.

.
.

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Μερεμέτια της Κυριακής



- Ήρτε που λες και μας βρήκε στο πάρκο! Αμά εγώ πια, στα καρφιά καθούμουνα, ανησύχησα πολύ! 

Με ύφος αθώο ο Γιάννης απολογήθηκε στην Ανθούλα για την αργοπορία του.
Η Ζαρντούδαινα μ' έβαλε μια φωνή που είδε να βγαίνω απέ της μάνας μου! Να τη μερεμετίσω το σκαμνάκι ήθελε η γυναίκα!
Και τόσες ώρες το μερεμέτιζες;
- Αμάν μπρε γυναίκα! Την πήρα κομμάτι και την πόρτα που έβρισκε και να τούτο και να κείνο επέρασε η ώρα! Μ' έψησε κι ένα καφεδάκι για τον κόπο μου, όχι να την έλεγα τη χριστιανή; Μεγάλη γυναίκα είναι, αμαρτία να την έλεγα όχι... 
Τον πίστεψε η Ανθούλα, ενώ η Σουλτάνα τον κοιτούσε από μακριά με μισό μάτι.
- Της Ζαρντούδαινας τα καρεκλάκια μερεμέτιζε ή τίποτις άλλο; Με την καλή του τη φορεσιά Κυριακάτικα, άλλα μερεμέτια θα έκαμε...
- Ωχ κι εσύ μπρε Σουλτάνα, το μυαλό σου εκεί το έχεις! Γένηκε κάτι μια φορά κι ούλο το κοπανάς κι ούλο γρι γρι γρι είσαι!
- Ναι, ζήτα με και τα ρέστα τώρα! Μπρε δεν πάτε να κάμετε ό,τι θέλετε με δαύτονα! Άμα θες να πάθεις τα καλά της μαμάς μας, τι να σε πω...
- Σώπα κι εσύ, άντε! Δόξα τω Θεώ παράπονο δεν έχω, καλός είναι, νοικοκύρης είναι, ο μπαμπάς μας έτσι ητανάνε για; Που όλη μέρα εγύρναγε με τη μια και την άλλη και του τα τρώγανε; 
- Και λες εσύ τώρα, απέ το δικό μου τι να φάνε, ε; Χα χα χα χα! 
- Σουλτάνα σους σε λέω, μη με συγχύζεις να χαρείς

Δύσκολα έβγαλε τη βδομάδα από παράδες. Όσες φορές κι αν τους μέτρησε, λειψοί έβγαιναν και δε μπορούσε να καταλάβει γιατί. 
- Γιάννη, πού πήγανε; Πόσοι έδωκες στα ψούνια;
- Ωχ μπρε γυναίκα κι εσύ, πού να θυμούμαι πόσοι παράδες έδωκα; Επήρα τα χρειαζούμενα, αμά όλα ακριβαίνουνε, δεν το ξεύρεις
Την επόμενη εβδομάδα το αφεντικό ζορίστηκε και... δε μπόρεσε να τους δώσει όλα τα μεροκάματα.
- Μας είπε που δε θα πάρουμε όλο το βδομαδιάτικο, δεν επήε καλά η δουλειά, να διούμε πάλι από Δευτέρα τι θα γένει... Ε, καλά να είμαστε, θα περάσουνε οι μέρες... Να σε πω μπρε γυναίκα, το ηλεχτρικό να πλερώσουμε μη και μας το κόψουνε, ε; 
- Δε φτάνουνε Γιάννη, τι να πρωτοκάμω για; 
- Καλά, θα πάω στο μπαμπά μου να διω άμα έχει λίγοι παράδες να με δώκει, αμά κρυφά απέ τη μαμά μου. Μη σε ξεφύγει κιχ!
- Να πας! Τι να με ξεφύγει καλέ, μωρό είμαι; 


