.

.
.

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η καπάτσα Υπαπαντή




Μια μικρή αιμορραγία είχε αναγκάσει τη Σεμέλη να μπει στην κλινική εκείνες τις μέρες. Στη Θεσσαλονίκη είχαν βρεθεί με τον άντρα της για να παντρέψουν ένα ζευγάρι κι έμειναν περισσότερο για να δουν τη συμπρωτεύουσα. 
- Καυτηριασμό μου έκανε ο γιατρός κι αυτό ήταν όλο. Με κράτησε όμως μέχρι το απόγευμα εκεί για να είμαστε σίγουροι. Ξαφνικά βλέπω έξω από το θάλαμο τη Γιούλα! Δεν πίστευα στα μάτια μου! Είχα χρόνια είχα να τη δω, από τότε που έφυγα και να τη συναντήσω στη Θεσσαλονίκη; 
- Γειτόνισσες ήσασταν; 
- Ναι, σχετικά κοντά μέναμε, ήταν πολύ φίλες με μια θεία μου, αδερφή της μαμάς μου. Με την Ηλέκτρα κάναμε παρέα μικρές, εγώ είμαι πέντε χρόνια μεγαλύτερη, περίπου όσο η Ματίνα η αδερφή της. Της άρεσε πολύ ο κινηματογράφος, το διάβασμα, οι καλές τέχνες... Η μητέρα της είχε μεσολαβήσει για τη γνωριμία μας τότε, μέσω της θείας μου. Μετά παντρεύτηκα εγώ κι έφυγα, είχε πεθάνει κι η θεία, χαθήκαμε... 
- Πουθενά δεν κρύβεσαι τελικά... Κι όταν ειδωθήκατε;
- Έχασε το χρώμα της, ταράχτηκε πολύ... Την καταλαβαίνω βέβαια, χίλια δίκια είχε... Πάνε τόσα χρόνια από τότε κι αυτό που θυμάμαι είναι ότι προσπαθούσε να βρει δικαιολογία για την επίσκεψή της στην κλινική. Μπέρδευε τα ονόματα των κοριτσιών της, κάπως έτσι και κάπως αλλιώς τα έλεγε... Τελικά μου είπε την αλήθεια κλαίγοντας, σε κακή κατάσταση ήταν κι έπεσε στα πόδια μου να μη πω τίποτα σε κανέναν. 
Η Σεμέλη της κράτησε τα χέρια σφιχτά, πολύ συγκινημένη με το πρόβλημά τους. 
- Όλα μέσα στη ζωή είναι κυρία Γιούλα μου, μην απελπίζεσαι... Ευθύνες έχει αυτός που άφησε το κορίτσι σου κι η οικογένειά του. Από μένα δε θα μαθευτεί τίποτα, μη νοιάζεσαι γι αυτό. Μικρή είναι ακόμα, ούτε τα είκοσι δεν έχει συμπληρώσει, θα ξεχαστεί με τον καιρό... Και το καλύτερο είναι που δεν θα δει το παιδί καθόλου, ούτε κι εγώ θα της αναφέρω τίποτα. Θα τα λέμε στην Αθήνα, να ξέρεις ότι δε θα είσαστε μόνες σας. 
- Τυχερή στάθηκε που σας βρήκε... 
- Ναι... Πολύ καλή οικογένεια και αυστηρών αρχών ήταν. Όταν ο άντρας της πέθανε, νύχτα και μέρα φύλαγε τις κόρες της και τις συμβούλευε συνέχεια. Καλοπάντρεψε τη μεγάλη της και το ίδιο ονειρευόταν βέβαια και για τη μικρή... 

Η Ματίνα διάβασε πολλές το γράμμα του συζύγου της, ενώ το μυαλό της έπαιρνε αμέτρητες στροφές.
 Της έγραφε λόγια αγάπης κι έταζε ο,τι είχε και δεν είχε στους γιατρούς για να έρθει στον κόσμο το παιδί τους με κάθε προσοχή και φροντίδα. Η τελευταία του πρόταση όμως της έφερε πανικό.
<Θα έρθω το συντομότερο, θέλω να είμαι κοντά σου στη γέννα! Αφού δε θέλεις τους γονείς μου δίπλα σου δε θα επιμείνω, έχεις δίκιο σε ο,τι κι αν πεις, σε πίκραναν πολύ...>
Οι φωτογραφίες με τη φουσκωμένη κοιλιά της χάρη στο καλά δεμένο μαξιλάρι βέβαια, που ήταν κόλπο γνωστό σε τέτοιες περιπτώσεις, τον είχαν ανεβάσει στον έβδομο ουρανό. 
<Ήθελα να είμαι σίγουρη ότι δε θα έχανα κι αυτό το παιδί, γι αυτό δεν σου είχα πει τίποτα. Όλα αυτά τα χρόνια ρωτούσα, έψαχνα... Με τα φάρμακα που μου έδωσε αυτός ο γιατρός σταμάτησε να κάνει σπασμούς η μήτρα μου και το στέριωσα. Όχι εδώ, αλλά και στην άκρη του κόσμου θα πήγαινα για να βρω τον καλύτερο... Έμεινα βέβαια στο κρεβάτι τόσους μήνες αλλά ευτυχώς όλα πάνε καλά!  Η μητέρα κι η αδερφή μου στιγμή δε με αφήνουν, είναι φύλακες άγγελοι...> 
Η Γιούλα μοιρολογώντας κρατούσε το κεφάλι της φοβούμενη μην πεταχτεί έξω το μυαλό της. 
- Παναγιά μου κακό που μας βρήκε! Να πέθαινα καλύτερα να ησύχαζα από τα βάσανά μου! Τώρα τι κάνουμε; Είδες ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά όσο νόμιζες; Τον άλλο μήνα γεννάει, αν έρθει ο άντρας σου καήκαμε!
Η Υπαπαντή έδωσε τη λύση. Καπάτσα γυναίκα, τολμηρή, γλυκαμένη κι από την τσέπη της που φούσκωνε, τα πράγματα που είχαν γεμίσει το σπίτι της και τα ζήλευαν όλοι, πήρε την κατάσταση στα χέρια της.
- Θα το πάρουμε με καισαρική! Έτοιμο είναι το παιδί, κλείνει την άλλη βδομάδα και τον όγδοο μήνα... Και να σας πω, καλύτερα έτσι! Η φυσιολογική γέννα με τις οδύνες μένει στη μάνα κι η στιγμή που βλέπει το μωρό της. Θα κοιμάται η Ηλέκτρα, δε θα καταλάβει τίποτα και δε θα το δει φυσικά! Θα την τακτοποιήσουμε και θα είναι σα να μην έγινε ποτέ τίποτα! Αφού θα το πάρεις εσύ, θα φύγεις στην Αίγυπτο και θα μείνει στην Αθήνα η αδερφή σου, θα φτιάξει εκεί τη ζωή της! 
Έτσι έγινε... Η "Ματίνα" σύζυγος του Θεοδώρου Κατράντζου απέκτησε λίγο πρόωρα ένα υγιέστατο αγοράκι που έμεινε στις ζεστές κουβερτούλες μέχρι να συμπληρωθεί μια ακόμα εβδομάδα. Με χάπια κόπηκε το γάλα της φυσικής του μητέρας και δεν της ανέφεραν τίποτα. 
- Πάει, τέλειωσε και γλίτωσες κορίτσι μου! Πες ότι έκανες μια εγχείρηση στα έντερα, αυτό θα σκέφτεσαι και θα βγεις σε λίγες μέρες όπως σε γέννησε η μάνα σου!
Στα μέσα και στα έξω η Υπαπαντή, ένας Θεός ξέρει πως τα κατάφερε! Όταν ο άντρας της Ματίνας έφτασε πιστεύοντας ότι θα προλάβαινε τον τοκετό, βρήκε ένα πανέμορφο παχουλό μωράκι που κουνούσε χαριτωμένα τα μικρά χεράκια του. Η γυναίκα του ξαπλωμένη στο κρεβάτι της κλινικής μια μόλις μέρα πριν βγει, απολάμβανε τις φροντίδες της μαίας που στάθηκε δίπλα της. Το υπόλοιπο προσωπικό μόνο έξω από το θάλαμο περνούσε, έχοντας πάρει βέβαια το "δωράκι" του. 
- Αυτή η γέννα ήταν από την αρχή δική μου! Με σύστησε η γυναίκα του γιατρού που την έκανε θεραπεία ο δικός μας για την αιμορραγία! Αν δε χρειαζόταν να κάνει καισαρική, μπορεί να την ξεγεννούσα και στο σπίτι, τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη με έχουνε! 
Τα λόγια έδιναν κι έπαιρναν. Η μια γέννησε κι η άλλη κρεβατώθηκε για μια μέρα; Κάτι ύποπτο συνέβαινε, αλλά κανείς δεν τολμούσε να ρωτήσει περισσότερα. Το αυστηρό βλέμμα της Υπαπαντής που έλυνε κι έδενε τους έκοβε τον αέρα. "Συμπτωματικά" ο γιατρός έλειπε, ένας πολύ δύσκολος τοκετός τον είχε αναγκάσει να πάει σε μακρινό νοσοκομείο αφού η επίτοκη με σπασμένα τα νερά δεν προλάβαινε να έρθει στην κλινική του. Αμέσως μετά ένα συνέδριο θα τον κρατούσε εκτός Ελλάδας για κάποιες μέρες... Ο Θοδωρής δεν κατάφερε να τον δει προσωπικά και να του σφίξει το χέρι, άφησε όμως ένα σφραγισμένο γεμάτο φάκελο για εκείνον. Κανείς δεν ξέρει αν ανοίχτηκε πριν τον παραλάβει...
Ο "φριχτός πονοκέφαλος που συνοδευόταν από αμέτρητους εμετούς και υψηλό πυρετό" δεν επέτρεψε στην Ηλέκτρα να πάει ξανά στην αδερφή και τον ανιψιό της. 
- Μη τους κολλήσει μάνα και παιδί, δεν κάνει να έρθουν σε επαφή! Το είπε κι ο γιατρός πριν φύγει, γρίπη έχει! Κι εσείς που την είδατε να προσέχετε, πάρτε μια ασπιρίνη προληπτικά!
Η Υπαπαντή με το γέλιο πάντα στο στόμα πήγαινε κάθε μέρα και την έβλεπε, παρακολουθώντας με το έμπειρο μάτι της την πορεία της λεχώνας. Αφού αναγκαστικά βγήκε νωρίτερα από την κλινική, κάποιος έπρεπε να τη βλέπει μέχρι να συμπληρωθούν οι μέρες και να θρέψουν λίγο τα ράμματα. 
Ευχή όταν έφτασε το βρέφος σαράντα ημερών δεν πήρε. Η Σεμέλη με τον άντρα της κανόνισαν τη μεταφορά τους στην Αθήνα. Πρώτα το ζευγάρι με το μωρό και τη Γιούλα και πολύ αργότερα εκείνη με την Ηλέκτρα. 
- Έχει προβλήματα η καημένη και χρειάζεται να μείνει λίγο ακόμα εδώ... Χάρηκε τόσο πολύ που μας είδε μετά από τόσα χρόνια κι είπε να της αφήσουμε την Ηλέκτρα που την αγαπάει και πολύ για παρεούλα. Έχει στο νου της κι ένα παλικάρι να της προξενέψει, αδερφός της κουμπάρας της. Μακάρι ν' αρέσει στη δικιά μας και να είναι το τυχερό... 
Οι "γονείς" με τη γιαγιά πήγαν στην εκκλησία κι όταν ο παπάς έβαλε το παιδί μέσα στο ιερό δάκρυσε ο "πατέρας". Η Γιούλα ζητούσε συγχώρεση για την αμαρτία που είχαν διαπράξει μπροστά στην εικόνα του Χριστού... 
- Και η Ηλέκτρα;
- Μιλούσε συνέχεια για διάφορα θέματα, άσχετα. Πηγαινοερχόταν κι η Υπαπαντή κι όλο για το χωριό της έλεγε και τέτοια... Δεκάδες βιβλία είχε μαζί της, αγαπούσε πολύ το διάβασμα από μικρούλα. Όταν έφυγαν η αδερφή με το γαμπρό της και το μωρό, γυρίσαμε στην Αθήνα. 


