.

.
.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Ξορκισμένη με τον απήγανο!



Ο πολύχρωμος μουσαμάς που σκέπαζε το τραπέζι, στράγγιζε φρεσκοπλυμένος στο σχοινί με την υπόλοιπη μπουγάδα. Οι γλάστρες ποτίστηκαν, η αυλή ήταν σκουπισμένη από νωρίς κι η Λούλα αφού χτενίστηκε κι ανανέωσε το κραγιονάκι της, έβαλε την καθαρή τσίτινη ρομπίτσα της. Οι νοικοκυρές με τα καρεκλάκια τους είχαν βγει στο κατώφλι. Τα παιδιά έπαιζαν αμέριμνα στο δρόμο μασουλώντας ψωμί με ζάχαρη και λάδι. 
Γέμισε ένα βαθύ πιάτο με βερίκοκα και μούσμουλα, φίλεμα των γειτόνων που είχαν δέντρα στις αυλές. Πάντα τα βραδάκια έβγαζαν κάτι, πότε η μια και πότε η άλλη. Φρούτα, στραγάλια, αμύγδαλα, καρύδια, ηλιόσπορους, ό,τι υπήρχε. Το κατακαλόκαιρο είχε την τιμητική του το καρπούζι. Ολόδροσα χοντρά κομμάτια στα πολύχρωμα πλαστικά λεκανάκια κουζίνας για όλους, εκτός από τα παιδιά που το έτρωγαν σε φέτες, πάντα παίζοντας. 
Το μόνιμο θέμα συζήτησης εδώ και λίγες μέρες εκτός από τα συνηθισμένα καθημερινά τους, ήταν η μαντάμ Νάνσυ. Πότε βγήκε, πότε μπήκε, πού είναι ο άντρας της, πόσο χοντρός ήταν ο γιος της που τον είχε δέσει για τα καλά στη φούστα της... 
Το επεισόδιο με τη Λούλα δεν είχε απλά ξεχαστεί, αλλά έκανε το γύρο της Κοκκινιάς! Φούρνος, μπακάλικο, μανάβικο και κρεοπωλείο, ήταν πηγές πληροφοριών γιατί πάντα εκεί συναντούσαν η μια την άλλη και μαθαίνονταν τα πάντα. 
Όταν ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο Νάνσυ και Λούλα πάνω από τα πανέρια με τις φραντζόλες, άφρισαν κι οι δυο για τους δικούς τους λόγους η κάθε μια. 
- Μόνο αυτά τα ψωμιά έχετε κύριε; Αν σας βρίσκεται στη λαμαρίνα να μου δώσετε, αλλιώς φεύγω!
- Κυρ - Ανάργυρε, δώσε σε μένα τα ψωμιά που τα καταδέχομαι και δεν παγαίνω αλλού! Βάλε με κι ένα κιλό αλεύρι άσπρο κι ένα κομμάτι μαγιά που θέλω για τυρόπιτες! 
- Ο καθένας όπως έχει μάθει! Άλλο οι κυρίες κι άλλο οι κυρούλες!
Ευτυχώς που η Λούλα είχε φύγει γιατί θα γινόταν φασαρία μεγάλη... 

Η μαντάμ που δεν είχε χωνέψει ακόμα ότι δεν πέρασε το δικό της, να σκύψει και το κεφάλι η παρακατιανή που θέλησε να την καλωσορίσει με λαϊκό τρόπο, έβαλε στόχο να την εκδικηθεί. Τίναζε την κουρελού της αργά τη νύχτα πάνω από την απλωμένη μπουγάδα κι άδειαζε το φαράσι με τα σκουπίδια που φύλαγε ειδικά γι' αυτή την περίπτωση. Ποτέ στων άλλων γυναικών της αυλής που δεν είχε κάτι μαζί τους, εκτός του ότι τις θεωρούσε φτωχούλες και κακόμοιρες. 
Η κυρά - Διονυσία έβαλε  ένα ακόμα κουκούτσι βερίκοκου σ' ένα πλαστικό σακουλάκι και γύρισε προς την αυλή. Τα σεντόνια και οι πετσέτες απλωμένα στη σειρά, άστραφταν από καθαριότητα. Τα μούλιαζαν σε ζεστό νερό με φέτες λεμονιού που τα έκαναν κάτασπρα. 
- Ιδέτε τα ασπρόρουχα τι παστρικά που είναι τώρα! Ίσια με το πρωί που θα τα μαζώξουμε, μες στο σκουπιδαριό θα είναι πάλι! Μα πως ηγίνεται αυτό το πράμα, δεν ηξεύρω... Κι αγέρας να σηκωθεί που λέμε, απέ πού να τα βρει να τα ηφέρει; Και το ταρατσάκι της κυρά - Σασώς μες στην πάστρα είναι, κάθε ημέρα ηφροκαλίζει* η γυναίκα! Τι κακό κάθε τρεις και λίγο μ' αυτό το πράμα... 
- Μαμά, αυτό που σ' είπα, δουλειά αυτηνής είναι! Άμα τήνε πετύχω, τρίχα τρίχα θα τσ΄ ηβγάλω το μαλλί τση φανταγμένης! Κι εμείς που είχαμε τόσοι παράδες και σπίτι καλό τέτοιοι αθρώποι ημαστάνε; Συ ήσουνε απέ τις πρώτες κυράδες με λούσα και μαλάματα κι ητρίζανε τα σοκάκια όπου περνούσες, δε με τα λέει κι η θεια ούλη την ώρα; Και καταδεχτικιά ήσουνε και τον κόσμο ούλο υπολόγιζες και τσι πλούσιοι και τσι φτωχοί, τέτοια πράματα ήκαμες;
- Α πα πα! Οι αθρώποι ούλοι πρέπει να είμαστε ταπεινοί και να έχουμε στόμα γλυκό με τον κόσμο! Μα μπρε κόρη μου, νοικοκερά γυναίκα είναι, πως να κάμει τέτοια πράματα; Ο νους μου να το χωρέσει δεν ημπορεί... 
- Να μπορέσει! 
Για να τους ρίχνει στάχτη στα μάτια η μαντάμ Νάνσυ. έβγαινε το πρωί στην πόρτα της και τάχα τίναζε. Η Λούλα, αφού έκανε μια γύρα στην αγορά και μάζεψε ό,τι χαλασμένο και βρομερό είχαν πετάξει οι έμποροι, ανέλαβε δράση.  Είχε ένα τενεκέ που γέμιζε κάρβουνα κι αφού τον άδειασε τον γέμισε με ωμά ψαροκέφαλα, κομμάτια από χαλασμένο κρέας κι έντερα κι απήγανο από τη γλάστρα. Κάθε σπίτι είχε αυτό το ανυπόφορο φυτό που μύριζε απαίσια, για το κακό μάτι και τη γλωσσοφαγιά. 
Όταν άναψε φωτιά, άνθρωπος δε μπορούσε να σταθεί από τη δυσοσμία. Κλείστηκε στο σπίτι της όπως και οι άλλοι που είχαν ενημερωθεί κι έβαλαν πανιά στις χαραμάδες μη περάσει η μυρωδιά. Ο καπνός ανέβαινε γεμίζοντας μπόχα το σπίτι της μαντάμ από τα ανοιχτά παράθυρα, κάνοντάς τη να φωνάζει και να καταριέται.
- Ξορκισμένη με τον απήγανο! έλεγε ξανά και ξανά η Λούλα και γελούσε με την καρδιά της! 