Η παρεούλα με τη Ρόζα καλά κρατούσε. Και καφεδάκια και μεζεδάκια και παγωτά και ρομάντζες. Όπου κι αν πήγαινε μόνος του ο Γιάννης την έβλεπε και την παρηγορούσε. Τις Κυριακές πάντα μετά την επίσκεψη στους γονείς του τον στρίμωχναν οι γείτονες για μερεμέτια. Πότε μια καρέκλα, πότε ένα τραπεζάκι, πότε έβαζε ένα χέρι για κουβάλημα, έκανε και στη γυναίκα του τον αγανακτισμένο που τον είχαν βρει βολικό κι όλο αγγαρείες του φόρτωναν. 
Ήρθε κι η μέρα που μετά το δροσερό καϊμάκι η Ρόζα τον τράβηξε με κόλπα  στο σπίτι της...
- Δεν είμαι καλά Γιάννη, το κεφάλι μου πολύ με πονάει και ζαλίζουμαι... Ένα αυτοκίνητο να πάρουμε και να με πας στο σπίτι πασά μου, αλλιώς θα πέσω καταγής... 
- Δε γένεται αυτό που λες, τι θα πει ο κόσμος άμα μας διούνε μαζί να μπαίνουμε στο σπίτι σου για;
- Τίποτις δε θα πει κανένας, θα με πας και θα μηνύσεις την Πίτσα τη φιληνάδα μου να με γνοιαστεί, ξεύρω που σε λέγω! 
Μισοζαλισμένη τάχα πέρασε μαζί του μέσα. Ο Γιάννης κοιτούσε με περιέργεια τριγύρω το ωραίο σπίτι με τα ακριβά πράγματα. 
- Στην κάμαρά μου να με πας να ησυχάσω κομμάτι...
Σε μια ώρα χτυπούσε την πόρτα της Πίτσας και την ενημέρωνε ότι η φίλη της τη χρειαζόταν.
- Λιγόθυμη ητανάνε η κοπέλα και τήνε έφερα στο σπίτι της, στο δρόμο ζαλισμένη τήνε βρήκα!
- Να είσαι καλά άθρωπέ μου που έκαμες τέτοιο καλό! Ναι, βεβαίως θα πάω να τη γνοιαστώ τη Ρόζα! Αμά, εσάς που σας ξεύρω καλέ; 
- Εμένα απέ που να με ξεύρετε, δεν είμαι απέ τούτους τους μαχαλάδες, θα λαθεύεις κυρία μου! 
Η Πίτσα δεν είπε τίποτα άλλο, όμως ήταν σίγουρη ότι τον είχε ξαναδεί. Θα έσκαγε αν δε μάθαινε! 


Διάλεγε υφάσματα η Σωσώ για τα καινούργια μακάτια που ήθελε να ράψει και κοιτούσε το ρολογάκι στο αριστερό της χέρι. Είχε συναντήσει την παλιά της φιλενάδα μετά από τρία χρόνια και θα πήγαιναν μαζί στο σπίτι, να πιούνε καφέ και να τα πούνε. 
- Μακριά κομμάτι ήμαστε μπρε Πίτσα μου, αλλά όχι και να χανόμαστε έτσι! Απέ το γάμο μου έχω να σε διώ!
Βολεύτηκε η Πίτσα στην πολυθρόνα και η κουβεντούλα τους άναψε. Τι κάνει η Σωσώ, πώς περνάει με τον άντρα της, τα νέα της...  Την είδε λαμπερή, καλοντυμένη κι ευχαριστημένη, το σπίτι ήταν ωραίο και νοικοκυρεμένο.  Η μεγαλύτερη περιέργειά της ήταν, πώς και κατάφερε να κάνει σχεδόν αμέσως παιδί. 
- Τυχερά είναι όλα Πίτσα μου κι εγώ ευτυχώς χωρίς να κάμω τίποτις από θεραπείες και τέτοια τα κατάφερα! Όπως και να το κάνεις, αλλιώς κρατιέται ο γάμος με το παιδί... Θα με πεις τώρα κι εσείς που δεν κάματε παιδί καλά δεν ζήσατε με το συχωρεμένο; Ε! Ο δικός μου το ήθελε πολύ, πάρα πολύ βλέπεις...
- Μπρε Σωσώ, θυμούμαι το γάμο σας, πολύ ωραίος ητανάνε! Κι εσύ πια, μια κούκλα! Φέρε με μπρε καμιά φωτογραφία να σε διώ ακόμα μια, άιντε!
Η αλήθεια ήταν ότι ήθελε να κάνει χάζι πάλι το λεβέντη άντρα της. Όλοι είχαν απορήσει μ' αυτό το γάμο γιατί ήξεραν τη διαφορά ηλικίας που είχε το ζευγάρι. 
- Τι νυφικό ωραίο, τι πέπλο! Μπρε συ, όνομα άφησε ο γάμος σας σε λέω, διε ομορφιά και...
- Τι έπαθες καλέ Πίτσα;
Με τα μάτια γουρλωμένα κοιτούσε το νέο που στεκόταν δίπλα στο γαμπρό. Η μνήμη της δεν την είχε γελάσει.
- Σα να ένιωσα μια ζάλη, θα με περάσει Σωσώ μου... Κομμάτι νερό θα πιω και θα με αφήκει, η ζέστη φταίει για! 
-  Τρόμαξα έτσι δα που κοκάλωσες μπρε χριστιανή μου, σάμπως και είδες φάντασμα στις φωτογραφίες! 
- Όχι και φάντασμα! Ένα λεβέντη άντρα κοίταζα, ποιος είναι Σωσώκα, συγγενής του αντρός σου; 
- Ο κουμπάρος μας είναι, τόνε έχει στεφανώσει και τον βάφτισε και το κοριτσάκι! Κάτσε να σε δείξω κι άλλες φωτογραφίες να διείς