Εκεί έστρωσαν τη ζωή τους μάνα και κόρη. Με το εμπόριο έβγαζαν αρκετά, έστελνε και η Ματίνα κάθε μήνα χρήματα. Μαγαζί δεν άνοιξε τελικά, της άρεσε που μαζεύονταν στο σπίτι. Καφεδάκι, κουβεντούλα, περνούσε η μέρα χωρίς να το καταλάβουν. Η Γιούλα έλεγε ότι η μεγάλη της κόρη ήταν μωρομάνα και πες πες το είχαν πιστέψει και οι ίδιες τελικά. 
- Κι η αδερφή σου είναι καλά και το μωρό της, δόξα τω Θεώ! Ο Θοδωρής έφυγε πάλι, αλλά της έχει γυναίκα και τη βοηθάει.
Βαφτίστηκε χωρίς την παρουσία της γιαγιάς και της "θείας" του. Ο συμπέθερος καμάρωνε για το διάδοχο που πήρε το όνομά του. 
- Δε μπορούσε να την αφήσει η Ηλέκτρα, είναι πιασμένη η μάνα μου από τη μέση της και μάλλον θα χειρουργηθεί. Πολύ στεναχωρημένη είμαι αλλά δεν γινόταν αλλιώς... Μεγαλώνει το παιδί, ο πατέρας του φεύγει τακτικά και γυρίζει μετά από μήνες, ευκαιρία ήταν τώρα... 
Η Γιούλα πήγε μετά από αρκετούς μήνες. Με τρεμάμενα χέρια άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της κι όταν από τα παράθυρα μπήκε το φρέσκο καθαρό αεράκι αναστέναξε κλείνοντας τα μάτια. Ένιωσε τη χαρά του εγγονού της ξαπλωμένο στο κρεβάτι της, το άλλαζε και το ντάντευε με στοργή και συγκίνηση. 
- Κουκλί είναι, να μας ζήσει το πουλάκι μου!
Είδε τους συγγενείς της, τα συμπεθεριά που πλέον είχαν την κόρη της στα όπα όπα, τις αγαπημένες της γειτόνισσες που έπιναν πάντα το καφεδάκι τους πρωί κι απόγευμα. Τα πρωινά πήγαινε στις αγορές και ψώνιζε πάμφθηνα ο,τι ήξερε ότι θα μοσχοπουλούσαν στην Ελλάδα. Είκοσι μέρες έμεινε και πήρε πάλι το καράβι για την επιστροφή. 
- Μόνη της η Ηλέκτρα δεν προλαβαίνει να κάνει τίποτα σχεδόν... Έχουμε ωραίο μεγάλο μαγαζί και το εμπόριο πάει θαυμάσια! Άμα την παντρέψω και ξενοιάσω που θα είναι με τον άντρα της, θα έρθω κι εγώ ήσυχη πια... 
Κανείς δεν ήξερε ότι έκαναν αυτή τη δουλειά στο σπίτι. Ήταν μια καλή δικαιολογία για την απουσία της κόρης της το κατάστημα. Χαίρονταν όλοι για την προκοπή της, έτσι έδειχναν. Τα λόγια όμως πίσω από την πλάτη τους ήταν πολλά. 
- Αυτό το πράγμα ποτέ δεν το κατάλαβα! Να φύγουν έτσι άρον άρον μάνα και κόρη στην Ελλάδα; Ποιος ξέρει το λόγο κι αν θα τον μάθουμε ποτέ... Η Γιούλα όλο αλλάζει την κουβέντα...
- Γιατρούς ψάχνανε για τη μεγάλη που δεν έκανε παιδί! Θα βρήκανε τον καλύτερο και το στερέωσε, έτσι είδε απόγονο το Κατραντζέικο! Δεν είδες που έφυγε έγκυος από δω και γύρισε με το μωρό; Αλλά και πάλι, πως η Γιούλα μένει εκεί με την Ηλέκτρα; Κάτι άλλο είναι στη μέση, μήπως και ξελογιάστηκε με κάναν Αθηναίο η μικρή;
Κάθε φορά που κατέβαινε στην Αθήνα η Υπαπαντή, περνούσε από το σπίτι τους. Δυσάρεστη ήταν η επίσκεψή της αλλά δε μπορούσαν να την αποφύγουν. Διάλεγε τα καλύτερα κι έφευγε φορτωμένη τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο. Όταν της γυάλισαν τα στρωμένα χαλάκια με το χέρι της Φατιμά δεν ήταν σε θέση να της φέρουν αντίρρηση... 
 - Κακά τα ψέματα, τις είχε στο χέρι! Δεν έβλεπαν την ώρα να την ξεφορτωθούν, ήταν ο κρίκος που τις έδενε με το παρελθόν... 
Από την τόσο οδυνηρή της περιπέτεια, κοιτούσε πάντα επιφυλακτικά τους πλούσιους ανθρώπους η Ηλέκτρα. Η Γιούλα έκανε τα καλύτερα και πιο επιτυχημένα προξενιά για όλες, εκτός από την κόρη της που ήταν σα να μη την ενδιέφερε ο γάμος. 
- Μαμά, ο άντρας που θα πάρω δε θέλω να έχει πολλά λεφτά! Σκέψου να μου πει να πάμε στην Αίγυπτο να δούμε το σόι μας! Μας έχουν που μας έχουν στα στόματά τους οι κουτσομπόλες, πολύ θέλει; Και πως φύγατε και γιατί κι άντε να του μπαίνουν ιδέες... Απλός να είναι και να μην πολυψάχνει το ένα και το άλλο! 
Το παιδί το είχε δει σε φωτογραφίες. Μωρουδιακή καμία, μόνον όταν έκλεισε τα τέσσερά του χρόνια.  Φαινομενικά δεν την έδενε τίποτα μαζί του. Δεν το είδε, δεν το αγκάλιασε, δεν το θήλασε. Η Υπαπαντή είχε πει ότι η μάνα δεν είχε γάλα αρκετό και το μπιμπερό θα το έτρεφε. Λεπτομέρεια που δεν έδωσε καμιά σημασία ο ευτυχής "πατέρας". 

"Θεία κι ανιψιός" συναντήθηκαν έξι χρόνια μετά τη γέννησή του. Η Ηλέκτρα αποφάσισε να πάει στην Αίγυπτο για να τους δει. 
Ήταν πολύ όμορφος ο μικρός τους Φάνης! Την περίμενε με τους γονείς του κρατώντας  λουλούδια κι έπεσε στην αγκαλιά της καλωσορίζοντάς την. Πανέξυπνος, ευγενικός, είχε ακολουθήσει κατά γράμμα τις συμβουλές του μπαμπά του. Θα ερχόταν η θεία μετά από τόσα χρόνια που είχε να τον δει από μωράκι κι έπρεπε να τη δεχτεί με πολλή αγάπη και χαρά. Η Ματίνα είχε περάσει πολλά άγρυπνα βράδια φοβούμενη αυτή τη συνάντηση. Η συμπεριφορά της αδερφής της όμως, έδιωξε τους φόβους της. Αμέτρητες τσάντες και πακέτα με δώρα ανοίχτηκαν, κάνοντας το μικρό να ξεφωνίζει ευτυχισμένος. 
- Ηλέκτρα, άντε με το καλό να παντρευτείς κι εσύ, να του χαρίσεις ξαδερφάκι! Πότε περιμένεις;
Κοίταξε το γαμπρό της χαμογελώντας.
- Άσε Θοδωρή μου να πατήσω τα τριάντα και βλέπουμε! Ακόμα δεν έχω βρει τον κατάλληλο... 
- Τεμπέλιασες εκεί στην Αθήνα μου φαίνεται! Η μάνα σας λέει ότι ο ένας σου ξινίζει κι ο άλλος σου μυρίζει, ε; 
- Ας λέει... Όταν έρθει η ώρα θα παντρευτώ, θα κάνω και παιδιά... 
Όμορφες οι μέρες κοντά τους. Κάθε πρωί ο Φάνης την καλημέριζε με τις γαλάζιες πυτζαμούλες του κι αφού έπινε το γάλα του φορούσε τη μπλε στολή του σχολείου. Το άσπρο πουκαμισάκι ταίριαζε θαυμάσια με το σκούρο του δέρμα. Οι δυο αδερφές έμοιαζαν στα χρώματα και σε κάποια χαρακτηριστικά κι ευτυχώς το παιδί είχε μοιάσει της Ηλέκτρας. 
- Θοδωρή, σου μοιάζει ο γιος σου! 
-  Κι άλλοι μου το λένε αλλά εγώ σα να βλέπω τη μάνα του είναι, από το σόι σας έχει πάρει... 
- Ναι, αλλά δες τα μάτια του, ίδιο βλέμμα έχετε! Και η μυτούλα του και λίγο το σαγόνι του... Βρε φτυστός εσύ είναι σου λέω! 
Η Ηλέκτρα τον λάτρεψε! Όταν του ανακοίνωσαν ότι θα φύγει, ξέσπασε σε κλάματα και την τραβούσε από τη φούστα. 
- Θα βρεθούμε ξανά αγόρι μου, σε λίγους μήνες... Να δεις πόσα ωραία πράγματα θα σου φέρω πάλι! Η γιαγιά είναι μόνη της και πρέπει να πάω στην Ελλάδα. Κοίτα, μπορεί να έρθετε εσείς στις διακοπές αν μπορούν η μαμά κι ο μπαμπάς. Θα δεις και την Αθήνα, θα κάνουμε μεγάλες βόλτες, μετά θα τα λες στους φίλους σου και θα ζηλεύουν! 
Με το μικρό να κλαίει γοερά την αποχαιρέτησαν. Όταν το καράβι απομακρύνθηκε, άφησε και τα δικά της δάκρυα να κυλήσουν... 



