.

.
.

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Γαμπρός για...σούπα



- Είπα τη συμπεθέρα μου που άμα γυρίσουμε απέ την Πόλη θέλω να περάσουμε μια να σας διούμε κι ήρταμε! 
- Και πολύ καλά εκάματε! Πέστε μας τα νέα σας, αρέσανε τα δώρα που τσ' επήρατε;
- Ναι, πάρα πολύ!
Οι καλοβαλμένες αδερφές, υποδέχθηκαν με μεγάλη χαρά τη Σουλτάνα και τη Μαρίκα στο μαγαζί που διατηρούσαν από χρόνια. Υφάσματα, ρούχα έτοιμα καλοραμμένα, καπέλα, τρέσες, χάντρες, βελούδινα λουλούδια, ο,τι επιθυμούσε μια κομψή κυρία το έβρισκε εκεί. Ένα γιο και μια κόρη είχε η μεγαλύτερη, που έκανε στενή παρέα με την πρώτη της εξαδέρφη. Δεν πρόλαβε να κάνει άλλο παιδί η μικρότερη, γιατί έχασε νωρίς τον άντρα της. Ευτυχώς που στεκόταν καλά οικονομικά και τους άφησε μπόλικους παράδες, έβγαζε κι από το μαγαζί και ζούσαν αξιοπρεπώς. 
Παράγγειλαν τσάι κι η κουβεντούλα άναψε. Έμαθαν τα νέα της γειτονιάς και χάρηκαν για το λογοδόσημο της κόρης του χασάπη.
- Καλή κοπέλα, νοικοκυρεμένη κι έμορφη! Άιντε μπρε και στων κοριτσιών σας!
Αναστέναξαν ταυτόχρονα οι δυο αδερφές.
- Απέ τον στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί Σουλτάνα μου... Με τα μυαλά που κουβαλάνε τσι βλέπουμε στο ράφι...
- Σους! Τι πράματα είναι αυτά που με λέτε, μια χαρά κορίτσια είναι!
- Και τι να το κάμεις; Του κόσμου τσι τύχες έχουνε διώξει! Ο ένας έτσι κι ο άλλος αλλιώς και δεν τσ' αρέσει κανένας! Καλοί γαμπροί ούλοι που τσ' ηπροξενεύγανε, όχι του πεταμού! Κι εδώ που τα λέμε, δεν είναι και τίποτα μικρούλες, δυο χρόνια διαφορά έχουνε... Θα περάσουνε τα τριάντα κι άιντε να ιδούμε... 
Η Μαρίκα άφησε το τούλι που περιεργαζόταν και συμμερίστηκε τις μάνες. Δυο κόρες είχε κι ήξερε την αγωνία για την τύχη τους. 
- Μπας κι έχουνε βάλει άλλους στο μάτι;
- Μπα, όχι... Ούλη μέρα στολίζουντε κι ηβγαίνουνε στο σεργιάνι και μετά βάζουνε τα γέλια μ' αυτούς που τσ' ηπειράξανε... Μα ούλοι οι άντροι κουσουράτοι είναι; Οι άλλες κοπέλες πού τσ' ηβρίσκουνε και παντρεύουντε; 
Η Σουλτάνα κούνησε το κεφάλι φουρκισμένη.
- Πολύ τεμπελιάσανε η αλήθεια! Αμά τα σπιτικά τους χώρια θα τ' ανοίξουνε για! Άμα τον εύρη η μια, θα διείτε πως θα βιαστεί κι η άλλη! Αυτό το πράμα κολνάει σαν τη γρίπη! 
- Από λόγια δεν καταλαβαίνουνε! 
- Απέ τα δικά σας όχι βέβαια, τα δικά μου όμως; 

Η μεγάλη αδερφή έκανε πως ξαφνιάστηκε όταν είδε τη Σουλτάνα να της χτυπάει την πόρτα.
- Καλώς τη μου! Ίσια που προλαβαίνουμε να πιούμε καφέ, θα πάω στο μαγαζί σε λίγο!
Το γέλιο και τα χωρατά της ξεσήκωσαν τα κορίτσια που βγήκαν από το δωμάτιο κι έγιναν οι συστάσεις.