Με την ψυχή στο στόμα, παραμιλώντας και πολύ ταραγμένη έφτασε η Πίτσα στης Ρόζας. 
<<Να χαθεί το παλιοθήλυκο που θα χωρίσει το αντρόγυνο! Αμά κι αυτός τρομάρα του, με τα αποφόρια κάμει τον παραλή; Δεν κοιτά τα χάλια του, θέλει και γκόμενα! Ευτυχώς που μείκανε μόνο στοις τζιλβέδες με δαύτηνε και δε μαγαρίστηκε... Κρίμας τη γυναίκα του που είναι τόσο καλή κοπέλα! Θα με τη γνωρίσει η Σωσώ, τώρα που βρεθήκαμε ξανά δε θα χαθούμε...>> 
Η Ρόζα έπεσε από τα σύννεφα όταν έμαθε για το Γιάννη. Μεροκαματιάρης και πάμφτωχος; Πως έπεσε τόσο έξω;
- Να το κόψεις τώρα, πριν είναι αργά! Τι να τόνε κάμεις και παντρεμένο και με παιδιά και φτωχό, με την ομορφιά σου θα βρεις τον καλύτερο! Να σιάξεις σπίτι και οικογένεια με δόξα και τιμή! 
Το επόμενο απόγευμα η Σωσώ με το μικρό πήγε στης Πίτσας κι από κει στη μοδίστρα για τα καλύμματα. Η Ρόζα είχε εξαφανιστεί και σε λίγο καιρό το σπίτι πουλήθηκε σε μια αξιοπρεπή οικογένεια με δυο παιδάκια. Με τον καιρό Πίτσα και Ανθούλα γνωρίστηκαν κι έγιναν φίλες. Πώς τα φέρνει η ζωή...

- Βρε ιστορίες! Και πότε στα είπε όλα αυτά;
- Χα χα χα! Μετά απέ πολλά χρόνια, που είχαμε έρτει εδώ! Μαζί της ο Γιάννης δεν κοιμήθηκε, η αλήθεια δεν έφτανε ίσια με κει... Αυτή ελύσσαγε βέβαια αλλά δεν την έκαμε τη χάρη! Μπορεί να τον αρέσανε αυτά, αμά μόνο στα λόγια και τα χα χα και χου χου, δεν ξενοκοιμούτανε. Την άφηκε το λοιπόν αυτή την Πίτσα του κόσμου τα ρούχα και τα πράματα, αμά μήτε αντίο δεν την είπε... Μαθευτήκανε μετά βέβαια και τα δικά της, είχε πάει η μάνα της και τήνε έψαχνε και φάνηκε που είχε πει του κόσμου τα ψέματα και το έπαιζε του καλού κόσμου! 
- Και δεν είναι η μόνη που το παίζει... Η φίλη μου πάλι μου έλεγε τι σκάρωσε η θεία της η φαντασμένη, να σου σηκώνεται η τρίχα! Να σου πω, ταίρι δεν έχει!
- Χα χα χα! Άμα τα ακούω με τη Σαντορινιά τρελαίνουμαι!  Για πες με τι τρέλες έκαμε πάλι να γελάσουμε!
- Ησυχία δεν έχει! Θα σου πω! 






Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Η τεθλιμένη μνηστή



- Δε με είπες μπρε Ρόζα...
- Τι δε σε είπα Πίτσα μου; 
- Ποιόνε έβαλες στο μάτι και γνοιάζεσαι για το σμίξιμο για; 
Άπλωσε τα πόδια της στον καναπέ η Ρόζα κοιτάζοντας τα σχέδια της λεπτής αέρινης κάλτσας της και τεντώθηκε νωχελικά. Ο καιρός ήταν γλυκός, ανοιξιάτικος και οι επιθυμίες της φούντωναν. Ένα ταξίδι στις εξοχές μ' έναν άντρα ωραίο, δυνατό κι εύπορο, πολύ το γουστάριζε τον τελευταίο καιρό. Ο Γιάννης φαινόταν άνθρωπος του κόσμου, γλεντζές, καλοντυμένος και άνετος, μα η γυναίκα δίπλα του δεν ήξερε να χαρεί τη μεγάλη ζωή...
- Και πως τήνε κατάλαβες μπρε  Ρόζα, καμιά χαϊβάνω  είναι αυτή;
- Δεν ξεύρω τι είναι, αμά δεν τον ταιριάζει! Νόστιμη γυναίκα, γλυκιά, δε μπορώ να πω, αμά πολύ του σπιτιού δείχνει, του νοικοκυριού, πολύ μαζωμένη μπρε Πίτσα μου... Εκείνος κοιτούσε δεξιά κι αριστερά και το μάτι του έπαιζε σε λέω! Θέλει γυναίκα θερμή, να τόνε κοιτάζει στα μάτια και να τόνε κάμει να σκέφτεται διάφορα! Να ξεύρει πως να τόνε ανάβει ακόμα και κάτου απέ το τραπέζι άμα τον ακουμπά με το ποδάρι τυχαία... Τι κατεβάζεις το κεφάλι κάτου μπρε, δεν τα έκαμες αυτά του σχωρεμένου του αντρός σου; Ομορφάντρας ητανάνε με είπες, δε μπορεί να μην ήθελε τη γυναίκα φωτιά! Άμα δεν τήνε έχει έτσι και είναι όλο αχ και ουχ και μη και δεν κάμει, πάει, θα γυρίσει τα μάτια του αλλού και θα έχει δίκιο! 
- Ε... Δεν είναι έτσι κι όλοι οι άντρες Ρόζα μου, μη το λες! Ο δικός μου μάτια δε γύρναγε σε άλληνα, ξεύρω καλά που σε λέω, ποτές δε μου έδωκε δικαίωμα! Παράπονο η αλήθεια δεν είχα, άντρας με τα όλα του ητανάνε και  τα νοικοκυρεμένα πολύ τον αρέσανε! 
- Ποια λες νοικοκυρεμένα μπρε Πίτσα κι εσύ; Νοικοκυρεμένο σπίτι, ναι, πλυμένος και σιδερωμένος, ναι, αμά ίσια με κει το νοικοκυριό! Βρες με έναν άντρα που να μη θέλει τη γυναίκα όπως σε λέω! Αν και να σε πω, με φαίνεται που εσύ θα είχες πολύ ταλέντο! 
Καμάρωσε η Πίτσα ακούγοντας αυτά τα λόγια. Σα γυναίκα, δεν ήθελε να υστερεί σε τίποτα όσον αφορούσε τη θηλυκότητα και το στεφάνι της. Λογικό βέβαια.
- Η άλλη που λες, μπα και χάσει το μπουρέκι της, τα μούτρα της στο πιάτο μέσα τα είχε! Ντυμένη όμως...Τι να σε πω! Ωραία κι ακριβά... Πρέπει να μάθω λεπτομέρειες Πίτσα και για να μη δώκω στόχο θα τα μάθεις εσύ! Εγώ είχα πάει ως η μνηστή του σχωρεμένου και τα καλέσματα τα έκαμε η Κόντογλου. Βοηθάει την αδερφή της κάθε χρόνο αλλά έχει και το συνήθειο να μαζεύει πολύ κόσμο, όλο ελάτε κι ελάτε είναι. Όλα τα έμαθα, έγνοια σου...
Απέ κείνη θα τα μάθουμε όλα, θα τη στείλω μια τούρτα με σένανε και θα την πάρεις λόγια! 