- Πού θα πας απόψε τελικά;
- Στον κινηματογράφο. Βαριέμαι πάλι να κλειστώ στο σπίτι της Φιφής... Όλη μέρα χαζολογάει και κουτσομπολεύει και το βράδυ κλαίγεται που την παράτησε ο άντρας της...  Ας πρόσεχε να μην τον έχανε! Αφού δεν την έβλεπε καθόλου την πορτογύρα, βρέθηκε η επιτήδεια και τον βούτηξε! Σιγά μην άφηναν τέτοιο λεβέντη, μια χαρά περνάει με τη φιλενάδα του! Δεν έρχεσαι κι εσύ μαμά; 
Εκείνο το βράδυ περιμένοντας ν' αρχίσει η ταινία, ένιωσε ένα ζευγάρι μάτια καρφωμένα πάνω της. Γυρίζοντας, είδε το γοητευτικό τριαντάρη άντρα που της χαμογελούσε. Για πότε έφυγε η Γιούλα αφήνοντάς τη μόνη! 
- Την πλησίασε κι έπιασαν την κουβέντα, αυτό ήταν το ζητούμενο! Η Ηλέκτρα είπε ότι η μαμά της αδιαθέτησε ξαφνικά κι εκείνος προσφέρθηκε να την κεράσει κάτι και μετά τη συνόδεψε στο σπίτι. Σε τρεις μήνες αρραβωνιάστηκαν κρυφά! 
- Γιατί κρυφά; 
- Δεν ήξεραν πως θα εξελιχθεί το ειδύλλιο κι επειδή ήταν καμένες από τον άλλο προτίμησαν να μη το πουν σε κανέναν. Μόνο η Ματίνα το ήξερε κι ο άντρας της βέβαια. Εγώ το έμαθα αφού πια είχαν χωρίσει, μετά από δυο χρόνια... 
- Σκάρτος ο γαμπρός;
- Έτσι μου είπαν... Ακούστηκε βέβαια και κάτι άλλο, ότι μπλέχτηκε με τη Φιφή... Μπορεί να ήταν κι έτσι, δεν ξέρω... Η έντονη προσωπικότητα της Ηλέκτρας πάντως, δεν άφηνε πολλά περιθώρια... Ο,τι δεν ήθελε να πει το ξέκοβε απ' την αρχή! Όλο αυτό το μπες βγες στο σπίτι τους με το εμπόριο και τα γυρισμένα κουπάκια τις ελάχιστες φορές που πήγε και είδε του κακοφαινόταν και μάλωναν συχνά. Εκείνη ήθελε να έχει τον τελευταίο λόγο σε όλα κι αυτός δεν τα σήκωνε αυτά. Όταν χώρισαν είχε ήδη άλλο υποψήφιο στα σκαριά, αλλά και πάλι δεν κατέληξαν σε γάμο... Ήθελε άντρα βολικό κι ευκολόπιστο, επειδή φοβόταν πάντα για το παρελθόν της, καταλαβαίνετε... Εν τω μεταξύ ήταν και πολύ απότομη, ισχυρογνώμων, δύσκολος χαρακτήρας θα έλεγα...
Τα χρόνια περνούσαν κι εκείνη ένιωθε να ξαλαφρώνει κάπως. Στην Αίγυπτο δεν ξαναπήγε, αλλά έρχονταν εκείνοι τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. 
- Για την αδερφή της ήταν το καλύτερο. Όσο ήταν ανύπαντρη η Ηλέκτρα, είχε πάντα μέσα της το φόβο μην αλλάξει κάτι και της ζητήσει το παιδί. Αυτό μου το εκμυστηρεύτηκε η συχωρεμένη η Γιούλα κι έκλαιγε... Το σπίτι τους κλειστό δε μπορούσε να φιλοξενήσει την κόρη της κι είχε μείνει τότε στης αδερφής της. Το έζησε το παιδί και συνεχώς μιλούσε γι αυτό, καταλαβαίνετε... Αλλά όχι σαν αληθινά δικό της, λες και δεν το γέννησε. Δεν είπε όμως και ποτέ ο ανιψιός μου. 
Το αγοράκι μας έλεγε πάντα. Ή ο μικρός της αδερφής μου σε γνωστούς. Ακόμα και με τη μάνα της όταν μιλούσε, ο Φανούλης έλεγε, τίποτα άλλο. 
- Να παντρευτεί και να κάνει παιδί, θα νιώσω πιο ήσυχη μαμά. Θα έχει τη φροντίδα του, τον άντρα της, αλλιώς θα είναι... 
- Μη φοβάσαι Ματίνα μου... Ένα παιδί ακόμα μπορεί να κάνει, η καισαρική βλέπεις... Θα βρει το δρόμο της, θα δεις... 
Έτσι ήταν τότε. Δυο παιδιά το πολύ μπορούσε να κάνει η γυναίκα που δεν είχε γεννήσει με φυσιολογικό τοκετό. Κι αυτό αν ο γιατρός το επέτρεπε, βάσει της πρώτης επέμβασης. Γι αυτό τα περισσότερα μοναχοπαίδια ήταν γεννημένα έτσι. 
 Αυτό που απασχολούσε την Ηλέκτρα ήταν ότι τα χρόνια περνούσαν και δεν ήξερε αν προλάβει "να γίνει μάνα". 
Με τον άντρα και τους στενούς συγγενείς στο πλευρό της, με γέλια και χαρές... Παιδί νόμιμο που θα το αγαπούσαν όλοι και θα το έδειχναν καμαρώνοντας...
Οριακά προλάβαινε. Μάνα και κόρη έκαναν πλέον εντατικά σχέδια και πλάνα...



Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Το μεγάλο μυστικό (Και βραβείο από τη Σοφούλα)




- Μαμά σου είπα ότι δεν τον θέλω!
- Γιατί τον απορρίπτεις χωρίς να τον έχεις δει, ε; Ο πατέρας σου έδωσε το λόγο του, πάει και τέλειωσε! 
Κλάμα η Τέτα! Ο καημός της για το Μάκη δεν την άφηνε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Έτρεχε όπου μάθαινε ότι βρίσκεται κι εμφανιζόταν μπροστά του δήθεν τυχαία. Παλιό το κόλπο, όπως έλεγε η αδερφή της που ήταν σαΐνι σ' αυτά και την καθοδηγούσε. 
- Πού αλλού θα βρεις την ευκαιρία να τον δεις; Κι αυτός αν ενδιαφέρεται πού θα σε συναντήσει;
Ήταν σίγουρο ότι θα έχανε κι αυτή τη χρονιά στο Γυμνάσιο, αφού έκανε απανωτές κοπάνες από το φροντιστήριο και δεν ήξερε καν πού βρίσκονται στα φιλολογικά και τα μαθηματικά. Μόνιμα αφηρημένη, δε συγκεντρωνόταν ούτε καν στη γυμναστική! Η Ηλέκτρα όταν είδε τους βαθμούς της βεβαιώθηκε. Στη σχολή γραμματέων τα ίδια θα έκανε, πρόοδος δε θα υπήρχε. Ερωτευμένη ήταν κι ανταπόκριση δεν είχε, ο Μάκης αν την ήθελε κάτι θα έκανε. Κι αν ακόμα υπήρχε ενδιαφέρον είχε μέλλον μπροστά του, δε θα καθόταν να τον περιμένει πέντε έξι χρόνια... Χωρίς να της μιλήσει καμία από τις κόρες της, καταλάβαινε τα πάντα με την εξυπνάδα και τη διορατικότητά της. Όπως κατάλαβε κι από την Αργυρώ ότι της καλάρεσε για την κόρη της. Έβλεπε και τη Σίσυ στο πάρτι που κοιτούσε με μισό μάτι την Τέτα όταν χόρευε μαζί της...
 - Μαμά, η αδερφή μου θ' αρρωστήσει και θα φταις εσύ!
- Να βγάλεις το σκασμό και να δεις τους βαθμούς σου! Οριακά θα περάσεις την τάξη αν προσπαθήσεις λίγο! Η αδερφή σου δεν έχει πάλι καμία ελπίδα! Έκανα υπομονή αλλά ως εδώ, τέλος! Ξεμυαλισμένες και οι δύο είσαστε! Αύριο θα πάω στο φροντιστήριο να ρωτήσω γιατί τέτοια αποτυχία! 
- Να μη πας... 
- Κοπάνες κάνατε κι οι δυο; Με τον ερχομό του πατέρα σας βρήκατε την ευκαιρία, ε; Θα του γράψω να μου πει κι αυτός τι θα γίνει και τα λέμε! 
- Όχι μαμά, μη του το πεις... Θα δεις ότι θα τελειώσω με καλό βαθμό! Έλα τώρα, έρχεται αύριο κι η θεία Ματίνα, μαλωμένες θέλεις να μας βρει; 
Η μάνα αναστέναξε και πήγε στην κουζίνα.
 <Γολγοθά έχουμε μπροστά μας...> 

