.

.
.

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Βάσανα...



Το επίμονο χτύπημα του τηλεφώνου ερέθιζε περισσότερο τα νεύρα της Μιράντας. Σταθερό και κινητό είχαν πάρει φωτιά.
- Άσε με βρε μαμά κι εσύ! Άλλο τίποτα δεν ήθελα τώρα από τη γκρίνια σου! 
Τελικά αναγκάστηκε ν΄απαντήσει, αφού δεν υπήρχε περίπτωση να το αποφύγει, προετοιμασμένη βέβαια... 

- Δε φταίω εγώ αν η μάνα του είναι τρελή και κρύβει χρόνια από το γιο της! Τριαντάρης δεν πρέπει να είναι! Με το που γνωριστήκαμε θα τον ρωτούσα για την ηλικία του; Καλέ ποια γιαγιά από την Κωνσταντινούπολη μου λες, τα χάπια σε πείραξαν; Έτσι σου είπε η κυρά-Δέσπω ότι είπα στο γιο της; Και δεν κάλεσες νευρολόγους να τη μαζέψουν; Για δέσιμο είναι! 

Το ένα ψέμα πάνω στο άλλο η Μιράντα και διπλή δόση ηρεμιστικών η Εριέττα που δεν έβγαζε άκρη...

- Τα καλά της Σωσώκας με το Σταμάτη κουμπάρα μου... Μπρε τι κακό μας έλαχε...
   - Ναι κοκόνα μου, αυτό σκεπτούμουνα κι εγώ... Στο σπίτι μας τότε, κείνη την Καλή Βραδιά που ήρτε αλλαγμένη απέ την κορφή ως τα νύχια και τόνε τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί η άτιμη... Τώρα θα με πεις, άλλα χρόνια τότενες... Κοιμήθηκες μαζί της κι είσαι ο πρώτος; Θα τη στεφανώσεις! Η αλήθεια βέβαια είναι, ότι ο Σταμάτης ήξευρε που τον ρίχνει κάμποσα χρόνια, δεν έκαμνε τη μπεμπέκα... Χώρια που τον ποτίζανε ούλη την ώρα μάνα και κόρη, αυτό πού το πας για; 

- Έκαμε κι ένα παιδί αυτή και τον έδεσε καλά τον γάιδαρό της... Τώρα που ούλες με το χαίρω πολύ πέφτουνε και στο κρεβάτι με τοις άντριδοι, υποχρέωση κανείς δεν έχει, έτσι λένε... Αμά εμείς έχουμε αρχές και πάντα τον έλεγα να προσέχει μη πειράξει κοπέλα. Κι άμα γένει τέτοιο πράμα, αμέσως τα στεφανώματα! Αυτά όλα για τα καλά και σεμνά κορίτσια βέβαια, όχι για τις αρσίζες! Θυμάσαι πριν κάμποσα χρόνια που είχε μπλεχτεί με μια απέ το πανεπιστήμιο κι άμα τον έδωκε να παπούτσια στο χέρι δε μιλιούτανε τόσο καιρό; Απέ το φίλο του τα έμαθα, αυτός πού να βγάλει κιχ; Μπρε κουμπάρα μου, να σε πω την αλήθεια μ' αυτό που με είπες για τη Σωσώ και τη μάνα της, πολύ το φοβούμαι κι εγώ... Μπας και τον πότισε τίποτις κι αυτή και στραβώθηκε έτσι ο βαφτισιμιός σου; 

- Σους μπρε και μη βάνεις τέτοια πράματα στο μυαλό σου! Άλλα χρόνια τότενες είπαμε κι αλλιώτικα τοις δένανε τοις άντριδοι... Τώρα κάτι τέτοιες, αλλιώς τοις ξελογιάζουνε με τοις τζιλβέδες και τα κόλπα που μαθαίνουνε από μια σταλιά κορίτσια... Ένας Θεός ξεύρει τι τσαλίμια τον κάμνει, είναι και θεωρητικιά, ωραίο κορμί έχει... Τόνε καλοτάϊζε η άτιμη απ' ούλες τις πλευρές, κατάλαβες; Κατάλαβα να λέγεις! Σε λέει καλομεγαλωμένος είναι, μαθημένος στα ωραία φαγιά, ο έρωτας περνάει απέ το στομάχι, θα έμαθε και κάμποσες συνταγές δικές μας γιατί δεν την έκοψα να είναι και πολύ της κουζίνας, τον κοπάνησε και μια γιαγιά απέ την Πόλη κι ήρτε ταμάμ... Το νόστιμο και μερακλίδικο φαΐ φχαριστάει και με μπόλικο κρασάκι μαζί χαλαρώνει και βλέπεις με άλλα μάτια τη γυναίκα, κακά τα ψέματα... Τον έκαμνε πρώτα το τραπέζι και μετά το κρεβάτι, έτσι πάνε αυτά! Κι αφού βρήκε γυναίκα θηλυκιά, με τις παρφούμες της και τα ωραία της, θερμή και κολπατζού εκεί που πρέπει, άξια νοικοκυρά και καλή μαγείρισσα, γλυκάθηκε ο λεβέντης μας! Η μια φορά ήφερε την άλλη και σιγά σιγά συνήθισε, πολύ θέλει για; Μήτε τα χρόνια της είχε μάτια να διει, μήτε τίποτις, έτσι γένεται άμα περνάς καλά...

- Για την τύχη του ητανάνε η αδικιωρισμένη... Να διούμε τώρα απέ δω και πέρα τι θα γένει...

Η Σουλτάνα κοίταξε το μεγάλο κρεμαστό ρολόι ανήσυχη. Τρεις ώρες είχαν περάσει από την επεισοδιακή συζήτηση που είχαν με τον Τάκη κι εκείνος αφού ξέσπασε στο ανθοδοχείο έφυγε χτυπώντας την πόρτα με δύναμη. Πού να ήταν, τι έκανε; 

Η Δέσπω ακολούθησε το βλέμμα της κάνοντας την ίδια σκέψη. Γέμισε ξανά τα ποτηράκια με κονιάκ κι αναστέναξε... 
- Βάσανα...

Η Μιράντα μπερδεμένη έψαχνε λύσεις. Η πρώτη της σκέψη ήταν να εκδικηθεί τη Δέσπω που της χάλασε τα σχέδια. Ταυτόχρονα έπρεπε να μάθει τι σκεφτόταν ο Τάκης κι αν την ήθελε ακόμα. Όσο περνούσαν οι ώρες κι εκείνος δεν τηλεφωνούσε έστω για να τη βρίσει, καθόταν στα καρφιά.

- Μια η μάνα και μια η νονά του που είναι κολλητές, με βάλανε στη μπούκα... Τις είδα πως με κοίταζαν κι η Σουλτάνα είναι πιο ξύπνια, φαίνεται... Να δεις που του άλλαξαν τα μυαλά οι σακαφιόρες! Θράσος κι αυτή να πάει στη μάνα μου! Αν μιλούσε μαζί μου ήξερα πως να την αντιμετωπίσω... Θα την κάνω να μη βρίσκει ησυχία και να φαγωθούνε με την κουμπάρα της! Μόνο εμάς θα κάνει άνω κάτω; Δε σφάξανε!

Η Λίνα φεύγοντας φίλησε τρυφερά τη μητέρα της κι έκανε νόημα στη Γιαννούλα.
- Τι θα κάνουμε; Δεν ξέρω τι να πρωτοσκεφτώ... Τη μητέρα μου που τραβάει μόνη της το ζόρι για να μη συγχύσει το μπαμπά, τον άντρα μου, την αδερφή μου που τα έκανε θάλασσα ή τους ξένους ανθρώπους, γιο και μάνα; Έλα στο σπίτι Γιαννούλα μου να μιλήσουμε, πες κάτι και στην παλαβή την αδερφή μου που έχει μπλέξει τρεις οικογένειες... 