Τύλιξε το γλυκό στο χρυσόχαρτο η Πίτσα, που καλοπλήρωσε η Ρόζα για να το φτιάξει, χτενίστηκε, αρωματίστηκε και φορώντας το καλό της ταγέρ χτύπησε τη σιδερένια πόρτα. 
Η κυρία Κόντογλου με τη μακριά μπλε ρόμπα της και τα δερμάτινα πασούμια, άνοιξε κοιτάζοντας με απορία την άγνωστη γυναίκα.
- Η Ρόζα του Αϊβαλιώτη με στέλνει μαντάμ, μια τούρτα με είπε να σας φέρω που είχα μια δουλειά εδώ κοντά σας!
Την καλοδέχτηκε και σε λίγο έπιναν καφέ στο ωραίο σαλόνι με τις πολλές δαντέλες. Δεν υπήρχε ούτε ένα σημείο που να μη κρεμόταν κάτασπρη κολλαριστή μπιμπίλα. Στο μπουφέ, στις εταζέρες, στα τραπέζια, στους δίσκους, στις μαξιλάρες, στα μακάτια... Ακόμα και οι κουρτίνες  δαντελένιες ήταν κι αυτές. 
- Πάρε κι άλλο κουλουράκι κυρία Πίτσα μου, πολύ χάρηκα να ξεύρεις που σε γνώρισα! Ήταν πολύ ευγενικό αυτό που έκαμε η Ρόζα, να με στείλει το γλυκό για να μ' ευχαριστήσει που περάσαμε το βράδυ του Σαββάτου εδώ! Πολύ συμπαθής κοπέλα, αμά άτυχη, να μείκει έτσι χήρα να το πούμε άξαφνα πριν τα στέφανα... Καλός άθρωπος ο Αϊβαλιώτης, αμά πολύ με τη μαμά του ητανάνε δεμένος κι έμεικε γεροντοπαλίκαρο να τη νταντεύει... Και διε, απάνου που το πήρε απόφαση να παντρευτεί κι αυτός, να φύγει έτσι...τι δράμα κι αυτό... Έμεικε η μάνα πίσω κι έφυε ο γιος... Κι αυτή η κοπέλα εκλείστηκε να θρηνεί τον αρρεβωνιαστικό της τόσο καιρό...Θα μείσκανε εκεί μετά τα στέφανα και το ετοιμάζανε... Αχ! πόσο τήνε συμπονάω... Γονιοί δεν έχει, κανένανε δεν έχει στον κόσμο κι ητανάνε από οικογένεια πολύ καλή! Κι αυτή με αρχές, μόνοι τους δε μείκανε στο σπίτι με το σχωρεμένο ούτε λεπτό, με τα είπε η ανιψιά μου... Και τώρα διε που κοντεύει να τη σαλέψει το μυαλό... Να γυρνάει στα δωμάτια και να κλαίει νύχτα μέρα, κρίμας την κοπέλα κυρία Πίτσα μου! Είδε κι έπαθε η ανιψιά μου να τήνε καταφέρει να βγει κομματάκι και να έρτουνε εδώ μαζί. Ξεύρεις, γνωριστήκανε πριν κάμποσοι μήνες στο κομμωτήριο και πιάσανε φιλίες, πίνουνε καμιά φορά ένα καφεδάκο παρεούλα και τήνε λυπάται με το κακό που τήνε βρήκε. Και που τήνε έφερε να σε πω, δυο λόγια με το ζόρι να είπε το κορίτσι... Μήτε διάθεση είχε, μήτε τίποτις το καημένο... Και πώς να το καταλάβει που είναι νέα κι όμορφη και θα πρέπει να σιάξει τη ζωή της, να βρει έναν άθρωπο της σειράς της που θα τήνε κάμει να μπει ξανά στη ζωή; 
Η Πίτσα στραβοκατάπιε το κουλουράκι και τα λόγια που ανέβηκαν ως τη γλώσσα της... Η Ρόζα τους είχε ξεγελάσει όλους μια χαρά, παίζοντας την τεθλιμένη μνηστή! 
- Τα ξεύρω κυρία Κόντογλου... Απέ χρόνια έμεικα κι εγώ χήρα κι η μοναξιά είναι πολύ άσκημο πράμα... Άντε πες κι η μέρα με τις δουλειές κουτσά στραβά περνάει, άμα πάρει και σουρουπώνει όμως, άστα να πάνε... Δεν εκάμαμε και παιδιά βλέπεις κι έμεικα έτσι μόνη κι έρημη... Καλά που έρχουνται και τα ανίψια μου πού και πού και με γεμίζουνε κομμάτι το σπίτι...
- Νέα γυναίκα είσαι ακόμα κυρία Πίτσα μου, έπρεπε να σιάξεις τη ζωή σου κι εσύ. Να μπεις και να βγεις μ' ένα καλό άθρωπο δίπλα σου, να πας σε μια βεγγέρα! Κρίμας που δεν είχαμε γνωριστεί πριν, θα σε καλούσαμε εδώ, ξεύρεις τι ωραία που ητανάνε;
- Ευχαριστώ, να είσαστε καλά που με είπατε τον καλό σας το λόγο! Πολύ ωραία με είπε η Ρόζα που περάσατε και πολύ καλό κόσμο είχατε κυρία Κόντογλου! 
- Ναι, ναι! Κάθε χρόνο μαζευούμαστε οι συγγενείς εδώ στης αδερφής μου και ψήνουμε και γλεντάμε! Από όταν παντρεύτηκε με το σχωρεμένο τον άντρα της το είχανε και το κράτησε  μετά τόσα χρόνια... Έρχουνται ούλα τα ανίψια μας και με φίλοι τους πολλές φορές κι ο μεγάλος παραστέκεται στα ψησίματα! 
- Ναι ναι, πολύ ωραία, με είπε η Ρόζα που ητανάνε πολύ καλός κόσμος! Και την άρεσε πολύ και μια κυρία που φορούσε ένα σκούρο μπλε φόρεμα με άσπρα βολάν στα μανίκια, θέλει ένα σαν κι αυτό να ράψει η εξαδέρφη μου που παντρεύει το γιο της...
- Α! Η Ανθούλα λες με το μπλε! Πρώτη φορά τήνε είδα κι εγώ να σε πω, μας εσύστησε η αδερφή της. Κεντήστρα απέ τις λίγες η Φωτεινή, ο άντρας της βαφτισιμιός του σχωρεμένου του γαμπρού μου ητανάνε! Καλή γυναικούλα, ήσυχια κι ευγενικιά κι αυτή κι ο άντρας της... 