Η Μερόπη κι η Ευγενία, καλοκαμωμένες και κομψές, άκουγαν με προσοχή τη συνταγή για τη μαγική αλοιφή που έκανε το δέρμα απαλό σε γόνατα, αγκώνες και φτέρνες.
- Άμα τη σιάξετε, μπόλικη να είναι για να φτουρήσει! Κάθε μέρα πρέπει να βάζετε για να μη γένουνε σκληρά και σκάζουνε!
Ένα κιλό λάδι καλό
Δέκα μεγάλες κουταλιές βούτυρο κακάο
Πέντε κουταλάκια μελισσοκέρι 
Μια μικρή κουταλιά σόδα 
Ζεσταίνεις το λάδι με το μελισσοκέρι, αμά η φωτίτσα χαμηλή να είναι κι άμα λιώσει βάζεις το βούτυρο κακάο.
Αυτό αρχινάει να πήζει και τότενες ρίχνεις γιαβάς γιαβάς τη σόδα.
Άμα κρυώσει κομμάτι, θα το βάλεις σε βαζάκια που θα τα έχεις κάμει αποστείρωση καλή.
- Ξέρουμε, βρασμένα!
- Έτσι, σωστά τα λέτε! Θα σας έλεγα κι άλλα, αμά αφού η μαμά σου φεύγει Μερόπη μου, να παγαίνω κι εγώ...
Οι ξαδέρφες που κρέμονταν από τα χείλη της έβαλαν τις φωνές.
- Κάτσε κυρία Σουλτάνα μου εσύ, έλααααα! 
Η μητέρα έκανε το σταυρό της στο διπλανό δωμάτιο που ετοιμαζόταν.
<<Ευτυχώς που πάει καλά το πράμα!>>
Μπήκε στο σαλόνι γελαστή και συμφώνησε.
- Καλά σε λένε, κάτσε! Μόνο που δεν ηπρόλαβες να μου ειπείς τον καφέ, κρίμας...
- Λες και το φλιτζάνι; Ευγενία πάω να ψήσω και για μας! Θα μας το πεις, ε; Δε σ' αφήνουμε να φύγεις! 
Η Σουλτάνα χαμογέλασε και τις χτύπησε χαϊδευτικά στα πόδια.
<<Όχι που θα με γλιτώνατε απτάλες!>> 
Τα κατακάθια στέγνωναν και  περίμεναν να πουν τα μελλούμενα όσο η συζήτηση περιστρεφόταν στα αρσενικά.
- 'Ετσι που λέτε τόνε πήρε το μορφονιό η γειτόνισσά μου στην Πόλη! Σορόπι της κανέλας τόνε πότισε και γλύκανε ο στόμας του! Απέ κει που είχε την υπόθεση χαμένη, ούλα επήγανε καλά! Ο άντρας θέλει τα μεζεκλίκια και το κρασί, να ευχαριστηθεί και να χορτάσει το μάτι αμά και το στομάχι του, θέλει όμως και τα σερμπέτια, να στάζει η γλύκα μέσα του για! 
- Μερόπη, φέρε μολύβι και χαρτί να γράψουμε!
Τέσσερα φλιτζάνια ζάχαρη
Δυο φλιτζάνια νερό
Τρία μασούρια κανέλα
Έξι μοσχοκάρφια
- Τα βράζεις ίσα με να γένει ωραίο σοροπάκι, πηχτούτσικο. Άμα κρυώσει ρίχτο στα μπουκάλια και να τα κλείσεις καλά. Προσοχή μόνο, μη και βάλετε πιο πολύ κανέλα γιατί φέρνει πολλοί χτύποι στην καρδιά! Και με το καϊμάκι πάει πολύ ωραία, και ρόφημα ακόμα καλύτερα! Βάζεις λίγο στο φλιτζάνι και ρίχνεις καυτό νερό, το ανακατώνεις και γένεται μούρλια!
- Ωραία, τα έγραψα!
- Μπρε σεις, αρέσετε κάνα ασίκη; Καιρός σας είναι! 
- Όσοι μας αρέσουν δεν είναι πια λεύτεροι, τους πρόλαβαν άλλες...
