιάδες την κοιτούσαν με ανοιχτό στόμα. Οι μόνες κουβέντες που αντάλλαξε ήταν με τους γαμπρούς του που θαμπώθηκαν από την εμφάνιση, τη μόρφωση και την εξαιρετική δουλειά που είχε. Όταν ήρθε η συζήτηση στα ακίνητα και η Βιβή τους είπε ότι σκόπευε να αγοράσει σπίτι στην Αθήνα, κράτησαν την αναπνοή τους πιστεύοντας σίγουρα ότι θα το πλήρωνε ο Μιχάλης. 
- Εμείς σπίτια αγοράζομε για τις αδερφάδες μας, αυτά που μένομε είναι των γυναικών μας. 
- Και πολύ καλά κάνετε, συμφωνώ. Είναι σπουδαία υπόθεση να έχει η γυναίκα σπίτι δικό της. Κι εγώ το διαμέρισμα το έβαλα στο μάτι εδώ και πολύ καιρό, καλά λεφτά παίρνω και ο καλύτερος τρόπος είναι οι επενδύσεις. Την προίκα μου την κάνω μόνη μου, ξέρετε. Λογάριαζα να υπογράψω αυτές τις μέρες αλλά το ταξίδι μου εδώ με εμπόδισε, την άλλη εβδομάδα θα το έχω στα χέρια μου. 

Κανείς δε ρώτησε για τα παιδιά, το χωρισμό της, το γάμο με το Μιχάλη. Σοκαρισμένοι από τη γνωριμία περίμεναν να φύγει για να κάνουν οικογενειακό συμβούλιο. Αυτός ο γάμος δεν έπρεπε να γίνει κι αν ο Μιχάλης επέμενε να την πάρει, θα τον αποκλήρωνε η μάνα του...



Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Ανάποδο στεφάνι βλέπω...



Καθισμένη σε μια καρέκλα στην κουζίνα της η Ερασμία, έπλεκε με ζήλο ένα ζακετάκι για το εγγονάκι της. Δόξα τω Θεώ μεγάλωνε φυσιολογικά, η ηρεμία του σπιτιού της κόρης και του γαμπρού της την ανακούφιζε.
- Αχ το μωρό μου, πόσο αγώνα έκανε για να ζήσει! Μεγάλο τ' όνομά Του! Άντε να δω πότε θα αξιωθώ να πλέξω και για της Βάσως, ο καιρός περνάει και για παιδί τίποτα ακόμα... Αμ και τα άλλα μου στην Κέρκυρα, πόσο τα 'χω επιθυμήσει! Να δω πότε θα μου τα φέρει η τρελή η κόρη μου που μου έταξε, ας είναι καλά η Πόπη που τα αγκαλιάζει, στερημένα από τη μάνα τους είναι. Λύσσαξε να τον πάρει γιατί; Για να χωρίσει και να ξαναπαντρολογηθεί με τον καπετάνιο; Τι ήταν κι αυτό, να πάει για να δει τους θείους και να τσιμπήσει κι άλλο γαμπρό; Μπα που να μη σώσει η μουρλή, μέλι έχει; Ελεύθερος αυτός, με δυο παιδιά η δική μου, τι να πω, τυχερά είναι. Αχ βρε Ποπίτσα μου, τα εγγόνια μας θα σου κλείσουν τα μάτια, εκατό χρονών να φτάσεις, καλή σου ώρα. Χρυσή γυναίκα είσαι και τη συμμερίζεσαι την παλαβή την κόρη μου, η καινούρια πεθερά να δούμε τι θα πει...

Το διακριτικό χτύπημα στην πόρτα την έβγαλε από τις σκέψεις της. Η Αφρούλα, μια καλή γειτόνισσα, πήγε για το συνηθισμένο απογευματινό καφεδάκι τους. 
- Τι κουβάλησες βρε Αφρούλα μου; Έλα άστο εδώ πάνω στο ξύλο μη καείς! 
Ένα ταψί σιροπιαστό γλυκό με λεπτό μελωμένο φύλλο έκανε την κουζίνα να μοσχοβολήσει. Η Αφρούλα αγαπούσε πολύ την Ερασμία που πάντα στεκόταν στις δυσκολίες της. 'Οτι κι αν είχε η μια το έλεγε στην άλλη και μαζί προσπαθούσαν να βρουν λύση στο κάθε πρόβλημα. Τώρα η Ερασμία πήγαινε για δυο τρεις ώρες μόνο στην κόρη της αφού πέρασαν εφιαλτικές μέρες με τη λεχώνα και το νεογέννητο. 
- Αφρούλα μου πάω σε ώρες που λείπει ο γαμπρός μου. Καλό παιδί, μ' αγαπάει και με καλοδέχεται, το σωστό όμως είναι όταν σχολάει να βρίσκει σπίτι μόνο τη γυναίκα και το παιδί του. Αυτές τις αρχές έχω εγώ κι έτσι ορμήνεψα και τις κόρες μου, φιλενάδες, γειτόνισσες, ξαδέρφες, τις ώρες που θα λείπουν οι άντρες σας. Σωστό δεν είναι να έρχεται και να τις βρίσκει εκεί συχνά, δεν επιτρέπεται! Τη γυναίκα του να τον περιμένει μόνη, συγυρισμένη και νοικοκυρεμένη και να μαθαίνει στα παιδιά να του κάνουν χαρά όταν τον ακούνε. 
- Έτσι πρέπει Ερασμία μου, όταν η πεθερά είναι σωστή και διακριτική δεν έχει προβλήματα τέτοια το ζευγάρι. Να τους πας αύριο και γλυκάκι, σκόπιμα έψησα και δεύτερο ταψί, μέχρι το πρωί θα έχει πιει όλο το σιρόπι του. Να γυρίσω το κουπάκι να μου το πεις; 

Βάσανα είχε και η Αφρούλα με το γιο της. Τρία χρόνια παντρεμένος και είχαν πέσει μαύρα σύννεφα στο σπίτι τους. Γκρίνια και φαγωμάρα νύχτα μέρα δίχως σοβαρό λόγο. 
- Ανάποδο στεφάνι βλέπω... Είναι κι ένα πράγμα στρογγυλό κοντά, δαχτυλίδι είναι, βραχιόλι είναι, κόσμημα πάντως είναι. Κι αυτό στον πάτο...δικαστικός αγώνας, τι μπλεξίματα να 'χει βρε Αφρούλα άραγε; 
- Που να ξέρω τι κάνουνε, σάμπως πάω σπίτι τους; Η νύφη μου έκλεισε την πόρτα με το γάντι, τα ξέρεις. Η κόρη σου με φωνάζει να πιούμε κι ένα καφέ, η νύφη ποτέ. Ξέρεις δα πως είμαι σαν κι εσένα, διακριτική. Μου φώναζε ο γιος μου γιατί βρε μάνα δεν έρχεσαι καμιά μέρα σπίτι μας που έχεις να πατήσεις από τη γιορτή μου. Τι να του έλεγα, η γυναίκα σου δε με κάλεσε ποτέ; Θα καβγάδιζαν και θα ήμουν εγώ η αιτία και δεν το θέλω. Μια φορά από το πολύ μπούρου μπούρου του, λέω άντε Αφρούλα μπας και φτιάξουν τα πράγματα. Τους φύτεψα ωραία βιγόνια και πήρα κι ένα ωραιότατο κασπώ με πετρούλες γυαλιστερές να τη βάλω, έψησα γλυκό, τα φορτώθηκα και λαχάνιασα για να τα πάω. 
Ποιο το αποτέλεσμα καλή μου; Ξαπλωμένη στο κρεβάτι αυτή, δεν βγήκε ούτε να με χαιρετίσει, τον καφέ ο γιος μου τον έψησε! Εσύ για να ήσουν θα ξαναπήγαινες; 
- Αν την είχα νύφη εγώ θα τη στόλιζα όπως της πρέπει. Αν ερχόταν κι αυτή σπίτι μου θα με έβρισκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι να ρεμβάζω κι ας έψηνε τον καφέ μόνη της! Νομίζεις πως καταλαβαίνουν αλλιώς; Λυτούς και δεμένους έβαλε να πάρει το γιο σου και σήκωσε και μύτη; Κοίτα, θα σου πω κάτι που με τριβελίζει εδώ και καιρό, αυτοί πάνε για χωρισμό. Όταν είχε έρθει η Βιβή για το γάμο και είδε τη νύφη σου που χαιρετούσε τους νιόνυφους στην εκκλησία, δεν της άρεσε. Μου είπε μαμά, κρίμα το παλικάρι, θα τον φάει αυτή, κάτι δε μ' άρεσε στο ύφος και τις κινήσεις της. Και στο τραπέζι μετά που έκανα τις συστάσεις  τα ίδια μου είπε, δεν μιλάει, δεν γελάει, όλους τους κοιτάζει σαν μυρμήγκια, στρίγκλα είναι. Και κάθε φορά που μου γράφει, πάντα με ρωτάει για όλους βέβαια αλλά για το γιο σου περισσότερο. Αν είναι καλά, πως περνάει, αν εξακολουθεί αυτή να φεύγει για Κάιρο και να χάνεται βδομάδες... Κάτσε να δούμε και τα χαρτιά τι λένε!


Μια απ' τα ίδια και τα χαρτιά, χωρισμό έβλεπε η Ερασμία. Κάτι την έτρωγε, σίγουρα αυτή έχει βρει άλλον, όμως δεν το είπε της Αφρούλας. 

Το σκάνδαλο δεν άργησε να ξεσπάσει και πήρε μεγάλες διαστάσεις. Η νύφη της είχε εραστή! Αποκαλύφθηκε λίγες μέρες μετά τη μεγάλη φασαρία που έγινε στο σπίτι τους όταν ο άντρας της βρήκε στο συρτάρι ένα δαχτυλίδι μεγάλης αξίας. Δικαιολογήθηκε αυτή ότι της το δώρισε ο πατέρας της και είχε ξεχάσει να του το δείξει. Ήταν τόσο πειστική που ο άντρας της το έφαγε το παραμύθι, η Ερασμία όμως έβαλε φιτιλιές στην Αφρούλα. 
- Που τις βρήκε ο μπαμπάς της τόσες λίρες και της το πήρε, ε; Με το ζόρι ο καημένος της μάζεψε πέντε ρούχα και σας τη φόρτωσε, μουτρού, στριφνή, οκνή και τεμπέλα είναι η ψωριάρα, ποιος θα την έπαιρνε; Επειδή κορόιδεψε το χαζό το γιο σου και του είπε ότι δεν είναι τόσο ακριβό; Στριφογύριζε το βραχιόλι στα χέρια και κουνούσε το κεφάλι ειρωνικά. Μόνο οι πέτρες κοστίζουν τόσα λεφτά! Να δοξάζεις το Μεγαλοδύναμο που στο έφερε πάνω στην απελπισία του και το κρατάμε στα χέρια μας. Πολύ φοβάμαι ότι θα σας φορτώσει και κάνα παιδί αλλουνού η σκρόφα! Γκόμενος της το πήρε και για να της κάνει τόσο ακριβό δώρο θα πει πως της έχει και...μεγάλη υποχρέωση, Θεέ μου συχώρα με! 

