.

.
.

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Μα σε όλα βούτυρο βάζεις;




Τα Χριστούγεννα πέρασαν με γλέντι και χαρά στο σπίτι της Σουλτάνας.
Μαζεμένες οι αδερφές και οι κουνιάδες της, οι κουμπάροι τους, ο πατέρας της, τα ανίψια τους, έφαγαν και ήπιαν από νωρίς το μεσημέρι μέχρι αργά το βράδυ. 

- Εμείς εφάγαμε στο σπίτι με τις κουνιάδες μου και τον κουμπάρο μας, φαγάκια ωραία εψήσαμε και καλά ητανάνε! Ο πεθερός μου είχε ψουνίσει ένα γουρουνάκι και το 'φερε έτσι ολάκερο να πούμε! Το κόψανε με το Γιάννη κει στο μπαχτσέ και το μοιράσανε για τα φαγιά. Με πράσο και σέλινο το εκάμαμε ανήμερα που πολύ το αγαπώ! Το ψήνω ταχτικά όλα μου τα χρόνια, μια νοστιμιά είναι! 
Πράσα μπόλικα και σέλινο απέ το χοντρό θέλει, ανιθάκι, κρομμυδάκι, δυο αυγουλάκια και λεμονάκι αρκετούτσικο.
Βούκες το κόβεις και το πλένεις, αμά θέλει να το στεγνώσεις κομμάτι για το τσιγάρισμα.
Τα πρασοσέλινα στο τρυπητό θέλουνε στράγγισμα καλό κι αυτά, κομμένα χοντρούτσικα. 
Βάνω κομμάτι βουτυράκι στο τσουκαλάκι και τα ρίχνω μέσα, κάμποσες βόλτες θέλουνε, μετά ρίχνω τα κρομμύδια και το κρέας.
Αφού ροδίσει όλο καλά καλά, ρίχνω νεράκι ζεστούτσικο, το ανιθάκι, αλάτι και πιπέρι μπόλικο και τ' αφήνω σιγά σιγά να ψήνεται, ίσαμε να πιει το νερό του.
Μετά κάμω το αυγολέμονο και μείσκει κάμιση ωρίτσα να πάρει την ουσία, δεν το τρώμε αμέσως!
Η πεθερά μου το έκαμνε και με τη ντοματούλα, πολύ ωραίο είναι κι έτσι γιαχνιστό! Λεμόνι κει δε μπαίνει καθόλου βέβαια, μήτε αυγό!
- Ωραία, σου έκανε το χατήρι να το αυγοκόψει! 
- Ναι για! Αμά οι κουνιάδες μου στραβώσανε τα μούτρα τους που το θέλανε γιαχνιστό και την είπε ο Γιάννης τη μαμά του να βγάλει χώρια για τις άλλες! Ε, είπανε αυτές να μη γένει φασαρία παραπάνω και το κάμανε να! Χα χα χα! Μπουρέκια ωραία εψήσανε με τον κιμά, τυρόπιτες, ντολμάδες με το λάχανο, όλα καλά κι ωραία ητανάνε! Και το Χριστόψωμο, εγώ με το Γιάννη το κάμαμε για το καλό που ημαστάνε νιόνυφοι και περιμέναμε και το μωρό! 


Εβάλαμε μέσα απέ ούλα τα καλά! Και μέλι και ροδόνερο και μαστίχα, κομματάκι ζαχαρίτσα, γλυκάνισο και πολύ ωραίο σταυρό απάνου με το καρύδι στη μέση! 
- Για πες μου, να δω αν φτιάχνουμε το ίδιο! 
- Αλεύρι άσπρο, ίσια με μισό κιλό πες, με το μάτι πάντα βάνουμε!
Ένα κομμάτι μαγιά, ίσια με ένα καρύδι, κάμω το κουρκούτι με μισό ποτηράκι νερό χλιαρούτσικο και αλευράκι δυο τρεις κουταλιές και μια ζάχαρη. Ίσαμε να κοσκινίσεις και να ετοιμάσεις τα υπόλοιπα, άμα το έχεις κοντά στη ζέστα έχει φουσκώσει αυτό!
Απέ μισό κουταλάκι γλυκάνισο, πιο λίγο μαστίχα για να μη πικρίζει, μια τσιμπιά αλάτι, τα ανακατώνεις με το αλεύρι και κάμεις μια γουβίτσα στη μέση. 
Η πεθερά μου το έκαμε με το σκέτο λάδι, αμά κομματάκι βουτυράκι μαζί το κάμει και μοσκοβολάει! 
- Όχι που θα σου ξέφευγε το βούτυρο! Μα σε όλα βούτυρο βάζεις; Απα πα πα πα!
- Μα για την ουσία σε λέω! Βάλε την άλλη φορά και θα διείς νοστιμιά! Θα πιάσεις τέσσερις με πέντε μεγάλες κουταλιές και θα το λιώσεις, όχι να κάψει και να μυρίσει και θα το ανακατώσεις μ' ένα ποτηράκι λάδι! Πρόσεχε να είναι χλιαρούτσικα για να μη σε ξεφουσκώσει η μαγιά!
Τα ρίχνεις στη λακουβίτσα, πρώτα τη μαγιά και μετά αυτό κι έχεις ωστόσο σε νεράκι χλιαρούτσικο ανακατεμένα και λιωμένα τα άλλα! Ένα μικρό κουπάκι του καφέ μέλι, μια κουταλιά ροδόνερο, όχι σε πολύ νερό γιατί δεν ξέρεις πόσο θα σε πάρει, μη και σε μείκει! Μισό ποτήρι να πούμε που το τραβάει στα σίγουρα κι άμα σε χρειαστεί κι άλλο συμπληρώνεις.
Τα ζυμώνεις καλά καλά, να μη σε κολλάει και το αφήνεις κάμποσο να φουσκώσει. Με πεσκίρι της κουζίνας κι απέ πάνου μια κουβέρτα το κάμουμε πάντα το φούσκωμα. Άμα ανέβει ίσια με απάνου, το πατάς στη μέση και το φέρνεις πάλι δυο τρεις βόλτες, αμά απαλά θέλει.
Λαδώνεις το ταψάκι κι αφού βαστήσεις κομματάκι ζυμάρι για το σταυρό χώρια, το πλάθεις στρογγυλούτσικο και το κάμεις γύρω γύρω με τα χέρια να στρώσει. Πλάθεις μετά δυο λουρίδες και κάμεις ένα σταυρό, αμά τις βρέχεις για να σε κολλήσουνε καλά και βάνεις στη μέση ένα καρύδι. Αφήνεις μια πάλι να πάρει ένα φούσκωμα και το ψήνεις σε σιγανό φούρνο, μην αρπάξει. Η Σουλτάνα, εκτός απέ το σταυρό, κάμει κι άλλα σκέδια με το ζυμάρι, λουλουδάκια, αθρωπάκια...
- Ωραία! Κι εγώ φτιάχνω σχεδιάκια αλλά βάζω μόνο λαδάκι, νηστίσιμο δηλαδή είναι. Με τόσα γλυκά, μη φορτώνουμε και το Χριστόψωμο... 
- Ε! Άμα σε λέω που γένεται πολύ ωραίο έτσι... Μια να το δοκιμάσεις και θα με πεις μετά! Στο τραπέζι, μήτε ψίχουλο δεν έμεικε, φαγώθηκε όλο!
Ητανάνε κι ο κουμπάρος μας, φαγανός και πολύ χωρατατζής άθρωπος και γένηκε...τι να σε λέω! Τον είχε βάλει μια στο μάτι κι αυτός δεν τήνε ήθελε, αμά τήνε πήρε στο τέλος, θα σε πω την ιστορία μετά να γελάσεις!
Κατά το απόγεμα αργά, τον είπα το Γιάννη να πάμε κομματάκι κι απέ την αδερφή μου, να ευχηθώ κι εγώ σε όλοι που είχανε μαζωχτεί εκεί.
- Δέχτηκε; 
- Στην αρχή, μήτε που να το ακούσει! Αμά τον είπε ο κουμπάρος δυο λόγια να πούμε, ήμουνε κι έγκυα και τι να 'κανε, με λέει πάμε.


Από το καλύτερο ζαχαροπλαστείο αγόρασαν γλυκά κι ένα ποτό, έτσι για να φανεί ο γαμπρός. Μπήκε καμαρωτός στο σπίτι της κουνιάδας του κι έβγαλε αμέσως το παλτό της Άνθως για να δείξει τη μεταξωτή εσάρπα. Η Σουλτάνα τους καλοδέχτηκε, ευχήθηκε, τους φίλησε και τους πρόσφερε απ' όλα τα καλά που είχε το τραπέζι. Ο Γιάννης είχε αγοράσει τσιγάρα ακριβά για την περίσταση, όμως γέμισε κρυφά τις τσέπες του σακακιού του από τα πακέτα των άλλων...
- Εκεί να διείς τι γένηκε! Ήρτανε τα μικρά της Σουλτάνας με τα παιχνιδάκια που τους είχα πάρει και με τα δείχνανε! Τα άλλα που είχα ψουνίσει για τα παιδιά της Φωτεινής και της Αθηνάς, τα είχε κρύψει η Σουλτάνα για να τους τα δώκω κρυφά, αμά ο Ιάκωβος κι η Δομνίτσα που σκαλίζανε το σπίτι ούλο τα βρήκανε και τα φέρανε κι αυτά! Δεν το περίμενε η αδερφή μου που θα παγαίναμε τα Χριστούγεννα και δεν επρόλαβε να καταχωνιάσει και των παιδιών της! Ο Γιάννης το κατάλαβε και με κοίταε με πονηρία κι εμένα πια ταμπλάς πήε να μ' έρτει, τι να σε λέω! Να σε πω και την αλήθεια, με βάλανε κρυφά κι οι άλλες μου οι αδερφάδες κάτι στην τσέπη να πούμε, να ψουνίσω ό,τι θέλω. Παράδες πολλοί δεν είχανε, αμά αυτό που μπορούσανε...