- Θα έρθω κορίτσι μου, είναι να το συζητάς; Το καλό θα ήταν να με είχες ειδοποιήσει, στο είπα... Θαρρείς ότι πίστεψα αυτά που είπες στη μαμά σου, ότι τάχα είχες ακουστά και μόνο για το παλικάρι;  Μα δε μου λες, από πού έπαιρνε τα φαγιά η Μιράντα και τον τάϊζε το νεαρό; Αυτή μάτια μου βαριέται να βράσει κι ένα αυγό που λέει ο λόγος κι η μάνα του είπε ότι την έμαθε η γιαγιά από την Πόλη!

- Από μένα Γιαννούλα... Κατέβαινα και της μαγείρευα αλλά μετά που είδα ότι σοβαρεύει η σχέση...
  - Καλά το κατάλαβα... Άξια είσαι και νοικοκυρά, αγαπάς την κατσαρόλα κορίτσι μου... Άντε στο καλό κι αύριο εκεί θα είμαι! 
Η Εριέττα είχε βυθιστεί σε ύπνο βαρύ. Τα χάπια άδειασαν τη σκέψη της όταν έκλεισε τα μάτια και της έδωσαν πολλές ώρες ξεκούρασης ψυχικής και σωματικής. Ο Λέανδρος είχε αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα  βλέποντας τηλεόραση κι η Γιαννούλα αφού τον σκέπασε με μια κουβερτούλα έφυγε κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα... 

Η στάση του λεωφορείου ήταν μόλις λίγα μέτρα από το σπίτι της. Κατεβαίνοντας, είδε μια σκιά να κινείται στην πόρτα της.
- Μιράντα; 
- Πού είσαι βρε Γιαννούλα μου και περιμένω τόση ώρα; Η μαμά μου καλά είναι, ε; Πάμε μέσα να μιλήσουμε... 
Το λικέρ μέντας κατάφερε με τη σπιρτάδα του να τις χαλαρώσει λίγο. Η Μιράντα μιλούσε ακατάπαυστα, λέγοντάς της όλη την ιστορία. Βλέποντας τις αντιρρήσεις της, χτύπησε το χέρι στο τραπέζι νευριασμένη.
- Κι εσύ τι κατάφερες με τον άντρα που πήρες; Τόσα χρόνια πιο μεγάλος αυτός, σε πήρε μικρή και όμορφη κι αντί να σε έχει στα πούπουλα μεθοκοπούσε και πήγαινε με άλλες! Μη μου λες λοιπόν ότι ήταν αταίριαστη η σχέση μου με τον Τάκη!

Σταύρωσε η Γιαννούλα τα χέρια στηρίζοντας λες την καρδιά της. Το βλέμμα της έπεσε στο κενό κι η σκέψη της πήγε πίσω, στα δύστυχα χρόνια με το ναυτικό που παντρεύτηκε.

Δώδεκα χρόνια μεγαλύτερος, ομορφάντρας και λεβέντης, τραγουδούσε τα βράδια έξω από το παράθυρό της και της άφηνε λουλούδια στα σκαλιά. Τον ερωτεύθηκε η μικρή κοπέλα κι όταν πήγε στους γονείς της με δαχτυλίδι και τη μάνα του να τη ζητήσουν, είπε το ναι ντροπαλά με καρδιοχτύπι, μάτια χαμηλωμένα στο πάτωμα και φλογισμένα μάγουλα. Οι γονείς της αν και διστακτικοί στην αρχή, έδωσαν την ευχή τους...
- Ταξιδιάρη δε θέλαμε να πάρεις... Αυτός θα λείπει κι εσύ θα βολοδέρνεις μοναχιά σου, χωρίς στήριγμα τον άντρα σου... Αν μένατε εδώ τουλάχιστον θα ήταν αλλιώς... 

Το μικρό χωριό τους λίγο έξω από τη Θήβα δεν βόλευε, έτσι της έλεγε. Θα ζούσαν στην Αθήνα που ήταν γεμάτη ζωή μέρα και νύχτα, θα γλεντούσαν σε μαγαζιά καλά κι όχι στο ταβερνάκι του μπάρμπα της που μάζευε τους παππούδες. Οι γυναίκες δεν πήγαιναν σε τέτοια μαγαζιά, ήταν μόνο για τους άντρες. Η Πρωτεύουσα ήταν εξελιγμένη, ακόμα και στον περίπατο δε χόρταιναν τα μάτια ομορφιές... 

Με το νυφικό της μπήκε στο καινούργιο σπίτι. Ο άντρας της νοίκιασε αυτοκίνητο που πήγε τους νεόνυμφους μετά το γλέντι του γάμου που έγινε στο χωριό.
Δυο καμαρούλες με λιγοστά έπιπλα σε μια μικρή αυλίτσα που μύριζαν έντονα μούχλα την υποδέχτηκαν. Κι όταν ο άντρας της γδύθηκε, κοίταξε με δέος τα μεγάλα τατουάζ που είχε στα μπράτσα του. Πού να ήξερε το άβγαλτο κορίτσι ότι ήταν το σήμα κατατεθέν των ναυτικών... 

Ο πρώτος μήνας πέρασε καλά. Η Γιαννούλα δεν προλάβαινε να θυμηθεί τα τόσα ωραία μέρη που πήγαιναν. Κτίρια μεγάλα με κολώνες περίτεχνες, ταμπέλες που αναβόσβηναν και γέμιζαν τα μάτια της με χρώματα, βιτρίνες με όλα τα καλά, κήποι και πάρκα περιποιημένα με παγκάκια που κάθονταν και χάζευαν τις κυρίες με τα παιδάκια τους, ζαχαροπλαστεία με διάφορα γλυκά και ποτά δροσιστικά, θέατρα... 

Από το δεύτερο μήνα της δήλωσε ότι θα μπαρκάρει. Και μέχρι τη μέρα που έφυγε, γυρνούσε στο σπίτι μεθυσμένος τραγουδώντας. Καθημερινά έβρισκε φίλους του νέους και παλιούς και τα έπιναν παρέα, όχι δε μπορούσε να τους πει. Κι αφού ήταν αντροπαρέα εκείνη δε χωρούσε... 

Η μάνα πήγε για λίγες μέρες κοντά της κουβαλώντας πατάτες, κρεμμύδια, κοτόπουλα, αυγά, μα και κλωστές πολύχρωμες, βελόνες και νήματα. Το τελάρο που κεντούσε τους τσεβρέδες και το ραδιόφωνο της κρατούσαν συντροφιά τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς της. Ξένος τόπος, ξένοι άνθρωποι, οι δικοί της μακριά... Τα τρία χωραφάκια δεν άφηναν περιθώριο στη μάνα να λείψει κι ο πατέρας όλη μέρα στην οικοδομή δεν προλάβαινε. Ο αδερφός της μαζί με τον πατέρα κι αυτός, είχε τα χέρια δεμένα.

Η επίσκεψη του ναυτικού που της έφερε γράμμα του και μια κούτα, της έδωσε χαρά απερίγραπτη! Τον κέρασε γλυκό κυδώνι και δροσερό νερό, ρωτώντας τον ξανά και ξανά για την υγεία του συζύγου της. Αφού βεβαιώθηκε ότι είναι καλά και τον ευχαρίστησε χίλιες φορές, έκλεισε την πόρτα ανυπομονώντας ν΄ανοίξει το φάκελλο. Λίγα χιλιάρικα και λόγια αγάπης την ανέβασαν στον ουρανό. Η κούτα είχε ένα τόπι ύφασμα, κολιέ και βραχιόλια με χάντρες, ξύλινα ζώα με χρυσές τρέσες, μια κολόνια και πολλά μοσχοσάπουνα.

- Όσο λείπει ο άντρας σου Γιαννούλα μου, σεμνή και σοβαρή θα είσαι! Φτιασιδώματα και λούσα δε θα κάνεις, κραγιόνια δε θα βάζεις! Ο κόσμος δε θέλει και πολύ να σου βγάλει τ' όνομα, η γυναίκα του ναυτικού είναι πάντα στο μάτι. Μη πούνε ότι αυτός θαλασσοπνίγεται κι εκείνη στολίζεται για το φίλο της! Άκου με κόρη μου, ξέρω τη ζωή...