Αφρούλα κι Ερασμία βρήκαν μια δικαιολογία και πήγαν κρυφά στο Κάιρο. Όλοι ήξεραν ότι πάνε σε μια μακρινή εκκλησία να εκπληρώσει η Ερασμία ένα τάμα που είχε κάνει για την υγεία της τότε αιμορραγούσας κόρης της και του πρόωρα γεννημένου παιδιού της.
Μεγάλη στενοχώρια έφερε ο ερχομός των δύο γυναικών.
Οι συμπέθεροι φυσικά είχαν κοντά ένα χρόνο να δουν την κόρη τους και δεν είχε κανείς ιδέα για το βραχιόλι. Γυρίζοντας, η Ερασμία έβαλε έμπιστούς της ανθρώπους να την παρακολουθήσουν και σε δυο βδομάδες ανακάλυψαν την παράνομη σχέση της με τον ανιψιό της της Αφρούλας και δεύτερο ξάδερφο του γιου της. Μπουκάρισαν και οι δυο στο σπίτι και την έκαναν μαύρη από το ξύλο, την πέταξαν έξω με τα μαλλιά στο χέρι  δυο ώρες πριν γυρίσει ο άντρας της και γίνει μεγάλο κακό. 

Σε δύο χρόνια η Ερασμία  καλοπάντρεψε το παλικάρι με την όμορφη και γλυκιά ξαδέρφη του γαμπρού της.

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Και καπετάνιο Χιώτη!


- Τελικά πως χωρίσατε με το Δημήτρη; 
- Λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Έπεσε μεγάλη γκρίνια μεταξύ μας, άσπρο εγώ, μαύρο εκείνος. Θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί για πολλά χρόνια, να γεράσουμε παρέα, αρκεί να καταλάβαινε κάποια πράγματα. Σύζυγος ήταν εξαιρετικός, στα μάτια με κοίταζε, δεν ανακατευόταν στις δουλειές μου, τι θα πάρω, γιατί να το πάρω, πόσο έχει, τι αυτό και τι εκείνο. Το έζησα κι αυτό και είναι πολύ άσχημο. Δε μπορώ να του καταλογίσω κάτι τέτοιο, τελικά ήταν μάλλον ζήλια αυτό που ένιωθε και δεν το είχε καταλάβει. Πολύτιμη στη δουλειά τους έλεγαν ότι είμαι, τα πεθερικά ήθελαν να πηγαίνω, αυτός όχι. Του έκανα κι εγώ πολλά νούμερα, μετά με παρακαλούσε αλλά δεν ήθελα, είχα πεισμώσει. 
Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε και η άλλη της αδερφή. Ενημέρωσε την πεθερά της ότι θα έφευγε για Αλεξάνδρεια και θα έμενε για είκοσι μέρες περίπου. 
Ο Δημήτρης έγινε έξαλλος που δεν του πρότεινε να πάνε μαζί κι άρχισαν άλλες φασαρίες. Η Βιβή τα άφησε όλα πίσω, άδειασε το μυαλό της από τα προβλήματα κι έφτασε στο πατρικό της γελαστή και χαρούμενη. Μια δυο μέρες μετά το μυστήριο μίλησε στην Ερασμία για το χωρισμό της κι η μάνα της έπεσε από τα σύννεφα. Φώναξε, έβρισε, εκβίασε, η Βιβή όμως ανένδοτη. 
- Καλός και χρυσός ο Δημήτρης μαμά, αλλά στο κλουβί εμένα δε θα με βάλει! Τσάμπα σπούδασα και πληρώνατε τόσα χρόνια για να μορφωθώ; Τι ζήτησα και δεν συμφωνεί; Τα παιδιά μια χαρά τα κρατάει η Ποπίτσα, γιατί να μη βγαίνω απ' το σπίτι και να εργάζομαι; Όταν λέει δε θέλει να έχω αφεντικό τι σημαίνει; Υπηρέτρια θα πήγαινα να με μειώνει ο καθένας; Στη δική τους δουλειά δε θέλει, σε άλλη δε θέλει, δε θα με τρελάνει αυτός, εγώ θα τον τρελάνω! 
- Τι είναι αυτά που λες βρε κορίτσι μου; Έτσι χωρίζουν τα ανδρόγυνα, χωρίς σοβαρά προβλήματα; Βασίλισσα σ' έχει στη σπιταρόνα, όλα τα καλά του Θεού στα πόδια σου φέρνει, πεθερά μάλαμα έχεις, τι άλλο θες δηλαδή; Με το άγριο σε πιάνω, με το καλό σε πιάνω, πουθενά δε σε βρίσκω! Ξέρεις βρε μουρλέγκω πόσες θα ζήλευαν την τύχη σου; 
- Οι όμοιές σου! Άντρα ωραίο με λεφτά και τέσσερα πέντε παιδιά να βολοδέρνουν νύχτα μέρα και να μη προλαβαίνουν να πάρουν αναπνοή. Σε είδα και σένα, μια ζωή παιδιά μεγάλωνες και τι κατάλαβες; 
- Μη με κάνεις να σε βλαστημήσω! Ίδιες είμαστε; Δυο γυναίκες έχεις, μια η πεθερά σου και μια που σου κάνει το σπίτι, πρόσεχε μη κακοπάθεις! Και γιατί δεν του είπες να έρθετε μαζί στο γάμο, θα του μιλούσα κι εγώ με τρόπο και μπορεί να του άλλαζα τα μυαλά. 
- Για να μη πάρει αέρα! 
- Άντε να χαθείς από μπροστά μου, μη σε βλέπω! 

Χάθηκε η Βιβή, άλλο που δεν ήθελε! Στο γάμο είχε έρθει κι ένας ανιψιός της μάνας της, που έτυχε το καράβι να πιάσει Αλεξάνδρεια. Γνωρίστηκαν τα ξαδέρφια κι αποφάσισε να πάει στη Χίο να δει τους συγγενείς τους. Τα κανόνισαν με τον καπετάνιο και κούνησε η Βιβή το μαντίλι στην Ερασμία φορτωμένη δώρα για το σόι. 
- Μη πεις τίποτα για χωρίσματα κι αηδίες εκεί, τα μάτια θα σου βγάλω καημένη μου! Όλοι ξέρουν ότι ο άντρας σου δε μπόρεσε να έρθει λόγω δουλειάς και με την ευκαιρία του ξαδέρφου πας να γνωρίσεις τους συγγενείς. Τις μπομπονιέρες μη ξεχάσεις να τους δώσεις, στα δώρα πάνω έχω γράψει τα ονόματα!


Όμορφος άντρας ο καπετάνιος! Αρκετά μεγαλύτερος από το Δημήτρη αλλά πολύ γοητευτικός! Μιχάλη τον έλεγαν και η Βιβή πέρασε όλο το ταξίδι σχεδόν κοντά του συζητώντας.
 Οι γυναίκες στο νησί ασχολούνταν με το σπίτι και μετρούσαν τα λεφτά τους όλη μέρα. Νοικοκυρές και οικονόμες, επένδυαν σε σπίτια και κτήματα και περίμεναν τους άντρες τους να γυρίσουν απ' τα ταξίδια, ναυτικοί ήταν οι περισσότεροι. Ο Μιχάλης ετοιμαζόταν να παντρέψει τη μεγάλη του αδερφή, μετά τη μικρότερη και στο τέλος θα έπαιρνε εκείνος σειρά. Το έθιμο αυτό ήταν νόμος απαράβατος, τα κορίτσια προικίζονταν από τον αδερφό και σε καμία περίπτωση δεν παντρευόταν το αγόρι έχοντας πίσω αδερφές ανύπαντρες. Ούτε μπορούσε να παντρευτεί η μικρότερη πριν τη μεγαλύτερη. Της μιλούσε με ενθουσιασμό για τις ομορφιές του νησιού, τη μαστίχα, τα γλυκά. 
- Δεν υπάρχει καρπός που να μη γίνεται γλυκό κουταλιού. Ακόμα και οι ελιές και τα καρότα γίνονται, θα δοκιμάσεις απ' όλα και θα μου πεις ποιο σου άρεσε περισσότερο. 
- Να σου πω, πότε όμως; Αν τύχει και ξαναβρεθούμε σε ταξίδι; 
- Όχι βέβαια, θα μου πεις όταν συναντηθούμε για περίπατο και ξενάγηση. 

Μια βδομάδα έμεινε η Βιβή στη Χίο και τις πέντε μέρες πέρασε τα απογεύματα με το Μιχάλη. Όταν έφυγε την περίμενε στο πλοίο για να τη χαιρετίσει και να ανανεώσουν το ραντεβού τους στην Αθήνα. Είχαν ανταλλάξει διευθύνσεις, δεν υπήρχε περίπτωση να χαθούν. Ταξίδεψε με όλο σχεδόν το πλήρωμα στα πόδια της, έτρεχαν να ικανοποιήσουν κάθε της επιθυμία αφού ήταν εντολή του καπετάν Μιχάλη. Λίγες μέρες στην Κέρκυρα να δει τα παιδιά κι επιστροφή στους θείους και τη νέα δουλειά που ήταν στον Πειραιά, σε ναυτιλιακή εταιρία.Είχε μιλήσει ο Μιχάλης κι έχοντας εκείνη παραπάνω προσόντα από τους συνηθισμένους υπαλλήλους, εδραιώθηκε σε θέση ζηλευτή που της εξασφάλιζε πολλά λεφτά και ταξίδια. Συναντούσε τον καπετάνιο συχνά, της φερόταν υπέροχα, με τον καιρό τον ερωτεύθηκε κι αργούσε πια να πάει στην Κέρκυρα. Έβλεπε τα παιδιά τρεις φορές το χρόνο κι αποφάσισε να τα πάρει μαζί της για κάποιο διάστημα στο διαμέρισμα που είχε νοικιάσει. Ομηρικοί καβγάδες έγιναν με το Δημήτρη αλλά τον απείλησε ότι θα φύγουν εκτός Ελλάδας και δεν πρόκειται να τα ξαναδεί. Πέρασε το δικό της, επειδή ήξερε το πείσμα και τον εγωισμό της φοβήθηκε ότι θα πραγματοποιούσε την απειλή. Η Πόπη έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο, του τόνισε ότι πρέπει να βλέπουν τη μαμά τους για να μη νιώθουν σαν ορφανά κι αφού λόγω της δουλειάς της δε μπορούσε να πηγαίνει εκείνη ας τα είχε κοντά της. Είδε κι απόειδε ο Δημήτρης, δέχτηκε με μισή καρδιά. Θα φρόντιζε να στέλνει τη μάνα του για να τα ελέγχει, θα πήγαινε κι αυτός όποτε μπορούσε. 