Περασμένα μεσάνυχτα έφυγαν από της Σουλτάνας, φορτωμένοι γλυκά. Φοινίκια, δίπλες, κουραμπιέδες, σοκολατάκια, όλα χωρισμένα με χρυσόχαρτο και στολισμένα με κορδέλες κόκκινες, σε καινούργιες μεγάλες πιατέλες. Μία για κάθε αδερφή και κουνιάδα, έτσι για το καλό. Της Ανθούλας ήταν περισσότερο φορτωμένη και τους την έδωσε διακριτικά για να μη δουν οι κουνιάδες της.
- Στο καλό να πάτε και μακάρι να έρτετε και την Καλή Βραδιά! Αργά θα μαζωχτούνε εδώ, αλλάξετε το χρόνο κι ερχούσαστε, ναι; 
Δεν πρόλαβε να κλείσει την πόρτα η Σουλτάνα κι ο Γιάννης άρχισε να καλοπιάνει την Ανθούλα για να μάθει... 
- Κόκκινη σαν το παντζάρι είχα γένει! Με γελούσε πονηρά και στα μάτια μέσα με κοίταε και μ' αρώταε!
- Δε με λες μπρε Άνθω μου, σε είπα εγώ ποτές να μη δώκεις ένα πράμα στα ανίψια σου; Τι με τα κρύβεις, ε; Χαϊβάνι είμαι και δεν καταλαβαίνω για;
- Τι σε έκρυψα, τίποτις δεν σε έκρυψα! Πράματα εγώ δεν τα έδωκα, παράδες δεν έχω, πως θα τα ψούνιζα για; Μωρά είναι, τα πήρανε τα παιχνιδάκια δεν ξεύρω ποιοι και με τα δείχνανε!
- Μπρε, εμένα τέτοια πράματα μη με τα λες! Δεν τήνε είδα τη Σουλτάνα και τις άλλες που τις έπιασε φόβος; Κόκκινες γενήκανε, όπως γένηκες κι εσύ! Δε σε είπα να μην έχεις το χαρτζιλίκι σου, πάντα δε σε έδινα κι εγώ κρυφά και τα 'βανες στη ντουλάπα μας μέσα; Κι απέ τα μιστά σου που εδούλευες, καλά να έκαμες και να κρατούσες κι έτσι είναι το σωστό, έλα όμως που μας βρήκανε ζορίσματα και τα χαλάσαμε... Μπρε συ, μπα κι έχεις κάνα κρυφό κομπόδεμα; Εγώ που είμαι πολύ κύριος, εξόδεψα όλοι μου τοις παράδες για να πάμε αθρωπεμένα στην αδερφή σου τη γλωσσού, να μην έχει να λέει! Απέ το καλύτερο μαγαζί την ψουνίσαμε και μας εκοιτούσανε ούλοι που την έδωκα γλυκά και πιοτό! 
Σκόπιμα ο Γιάννης για να δειχτεί, δεν της τα πρόσφερε όταν μπήκαν στο διάδρομο που άφησαν τα πανωφόρια τους, αλλά περνώντας στη σάλα που ήταν όλοι μαζεμένοι. Η επίσκεψή τους έπρεπε να συζητηθεί, γι' αυτό τα κρατούσε επιδεικτικά, να καμαρώσουν όλοι το γαλαντόμο γαμπρό που ξόδευε παράδες για την εορταστική επίσκεψη στην κουνιάδα...
Από την επόμενη μέρα, η Ανθούλα κατάλαβε ότι ο άντρας της ψαχούλευε το δωμάτιο. Λίγο τα ρούχα στα συρτάρια, λίγο οι πετσέτες και τα σεντόνια, μέχρι και τα κουτιά των παπουτσιών ήταν βαλμένα λίγο στραβά. Του είχε μπει η ιδέα και δεν θα ησύχαζε αν δεν ανακάλυπτε το "μικρό θησαυρό" της. Τα λεφτουδάκια που της έδωσαν οι άλλες της οι αδερφές, πρόλαβε και τα έκρυψε στον κόρφο της κι έπειτα κάτω από το στρώμα κι αυτά.


- Για να τον φύει η ιδέα, τα πήρα απέ το σωμιέ και τα ΄βαλα στο εικονοστάσι! Λέω, που θα πάει, θα διεί και κάτου απέ το στρώμα, κει δα τα έκρυβε κι η μαμά του!
Ευτυχώς που τα πήρα, γιατί ητανάνε και πολύ πονηρός! Χα χα χα χα! Την Κυριακή που δεν εδούλεψε, με λέει μπρε Άνθω, κομμάτι το στρώμα να σηκώσω, να το γυρίσουμε πρέπει! Και με κοίταε μες στα μάτια, να διεί τι θα κάμω, ακούς; Τον λέω ναι Γιάννη μου, να βγάλουμε τα σκεπάσματα και τα σεντόνια και το γυρνάς!
- Άνετη εσύ βέβαια! Χα χα χα! 
- Ναι για! Το γυρνάει το στρώμα και είχε κατσουφιάσει κομμάτι! Σε λέει, είχε λίγοι παράδες και τοις εξόδεψε στα δώρα...






Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Τι θα γένει δω μέσα, με λες;



- Διε τα χάλια του γιόκα σου! Δε φτάνει που μας έφερε νύφη που δεν έχει μήτε μια κόχη δικιά της, τη γκάστρωσε κι απέ πάνου στο γλήγορο! 
Τι θα γένει δω μέσα, με λες; Τόσοι μήνες χωρίς δουλειά κι αυτή και να κάμει και τα νάζια της! Τούτο δε θέλει, τ' άλλο δεν τρώγει, έχεις και τον άλλονε να την αρωτάει όλη την ώρα μπας και τη μύρισε τίποτις κι όλο τα κοκορέτσια και τα κεφαλάκια να την κουβαλάει! Όλα τα 'χαμε, αυτό μας έλειπε για! Τα ιπέκια τη μαράνανε, πόσοι παράδες θα 'δωκε ο πασάς σου άραγες; Η Σουλτάνα που μας κοιτά με μισό μάτι τι κάμει, ε; Ας τήνε πάρει σπίτι της να τήνε κάμει τα κέφια της! 
- Τι λες τώρα μπρε κόρη μου; Θα φύει απέ δω να μείκει στης αδερφής της; Που ακουστήκανε αυτά τα πράματα, ε; Θα περάσει ο καιρός κι άμα γεννήσει θα βγει και πάλι στο μεροκάματο. Μπας κι έπαιρνε απέ λόγια ο αδερφός σου, άμα τον λέγαμε να μη τήνε πάρει; Κοτζάμ λεβεντόπαιδο είναι, την καλύτερη θα τον δίναμε και θα 'τανε πασάς, όχι να τόνε τρώγει κι αυτόνε το μεροδούλι... Διε που δεν κάμει μεροκάματο κάθε μέρα και τα πράματα σφίγγουνε και βάνει στην πάντα παράδες για το γιατρό! Φοβάται λέει μη και δεν τήνε κοιτάξουνε καλά και χάσει το παιδί, όπως τα 'παθε η Διονυσού του ποδηλατά. Πως εγλύτωσε απέ τα χέρια του αντρούς της ο γιατρός, θάμα είναι, απέ το λαιμό τον έπιασε σε λέει να τόνε πνίξει! 

Φούσκωνε η κοιλιά της Ανθούλας κι εκείνη καμάρωνε χαζεύοντας τις βιτρίνες που είχαν στολιστεί με τα καλά τους. Με το κόκκινο ριχτό φόρεμα και το μπλε παλτό με τις μεγάλες και βαθιές τσέπες που ζέσταιναν τα χέρια της κι έκρυβαν τους παράδες, σκεφτόταν ποιο καπέλο να διαλέξει. 
- Ας είναι καλά η αδερφούλα μου που με τοις έδωκε! Να περάσω κι απέ το μαγαζί του γαμπρού μου, να πάρω τα παπούτσια που μ' έταξε... Ρηχά με είπε που είναι, να χωρούνε τα ποδάρια μου που με πριστήκανε... Λυσσιάξανε κει πέρα με την εσάρπα τη μεταξωτή που με πήρε ο Γιάννης! Τόσοι μήνες τα μάζωχνε ο καημένος για να με την κάμει δώρο που με άρεσε... Να πάρω και κάνα παιχνιδάκι για τ' ανίψια μου, αμά κρυφά, μήτε ο άντρας μου να μη το ξεύρει... Άμα μ' αρωτήξει που βρήκα παράδες, τι να τόνε πω για, απέ το χαρτζιλίκι μου; Πέντε είναι, ζωή και χρόνια να 'χουνε τα τζιέρια μου! 
Η Σουλτάνα έφτασε στο μαγαζί φορτωμένη πακέτα. Ντυμένη κομψά, φορώντας πολλά από τα χρυσαφικά της, όπως καλούσαν οι μέρες οι γιορτινές, καλημέριζε τους γείτονες με ευχές και γέλια. 
- Γιώργο μου! Έλα να με ξαλαφρώσεις κομματάκι μπέη μου! Αχ και τι ωραία ζεστούλα έχει εδώ! Τα ποδάρια μου δεν τα νιώθω απέ το κρύο για! Τσαγάκι με μυρίζει, να πιω κομμάτι να ζεσταθούνε τα μέσα μου! Ψούνισα τα δώρα για όλους και ξέγνοιασα, αμά τα δικά μου αύριο πια, με ησυχία. Να διείς τι σε πήρα πασά μου, καζάκα μάλλινη σιέλ που σε πάει και το χρώμα! Η Άνθω ακόμα δεν ήρτε; Που γυρνάει κι αυτή με την κοιλιά εκεί μες στο κρύο; Να σε πω, να τη δώκω σήμερα τα δώρα της λες, να τα βάλει τα Χριστούγεννα να χαρεί; Πολύ στεναχωριέμαι που θα κάμουμε χώρια τις γιορτές... Αμά και τι να κάμω, όλο το σόι του γαμπρού θα ΄πρεπε να καλέσω και καλά καλά δεν τα 'χουμε με δαύτοι... Να μείσκανε μόνοι τους, μάλιστα, αν και δεν τόνε θέλω τον αδικιωρισμένο θα το έκαμα για την αδερφούλα μου, δε θα μείκουμε η μια μακριά απέ την άλληνα για δαύτονα! Πολύ τήνε σκέπτουμαι μπρε άντρα μου, πάρα πολύ... 