Τα κουκούτσια από τα βερίκοκα πλύθηκαν κι απλώθηκαν σε πετσετούλα να στεγνώσουν για να μπουν στο ψυγείο μαζί με τα άλλα. Η Λούλα τα μέτρησε και σημείωσε στο χαρτάκι τον αριθμό. Έπρεπε τα πενήντα που ήταν να γίνουν τουλάχιστον εκατό για να φτιάξει λικέρ. 
Τα ενενήντα ολόκληρα και τα υπόλοιπα δέκα τα έσπαγε κι έπαιρνε την "καρδιά" τους. Τα έβαζε όλα σε βάζο γυάλινο και γέμιζε το υπόλοιπο με κονιάκ καλό. 
Ξεκαλοκαίριαζαν στον ήλιο κι όταν άρχιζαν οι φθινοπωρινές μέρες ετοίμαζε το σιρόπι με ένα σχεδόν κιλό ζάχαρη κι ένα φλιτζάνι νερό. 
Περνούσε το σιρόπι από τουλπάνι, όπως και το κονιάκ σε μια μεγάλη τσουκάλα για να το χωράει.
Ξανά πέρασμα από τουλπάνι διπλό και γέμιζε τα μπουκάλια. 

- Καλησπέρα σας κυρίες μου! 
- Καλησπέρα σας! απάντησαν ξερά δυο τρεις.
Η προσβολή που έκανε στη Λούλα κι όσα  φώναξε στο σπίτι της βρίζοντας σχεδόν το γιο της, έκαναν από τότε τους γείτονες να την αντιπαθήσουν. Η Αθανασία δεν έδωσε σημασία στην αρχή και περνούσε γυρίζοντας το κεφάλι, όμως δεν άντεχε τη μοναξιά. Μαθημένη να λέει τα δικά της και να μοιράζει ό,τι υπήρχε στο σπίτι κάνοντας την πλούσια, τρωγόταν τώρα με τα ρούχα της. Έψαχνε τρόπο να πιάσει κουβέντα για τα μεγαλεία της και δεν ήξερε πως. 
- Τις βλέπεις όλες Σταθούλη μου; Στις πόρτες τους κάθονται και κουτσομπολεύουνε κάθε μέρα! Άντε να χαθούνε οι ψωριάρες!
Αυτό την παρηγορούσε αρχικά και καθόταν κλεισμένη στο σπίτι. Το μικρό μπαλκονάκι έπρεπε να φτιαχτεί επειγόντως γιατί ήταν ετοιμόρροπο και δεν είχε λεφτά. Ποιον άλλον θα σκεφτόταν εκτός από το Μάνθο, που δεν είχε πάει ακόμα στο καινούργιο σπίτι... 
- Θα σε ειδοποιούσα από προχτές να έρθεις για να μη ζορίζεται το παιδί, αλλά πήρα μεγάλη τρομάρα και δεν πρόλαβα...
- Τρομάρα γιατί;
- Ναι, με το γιο μας! Έκαμε έτσι να βγει στο μπαλκονάκι να ξεζαλιστεί από τα διαβάσματα και κόντεψε να σκοτωθεί, έτοιμο να πέσει είναι! 
- Να το φτιάξουμε Αθανασία... 
Άφησε χρήματα και υποσχέθηκε να πάει την επομένη με δυο μαστόρους. Θα έμενε και λίγες μέρες μαζί τους πάλι, για να είναι ο Στάθης συγκεντρωμένος στο διάβασμα. Του έλειπε ο πατέρας του που κοιμόταν σπάνια στο σπίτι και το...παραμύθι της δουλειάς δεν το πίστευε πλέον, αλλά έκανε ότι δεν καταλάβαινε... Ποιο παιδί δε θέλει να βλέπει μαζί τους γονείς του;

Η μαξιλαροθήκη έπεσε σκόπιμα στη δίπλα αυλή από το ανοιχτό παράθυρο, την ώρα που η μαντάμ αέριζε το κρεβάτι. Η κυρά - Διονυσία την έπιασε και την έδωσε στην κόρη της.
- Τι με την ήφερες εδώ μαμά; Να τσακιστεί να τήνε πάρει αυτή, άμα έχει μούτρα να ξαναμπεί εδώ πέρα! Πάρ' τηνα να μη τήνε βλέπω και συχύζουμαι, άντε! 
Η Διονυσία την έδωσε σ' ένα παιδάκι που έπαιζε στο δρόμο.
- Να τήνε δώκεις στη μαντάμ Νάνσυ που της ήπεσε στην αυλή μας!
Ο Μάνθος έπινε τον καφέ του όταν η πόρτα χτύπησε. Το παιδάκι έφυγε με τη μαξιλαροθήκη στο χέρι πάλι... 

- Μήπως με ζήτηξε κανένας όσο έλειπα;
- Μπα, όχι... Μόνο ένα παιδάκι έκαμε λάθος την πόρτα και ήρθε εδώ μ' ένα ρούχο...
- Τι ρούχο, ποιόνε ζήταγε;
- Λάθος έκαμε σου λέω, μια μαντάμ Νάνσυ ήθελε και το έστειλα στην ευχή να πάει να τη βρει... 
- Για καλό ήρθες πάλι; Εμένα ζητούσε και το ρούχο που λες είναι η μαξιλαροθήκη μου!
- Μα ζήτησε τη μαντάμ Νάνσυ σου λέω, εσύ είσαι αυτή; Άσε μας βρε Θανασούλα... 
- Εγώ είμαι κι άμα σου αρέσει! Κι άλλη φορά θα λες ότι η μαντάμ λείπει για ψώνια και θα τη βρείτε πιο μετά!
- Έλα Παναγία μου! Τι άλλο πια θ' ακούσω από σένανε... 