- Είχα γυναίκα για τα παιδιά και τα φρόντιζε. Έφευγα νωρίς το πρωί και γύριζα αργά το απόγευμα, όμως αυτά ζητούσαν τη γιαγιά που την είχαν συνηθίσει. Ήρθε η Ποπίτσα σε λίγο καιρό και ισορρόπησαν κάπως τα πράγματα. Η μάνα μου είχε προβλήματα με την αδερφή μου που ήταν έγκυος κι αιμορραγούσε, δε μπορούσε να φύγει. Μετά που γέννησε πρόωρα πάλι προβλήματα, με το ζόρι έζησε το παιδί, στους επτά μήνες δεν είχε μπει ακόμα. 

Μέλι γάλα με την πεθερά της όπως πάντα. Τα παιδιά δεν την άφηναν να φύγει κι έκλαιγαν όταν είπε ότι έπρεπε να πάει στην Κέρκυρα να δει την οικογένεια. Η άλλη της η νύφη, είχε μωρό, αλλά έμενε κοντά με τη μάνα της και η Πόπη δεν ήταν απαραίτητη.
- Είχε όμως τον πεθερό μου και το Δημήτρη, πόσο να έμενε στην Αθήνα; Τα έστειλα με τη γιαγιά να τα δει κι ο μπαμπάς τους και την κοπέλα μαζί που θα επέστρεφαν. Αυτό τράβηξε δυο τρία χρόνια, μετά που θα πήγαιναν κανονικό σχολείο έπρεπε να είναι κάπου μόνιμα. Χειμώνα στην Κέρκυρα, Χριστούγεννα και Πάσχα πήγαινα εγώ και το καλοκαίρι μαζί μου. Έπαιρνα την άδειά μου και πηγαίναμε διακοπές, όλα τα νησιά με τα παιδιά γυρίσαμε. 

Ο Μιχάλης μετά από τρία χρόνια, είχε παντρέψει και τις δυο του αδερφές. Σπίτια τους έφτιαξε, προικιά, είχε έρθει τώρα και η σειρά του. 
- Στο πλάι του, ήθελε μια γυναίκα που να αγαπάει τη θάλασσα και τα ταξίδια χωρίς να γκρινιάζει για το πότε θα γυρίσουν πίσω. Αυτή τη γυναίκα τη βρήκε σε μένα και με ζήτησε σε γάμο. Ήταν θέμα χρόνου πλέον, να πάρω το διαζύγιο από το Δημήτρη και να σκεφτώ αν θέλω να ξαναπαντρευτώ...




Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Ο πελτές κι η Κατινίτσα


- Καλέ μαμά, ήταν όντως έτσι όμορφος και καλός αυτός ο Δημήτρης; Μου είχες πει ότι τον είχες γνωρίσει. 
Η Μυρτώ ρωτούσε προσπαθώντας να καταλάβει πως και γιατί χώρισαν. 

- Βέβαια τον είχα γνωρίσει! Κι εδώ τον είχε φέρει κι έξω είχαμε βγει. Ένας λεβέντης μέχρι εκεί πάνω, ομορφάντρας! Εσύ, αγέννητη βέβαια, τόσα χρόνια πάνε, τον έφερε εδώ στο σπίτι  και είχα φτιάξει θυμάμαι σουτζουκάκια με πιλάφι κι άλλα διάφορα. Που να μη σώσει η τρελή, τη μπουκιά από το στόμα του έπαιρνε, έφαγες, φτάνει, όχι άλλο! Και με κοίταζε με μισό μάτι που του έβαζα στο πιάτο του ανθρώπου. Όσο έτρωγε εκείνος, τόσο λύσσαγε η Βιβή! Και να πεις ότι κατέβαζε τον άμπακο, όχι, κανονικά έτρωγε ο χριστιανός. Βγήκαμε και τρεις τέσσερις φορές, άφηνα τον αδερφό σου στη γιαγιά και θυμάμαι την πρώτη φορά, πήγαμε οι τέσσερις στην Πλάκα. Βρε, όλες τον κοίταζαν το Δημήτρη! Είχε καλούς τρόπους, ήταν πολύ ευγενικός, δεν περνούσε απαρατήρητος. Ήρθαν ξανά μετά από χρόνια, με τα παιδιά μαζί. Εσύ όταν γεννήθηκες χώριζε και με τον καπετάνιο, αλλά επειδή τηλεφωνιόντουσαν με το Δημήτρη και πάντα τη ρωτούσε για μένα, του είπε ότι έκανε η Στάσα και μια κόρη. Ήρθε σε λίγο καιρό ένα δέμα, μόλις είδαμε το όνομα λέω κάτι θα στέλνει στη Βιβή και ποιος ξέρει που βρίσκεται! Κι όμως ήταν δωράκια για σένα! Της έγραψα για το δέμα και μου απάντησε ότι δεν είχε ιδέα, δεν περίμενε τίποτα και δε σκόπευε να περάσει από Ελλάδα και να το ανοίξω. Είχε φορμάκι, κουβερτούλα, ζιπουνάκια, σκουφάκι με κασκόλ και γαντάκια κι ένα ζακετάκι! Διαβάζουμε με τον πατέρα σου το γράμμα μέσα κι έγραφε ευχές για τη μπέμπα σας κι ένα μικρό δωράκι με αγάπη. Παλαβώσαμε, από που κι ως που να το κάνει αυτό; Κύριος σου λέω!  Κι ο πατέρας σου όταν του είπα ότι χώρισαν, της έστειλε μια μούντζα! Τέτοιο παιδί να χωρίσει! Τι να πω βρε παιδάκι μου, την είδα και με τους άλλους... Πάντα της άρεσε να κάνει τη ζωή της, τα παιδιά στη γιαγιά! Μα ποια πεθερά θα τα ανεχόταν όλα αυτά; Στη μούρη θα της τα 'τριβε και θα της έλεγε στρώσου και μεγάλωσέ τα! 
- Ήταν τυχερή, είδες; 
- Πως δεν είδα! Μέχρι και τον καπετάνιο κουβάλησε στην Κέρκυρα ο σατανάς ο μεταμορφωμένος! Πλάκες έχει να την ακούς πως τα λέει όμως! Αλλά και που να έβλεπες τη μάνα της! Ξύπνια, μούτρο, είχε τις απαντήσεις έτοιμες για όλα, της έμοιασε η Βιβή. Έλεγε καφέ, χαρτιά, κάτι με αριθμούς έκανε, προξένευε, πάντρευε, πως τα μπουρδούκλωνε η άτιμη! 
Κι όλο έταζε, για να κάνει τη δουλειά της, Παντρεμένη να ήσουν και να σε έβαζε κάποιος στο μάτι που είχε η Ερασμία συμφέρον για να την εξυπηρετήσει, ελεύθερη θα του έλεγε είναι ή στη χωρίζω στο πι και φι και στη δίνω. Κι εμένα είχε τάξει σ΄ένα γιατρό και τους είχε όλους από πάνω της στο νοσοκομείο. 
- Δεν είμαστε καλά βρε μαμά! 
- Χαχαχαχα! Θα τη βάλουμε να μας τα πει να γελάσουμε! Κάτσε να βάλω τα φασολάκια να γίνονται, ζεστό νερό έχει, θα σηκωθεί όπου να 'ναι. 

Ξύπνησε η Βιβή και η Μυρτώ αδημονούσε ν' ακούσει τα καμώματα της Ερασμίας. Από τη μια κουβέντα πήγαιναν στην άλλη πολλές φορές και δεν ήθελε να χάσει επεισόδια. 
Το ροζ κουφετί νεγκλιζέ με τις σατέν κορδελίτσες, έδωσε τη θέση του στο θεόστενο κορσέ και το καλσόν κι ένα αέρινο κίτρινο φόρεμα με φαρδιές τιράντες. Απλώθηκε στον καναπέ με τη μεγάλη της κούπα, αφού έκανε πρώτα επιθεώρηση στην κουζίνα, σηκώνοντας καπάκια, να βεβαιωθεί ότι δεν παραμόνευε κάποιο κομμάτι κρέας βουτηγμένο στη σάλτσα που θα τις έκανε πάλι να λογομαχήσουν. Είπαν τα αστεία τους και σε λίγο ήρθε η κουβέντα στην Ερασμία. 
- Για ποιο πράγμα είπες στο παιδί Στάσα με τη μάνα μου; Για τότε με τον πελτέ; 
- Ποιο πελτέ καλέ θεία; Πες μου κι εμένα, τίποτα δεν ξέρω.
- Α! Για την Κατινίτσα, που δεν είχε πάει με άλλον άντρα πριν το γάμο! 
- Και τι σχέση είχε με την Κατινίτσα και τη μαμά σου ο πελτές; 
- Είχε, πως δεν είχε! Αν δεν ήταν ο πελτές, η Κατινίτσα θα έμενε ανύμφευτη μια ζωή! 
- Ακούω! 
- Αυτή, είχε μπλέξει με κάποιον και τραβιόταν κάνα χρόνο. Οι γονείς της δεν τον ήθελαν και με το δίκιο τους και τον έβλεπε κρυφά. Ήταν άστατος σαν χαρακτήρας, γυναικάς, δεν είχε καλό όνομα γενικά. Η Κατινίτσα δυστυχώς έμεινε έγκυος κι όταν του το είπε αυτός δεν της ξαναμίλησε και χάθηκε. Όταν ήρθε στη μάνα μου, τη σκυλόβρισε και της έριξε ένα χαστούκι που πονούσε μια βδομάδα. 
- Βρε τρελή, βρε ξεμυαλισμένη, που το είχες το μυαλό σου, ε; Σε πήρε στο κρεβάτι, σε γκάστρωσε και σε παράτησε! Τόσο δα μυαλό να είχες και να πρόσεχες, τσάμπα φοβάμαι για τις δικές μου κι όλα τα κορίτσια; Αν ο άντρας σε πάρει και σε γλεντήσει, σύντομα θα σε βαρεθεί και θα σε στείλει από κει που ήρθες! Κι εσύ που τον ήξερες τι είναι πήγες μαζί του; Ανάθεμά σε, τι θα σε κάνω τώρα; Πως θα παντρευτείς, τι θα γίνει με το παιδί;


Άφαντος ο υπεύθυνος! Όσο κι αν προσπάθησαν δεν έβγαλαν άκρη. Η Ερασμία τότε σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος να κουκουλωθεί η Κατινίτσα, ήταν να πάρει άλλον αλλά έπρεπε να ξεφορτωθεί το παιδί. Υπάρχει ένα βότανο, το πολυτρίχι, που δημιουργεί συσπάσεις στη μήτρα και όταν είναι αρχή εγκυμοσύνης φέρνει την πολυπόθητη αιμορραγία. Ήπιε μπόλικο η Κατινίτσα, της έριξε και κάποια άλλα ματζούνια και σπόρους μέσα, σήκωσε και γύρισε δυο στρώματα από την ανάποδη κι ευτυχώς γλύτωσε. 