- Πολύ ωραίο το διαμέρισμα, να έρθει η φίλη σου να το δει! Για ο,τι χρειάζεται εγώ είμαι εδώ, σα να είσαι εσύ Βιβή μου!
Η νεοφερμένη στη γειτονιά κυρία Σεμέλη είχε αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις. Ψηλή, κομψή, ευγενική, με μια αρχοντιά που σίγουρα είχε από τα γεννοφάσκια της. Το διαμέρισμα που νοίκιασε επιπλώθηκε και στολίστηκε με πράγματα πρωτότυπα και υφάσματα πολύχρωμα. Φίλη της τσαχπίνας Βιβής που ζούσε στο Παρίσι αλλά είχε γεννηθεί στην Αίγυπτο, εξυπηρετήθηκε πολύ από τη Στάσα, τη μητέρα της Μυρτούς και στενής φίλης της Τέτας και της Γιούλας. 
- Σας ευχαριστώ πολύ για όλα! Ελάτε να πιούμε ένα καφέ τώρα που τακτοποιήθηκα! 
Με μεγάλη ευχαρίστηση συζητούσες μαζί της και χαιρόσουν να κάθεσαι στο σπίτι της! Οι αναπαυτικές πολυθρόνες κι ο καναπές με τα χρυσά σκαλίσματα στο σκούρο ξύλο, έκαναν τέλειο συνδυασμό με το μπλε βελούδο. Μικρά και ζηλευτά έπιπλα στόλιζαν το δωμάτιο. Ένα μπαγιού, μια κομότα και μια κονσόλα στο χολ με παραστάσεις, που σε ταξίδευαν σε άλλο πολιτισμό. Το βαρύ μπρούντζινο φωτιστικό δαπέδου πάντα αναμμένο, τόνιζε την κάπως μυστηριακή ατμόσφαιρα όταν σουρούπωνε. Το χαμηλό τραπεζάκι είχε πάντα ένα ασημένιο σκεύος σκεπασμένο, γεμάτο μικρά σιροπιαστά γλυκά που συνόδευαν τον καφέ. Οι τσεβρέδες με τα μακριά κρόσσια, τις χάντρες και τις χρυσές τρέσες ήταν αριστουργήματα! Επάνω τους πολλά πράγματα φερμένα κι αυτά από την πατρίδα της, στολισμένα με γούστο και τάξη. Οι μεγάλες κορνίζες με τους γονείς, τα αδέρφια και το σύζυγο που πάντα μνημόνευε και συγκινούταν όταν τους ανέφερε, είχαν δίπλα τους από ένα μικρό ανθοδοχείο με βαθυκόκκινα βελούδινα τριαντάφυλλα που δεν διέφεραν σχεδόν καθόλου από αληθινά. 
- Κάθε πρωί στάζω το ίδιο άρωμα πάνω τους, χρόνια τώρα... Μιλάω μαζί τους σα να μην έχουν φύγει... Πάρτε κι άλλο γλυκάκι κυρία Στάσα, θα σας φέρω και λικέρ που έφτιαξα πριν λίγους μήνες. Σφραγισμένο είναι ακόμα το μπουκάλι, όσο περισσότερο μένει έτσι τόσο καλύτερο γίνεται! 
- Τέτοια ωραία γλυκά δεν έχω ξαναφάει ποτέ! Γεια στα χέρια σας!
- Το καλό βούτυρο και τα μπαχαρικά στις σωστές δόσεις δίνουν τη νοστιμιά! 
- Βέβαια! Όπου πέσει το βούτυρο κάνει θαύματα! Ωραία είναι αλλά παχυντικά... 
- Η αλήθεια είναι αυτή... Αξίζει όμως μια στο τόσο αν το φας να το ευχαριστηθείς! Εγώ κυρία Στάσα μου όταν το παρακάνω με τα γλυκά, προσέχω το φαγητό, όσπρια και λαχανικά τρώω τρεις μέρες μετά! Κρέατα και άλλα λιπαρά όχι! Την εβδομάδα μια φορά ψήνω τα σιροπιαστά, γιατί έτσι έχω μάθει από τη συχωρεμένη τη μητέρα μου που πάντα τα είχε στο τραπέζι... Κάτι σαν οικογενειακό έθιμο πες... 
- Νοσταλγείτε την πατρίδα σας; Έχω και μια άλλη γνωστή μου κυρία από την Αίγυπτο ξέρετε!
- Α! Χαίρομαι πολύ! Ελπίζω να γνωριστούμε κάποια μέρα!  Ωραία τα χρόνια εκεί... Ο πατέρας μου ήταν έμπορος και ζούσαμε σε ωραίο σπίτι, είχαμε συνέχεια κόσμο... Όταν παντρεύτηκα ήρθα αναγκαστικά στην Ελλάδα αφού ο άντρας μου ζούσε κι εργαζόταν εδώ.  Γιατρός ήταν, είχε μεγάλο κύκλο γνωριμιών, δε μου πολυφάνηκε τελικά... Ήταν πολύ καλός άνθρωπος, έκανε τα πάντα για να μ' ευχαριστήσει! Σχεδόν κάθε βράδυ έξω βγαίναμε, ταξίδια πολλά κάναμε... Στο καράβι γνωριστήκαμε και με τη Βιβή τότε που ήταν παντρεμένη με τον καπετάνιο κι από τότε έχουμε κρατήσει τη φιλία μας! Το μόνο αγκάθι ήταν που δυστυχώς δεν αποκτήσαμε παιδί... Είχε πρόβλημα και το ήξερα από την αρχή, ήταν πάντα ειλικρινής μαζί μου. Τον αγαπούσα πολύ και δε με ένοιαζε, μου χάρισε μια ζωή γεμάτη και δεν προλάβαινα να το σκεφτώ. Ήμουν και νέα βέβαια τότε... Αργότερα σκεφτήκαμε να υιοθετήσουμε ένα παιδάκι αλλά στράβωσε τελευταία στιγμή και μετά το αφήσαμε...
- Δεν πειράζει κυρία Σεμέλη μου, καθόλου μη το σκέφτεστε! Θα μπορούσατε να είχατε παιδιά κι ένα σωρό προβλήματα στο κεφάλι σας! Καλή ζωή ζήσατε, νέα γυναίκα είσαστε ακόμα, ο,τι θέλετε κάνετε αφού υποχρεώσεις δεν έχετε! 
- Ναι, βέβαια... Μετακόμισα γιατί δεν άντεχα άλλο να μένω μόνη στην ερημιά. Καλά τα βόρεια προάστια όσο κρατάει η μέρα, το βράδυ είναι πολύ δύσκολα...  Η Βιβή επέμενε να φύγω και να έρθω εδώ που έχει κίνηση συνέχεια. Δόξα τω Θεώ, είμαι πολύ ευχαριστημένη, χάρηκα πάρα πολύ που σας γνώρισα και κάνουμε παρέα! Έρχονται και συγγενείς μου, δεν έχω παράπονο... 
- Θα σας συστήσω και με την κυρία Ηλέκτρα, θα της πω να έρθει για καφεδάκι στο σπίτι μου! Εξαιρετική είναι!
- Ηλέκτρα τη λένε; Ωραία! Ήξερα κι εγώ μια δικιά μας από παλιά, στην Αθήνα είχε έρθει τότε. Σύμπτωση, ε;
- Ναι! Το όνομα όμως δεν είναι συνηθισμένο, λέτε να είναι η γνωστή σας τελικά και να βρεθείτε; Αυτό πια κι αν είναι... 
- Πόσων ετών είναι, ξέρετε; 
- Γύρω στα πενηνταπέντε... Η κόρη μου είναι πολύ φίλη με τις κόρες της, πάνε κι έρχονται όλη την ώρα! Πίνουμε κι εμείς καφεδάκι όποτε έχουμε ευκαιρία! 
- Η ηλικία ταιριάζει βέβαια, τόσο πρέπει να είναι πάνω κάτω... Επίθετο;
- Βαλσάμη λέγεται, του συζύγου βέβαια! Ναυτικός είναι, πολύ καλός άνθρωπος κι αυτός! Το πατρικό της δεν το ξέρω, τη μαμά της όμως την έλεγαν Γιούλα κι έτσι έβγαλε τη δεύτερη κόρη της. Έχει και μια αδερφή στην Αίγυπτο...
Η Σεμέλη τινάχτηκε έκπληκτη! 
- Η Ηλέκτρα, η κόρη της Γιούλας! Αυτό δεν είναι σύμπτωση! Τι λέτε κυρία Στάσα μου; Απίστευτο μου φαίνεται! 
- Πω πω! Είδες καμιά φορά; Άει στο καλό! 
- Έκανε και δυο κόρες μετά το γιο της; Μπράβο!
Αυτή τη φορά ήταν η Στάσα που τινάχτηκε έκπληκτη!
- Γιο; Δεν έχει γιο η Ηλέκτρα! 
Η Σεμέλη την κοίταξε απορημένη και δάγκωσε το δάχτυλο. Η μία έκπληξη διαδεχόταν την άλλη κι ένιωσε άσχημα. 
- Έχει! Γύρω στα τριανταπέντε πρέπει να είναι τώρα! Δεν ξέρω αν το παιδί γνωρίζει την αλήθεια βέβαια, αυθόρμητα το είπα... Σας παρακαλώ, μη με εκθέσετε...
- Αν είναι δυνατόν να σας εκθέσω, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος! Τα έχω χαμένα κι εγώ...
- Ξέρω για σας, η Βιβή μου έλεγε πάντα τα καλύτερα και γνωρίζω επίσης ότι είσαστε εχέμυθη. Θα σας πω την ιστορία της αφού θα μείνει μεταξύ μας... 
Το κουβάρι της ζωής της άρχισε να ξετυλίγεται μέχρι που έπεσε η νύχτα... Η Στάσα την άκουγε σχεδόν ασάλευτη...  