Χαμογέλασε στη σκέψη της μάνας της. Τα χέρια της άγρια, το δέρμα της ξερό κι αυλακωμένο κάτω από τον ήλιο που την έψηνε αλύπητα. Σπάνια άφηνε την κόρη της να πάει στο χωράφι καλοκαίρι, μη και χαλάσει το κάτασπρο δέρμα της και πού θα βρισκόταν μετά γαμπρός να ζηλέψει τη φρεσκάδα της... 

Έραψε ένα φόρεμα και μια τσάντα με το λουλουδάτο ύφασμα και τα έκρυψε στη ντουλάπα. Θα τα φορούσε μαζί με τα τζοβαΐρια όταν ερχόταν ο άντρας της, για να τη δει όμορφη και να την καμαρώσει με τα δώρα που της έστειλε. Σκεπτόμενη τις ορμήνιες της μάνας της, ούτε μια στάλα από τη βαριά κολόνια δεν άφησε ν΄ αγγίξει το δέρμα της, μη μπει στα μαγαζάκια της γειτονιάς αρωματισμένη και με τον άντρα της να λείπει... 



Ήρθε η μέρα που ενώ συγύριζε την κάμαρα άκουσε το κλειδί στην πόρτα κι η καρδιά της πετάρισε. Γελαστός ο λεβέντης της, άνοιξε την αγκαλιά του κι εκείνη χώθηκε καλωσορίζοντάς τον χαρούμενη κι ευτυχισμένη. Εκεί έμεινε μέχρι αργά το απόγευμα, όταν εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι κι ετοιμάστηκε να βγει. 

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα όταν της είπε ότι θα συναντιόνταν με τους άλλους που ταξίδευαν μαζί, να πιούνε ένα κρασί για τα καλωσορίσματα στην πατρίδα.

- Μα ακόμα δεν πρόλαβα να σε δω καλά καλά, πού θα πας; Κι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν οικογένεια, γονείς, γυναίκα, παιδιά; 
- Έτσι το 'χουμε εμείς... 
Βουβή κι απογοητευμένη κοιτούσε τη γοργόνα που είχε προστεθεί στο μπράτσο του και τη μισάνοιχτη βαλίτσα με τα μπερδεμένα ρούχα... 

Έτσι κύλησαν οι μήνες... Έφευγε το μεσημέρι και γύριζε το ξημέρωμα τύφλα στο μεθύσι, ακόμα και τη βδομάδα που πήγαν στο χωριό να δουν τους δικούς τους.

- Άντρας είναι κι αυτός κόρη μου, δε θα πάει και στον καφενέ να τα πιει με τους άλλους; Βγες στην αυλή να σε καμαρώσουνε όλοι που μοσχοβολάς, με το φουστάνι σου το ωραίο, κράτα και την τσάντα που είναι ίδια! Κι αυτά στο λαιμό και στα χέρια σου, πολύ σου πάνε! Άντε να πιάσεις κι ένα παιδάκι τώρα που τον έχεις εδώ, να δεις πως δε του κάνει καρδιά να φύγει! 

Το παιδί δεν ήρθε... Οι ευθύνες έπεσαν πάνω της, άχρηστη και στέρφα την έλεγαν όλοι. Η πεθερά την κοιτούσε με μισό μάτι και πετούσε σπόντες συνέχεια. Σε λίγο καιρό έγιναν επίθεση...  

- Εμείς στη φαμίλια μας κάνουμε πολλά παιδιά! Το δεύτερο θα έπρεπε να είχες κάνει κι εσύ ακόμα τίποτα! Να πας στους γιατρούς να σε κοιτάξουνε, πολύ το άργησες. Έτσι κι η ανιψιά μου δυσκολεύτηκε να πιάσει στην αρχή και μετά τη θεραπεία έκανε τρία! Τόσοι γιατροί καλοί είναι στην Αθήνα, μόνο τις βόλτες να μη σκέφτεσαι! 

Ώρες έκλαιγε η Γιαννούλα στης μάνας της την αγκαλιά... Ένιωθε ντροπή κι απογοήτευση και δεν είχε διάθεση να βγει στην αυλή. Πίστευε ότι όλοι αυτό συζητούσαν πίσω από την πλάτη της κι ένιωσε ανακούφιση όταν έφυγαν από το χωριό. Όταν δειλά το είπε στον άντρα της, κατέβασε στη στιγμή μισό μπουκάλι κονιάκ κι έπεσε πάνω της σαν κτήνος... 


Οι μήνες περνούσαν, εκείνος δεν έφευγε κι όλο προβλήματα προφασιζόταν. Πότε με την εταιρεία που δεν πλήρωνε, πότε με τον εφοπλιστή που μπαρκάριζε τους δικούς του, πότε είχαν δέσει τα καράβια... Όταν τα χρήματα τέλειωναν και προκοπή δεν έβλεπε, αποφάσισε να εργαστεί εκείνη.
Ατέλειωτες οι σκάλες και τα γραφεία που καθάριζε... Αξημέρωτα έφευγε και γύριζε κατάκοπη το βράδυ στο μοναχικό της σπίτι να στήσει το τσουκάλι. Ο άντρας της γυρνούσε στα καφενεία κι όταν σουρούπωνε μπεκρούλιαζε στις ταβέρνες. Το σπίτι τον έβλεπε αργά κι εκείνη τον βοηθούσε να ξεντυθεί αφού δεν τον κρατούσαν τα πόδια του...
Το προσωπάκι της άρχιζε να μαραίνεται. Δυο καημούς είχε και την έτρωγε το μαράζι, την ανεργία του συζύγου της και το παιδί που δεν ερχόταν. Κι η θεία του να τη λέει στέρφα, η ξαδέρφη του άχρηστη... Σημασία δεν της έδινε πια κανείς απ' το σόι του...
Το ακριβό και λεπτό παριζιάνικο άρωμα πλημμύρισε το δικηγορικό γραφείο που σφουγγάριζε, χάρη  στην κομψή κυρία που μπήκε στο σαλόνι. 
- Σε μία ώρα είναι το ραντεβού μου αλλά δυστυχώς δε θα είμαι συνεπής. Πέρασα νωρίτερα μήπως βρω τον κύριο Παπαδάκη, έχω ένα φάκελο να του αφήσω.
- Δυστυχώς δεν έρχεται νωρίτερα κυρία, πάντα καθυστερεί στα δικαστήρια. Αν θέλετε μπορώ εγώ να του τον δώσω... 
Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία της με την Εριέττα. Η ευγένεια της Γιαννούλας την κέρδισε κι όταν τη ρώτησε αν είναι παντρεμένη έμαθε μέσες άκρες την οικογενειακή της κατάσταση.
- Αμαρτία να σε τρώει το σφουγγαρόπανο όλη μέρα... Έχω να σου προτείνω κάτι και θέλω να το σκεφτείς!
Οικονόμος δεν ήξερε ακριβώς τι σημαίνει, αλλά και μόνο που θα περνούσε τις μέρες της σε σπίτι καλό, κάνοντας ελάχιστες δουλειές και προσέχοντας τα δυο μικρά κορίτσια της, ένιωσε πως η ζωή της χαμογέλασε. Όταν είπε τα καλά νέα στον άντρα της, κατάλαβε ότι η χαρά του ήταν μεγαλύτερη απ' τη δική της.
- Και γιατί να μην είναι Γιαννούλα μου; Καλό μεροκάματο θα του πηγαίνεις για να μπεκρουλιάζει όλη μέρα! Βρε συ, κοίτα να κρύβεις λεφτά και να μη του τα φανερώνεις όλα, ακούς; Τρώγε και πίνε στο σπίτι το καλό, κάνε και το κομπόδεμά σου! Τεμπέλης είναι, αυτό να ξέρεις! Σαν κι εσάς, πολλοί νοικαραίοι έχουνε περάσει, μεροκαματιάρηδες όλοι!
Δεν έχω σπίτι λουξ να το πιάνουνε παραλήδες, ξέρω απ' αυτά! Το πενηνταράκι του δεν θα το δω, από τη δούλεψή σου με πληρώνεις! Στην πείνα να ψοφήσει ο τεμπελχανάς!
Το επόμενο πρωί, τέλειωσε γρήγορα τις σκάλες και  χτύπησε την πόρτα της Εριέττας, "της τύχης της" όπως έλεγε! 







Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Θα μας πεθάνει!






- Καλώς ήρθατε, περάστε! 
Η Γιαννούλα προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της, υποδέχτηκε τις καλεσμένες κυρίες για το τσάι. Κατακόκκινη από τη σύγχυση η Εριέττα έχοντας πιει δυο ποτήρια κονιάκ, προσπαθούσε να ηρεμήσει τα χέρια της που έτρεμαν. Με κόπο βγήκε από την κρεβατοκάμαρά της και σκόρπισε ψεύτικα χαμόγελα και καλωσορίσματα.

Οι ώρες κύλισαν μαρτυρικά κι όταν μια κυρία αναφέρθηκε στη σύζυγο του Ενωμοτάρχου που ξελογιάστηκε με το νεαρό αστυνομικό κάνοντας τις άλλες να γελάσουν κοροϊδεύοντας , ένιωσε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν και κατέρρευσε...

Ο οικογενειακός γιατρός και φίλος έκανε μια ηρεμιστική ένεση στην Εριέττα, απορώντας για τη νευρική της κρίση.
- Μα τι συνέβη, την τάραξε κάτι τόσο πολύ; Το πρωί που μιλήσαμε στο τηλέφωνο την άκουσα μια χαρά... 
- Αδιαθέτησε το μεσημέρι, ένιωσε να πνίγεται... Δεν έγινε τίποτα, έτσι ξαφνικά της ήρθε...

- Ο Λέανδρος;
- Έφυγε μετά το φαγητό για το γραφείο του και μετά θα πήγαινε για χαρτάκι με τους άλλους κυρίους όπως κάθε Πέμπτη. Δεν ήθελε η κυρία Εριέττα να τον ειδοποιήσω για να μη ταραχτεί που έχει και την καρδιά του... 

- Καταλαβαίνω... Λογικά μέχρι να επιστρέψει θα έχει συνέλθει... Πήγαινε στο φαρμακείο σε παρακαλώ και πάρε αυτά τα χάπια. Δύο την ημέρα θα παίρνει, πρωί και βράδυ. 


Η Λίνα έφυγε για το πατρικό της ταραγμένη. 
 - Πάω στη μαμά! Στο κρεβάτι με ηρεμιστικά είναι και θέλει να μου ζητήσει το λόγο! Να δούμε τώρα τι θα της πω!
- Εγώ να δεις τι έχω να του σούρω για τη μάνα του! Με ποιο δικαίωμα πήγε και χτύπησε την πόρτα των γονιών μας, ε; Θα την πάρει και θα τη σηκώσει την κυρά-Δέσπω!

- Αναίσθητη εντελώς είσαι;
- Όχι αναίσθητη, ερωτευμένη! Και τις απόψεις μου για τους άντρες τις ήξερε η μάνα μας! 

- Και διαφωνούσε βεβαίως, μη το ξεχνάς αυτό! Έπειτα δε φαντάστηκε ότι θα έβλεπες σοβαρά μια σχέση μ' ένα τόσο νέο άντρα! Κι άντε να της το έλεγες εσύ, να έβαζε τις φωνές και να μαλώνατε! Αλλά τέτοιο ρεζιλίκι, να πάει να τη βρει η μάνα του και να της τα πει; Δίκιο έχει η γυναίκα, άλλα όνειρα έκανε για το μοναχογιό της! 

- Να ξυπνήσει και να τα ξεχάσει! Θα την κανονίσω καλά εγώ τη φώκια, Μιράντα θ' ακούει και θα εξαφανίζεται! 

    
Η Γιαννούλα έκλεισε το τηλέφωνο που δε σταματούσε να χτυπάει μέχρι αργά το βράδυ. Όλες οι φίλες της Εριέττας ήταν ανήσυχες και ρωτούσαν για την υγεία της.
- Υπέρταση έχει, αυτό είπε ο γιατρός... Έφαγε πολλά αλμυρά και της ανέβηκε η πίεση...
Άνοιξε την πόρτα κι έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά της Λίνας.
  - Γιατί κορίτσι μου, γιατί; Από μικρές στα χέρια μου σας είχα, δεν έπρεπε να μου μιλήσεις; Κοντέψαμε να τη χάσουμε τη μάνα σας, τρέμω ολόκληρη... 

Η Σουλτάνα έψησε τους καφέδες με τρεμάμενα χέρια. Η Δέσπω με το βρεγμένο πανί στο μέτωπο μιλούσε ξεψυχισμένα.
- Κυρία πολύ καθώς πρέπει σε λέγω η μάνα της... Την ήρτε ταμπλάς τη χριστιανή άμα την είπα τα καθέκαστα... Η κόρη μου κοιμίζει το γιο σας στο σπίτι κι έχουνε σχέση σοβαρή; Θα τρελαθώ εφώναζε! Τα μαλλιά της ετράβαγε, τη ρόμπα της έσκιζε... Είχε πλαγιάσει κομμάτι που περίμενε μουσαφιρλίκια κι εκεί που βγήκε σαν τη καλή χαρά με το γέλιο στον στόμα γίνηκε ένα κουρέλι... Αθηναία αναντάν μπαμπαντάν, ακούς; Ακούω να λέγεις! Ποια γιαγιά απέ την Πόλη τον είπε η εντεψίζα μπρε; Κι αυτό το έμαθα άμα έφευγα, που την είπα ότι δεν ήμοιαξε τη γιαγιά της που ήκαμε τόσα παιδιά παντρεμένη απέ τα μικρά της χρόνια, μόνο τη χάρη για τη μαγερική της πήρε... Εκεί να διεις τη μαντάμ που κόντεψε να πέσει καταγής! 

- Θυμάσαι που σε τα έλεγα; Χαμπέρι δεν έχει η γυναίκα κι ούτε το θέλει αυτό το πράμα να γένει... Μια αλήθεια δεν τον έχει πει το γιο σου, να ξεστραβωθεί ο σερσέμης και να διει τώρα! 

- Ο Θεός να μας λυπηθεί κουμπάρα μου, αυτό να λέγεις... Αυτός τριαντάρισε κι εκείνη τραβάει για τα πενήντα... Άμα είχε κομματάκι φιλότιμο δε θα τον έμπλεκε... Τήνε γυάλισε ο νέος άντρας; Ας πάγαινε μια δυο φορές μαζί του να τη φύεει ο νταλκάς αφού τράβαγε το πετσί της νεαρούδι κι ύστερα πού σε είδα πού σε ξεύρω... Έτσι την είπα στην αρχή τη μάνα της και γίνηκε θεριό ανήμερο... Η κόρη μου μεγάλωσε με ήθος και αρχές, δεν ψουνίζει νεαρούς μαντάμ, έτσι με είπε! Κι άμα άκουσε το καζίκι, φωτιά και μη νερό η κυρία Εριέττα! Ψέματα όλα είναι, δεν τα κάμνει αυτά το παιδί μου! Αποδείξεις ζήταε, λόγια και κουσέλια του κόσμου επίστευε που είναι... 

- Με τα δίκια της... Μάνα καλοαναθρεμμένη, τίμια και ηθικιά, μοσχανάθρεψε κι αυτή τις κόρες της με μόρφωση και σε κύκλο καθώς πρέπει, εύκολο πράμα δεν είναι... 