Πέρασε καιρός κι αφού συνήλθε κι άρχισε να ξεθωριάζει ο έρωτάς της, έβαλε πλώρη να την παντρέψει. Καλής οικογενείας ήταν, καλή κοπέλα κι αυτή, σίγουρα όμως θα αντιμετώπιζε προβλήματα στη ζωή της. Η αρχή είχε γίνει κι άντε να σταματήσεις τις συμφορές που θα έφερνε στο σπίτι της. 
- Της τον βρήκε η μάνα μου το γαμπρό. Καλό παιδί, καλή δουλειά, λιγάκι αφελής. Το τελευταίο ήταν ό,τι χρειαζόταν για να την κουκουλώσει. Είχε ένα σπουδαίο προσόν ο γαμπρός, με δυο τρία ποτηράκια τον έπιανε το πιοτί. 
- Σκέψου Βιβή, αν στο τραπέζι του γάμου πιει λίγο παραπάνω τι έχει να γίνει. Ό,τι θέλουμε θα τον κάνουμε! 

Έπεισαν την Κατινίτσα μάνα και κόρη να τον πάρει. Με το πες πες το αποφάσισε και ντύθηκε νύφη με τραγούδια και χαρές. Την ώρα που γλεντούσαν κι εύχονταν όλοι, Ερασμία και Βιβή πήγαν στο σπίτι κι άφησαν κάτω από το στρώμα μια σύριγγα χωρίς βελόνα, με λίγη αραιωμένη ντομάτα πελτέ σε χλιαρό νερό. Γύρισαν σα να μη συμβαίνει τίποτα και σήκωσαν τα ποτήρια. Ο γαμπρός είχε γίνει λιώμα κι η Ερασμία επανέλαβε στην Κατινίτσα για πολλοστή φορά πως θα τη χρησιμοποιήσει. 
- Μετά θα τη ρίξεις κάτω από το κρεβάτι με τρόπο, μη κάνεις θόρυβο. Μη ξεχαστείς και την ξαναβάλεις στο σωμιέ, θα σε σκοτώσω καημένη μου! Πρόσεξε τις κινήσεις σου, γρήγορες και με τρόπο μη σε πάρει χαμπάρι, θα σε κλάψει η μάνα σου!

Όλα πήγαν καλά, όπως τα είχε προβλέψει. 
- Χαμπάρι δεν πήρε ο χαζός ο γαμπρός, του έκανε και α και ου και κάτι κόλπα για να γίνει η δουλειά, ό,τι την είχε συμβουλέψει η μάνα μου και τον τύλιξαν για τα καλά. Παντρεύτηκε κοπέλα αγνή που δεν την είχε αγγίξει άλλος κανείς. 

- Ένα καλό κάναμε, αν δεν την κουκουλώναμε, με τα μυαλά που έχει μπορεί και να έπαιρνε τον κακό δρόμο. Καλά θα περάσουν μαζί, δόξα σοι ο Θεός, πάει κι αυτό...



Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Το...τραπεζάκι!


Κοιμήθηκε η Βιβή με τρία μαξιλάρια όπως συνήθιζε. Ένα που ακουμπούσε το κεφάλι της, ένα για τα πόδια, ένα αγκαλιά. 
Σηκώθηκε αργά χαμογελαστή και ξεκούραστη, έτρεξε στο μπάνιο και σε λίγο με το νεσεσέρ στο χέρι έβαλε τις κρέμες κι έκανε το πρωινό της μακιγιάζ. Μια τεράστια κούπα από τον αγαπημένο της ελληνικό καφέ την περίμενε και δυο μπολ κουλουράκια. Ένα χωρίς ζάχαρη θα έτρωγε με το ζόρι κι αργότερα ένα τοστ. Το μεσημέρι θα άρχιζε πάλι η γκρίνια της Στάσας και του Ηλία, φάε και φάε κι εκείνη θα τα έσπρωχνε από μπροστά της. 

- Απορώ με όλους εδώ στην Ελλάδα, έχετε το νου σας συνέχεια στο φαΐ. Ξέρεις εσύ Στάσα ότι εδώ είναι οι πιο χοντροί άνθρωποι; Από μωρά ταΐζετε πολύ τα παιδιά σας και στην εφηβεία είναι σαν τα βουβαλάκια. Βούτυρα και μέλια κι ένα σωρό γλυκά και μπισκότα. Τραπέζι για την οικογένειά σας στρώνετε με παχυντικά φαγητά και τρώτε πολύ ψωμί. Μετά λες ότι πάχυνες τρία κιλά, σου έχω πει χίλιες φορές μόνο την κόρα θα τρως, όχι το μέσα! 
- Εσύ τα παιδιά σου νηστικά τα άφηνες; Τραπέζι όταν στρώνεις, τι τρως, τι τρώγατε με τον άντρα σου; Κι αν έρθει κάποιος επισκέπτης σπίτι σου τι τον ταΐζεις; 
- Νηστικά τα παιδιά μου δεν τα άφηνα, έτρωγαν όσο πρέπει κι αυτά που πρέπει. Η Ποπίτσα τους έδινε κρυφά από μένα αλλά επειδή μου τα κρατούσε και τα μεγάλωνε, έκανα το κορόιδο! Τα παιδιά χρειάζονται γάλα, πολλά φρούτα και ένα δύο μπισκότα τη μέρα. Τσοκολάτα θα φάνε κάθε δέκα μέρες μία και το καλοκαίρι όταν πάνε λούνα παρκ τους δίνεις ένα παγωτό. 
- Ναι, καλά... 
- Τι ναι, καλά; Τα τραπέζια μας δεν έχουν όλα αυτά πάνω με τις χιλιάδες θερμίδες, κρέας ψητό με σαλάτα είναι μια χαρά. Ρύζι, πατάτες, καρότα στον ατμό, χωρίς βούτυρο, κάνα ελαφρύ γλυκό, τι άλλο θες; 
- Μενού νοσοκομείου δηλαδή, νερόβραστα και άνοστα! 
- Καθόλου άνοστα δεν είναι! Φαγητά ωραία υπάρχουν και με κρέμα γάλακτος και με πολλά τέτοια, αλλά τα τρώμε σπάνια. Δες πόσο λάδι έχει η σαλάτα αυτή! Δεν το πετάς, βουτάς ψωμιά και γεμίζεις άδικα τόσο λίπος το σώμα σου! Εγώ φτιάχνω τη σαλάτα με ελάχιστο λαδάκι, ίσα ίσα ένα κουταλάκι που δε μένει κάτω στο πιάτο και δε φαίνεται.  Είναι όπως μάθεις, μη με νευριάζεις και με σκας! Όταν έρθει κάποιος και μείνει για φαγητό, βγάζω ποικιλία τυριών, διαφορετικές σαλάτες, ψήνω ένα κοτόπουλο. 
- Στην κυρά Ανθούλα και τη Σουλτάνα πρέπει να σε πάω, από την Πόλη είναι. Εκεί να δεις τι γίνεται, η χαρά της χοληστερίνης! 
- Πολίτισσες; Α, καλά, αυτές κι αν είναι! Αμ κι οι Σμυρνιές το ίδιο, η ζωή τους είναι πάνω από το φαγητό και λένε ότι ακόμα κι ο έρωτας περνάει από το στομάχι. Ποιο στομάχι, από το κρεβάτι περνάει! Πλάκα μεγάλη έχουν όταν μαλώνουν μεταξύ τους. Μια φορά έριχνα λάδι στη φωτιά μόνο και μόνο για ν' ακούω τη γλώσσα τους και πολύ το διασκέδασα! Έχω ζήσει και μ' αυτές, ωραίες γυναίκες κι έξυπνες είναι, καθαρές, προσέχουν τον εαυτό τους. Τραπέζι κανονικό στρώνω που λες, αυτά τρώμε εμείς συνήθως, καμία δεν κουράζεται πολύ στην κουζίνα. Για τις φίλες μου πάντως, έχω πάντα έτοιμο το "τραπεζάκι"  
- Για να βγάζεις μεζεδάκια σε μικρά πιατάκια; 
- Είδες που σου λέω ότι το μυαλό είναι όλο στο φαγητό; Το τραπεζάκι δεν έχει πιάτα πάνω Στασούλα, ένα ποτήρι έχει! 
- Και πίνετε όλες από κει; Τι είναι, Αγία Κοινωνία; 
- Χαχαχαχα!!! Ή για φαΐ ή για πιοτί; Πολύ μεγάλη πλάκα έχεις βρε Στάσα κι η κόρη σου όμως με κοιτάζει παράξενα. Δεν έχετε ακούσει ποτέ, δεν το ξέρετε το τραπεζάκι; 
- Όχι, τι τραπεζάκι που έχει ένα μόνο ποτήρι; Πολύ παράξενα τα λες θεία...