Η Ανθούλα άκουσε τα τελευταία λόγια της Σουλτάνας μπαίνοντας στο μαγαζί. Ο υπάλληλος που στεκόταν στην πόρτα και υποδεχόταν τους πελάτες ανοιγοκλείνοντας την καλημέρισε ευγενικά και πήρε τις τσάντες και το μεγάλο πακέτο από τα χέρια της. 
- Μπρε καλώς τηνε με τα ψούνια της! Έλα, κάτσε να ζεσταθείς κομμάτι μπρε κουνιάδα! Και να διείς τι ωραία παπούτσια σ' έχω κρατήσει! Το μωρό κλωτσάει, κλωτσάει; Χα χα χα χα! Βόλτα με το κρύο το 'βγαλες κι εσύ μπρε Άνθω μου! 
- Καλά σε λέει μπρε ο γαμπρός σου! Τόσες ώρες μες στοις δρόμοι μη και πάρεις κάνα κρύο έγκυα γυναίκα! Ο άντρας σου πού είναι, στο σπίτι και ραχατίζει σαν τον πασά;

- Στη δουλειά είναι κι είπα να βγω κομματάκι όξω κι εγώ να κάμω ένα σεργιάνι. Άμα στο σπίτι ητανάνε δε θα με άφηνε για! Να σε δείξω τι ψούνισα, καπέλο γούνινο και γιακά! Επήρα κάτι και για τα παιδιά... 
- Τίποτις να μην τα ψούνιζες Άνθω! Ξένοι δεν είμαστε για, σάματις δεν ξέρουμε που δύσκολα τα φέρνετε βόλτα; Για να διω τα δικά σου πως σε πάνε! Απα πα πα καλέ, τι ομορφάδες είναι αυτές, κούκλα είσαι! Με γεια σου τζιέρι μου και με το καλό να λευτερωθείς! Κι εγώ σε πήρα κάπα κόκκινη με γάντια ίδια, διε τι ωραία που είναι! Πάμε κομματάκι και στο κομμωτήριο να σιάξουμε τα μαλλιά μας, άμα πιεις το τσαγάκι σου, ναι;
- Σουλτάνα, εσύ με τα πήρες και το ξεύρεις... Χάλασα απέ τοις παράδες που με έδωκες... 

- Καλά έκαμες, γι' αυτό σε τοις έδωκα! Αμά για τοις άλλοι, σε τα πήρα μονάχη μου και σε τα 'δωκα εδώ στο μαγαζί! Αμά την κάπα και τα γάντια που θα διούνε μαζί με τα γούνινα, κομμάτι πολύ δεν πάει; Να σε τα δώκω για την Καλή Βραδιά, μη τα πας μαζωμένα και σε τρώει κι η γλώσσα τους! Τα σημερινά μη ξεχάσεις, σε τα πήρα πιο νωρίς για τα Χριστούγεννα θα πεις!
- Ναι, ναι, έτσι θα πω. Ο Γιάννης με πήρε την εσάρπα τη μεταξωτή που με άρεσε πολύ, ακριβό δώρο και καλό! 
- Πάλι καλά! Γιατί να μη σε κάμει δώρο ακριβό, σάμπως και δεν το αξίζεις; Οι άλλες θα τον κάμανε κάνα πατιρντί στα σίγουρα... Αχ μπρε κοκόνα μου...και να 'ξευρες τι καημό έχω μέσα μου... Να φύγεις απέ κει μέσα, να στήσετε δικό σας νοικοκεριό, τώρα και με το παιδί τι θα γένει... Λεχώνα θα βγεις να ξενοδουλεύεις μπρε; Δούλα γένηκες που σε είχαμε πως και τι... Δε θέλαμε να κάμουμε όλοι μαζί τις γιορτές και να φάμε και να πιούμε μπρε; Αμά, πως θα φύεις απέ κει μέσα, όλοι πρέπει να έρτουνε στο σπίτι μου, πες με τι να κάμω για; Άμα κι η παντρεμένη η αδερφή του θα 'ναι με τον άντρα της, που ο χριστιανός δε με φταίει σε τίποτις, αμά αυτή μας βλέπει στραβά κι η άλλη που τόνε φύτεψε και γύρισε πάλι εκεί και τη θρέφει ο άντρας σου... Να πω την πεθερά σου; Κακός χρόνος να την εύρη κι αυτήνα, που την έπεσες και λίγη... Ό,τι αξίζει ο πεθερός σου, καλός άθρωπος αυτός, αμά και τι να σε κάμει μέσα στα φίδια κει πέρα; 

Στο μεροκάματο είναι κι οι άλλες μας οι αδερφάδες, αμά επήρανε αθρώποι καλοί και πέσανε και σε πεθερικά της προκοπής κι έχουνε τα δικά τους σπίτια... Δεν ξεύρω τι να κάμω... 
Η Ανθούλα είχε χαμηλώσει το κεφάλι κι έπαιζε μηχανικά με τη φουντίτσα του κασκόλ της. Αγαπούσε το Γιάννη κι έκανε υπομονή, απέφευγε να τα λέει όλα στις αδερφές της για να μη χειροτερέψουν τα πράγματα. Κάτι όμως στο βλέμμα της, έδειχνε ότι περνούσε στεναχώριες... 
- Σουλτάνα, ξεύρεις, ο Γιάννης σε λίγοι μήνες θα φύει να υπερετήσει... Ίσια που θα διει το παιδί να σαραντίσει...

- Συφορά μας! Και θα μείκεις εκεί με το παιδί μονάχη σου; Αστράτευτος άντρας, οι παντρειές τόνε μαράνανε! Θα πρέπει να κόψεις το λαιμό σου να το μεγαλώνεις, ο μπαμπάς του ίσα που τα βγάνει πέρα με τη στέρηση! Διε, ας έρτει η ώρα η καλή να λευτερωθείς μ' ένα γερό παιδί και θα τον μιλήσω πάλι εγώ να διούμε τι θα γένει... Με αρέσει που 'χει και τη μύτη κει πάνου ο αδικιωρισμένος, κατάλαβες; 




Με τα καινούργια της παπούτσια και τα γούνινα αξεσουάρ στα φανταχτερά πακέτα, μπήκε τρέμοντας από το κρύο στο σπίτι. Ο Γιάννης δεν είχε γυρίσει ακόμα κι οι κουνιάδες με την πεθερά την κοίταξαν έκπληκτες. Φρεσκοχτενισμένα τα μαλλιά της σε μπούκλες, στεφάνωναν με χάρη το στρογγυλό της πρόσωπο και το λαμπερό της χαμόγελο έδειχνε ότι ήταν ευχαριστημένη. 
- Μπα! Γι' αυτό έκαμες τόσες ώρες να γυρίσεις; Και ψούνια και κομμωτήρια; Τι θα τον πω το γιο μου που 'σουνα στοις δρόμοι με τα κρύα έγκυα γυναίκα, ε; Απέ το πρωί λείπεις κι έφτασε μεσημέρι! Τοις κόποι του εβγήκες να πετάξεις, που θα πάει στρατιώτης και δε θα 'χει μήτε έναν τσιγάρο να πιει! 
- Η αδερφή μου η Σουλτάνα με τα ψούνισε όλα, εγώ παράδες δεν έχω! Μήτε ο Γιάννης έχει, δεν το ξεύρεις μαμά; Και τα μαλλιά μου εκείνη πλέρωσε και με τα λούσανε και με τα σιάξανε! Και με είπε που να μη σκύβω με την κοιλιά και στεναχωράω το παιδί, ίσια με δυο χέρια που τα περνάω ώρα θέλει... Στα μισά της βδομάδας θα με πάει και στα λουτρά, που οι ατμοί βοηθούνε λέει για τη γέννα! Φοβάται και να μη πάρω κάνα κρύο κι ούτε γιατρικό δεν κάνει να πιω... 
- Η Σουλτάνα.... Μπρε συ, άμα ήθελε να σε βοηθήσει, παράδες έπρεπε να σε δώκει! Να μείσκανε απέ τη δούλεψή του, για να ΄χει κι αυτός ο γιος μου που θα φύει στρατιώτης το κατιτίς του! Πόσα τον ζήτηξε ο γιατρός να σε ξεγεννήσει ξεύρεις; Πτωχοί αθρώποι είμαστε, στον καλύτερο έπρεπε να πας; Δε σε λέγω να είναι χασάπης να σε πιάσει σαν το σφαχτό, θαρρείς που κι εγώ δεν έχω την έγνοια σου; Αγγόνι θα με κάμεις, στο κεφάλι μου και παραπάνω θα το ΄χω, αμά έχει πουληθεί ολάκερος σε λέω! Της αξαδέρφης μου η κόρη μια χαρά δεν λευτερώθηκε και στα τρία της τα παιδιά; Κακό πράμα έχεις Άνθω, δεν σκέφτεσαι τίποτις! Δε σε λέω που 'σαι κακιά κοπέλα και σεβαστικιά είσαι και ήσυχια είσαι, αμά πες με τι προκοπή θα γένει, ε; Τόνε λιμπιζούντουσανε το γιο μου καν και καν κοπέλες με παράδες και σπίτια δικά τους! Μια απέ δαύτες άμα έπαιρνε, θα 'χε την κόχη του, θα εργαζούτανε αμά δε θα έμεισκε έτσι δα χωρίς τίποτις! Διε τώρα χάλι μαύρο, τι θα γένει δω πέρα; Που είχε υποχρεώσεις, δεν το ήξευρες; Κι αυτό το πράμα, το ΄να δεν τρως, τ' άλλο δε θέλεις... Όλο όξω για τοις μεζέδες όλη την ώρα, φαγιά καλά δεν ψήνουμε εδώ; Και τα κρεατερά και τα λαδερά, τι σε λείπει για; Τόνε φέρνεις και τον άντρα σου σε τέτοια θέση να στενοχωρεύεται και να μη ξεύρει τι να σε κάμει για να μη μείσκεις νηστικιά... Άμα μπείτε σε δικό σας σπίτι, κάμε ό,τι θέλεις, αμά σε μεγάλη φαμίλια μέσα τα φαγάκια πρέπει να φτουράνε... 
Η Ανθούλα δεν απάντησε. Το φαρμακερό βλέμμα της κουνιάδας της την έκανε να σφίξει στην αγκαλιά της τα πακέτα και να φύγει τρέχοντας για το δωμάτιό τους. Σε λίγο άκουσε και την άλλη να έρχεται, με την κλάψα και τη μουρμούρα μόνιμα. Τα πιατικά στρώθηκαν στο τραπέζι και η αχνιστή ψαρόσουπα σερβιρίστηκε με τα λαχανικά στο λαδολέμονο. Τη φώναξαν για να φάνε όλες μαζί. Η όρεξή της, δεν τραβούσε ψαρόσουπααλλά θα έκανε υπομονή... 
- Φάε μπρε Άνθω κομματάκι ακόμα, για δυο πρέπει να τρώγεις, δεν το ξεύρεις; Τι ουσία θα πάρει το παιδί με δυο τρεις βούκες, με λες; 
- Χόρτασα, άλλο δεν πεινάω... 
- Άστηνα μαμά, αφού σε λέει που δε θέλει! Ψαρόσουπα το μωρό δεν τη ζητάει, κάνα κεμπάπι άμα είχε να διείς πως τα το έκαμε μια χαψιά! 