- Αμ έτσι αφήνουνε τις καλές τύχες; Κι εσείς τι κάμετε κοκόνες, όρθιες κοιμόσαστε; 
- Ε, δεν ήτανε τυχερό μας...
- Άκου λόγια κοριτσιών! Μπρε σεις, άμα δεν κουνηθείτε κομμάτι, έτσι θα φύγει η ζωή σας! Τέτοιες κοπέλες ωραίες και να σας φεύγουνε οι γαμπροί επειδής οι άλλες είναι πιο ξύπνιες; Και καλά κάμουν δηλαδή, μα έρως είναι, μα προξενιό, σημασία δεν έχει, ο άθρωπος μετράει! Ούλες έτσι παντρευτήκαμε αυτοί που θέλαμε! 
- Θα μας πεις κυρία Σουλτάνα να μάθουμε κι εμείς τα κόλπα;
- Πρώτα να διούμε τι θα πει το κουπάκι κι έγνοια σας! 
Το πολυπόθητο στεφάνι φάνηκε πεντακάθαρα στης Ευγενίας, μακρινό κι εμποδισμένο.
- Να και τα ευχάριστα! Διες το κοκόνα μου κι εσύ!
Τα γέλια και τα ξεφωνητά ακούστηκαν σε όλο το σπίτι.
- Ποιος να είναι άραγε; Πότε θα γίνει, αργεί πολύ;
- Το στεφάνωμα και πολύ κοντά δεν είναι, αμά ετοιμάσου για αίσθημα!
Στης Μερόπης τίποτα. Κάτι συναντήσεις και λόγια μόνο. Η Σουλτάνα δεν ήθελε να την απογοητεύσει.
- Κι εσένα σε πέφτει γιαβρί μου! Λίγο πιο αργά, αμά βιάσου για να είναι οι χαρές διπλές! 
- Να βιαστώ... Δε με ζήτησε και κανένας της προκοπής...
- Ούλα θα γένουνε κατά πως πρέπει. Να με ακούτε και χαμένες δε θα βγείτε, ξεύρω που σας λέγω! 




Ο μαύρος βελούδινος γιακάς ταίριαξε θαυμάσια στο κρεμ παλτό της Μαρίκας. Το βλέμμα της έπεσε στο ασορτί καπελάκι.
- Για να ιδώ πως με πάει!
Οι συμπεθέρες είχαν πάει από νωρίς στο μαγαζί κι η Σουλτάνα ορμήνευε τις μάνες όσο χάζευαν και προβάριζαν αξεσουάρ.
- Σε μένα θα τα λέτε αφού με δείξανε εμπιστοσύνη! Έτσι που τις έφερα βόλτα θα με ακούσουνε και θα τις κουκουλώσουμε! Υπάρχουνε τώρα τίποτις γαμπροί της προκοπής λέτε; 
Τίποτα θετικό. Ο γιος ενός εμπόρου που τις προμήθευε τρέσες ήταν καλή περίπτωση, αλλά ακούστηκε ότι έχει μπλεχτεί με μια πεταχτούλα που ο πατέρας του δεν ήθελε ούτε να την ακούσει. Η μάνα έπνιγε τον καημό της γιατί είχε φιλίες με τη δική της.
- Και τι μάθατε, πάει για στεφανώματα; 
- Έτσι λένε, τι να σ' ειπούμε... Ούλα τα κέντρα πια τσ' ηξεύρουνε που γλεντοκοπάνε και να ιδείς παράδες που αφήνει αυτός... 
- Μπα;
- Και να σ' ειπώ ακόμα ένα; Με πολλοί άντροι ήμπαινε κι ήβγαινε αυτή! Η μάνα τση ήλεγε στη δικιά του που ήκαμε χίλια παρακάλια να εύρη έναν άθρωπο να την ηστεφανώσει για να μπει σε μια σειρά, να ηκάμει το σπιτικό τση. Και καλά που την ήγνοιαζε όπως κάθε μάνα η τύχη τση, όχι που ήτο στα σοκάκια από κορίτσι μικρό... Στο μάτι τον είχενε για γαμπρό σ' ηλέγω και με τούτα και μ' εκείνα τόνε τυλίξανε! Κι η γυναίκα τώρα τι να κάμει; Ηβλαστήμησε την ώρα που ήκαμε φιλίες μαζί τση και δεν ημπορεί να ειπεί και τίποτις... Μέγα μπλέξιμο Σουλτάνα μου...