Δεν ήταν ούτε είκοσι χρονών όταν ο άντρας που είχε ερωτευθεί τρελά την εγκατέλειψε μαθαίνοντας πως περίμενε το παιδί του. Οι υποσχέσεις που της είχε δώσει για γάμο μέχρι να του δοθεί χάθηκαν μαζί του το βράδυ που έφυγε κρυφά...
Όμορφος και πλούσιος, από οικογένεια με όνομα, ήταν ο ιδανικός γαμπρός που ονειρευόταν κάθε μάνα για την κόρη της. Οι γονείς του όμως τον προόριζαν για νύφη με ανάλογα προσόντα και δεν είδαν με καλό μάτι τη σχέση του. Όταν τους είπε για την εγκυμοσύνη της Ηλέκτρας του άλλαξαν τα μυαλά. 
- Αυτό μας έλειπε! Θα φύγεις από δω κι άστα πάνω μας όλα, δε θα τους περάσει! 
 Η Γιούλα τον είχε απειλήσει αφού η κόρη της δεν κατάφερε να τον συνετίσει. Οι γονείς του της έκλεισαν την πόρτα και δεν παραδέχτηκαν τίποτα.
- Δεν είναι του γιου μας το παιδί! Τη χάρη να τον τυλίξετε δε θα σας την κάνουμε, να το ξεχάσετε αυτό! Ας πρόσεχε η κόρη σου, δε θα την πληρώσουμε εμείς!
Αποφάσισαν να πάνε στην Ελλάδα όταν έμαθαν ότι βρίσκεται εκεί και να ψάξουν να βρουν τα ίχνη του. Δυο μήνες είχαν περιθώριο για να διακοπεί η εγκυμοσύνη και να πράξουν τα πρέποντα αν επέμενε αυτός στην άρνησή του. 
- Εδώ δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα, θα μας πιάσει ο κόσμος στο στόμα του! Κρυφό θα μείνει νομίζεις; Με τι μούτρα θα πάμε στο γιατρό, ε; Σου φώναζα να προσέχεις και δε με άκουγες, δες τώρα τα αποτελέσματα! Αν σ' αγαπούσε θα σε είχε παρατήσει; Πού να κρύψουμε αυτά τα ρεζιλίκια; 
Φόρτωσαν όσα πράγματα μπόρεσαν στο καράβι κι έφυγαν αξημέρωτα παίρνοντας το μυστικό μαζί τους. Η μεγάλη κόρη θα τις έβρισκε στην Αθήνα, με μια καλή δικαιολογία στον άντρα της που ευτυχώς έκανε μακρινά ταξίδια με τη δουλειά του. Μόνες τους δε θα τα έβγαζαν πέρα, έπρεπε να συμπαρασταθεί κι αυτή και να αποτρέψει την απόφασή τους. Δε μπορούσε να πιστέψει ότι θα χανόταν έτσι μια ζωούλα. Το θείο δώρο που περίμενε δεν το είχε νιώσει κι ο καημός την έτρωγε... Χρόνια τραβιόταν από γιατρό σε γιατρό κι έκανε αμέτρητες θεραπείες... Δυο φορές πίστεψε ότι η τύχη της χαμογέλασε αλλά ένα ποτάμι αίμα έπαιρνε μακριά το όνειρό της γεμίζοντας απελπισία την ψυχή της... Τα πεθερικά έβαζαν λόγια στο γιο τους για την "άχρηστη" γυναίκα του και οι σχέσεις τους ήταν πολύ άσχημες. 
- Ευλογία είναι η γέννηση ενός παιδιού και θα με έκανε ευτυχισμένη κι όμως για αδερφή μου είναι κατάρα... Άδικη η ζωή, πολύ άδικη...  
Πανέξυπνες μάνα και κόρη, κατάφεραν μετά από ένα περίπου μήνα να τον εντοπίσουν. Ο νεαρός επέμεινε στην απόφασή του γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τη σχέση με τους γονείς του. Χρήματα πολλά είχαν και θα πλήρωναν τους καλύτερους δικηγόρους για να τον απαλλάξουν από τις ευθύνες.... 
- Πάμε στο γιατρό να σε "καθαρίσει". Θα σε τακτοποιήσει και δε θα καταλάβει κανένας τίποτα! Ίσα που προλαβαίνουμε για να μην κινδυνεύσεις! 
Η μεγάλη της κόρη παρακολουθούσε τις εξελίξεις με κομμένη ανάσα. Η απόφασή της ήταν κατηγορηματική!
- Θα κρατήσει το παιδί και θα το υιοθετήσω εγώ! Εγγόνι σου αληθινό θα είναι! 
Η μάνα ένιωσε ότι τρελαινόταν στη σκέψη και μόνο.
- Εξώγαμο παιδί θα κρατήσει η αδερφή σου; Είσαι καλά;
- Δε  το μάθει κανείς μαμά! Ακόμα κι αυτός ο παλιάνθρωπος θα ξέρει ότι έκανε έκτρωση! 
- Και θα έχουμε την Ηλέκτρα εγκυμονούσα; Κρύβεται η κοιλιά; Στον άντρα σου τι θα πεις; 
- Ότι είμαι έγκυος! Μήνες έχει μπροστά του μέχρι να γυρίσει από την άλλη άκρη της γης, θα τα βολέψουμε! Ξέρεις πόσα περνάω με το σόι του και πόσο θέλει κι αυτός ένα παιδί... Αμαρτία είναι αυτό που σκεφτόσαστε... 
- Και πού θα βρούμε τόπο να σταθούμε, μου λες; Για ένα μήνα τα βολέψαμε όπως όπως εδώ, πως θα γυρίσουμε με την κοιλιά της να φουσκώνει σε λίγο καιρό;  Και πως θα του πεις ότι το παιδί είναι δικό σου; Νοσοκομείο, χαρτιά, έτσι νομίζεις γίνονται αυτά; 
- Εδώ θα μείνετε μαμά! Θα γυρίσω για δυο μήνες πίσω κι αφού διαδώσω ότι περιμένω παιδί και με παρακολουθεί γιατρός εδώ, θα έρθω να σας βρω. Θα σας στείλω λεφτά που θα τα δικαιολογήσω στο γαμπρό σου, δεν υπάρχει πρόβλημα! Με τη χαρά που θα πάρει για το παιδί αυτά θα κοιτάξει;
Η Ηλέκτρα ήταν ανένδοτη. Ήθελε ν' απαλλαγεί το συντομότερο από την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και να ξεχαστεί ο άντρας που τόσο αγάπησε. Στα πόδια της έπεσαν μάνα κι αδερφή για ν' αλλάξει γνώμη. 
-Ένα πράγμα φοβάμαι κόρη μου! Μη πάθεις ζημιά με την επέμβαση και δε μπορέσεις να ξαναπιάσεις παιδί! Ξέρεις πόσες γυναίκες το έχουν μετανιώσει; Αυτός ο ελεεινός θα ξεχαστεί, θα γνωρίσεις άλλους και θα διαλέξεις τον καλύτερο! Ας το πάρει η αδερφή σου που το λαχταράει, θεία θα σε λέει κι εσύ ανίψι σου θα το λογαριάζεις... Θα στρώσουμε τη ζωή μας εδώ, θα δεις... 
- Μαγαζί θα σου ανοίξω, θα είσαι κυρία! Αφού η Ελλάδα σ' αρέσει, πίσω στην Αραπιά να ρίξεις μαύρη πέτρα! Σα να μη γέννησες ποτέ, θα το ξεχάσεις! 

Οι κελεμπίες και τα φαρδιά καφτάνια έκρυβαν επιτυχώς την κατάστασή της όταν η εγκυμοσύνη της προχώρησε. Το μικρό σπιτάκι κοντά στη Λάρισα που είχαν νοικιάσει ήταν σχεδόν απομονωμένο. Μπροστά του απλώνονταν αγροί και οι μαντιλοδεμένες καματιάρες γυναίκες ήταν σχεδόν μόνιμα σκυμμένες στη γη. Η Γιούλα ξενόπλενε τα ρούχα των εύπορων οικογενειών που έδιναν καλά λεφτά. Τα απογεύματα έπλεκε ο,τι της παράγγελναν κι έβγαζε κάτι κι από κει. Οι οικονομίες της τέλειωναν και φοβόταν ότι θα έμεναν σχεδόν άφραγκες. Όσα κι αν μάζευε η μεγάλη κόρη της δεν θα έφταναν αφού θα πλήρωνε γερά για να γίνει η ¨δουλειά¨τους. Μακριά από την Αθήνα που θα περνούσαν πολλά χρόνια μετά τον τοκετό θα άφηναν το μυστικό τους. Η Ματίνα είχε καπαρώσει το σπίτι και το είχε ήδη γεμίσει έπιπλα κι εμπόρευμα. Όταν η Ηλέκτρα μπήκε στον όγδοο μήνα μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι τότε την παρακολουθούσαν γιατροί σε διάφορες περιοχές, για να μην αφήνουν ίχνη πίσω τους. Με διαφορετικά ονόματα συστήνονταν κάθε φορά και πάντα έλεγαν ότι πάνε στην Ξάνθη. 
- Κάτι πονάκια ένιωσε κι ανησυχήσαμε, να τη δείτε μη μας βρει τίποτα στο δρόμο... 
 Η Γιούλα φρόντισε να μάθει τις ιδιωτικές κλινικές στη συμπρωτεύουσα. Με τη μεγάλη τσάντα φορτωμένη πράγματα μπαινόβγαινε για να πιάσει γνωριμίες. Έτσι συνάντησε την Υπαπαντή, μια πανέξυπνη νοσοκόμα από ένα χωριό κοντά στο Σουφλί. Με δάκρυα στα μάτια, παρακάλια, χρήματα και τη φανταχτερή πραμάτεια χάρισμα, χώρια τα λεφτά που θα έπαιρνε μετά κι άλλα πολλά, κατάφερε να την πείσει να τις βοηθήσει. 
- Δύσκολο πολύ είναι, μπορεί να χάσω και τη δουλειά μου για! Ξέρεις πόσο μεγάλο πράμα είναι αυτό που με ζητάς να κάνω; 
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν με το γιατρό και ιδιοκτήτη της κλινικής, αλλά η μαία θα τα κατάφερνε δίνοντας τα στοιχεία της άλλης κόρης! 
- Με το παραδάκι όλα γίνονται βέβαια! Άμα τα πιάσει γερά τάχα και καλά για να την κοιτάξει στη γέννα...  






Η αγαπημένη μου Σοφούλα από το http://tostekitissofias.blogspot.gr με βραβεύει και ρωτάει 11 πράγματα για μένα! 
Την ευχαριστώ πολύ και της στέλνω την αγάπη μου! 


1) Πως θα αντιδρούσες αν αντιλαμβανόσουν ένα περιστατικό κακοποίησης; 
Θα ορμούσα και θα ξέσκιζα το κτήνος! 

2) Βλέπεις ένα σπασμένο γυαλί. Τι σκέψεις σου έρχονται στο νου;
Ότι κι αν ακόμα καταφέρει κάποιος να το κολλήσει, δεν θα είναι ποτέ όπως πριν... 

3) Ποιο ζώο αγαπάς και γιατί;
Το άλογο γιατί θαυμάζω την περηφάνια του. 

4) Τι χρώματα κυριαρχούν στο σπίτι σου;
Μαύρο, χρυσό, μπεζ. 

5) Με ποιον θα ήθελες να είσαι αυτή τη στιγμή και πού; 
Με τη Σουλτάνα, την αιώνια γυναίκα από την Πόλη. Εκεί στο σπίτι της με καφεδάκι και λικέρ, να άκουγα τις ιστορίες που έλεγε με το μοναδικό της τρόπο και να μύριζα το φρέσκο βούτυρο που τσιτσίριζε στο τσουκαλάκι της για να φτιάξει χαλβά... 

6) Τι σκέφτεσαι όταν βλέπεις τον αριθμό 11;
Τίποτα ιδιαίτερο... 

7) Σε ποια εποχή θα ήθελες να ζήσεις και γιατί;
Γύρω στα 1900. Άκουγα ότι ο κόσμος ήταν πιο ανθρώπινος, ζεστός και φιλόξενος. Αυτός είναι ο λόγος που θα ΄θελα έστω λίγα χρόνια να ζήσω στο τότε... 

8) Ποιο είναι το αγαπημένο σου άρωμα; 
Του τριαντάφυλλου και της γης μετά τη βροχή. 

9) Έχεις κάποιο πάθος που θες να καταπολεμήσεις; 
Τις γαστριμαργικές μου ατασθαλίες που όσο κι αν προσπαθώ ν' αποφύγω μόλις με φλερτάρουν υποκύπτω. 

10) Ποιο είναι το χαρακτηριστικό ενός άντρα που θα τον επέλεγες; 
Η ειλικρίνεια 

11) Αν ήσουν υπουργός, ποιο υπουργείο θα ήθελες να έχεις; 
Το Υπουργείο Πολιτισμού. 





Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Υποψήφιοι γαμπροί




- Τους πήραμε όλους;
- Ναι! Μίλησε και η μαμά στις μαμάδες όσων κοριτσιών δεν τις άφηναν να έρθουν κι έπεισε τις πιο πολλές. Για τις άλλες σκασίλα μας! Τώρα πάρε εσύ το Μάκη, ντρέπομαι... 
- Πόσο χαζή είσαι βρε Τέτα; Ντρέπεσαι να τον καλέσεις στο πάρτι μας; Όταν κλαις επειδή θέλεις να τον ξαναδείς είναι καλύτερα; 
- Δε μπορώ, τρέμουν τα χέρια μου... Εσύ πάρε! 
Το απόγευμα του Σαββάτου ο Στράτος με την αδερφή του πήγαν στο σπίτι τους κουβαλώντας δίσκους, ηχεία και καλώδια. Η Ηλέκτρα τους καλοδέχτηκε κι όσο τα παιδιά ήταν απασχολημένα στο σαλόνι έβρασε αυγά για τα καναπεδάκια.
- Παιδιά, μείνετε αν θέλετε! Σε δυο ώρες θα έρθουν οι καλεσμένοι! 
- Ίσα ίσα προλαβαίνουμε κυρία Ηλέκτρα! Μέχρι να συνδέσω και τα φώτα θα πάει οχτώ η ώρα! 
Οι αδερφές μπήκαν στο δωμάτιό τους να ετοιμαστούν. Η Γιούλα ήταν ήδη μακιγιαρισμένη και καλοχτενισμένη επειδή περίμενε από νωρίς το Στράτο. Φόρεσε μαύρο εφαρμοστό παντελόνι, γαλάζια μπλούζα με ντεκολτέ, ψηλοτάκουνες γόβες και λούστηκε σχεδόν με το καλό άρωμα της μαμάς. Η Τέτα ήταν χαριτωμένη μέσα στο φαρδύ φορεματάκι της με τις σούρες στο μπούστο και κάθισε αγχωμένη να τη βάψει η αδερφή της.
- Λίγη σκιά, μολύβι και ρουζ, ίσα να με τονίσει! 
- Μη μιλάς, ξέρω! 
Σε τρεις ώρες οι Boney M με το Daddy cool έκαναν τα παιδιά να χορεύουν ξέφρενα στους ρυθμούς τους. Η Ηλέκτρα με τον Αποστόλη τους καμάρωναν από τη μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας. Πολλοί δοκίμασαν για πρώτη φορά βερμούτ που τους προσέφεραν με μέτρο. Η Τέτα καθόταν σε μια καρέκλα ανόρεχτη, χωρίς διάθεση να χορέψει. Η ώρα περνούσε κι ο Μάκης δεν είχε έρθει. Η μάνα την πλησίασε.
- Γιατί δε χορεύεις κορίτσι μου, έχεις κάτι;
- Σε λίγο μαμά θα χορέψω... Δε μου αρέσει πολύ αυτό το τραγούδι... 
- Μα εσύ το βάζεις συνέχεια και το ακούς, τώρα δε σου αρέσει;
- Δεν το βάζω εγώ, η Γιούλα...
Το How deep is your love από τον χιλιοπαιγμένο δίσκο των Bee Gees έκανε τα φώτα να χαμηλώσουν και τα ιδρωμένα από το χορό κορμιά αγκαλιάστηκαν δειλά. Η Γιούλα άρπαξε σχεδόν το Στράτο για να χορέψουν κι η Τέτα πήγε κάποια ποτήρια στην κουζίνα όταν από τη μισάνοιχτη πόρτα πρόβαλλε ο Μάκης. Το χαμόγελο άνθισε στα χείλη της και πάγωσε ταυτόχρονα όταν είδε μια κοπέλα μαζί του. Η πανέξυπνη Ηλέκτρα παρακολουθούσε τις αντιδράσεις της κόρης της... 
Η Γιούλα την έσυρε να τους χαιρετίσει αν και είχε νευριάσει που η άφιξή τους διέκοψε το σφιχταγκάλιασμα με το Στράτο. 
- Ήρθα με την ξαδέρφη μου, δε νομίζω να υπάρχει πρόβλημα, ε;
- Κανένα! Πολύ καλά έκανες που την έφερες! 
Ο Στράτος έβαλε το επόμενο τραγούδι κι η Τέτα δειλά τους σερβίρισε. Πόσο έλαμψε το προσωπάκι της όταν της χαμογέλασε και τη σήκωσε να χορέψουν! Οι χτύποι της καρδιάς δυνατοί κι αυτή η ζάλη τη μεθούσε τόσο, που ένιωθε να στροβιλίζεται στον αέρα... Η αδερφή της δεν έδειχνε να χαίρεται, είχε καρφωθεί στην ξαδέρφη που χόρευε με το Στράτο κι ήταν έτοιμη να εκραγεί. Αδημονούσε να τελειώσει το La nuit με τον Αdamo και οι πρώτες νότες του Oh mon amour από τη φωνή του Christophe τη βρήκαν ξανά στην αγκαλιά του.
Η Ηλέκτρα που δεν τις είχε αφήσει από τα μάτια της τράβηξε μια γερή ρουφηξιά καπνού και τον κράτησε στα πνευμόνια της... 
Μόλις το ρολόι χτύπησε δώδεκα τα φώτα άναψαν κι ακούστηκε το πρώτο τσιφτετέλι. Η Γιούλα στη μέση της σάλας άρχισε να λικνίζεται προκλητικά ενώ οι άλλοι χειροκροτούσαν και σφύριζαν. Ο Αποστόλης καμάρωνε την κόρη του που στο τέλος φώναξε < Είμαι Μισιρλού κι εγώ σαν τη μαμά μου! > 
Το λεβέντικο ζεϊμπέκικο που χόρεψε ο Στράτος έκανε όλες τις κοπέλες να τον κοιτάζουν γοητευμένες. 
"Μια καρδιά τα χέρια μου σου φέρανε
κάν' την ό,τι θες, είναι για σένανε..."
Οι γονείς πολλών κοριτσιών πέρασαν από το σπίτι για να τα πάρουν. Η Ηλέκτρα πρόθυμα τους κέρασε, μίλησε μαζί τους κι είχε πλέον μάθει όσα δεν ήξερε για τις παρέες τους. 
Ο Στράτος με την αδερφή του έμειναν ως το τέλος, κρατώντας και το Μάκη με την ξαδέρφη του. Η Τέτα ένιωσε να την κυριεύει πανικός όταν κατάλαβε ότι η Σίσυ τον είχε βάλει στο μάτι! Ένιωσε τη ζήλια της όσο χόρευε μαζί του και είδε πόσο τον έσφιγγε όταν χόρευαν μαζί. Ταραγμένη είπε στη Γιούλα να της πάρει λόγια... Η Ηλέκτρα πρότεινε στο Στράτο να έρθει την άλλη μέρα να πάρει τα μηχανήματα. 
- Κουρασμένοι είσαστε από το χορό, αύριο έλα να τα πάρεις ο,τι ώρα ξυπνήσεις αγόρι μου, εδώ θα είμαστε! 





Η Ηλέκτρα έψησε καφέ να πιουν με τον άντρα της. 
- Καλό παιδί, πολύ καλό! Τελειώνει τη σχολή του κι έχει έτοιμη δουλειά! Του χρόνου θα πάει φαντάρος και ξεμπερδεύει... Αποστόλη, έχω την εντύπωση ότι αρέσει της Γιούλας...
- Η Γιούλα είναι μικρή ακόμα βρε γυναίκα...
- Και λοιπόν; Αν είναι τυχερό, μέχρι να τελειώσει το Γυμνάσιο η δικιά μας θα έχει τακτοποιηθεί εκείνος! Ηλεκτρολόγος με δουλειά έτοιμη στρωμένη από τον πατέρα του, άσχημα είναι; Σειρά όμως έχει η Τέτα πρώτα! Φροντιστήριο, ιδιαίτερα, όλο πίσω μένει, έχασε και μια τάξη και δεν πολυβλέπω να προχωράει... Σκέφτομαι να τη βάλουμε σε σχολή γραμματέων που δεν χρειάζεται να έχει τελειώσει το Γυμνάσιο. Θα μάθει γραφομηχανή, στενογραφία, κομπιούτερ που θα μπει σιγά σιγά σε όλα τα γραφεία, λίγο να προχωρήσει στα Αγγλικά κι όλο κάπου θα βρει να δουλέψει. Κι η μικρή εδώ που τα λέμε, χαμηλούς βαθμούς έχει, δεν είναι για πολλά κι αυτή... Ας ακολουθήσει τη μεγάλη, χαμένη δε θα πάει... Για την Τετούλα μας πάντως, ένας καλός γαμπρός θα ήταν ό,τι πρέπει! Νοικοκυρά κι αρχόντισσα στο σπίτι της κι ας διαβάζει να έχει κοινωνική μόρφωση που είναι το πιο σημαντικό. Όταν μεγαλώνουν τα κορίτσια, αυτό σκέφτονται οι γονείς.  Ξενοιάζεις όταν αποκατασταθούν, κακά τα ψέματα... 
Ο Στράτος με τη Γιούλα κολλημένη δίπλα του, μάζευε καλώδια, ηχεία κι ενισχυτή. Ο Αποστόλης χτύπησε ελαφρά το χέρι στο τραπέζι, ενθουσιασμένος για την ιδέα που μόλις είχε περάσει απ' το μυαλό του. Ο ανιψιός ενός θείου του είχε ένα γιο που ήταν ο,τι έπρεπε για την Τέτα! 
- Από το σόι της γυναίκας του είναι! Δουλίτσα έχει, καλή η οικογένεια, νομίζω ότι θα ταιριάξουν! 
- Να το προχωρήσεις τότε! Θα βρούμε αφορμή να τον δούμε! 
Αναστέναξε προσευχόμενη μέσα της να πάνε όλα καλά. Παράξενο το σκεπτικό της αφού ήταν σύγχρονη γυναίκα με μοντέρνες αντιλήψεις γενικά.
Η Γιούλα ψάρεψε τη Σίσυ που όντως καλόβλεπε το φίλο του αδερφού της. Η Τέτα ένιωθε ότι τον έχανε, αφού δεν είχε την ευκαιρία να τον βλέπει όσο η άλλη... 
- Γιατί δεν τρως;
- Δεν πεινάω μαμά... 
Οι έννοιες στο μυαλό της Ηλέκτρας δεν την άφηναν να ησυχάσει. Ο Αποστόλης με τις υποδείξεις της φρόντισε να δει τον υποψήφιο και μεταξύ αστείου και σοβαρού του πρότεινε να τον κάνει γαμπρό του... Τα τηλεφωνήματα με την αδερφή της ήταν σχεδόν καθημερινά κι εξακολουθούσαν να μιλάνε κρυφά. 
- Μπορεί να έρθει η θεία σας τον άλλο μήνα που θα έχει φύγει ο πατέρας σας! 
- Η θεία; Πως κι έτσι το αποφάσισε; 
- Είναι λίγο αδιάθετη, δεν έχει κάτι σοβαρό, το στομάχι της την ενοχλεί. Πρέπει να κάνει κάποιες εξετάσεις, φοβάται και δεν πάει κι επέμεινα να έρθει εδώ να πάμε μαζί. 
- Καλά της είπες μαμά! Αχ ωραία, θα δούμε τη θεία μας! 
Παρηγοριά ήθελε η Ηλέκτρα που ήταν στα πρόθυρα νευρικής κρίσης κι η αδερφή της είπε την ίδια δικαιολογία στον άντρα και το γιο της. Προβλήματα υγείας και θα πήγαινε στην Ελλάδα να της συμπαρασταθεί... 