Ο Γιάννης γύρισε την ώρα που μάζευαν το τραπέζι και το πιάτο ήταν ακόμα μπροστά στη γυναίκα του. 
- Καλώς το γιο μου! Κάτσε να σε βάλω να φας, ωραία σούπα έχουμε, με ψαράκια διάφορα! 
- Άνθω! Ακόμα να φας εσύ; Δε σε έχω πει να μη με περιμένεις και να μείσκεις έτσι;
- Έφαγα Γιάννη μου, χόρτασα! 
- Τι έφαες μπρε γυναίκα, με λες; Γιομάτο είναι το πιάτο σου, σάμπως και το λείπουνε δυο κουταλιές μονάχα! Μπα και σε τραβάει η όρεξή σου τίποτις άλλο να πάω να σε το φέρω; Πες με τι θες;
Τα χαμηλωμένα μάτια και το αμήχανο χαμόγελο της Ανθούλας, άνοιξαν τα στόματα των γυναικών. Ο Γιάννης έφαγε με όρεξη, ήπιε κι ένα ποτηράκι κρασί και στάθηκε κοντά στην ξυλόσομπα να ζεσταθεί. Στο δωμάτιό τους, τα πακέτα είχαν ανοιχτεί και καμάρωναν απλωμένα στο κρεβάτι τα γούνινα και τα παπούτσια. 
- Πω πω πω! Τι είναι όλα τούτα μπρε γυναίκα; Καπέλο, γιακάς μεγάλος, παπούτσια! Που βρήκες τόσοι παράδες; Ακριβά πράματα, πολύ ακριβά!
- Η Σουλτάνα Γιάννη μου, δώρο με τα έκαμε! Τα παπούτσια ο γαμπρός μου, τα καλύτερα είναι...
- Σε τα πήρε η αδερφή σου, ε; Και στο κομμωτήριο πήες, γκιουζέλα γένηκες! Μαζί επήατε κι εκεί; Καλά σε έκαμε, αδερφή της είσαι κι αυτοί παράδες έχουνε πολλοί! Βλέπω εγώ τι γένεται στο μαγαζί, κόσμος μπαίνει και βγαίνει συνέχεια! Καλό μεροκάματο βγάνει ο Γιώργος κι έχει η Σουλτάνα μπόλικοι παράδες στη μπάνκα! Αμά, σαν η πιο μικρή που είσαι, να σε κοιτάζει πρέπει που δεν είμαστε πλούσιοι!
- Παράπονο δεν έχω, με δίνει πάντα! 
- Τι σε δίνει πάντα για; Σ' έκαμε στο γάμο δώρα, σε ψούνισε κι αυτά για τις μέρες τις καλές! Τι πάντα με λες; Σάματις να σε δίνει παράδες κάμεις! Άμα με κοιτάει με ένα μάτι, την κοιτάω κι εγώ με μισό, σε το λέω να το ξεύρεις! Καλή χριστιανή άμα ητανάνε, έπρεπε να σε βοηθήσει, είσαι κι έγκυα γυναίκα! Εγώ θα φύω σε λίγο καιρό, τέσσερα χρόνια στρατιώτης θα κάμω, να σε παρασταθεί κι εκείνη! Για το παιδί δε γνοιάζουμαι, όλοι εδώ θα το μεγαλώσουνε, τζιέρι τους είναι! 
Να τη μιλήσεις για να καταλάβει κι αυτή δυο πράματα σε λέω, όχι μονάχα τη φιγούρα να κοιτάει! Ωραία και καλά τα ψούνια που σ' έκαμε, αμά να την πεις που δεν έχεις παράδες που θα φύω, να σε βοηθήσει κομμάτι! Όχι όμως που εγώ το είπα και το ξεύρω, απέ μονάχη σου σε λέω να τα πεις!
- Δε μπορώ να την πω τέτοιο πράμα Γιάννη... Αυτή εφώναζε να μη σε πάρω και μ΄έλεγε ένα σωρό λόγια, παράδες θα πάω να τη ζητήσω;
- Είπε και είπε! Λες και δεν τα ξεύρω! Και οι δικοί μου είπανε, αμά εγώ σε στεφάνωσα και δεν άκουσα μήτε μάνα, μήτε αδερφάδες! Κι εσένα σε είπα μην ακούς κανένανε, εγώ είμαι εδώ! Μείσκουμε μαζί τους σ' ένα σπίτι, όξω δε μας εβγάλανε! Άιντε, βάλε το χοντρό σου το παλτό να σε πάω να φας ένα σουγλάκι, που έμεικες πάλι νηστικιά

Άλλο που δεν ήθελε η Ανθούλα! Πέρασε σιωπηλή από την κουζίνα που κάθονταν πεθερά και κουνιάδες, στάθηκε λίγο στην πόρτα και μ' ένα χαμόγελο τις χαιρέτισε κι έφυγε πιασμένη στο μπράτσο του Γιάννη, για πίτα με ντονέρ και ξεροψημένες τηγανητές πατάτες... 







Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Ιπέκια θέλει ελόγου της να στρώσει;