- Να διεις και τη Γιαννούλα που έχουνε για τα σπίτια τους... Τον στόμα της έκλεισε με τα χέρια για να μη μπήξει τις φωνές! Τις μεγάλωσε και τις δυο, πολλά χρόνια εμπιστευτικιά τους είναι... Άμα η προκομμένη ητανάνε μικρή και ταίριαζε με το δικό μας στην ηλικία, με την τύχη του θα μίλαγε κουμπάρα! Τώρα θα με πεις ότι εμείς δεν είμαστε όπως κι εκείνοι με τίτλοι και αριστοκρατίες κι ίσως να μην τους έκαμνε ο Τάκης για γαμπρός, αμά το κακό πολύ μικρότερο θα ήτουνε... 

- Δίκιο έχεις... Ίσα να πεις που δε θέλουνε συμπεθεριό όξω απέ τοις κύκλοι τους κι ίσα αυτό το αίσχος που γίνηκε; Δε με λες, να τον τελεφωνήσουμε να τον πούμε να έρτει εδώ καλύτερα; Αλλιώς είναι να τ΄ ακούσει κι απέ τις δυο μας, θα γένει και λιγότερο πατιρντί... Γιατί μη νομίζεις ότι δε θα σε ζητήξει και τα ρέστα απέ πάνου ο κανακάρης σου...  






Η Εριέττα κοιτούσε την κόρη της εχθρικά. 
 - Μη ζητάς ευθύνες από μένα καλέ μαμά... Άλλωστε ξέραμε πάντα ότι η Μιράντα είχε άλλες ιδέες και το μυαλό έξω από το κεφάλι της... Πού να ξέρω εγώ τι κάνει, ε; Ξαφνικά μου είπε για κάποιο νέο που γνώρισε και της άρεσε κι εγώ ήμουν αντίθετη, μπράβο θα της έλεγα; Χίλια δίκια έχει η μητέρα του, την καταλαβαίνω... Εσύ κοίτα τώρα να ηρεμήσεις, δε νομίζω ότι θα προχωρήσει το θέμα... 

- Κανέναν και τίποτα δε σκέφτηκε! Ούτε την οικογένειά μας, ούτε την υπόληψή μας, τίποτα! Κι εγώ δίνω δίκιο στη μητέρα του, απελπίστηκε η γυναίκα! Πού να το φανταζόμουν ότι θα με βρουν τέτοια ρεζιλίκια στα γεράματα; Κι άντε να τα μάθει ο πατέρας σου, να τρέχουμε και να μη φτάνουμε! Θα μας πεθάνει!

- Δε θα πεις τίποτα στο μπαμπά! Θα ξέρει ό,τι και οι φίλες σου, η πίεση σου ανέβηκε και ζαλίστηκες, τέλος! 
 - Και η γιαγιά η Πολίτισσα που την έμαθε να μαγειρεύει, της άφησε κι ενθύμια; Πόσα ψέματα του είπε βρε Λίνα; Βροχή έπεφταν τα λόγια της κυρά-Δέσπως και δεν ήξερα τι μου γίνεται! Το ταλέντο στη μαγειρική μόνο κληρονόμησε από τη συχωρεμένη και τίποτα άλλο; Η Μιράντα που τρώει απ΄τα έτοιμα κι άντε να ψήσει κάνα φιλέτο όταν είναι στα κέφια της;

- Εντάξει μαμά, κοίταξε να τον κερδίσει... Δεν υπάρχει καλύτερο όταν μια γυναίκα μαγειρεύει νόστιμα σαν τη μάνα του άντρα που αγαπάει... Κι εγώ ρωτούσα την πεθερά μου για τα φαγητά που άρεσαν στον άντρα μου και...
- Τώρα θα συγκρίνεις τον άντρα σου με το παιδαρέλι; Καλά έκανες και μ' άκουσες, ο άντρας πρέπει να περνάει καλά με τη γυναίκα που διάλεξε να ζήσει. Μακάρι να είχε μυαλό και η άλλη να καλοπαντρευόταν μ' έναν άνθρωπο της σειράς και της ηλικίας της! Τώρα το μόνο που επείγει είναι να τελειώσει αυτή η ιστορία το συντομότερο πριν μαθευτεί παραέξω τέτοιο ρεζιλίκι! Ντρέπομαι κόρη μου να κοιτάξω τον κόσμο στα μάτια, έτσι με κατάντησε... Μια η γυναίκα του Ενωμοτάρχου που κουτσομπολεύουν και γελάνε και μια η αδερφή σου; Πάρε με Θεέ μου, δεν τη θέλω τη ζωή μου! 
Η Μιράντα διάβασε το μήνυμα που της έστειλε κρυφά η Λίνα από την τουαλέτα του πατρικού τους. Σαν το λιοντάρι στο κλουβί πηγαινοερχόταν στο σαλόνι, καπνίζοντας και παραμιλώντας. Μύλος η κατάσταση με τη μητέρα τους να έχει πέσει στο κρεβάτι, την αδερφή της να κάνει την ανήξερη κι ένας Θεός ήξερε τι συνέβαινε στο πατρικό του Τάκη...
Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να μάθει την αλήθεια από άλλον. Αν η μάνα του δεν είχε πάει στη δική της θα ήταν όλα πιο εύκολα αν του τα ομολογούσε η ίδια, ίσως κι η Εριέττα να μη το έπαιρνε και τόσο βαριά. Βαθιά μέσα της ήξερε ότι οι γονείς της θα αντιδρούσαν άσχημα, ήταν και πρόσφατη η περιπέτεια της συζύγου του Ενωμοτάρχου... Εκείνη βέβαια ήταν παντρεμένη κι αυτό την παρηγορούσε κάπως αλλά δε θα έβαζε και μαράζι για τις αντιδράσεις τους αν της έκανε πρόταση γάμου ο Τάκης. 
Τώρα είχε πολλούς ν΄αντιμετωπίσει κι ένιωθε ότι δε θα τα έβγαζε πέρα εύκολα.

 - Τα βλέπεις μπρε μπουνταλά τα χάλια της; Τι την ζούλεψες μπρε κι ήπεσες με τα μούτρα απάνου της λες και χαθήκανε του κόσμου οι μικρές και καλές κοπέλες; 
- Εσύ γιατί ανακατεύτηκες στη ζωή μου, με ποιο δικαίωμα; Ποιος σ' έβαλε να πας στη μάνα της και της μιλήσεις; Μωρό παιδί δεν είμαι αλλά εσύ πού να το καταλάβεις! Κι εσύ νονά δεν ήξερες να τη σταματήσεις; Εμ βέβαια, πλακάκια τα κάνατε οι κουμπάρες...
- Σύχασε μπρε γιόκα μου και πλακάκια με τη μαμά σου δεν τα έκαμα! Με το σωστό είμαι για! Αμαρτία είναι να χαραμίσεις τα νιάτα σου με αυτή τη γυναίκα, δεν έχουμε δίκιο; Ψέματα πολλά σε είπε, μέχρι και που είναι Αθηναία σ' έκρυψε για να σε τυλίξει λες κι αυτό ητανάνε το πρόβλημα! Αυτή μπρε, τα πενήντα ζυγώνει και σε είπε που είναι τριαντάρα η εντεψίζα! Και καλά, εσύ ξύπνιος είσαι, δεν είδες που είναι μεγάλη γυναίκα για σένανε; Κι άιντε να πεις που έκαμες το κέφι σου μαζί της, με γεια σου με χαρά σου! Αμά τα πράματα εδώ είναι σοβαρά! Απελπίστηκε κι η μαμά σου και δεν ήξευρε τι να κάμει η ζάβαλη... 
Το μεγάλο ανθοδοχείο που στόλιζε το τραπέζι της Σουλτάνας πετάχτηκε με δύναμη στο πάτωμα από τον έξαλλο Τάκη. Η Σουλτάνα ήρεμα τον καλόπιασε.
- Σπάστα όλα πασά μου, εσύ να 'σαι καλά! Άλλο λόγο δε θα σε πω ούτε εγώ αμά ούτε κι η μαμά σου... Την αλήθεια την ξεύρεις, κάμε όπως νομίζεις... 







Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Βραβεία! Αλλά όχι μόνο για μένα...


                                                  http://onirokosmos-art.blogspot.gr/

Το Ονειρεμένο μας κορίτσι βραβεύει!
Την ευχαριστώ πολύ κι εύχομαι πάντα να ζει στον Ονειρόκοσμό της ευτυχισμένη και χαρούμενη!
Υπόσχομαι να δώσω το βραβείο στις ηρωίδες της τωρινής μου ιστορίας αφού το πρότεινε! 



Ερωτήσεις και Απαντήσεις: 


  1. Τι σας οδήγησε να ξεκινήσετε το blog σας? 

Μια φίλη που λάτρευε ν΄ακούει αυτές τις ιστορίες

  2. Ποιο το θέμα του blog σας/με τι ασχολείται? 

Η εξυπνάδα και η τόλμη κάποιων γυναικών που δεν το βάζουν κάτω προκειμένου να πάρουν αυτό που θέλουν. Επιτυχίες και αποτυχίες είναι ανάλογα καλώς ή κακώς δεχούμενες αλλά υπάρχει πάντα η διάθεση για το καλύτερο με θεμιτά ή και αθέμιτα μέσα πολλές φορές.

  3. Από που βρίσκεται την έμπνευσή σας? 

Από διάφορες καταστάσεις που βίωσα κοντά σε φιλικές οικογένειες και ιστορίες που άκουσα.

  4. Σχεδιάζετε από πριν το περιεχόμενο του blog σας? 

  Η κάθε ιστορία δεν είναι αυτοτελής αλλά ξέροντας τη συνέχεια γράφω αυθόρμητα, είναι της στιγμής. Δεν έχω τίποτα έτοιμο.

  5. Έχετε νέες ιδέες για το blog σας? 

Όχι, μόνο οι ιστορίες και τα πρόσωπα αλλάζουν.

  6. Πόσο χρόνο αφιερώνετε στο blog σας? 

Μόνο όσο χρειάζεται για να γράψω. Περισσότερο αφιερώνω στα άλλα που θαυμάζω πολύ και χαζεύω για πολλή ώρα τις πανέμορφες δημιουργίες!

  7. Ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για εσάς να δημιουργήσετε? 

Συνήθως αργά το βράδυ, με συντροφιά τα αγαπημένα μου τραγούδια.

  8. Τι θα θέλατε να ξέρει ο κόσμος για εσάς? 


Ότι τους αγαπώ, τους σέβομαι και είμαι νοερά κοντά τους στις χαρές και στις λύπες.
Α! Επίσης ότι δεν είμαι Μικρασιάτισσα! Χα χα χα! Επειδή οι περισσότερες ιστορίες αναφέρονται σε Σμυρνιές και Πολίτισσες, έχουν την εντύπωση ότι κατάγομαι κι εγώ από τις αλησμόνητες πατρίδες, αλλά δεν έχω καμία απολύτως σχέση...

  9. Ποια τα hobby σας? 

Η μουσική παντού και πάντα, η διακόσμηση και η παρασκευή καλλυντικών από παλιές συνταγές.











Ακολουθούν οι ίδιες ερωτήσεις βάσει της ιδέας του Ονειρεμένου μας κοριτσιού στους:
Μιράντα, Τάκη, Ανθούλα, Δέσπω, Σουλτάνα, Λίνα, Εριέττα, κυρία Δημάρχου, Γιαννούλα, Αλέκο και  Ιάκωβο 

1. Τι σας οδήγησε να ξεκινήσετε το blog σας? 


Μιράντα: Οι γνωριμίες με νέους κι όμορφους άντρες! 
Τάκης: Για να διαφημίσω την εταιρία που εργάζομαι.
Ανθούλα: Δεν το ξεύρω αυτό το πράμα μπρε παιδάκι μου καλό... Ζυμάρι είναι;
Δέσπω: Απέ το γιο μου το ακούω και με λέει που γράφει διάφορα για τη δουλειά του. Αμά θα πω την ανιψιά μου να με δείξει για να κάμω ρεζίλι την αρσίζα που με τον ξελόγιασε!

Σουλτάνα: Για τα ψούνια της βδομάδας για! Ούλα στο μπλοκάκι μου τα γράφω!
Λίνα: Λατρεύω τα ταξίδια κι ανεβάζω συνεχώς φωτογραφίες.

Εριέττα: Για το φιλανθρωπικό μας σύλλογο και το έργο του.
Κυρία Δημάρχου: Για να στηρίξω το σύζυγό μου! Είδαμε και πάθαμε να εκλεγεί!

Γιαννούλα: Με τα λίγα γράμματα που ξέρω, ζήτησα από τα κορίτσια να μου πάρουν ένα μπλοκ για να γράψω την ιστορία της ζωής μου
Αλέκος: Σιγά μην άφηνα την ευκαιρία να γνωρίσω καμιά πλούσια και όμορφη νύφη!
Ιάκωβος: Επιταγών; Η δουλειά βλέπεις...


 2. Ποιο το θέμα του blog σας/με τι ασχολείται?


Μιράντα: Με τους άντρες φυσικά και τις νέες τάσεις της μόδας και του μακιγιάζ...(για ξεκάρφωμα)
Τάκης: Με τις ασφάλειες γενικά. Μπορεί να πάρει φωτιά το σπίτι σας, να σας κλέψουν το αυτοκίνητο, να σας έρθει ταμπλάς και να τα κακαρώσετε κλπ κλπ κλπ.
Ανθούλα: Άμα είναι καλό πράμα αυτό λες να κάμω κι εγώ ένα; Νοικοκυριό και μαγείρεμα θα πω το γιο μου να με γράφει, εγώ μόνο να διαβάζω ξεύρω...
Δέσπω: Καλέ, με δαύτη θα ασχολείται, τα τυράννια μου θα λέγω!
Σουλτάνα: Με το μπακάλη, το μανάβη, το φούρναρη...

Λίνα: Με εικόνες και πληροφορίες για τόπους μακρινούς κι ονειρεμένους...
Εριέττα: Με εράνους κυρίως.
Κυρία Δημάρχου: Με τις κοσμικές εκδηλώσεις και όχι μόνο. Ο σύζυγός μου κάνει πολλά για το Δήμο μας και πρέπει να τα μαθαίνουν όλοι!
Γιαννούλα: Με τον άντρα μου τον ανεπρόκοπο που μου χαράμισε τη ζωή... Από την αγκαλιά της μάνας μου με πήρε και πέρασα μαύρα χρόνια κοντά του...
Αλέκος: Με το ωραίο φύλλο πάντα!
Ιάκωβος: Με χρήματα φυσικά! Α! Το άλλο λέτε; Με δομικά υλικά, χτίσιμο, ανακαινίσεις...
   

 3. Από που βρίσκεται την έμπνευσή σας? 


 Μιράντα: Από τα γυμναστήρια, τα μπαράκια, γενικά όπου κυκλοφορούν ωραίοι κι ενδιαφέροντες τύποι!
Τάκης: Από τα καθημερινά ατυχήματα...
Ανθούλα: Απέ τις δουλειές του σπιτιού που δεν τελεύουνε ποτές...

Δέσπω: Απέ τη εντεψίζα που τον αράδιασε του κόσμου τα ψέματα το μπουνταλά το γιο μου! 
Σουλτάνα: Απέ το ψυγείο μου για!
Λίνα: Από την κουλτούρα των ανθρώπων.
Εριέττα: Από τους αναξιοπαθούντες που ζουν στερημένα...
Κυρία Δημάρχου: Από τα έργα του συζύγου μου ασφαλώς!
Γιαννούλα: Από τα βάσανά μου κόρη μου...
Αλέκος: Από τις γνωριμίες που κάνω. Βγήκα προχθές με μια κοπελάρα άλλο πράγμα!