Η Βιβή γέλασε κι άναψε τσιγάρο. Φύσηξε τον καπνό περιπαιχτικά στο πρόσωπο της Στάσας και κάθισε σταυρώνοντας τα πόδια. 
- Τραπεζάκι που καλούμε τα πνεύματα λέω, που ζήτε μάνα και κόρη; 
Κεραμίδα έπεσε στα κεφάλια τους! Η Στάσα αφού βρήκε τη φωνή της έκανε τρεις τέσσερις σταυρούς και φώναζε έκπληκτη Χριστός και Παναγία! Ο Ηλίας χαμογέλασε που θα έβρισκε ενδιαφέρουσα συζήτηση να κάνει, μια που διάβαζε τα παράξενα κι έβλεπε μανιωδώς όλες τις ταινίες θρίλερ. Η Μυρτώ μετά την πρώτη έκπληξη έβαλε τα γέλια όταν με ταχύτητα αστραπής η μάνα της έπιασε το λιβανιστήρι να θυμιατίσει. Η Βιβή ξεκαρδίστηκε κι άρχισε τις λεπτομέρειες αφού έβαλε τις φωνές στη Στάσα για το λιβάνι πάνω από το κεφάλι της που την έκανε να νιώθει σαν πτώμα. Ο Ηλίας φώναζε να βγάλει έξω το θυμιατό και ρωτούσε διάφορα.
- Δεν σκέφτηκα να φέρω κάνα πνευματάκι μαζί μου βρε Στάσα να μας κάνει παρέα, ξέρεις τι συμπαθητικά που είναι; 
- Τρελή! Παλαβή! Να πάρεις τα πνεύματα και να πας αλλού, εδώ μπαίνει παπάς, κάνω ευχέλαιο, αγιασμό, το Χριστό μας και την Παναγία μας κοιτάζουμε! Τι σ' έπιασε και παίζεις με το Σατανά; Άλλο τίποτα να κάνετε δεν έχετε; Άκου πνεύματα, ο εξαποδώ είναι, μιλάνε οι πεθαμένοι μωρ' συ; 
- Πως δε μιλάνε! Κι έχουν και πολύ γούστο όταν τα μπερδεύω μ' αυτά που τους ρωτάω! Παίρνουμε ένα χαρτόνι στρογγυλό και γράφουμε όλα τα γράμματα γύρω γύρω. Στη μέση βάζουμε ένα ποτήρι ανάποδα και συγκεντρωνόμαστε γύρω χωρίς φώτα, κεριά ανάβω. Λέμε ποιον να καλέσουμε, το αποφασίζουμε, καμιά φορά όμως έρχεται άλλο και μας μιλάει, άγνωστο. Εκεί να δεις! Κάνει αστεία και μας πειράζει και...
- Πάει, σου 'στριψε! Τι είναι αυτά που λες βρε Βιβή; Χάνει το δρόμο κι έρχεται άλλο; Τι είναι το πνεύμα; Και τι σας λέει που σας μιλάει; Θα με τρελάνεις σήμερα με τις παλαβομάρες σου, σας κάνει και αστεία! Κύριε ελέησον! Φοβάμαι που τα ακούω αυτά τα πράγματα! 
- Τα πνευματάκια να φοβηθείς; Δεν σου κάνουν κακό, άμα θυμώσει όμως κανένα μπορεί να μη φεύγει! 
- Τι ακούω Παναγία μου; Για το τρελοκομείο είσαι Βιβή!  Έτσι και τα πεις σε παπά θα σου βάλει κάνονα και δε θα σε κοινωνήσει. Αλλά σιγά μη πατάς σε εκκλησία παλαβή!  
- Στασούλα, αυτό το τραπεζάκι που έχεις στο χολ, είναι πολύ ωραίο! Είσαι να καλέσουμε κάνα γνωστό ή συγγενή σου; Θες να μιλήσεις στη μάνα σου;
- Ναι, ναι! Ο Ηλίας προσφέρθηκε αμέσως. 
- Κάντε μου τη χάρη, γιατί θα σας πετάξω έξω και τους δυο! 
Αγριοκοίταξε τον άντρα της η Στάσα και ήπιε το χάπι για την πίεση.  Η Βιβή έκλεισε πονηρά το μάτι και ξέσπασε σε δυνατά γέλια!
- Άντε να χαθείς που λες τέτοια πράγματα και ξεσηκώνεις και τον άλλο τον τρελό!
- Πες καλέ θεία, πως μιλάτε, με το ποτήρι που πάει από το ένα γράμμα στο άλλο όπως σε μια ταινία με μέντιουμ που βλέπαμε;
- Αυτά είναι έργα και δεν είναι αλήθεια τίποτα, όταν ο άνθρωπος πεθάνει δεν έχει δικαίωμα η ψυχή να... 
- Στάσα, με διακόπτεις συνέχεια, η κόρη σου κι ο άντρας σου ρωτάνε! Κυλάει απαλά το ποτήρι από γράμμα σε γράμμα έτσι όπως σου δείχνω και σχηματίζονται οι λέξεις. Όταν το καλέσεις κι έρθει το αισθάνεσαι, λίγο παγώνει το δωμάτιο, τρεμοπαίζουν οι φλόγες, μπορεί και τίποτα απ' αυτά, όμως το νιώθεις στο ποτήρι που αρχίζει να κουνιέται. Ρωτάς πρώτα το όνομά του και σου απαντάει, ξέρεις με ποιον μιλάς. Μετά του κάνεις ερωτήσεις διάφορες και πάλι απαντάει, αν λιγάκι αργήσει, θα το σκέφτεται. 
- Σε νευρολόγο πήγες; 
- Δε μου χρειάζεται! Αυτό που σας φαίνεται τρελό, είναι επειδή δεν το γνωρίζετε, δεν το έχετε ζήσει, δεν καταλαβαίνεται το άγνωστο από κανέναν. Όποιος μαθαίνει, δεν βρίσκει τρελό τίποτα. Τελευταία φορά κάναμε πλάκα σε ένα αφού ρωτήσαμε αν θα παντρευτεί η Έμιλι. Έκανε αρκετή ώρα για να μας πει όχι, το ξέραμε βέβαια, είναι πολύ μεγάλη και χήρα εδώ και τριάντα χρόνια, είχε όμως ένα γέρο πριν λίγο καιρό που πέθανε. Μετά τον ρωτούσαν διάφορα γκομενικά οι άλλες τρεις και η μία λέει εσένα ποια σου αρέσει απ' όλες μας εδώ; Η Βιβή, είπε. Και γιατί η Βιβή; Γιατί είναι σέξι! 

Το ύφος της και μόνο έκανε πατέρα και κόρη να ξεκαρδιστούν. Η Στάσα γέλασε κι εκείνη αλλά έβαλε κρυφά μια μικρή χάρτινη εικονίτσα κάτω από το μαξιλάρι της Βιβής κι έριξε αγιασμό σε όλα τα δωμάτια...




Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Η δική του η γυναίκα υπάλληλος με αφεντικό; Ποτέ!




'Ομορφο το σπίτι τους στην Κέρκυρα, με τέσσερα μεγάλα δωμάτια και βεράντα με θέα στη θάλασσα. Η Βιβή το στόλισε με ό,τι καλύτερο διέθεταν τα καλά κι ακριβά μαγαζιά, σε παλ αποχρώσεις. Καμία σχέση δεν είχε με το πατρικό της που ήταν φορτωμένο με βαριά σκαλιστά έπιπλα και βελούδινες μπορντό κουρτίνες. Ό,τι χτυπητό της είχε φέρει η μάνα της  το έδωσε στην πεθερά που είχε σπίτι με κλασσική επίπλωση. Χρυσοκόκκινα πουφ, χαλιά σε έντονα χρώματα, ναργιλέδες με περίτεχνα σχέδια, κάδρα με πούλιες και χάντρες. Κράτησε όλα τα ασπρόρουχα και γέμισε τις ντουλάπες και τα συρτάρια της. Με τα σιέλ και ροζ μεταξωτά υφάσματα έραψε κουρτίνες με πολλά βολάν, έκανε κι ασορτί θήκες για τα παπλώματα. Ό,τι περίσσεψε από το ύφασμα έραψε και για την πεθερά της που βάλθηκε να της ανακαινίσει το σπίτι. Κολλητές ήταν νύφη και πεθερά, η κυρία Πόπη έπινε νερό στο όνομά της. Με τα καφεδάκια τους, τα μαγειρέματα, τις βόλτες στα μαγαζιά, την πολύτιμη βοήθεια που προσέφερε στον άντρα και τον πεθερό της στη δουλειά τους. Καμάρωνε η Πόπη για την άξια νύφη της στους συγγενείς, στους γείτονες, στις φίλες της που καλούσε η Βιβή στο σπίτι για καφέ και κουβεντούλα.

- Η πεθερά μου με υποστήριξε ακόμα κι όταν έφυγα, πήγαινε μου είπε και τα παιδιά θα τα έχω εγώ, μη νοιάζεσαι. Είχε ανοιχτό μυαλό και με καταλάβαινε, δεν περίμενε βέβαια ότι θα χώριζα οριστικά από το γιο της. Αλλά και τότε, πάλι δε χαλάσαμε τη σχέση μας, σπουδαία γυναίκα ήταν. 

Η Βιβή δεν ήταν φτιαγμένη για το σπίτι. Καμία σχέση δεν είχε με την κλασική νοικοκυρά που μαγείρευε κι αφοσιωνόταν αποκλειστικά στο σύζυγο και τα παιδιά. Εκ φύσεως ανεξάρτητη, ήθελε να εργάζεται για να βγαίνει από το σπίτι, να έχει και τα δικά της λεφτά για να είναι πάντα από πάνω.
- Τα λεφτά μου που δούλευα τα είχα καταθέσει στην τράπεζα, συμπλήρωνα και κάθε μήνα ό,τι μου περίσσευε και ήταν αρκετά. Η πεθερά μου έκανε πολλά δώρα σε ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα, ο Δημήτρης ό,τι μου άρεσε θα μου το έπαιρνε χωρίς να το ζητήσω. Στο συρτάρι άφηνε λεφτά που ήταν κοινά και δεν ασχολιόταν καθόλου. Κι αργότερα που ξαναπαντρεύτηκα, πάλι το ίδιο έκανα, τα δικά μου που έβγαζα ως εργαζόμενη στην άκρη, από του σπιτιού πάλι στην άκρη κρυφά κι αυτό πρέπει να κάνει κάθε γυναίκα. Αν δεν έχει δικά της λεφτά, είναι καταδικασμένη και δε μπορεί να κάνει τίποτα, σκύβει το κεφάλι και δεν το σηκώνει ποτέ. Η ζωή δεν ξέρεις πως τα φέρνει και δε μπορείς να βασίζεσαι στην τσέπη του άλλου. Εσύ Στάσα ξέρεις με τον καπετάνιο μετά τι τράβηξα που τα λογάριαζε όλα, ακόμα και στο φαγητό τσιγκούνης ήταν ο γρουσούζης!   

Όταν γέννησε το πρώτο της παιδί, ασχολήθηκε όσο μπορούσε και τα πολλά νταντέματα τα άφησε στην πεθερά της. Πάνες σπάνια του άλλαζε, μπάνιο μόνη της δεν το έκανε, ξένοιαζε αφού είχε τη γιαγιά. Της είπε ότι ήθελε να χαρεί το πρώτο της εγγόνι όσο ήταν νέα, θα έπαιρνε και το όνομα του παππού, Αντώνης. Ξετρελαμένη η Πόπη ντάντευε και το μωρό και τη μάνα, μαγείρευε, περνούσε πολλές ώρες μαζί τους. 