- Μπρε συ, όλα τα 'μαθα για δαύτονα! Δε σε είπα που θα 'χει μεγάλο κουσούρι; Γυναικάς απέ τους λίγους, μήτε θηλυκό κουνούπι δεν αφήνει όρθιο, ανάσκελα το ρίχνει! 
Με τα χέρια στη μέση η Σουλτάνααπαριθμούσε τα ελαττώματα του Γιάννη και της φαμίλιας του. Λυτούς και δεμένους είχε βάλει, για να ψάξουν, να μάθουν.
Έπρεπε να ξέρουν οι αδερφές της ποιος ήταν αυτός που ξελόγιασε τη μικρή κι ήθελε να την παντρευτεί. Ο αδερφός τους ο Θοδωρής υπηρετούσε και σπάνια τους έστελνε γράμμα. Είχε ερωτευτεί και μια κοπέλα από τον πάνω μαχαλά κι η έννοια του ήταν πότε θα απολυθεί για να δώσει λόγο στους δικούς της. 
- Δεν κάμει αυτός ο άθρωπος για σένανε, κατάλαβέ το μπρε Άνθω! Υπερέτρια θα γένεις στο σόι του, καταλαβαίνεις τι σε λέω; Μικρούλα είσαι ακόμα για, θ' ανοίξει η τύχη σου, θα βρεθεί ένα καλό παιδί με μια δουλίτσα σταθερή να φας ένα κομμάτι γλυκό ψωμί! Τον πρώτο καιρό που ητανάνε στα ντουζένια του, όλα καλά με τις αρρεβωνιάρες, αμά σε λίγο τις έκαμε τις κουτσουκέλες του! Βέρα δεν τους είχε περάσει βέβαια, αμά στο επίσημο ητανάνε. Χώρια που έμπαινε η μάνα του στη μέση και παίρνανε δρόμο οι κοπέλες! Σε λένε, που πάω να πέσω; Ζακέτο είναι η παντρειά, μια που το βάζεις και μια που το βγάζεις; Ζωή ολάκερη είναι μπρε συ! 
Σε βαριά μελαγχολία έπεσε η Ανθούλα. Έσβησε το χαμόγελο απ' τα χείλη της και το ύφος της ήταν μόνιμα παραπονεμένο.
- Σουλτάνα, τι θα γένει με τη μικρή;
- Θα σκάσω μπρε Φωτεινούλα μου, διε κακό που μας βρήκε... Σάματις δε θέλουμε να τη διούμε ευτυχισμένη τη μικρή μας; Αμά, πως να κλείσουμε τα μάτια και να την πούμε το ναι, με λες; Άλλοι στη θέση μας, αμάν θα κάμανε για να τήνε ξεφορτωθούνε και να μην έχουνε την έγνοια της, εμείς όμως είμαστε άλλης καρδιάς αθρώποι. Αμά κι εσύ μπρε ζεβζέκα, καντάδα την έκαμε και χαμπάρι δεν επήρες! Άκου κει να νομίζεις που 'καμνε την Κυριακούλα! Τι να σε πω μπρε, α πα πα πα... Έπρεπε να ήμουνε εγώ και θα 'βλεπες τι θα τον έκαμνα το γιαλαντζί ασίκη, που κακό χρόνο να ΄χει ο αδικιωρισμένος, την κεφάλα στα δυο θα τον έσπαζα! 
- Αχ...
- Πού να τήνε πάρει και να τήνε πάει, με λες; Να πεις που έχει μια δουλίτσα σταθερή και βγάνει δυο παράδες σίγουροι, να πιάσουνε ένα σπιτάκι να στήσουνε το νοικοκεριό τους, να κάμουμε κι εμείς ό,τι μπορούμε, όχι δε σε λέω! Αμά, πες με μπρε, απέ που να τόνε πιάσουμε; Μια που είναι γυναικάς πολύ κι αυτό το χούι δεν κόβεται, δυο που θέλει να τήνε βάλει μέσα στο σπίτι της μάνας του με όλους στο κεφάλι της να τους κάμει τη δούλα, τρεις που απέ τα μιστά του όλοι  περιμένουνε... Και να καλοδούλευε, πάει στα κομμάτια, το ψωμί ψωμάκι θα πει η μικρή κει μέσα... Μου θέλουνε και νύφη παραλού τρομάρα τους! Να διούνε τη μούρη τους πρώτα, που λογαριάζουνε με την παντρειά του να κάμουνε την τύχη τους! Άμα έτσι σκέπτουνται η τρελοφαμίλια του κι αυτός συφεροντολόγος δε θα ΄ναι, ε; Πες με σε παρακαλώ! Μαύρη ώρα που τη μίλησε και τήνε ξελόγιασε την αδερφούλα μας, κακός του χρόνος και μαύρος του αδικιωρισμένου! Το άλλο το νέο το 'μαθες; Την έστειλε ραβασάκι, που θα πάει λέει να βρει το μπαμπά μας να τα μιλήσουνε! Κι άμα πει αυτός το ναι, πάει αδερφή, καήκαμε! 

Τον έπιασε ο Γιάννης στην ταβέρνα που μπεκρούλιαζε, τον κέρασε κάμποσα ποτήρια κρασί και καλό μεζέ, άφησε και στο μικρό που σερβίριζε μερικούς παράδες και τον πήρε με καλό μάτι ο πεθερός.  
- Θα τήνε έχω στο κεφάλι μου κι ακόμα πιο πάνω την κόρη σου! Πλούσιος μπορεί να μην είμαι, αμά νοικοκυραίοι αθρώποι όλη η φαμίλια μου είναι, θα δουλέψουμε και θα φκιάσουμε καλό σπιτικό. Και οι άλλες σου οι δυο κόρες στο μεροκάματο είναι, αμά κι οι γαμπροί σου καλοί σε βγήκανε, η Σουλτάνα μόνο στέκει πιο καλά. Έτυχε αυτή και τόνε βρήκε με το μαγαζί δικό του, τι να κάμουμε; Μια αδερφή τους έμεικε κι άμα θέλει κείνη να τον πει για να βοηθήσει...
Με το πες πες και το κρασί, έδωσε τα χέρια με τον πατέρα. Ο καβγάς που του έστησε η Σουλτάνα, τον έκανε να φύγει και να μη ξαναπατήσει στο σπίτι της. 
- Μπαμπά, μη με συχύζεις σε λέω! Εσύ τήνε μεγαλώνεις την Άνθω; Εσύ τήνε ταΐζεις, εσύ τήνε ποτίζεις, εσύ τήνε ντύνεις; Που αν ήσουνε εντάξει, θα τρώγαμε με χρυσά κουτάλια και θα 'χαμε πλούτη ίσια με τα γεροντάματά μας, αλλά που; Έκαμες ό,τι έκαμες, χάσαμε τη μαμά μας απέ τον καημό της, που μόνο μέσα στο σπίτι δε μας εκουβάλησες τις γκόμενες, να πάρεις και τη μικρή στο λαιμό σου τώρα; Κι αυτά που με λες για τον άντρα μου να τα ξεχάσεις, ακούς; Τι τόνε πέρασες το Γιώργο, όλους στο κεφάλι του θα σας έχει; Και μη νομίζεις που δεν ξεύρω τις παράδες που σε δίνει άμα παγαίνεις απέ το μαγαζί! Κείνος μπορεί να μη με λέει τίποτις, αμά ο κόσμος μάτια έχει και βλέπει, όλα με τα λένε! Επειδής αυτός ξελόγιασε τη μικρή, έβαλε με το νου του να μασήσει απέ τον δικό μου τον άντρα;
Τον κακό του τον καιρό να τον πεις, δεν είμαστε κορόιδα, το λαιμό του να κόψει και να τήνε ζήσει άμα τόσο τήνε θέλει! Κι άμα θέλει κι η Άνθω να φάει το κεφάλι της με δαύτονα, άλλο τίποτις δε μποράω να κάμω. Μια τη μίλησα, δυο, εκατό, χαμπάρι δεν παίρνει! 


Έδωσε την ευχή του ο πατέρας κι επισήμως πια σεργιάνιζαν καμαρωτοί, ενώ η Σουλτάνα άφριζε απ' το κακό της.
- Να βάψει το βρακί της μαύρο με τέτοιον άντρα! Φτου στα μούτρα του τον αρσίζη! 
Η Φωτεινή κι η Αθηνά, δεν το πήραν και τόσο βαριά. Αγαπήθηκαν και θα στεφανωθούν, ας δουλέψουνε κι οι δυο να προκόψουνε. 
- Άμα με πήε στο σπίτι του, μόνο ο πατέρας του με είπε καλώς τη νύφη μας. Ητανάνε κι η μαμά του κι οι κουνιάδες μου και με μισό μάτι με κοιτάζανε! Να σε πω την αλήθεια, φοβήθηκα έτσι που τις είδα κι είπα μέσα μου να φύω, να πάω στις αδερφές μου... Αμά έκαμα υπομονή και είπα με τα κείνονα θα ζήσω, θα σιάξουνε τα πράματα. Παγαίναμε περίπατοι, παγωτάκι τρώγαμε, πορτοκαλαδίτσες κρύες στα ωραία τα καζινάκια και βλέπαμε και τη θάλασσα... Εγώ που αγαπούσα το κοκορέτσι, άμα περνούσαμε απέ τις ταβέρνες κι έβλεπα που τα ψήνανε, σκεπτούμουνα τι καλά που θα ητανάνε να μ΄ έλεγε να κάτσουμε εδώ να φάμε και πιούμε και μια κρύα μπυρίτσα! Κι εκείνος που μ' έβλεπε να τα κοιτάζω, τι έλεγε για; Εδώ, μες στον κόσμο δε θα κάτσουμε, μήτε να σε πιάσω το χεράκι σου το ωραίο δε θα μπορώ! Χαχαχαχα! Και πάγαινε και τον έλεγε να τον τυλίξει στο χαρτί μια καλή μερίδα να πούμε, για να το πάρω και να το φάω στο σπίτι! 
Οι αδερφές μου με φωνάζανε, πρόσεχε μη σε ξεγελάσει κακομοίρα μου, το χέρι θα τον κόψουμε άμα το απλώσει παραπάνω! 
- Η Σουλτάνα; 

- Με το ζόρι τόνε μίλαε! Κι οι δικοί του με το ζόρι ήρτανε στο σπίτι για τα δαχτυλίδια, δε με θέλανε που ήμουνα κοπέλα πτωχή, χωρίς σπίτι. Με κάμανε την προικούλα μου οι αδερφές μου, ρουχισμό, πλεχτά, κεντίδια, τα έπιπλα θα τα έκαμε ο αδερφός μου που ητανάνε η δουλειά του, αμά στα πεθερικά μου που μείσκαμε τι να βάναμε μέσα; Η Σουλτάνα με πήρε πράματα πολλά και τα 'δειξε την πεθερά μου και την λέει άμα πάνε στο δικό τους το σπίτι θα τα δώκω, να τα χαρεί η αδερφή μου. Η πεθερά αγρίεψε να πούμε και την λέει την προίκα τήνε δίνουμε στις γάμοι, όχι μετά. Την απαντάει κι η αδερφή μου, που στις γάμοι κάμουνε το σπιτικό τους τα αντρόγυνα και μείσκουνε σαν τα περιστεράκια, όχι με τόσοι νοματαίοι! Διε, τα κουταλάκια κι όλα τα ασημικά και οι πορσελάνες, απέ τη Σουλτάνα είναι! Και παράδες μ' έδωκε κρυφά και με είπε πάρε και να μη το ξέρει κανένας, δικά σου είναι. Κει μέσα, μήτε κάρτσες μήτε παντόφλες δε σε βλέπω να παίρνεις, αξυπόλητη θα 'σαι! Με κοίταξε πολύ η αλήθεια, δε μπορώ να πω. Παράλογη δεν είναι, κωλοπετσωμένη και γλωσσού ναι, αμά στο δίκιο απάνου... 
Έτσι ήταν ανέκαθεν η Σουλτάνα. Το κιουμουρλούκι* της γέμισε πράγματα που αγόραζε κρυφά και φανερά για την προικούλα της Άνθως. 
- Τον κακό της τον καιρό την κατσιβέλα! Ιπέκια* θέλει ελόγου της να στρώσει; Να χαθούνε κι αυτή κι οι κόρες της που θα βάλουνε χέρι στα δικά σου τα πράματα!
Πες τον αυτόνε να σε πιάσει σπίτι, να μείκετε μονάχοι σας το γληγορότερο! Τη στρώση τη νυφικιά θα σε δώκουμε, που 'βγαλε τα μάτια της η αδερφή μας να κεντάει και το ρουχισμό σου. Και πεσκίρια και κουβέρτες και πάπλωμα, ως εκεί! Στο κρεβάτι σου ποδάρι καμιά τους δε θα βάλει, πάρτα και χαλάλι σου! Τα άλλα σου όμως τα προικιά, στο δικό σας το σπίτι, τ' ακούς; 