- Καταλαβαίνω... Να την κάμει προσβολή δε γένεται, δίκιο έχει η χριστιανή... Να σας πω κι ένα πράμα όμως, ο μπαμπάς του λεβέντη δε θα μαζώξει τον παρά του; Χώρια που θα τόνε βγάλει κι όξω απ' τη δουλειά μη και μείνει στην ψάθα αφού τόνε τραβάει από γλέντι σε γλέντι αυτή! 
- Τι να κάμει με τέτοια νύφη... Μόνο να ιδείς πως ντύνεται, ούλα τα λούσα απάνου τση φορεί! Τόσοι παράδες φορτωμένη απέ πάνω ως κάτου! Δε θα ηλέγει κι ο άθρωπος που αυτή θα μας ητινάξει; Άστα κοκόνα μου... Α, να, ο αδερφός του έρχεται!
Καλοστεκούμενος ο κύριος Ζήσης. Με το κοστούμι και τη φανταχτερή γραβάτα, μπήκε γελώντας στο μαγαζί. 
- Ηπαρήγγειλα τσάι για πέντε! Είδα που έχετε και δυο ωραίες κυρίες εδώ κι είπα να ζεσταθούμε ούλοι! 
Συμπαθέστατος, ευγενικός, χαριτωμένος. Η Σουλτάνα ρώτησε τη μητέρα της Μερόπης όσο εκείνος δειγμάτιζε στην αδερφή της  κάτι ωραία σιρίτια με ασημένιες κλωστές.
- Μαζί έχουνε τη δουλειά βλέπω, ε Καλλίτσα;
- Ναι, ηγιόμισαν ούλα τα μαγαζιά με τα δικά τους πράματα απ' την αρχή. Τα καλύτερα έχουνε! 
- Φορτωμένος παράδες κι αυτός! Γυναίκα, παιδιά, έχει;
- Χήρος είναι πολλά χρόνια. Κομμάτι μεγάλη του ήτο εκείνη κι ήφυγε, παιδί δεν ήκαμε... 
- Και θα τόνε κληρονομήσουνε τα ανίψια μάλλον...
- Δεν ηξεύρω... Θέλει να παντρευτεί ξανά και να πάρει μικρή γυναίκα αυτή τη φορά, πολύ μικρή!
- Πα πα πα! Να βρεθεί καμιά σαν του ανιψιού και να τόνε μασήσει! 
- Να σκεφτείς που ήριξε τα μάτια του στη Μερόπη μου μια φορά που ήτο εδώ! Κοντά τριάντα χρόνια την περνάει τρομάρα του, καθόλου δεν ησκέφτηκε αυτό το πράμα!
- Μη με το λες, θα παλαβώσω! Στην κοπέλα σου θα έβγαζε το άχτι του που είναι παιδί του;
Η παραγγελία έκλεισε κι ο Ζήσης βγήκε για λίγα λεπτά. Σε ένα τέταρτο περίπου ο μικρός του γωνιακού μαγαζιού τους έφερε ούζο με μεζέδες. Χαιρόταν τη συντροφιά των ωραίων γυναικών κι όταν το καραφάκι άδειασε κι άνοιξε το άλλο, η κουβέντα ήρθε στο γάμο. 
Η Σουλτάνα που τον έκανε γούστο, άρχισε να του παίρνει λόγια για τον ανιψιό του. Της καλάρεσε ο γιος του εμπόρου κι ήταν κρίμα να του τρώει τους παράδες η παρδαλή, ενώ μπορούσε θαυμάσια να τους τραγανίσει η μια από τις δυο ξαδέρφες. 
- Δύσκολο πράμα να βρει καλό άντρα μια κοπέλα κυρ-Ζήση μου. Αυτό λέγαμε εδώ με τις φιληνάδες μας που έχουνε κόρες λεύτερες και πολύ καλές! Να βρούνε αθρώποι καθώς πρέπει, να πάνε στην κόχη τους...