Πήρε η Πίτσα τις πληροφορίες κι έτρεξε να τα πει στη Ρόζα. 
- Θέση καλή πρέπει να 'χει στο εργοστάσιο με είπε η Κόντογλου, δεν ξεύρει βέβαια κι η αδερφή της ησύχαζε δίπλα η καημένη που τήνε τρελάνανε τα ρεματικά της. Πάντως απέ της Αμπατζίδαινας ητανάνε, που 'χει όλες τις καλές κυρίες και ράβει! 
- Πίτσα μου, να 'σαι καλά! Έλα να διείς εγώ τι έχω να σε δώκω που είσαι τόσο καλή και μυστικιά φιληνάδα
- Πω πω πω! Τι καλό πράμα είναι αυτό μπρε Ρόζα μου, τι βελούδο, τι απαλό που είναι! Και να σε πω την ήθελα μια καλή καζάκα, έχουμε και το γάμο του ανιψιού μου και σκεπτούμουνα τι να βάλω... Να διω με τι πουκάμισο να τήνε ταιριάξω, να σε πω όμως, μάλλον θα πάρω ένα σε λευκό καλό, σαν κι αυτό που έχεις το μεταξωτό για! 
Με την καζάκα και το μεταξωτό πουκάμισο, πήγε χαρούμενη στης ξαδέρφης της το σπίτι. Η Ρόζα ήταν λεπτή και χώρεσε με το ζόρι η Πίτσα, το πουκάμισο στο στήθος δεν κούμπωνε. Με λίγη προσπάθεια από την καπάτσα μοδίστρα που θα της έβαζε δυο κομμάτια ύφασμα επιπλέον θα της ερχόταν μια χαρά.
- Αυτό πρέπει να ξηλωθεί ούλο μπρε, ίσα οι νταντέλες θα μείκουνε κι ο γιακάς μονάχα. 
- Να ξηλωθεί; Τέτοιο πράμα καλό και μεταξένιο δεν αγοράζεται εύκολα! Διε και την καζάκα, έχει τράτο να τήνε ανοίξουμε! Ας μη κουμπώσει, δε με νοιάζει αυτό! 