Φροκαλίζει - Σκουπίζει

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Α! Σμυρνιές...



Δεκαεννέα χρονών ήταν ο Στάθης όταν ξύπνησε το πρώτο πρωινό στο νέο τους σπίτι στην Κοκκινιά με το τραγούδι της κυρά - Λούλας της Σμυρνιάς. Μιας ζουμερής μελαχρινής γυναίκας που και στον ύπνο της ακόμα ήθελε τα χείλη της να είναι βαμμένα κατακόκκινα. 
- Ανάσκελα κοιμούμαι για δυο λόγους! Ένας για να μην ηκάμει ζάρες το καρέ μου με τον ύπνο τον πλαγιαστό κι ένας για να μην ηφύει το κραγιόνι απέ τον στόμα μου κι ηλερωθεί το μαξιλάρι μου που αίμα θα ηφτύσω για να καθαρίσει! 
Δυο γιους μικρούς και μια κόρη στα δεκάξι είχε η Λούλα. Έμεναν δίπλα από την Αθανασία, σε μια αυλή με άλλες τρεις οικογένειες προσφύγων. Φτωχοί αλλά προκομμένοι άνθρωποι, ήσυχοι, πολύ καθαρές και νοικοκυρές οι γυναίκες. Μία και μοναδική τουαλέτα χρησιμοποιούσαν όλοι,"το μέρος" ή "αποχωρητήριο" όπως την έλεγαν που ήταν στην άκρη, μ' ένα μικρό παραθυράκι.  Ένα, το πολύ δυο δωματιάκια με το κουζινάκι ήταν το σπιτικό τους. Καθαρό, σκουπιζόταν και σφουγγαριζόταν καθημερινά, όπως και η ασβεστωμένη αυλή με τις γλάστρες που άνθιζαν πολύχρωμα λουλούδια και στο τέλος έριχναν το σαπουνόνερο στο πεζοδρόμιο. Από την κοινή βρυσούλα έπαιρναν νερό για τη λάτρα και το μπάνιο και γέμιζαν το μουσλούκιπάνω από τον τσιμεντένιο νεροχύτη. Λίγο λίγο έτρεχε το νεράκι ίσα για το μαγείρεμα και το πλύσιμο των πιάτων. 


- Μαμά, τι λες να ψήσω σήμερα; Πατετούλες με καμιά μελιτζάνα και πιπεριά στο τηγάνι με σαλτσούλα σκεφτόμουνε, τι λες;
- Ό,τι θες παιδάκι μου, τον άντρα σου και τα παιδιά να χορτάσεις κι εγώ ούλα τα τρώγω... Φέρε με να τσ' ηκαθαρίσω εδώ να στο σκαμνάκι και τρίβε τσι ντομάτες εσύ. 
Η κυρά - Διονυσία έδεσε τη μπροστοποδιά κι έπιασε δουλειά με το μαχαίρι, φωνάζοντας στην κόρη της να κλείσει την κάμαρά της για να μη μπει πάλι η γάτα και μαγαρίσει. Ένα δωματιάκι μικρό που παλιά ήταν αποθήκη, το καθάρισαν, το έβαψαν, κρέμασαν κουρτινάκια πλεχτά, το έκαναν κυριολεκτικά αγνώριστο και φιλοξενούσε σχεδόν μόνο τα βράδια τη μάνα της Λούλας. Όλη μέρα ήταν μαζί, από το πρωί που έπιναν τον πρώτο καφέ τους μέχρι τους επόμενους δυο, πριν το φαγητό και το απόγευμα με παρεούλα τις γειτόνισσες. 
Βασανισμένη και χαροκαμένη γυναίκα, έχασε τον άντρα και το μεγάλο της γιο από τούρκικο μαχαίρι, λίγο πριν μπούνε στη βάρκα να γλυτώσουν όταν η Σμύρνη τυλίχτηκε στις φλόγες. Εύποροι άνθρωποι με όνομα καλό, ζούσαν αξιοπρεπώς σε σπίτι μεγάλο και ωραίο με όλα τους τα καλά. Μαγαζί με τρόφιμα σε δρόμο κεντρικό που είχε δυο υπαλλήλους για να εξυπηρετούν τον κόσμο που μπαινόβγαινε, άφηνε αρκετούς παράδες κέρδος. 
Όταν άρχισε να διαδίδεται πως μάλλον θα ερχόταν μεγάλο κακό πολλοί άνθρωποι άρχισαν να μαζεύουν και να κρύβουν. Η Λούλα ήταν βρέφος όταν τη σήκωσε η μάνα στην αγκαλιά της και πήραν το δρόμο για τη σωτηρία. Ο πατέρας με το γιο φορτώθηκαν λεφτά και ό,τι πολύτιμο μπορούσαν να σηκώσουν κι ακολούθησαν τρέχοντας. Τα κλειδιά του σπιτιού τα είχε στον κόρφο της η Διονυσία μ' ένα πουγκάκι λίρες. 
- Τι ηγινούτανε... Μην αξιώνει ο Θεός... Με το μωρό να κλαίγει και να με φωνάζουνε άντρας και γιος να βγάλω τα δαχτυλίδια για θα μ' ηκόβανε οι Τούρκοι τα δάχτυλα... 
Δυο δαχτυλίδια, μια χοντρή καδένα με μεγάλο σταυρό κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια κρεμαστά, φορούσε πάντα η Διονυσία νύχτα και μέρα. Αυτά ήταν τα καθημερινά. Τις γιορτές τα άλλαζε, βάζοντας τα βαριά, καλά της κοσμήματα. 
- Για να φανούνε οι καλές μέρες! Και στην εκκλησία οι κυράδες ηνοίγανε τα παλτά τως να φανούνε οι καδένες και στα βίζιτα για τσι ονομασίες ούλες κοιτάζανε τι ηκρεμούντανε απέ τα καρέ μας, τα αυτιά, τα χέρια... Το γλυκό σου ήτρωγες και σ' ηπαρατηρούσανε ολάκερη! Οι αντράδες μας πάντα για την Πρωτοχρονιά μας ηκάμανε δώρο μαλαματένιο! Και λίγο πιο πτωχοί που ήτουνε πολλοί, με δόσεις τα ήπαιρναν για να ηφχαριστήσουνε τσι γυναίκες τως