Η Βιβή μετά τον ενθουσιασμό της για το μωράκι που απέκτησε, άρχισε να ασφυκτιά και να μη τη χωράει ο τόπος. Ωραία η Κέρκυρα αλλά μικρή, δεν ήταν σαν την Αθήνα που δε σε άφηνε να πλήξεις. Ζήτησε από το Δημήτρη να πάνε για να αλλάξει τον αέρα της αλλά εκείνη την περίοδο πνιγόταν στη δουλειά και δε μπορούσε. Τον βοηθούσε στο γραφείο αλλά για δυο τρεις ώρες, δεν την άφηνε παραπάνω για να μη κουράζεται. Ήθελε κανονική δουλειά η Βιβή όπως ήταν μαθημένη αλλά όταν του το είπε έγινε έξαλλος. Η δική του η γυναίκα υπάλληλος με αφεντικό; Ποτέ! Δεν τους έλειπε τίποτα, λεφτά είχε να ξοδεύει όσα θέλει, χωρίς να την ελέγχει. Πριν συμπληρώσει τον ένα χρόνο το παιδί, έμεινε πάλι έγκυος κι από τα νεύρα της δε μπορούσε να της μιλήσει. Ένιωθε ότι δεσμευόταν περισσότερο και δεν ήταν διατεθειμένη να κάτσει σπίτι και να μεγαλώνει με την πεθερά της παιδιά.



- Το έβαλε στο μυαλό του ο Δημητράκης, να κάνουμε πολλά παιδιά, να γυρίζει από τη δουλειά και να βλέπει μωρουδιακά και πιπίλες παντού, να χαίρεται. Σιγά που θα έκανα τα μυαλά του, να χαντακώσω τη ζωή μου γεννοβολώντας σαν την κουνέλα! Αν μου την έσκασες αγόρι μου εσύ μια, θα στη σκάσω δέκα! Γέννησα και το Μανώλη - Νίκο μου, έδωσα το όνομα και των δύο πατεράδων μου, αληθινό μπαμπά μου ένιωθα και το Νίκο και του άξιζε και μόλις σαράντισα πήγαινα με το έτσι θέλω στο γραφείο. Μίλησα στην πεθερά μου και της είπα να τον πείσει, μη με διώχνει σε δυο ώρες κι άντε σπίτι στα παιδιά γιατί θα μαλώσουμε πολύ άσχημα με το γιο της. Το δέχτηκε ο Δημητράκης αλλά είχε στο νου του και τα πολλά παιδιά, πήγα κι εγώ κρυφά στο γιατρό όταν έμεινα ξανά δυο φορές έγκυος και τα έριξα... 

Πέντε χρόνια κράτησε ο γάμος τους. Όταν έμαθε ο Δημήτρης από το γιατρό για τις εκτρώσεις, έγινε χαμός στο σπίτι, νύχτα μέρα φωνές και φασαρίες. Η Πόπη προσπάθησε να τους τα συμβιβάσει αλλά η Βιβή είχε πάρει ήδη τις αποφάσεις της. Θα πήγαινε στην Αθήνα, στους θείους της, να ηρεμήσει κι αυτή κι ο άντρας της. Ο Δημήτρης έξαλλος της απαγόρεψε να παρατήσει τα παιδιά και να πάει μόνη της, εκείνη του χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και του είπε ότι κουμάντο στη ζωή της κάνει μόνο αυτή.Αν την καταλάβαινε, δε θα έφευγε.  Πέρασε από το ιατρείο κι έβρισε πολύ άσχημα το γιατρό που πρόδωσε το μυστικό της, αφού ήξερε ότι εκείνη πήγαινε κρυφά. 

- Μου είπε ότι τον συμβούλεψε να προσέχει για να μη πάθω τίποτα με τις επεμβάσεις και το έκανε για το καλό μου. Κι εγώ του είπα είσαι ηλίθιος, θα χωρίσουμε και θα φταις εσύ, δεν είχα ανάγκη να με προστατέψεις. Δυο παιδιά του έκανα και για μένα ήταν μια χαρά, αυτός ήθελε τέσσερα πέντε κι εγώ όχι. Θα έκανα στείρωση, να ξεμπλέξω μια κι έξω! 

Στην Αθήνα έμεινε δεκαπέντε μέρες και το μόνο που νοσταλγούσε ήταν τα παιδιά, τίποτα άλλο δεν ένιωθε να τη δένει με την Κέρκυρα. Γύρισε κι άρχισε να μαζεύει κρυφά κάποια πράγματα δικά της και των παιδιών, είχε αποφασίσει να φύγει οριστικά. Η πεθερά της κατάλαβε και μίλησαν ανοιχτά όπως πάντα. Της πρότεινε να της αφήσει τα παιδιά, άλλο με τη γιαγιά, τον παππού και το μπαμπά κι άλλο με ξένη γυναίκα να τα προσέχει. Ας πήγαινε στην Αθήνα να εργαστεί και να μείνει για λίγο μακριά με τον άντρα της και θα της τα πήγαινε τακτικά να τα βλέπει. Ας είναι, αυτό θα έκανε, μάλλον ήταν η καλύτερη λύση.

Η Βιβή το δέχτηκε κι ενημέρωσε την Αντιγόνη ότι θα πάει και να έχει το νου της για δουλειά.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Τζιοβάνι!


- Βρε τον Ιταλό! Μα ήταν απίθανος ο Τζιοβάνι, πανέξυπνος, λεπτοκαμωμένος, γελαστός, χαριτωμένος! 
Ερωτευμένη μαζί του η Ανδριάνα, περνούσε ατέλειωτες ώρες στο ρεστοράν που είχε με τον αδερφό του. Έτρωγε συνέχεια για να δικαιολογεί την παρουσία της και η Βιβή την κορόιδευε και γελούσε με την καρδιά της. Φρεσκοπαντρεμένοι, αποφάσισαν μετά την κρουαζιέρα να μείνουν λίγες μέρες στην Ιταλία που της άρεσε πολύ. Η Ανδριάνα ήταν Κερκυραία και συναντήθηκαν τυχαία στη Ρώμη, σπούδαζε εκεί. Έμενε στου νονού της που δεν είχε παιδιά κι είχε αναλάβει τη βαφτισιμιά του. Πολύ γλυκιά κοπέλα, αεράτη, αλλά καθόλου καπάτσα με τα αρσενικά.
- Αν είναι να φτάσεις εκατό κιλά για έναν άντρα που δεν ξέρεις κι αν σου κάτσει και να μη βλέπεσαι μετά η χοντρέλα, είσαι πάρα πολύ χαζή και συγγνώμη που στο λέω! 
Πήγαν δυο φορές για φαγητό μαζί. Η Βιβή αποφάσισε να βοηθήσει την Ανδριάνα γιατί είχαν ήδη περάσει τρεις μήνες που έτρωγε καθημερινά εκεί και θα περνούσαν άλλοι τόσοι χωρίς αποτέλεσμα. Την έδιωξε ένα βράδυ νωρίτερα κι έμειναν μόνοι με τον άντρα της στο μαγαζί. 
- Θα τον έκοβα αν στενοχωρήθηκε που έφυγε η άλλη, θα έβλεπα κι αυτά που δε βλέπανε τα μάτια της. Με την επόμενη παραγγελία του έπιασα την κουβέντα, σκόπιμα συμπληρώναμε πιάτα στο τραπέζι μας. Ωραίο παιδί ήταν, ξανθός με γαλάζια μάτια και λίγο πιο μακριά τα μαλλιά του μπροστά, τα τίναζε και σήκωνε το κεφάλι πίσω με χάρη. 
Έμαθα ότι τελείωνε τις σπουδές του στα οικονομικά και βοηθούσε στο μαγαζί που θα κληρονομούσε από τον πατέρα μισό μισό με τον αδερφό του. Μικρότερος ο αδερφός έξι χρόνια, μια χαρά ήταν, εμπόδιο κανένα. Ούτε λόγια, ούτε συννυφάδες, ούτε προβλήματα. Μετά το φρούτο, παραγγείλαμε καφέ και γλυκό και του είπαμε ότι μας άρεσε η κουζίνα τους και θα τρώγαμε εκεί όσο μέναμε στην Ιταλία.  
Ξαφνικά μπαίνει μέσα μια παρέα μεγάλη και η μία από τις κοπέλες έτρεξε και τον αγκάλιασε, τον φίλησε κλεφτά στο στόμα!
- Εδώ είμαστε, λέω, τόσο καιρό η Ανδριάνα χαμπάρι δεν πήρε, σκυμμένη στο πιάτο την έβγαζε!
Τζιοβάνι! Σαλάτα! Τζιοβάνι! Τυρί! Τζιοβάνι! Κρασί! Ατσίδα ο νεαρός, όλους και όλα τα προλάβαινε! Η άλλη δεν τον άφηνε από τα μάτια της κι εγώ την έκανα να τρέχει! Με τρόπο είπα στο Δημήτρη να λέει ένα "σι" όταν θα του έκανα νόημα κι άρχισα να μιλάω λίγο πιο δυνατά, αυτή με άκουγε, ο Τζιοβάνι που πηγαινοερχόταν όχι βέβαια. Είπα το πόσο θεατρίνος είναι, πως ξεγέλασε την κοπέλα εκείνη που της έταξε σχέση και γάμο και την άφησε με μωρό στην κοιλιά και δεν έχει δει μια φορά το παιδί του, την άλλη που χώρισε από τον άντρα της για τα μάτια του κι έμεινε τελικά μόνη της, είπα είπα είπα... Αυτή και η παρέα της είχαν σταματήσει το φαγητό και τα γέλια κι έστησαν αυτί, ευτυχώς που δεν καταλάβαινε ο άντρας μου τι έκανα και τι έλεγα! Η κοπέλα σηκώθηκε νευριασμένη, οι άλλοι πλήρωσαν κι έφυγαν, ρώτησε ο Τζιοβάνι τι συμβαίνει και δεν του μίλησε κανείς. Του είπα κρίμα για τη φίλη σου, άκουγα χωρίς να θέλω τι έλεγε, σε κορόιδευε με τους άλλους και φοβόταν μη μάθει κάτι ο άντρας της. Τα ΄χασε ο Ιταλός!
- Σατανάς μεταμορφωμένος είσαι! 
- Χαχαχαχα! Όταν χρειάζεται, ναι!