Ο γάμος έγινε πριν συμπληρώσει η Ανθούλα τα δεκαεπτά.
Χαμόγελο δεν έσκασε στα χείλη τους αφού την κοιτούσαν με μισό μάτι...
- Εκάμαμε κι ένα τραπέζι στο σπίτι, ίσα ίσα οι αδερφάδες μου με τις γαμπροί, ο αδερφός μας, ο μπαμπάς μας κι ο κουμπάρος. Ο Γιάννης εφώναξε και δυο φίλοι του με τα όργανα, ίσια με το πρωί γλεντήσαμε! Οι κουνιάδες μου όλο νεύρα είχανε που ετοιμάζανε τα φαγιά, στραβά μας βλέπανε κι εμένα και τη φαμίλια μου κι όλο πετούσανε τις κουβέντες τους... Ο Γιάννης είχε στείλει στο φούρνο ένα αρνί ολόκληρο και με καθάριζε το κεφαλάκι που με άρεσε πολύ και με τάϊζε και με λέει η Σουλτάνα στ' αυτί, φάε τώρα, γιατί σε βλέπω με φασούλια να τη βγάζεις από δω και πέρα! Χα χα χα χα! Και να σε πω, με πήε μέσα στην κάμαρή μας και μ' έδωκε κι άλλοι παράδες, μαζί σηκώσαμε το στρώμα και με τα ΄βαλε απέ κάτου, μη και τα διεί κανείς.
- Το νου σου καημένη μου, κρυφό θα το ΄χεις το κομπόδεμά σου! Αυτά, με τα έδωκε ο γαμπρός σου, που πολύ σ' αγαπάει κι ας ήξευρε που σ' έχω δώκει κι άλλοι! Ό,τι θέλεις να ψουνίζεις για σένανε κι άμα σ' αρωτήξουνε που τα βρήκες, θα πεις που σε τα πήρα εγώ, κατάλαβες; Και ψωμί να μην έχετε δω μέσα, μιλιά εσύ, να κόψουνε το λαιμό τους αυτοί, εσένανε να κοιτάζεις μονάχα!


Σε τρεις μέρες, ενώ έπιναν το πρωινό τους τσάι, έφερε η πεθερά της τη συζήτηση για τη δουλειά. Από το κομμωτήριο είχε φύγει, ήταν κυρία πλέον παντρεμένη κι όχι η κοπελίτσα που έδινε τα παλτό και τα καπέλα στις πελάτισσες και τους βούρτσιζε τις τρίχες. Έπειτα, δυσκολευόταν και το αφεντικό, μικρούλες κι ελεύθερες ήθελε κι όχι γυναίκες με οικογενειακές υποχρεώσεις. Δουλειά άλλη δεν ήξερε να κάνει, μόρφωση δεν είχε, τέχνη δε γνώριζε. 
Η μεγάλη της η κουνιάδα, έριξε την ιδέα να πάει στα γραφεία ενός εμπόρου, που του είχε φύγει η καθαρίστρια. Μιας εβδομάδας νύφη, έπιασε το σφουγγαρόπανο και το έκανε να στενάζει. Τέσσερα γραφεία που μπαινόβγαιναν τόσοι άνθρωποι κάθε μέρα, είχαν λάτρα μεγάλη. Οι παράδες όμως δεν τους έφταναν και τελειώνοντας τα γραφεία έτρεχε στα σπίτια, για να συμπληρώσει το εισόδημά της. Οι αδερφές της είχαν στεναχωρεθεί πάρα πολύ, η Σουλτάνα φώναζε κι αναθεμάτιζε γαμπρό και συμπεθέρους... 

- Στο δίμηνο απάνου, έμεικα έγκυος στην κόρη μου. Χαρά ο Γιάννης που θα τόνε έκαμα μπαμπά, τι να σε λέω! Ο πεθερός μου με αγκάλιαζε και με φιλούσε κι όλο με φώναζε κοντά του για να με δίνει απέ τις μεζέδες του. Το ουζάκι του το 'πινε τη μέρα δυο φορές και πάντα μ' έδινε να φάω κρυφά απέ τις άλλες. Η αλήθεια, ήμουνε κι εγώ κομματάκι ιδιότροπη με τα φαγιά και δεν έτρωγα ό,τι να 'ναι. Άμα στρώνανε το τραπέζι να πούμε, δεν καλότρωγα και φωνάζανε που όλο δε με αρέσανε κι είμαι παράξενη, αμά ο πεθερός μου με κράταγε πάντα στην άκρη το κατιτίς μου. Οι κουνιάδες μου κι η πεθερά μου δεν το περιμένανε να πιάσω παιδί έτσι γλήγορα, η μια ελύσσαγε που ητανάνε άκληρη κι η άλλη που θα είχαμε πιο πολλές υποχρεώσεις... 

- Ητανάνε ανάγκη να κάμετε παιδί μάνι μάνι; Δε βλέπεις που δυσκολευούμαστε όλοι και οι παράδες δε φτάνουνε;
- Ωχ μπρε μάνα κι εσύ, τι τρωγούσαστε όλη μέρα; Καλοστέριωτο να λέτε πρέπει, δε θα χαθούμε, έχει ο Θεός! 

- Να πιάνατε δυο παράδες πρώτα σε λέμε και το παιδί μετά, έχετε καιρό! Άμα αρχινίσει να φουσκώνει, στη δουλειά πως θα παγαίνει για, τι θα γένει, πως θα βγείτε πέρα; 

- Δε θα παγαίνει, πως θα παγαίνει έγκυα γυναίκα; Να μας έρτει καμιά συφορά; Θα με κάμει το γιο, πάει και τέλειωσε!








Κιουμουρλούκι - Αποθήκη

Ιπέκια - Μεταξωτά 






























Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

ΡΑΔΙΟΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ @ SpIrto Web Radio...Ας χαρίσουμε χαμόγελα στα παιδιά της ΚΙΒΩΤΟΥ...!!!





ΣΑΒΒΑΤΟ 15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012
από τις 11 το πρωί και...όσο πάει...!!!

Βάλαμε στοίχημα και σας καλούμε να μας βοηθήσετε να το κερδίσουμε...
Τί...???
Να χαρίσουμε όσα περισσότερα χαμόγελα μπορούμε στα παιδιά της ΚΙΒΩΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ...!!!
Πώς...???
Μένοντας στον αέρα όσες περισσότερες ώρες εσείς μας επιτρέψετε...!!!
Με ποιό τρόπο...???

Ετσι:
Με μαραθώνια εκπομπή από την ιντερνετική μας συχνότητα,καλούμε όλους τους φίλους bloggers,αναγνώστες,ακροατές,περαστικούς,λυτούς και δεμένους,να αρχίσουν από το πρωί πρωί του
Σαββάτου 15 Δεκεμβρίου 2012
να στέλνουν SMS και να τηλεφωνούν στα τηλέφωνα που φαίνονται στην φωτογραφία...
( οι χρεώσεις,οι οποίες περιλαμβάνουν και ΦΠΑ, επίσης φαίνονται στην φωτογραφία )

Καλούμε επίσης όσους φίλους θέλουν να έρθουν να πιούμε τον καφέ μας,οτι ώρα θέλουν
- και το κάτιτίς μας θα έχουμε,ξέρετε τί γίνεται όταν αποφασίζουμε εμείς να συναντηθούμε ε...??? -
εδώ στα στούντιο του σταθμού και να καθίσετε μαζί μας όση ώρα εσείς θέλετε...

Και μη νομίζετε οτι θα λουφάρετε...!!!
Θα καθίσετε δίπλα μας όσοι θέλετε,στα μικρόφωνα του σταθμού μας,να μας πείτε και μερικά π.χ. για τον καιρό,για το μπλογκ σας,για τις πεταλούδες της Αφρικής,πώς φτιάχνει η μαμά σας τα γιαπράκια και άλλα χρήσιμα και ενδιαφέροντα...

Μαζί μας θα είναι πολλοί από τους καλεσμένους που έχει φιλοξενήσει κατά καιρούς ο σταθμός μας
και που είχαν τη καλοσύνη να αποδεχτούν τη πρόσκλησή μας για τον Ραδιομαραθώνιο αυτόν...
Ελπίζουμε οτι θα είναι και ο ίδιος ο πατέρας Αντώνιος,του οποίου το έργο όλοι γνωρίζουμε και υποστηρίζουμε...

Δεν τελειώσαμε όμως εδώ...
Αποφασίσαμε,εκτός από SMS,τηλεφωνήματα ή οποιαδήποτε άλλη προσφορά,να φτιάξουμε και
ένα...Χριστουγεννιάτικο δέντρο...!!!
Σιγά τη πρωτοτυπία θα μου πείτε Χριστουγεννιάτικα...
Θα σας πω οτι τη πατήσατε...
Δέντρο θα φτιάξουμε,αλλά...
από κουτιά γάλα...!!!