Δεν πρόλαβε να μπει με το μωρό στη βάρκα και το κακό έγινε. Τα δυο μπαουλάκια με τα χρυσαφικά, τα βαριά ασημικά και τα μασούρια με τις χρυσές λίρες πέρασαν στα χέρια των τριών φονιάδων. Πατέρας και γιος αντιστάθηκαν κι έπεσαν νεκροί από τις μαχαιριές τους. Η ξαδέρφη της Διονυσίας που είδε το διπλό φονικό έπαθε νευρικό κλονισμό. Με το ζόρι την έριξαν κυριολεκτικά δίπλα της όταν άρχισε να ξεμακραίνει η βάρκα κι εκείνη το έμαθε από το θρήνο και τα απελπισμένα ουρλιαχτά της... Πισωγύρισμα δεν υπήρχε... 
Έφτασαν στο λιμάνι σε άθλια κατάσταση, άλλοι δοξάζοντας την Παναγία που τους βοήθησε κι άλλοι μοιρολογώντας τους χαμένους της φαμίλιας τους. Η εξαδέλφη πήρε τη Διονυσία με το μωρό και ρωτώντας έφτασαν στην Κοκκινιά, σε μια παράγκα δίπλα στο χαμόσπιτο μιας θείας τους. Νωρίτερα έφυγε εκείνη ακολουθώντας τα παιδιά της που φοβήθηκαν για το μέλλον τους. Οι υπόλοιποι που έμειναν πίσω ήλπιζαν δυστυχώς... 
- Καλά που είχαμε τη θεία μας, τι θα ηγινούμαστανε; Τσι άλλοι αθρώποι που δεν είχανε τίποτες και κανένανε, τσ' ητραβούσανε απέ δω κι απέ κει με τα μωρά και τσι γέροι... 
Εγώ ήφτασα πολύ άρρωστη, μήτε ήξευρα πού ήμαστανε. Μέρες με ήκαιγε ο πυρετός και τσ' ήκλαιγα και τσι δυο... Απέ τη στιγμή που ήκουσα για τον άντρα και το παιδί μου, τα ρούχα μου ηξέσκισα και το μωρό το ήπιασε μια γυναίκα εκεί, την ώρα που λιγοθύμισα... Κάτου θα ήπεφτε το βρέφος και το 'χανα κι αυτό...  Κι η αξαδέρφη μου τσιρίδες και κακό, η μια απάνου στην άλληνα ημαστάνε...  

Το πουγκάκι που είχε μείνει στον κόρφο της μέσα στο μπούστο, βοήθησε μάνα και κόρη να χωθούν σ' ένα καμαράκι το Χειμώνα και να μη πεινάσουν. Αγόρασε σόμπα, στρώμα,  κουβέρτες, ένα τραπεζάκι με δυο καρέκλες, μια γκαζιέρα, ένα τσουκαλάκι, όλα μεταχειρισμένα. Μια σκάφη, σαπούνι, δυο αλλαξιές και μαύρο φουστάνι με μαντήλι.
- Η θειά μας ό,τι παράδες είχε φέρει στσι γιοί της υπήγαν για να κάμουνε δουλειά μπας κι ηφτιαχνούνε. Τα χρέγια τσ' είχανε πνίξει και μήτε φωτίτσα δεν είχανε να ανάψουνε. Τσι ζέστανα και τσι τάισα. Και την ψυχή μου ακόμα θα τσ' είχα χαλαλίσει! Στο ημεροκάματο με τα μάτια μου πάντα κλαμένα και μόνη παρηγοριά το κοριτσάκι μου ηπέρασα ούλα μου τα χρόνια. Οι παράδες που είχα αποκούμπι ηκάμανε φτερά μια μέρα από χέρι άτιμο! Ποιόνε να κατηγορήσω που ήτουνε ούλοι σε ανάγκη, με λες;
Στο μεροκάματο κι η Λούλα μόλις ξεπετάχτηκε. Τσαχπίνα και πάντα γελαστή, έδινε κουράγιο στη μάνα της και την αγαπούσαν όλοι στη γειτονιά. Βρέθηκε κι ένα καλό παιδί, προσφυγόπουλο κι αυτό κι αγαπήθηκαν. Η μάνα τους έδωσε την ευχή της και μετακόμισαν στην αυλή λίγο πριν το γάμο. 



Το παράθυρο της Αθανασίας έβλεπε στην αυλή τους. Η Λούλα σήκωσε το κεφάλι κι άστραψε το πρόσωπό της.
- Καλημέρα σας, καλώς ήρθατε! 
- Καλημέρα σας, μερσί! Εσείς τραγουδούσατε κυρία μου; 
- Εγώ, εγώ! Η φτώχεια θέλει καλοπέραση που λένε, ε;
- Ναι, έτσι λένε όλοι οι φτωχούληδες... Εμείς ήρθαμε από την Αθήνα, για να είναι κοντά στο γραφείο του στο λιμάνι ο άντρας μου, αλλά στο Λυκαβηττό χτίζουμε! Ζούσαμε στο εξωτερικό χρόνια και προσπαθώ να συνηθίσω εδώ, καταλαβαίνετε... 
- Πως, πως, καταλαβαίνω! Όπου και να πας, σαν την πατρίδα σου δεν είναι πουθενά, κυρία;
- Μαντάμ Νάνσυ!
- Χαίρω πολύ, Λούλα με λένε εμένα! Από τη Σμύρνη είμαστε!
- Α! Σμυρνιές... 
- Ναι, βέβαια, όπως κι οι περισσότερες γειτόνισσες εδώ πέρα! 
- Αλήθεια, ε; Δεν το ήξερα... 
- Να ιδείτε τι καλά που θα περάσετε, απλοί και καλοί αθρώποι είμαστε ούλοι, μια οικογένεια!