Η Ανδριάνα καθόταν στα καρφιά περιμένοντας τα νέα.
- Tης είπα εξαφανίσου να δούμε αν σε ζητήσει, αν ρωτήσει για σένα και μη σε δω να έρχεσαι καημένη μου, κάηκες! Την άλλη μέρα πριν βγούμε με το Δημήτρη, της έριξα τα χαρτιά και της λέω ο δρόμος είναι ανοιχτός, όταν θα σου πω εγώ όρμα του! 
- Μα καλέ θεία, είναι δυνατόν να πιστεύεις και να στηρίζεσαι στα χαρτιά; Η τράπουλα και το κατακάθι του καφέ δεν είναι δυνατόν να δείχνουν το μέλλον, αυτά είναι χαζά πράγματα, αφελείς όσοι τα πιστεύουν, εσύ είσαι πανέξυπνη! 
- Μα δεν είναι δυνατόν να κάθεσαι με τα χέρια σταυρωμένα Μυρτώ και να περιμένεις χαρτί και ντελβέ! Ό,τι κι αν δεις εκεί βαδίζεις ανάλογα, αν δεν είναι ο δρόμος ανοιχτός, κάποιο πρόβλημα υπάρχει και παίρνεις τα μέτρα σου. 
'Ακρη δεν επρόκειτο να βγει με τη Βιβή που άφησε άναυδες και με το στόμα ανοιχτό, Στάσα και Μυρτώ σε λίγες μέρες με το "τραπεζάκι" της...


Πήγαν το βραδάκι στου Τζιοβάνι μετά από μια γεμάτη μέρα και η Βιβή τον κάλεσε να πιει μαζί τους, τάχα για να τον ρωτήσει κάποιες λεπτομέρειες για μια μικρή πόλη που ήθελαν να επισκεφθούν. 
- Δε θα μπορέσει να έρθει μαζί μας η Ανδριάνα, είναι πολύ απασχολημένη αυτές τις μέρες. Διαβάζει, μάλλον ξέρεις ότι σπουδάζει εδώ, σκεφτόμαστε όμως φεύγοντας να την πάρουμε στην Κέρκυρα να ξεκουραστεί λίγο, δεν ξέρω όμως αν θέλει. Είναι κι αυτός ο νεαρός που την απασχολεί και... 
Συννέφιασε ο Τζιοβάνι και κοίταξε τη Βιβή με ύφος παρακλητικό. 
- Πρώτη φορά χάρηκα για κάποιον που δεν ήξερε ξένη γλώσσα!  Έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να εκτεθεί ο νεαρός σε δυο μέτρα άντρα!

Σηκώθηκε λίγο από τον καναπέ να ξεμουδιάσει και συνέχισε παραστατικά το διάλογο. Είχε τόσο γούστο, πετούσε και κάποιες πονηρές λέξεις, κουνούσε τα χέρια σχηματίζοντας το σώμα του. Περασμένα μεσάνυχτα και δεν ένιωθε ίχνος κούρασης, ούτε μετά το ζεστό αφρόλουτρο. 
- Του λέω πες μου, έχεις αυτή τη μούρη επειδή μπορεί να φύγει η Άντρια ή επειδή υπάρχει κάποιος; Μη με ντρέπεσαι, αν σ' αρέσει πες το μου και θα τον στείλω από κει που ήρθε!  Κοκκίνισε ο καημένος, σε τρεις μέρες φεύγουμε του είπα, δεν υπάρχει καιρός. Αν δεν έρθει μαζί μας θα έρχεται εδώ να τρώνε με τον άλλο κι αν δε σε νοιάζει πρόβλημα κανένα. Είναι εντάξει κορίτσι, όχι σαν την άλλη την παντρεμένη που σε κορόιδευε και θα είχες προβλήματα. Οι Ιταλοί είστε θερμόαιμοι και ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει κάποιος για τη γυναίκα του!  
Την επόμενη μέρα δεν πήγαν. Έπρεπε να σκεφτεί και να δει τι αισθάνεται, τι θέλει. Μια μέρα πριν φύγουν έστειλε την Ανδριάνα, να πάει και να τους περιμένει, σκόπιμα θα αργούσαν. Όταν έφτασαν στο μαγαζί δεν τους είδαν πουθενά. 
- Βρε, τι έγιναν κι οι δυο τους; Ρώτησε ο Δημήτρης. 
- Βόλτα μάλλον, τσίμπησε το ψάρι μας! 
Τζιοβάνι και Ανδριάνα, αφού μοιράστηκαν ένα μπουκάλι κρασί στο μαγαζί, έφυγαν αγκαλιασμένοι χωρίς εκείνος να πει τίποτα σε κανέναν. Για το φόβο της "άλλης" η Βιβή πρότεινε να εξαφανιστεί ο νεαρός λίγες μέρες από το μαγαζί. Έβαλε τα δυνατά της κι έπεισε τη μικρή ερωτευμένη να τον πάρουν στην Κέρκυρα. 
- Τάξε του με τα μάτια, με τις κινήσεις, να νομίζει ότι θα του κάτσεις και θα τον σύρεις από τη μύτη. Βάλε λίγα ρούχα απόψε στη βαλίτσα και πες ότι σε ζητάει η μάνα σου να σε δει κι ότι δε θα αντέξεις μακριά του ούτε μια μέρα τώρα που τα φτιάξατε. Το νου σου μην απλώσει παραπάνω εκτός από το χέρι του και τίποτα άλλο! 

Ταξίδεψαν μαζί για Κέρκυρα και οι τέσσερις. Φιλοξένησαν το Τζιοβάνι στο ένα δωμάτιο που είχαν για ξενώνα παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του Δημήτρη. Σε δύο χρόνια έκαναν στην Ιταλία τον καθολικό τους γάμο και στην Κέρκυρα τον ορθόδοξο με κουμπάρα τη Βιβή. Τους βάφτισε και την κορούλα τους ορθόδοξη, κρυφά από τους γονείς του. Το πως τον έπεισαν, ήταν δουλειά της Ερασμίας που είχε πάει να δει την κόρη της και τα εγγονάκια της και τον πότισε μπόλικο γλυκό κόκκινο κρασί. Μεγάλο κακό θα πάθαινε το μωρό αν δεν το βάφτιζε η κουμπάρα που τους πάντρεψε και που δυστυχώς δε μπορούσε να κάνει βάφτιση καθολική. Εκείνη σα μεγάλη γυναίκα ήξερε και τις παλιές πρέπει να τις ακούνε οι νεότεροι.

Για τους Ιταλούς παππούδες η βάφτιση έγινε βιαστικά σε εκεί καθολικό ναό, επειδή η γιαγιά ήταν βαριά άρρωστη και η νονά δε μπορούσε λόγω λοχείας να ταξιδέψει.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Εκείνο τον καιρό είχα πέντε!



Το τι γινόταν στο νοσοκομείο με τη Βιβή, δεν περιγράφεται! Όλες οι νοσοκόμες πάνω απ' το κεφάλι της, τους έριχνε τα χαρτιά και τον καφέ, μέχρι χαλάουα τους έκανε. 
- Καλά βρε Βιβή, μπορούσες να τη φτιάξεις και να σκύβεις χειρουργημένη; Δεν πονούσες; 
- Τις πρώτες μέρες ήταν δύσκολα, μετά που σηκωνόμουν πήγαινα στην κουζίνα αγκαζέ με την προϊσταμένη. Μου έδιναν το κατσαρολάκι κι έβαζα τα υλικά, θυμάσαι πως τη φτιάχνω; 

Έξι κουταλιές ζάχαρη, τρεις κουταλιές λεμόνι, μια κουταλιά νερό. 
Τα ανακάτευε σε σιγανή φωτιά κι όταν γινόταν σαν καραμέλα το άπλωνε ζεστό στο μάρμαρο. 
Το ζύμωνε ελαφρά με τα δάχτυλα μέχρι να σχηματιστούν ίνες και να γίνει διάφανο. 
Χλιαρό το έβαζε στο δέρμα κι όταν κρύωνε κι έπηζε το τραβούσε απότομα κι άφηνε τα πόδια βελούδινα. 
Μετά άπλωνε αμυγδαλέλαιο για να ηρεμήσει το δέρμα και να φύγει η κοκκινίλα.  

- Εκείνο τον καιρό είχα πέντε! 
- Τι πέντε θεία; 
- Γκόμενους! Ειδοποίησε η Αντιγονίτσα ότι χειρουργήθηκα επειγόντως κι έρχονταν κάθε μέρα να με δουν με σοκολατάκια, δωράκια και λουλούδια. Για να μη δει ο ένας τον άλλον, έκλεινα ραντεβού κάθε δυο ώρες, κοίταζα το ρολογάκι μου κι έλεγα φύγε τώρα γιατί θα έρθει ο αδερφός μου και δεν πρέπει να σε δει εδώ. Ό,τι μου έφερναν τα μοίραζα στις νοσοκόμες για να μη τα δει ο επόμενος και ρωτήσει ποιος στα έφερε. Στο κόλπο κι αυτές ήταν, ξέρεις πόσα τυχερά είχαν από μένα;
- Ο αδερφός σου που ήταν στην Αλεξάνδρεια, ε; 
- Ναι, δεν είχα πει σε κανέναν ότι μένω μόνο με τους θείους μου. Πάντα έβαζα και τον αδερφό στη μέση για να τους αποφεύγω όταν πήγαιναν να απλώσουν το κουλό τους παραπάνω. Όταν λέω ότι είχα πέντε, εννοείται ότι δεν άφηνα να γίνει το ανεπανόρθωτο, παντρεύτηκα σχεδόν όπως με γέννησε η μάνα μου, δεν είχα πάει στο κρεβάτι με άλλον άντρα. Όλα τα άλλα τα πλατωνικά τα έκανα αλλά μέχρι εκεί. Σκέψου ότι τους έλεγα πως μένω σε άλλη περιοχή κι ότι απλά δούλευα στην Αθήνα. Ο ένας ήξερε ότι μένω στην Καλλιθέα, ο άλλος στο Φάληρο, στον άλλο είπα Κηφισιά, σιγά μη τους έφερνα και στην πόρτα! Ανάλογα την περίπτωση, έλεγα φεύγω γιατί έχω δρόμο μπροστά μου και δε μπορώ να αργήσω, ο αδερφός μου θα με σκοτώσει! Μια χαρά τα περνούσα κι ήμουν κι από πάνω!