Η κυρία Αργυρώ έπινε καφέ με μια γειτόνισσα που ήταν φίλες κολλητές από μικρά κορίτσια. Μυστικά δεν είχαν μεταξύ τους. 
- Ολόκληρος άντρας ο γιος μου και τον φέρνει σε πολύ δύσκολη θέση! Δεν ξέρω πια τι να πω μ' αυτή την κοπέλα! Λέω τώρα, αν ήταν πιο μετρημένη ίσως μελλοντικά να το σκεφτόμουν σοβαρά, μικρός είναι ακόμα ο Στράτος, δέσμευση δε μπορεί να έχει... 
- Ούτε σε μένα αρέσει! Όλη η γειτονιά τη σχολιάζει έτσι που κυκλοφορεί και κουνιέται! Αν πεις κι αυτός ο εγωισμός... Σα να είναι αυτή μόνο κι άλλη καμία! Πρόσεχε την κόρη σου  μη την κάνει σαν τα μούτρα της! 
- Την ξεσηκώνει πολλές φορές είναι η αλήθεια και μαλώνουμε... Μια με τα τακούνια, μια με τα βαψίματα... Γιατί η Γιούλα κι όχι εγώ και τέτοια... 
- Κι η μάνα της έχει ένα τουπέ όμως! Χαιρετιζόμαστε βέβαια αν τύχει και βρεθούμε στο δρόμο αλλά κάτι αλλιώτικο βγάζει, αντιπαθητικό, πως να το πω... Η μεγάλη της κόρη είναι πιο γλυκιά, του μπαμπά της έχει πάρει μάλλον... 
- Είναι το φυσικό της... Εγώ παράπονο δεν έχω, με καλοδέχεται πάντα και μιλάμε με τις ώρες... Τελευταία δεν έχουμε βρεθεί, θα την πάρω αύριο ένα τηλέφωνο τώρα που το σκέφτομαι. Έχει βέβαια διαφορετικές αντιλήψεις σε πολλά θέματα... Να σου πω και κάτι, έχει βάλει μπρος προξενιό για τη μεγάλη της! Πολύ καλό παιδί λέει, τον θέλουν! 
- Μακάρι... Η κόρη της τον θέλει;
- Ακόμα δεν τον έχει δει, λάου λάου το πάνε... Η μάνα πάντως το έχει σχεδόν τελειωμένο το πράγμα... Ως τα δεκαοχτώ να την έχει παντρέψει θέλει... 
- Μωρέ δεν κοιτάει να κουκουλώσει τη μικρή μη τους βρει καμιά συμφορά λέω εγώ; 
- Ε... Σου λέει πρώτα η μεγάλη, δεν καταλαβαίνεις; 
- Πως, καταλαβαίνω... Εκτός κι αν έχουνε βάλει στο μάτι το γιο σου κι έχει δέσει η μάνα της! Να τελειώσει τη σχολή του, να πιάσει δουλειά κι άμα πάει φαντάρος τον πάμε στην εκκλησία! 
- Αυτό μας έλειπε! Να σου πω, ο Στράτος μου δεν τη βλέπει με καλό μάτι... Κορίτσι μια σταλιά και να του ρίχνεται, σοβαρά θα την έβλεπε; Άσε που νομίζω ότι κι η μεγάλη έβαλε στο μάτι το Μάκη, το φίλο του... 
- Κι οι γονείς της την προξενεύουν με άλλο; 
- Κοίτα, συμβαίνουν αυτά... Λεβεντόπαιδο είναι, της γυάλισε... Αλλά αν έπαιρνε η κάθε μία όποιον της αρέσει... 
- Ναι, σπάνια γίνεται... Κι εγώ αγαπούσα το γιο του εργολάβου, θυμάσαι; Αγνά πράγματα τότε, από μακριά τους κοιτούσαμε και μας έμπαινε στο μυαλό η ιδέα... Κι όμως πήρα αυτόν που μου έδωσαν οι γονείς και τ' αδέρφια μου, χωρίς να πω κουβέντα... Άλλα χρόνια... Δόξα τω Θεώ, καλός βγήκε και πέρασα ήσυχα μαζί του, τυχερά είναι αυτά... Βρε συ, ο Μάκης είναι χρυσό παιδί! Μπαινοβγαίνει από μικρός στο σπίτι σας, ξέρετε την οικογένεια, δεν κοιτάς μήπως γίνει κάτι με τη Σίσυ; 
- Μικρή είναι, από τώρα ιδέες δε θέλω να της βάλω. Δε λέω, καλό παιδί είναι και μακάρι να γινότανε κάτι αργότερα...
- Αργότερα... Αργότερα μπορεί να μπλεχτεί με καμιά και να χάσετε το κελεπούρι μέσα απ' τα χέρια σας βρε χαζούλα μου! Τέτοιο παλικάρι έτσι θα το αφήσουνε; 
Η Αργυρώ σκεπτική ήπιε την τελευταία γουλιά καφέ κι ακούμπησε αργά το φλιτζανάκι στο πιάτο. 
- Ε, τώρα να πω ότι έχεις άδικο σ' αυτό; Δεν έχεις!

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Καλή Χρονιά! Ας τραγουδήσουμε όλοι! (Εγώ θα πω τα πιο πολλά γιατί πήρα κι άλλο βραβείο!)


- Αν δεν έχετε κανονίσει κάτι κυρία Αργυρώ, ελάτε σε μας είπε η μαμά μου! Ωραία θα περάσουμε!
- Ρεβεγιόν στο σπίτι σας, ε; Την ευχαριστώ πολύ πες της! Θα το συζητήσω με τον άντρα μου και βλέπουμε... 
Η Γιούλα έψηνε τη Σίσυ να πείσει τους γονείς της. Θα ήταν σίγουρα κι ο αδερφός της, αυτό την ενδιέφερε βασικά. Με το ροζ μπλοκάκι της που είχε αγγίξει τις σελίδες του με αρωματισμένα δάχτυλα πέρασε στο δωμάτιο του Στράτου. Θα συμπλήρωνε εκείνος τα υπόλοιπα τραγούδια.
- Θα έρθεις κι εσύ στο πάρτι, έτσι;
- Θα δούμε, δεν ξέρω ακόμα...
- Δεν έχει τέτοια, θα έρθεις! Φέρε και το φίλο σου το Μάκη, θα περάσουμε πολύ ωραία! 
Ο Στράτος μπήκε στην κουζίνα μετά από αρκετή ώρα χαμογελώντας αμήχανα. Η Αργυρώ είχε καταλάβει από καιρό το ενδιαφέρον της Γιούλας για το γιο της.
- Ακόμα μέσα είναι; Τον ατελείωτο έχουν πια αυτά τα τραγούδια; Πρόσεχε παιδί μου, μη μας βρει μπελάς...
- Τι μπελάς βρε μάνα; Να προσέχω εγώ για ποιο πράγμα; 
- Είναι πολύ ζωηρή και φοβάμαι παιδάκι μου... Στο μάτι σ' έχει βάλει, βλέπω εγώ τι γίνεται... Ντρέπομαι και τη μητέρα της, να της έλεγα λιγάκι να την έχει το νου της... Μια εξαιρετική κυρία είναι και δες πως βγήκε η κόρη της! Όλο κούνημα και ντροπής πράγματα κάνει! Μας κάλεσε για ρεβεγιόν οικογενειακώς...
- Εγώ μετά την αλλαγή του χρόνου θα φύγω, στο είχα πει. Κοίτα, έχουμε γνωρίσει τόσες κοπέλες κι εγώ κι οι φίλοι μου, αλλά σαν τη Γιούλα καμία! Κάτι μου πέταξε μια μέρα και της είπα ότι είναι ακόμα μικρή για τέτοια κι εκείνη σήκωσε πάνω τα μαλλιά της, κούνησε τη μέση κι απάντησε ότι μπορεί να είναι μικρή αλλά ξέρει πολλά κι ότι ακόμα και οι μεγάλοι τις μικρούλες κυνηγάνε! Χα χα χα! 
- Χριστός και Παναγία! Εσύ...
- Εγώ τίποτα μαμά! Κόρη της φίλης σου είναι... 



Η Παραμονή της Πρωτοχρονιάς βρήκε το σπίτι τους φορτωμένο φαγητά, ποτά και κόσμο. Ένα δεύτερο τραπέζι είχε ντυθεί με πράσινη τσόχα και οι περισσότεροι έπαιζαν χαρτιά.
Η Αργυρώ με το άντρα και τα παιδιά της είχαν πάει από νωρίς φέρνοντας μια μεγάλη βασιλόπιτα. Άξια νοικοκυρά, την είχε στολίσει με γκι και κορδέλες στην πιατέλα. Η Ηλέκτρα με μπλε βελούδινο φόρεμα και κόκκινη εσάρπα, μιλούσε και γελούσε με όλους. Όταν το ρολόι χτύπησε δώδεκα έσβησαν για λίγο τα φώτα, ευχήθηκαν με αγκαλιές και φιλιά κι άνοιξαν σαμπάνιες. 
- Καλή χρονιά να έχουμε! Ευτυχισμένη και χαρούμενη! Ας τραγουδήσουμε όλοι! 
<Πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά...>
Η Γιούλα μέσα στον πανικό έπιασε το γιο της Αργυρώς. 
- Καλή χρονιά Στράτο μου! 
Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε στην αγκαλιά της, δίνοντάς του φιλί πολύ κοντά στο στόμα. Το κορμί της είχε κολλήσει πάνω του και δε θα τον άφηνε αν δεν επενέβαινε η Σίσυ.
- Καλή χρονιά! Περίμενε πρώτα να κοπεί η πίτα και μετά φεύγεις!
Φωτιές πέταξε το βλέμμα της!
- Θα φύγεις; 
Τον κοίταξε τόσο έντονα με μισάνοιχτα χείλη κι εκείνος ήρθε σε πολύ δύσκολη θέση.
- Έχω κανονίσει... Θα περάσουν να με πάρουν σε μια ώρα... 
Το ποτήρι που έσπασε με δύναμη έκανε τους καλεσμένους να βάλουν τα γέλια και να χειροκροτήσουν.
- Έτσι μπράβο, να φύγει κάθε κακό με τον παλιό χρόνο! 
Η Ηλέκτρα την κοίταξε με βλέμμα φαρμακερό. Βρήκε την ευκαιρία και την ξεμονάχιασε στην κουζίνα.
- Πες μου τι έγινε και το έσπασες από τα νεύρα σου;
- Τίποτα δεν έγινε, μου έπεσε!
- Με τέτοια δύναμη; Πού τα πουλάς αυτά; 
- Παράτα με κι εσύ! 
Την ένταση έσπασε το τηλεφώνημα της θείας από την Αίγυπτο. Μίλησε πολλή ώρα συγκινημένη με την αδερφή και τον ανιψιό της πριν πάρουν σειρά οι άλλοι. 
- Ο ξάδερφός σας πήρε προαγωγή! Είδατε πρόοδο; Μη ξεχάσετε να τον συγχαρείτε! 
Το ξημέρωμα που είχαν φύγει όλοι, η μάνα έπαιζε θέατρο μπροστά στον άντρα της. Μιλούσε σα να μην είχε συμβεί τίποτα, δεν ήθελε να καταλάβει ο Αποστόλης ότι κάτι έτρεχε με τη μικρή τους κόρη. Η Τέτα βέβαια, πέρασε από ανάκριση... 
- Τίποτα καλέ μαμά σου λέω, της έπεσε... Κι εγώ παρά λίγο να έσπαγα ένα πιάτο, το πρόλαβα ευτυχώς...
- Με τόση δύναμη το πέταξες κι εσύ; Δε μου λες, για χαζή με περνάτε; Μήπως ενοχλήθηκε η αδερφή σου επειδή έφυγε ο Στράτος; Όλα τα έχω καταλάβει, έννοια σου... 
- Δεν έχει τίποτα με το παιδί καλέ μαμά...
- Ακόμα όχι, αλλά πολύ θα το ήθελε! Άντε τώρα κοιμηθείτε, μη πάρει χαμπάρι ο πατέρας σας και θα τα πούμε! 