Φιλότιμη όπως όλες οι Σμυρνιές, έπιασε μαγιά κι αλεύρι να κάνει τηγανίτες για το καλωσόρισμα της γειτόνισσας. Πλούσιες στη γεύση, με γιαούρτι και αυγά, ροδοψήθηκαν κολυμπώντας στο λάδι. Ζέστανε το μέλι και τις έλουσε έτσι ζεστές, πασπαλίζοντας μπόλικη κανέλα. Φώναξε την κόρη της που έτριβε τον πιπερόμυλο να γυαλίσει. 
- Σιάξε κομμάτι τα μαλλιά σου και να πας το πιάτο στη μαντάμ Νάνσυ δίπλα. Για να είναι γλυκιά η ζωή τους εδώ πες τση! Άμε Αννίκα μου κι ηβγάζω και τα δικά σας! 
Χτύπησε διακριτικά την πόρτα της άγνωστης γυναίκας κι άνοιξε ο Στάθης. Το κορίτσι ντράπηκε και με τα μάτια χαμηλά του έδωσε διστακτικά το πιάτο.
- Η μαμά μου σας το στέλνει, για το καλό που ήρθατε... 
Κάρφωσε τα μάτια του στο καθαρό προσωπάκι της με τα μεγάλα μαύρα μάτια. Τα μαλλιά της πυκνά και σγουρά, συγκρατούσε ένας μεγάλος άσπρος φιόγκος
- Ευχαριστούμε πολύ! Πέρασε μέσα και πες μου πώς σε λένε; 
Η μαντάμ Νάνσυ είχε πάει στο μανάβη και ήταν μόνος στο σπίτι. Η Αννίκα δεν έμεινε σχεδόν καθόλου μόνη μαζί του, ευγενικά τον χαιρέτισε κι έφυγε βιαστικά. 

Ο Στάθης έτσι λιχούδης όπως ήταν, ετοιμάστηκε να ορμήσει στις ζεστές τηγανίτες όταν επέστρεψε η μητέρα του. Τις φωνές της άκουσε η δίπλα αυλή κι όλη η γειτονιά... 
- Ποιος σου είπε να κρατήσεις το πιάτο, ε; Τι μας περάσανε, για τίποτα ανθρωπάκια που πηγαινοφέρνουνε φαγιά και γλυκά; Γυναικούλα είμαι εγώ; Θα τους τα πάω πίσω!
- Τι λες καλέ μαμά, δεν είναι σωστό! Τέτοια προσβολή, ντροπή είναι! 
- Ντροπή είναι που τα κράτησες! Ακούς εκεί να μας φέρνει πιάτα η Λούλα η Σμυρνιά...
- Η κόρη της ήταν... 
- Α! Την έμπασες μέσα; Αυτό δα μας έλειπε!
- Όχι μαμά, στην πόρτα στάθηκε η κοπέλα! Φαίνεται σοβαρό και πολύ καλό κορίτσι...
- Καλάμια και παλούκια! Φέρε εδώ το πιάτο της που θα μου πεις κι ότι είναι και καλό κορίτσι! Για κάτσε φρόνιμα! 

Η Λούλα νευριασμένη έβαζε δαφνέλαιο στις βλεφαρίδες της όταν χτύπησε την πόρτα η νεοφερμένη. 
- Εμείς μαντάμ, πράμα που δίνουμε πίσω δεν το παίρνουμε! Στα καλωσορίσματα και τσι χαρές πάντα κάμουμε γλυκάκι, με  ό,τι μας βρίσκεται! Άμα είσαι της αριστοκρατίας και δε θέλεις να τα φας, πέταξέ τα και μη πεις κουβέντα, ακούς; Εμείς έτσι τα ξέρουμε! 
Δεν είχε προλάβει να πει λέξη η Αθανασία. Πήρε το πιάτο από τα χέρια της η Λούλα και το εκσφενδόνισε με δύναμη στο νεροχύτη... 











Μουσλούκι - Κρεμαστός τενεκές με βρυσούλα 

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Oινόπνευμα και σπίρτα




Η γειτονιά στο πόδι σηκώθηκε από τις φωνές της Αθανασίας που έβριζε τον άντρα της με τα χειρότερα λόγια... 
- Παλιάνθρωπε! Σιγά μη σε στείλω σ' αυτήνε να σε μασάει! Έχεις γυναίκα και παιδί και η θέση σου είναι εδώ, στο σπίτι σου, ακούς;
- Παιδί έχω, γυναίκα δεν έχω! Κι ανάγκη να με μασάει δεν έχει, βγάζει πιο πολλά! Ας ήσουνα εντάξει εσύ, ξέρεις πως έχω δίκιο!
-  Δεν το 'ξερα που θα σε άφηνα να με κολλήσεις καμιά αρρώστια από τις πρόστυχες που πας βρε σιχαμερέ! Σιγά μη ζητήσεις και το δίκιο σου! Θα τήνε βρω και θα της κάμω τα μούτρα της αγνώριστα της παλιογυναίκας που σε ξελόγιασε! Αλλά επειδής φταις κι εσύ θα σου κάμω ζημιά μεγάλη!
Ο Μάνθος έφυγε χτυπώντας την πόρτα. Περπατούσε αρκετή ώρα στους έρημους δρόμους μέχρι να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Θα πήγαινε στη Φραγκούλα και το παιδί θα ήξερε ότι έχει δουλειά στο καράβι και πολλές φορές θα μένει τα βράδια εκεί.. Για να κλείσει το στόμα της Αθανασίας και να μη ξυπνήσει ο Στάθης, άφησε μερικά χιλιάρικα στο τραπέζι και της είπε ότι η Καλλιστώ με άλλες τρεις γειτόνισσες είχαν στήσει αυτί και δεν συνέφερε να την πιάσουν στο στόμα της. Πήρε λίγα ρούχα κι έφυγε μέσα στη νύχτα... 