Βγήκε από το νοσοκομείο μια μέρα πριν επιστρέψουν οι θείοι της. Τρελάθηκαν οι άνθρωποι όταν έμαθαν τι είχε συμβεί και φώναζαν στην κόρη και τη γιαγιά γιατί δεν τους ειδοποίησαν. Ανάρρωσε σύντομα κι επέστρεψε στη δουλειά της για έξι μήνες ακόμα.Έγιναν διάφορα σ' αυτό το διάστημα, η αδερφή της ερωτεύθηκε ένα Κύπριο κι ετοιμάζονταν για το γάμο. Βιαστικός ο γαμπρός, δεν ήθελε μακροχρόνιους αρραβώνες, τη ζήτησε, την παίρνει το συντομότερο. Η στεναχώρια της Ερασμίας ήταν που θα έχανε κι αυτή την κόρη από κοντά της, θα γινόταν ο γάμος και σε λίγους μήνες θα ακολουθούσε τον άντρα της που θα επέστρεφε στη γενέτηρά του. Δε μπορούσε και δεν ήθελε βέβαια να πάει κόντρα στην ευτυχία των παιδιών της. Η Βιβή πήγε με το Δημήτρη στην Αλεξάνδρεια, τη ζήτησε επίσημα από τους δικούς της και στάθηκε δίπλα της στο γάμο ως μνηστήρας πλέον. Το άσχημο ήταν ότι βρήκε τον πατριό της άρρωστο, είχε πάθει τρεις γαστροραγίες και με το ζόρι στάθηκε στα πόδια του να συνοδεύσει τη νύφη με τον αδερφό της. Στο γάμο της Βιβής δε μπόρεσε να πάει φυσικά, παντρεύτηκαν στην Κέρκυρα κι εγκαταστάθηκαν στο άλλο του σπίτι που ήταν κοντά στο πατρικό του. Ταξίδι αστραπή έκανε η Ερασμία με τα παιδιά, ίσα ίσα να παραστούν στο μυστήριο.




- Η κατάστασή του ήταν δραματική και η μάνα μου δε μου το είχε πει για να μη με στενοχωρήσει παραμονές του γάμου, ούτε μετά μου είπε τίποτα βέβαια. Πέθανε στις είκοσι  μέρες, όσο ήμασταν στο γαμήλιο ταξίδι. Κρουαζιέρα κάναμε και στο πατρικό μου είχαν κηδεία, κόντεψε να πάθει κι η μάνα μου από τα λόγια που έσουρε η αδερφή του. Ποτέ της δε χώνεψε ότι παντρεύτηκε μια χήρα με τόσα παιδιά και ακουμπούσε εκεί τα λεφτά του. Φανταζόταν ότι αφού δεν είχε κάνει οικογένεια και ήταν μόνος, θα τον κληρονομούσε αυτή και τα παιδιά της. Χρόνια έκανε να του μιλήσει και πήγε να τον κλάψει στην κηδεία του, αχ Νικολάκη μου, αδερφούλη μου που έφυγες, σε φάγανε τα βάσανα κι οι στενοχώριες και τι ανάγκη είχες εσύ και τέτοια. Την περιέλαβε κι η μάνα μου και την έκανε να καταπιεί τη γλώσσα της. Αχ Νίκο μου που έφυγες κι όλοι σε θυμήθηκαν κι αυτοί που σου μιλούσαν κι οι άλλοι που σου είχαν κόψει την καλημέρα. Πως άντεξες να μας αφήσεις γυναίκα και παιδιά και να μη προλάβεις να πιάσεις εγγονάκι, ν' ακούσεις το όνομά σου, σε λατρεύαμε όλοι! Βάσανα και στενοχώριες είχες Νίκο μου, πικραμένος έφυγες, τέτοιος χρυσός άνθρωπος και να μη σου μιλάνε οι δικοί σου άνθρωποι, το αίμα σου! 

Φανταστείτε τι έγινε, που ήξεραν όλοι για την αδερφή του! Η μάνα μου πήρε το αίμα της πίσω!

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Να μη κάνω κι ένα φλερτάκι με το γιατρό;


- Ήρθε λοιπόν ο Δημήτρης να με δει! Στο σπίτι βέβαια, παρουσία των θείων μου και της ξαδέρφης που καθόταν στα καρφιά γιατί δε θα είχε δικαιολογία να ξεπορτίζουμε μόνες και να βλέπει το γκόμενο. Πολύ της κακοφάνηκε της Αντιγονίτσας, Αντιγονάρα έπρεπε να τη φωνάζουν έτσι ψηλή και νταρντάνα που ήταν! Μας έφερε διάφορα από το νησί, λικέρ, γλυκά, κύριος ο Δημητράκης. Σε μένα έδωσε ένα σετ με κοράλλια, το απόγευμα που βγήκαμε βόλτα μου το φόρεσε, κολιέ και βραχιόλι. Είπε ότι με σκέφτεται, ότι ήθελε να με βλέπει κι ότι του λείπω, μου κρατούσε τα χέρια, έλιωνε που με κοιτούσε. Με συμπάθησαν πολύ και οι γονείς του και ρωτούσαν πότε θα με ξαναδούν στην Κέρκυρα, το σπίτι τους ήταν πάντα ανοιχτό.

Έκανε πολύ καλή εντύπωση στους συγγενείς της με την ευγένεια που τον διέκρινε. Τους πρότεινε αν τελικά δεν αποφασίσουν την "αγορά σπιτιού" στο νησί, να πηγαίνουν όποτε θέλουν φιλοξενούμενοι. Η θεία της την ξεμονάχιασε και της είπε ότι ήταν πολύ τυχερή που ενδιαφερόταν ένα τόσο ωραίο, καλό κι εύπορο παλικάρι και να μη το σκεφτεί καθόλου αν της προτείνει να επισημοποιήσουν τη σχέση που σύντομα θα ξεκινούσαν. Και η Βιβή ήταν ενθουσιασμένη βέβαια αλλά το έβλεπε σαν κάτι μακρινό. Η Αθήνα της άρεσε πάρα πολύ και ήδη άρχισε να σκέφτεται τη μόνιμη εγκατάστασή της και να μη νοσταλγεί καθόλου την Αλεξάνδρεια.
Το είπε σε λίγες μέρες στο Δημήτρη κι ενθουσιάστηκε αυτός με την ιδέα.  
- Άρχισα να γίνομαι απαραίτητη πλέον στην ξαδέρφη που μετά την αναχώρηση του Δημήτρη αλώνιζε με το φίλο της με το γνωστό κόλπο. Έψαξα και βρήκα δουλειά και είπα στους θείους μου να πείσουν τη μάνα μου να με αφήσει λίγους μήνες στην Αθήνα, να δούμε και τι θα γίνει με το γαμπρό. Αφού της τόνισαν ότι είμαι σοβαρή και μετρημένη και δεν δημιουργώ κανένα πρόβλημα και να μην ανησυχεί την κατάφεραν. << Εδώ είναι το μέλλον του κοριτσιού Ερασμία μου, με τόση μόρφωση και προσόντα στην Αραπιά θα ζήσει; Σιγά σιγά θα έρθετε όλοι, άλλη ζωή στην Αθήνα.>>



Η αλληλογραφία με το Δημήτρη καλά κρατούσε, πήγε ξανά μετά από δυο μήνες να τη δει και της μίλησε ξεκάθαρα. Του υποσχέθηκε ότι θα σκεφτεί την πρότασή του, ήδη είχαν πλατωνική σχέση. Έπρεπε όμως να περάσει λίγος καιρός, να ερχόταν και η μητέρα της και να τα συζητούσαν. Η δουλειά την ικανοποιούσε, οι γνωριμίες της γέμιζαν τις μέρες με βόλτες, χορούς, εκδρομές, η ξαδέρφη φυσικά την αποκαλούσε καλό της άγγελο αφού "έβγαιναν" πάντα μαζί. 
Μια δικαστική διαμάχη με ένα γείτονα για ένα κτήμα, ανάγκασε τους θείους της να φύγουν άρον άρον για το χωριό, αφήνοντας τα κορίτσια σπίτι. Απέναντι έμενε η μαμά της θείας  που θα τις πρόσεχε. Ήταν μεγάλη σε ηλικία αλλά κρατιόταν καλά και είχε αδυναμία στην Αντιγονίτσα, την εγγονή της. Ξέροντας τις ώρες που η γιαγιά κοιμόταν, έβγαιναν κρυφά για τα ραντεβού τους, αφήνοντας νωρίς το απόγευμα τα παράθυρα ανοιχτά και τα βράδια το φως του δωματίου τους αναμμένο. Κοιτούσε η γιαγιά, ξένοιαζε και κοιμόταν μακαρίως. Αυτές ήταν οι πιο ωραίες μέρες, μπαινόβγαιναν σχεδόν όποια ώρα ήθελαν και τα βράδια γλεντούσαν χωρίς χρονικούς περιορισμούς.

Πλησίαζαν οι μέρες που θα επέστρεφαν οι θείοι της, σε μια βδομάδα το πολύ θα είχαν τελειώσει με δικηγόρους και συμβολαιογράφους. Ένα πρωί, ξεκίνησε όπως πάντα η Βιβή για τη δουλειά, έχοντας προγραμματίσει τα απογευματινά της ραντεβού. Την ώρα που έπιναν καφέ όλοι οι συνάδελφοι και γελούσαν, ένας δυνατός πόνος στην κοιλιά την έκανε να διπλωθεί και να χάσει το χρώμα της. Κρύος ιδρώτας την έλουσε και σωριάστηκε στο πάτωμα βογκώντας σκορπίζοντας τον πανικό σε όλους, κάλεσαν ασθενοφόρο και την πήγαν στο νοσοκομείο. Οξεία σκωληκοειδίτιδα είπαν οι γιατροί και την έβαλαν αμέσως στο χειρουργείο. Η Αντιγόνη που την είχαν ειδοποιήσει, έφτασε κλαίγοντας και προσευχόταν έξω από το χειρουργείο. 

- Το πρώτο που είπα όταν άνοιξα τα μάτια μου μισοναρκωμένη, ήταν να ειδοποιήσει ότι χειρουργήθηκα και δε θα έβλεπα φυσικά κανέναν. 
- Καλά βρε Βιβή, από τη νάρκωση ήσουν, πως είχες το μυαλό σου εκεί; 
- Στάσα, δεν έχεις μάθει τόσα χρόνια ότι το μυαλό μου είναι κομπιούτερ; Την ώρα που με πήγαιναν τρέχοντας στο χειρουργείο, τα ραντεβού σκεπτόμουν και να πω στην Αντιγόνη να μου φέρει το άρωμα και τα νυχτικά μου με τις δαντέλες γιατί ο ένας γιατρός ήταν κούκλος. Αν δεν ήμουν όπως ήθελα, τσάμπα και η νάρκωση και η εγχείρηση που μου χάλασε τα σχέδια. Αφού με κουβαλήσανε έτσι, να μη κάνω κι ένα φλερτάκι με το γιατρό; Άσε που μου ξέβαψαν και τα νύχια χέρια πόδια! Α! Και την τράπουλα είπα και μου έφερε, να ξέρω που βαδίζω η χειρουργημένη!

Τα έλεγε τόσο σοβαρά ενώ μάνα και κόρη είχαν πέσει κάτω από τα γέλια.