Ο Άγιος Βασίλειος ήταν προστάτης του Αποστόλη από τα παιδικά του χρόνια. Ζήτησε να προσκυνήσει τη Χάρη του μια που έτυχε να βρίσκεται στην Αθήνα. Το απόγευμα όλη η οικογένεια θα πήγαινε στην εκκλησία ν' ανάψουν κεριά και μετά ο πατέρας θα τις πήγαινε σε καφετέρια για καπουτσίνο με σαντιγί που  άρεσε πολύ στα κορίτσια. 
Η Ηλέκτρα σε καλή διάθεση που εκπλήρωσε το τάμα του ο άντρας της, απολάμβανε τον καφέ της στο ζεστό και στολισμένο μαγαζί, όταν μια κυρία την πλησίασε και τη χαιρέτισε με επιφωνήματα χαράς και βαριά προφορά. 
- Η Ηλέκτρα δεν είσαι; Πω πω! Βουνό με βουνό δε σμίγει μόνο! Βρε κοίτα σύμπτωση, πόσα χρόνια έχω να σε δω... Καλή χρονιά!
Πάγωσε ολόκληρη! Πρώτη φορά η οικογένειά της είδε την τρομερή και πάντα ψύχραιμη μάνα να τα έχει χαμένα. 
- Καλή χρονιά και σε σένα...
- Ο σύζυγος και τα παιδιά σου είναι; Καλή χρονιά, χάρηκα!  
- Κι εμείς χαρήκαμε! Η παρέα σου πού είναι; 
- Εκεί! Ο άντρας μου κι η αδερφή μου με το γαμπρό μου! Σε κοιτούσα από την ώρα που μπήκατε κι έλεγα είναι, δεν είναι...
- Λοιπόν, ετοιμαζόμουν να πάω στην τουαλέτα, άντε κι εσύ να μη σε περιμένουν! 
Κοντοστάθηκε η γυναίκα για μια στιγμή κι έφυγε ενοχλημένη. Η Ηλέκτρα κατακόκκινη από τη σύγχυση έβρεξε το μέτωπό της και προσπαθούσε να ηρεμήσει τα τρεμάμενα χέρια της. Παίρνοντας βαθιές ανάσες προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. 
< Πού βρέθηκε αυτή εδώ και με γνώρισε μετά από τόσα χρόνια; Πρωτοχρονιά και δεν είναι στο σπίτι της στο χωριό; Φοβάμαι, δεν είναι καλό σημάδι αυτό...> 
- Ωραίος τρόπος! Το ευχαριστώ είναι για όσα έχω κάνει για σένα;
Από τον καθρέφτη κοίταξε το ειρωνικό της ύφος κι η ταραχή μεγάλωσε. Είχε τα χέρια στη μέση καθώς της ζητούσε το λόγο.
- Σε έχω ευχαριστήσει στο παρελθόν και με το παραπάνω! Γιατί με ακολούθησες; 
- Τουαλέτα εσύ, τουαλέτα κι εγώ! Δυο κόρες έκανες βλέπω, να σου ζήσουν! Κι ο άντρας σου καλός άνθρωπος φαίνεται, μπράβο, μπράβο... Μη μου πεις ότι δεν ξέρει τίποτα;
- Ούτε ξέρει, ούτε πρόκειται να μάθει! Ό,τι έγινε, έγινε! Μη ξεχνάς ότι έχεις πάρει όρκο και ξέρεις ότι μπορεί να σου συμβούν πολλά αν δεν κρατήσεις το λόγο σου! 
Εκείνη έφτυσε τον κόρφο της.
- Σιγά κι εσύ, λες κι είπα τίποτα! Τα οικογενειακά σου δεν είναι δική μου υπόθεση... Είναι καλά το... 
- Τελειώσαμε! Θα πας στο χωριό σου και θα ξεχάσεις ότι με είδες!
- Τώρα το χωριό; Εδώ στην Αθήνα μένουμε από χρόνια, το Πάσχα μόνο πάμε και το καλοκαίρι! Εσείς πού μένετε; Να πιούμε κάνα καφεδάκι να τα πούμε βρε συ, μια που βρεθήκαμε! 
- Δεν χρειάζεται! Άντε γεια σου τώρα! 
Η Τέτα τη βρήκε στις σκάλες. Ανησύχησαν τόση ώρα που έλειπε.
- Αυτή η πολυλογού με καθυστέρησε! Κουτσομπόλα και περίεργη είναι, όλα θέλει να τα μαθαίνει!
- Από πού σε ξέρει; 
- Ερχόταν και ψώνιζε τότε στο σπίτι μας... 
Η Γιούλα την κοίταξε έντονα στα μάτια.
- Κι εσύ γιατί ταράχτηκες τόσο πολύ που την είδες; 
- Όχι και ταράχτηκα! Συγχύστηκα λιγάκι, γιατί μας είχε κλέψει πολλά πράγματα τότε και δεν ήθελα να την ξαναδώ, σέρνει γρουσουζιά πάνω της! Πρωτοχρονιά είναι...
Ο άντρας της την αγκάλιασε στοργικά. Το βράδυ πέρασε με καφέδες και τσιγάρα όσο οι άλλοι κοιμόντουσαν. Με το κεφάλι ζαλισμένο από την ταραχή και τις σκέψεις της, περνούσαν εικόνες από το παρελθόν σαν ταινία. Παρακαλούσε να μην αργήσει να ξημερώσει...   



- Πάλι με τη θεία μιλάς; Χτες τα είπατε! 
- Μέσα και οι δυο που θα σας δώσω λογαριασμό! 
Ο Αποστόλης είχε φύγει αμέσως μετά τον πρωινό καφέ. Η Ηλέκτρα τον παρότρυνε να πάει στη μάνα του νωρίς, να προλάβει να δει ένα φιλοξενούμενο θείο του. 
Οι αδερφές μιλούσαν πολλή ώρα στο τηλέφωνο. Ήταν τοποθετημένο σε τέτοιο σημείο που έβλεπε αν κάποια από τις κόρες της ήταν πίσω απ' τις τζαμένιες μεσόπορτες. Ψιθυριστά της είπε για τη χθεσινή συνάντηση, ήταν το μόνο που έπιασε το αυτί της Γιούλας. 
- Βρε Τέτα, κάτι συμβαίνει... 
- Το έχω καταλάβει... Η μαμά είναι χάλια από τη στιγμή που της μίλησε αυτή η γυναίκα... 
- Είδες πως μας κοιτούσε η βλαχάρα; Και το μπαμπά το ίδιο! Αλλά για να το πει στη θεία, σημαίνει ότι την ξέρει κι αυτή... 
- Μυστήρια πράγματα... Για να της τα λέει και να μιλάνε τόση ώρα εμπιστευτικά, κάτι πολύ κακό τους έχει κάνει... Σκάω από περιέργεια αλλά δε θα μάθουμε... Πάντα μιλούσαν μυστικά μεταξύ τους και μας έστελνε στο άλλο δωμάτιο! Και γιατί να το κρύβει κι από το μπαμπά, ε; Άντρας της είναι και θα πρέπει να ξέρει! Εκτός κι αν είναι κάτι που αφορά μόνο τη θεία, οπότε μένει μεταξύ τους... Εκείνη όμως δεν έχει επαφές με άλλους την Ελλάδα εκτός από μας! Κοίτα ιστορίες... Τέλος πάντων, θα δούμε, έχουμε άλλα δικά μας τώρα! Πρέπει να καλέσουμε σήμερα για το Σάββατο, ε; Τυχερή, θα έρθει ο Μάκης σπίτι μας! Πήρα το τηλέφωνό του από το Στράτο, να τον καλέσουμε προσωπικά!
- Μακάρι να έρθει... Αν όμως τελικά δε με θέλει;
- Ωχ κι εσύ, ακόμα δεν τον είδαμε! Όταν τελειώσει η μαμά θα τηλεφωνήσουμε σε όλους! 
Η Ηλέκτρα ήπιε έναν ακόμα καφέ από τα χεράκια της Τέτας. Αρνήθηκε για πολλοστή φορά ότι κάτι συμβαίνει κι έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το πάρτι. 
- Θα σας φτιάξω απ' όλα, θα βοηθήσετε βέβαια κι εσείς! Πάω να ξαπλώσω λιγάκι, με πονάει από προχθές το γόνατό μου...
Κλείστηκε στο δωμάτιο και κουλουριάστηκε στο κρεβάτι. Με το ζόρι σηκώθηκε το μεσημέρι, κατάπιε λίγες μπουκιές και προσπάθησε να δείχνει ξέγνοιαστη και χαμογελαστή. 
< Ο Θεός να βάλει το χέρι του κι η Φατιμά το δικό της...>    








Η αγαπημένη μας Ποδηλάτισσα με τίμησε με ένα ακόμα πανέμορφο βραβειάκι και την ευχαριστώ από καρδιάς!  



Απαντώ σε επτά ερωτήσεις για να το πάρω:


1) Αγαπημένο φαγητό:  Κάθε είδους σαλάτα που τρώω σε απίστευτες ποσότητες, όλα τα ψητά στη σχάρα  και οι τηγανητές πατάτες. 

2) Τι δεν μου αρέσει στους ανθρώπους: Η κακοήθεια, το ψέμα, το κουτσομπολιό...

3) Τι μου αρέσει στους ανθρώπους με τους οποίους κάνω παρέα: Η αληθινή αγάπη, το ενδιαφέρον και όλα όσα μοιραζόμαστε. 

4) Με ηρεμεί: Η μουσική και οι γλυκιές φωνούλες φίλων που ακούω στο τηλέφωνο.

5) Αγαπώ: Τους ανθρώπους, τα λουλούδια και όλα τα θαύματα της φύσης.

6) Με νευριάζει: Η αχαριστία... 

7) Τι  δεν αποχωρίζομαι ποτέ (αντικείμενο): Το κινητό και τα γυαλιά μου.