Να την ανακαλύψει η Αθανασία δεν κατάφερε, έκανε όμως άνω κάτω το σόι του για να ξεσπάσει και να τους ρίξει ευθύνες. Ντύθηκε με τα καλά της ρούχα και πήγε στους θείους του στα Πετράλωνα που είχε μειώσει αμέτρητες φορές με προσβολές και τους θεωρούσε πάντα παρακατιανούς, με οινόπνευμα και σπίρτα στην τσάντα της. Χτύπησε δυνατά την πόρτα και μπήκε μαινόμενη.
- Εσύ βρε παλιόγερε τον έσπρωξες στη φιλενάδα για να με παρατήσει, ε; Δεν άρεσα σε σένα και τη γύφτισσα τη γυναίκα σου και βαλθήκατε να με βγάλετε από τη μέση!
- Α!
- Πες μου πού μένει αυτή, είσαι υποχρεωμένος!
Ο θείος την κοιτούσε αποσβολωμένος. Ειλικρινά, ιδέα δεν είχε για την εξωσυζυγική ζωή του ανιψιού του.
- Πρόσεχε τα λόγια σου παλαβιάρα γιατί πολλά μας τα 'χεις κάμει και μη μου ρίχνεις ευθύνες, δεν ξέρω τι μου λες! 
Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε το οινόπνευμα με τα σπίρτα.
- Αν έβαζα βενζίνη θα έπαιρνε μυρωδιά η καλή και ακριβή τσάντα μου! Με τούτο θα σε λούσω και  θα σου βάλω φωτιά, τ' ακούς; 
Έτρεξε στην κουρτίνα με το οινόπνευμα. Ο θείος φώναζε και στην προσπάθειά του να την κρατήσει του ξέσκισε το πουκάμισο. Η γυναίκα του που επέστρεφε στο σπίτι από μια επίσκεψη, άκουσε τη φασαρία και τις φωνές. Την έβρισε άσχημα, ανταπέδωσε κι η απατημένη και φεύγοντας τους φώναξε ένα σωρό λόγια, για να τους εκθέσει στη γειτονιά.
Σε δυο μέρες πήρε το παιδί και πήγαν στη Σαντορίνη. Το άφησε στους δικούς της και ξεκίνησε άλλους καβγάδες με την πεθερά και όλο το σόι του Μάνθου... 
- Παλιάνθρωποι είσαστε όλοι αφού δεν κοιτάτε να τόνε μαζέψετε και του κάμετε και πλάτες! Θα τον σκοτώσω, θα σας κάψω κι εσάς κι ας με πάνε φυλακή, δε με νοιάζει! 





Μάνθος και Φραγκούλα προσπαθούσαν να βρουν λύση. Αν την απειλούσε ότι θα τους εγκατέλειπε και θα έφευγε στο εξωτερικό όπου κανείς δε θα ήξερε πού βρίσκεται;
- Πάρε το παιδί και πάτενε στο νησί, στη μάνα σου! Από μένα άλλο τίποτα μη περιμένεις με αυτά που πήες κι έκαμες στο σόι μου! Πέσανε πάνω μου και μ' αρωτάνε πώς και τι, τους είπα την αλήθεια και μου ρίξανε τα δίκια όλου του κόσμου! Θα μπούνε δικηγόροι και θα σε χωρίσω, όλο τον κόσμο που σε ξέρει έχω με το μέρος μου! 
- Άμα θες να χωρίσουμε, μη τολμήσεις και ζητήσεις να δεις ξανά το γιο σου! Θα στο δώκω το διαζύγιο να πας να μείνεις με δαύτη που κάμει τα κέφια σου, μα το παιδί να το ξεχάσεις, δε θα βλέπει τα ρεζιλίκια του πατέρα του με τη γκόμενα! 
Η σχέση του με τη Φραγκούλα συνεχιζόταν με τάξη και ηρεμία. Πήγαινε στο σπίτι κι έβλεπε το παιδί μέχρι την ώρα που έπεφτε για ύπνο κι ύστερα έφευγε γιατί "δούλευε". 
Εκείνη τον δεχόταν γιατί αν του έκλεινε την πόρτα θα έμενε χωρίς καθόλου χρήματα, μόνο τα έξοδα του παιδιού θα πλήρωνε όπως της είχε πει. Ήταν και η γειτονιά, που αν μάθαιναν τη διπλή ζωή του θα την κουτσομπόλευαν και θα την κατηγορούσαν όλη μέρα. Κράτησε τον εγωισμό και το κεφάλι της ψηλά κι εξακολούθησε την ίδια τακτική.
- Ωραία τα μαλλάκια σας έτσι που τα κόψατε κυρία Αθανασία!
- Στον καλύτερο κομμωτή πάω στο Κολωνάκι, χρόνια τώρα! Αυτός που χτενίζει όλη την αριστοκρατία και είναι και πολύ ακριβός! Πάει τακτικά στο εξωτερικό κι έτσι αναγκάζομαι να κουρεύομαι στο γειτονικό άμα είναι ανάγκη. Καλή κοπέλα και με προσέχει, τους δίνω βέβαια και πολλά παραπάνω, αλλά έχω συνηθίσει στον δικό μου... 
Λίγα κέρματα είχε δώσει στη μικρή που τη βούρτσισε, επειδή τάχα δεν είχε δραχμές αλλά δολάρια.
- Την επόμενη φορά που θα έρθω θα σου τα δώσω διπλά! 
Μέσα σε όλα είχε ν' αντιμετωπίσει και νέο πρόβλημα, που την έκανε να χάσει τον ύπνο της. Την αλήθεια για τη ζωή της που επιμελώς έκρυβε και φανέρωσε ο θείος του Μάνθου σκόπιμα για να την εκδικηθεί. Πήγε στο μπακάλη της παλιάς της γειτονιάς τάχα για να ψωνίσει περαστικός κι έπιασε κουβέντα με τη γυναίκα του. Τίποτα κρυφό δεν άφησε!
Όταν ανακάλυψαν οι γειτόνισσες από τα Πετράλωνα που έμενε, άρχισαν να περνάνε δήθεν τυχαία από το σπίτι της και να την κοροϊδεύουν φωνάζοντας δυνατά... 
- Καλέ, ο Λυκαβηττός είναι εδώ; Χα χα χα! Μα ποια πλούσια να μένει σ' αυτή τη σπιταρόνα;  Να, θα ρωτήσω αυτή την κυρούλα να μας πει! 
Έβραζε από το κακό της πίσω από τα κλειστά παράθυρα η Αθανασία και δεν έβλεπε την ώρα να φύγει κι από κει, να εξαφανιστεί. 

Βρέθηκε ένα σπίτι στα Καμίνια, στον Πειραιά. Μεγάλη απόσταση, μακριά από όλους. Μεροκαματιάρηδες άνθρωποι, απλοί και ταπεινοί, αποσπερίζανε με τα καρεκλάκια έξω από τις πόρτες τους τρώγοντας πασατέμπο. Η νεοφερμένη μαντάμ Νάνσυ που είχε μείνει χρόνια στο εξωτερικό τους χαιρετούσε γαλλιστί και μιλούσε σπασμένα αρχικά. 