Ιάκωβος: Από νεοκλασικά σπίτια συνήθως που είναι η μεγάλη αδυναμία μου.


 4. Σχεδιάζετε από πριν το περιεχόμενο του blog σας? 


 Μιράντα: Όχι βέβαια, εξαρτάται από τις γνωριμίες που κάνω...
 Τάκης: Βεβαίως! Όσο ακούμε για νέα κρούσματα τρομοκρατών και ασθενειών ετοιμάζω τα κείμενα. Την ώρα που η Μιράντα κοιμάται, γιατί όταν είναι ξύπνια δε μ' αφήνει...

Ανθούλα: Άμα σκεφτώ το φαγάκι που θα ψήσω, γιαβάς γιαβάς θα το διω κι αυτό...
Δέσπω: Μπα που κακό χρόνο και μαύρο να 'χει η αδικιωρισμένη! Με μιας θα τα πω ούλα τα καζίκια που μας ήκαμε να διει ο κόσμος τα ρεζίλια της! 
Σουλτάνα: Χουνκιάρ μπεγιεντί άμα ψήσω ή παστουρμαδόπιτα, να τα βάλω να τα διούνε οι νοικοκυράδες! Απέ το βράδυ το σχεδιάζω, βέβαια!
Λίνα: Ναι! Από χώρα σε χώρα υπολογίζω τουλάχιστον πέντε αναρτήσεις.
Εριέττα: Φυσικά! Αναρτώ τακτικά τον αριθμό λογαριασμού για τους πτωχούς και τις κυρίες της ενορίας μας που μαζεύουν τρόφιμα και ρούχα.
Κυρία Δημάρχου: Εννοείται! Ο Δήμαρχος - σύζυγός μου πάντα με ενημερώνει για τη δράση του κι εγώ προετοιμάζω βασικά κάθε νέα φωτογραφία του! Δεν του πάει πολύ η ριγέ γραβάτα;
Γιαννούλα: Ανάλογα με ποιο απ' όλα τα κατορθώματα του ανεπρόκοπου θυμηθώ...
Αλέκος: Ναι! Βάζω στόχο όποια μ' αρέσει και πάω σύμφωνα με τα γούστα της! Αύριο πχ θα γράψω ότι το καλοκαίρι παραθέριζα στην Ίμπιζα...
Ιάκωβος: Πάντα! Έχω κάνει πολλές επιτυχημένες δουλειές και κάθε φορά ετοιμάζω από το βράδυ το θέμα της επόμενης ανάρτησης.
  

 5. Έχετε νέες ιδέες για το blog σας? 


 Μιράντα: Σκέπτομαι να ζητήσω κι από άλλες γυναίκες να καταθέσουν εμπειρίες από διάφορες σχέσεις τους, επίσης διευθύνσεις αισθητικών και πλαστικών χειρουργών.

Τάκης: Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ... Με παρασύρει η Μιράντα και πού μυαλό για τέτοια;
Ανθούλα: Κάτσε πρώτα να διω τι πράμα είναι και θα σε πω...
Δέσπω: Να μαζευτούνε ούλες οι άτυχες μάνες που έχουνε παιδιά χαϊβάνια και τοις τα τυλίξανε!
Σουλτάνα: Ναι μπρε γιαβρί μου! Να γράφω και πότε θα πάω βίζιτα στο γιατρό και στη Ζωίτσα την αδερφή μου για καφεδάκι και στην Άνθω και στη γειτόνισσά μου απέ τον Τσεσμέ!
Λίνα: Ηχητικά ντοκουμέντα σκέπτομαι να προσθέσω. Μουσικές του κόσμου, ήθη κι έθιμα που είναι ενδιαφέροντα.
Αλλά με τα προβλήματα που έχουμε τώρα, με τις τρέλες της Μιράντας, το μυαλό μου είναι αλλού...
Εριέττα: Πού καιρός και διάθεση... Λίγο δεν είναι το κακό που μας βρήκε με την κόρη μου..
Κυρία Δημάρχου: Να μαζευτούν όλοι οι ψηφοφόροι του συζύγου μου και να γεμίσει σχόλια, να σκάσουν οι αντίπαλοι!
Γιαννούλα: Να δούμε πρώτα πως θα ξεμπλέξουμε με τη Μιράντα, το λεβέντη και τη μάνα του,  να γλυτώσει κι η Εριέττα την εντατική και βλέπουμε...
Αλέκος: Ένα χαρέμι μόνο για μένα θέλω! Να γράφουν πρώτα και μετά να τσακώνονται μεταξύ τους για πάρτη μου!
Ιάκωβος: Θα κάνω κάποιες προσφορές για τα μέλη.


 6. Πόσο χρόνο αφιερώνετε στο blog σας? 


Μιράντα: Λίγο... Πού να προλάβω όταν μόνο στο κομμωτήριο περνάω τη μισή μέρα;
Τάκης: Ελάχιστο, όσο κρατάνε δυο τσιγάρα...
Ανθούλα: Απέ η ώρα επτά σηκώνουμαι κι ίσα με το μεσημέρι με τρώει η λάτρα κοκόνα μου... Άμα τελέψει το σήριαλ που βλέπω κάθε απόγεμα θα διούμε...
Δέσπω: Ούλη τη μέρα να γράφω και σταματημό να μην έχω! Κι άμα αφήκει ήσυχο το τζιέρι μου αυτή, ώρες θα σας λέγω για τη ζωή μας στην Πόλη με τα μπερεκέτια μας!
Σουλτάνα: Σιγά μπρε γιαβρί μου κι εσύ! Πόση ώρα θέλω να γράψω στο μπλοκάκι τα ψούνια μου; Αμάν εσείς οι νέες, γληγοράδα δεν έχετε σε τίποτις για;
Λίνα: Αρκετό. Αλλάζω συχνά εικόνες, αφαιρώ, προσθέτω, γράφω αναλυτικά για κάθε χώρα, απαντάω στα πάντα πολλά σχόλια...
Εριέττα: Φοβούμαι ότι θα το κλείσω τελικά... Εκτός κι αν το αναλάβει η κυρία Καραντίνη του μεγαλεμπόρου που δεν έκανε παιδιά και είναι η πιο τυχερή γυναίκα...
Κυρία Δημάρχου: Οι τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις που έχω δε μου αφήνουν περιθώριο ν' ασχοληθώ όσο θα ήθελα... Λίγο χρόνο αφιερώνω δυστυχώς...
Γιαννούλα: Δυο ώρες γυάλιζα το παρκέ πεσμένη στα γόνατα... Άντε να πάω στο κρεβατάκι μου τώρα, νυστάζω... Αύριο βράδυ που θα είμαι ξεκούραστη, τρεις ώρες σίγουρα θα γράφω!
Αλέκος: Είκοσι ώρες μ' αυτό ασχολούμαι! 
Ιάκωβος: Μισή ωρίτσα κι αυτή είναι αρκετή.
 


 7. Ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για εσάς να δημιουργήσετε?


Μιράντα: Όταν μουλιάζω στη γεμάτη με γάλα και μέλι μπανιέρα εμπνέομαι...
Τάκης: Όταν πίνω τον πρωινό μου καφέ στο γραφείο, μετά από μια νύχτα πάθους με τη Μιράντα! Γυναίκα φωτιά είναι! 