Εξω από τα στούντιο του σταθμού,θα αρχίσουμε να στήνουμε ένα δέντρο με κουτιά από γάλα,τα οποία μπορεί να φέρνει - όσα θέλει και όποιος θέλει - από τους φίλους που θα μας επισκεφθούν...
και ένα κουτί είναι θησαυρός όταν ένα παιδί το χρειάζεται...!!!
( αν υποψιαστώ οτι δεν θα κάνουμε δέντρο τεράστιο τόσοι νωματέοι bloggers,θα τραβήξω τις κοτσίδες μου )


Ελάτε να μας γνωρίσετε όσοι δεν μας ξέρετε,να σας γνωρίσουμε κι εμείς όσους δεν σας ξέρουμε
να πιούμε καφέ,να διασκεδάσουμε σε αυτή τη γιορτή για το ΠΑΙΔΙ...!!!
Πριν ή μετά τα Σαββατιάτικα ψώνια,μη ξεχάσετε οτι ένα παιδί μας περιμένει να του χαρίσουμε χαμόγελα...

Για να γίνουν όμως όλα αυτά,χρειάζεται και η δική σας βοήθεια,να γίνει γνωστός ο Ραδιομαραθώνιος,ο σκοπός του και τα μέσα που μπορεί κάποιος να βοηθήσει...

Πάρτε το μπαννεράκι του Ραδιομαραθώνιου του
SpIrto Web Radio
και βάλτε το στο μπλογκ,στην ιστοσελίδα,στο προφίλ σας στο Facebook...
Καλέστε με τη σειρά σας τους φίλους σας να συμμετάσχουν διαδίδοντας το δικό μας " παιχνίδι "...
Ο χρόνος είναι πολύ λίγος μέχρι το Σάββατο,αλλά υπεραρκετός όταν θέλουμε να κάνουμε κάτι και να το οργανώσουμε...
( γι'αυτό το ανακοινώνω τώρα και όχι νωρίτερα,έτσι ώστε να μην ξεχαστούμε )

Ηδη πολλοί φίλοι και blogs έχουν δηλώσει τη συμμετοχή τους,ως συνδιοργανωτές αυτής της προσπάθειας...
Τα παραθέτω παρακάτω - αν έχω ξεχάσει κάποιον/α που μου το έχει πει,παρακαλώ να θυμηθεί οτι είμαι ξανθιά και να μου το ξαναπεί - και θα εξακολουθήσω να συμπληρώνω συνεχώς όποιον φίλο ή φίλη μου αφήσει σχόλιο για συμμετοχή και τοποθέτηση μπάννερ

- εδώ στο blog
- ή στο σάιτ του σταθμού μας ΕΔΩ
- ή στη σελίδα μας στο Facebook

Είμαστε σίγουροι οτι θα είστε δίπλα μας
και ΟΛΟΙ μαζί
δίπλα τους...!!!

















Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Σκερτσοπεταχτό!



- Αχ η Γιωργίτσα μου! Δε ζυγίζεται με το μάλαμα, η καλύτερη γυναίκα στον κόσμο είναι! 

Σκούπισε τα μάτια με τα χέρια της.
- Να σε πω, άμα δεν ητανάνε αυτοί οι αθρώποι, στις δρόμοι θα 'χαμε μείκει με τα παιδιά... Πήρε ο χρυσός ο άθρωπος το Γιάννη στο μαγαζί και τον έδινε μεροκάματα παραπάνω, για να τα φέρουμε βόλτα. 
- Μπράβο του!

- Ητανάνε τότες που είχε απολυθεί κι είχε βρει μια δουλίτσα να πούμε και φύαμε πια απέ το σπίτι των πεθερικών μου. Τι τράβηξα κι εκεί τόσα χρόνια, η καρδιά μου το ξέρει...

- Φαντάζομαι μέσα σε τόσα άτομα...
- Καλό αθρωπάκι ο πεθερός μου, μ' αγαπούσε η αλήθεια, αμά η πεθερά κι οι κουνιάδες μου την ψυχή με βγάνανε! Δε με θέλανε βλέπεις, που ήμουνα πτωχή κοπέλα, νύφη με πολλοί παράδες θέλανε να πάρει ο γιος τους. Με μισό μάτι με κοιτάζανε, πιο πολύ αυτή η Πηνελόπη που με ζούλευε κιόλας επειδής έκαμα παιδιά εγώ κι εκείνη δεν έπιανε... Όσο ο Γιάννης ητανάνε σπίτι, κιχ δε λέγανε, άμα όμως έφυε για το στρατιωτικό του, της τρελής γενούτανε κει μέσα... Την Γιωργίτσα πάντα την έλεγα τον πόνο μου, η μαμά της με τη δικιά μου τη μαμά ητανάνε πολύ φίλες και κοντά μας κάνανε σχετικά, δυο χρόνια πιο μεγάλη είναι κείνη, αμά καλά κρατιέται, πολύ καλά.
  
Ερωτεύτηκε η μικρή Ανθούλα το Γιάννη κι έκανε όνειρα για μια ευτυχισμένη ζωή κοντά του.Τσέπη δεν κοίταξε, που είχε στο κεφάλι της τη σκύλα μάνα και τις ιδιότροπες αδερφές του και δε μπορούσε να στήσει δικό της νοικοκυριό δεν υπολόγισε, που περνούσε τη ζωή της καθαρίζοντας γραφεία και κάνοντας την υπηρέτρια στους δικούς του, που δυο τρεις φορές τουλάχιστον το χρόνο ο άχρηστος κι ανεύθυνος τη "φούσκωνε"... Δυο παιδιά άφησε να γεννηθούν κι έκαναν τα πάντα για να μη τους λείψει τίποτα, μα όταν έμαθε η Σουλτάνα ότι κοιμόταν κάποιες φορές νηστική τα βράδια έπιασε το γαμπρό απ' το λαιμό κι έγινε μεγάλος χαμός, τσίριζε και χτυπιόταν! 

Τραβούσε την Ανθούλα απ' τα μαλλιά και φώναζε να πηγαίνει να τρώει στο δικό τους σπίτι μόνο αυτή και τα παιδιά, να κόψει το λαιμό του κι αυτός και η μάνα και οι αδερφές του που πήραν το χαϊδεμένο τους και το βασανίζουν, να ξενοδουλεύει, να πεινάει, να ρίχνει παιδιά... Τα είπε και στη Φωτεινή και την Αθηνά και του την είχαν στημένη, άσε που κάποιος τους είχε πει ότι τον είδε να κρατάει μια τσαχπίνα ξανθούλα αγκαλιά και να την  ταΐζει στο στόμα.
Στα όπα όπα την είχαν την Ανθούλα οι αδερφές της. Μια σταλιά παιδάκι ήταν όταν πέθανε η μητέρα τους κι έκαναν τα πάντα για να μη μαραζώσει το μικρό τους από τη στεναχώρια και την έλλειψη της μάνας. Δεν την φόρτωναν με πολλές δουλειές, ακόμα κι όταν μεγάλωσε, φρόντιζαν να τρώει φαγάκι καλό, κυρίως η Φωτεινή που παντρεύτηκε πρώτη και ήταν η μεγαλύτερη. Την κανάκευαν, τη χαϊδολογούσαν, την πρόσεχαν πολύ. 
- Πτωχικά χρόνια, στο μεροκάματο όλες κι ο αδερφός μας, απέ μικρά παιδιά... Ο μπαμπάς μας άμα είχε μυαλό, θα είχαμε μεγάλα πλούτη, αμά τον έφαε η ασωτία... Εγώ πάγαινα κει δα στης Γιωργίτσας και καθούμουνα. Μ' έβανε η μαμά της κι έπλαθα κουλουράκια για να παίζω κι οι δυο αδερφάδες με βάνανε σεντόνια και με κάμανε πότε μωρό και πότε νύφη για να με ξεγελάνε και να τρώω το φαΐ μου. Με γιομίζανε ένα πιάτο μεγάλο και να τα φρούτα, να τα γλυκά, να τα παγωτά!
Ξεγνοιάζανε κι εκείνες που ήμανε σε καλά χέρια και με προσέχανε όσο λείπανε στη δουλειά. Μετά που μεγάλωσα κομμάτι, με πήρανε στο κομμωτήριο κι εκεί πολύ καλά ητανάνε, όλο με δίνανε οι κυρίες οι πλούσιες να πούμε μπαχτσίσι που τις έβγανα με τη βούρτσα τις τρίχες. Και πολλά δώρα με κάμανε, μα ρούχα, μα παπούτσια, όχι για ελεημοσύνη, αμά σε όλες δίνανε το κατιτίς τις καλές μέρες. Σε μένανε κάμανε τα δώρα επειδής ήμουνα μικρό και ξέρανε και την κατάσταση, αμά χωρίς να προσβάλουνε. Μήτε γδυτή έμεικα, μήτε ξυπόλυτη, μ' έραβε κι η Φωτεινή ένα σωρό. Οι μεγάλες στερούντουσαν για να έχω εγώ, το μικρό... 