Απόγευμα Κυριακής και η Ανθούλα με τα παιδιά είχανε πάει στης Σουλτάνας για να παίξουν όλα μαζί. Αργότερα που θα ερχόταν ο μπαμπάς θα πήγαιναν στο πάρκο. 
Ο Γιάννης καθαρός και καλοντυμένος βγήκε από το πατρικό του χαιρετώντας τους γονείς και την αδερφή του. Η Κυριακή ήταν η μέρα του περιπάτου και των επισκέψεων. Μια γυναικεία φιγούρα έκοψε το δρόμο του και του χαμογέλασε γλυκά. 
- Επ! Πάλι εσείς είσαστε; Μπρε τι σύμπτωση, μια στη δουλειά, μια στο τσαρσί, μια εδώ... Πώς είστε, καλά;
- Καλά είμαι κι άμα σας βλέπω ακόμα καλύτερα! Ωραία σύμπτωση πάντως, πολύ χαίρουμαι, πάρα πολύ!
- Κι εγώ χαίρουμαι για! Περίπατο πάτε, πώς κι απέ δω;
- Ναι, περίπατο... Τι να κάμω, γυναίκα μόνη είμαι, χωρίς συντροφιά... Δε με λέτε, αλήθεια είπατε που χαρήκατε για τη συνάντηση; 
- Ναι για! Γκιουζελίμ κοπέλα είσαι, ποιος δε χαίρεται να σε βλέπει; Αμά κι αυτό πάλι να με λες που είσαι μόνη... Πώς κι έτσι; 

Η ώρα περνούσε και τα μικρά περίμεναν στην πόρτα της θείας το μπαμπά για να πάνε στις κούνιες.
- Μπρε τι γένεται, που είναι τόσες ώρες αυτός ο άθρωπος; Στοις γονιοί του είπε μια θα πάει να τοις διει κι ακόμα να έρτει... Μπα και πάθανε τίποτις και τοις τρέχει; 
- Άμα κάτι κακό είχε γένει θα σε ειδοποιούσανε μπρε Άνθω! Να διεις που κάπου θα χάζεψε και ξεχάστηκε...
- Πού μπρε Σουλτάνα; Τα παιδιά δε μπορώ να τα κάμω καλά, βλέπεις τι γένεται, θα νυχτώσει σε λίγο! Kοντά στα δικά μου και τα δικά σου μέσα μείσκουνε, κρίμας είναι...
- Πάμε λέω εγώ κομματάκι στο πάρκο κι ας έρτει να μας βρει! Τι να περιμένεις εδώ, τι εκεί; Καλύτερα για τα παιδιά να μη σε τρώνε για! 

Ο Γιάννης πλήρωσε τους καφέδες και τα γλυκά και βοήθησε ιπποτικά τη Ρόζα να φορέσει το πανωφόρι της. Τα δάχτυλά της άγγιξαν τα δικά του και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Εκείνος φούσκωσε από καμάρι που είχε καταφέρει να κατακτήσει τη νεαρή όμορφη κοπέλα. Έχασε τον αρραβωνιαστικό της κι έμεινε μόνη, κρίμα ήταν να μην έχει μια παρηγοριά και να μη κάνει κι εκείνος ένα ψυχικό...