- Μπονζούρ κυρία μου, καλά είσαστε; Αυτό το ποτηράκι σας το χαρίζω, είναι από το καλύτερο κρύσταλλο!
- Αλό μαντάμ! Άνοιξα το μπουφέ μου χθες κι έπιασα αυτή την κούπα από την πιο καλή κι ακριβή πορσελάνη που πήρα από την Αγγλία! Ορίστε, πάρτε τη να πίνετε τον καφέ σας. Έχω τόσα πολλά κομμάτια που δε χωράνε πουθενά πια, όλα μεγάλης αξίας!
- Μερσί, δε συνηθίζω να κάθομαι έξω, μη μου βγάζετε καρεκλάκι παρακαλώ. Πάω να ετοιμάσω τα μπριζολάκια για αύριο, τα αφήνω όλη νύχτα με ειδικά μυρωδικά που έφερα από τη Γαλλία. Είχαμε μάγειρα εκεί που μας ετοίμαζε τα πάντα, εδώ δεν το συνηθίζουνε κι έμαθα κι εγώ αναγκαστικά να μαγειρεύω... 
Ο Στάθης μεγάλωνε κι άρχισε να ενδιαφέρεται για τις κοπελίτσες που έπαιζαν αμέριμνα στο πεζοδρόμιο με τις κούκλες τους. Απονήρευτα κορίτσια στα δεκαπέντε τους χρόνια. 
- Σταθούλη πρόσεχε! Αυτοί οι άνθρωποι κάμουνε αμάν για να ξεφορτωθούνε τις κόρες τους! Κοίτα μη μπλεχτείς με καμιά αγόρι μου!
Η καρδούλα του νεαρού όμως χτυπούσε δυνατά όταν έβλεπε τη μικρή ξανθούλα στο απέναντι παράθυρο. Άρχισαν να κάνουν στενή παρέα κι η Θανασούλα - Αθανασία - Νάνσυ καθόταν στα καρφιά. Τον καλοκοίταζαν και οι υπόλοιπες της γειτονιάς που είχαν κόρες και θεωρούσαν μεγάλη τύχη το πλούσιο αγόρι και σε τρία χρόνια μετακόμισαν πάλι... 



Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Πόσες τσιμπινιές έχουνε τα μελιτίνια αυτηνής;





- Τι να τόνε κάμεις τον άντρα συνέχεια μέσα στα πόδια σου, ε; Η γυναίκα είναι για το σπίτι κι εκείνος έξω στη δουλειά, να φέρνει λεφτά για να ζει καλά η οικογένειά του! 
Άμα τους αφήσεις έτσι,  ένα κρεβάτι ξέρουνε κι άλλο τίποτα! Εγώ τέτοια δε σηκώνω, όπως τόνε μάθεις είναι! Αύριο με το καλό φεύγει και τον έστειλα να χαιρετίσει τους συγγενείς του και κάτι πατριώτες του που τους βλέπει κι αυτούς....
- Κυρία Αθανασία, τι λες τώρα! Μα, αν είναι δυνατόν να μην αφήνει η γυναίκα τον άντρα της να την πλησιάζει! Ναυτικός, αύριο φεύγει κι εσύ τον έστειλες στα σόγια και τους φίλους αντί να τόνε κρατήσεις εδώ και να μείνεις κοντά του; Πότε θα ειδωθείτε ξανά, αμαρτία δεν είναι; 
Μεγαλύτερη αμαρτία είναι να αφήνουν τις γυναίκες τους έγκυες και να βολοδέρνουνε με τα παιδιά κι αυτοί να φεύγουνε! Έπειτα να ξέρεις κυρία μου, ότι οι γυναικούλες της κατώτερης τάξης έχουν συνέχεια τα μυαλά τους στα πονηρά! Κι όσες από δαύτες έχουνε ναυτικούς άντρες, μπάζουνε σε λίγο και τους ερωμένους τους!
Η γειτόνισσα σήκωσε τα χέρια ψηλά. Με την Αθανασία όχι απλά δε θα έβγαζε άκρη, αλλά θα παρεξηγιόταν κι από πάνω όπως με όλες.
Πεισματάρα και ισχυρογνώμων, περιφρονούσε όποιον δε συμφωνούσε μαζί της. Μιλούσε απότομα και είχε μια γλώσσα δέκα φορές μεγαλύτερη από το μπόι της όπως έλεγαν. 

Ο Μάνθος έμεινε στην αγκαλιά της Φραγκούλας μέχρι αργά. Του ήταν πολύ δύσκολο να την αποχωριστεί κι η σκέψη να μη φύγει τον βασάνιζε. Η συνετή γυναίκα όμως κατάφερε να τον πείσει και υποσχέθηκε ότι θα του γράφει κάθε μέρα. Με τη φωτογραφία της, τις αναμνήσεις τους και τη σφιχτή αγκαλιά του μικρού Στάθη από το νόμιμο σπιτικό του, πήρε το δρόμο για το λιμάνιΗ Αθανασία τον αποχαιρέτισε φιλώντας τον σταυρωτά, ευχόμενη να πάει στο καλό και να έχει βοήθεια την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο. 

<< Αγαπημένε μου Μάνθο, στιγμή δε φεύγεις από τη σκέψη μου...>> 
Διάβαζε ξανά και ξανά τα γράμματα της Φραγκούλας, που έσταζαν έρωτα κι ενδιαφέρον για τη ζωή του στο καράβι σε τόπους μακρινούς. Η Αθανασία του έγραφε σπάνια και τυπικά για την πρόοδο του παιδιού και τις μεγαλομανίες της.
<< Σου γράφω για να μάθεις ότι το παιδί πήρε καλούς βαθμούς κι ότι η κυρά - Καλλιστώ έσκασε από το κακό της που της γύρισα τα κουλουράκια της πίσω! Επειδής της είχα δώκει μοσχοσάπουνα κι αυγά υποχρεώθηκε και μου έστειλε την εγγόνα της με το σκεπασμένο πιάτο. Είπα στη μικρούλα ευχαριστώ αλλά έχουμε πολλά κουλούρια και τόσα γλυκά που τα πετάμε κι  ούτε και παίρνω τίποτα από κανένανε, μόνο δίνω! Της έδωκα και κάμποσα σοκολατάκια και γεμίσανε οι τσέπες της και την έστειλα στη γιαγιά της! Τι με πέρασε, για καμιά που καταδέχομαι τέτοια; Τα λεφτά τελειώνουνε και μέχρι να πάρεις το γράμμα ελπίζω να μου έχεις στείλει...>> 


Η Φραγκούλα έδωσε καλούδια και χαρτζιλίκι στο μικρό γιο του φούρναρη που έκανε αρκετά δρομολόγια μέχρι το σπίτι της με τις λαμαρίνες. Την εξυπηρετούσε πολλές φορές ο πατέρας του κι έμενε πολλές φορές παραπάνω ώρα για να ψήνει όταν εκείνη πνιγόταν στη δουλειά. Μοσχοβόλησε η γειτονιά μαστίχα από τα πεντανόστιμα μελιτίνια που έφτιαξε, με παχύ ανθότυρο, βούτυρο και φρέσκα αυγά. Πασχαλινές ετοιμασίες στο ήδη στολισμένο με κοτούλες και λαγουδάκια μαγαζί και οι παραγγελίες πολλές...
Αξημέρωτα σηκώθηκε κι ετοίμασε ζύμη και γέμιση για να προλάβει. 