Ανθούλα: Να σε πω... Άμα τελεύω με το τσουκάλι και ψήνω ένα καφεδάκι να ξεκουραστώ κομμάτι, καλή ώρα είναι για!
Δέσπω: Ούλη τη μέρα άλλη δουλειά δεν κάμω, αυτή την καρακάξα και το γιο μου το σερσέμη σκέπτουμαι!
Σουλτάνα: Άμα ανοίγω το ψυγείο και τα ντουλάπια και βλέπω τι με λείπει μπρε!
Λίνα: Βραδάκι συνήθως, πίνοντας το αγαπημένο μου λικέρ.
Εριέττα: Τώρα είμαι με ηρεμιστικά κι έχω άλλα στο μυαλό μου... Γεροντοκόρη το δέχομαι, αλλά τεκνατζού όπως ακούω να λένε τις μεγαλοκοπέλες που σχετίζονται με νέους ποτέ!
Κυρία Δημάρχου: Το πρωί, αφού φύγει ο σύζυγός μου για το Δημαρχείο.
Γιαννούλα: Τις Κυριακές μετά την εκκλησία, αφού έχω φάει το αντίδωρο, πάω στης ξαδέρφης μου και πίνουμε καφεδάκι. Μετά στο σπίτι, βάζω το κρέας στο φούρνο με πατατούλες, μπόλικο σκορδάκι και ρίγανη κι όσο ψήνεται έρχεται η δικιά μου ώρα...
Αλέκος: Μετά τις έντεκα το πρωί που ξυπνάω, πίνω μια πορτοκαλάδα, τρώω πέντε φέτες ψωμί με βούτυρο και μέλι που μου ετοιμάζει η μαμά μου και γράφω με τον καφέ στο χέρι. 
Ιάκωβος: Γύρω στις οχτώ το πρωί, πριν αρχίσει το τηλέφωνο να χτυπάει ασταμάτητα...


 8. Τι θα θέλατε να ξέρει ο κόσμος για εσάς? 


Μιράντα: Είμαι τριάντα και φαίνομαι, μην ακούνε τις κακές γλώσσες!
Τάκης: Είμαι πάντα δίπλα σας μ' ένα συμβόλαιο στο χέρι. Σήμερα ζείτε, αύριο όχι, να μην έχουν κάτι να λάβουν η χήρα και τα ορφανά σας;

Ανθούλα: Στο γλυκό συκαλάκι δε με φτάνει καμιά!
Δέσπω: Ότι έχω καημό μεγάλο με το γιο μου και την πρόστυχια γυναίκα που τόνε τύλιξε! 
Σουλτάνα: Είμαι καπάτσα και παντρεύω μέχρι και Μητροπολίτη!
Λίνα: Αν ακούσετε ότι έπνιξα την αδερφή μου να με δικαιολογήσετε...
Εριέττα: Μια ζωή η οικογένειά μου είχε το καλύτερο όνομα στην Αθήνα! Παρακαλώ, μην πιστεύετε τη σχιζοφρενή Δέσπω, η κόρη μου δεν τα κάνει αυτά...
Κυρία Δημάρχου: Είμαι υπερήφανη για το σύζυγό μου!
Γιαννούλα: Καλός άνθρωπος κόρη μου... Βασανισμένη από τα μικράτα μου, ο καλός Θεούλης όμως μ' έριξε τελικά σε καλά χέρια. Αυτό το κακό με τη Μιράντα να μην είχαμε μόνο...
Αλέκος: Είμαι και το πρώτο καμάκι!
Ιάκωβος: Πολιτικός Μηχανικός, γιος της Σουλτάνας κι ανιψιός της Ανθούλας που τη λέω Λουλουδίτσα και γελάει! 
  

 9. Ποια τα hobby σας? 


Μιράντα: Μανικιούρ, πεντικιούρ, καθαρισμός προσώπου, μακιγιάζ και αγορά ωραίων ρούχων!
Τάκης: Η διασκέδαση σε ταβερνάκια με καλή παρέα και ρεμπέτικα τραγούδια. 
Ανθούλα: Η τελεόραση τζάνουμ!
Δέσπω: Το πλέξιμο μια ζωή ητανάνε η αγάπη μου. Να διεις σεμεδάκια, κουβέρτες, κουρτίνες με τοις αγγέλοι, μπιμπίλες πέντε δάχτυλα φάρδος γύρω απέ τα σεντόνια και τα πεσκίρια που έχω προίκα για το γιο μου και να θαυμάσεις! Τα ματάκια μου ήβγαλα τόσα χρόνια!
Μια καλή κοπέλα να πάρει και να τα χαρούνε, αυτά ονειρευόμουνα σα μάνα και διε καζίκι που με βρήκε τη ζάβαλη... 
Σουλτάνα: Α! Απέ τόση δα κοπελίτσα που ήμανε στο κομμωτήριο, ήφτιαχνα πομάδες δικές μου κι ήτουνε ζηλευτές απ' ούλες! Όσο με βαστούνε τα ποδάρια μου κάμω ακόμα...
Λίνα: Διάβασμα και ταξίδια.
Εριέττα: Θέατρο και πιάνο αλλά τώρα πάνε αυτά... Στον τάφο θα με στείλει πριν την ώρα μου...
Κυρία Δημάρχου: Οι κοσμικές εκδηλώσεις.
Γιαννούλα: Το κέντημα. Έχω φτιάξει ένα σωρό πίνακες σταυροβελονιά, μπαλαρίνες, σπιτάκια στην εξοχή, βοσκοπούλες, το Σταυρό του Χριστού μας... Ο άντρας μου τα κορόιδευε αυτά, μόνο τον καπετάνιο με το τσιμπούκι στην κορνίζα καμάρωνε...
Αλέκος: Γυναίκες και βόλτες! Εγώ έχω γεννηθεί για τη μεγάλη ζωή και δε με χαλαλίζω εκεί που δεν πρέπει!
Ιάκωβος: Γκρέμισμα, χτίσιμο, αναπαλαιώσεις... 











                                               http://tintrelatispetherasmoumesa.blogspot.gr/


Φοβού την Πεθερά! 
Αν και ταλαιπωρημένη η Νύφη από τα καμώματά της, δεν χάνει το κέφι της και βραβεύει! 
Την ευχαριστώ πολύ και της εύχομαι καλή δύναμη μέχρι η πεθερά να απαχθεί από εξωγήινους και να μετοικήσει σε άλλο πλανήτη! 


Ερωτήσεις και Απαντήσεις:

1. Τι σε ενέπνευσε και τι σημαίνουν για σένα το όνομα του blog σου και το όνομα, με το οποίο υπογράφεις τα κείμενά σου 

Η εξυπνάδα κάποιων γυναικών που κάνουν τα πάντα προκειμένου να πάρουν αυτό που θέλουν.
Η Αιώνια Γυναίκα που ξέρει να ζει, να μαθαίνει και να χρησιμοποιεί διάφορα τεχνάσματα για να πετύχει. Γι αυτή τη γυναίκα υπογράφω.


2. Αν δεν ήσουν άνθρωπος, τι θα ήθελες να είσαι και γιατί;  

Δεν έχει περάσει ποτέ απ' το μυαλό μου αυτή η σκέψη! Αυθόρμητα σου λέω τώρα ότι θα ήθελα να είμαι αεράκι δροσερό, να δίνω ανάσες ευχαρίστησης παντού... 


3 Αν σε σταματούσαν στον δρόμο απ' το Blog TV και σε ρωτούσαν "Ποιο είναι το χαρακτηριστικό σου γνώρισμα, σύμφωνα με τα λεγόμενα των άλλων;", τι θα απαντούσες; Ποιο είναι;  

Αμ δε που θα στεκόμουν! Αποφεύγω τις κάμερες και τη δημοσιότητα γενικά. Αν με ρωτούσαν με ένα μικρόφωνο μόνο, θα έλεγα απλά ότι είμαι φίλη, αυτό με χαρακτηρίζει... 


4. Ποιο στοιχείο βρίσκεις γοητευτικό και σε κάνει να συνεχίζεις να γράφεις;  

Οι αληθινές και καθημερινές ιστορίες που μέσα απ' αυτές παίρνουμε μαθήματα ζωής. 


5.Ποια φωτογραφία θα βάζατε για την 'ζωή';  

Τη γέννηση ενός παιδιού και τα ευτυχισμένα χαμόγελα των παππούδων.

 
6.Αγαπημένη λέξη; 

Πρώτα ο Θεός!