Μεγάλωσε η Ανθούλα κι έγινε μια κοπέλα χαριτωμένη και γλυκιά. Πολύ καθαρή, νοικοκυρούλα, ήρεμη και χαμηλών τόνων. Οι αδερφές της είχαν πάντα το νου τους και τη συμβούλευαν να προσέχει πολύ, μη τυχόν και την "ξεγελάσει" κάποιος και χαραμίσει τη ζωή της.
- Κοπέλα που τραβήχτηκε με άντρα, έτσι θα μείκει σ' όλη της τη ζωή! Κανείς δεν τη στεφανώνει μετά, πρόσεχε πολύ! Θα βρεις ένα καλό άθρωπο, νοικοκύρη και μετρημένο, να σιάξεις τη ζωή σου κι εσύ. Κι άμα διείς κανένανε και σε αρέσει, σε μας θα το πεις να το ψάξουμε, να το διούμε το πράμα! 
Είχε μπει στα δεκαέξι της, όταν κατάλαβε ότι ένας ομορφάντρας την ακολουθούσε σχεδόν καθημερινά. Στημένος λίγο πιο πέρα από το μαγαζί του γαμπρού της, του συζύγου της Σουλτάνας, την έβλεπε να φεύγει από το κομμωτήριο με το μεσάτο φουστανάκι και τα χαμηλά παπούτσια της. Τα μαλλιά της κοντά κομμένα, καλοχτενισμένα, στολισμένα με μια όμορφη στέκα κι ένα απαλό ροζ κραγιονάκι που φώτιζε το μελαχρινό πρόσωπό της.
Περνούσε πάντα από το μαγαζί να χαιρετίσει το Γιώργο κι έπειτα βιαστική έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι. 

- Τρεχάλα έπαιρνα το μεσημέρι για να φάω και να ξεκουραστώ κομμάτι και να γυρίσω στη δουλειά μετά πάλι! Μια δυο, είδα που με έπαιρνε εκείνος απέ πίσω, αμά μιλιά δεν έβγαλα στις αδερφές μου, τίποτες δεν είπα. Κι ένα βραδάκι, να 'σου πάλι στη γωνία αυτός! 
Ψηλός άντρας, λεβέντης, της χαμογέλασε για πρώτη φορά όταν συναντήθηκαν οι ματιές τους. Η Ανθούλα ντράπηκε και το 'βαλε στα πόδια τρέχοντας. 
- Στάσου μπρε κοκόνα μου, τι τρέχεις έτσι για; Να σε πω μια θέλω, δε θα σε φάω! Μπρε στάσου που σε λέω!

Λαχανιασμένη έφτασε στο σπίτι κρατώντας το στήθος της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή.
- Άνθω! Τι έπαθες και τρέχεις έτσι γιαβρί μου, σάμπως να σε κυνηγούνε;

- Ένας σκύλος μεγάλος με πήρε το κατόπι Φωτεινή και πολύ φοβήθηκα μη και με δαγκάσει! 
- Σύχασε, είσαι μέσα τώρα για! Η Αθηνά έψησε ωραίοι κιοφτέδες με τη σαλτσούλα, ίσαμε να πλυθείς θα σερβίρουμε, ζεστοί ζεστοί είναι! Ο γαμπρός σου έφερε κιμαδάκι ωραίο, ψιλό ψιλό κομμένο, έφυε στη νυχτερινή κι είπα να μείκω εδώ απόψε. Τα κορίτσια μου θα κοιμηθούνε στης πεθεράς μου. 
Έφαγε με όρεξη τους μυρωδάτους κεφτέδες με το χιονάτο πιλάφι, βούτηξε και δυο φέτες ψωμί στη σάλτσα και στυλώθηκε. Όταν η ώρα πέρασε κι είπαν οι αδερφές τα νέα τους, φόρεσαν τα νυχτικά τους κι ετοιμάστηκαν για ύπνο. 



                      <<Μάγκικό μου νόστιμό μου σκερτσοπεταχτό
                                     με τα ναζάκια σου μ΄ έχεις τρελό
                          σαν σε βλέπω από κοντά μου να περνάς μικρό
                         μου ξετρελαίνεις φως μου το μυαλό>> 


- Μπα! Κανταδούρα κάμουνε; Σε ποιαν άραγες; 

Σηκώθηκε η Ανθούλα κι άνοιξε δειλά το παντζούρι, ενώ την έτρωγε η περιέργεια. Τρεις άντρες κάτω απ' το παράθυρό της, αλλά μες στο σκοτάδι δε μπορούσε να ξεχωρίσει τις  φυσιογνωμίες τους. 
- Γυρνάει μια απάνου και τόνε βλέπω! Χα χα χα! Κεραμίδα με έπεσε! Έμεικα κει και έβλεπα, δεν έμπασα το κεφάλι μέσα και να κλείσω! Αναμεταξύ, ητανάναι και μια κοπέλα παραδίπλα μας, άνοιξε κι αυτή να διεί, που νόμιζε ότι τραγουδούνε για κείνηνα! Κι ίσαμε να τελέψει το τραγούδι, να 'σου η Φωτεινή μες στην κάμαρη!
- Τι γένεται μπρε Ανθούλα εδώ; Στο παραθύρι μας κανταδίζουνε; 

Βγάζει έξω το κεφάλι με τα μπικουτί και το φιλέ η Φωτεινή και τους βλέπει να κοιτάζουν αλλού. Παμπόνηρος ο Γιάννης, όταν την είδε άλλαξε αμέσως θέση.
- Την Κυριακούλα έχει στο μάτι αυτός! Χα χα χα! Διε την πως καμαρώνει! Οι άλλοι φύανε κι έμεικε μόνος του! Χα χα χα! Τρακόσα κιλά σκερτσοπεταχτό! Τι να τήνε λιμπίστηκε για! Έλα, πέσε να κοιμηθείς τζιέρι μου κι είναι περασμένα μεσάνυχτα! 
Πού να κλείσει μάτι η Ανθούλα! Ήξερε καλά ότι εκείνη ήταν το "σκερτσοπεταχτό"... Ευτυχώς που η αδερφή της ήταν αφελής και κατάλαβε άλλα... Αν ήταν η πανέξυπνη Σουλτάνα, σίγουρα θα τον διαολόστελνε και θα του είχε ρίξει νερό με την τσίγκινη λεκάνη μαζί να τον βρει κατακούτελα! 
Την άλλη μέρα, όταν τη σταμάτησε ο νέος άντρας, κοντοστάθηκε κι εκείνη... Μια, δυο, τρεις, την πήρε το μάτι του αφεντικού κι έπιασε τη Σουλτάνα όπως όφειλε... 
- Άνθω, ποιος είναι αυτός που τριγυρνάει κατά δω και σε μιλάει κάθε μέρα; Όχι μη με πεις, σας είδε ο αφεντικός σου και με τα είπε! 

- Κανένας... 
- Τι πα να πει κανένας; Μίλα μπρε συ και πες με τι τρέχει! Ξελογιάστηκες με δαύτονα, σε φαίνεται! Πες με να διούμε τι γένεται!
- Μ' αγαπάει και θέλει να με στεφανώσει... 
- Μπα! Και τι είναι αυτός που θέλει να σε στεφανώσει, για πες με τι ξεύρεις για λόγου του;
- Είναι καλός άθρωπος, θα με σεβαστεί και να πάμε περίπατο με είπε να τα μιλήσουμε με είπε... 

- Σε είπε και σε είπε! Και πού ξεύρεις μπρε συ, άμα καλός άθρωπος είναι; Περίπατο δε θα πας και να το βγάλεις απέ το μυαλό σου, ακούς; Να ψάξουμε, να μάθουμε, να διούμε πρώτα τι καπνό φουμάρει και βλέπουμε μετά! Άιντε έτσι με τον πρώτο που σε μιλάει παίρνουνε τα μυαλά σου αέρα... 

Και έμαθε. Καλή οικογένεια, τίμια και ηθική, μεροκαματιάρηδες οι δυο άντρες του σπιτιού, πατέρας και γιος, συντηρούσαν τη  μάνα και τη μια κόρη, η μεγαλύτερη ήταν παντρεμένη αλλά κλαιγόταν μόνιμα κι όλο ρουφούσε από το πατρικό. Η μικρότερη είχε χηρέψει μετά από δυο χρόνια γάμου. Ο Γιάννης είχε κάνει κάμποσους αρραβώνες, που έληξαν άδοξα. 
- Να τόνε βγάλεις απέ το μυαλό σου, ακούς τι σε λέω; Τόσοι αρρεβώνες έκαμε και χώρισε, άρα χοντρό κι άσκημο κουσούρι έχει αυτός! Μεροκάματο κάμει και τα ακουμπάει στη μάνα του, τρέφουνε και τις αδερφάδες που ξύνουνται όλη μέρα! Που θα πας να πέσεις, με λες; Εμείς στερούμαστανε για να το δώκουμε σε σένανε και θέλουμε να καλοπέσεις, όχι να σε ρίξουμε στη μιζέρια! Σπίτι να μείκετε δεν έχεις, οι παράδες δε φτάνουν να πιάσετε ένα, άρα μαζί τους θα μείσκεις...

Ζωντανή θα σε φάνε κει μέσα κακομοίρα μου οι σκύλες οι αγαρηνές! Έμαθα τα χαμπέρια τους, έγνοια σου! Η μια που παντρεύτηκε, παιδί δεν έχει κάμει και τρώγεται με τα ρούχα της. Οι άλλες, πάρε τη μια και χτύπα την άλληνα, μια μύτη ίσια με κει απάνου έχουνε και θέλουνε να τόνε δώκουνε τον αδερφό τους νύφη με προίκα τρανή, να 'χουνε τα συμφέροντα! Λες κι η παραλού κείνονα θα λιμπιστεί για! Διε μούτρα που κοιτάνε αψηλά τρομάρα τους. Κείνος είναι αστράτευτος ακόμα και δεν έχει μήτε ένα παρά, τόνε μασουλάνε κανονικά ούλες τους! 

Η Ανθούλα κατέβασε το κεφάλι και δε μίλησε. Έτσι που τα έλεγε η αδερφή της, είχε δίκιο. Το Γιάννη όμως τον ξαναείδε...