Ένα κιλό αλεύρι, λίγο αλάτι, λιγότερο από μισό κουταλάκι μαστίχα κοπανισμένη, έξι κουταλιές φρέσκο βούτυρο, ένα κουταλάκι σόδα και λίγο νερό.
Ανακάτεψε το αλεύρι με το αλάτι, το βούτυρο, τη σόδα διαλυμένη κι έριχνε σιγά σιγά νεράκι μέχρι να γίνει μια ωραία ζύμη. 
Όση ώρα ξεκουραζόταν σκεπασμένη, ετοίμασε τη γέμιση.
Δυο κιλά ανθότυρο που είχε καλά στραγγίσει με λεπτό τουλπάνι για να μην έχει υγρά, ενάμιση κιλό ζάχαρη, δέκα αυγά, τέσσερις κουταλιές βούτυρο, λίγη μαστίχα.
Πέρασε το ανθότυρο από το μύλο του πουρέ κι έριξε τα υπόλοιπα υλικά. Τρεις γεμάτες κουταλιές ρυζάλευρο απορρόφησαν κάθε ίχνος υγρασίας από το μείγμα. 
Άνοιξε τη ζύμη σε πολύ λεπτό φύλλο και με ένα ποτήρι έκοβε στρογγυλά σχήματα. Ένα κουταλάκι γέμιση στη μέση και μετά όλη της η τέχνη για το "τσίμπημα"
Με οδοντογλυφίδα και τσιμπιδάκι σήκωνε τριγύρω το φύλλο κι έκανε πολλά τσιμπήματα σε κάθε ένα, σα να το κεντούσε. 
Χαμογελούσε κάθε φορά που θυμόταν τις γειτόνισσες στο νησί. 
<< Πόσες τσιμπινιές έχουνε τα μελιτίνια αυτηνής; Μμμμμμμ... πέντε, έξι και τα ξεμπέρδεψε, τι να σου πω, κατασκοτώθηκε...>> 
Όσο πιο στρωτά και τσιμπημένα ήταν, τόσο πιο καλή νοικοκυρά ήταν αυτή που τα έφτιαξε. Συναγωνίζονταν όλες η μια την άλλη κι έβγαζαν τα μάτια τους για να τα κάνουν πιο περίτεχνα, τα δυο τους δάχτυλα έπαιρναν φωτιά! Η Φραγκούλα δεν είχε μαρτυρήσει το μυστικό της για το τσιμπιδάκι που τη διευκόλυνε πολύ! 
Βουτύρωνε τις λαμαρίνες και τα έβαζε στη σειρά. Ο φούρναρης και ο γιος του πάντα κρατούσαν καμιά δεκαριά, κέρασμα από τη Φραγκούλα
Ετοίμασε ένα μεγάλο δέμα με διάφορα εδέσματα για να στείλει στο Μάνθο. Δυο μπουκάλια ούζο, κρασί γλυκό και τα αγαπημένα του ντοματάκια, μελιτζάνες κι αγγουράκια τουρσί, με μπόλικο μάραθο στα βάζα τους και κάπαρη. Μελιτίνια, κουλούρια, τσουρέκια και κόκκινα αυγά με μια ωραία ευχητήρια κάρτα εκτός από το καθιερωμένο γράμμα. 
Μετρούσε τους μήνες και περίμενε το χειμώνα που θα ήταν πάλι κοντά της... Μακάρι να περνούσαν μαζί τις χρονιάρες μέρες...

- Να μου κόψετε τον κιμά παρακαλώ! Μόνο που θα σας πληρώσω με δολάρια, έτσι κάνω τα ψώνια μου εγώ!
Η Ρήνη είχε πάει για Πάσχα στην κόρη της για να μην είναι μόνη με το παιδί τέτοια μέρα. Φορτώθηκε ένα μεγάλο αρνί, δυο συκωταριές, ένα μεγάλο κεφάλι τυρί, βούτυρο, λαχανικά και φρούτα από το μποστάνι τους, μελιτίνια και κουλούρια.
Ο ταξιτζής τα άφησε στην πόρτα, πληρώθηκε κι έφυγε. Ο Στάθης είχε μείνει να περιμένει τη γιαγιά του όσο η Αθανασία είχε βγει στην αγορά. 
- Θα κάμουμε κι εδώ κουλουράκια παιδάτσι μου να μυρίσει το σπίτι! Θα πλάσεις κι εσύ με τα χεράκια σου και θα 'ναι τα πιο ωραία!
Η Μεγάλη Εβδομάδα πέρασε με τη γιαγιά να πηγαίνει στην εκκλησία, να βοηθάει στις δουλειές και να ψήνει και την Αθανασία να κομματιάζει το αρνί και να το μοιράζει εδώ κι εκεί κάθε μέρα. Ένα μπούτι κράτησε και μια σταλιά συκωταριά για τη μαγειρίτσα τους, μοιράστηκαν κι αυτές όπως και το περισσότερο βούτυρο. Η μάνα της προσπάθησε να τη συνετίσει αλλά μάταια, πήρε μεγάλη σύγχυση για πολλοστή φορά... 

Η επόμενη Πασχαλιά βρήκε το Μάνθο στη στεριά, αγανακτισμένο με τη γυναίκα του κι ευτυχισμένο κοντά στη Φραγκούλα. Η Αθανασία αδιάφορη και ψυχρή όπως πάντα, ζούσε στο δικό της κόσμο. Εκεί έκανε σχέδια και πλάνα κι ονειρευόταν μεγαλεία και πολλά εκατομμύρια που σκορπούσε κάνοντας τον κόσμο να τη θαυμάζει και να υποκλίνεται στο πέρασμά της. Η έκπληξη την παραμόνευε στη μέσα τσέπη του σακακιού του Μάνθου. Το τίναξε και της έπεσε, το σήκωσε ανάποδα και πρόβαλλε η φωτογραφία της Φραγκούλας με αφιέρωση. 
- Στον αγαπημένο μου Μάνθο; τώρα θα δεις τι θα σου κάμω πρόστυχε!