- Και καλές και όμορφες είναι! 
- Και να διεις χρυσοχέρες! Νοικοκυρές σε ούλα τους, στα φαγιά και στα γλυκά πρώτες! 
Η Μαρίκα έκλεισε το μάτι στις άλλες.
- 'Ηκαμε η Μερόπη κι ένα σορόπι τση κανέλας ζουλευτό που δεν το χορταίνεις, μες στη γλύκα είναι!
- Μμμμμ... Χαρά σ' αυτόνε που θα το πιει! 
Η Σουλτάνα πέταξε τη μπηχτή. 
- Ο γαμπρός να είναι ο τυχερός!
- Εγώ να σ' ειπώ, πολύ συμπαθώ τη Μερόπη, το είπα και τη μαμά της...
- Α! Για τον ανιψιό σου λες, ε;
- Όχι, για μένα! Μη κοιτάς που έχω κάμποσα χρόνια στην πλάτη μου, κρατιέμαι πολύ καλά, είμαι γερό κόκαλο!
- Ναι κυρ-Ζήση μου, αμά άντρα για γαμπρό θέλουμε, όχι για σούπα!








Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Κι ο άντρας θέλει τη φοβέρα!


Ντυμένη με γαλάζιο φόρεμα και άσπρη εσάρπα, συνάντησε τη Σουλτάνα και τη Μαρίκα.
- Πω πω πω! Μια ομορφιά είσαι γιαβρί μου, μάτι κακό μη σε πιάσει! 
Κάθισαν στο παραλιακό μαγαζί κι όλα σχεδόν τα αντρικά βλέμματα έπεσαν πάνω της.
- Δε με λες, ο άντρας σου σ' αρώτηξε πού πας, ε;
- Ναι... Τον είπα βόλτα! Πρώτη φορά βγαίνω μόνη μου, θα νομίζει που πήγα στου αδερφού μου να καθίσω με την Αλεξάνδρα. Πέρασα βέβαια κι από κει και την άφησα το παιδί...
- Καλά έκαμες! Άμα διει που περνάει η ώρα, θα τρέξει να σε ζητήσει και τότες θ' αναλάβει ο αδερφός σου, μιλημένος είναι... 
- Τον μιλάει με το ζόρι... Δεν έχει αποδείξεις λέει για να τον φερθεί όπως πρέπει...
- Σωστά σκέφτεται... Άκου Μαρίτσα μου, ένεκα της μεγάλης φιλίας κι εκτίμησης που έχω με τη νύφη σου απ' τα μικρά μας χρόνια, είπα να βοηθήσω κομμάτι την κατάσταση. Άλλη άμα ήτονε, θα την έλεγα την ιδέα μου και μόνο, άλλο δε θα ανακατευόμουν. Ήρτα μετά από τόσο καιρό και τη βρήκα σε κακό χάλι απ' τη στεναχώρια της, πάρα πολύ σ' αγαπάει να ξεύρεις!
- Κι εγώ την αγαπώ πολύ, πάρα πολύ! 
- Γι αυτό πάντα να την ακούς κοκόνα μου, το καλό σου θέλει... Με τη συμπεθέρα μου κάμουμε πολλοί περίπατοι και βίζιτες εδώ κι εκεί, έτσι έτυχε να πάμε σε κάτι συνάδελφοι του αντρός σου, σε δυο σπίτια. Όσα έμαθα ούλα την είπα και το ζήτημα είναι τώρα να μη χαλάσει το σπίτι σας. Άντριδοι λεβέντες κι όμορφοι είναι ζουλευτοί και πολλές τοις θέλουνε... Βλέπεις, δεν είναι ούλες οι γυναίκες τίμιες και καθώς πρέπει και δεν τις γνοιάζει άμα ο άλλος είναι παντρεμένος... Κι ο δικός σου να σε πω, καλά έκαμε και την παράτησε! Η πολλή γκρίνια δε φέρνει καλά τέλη, κορόιδο δεν ήτουνε να την πάρει! Είδε εσένα με ούλα σου τα ωραία και λωλάθηκε, σε πήρε και ταιριάξατε! Αυτή τόνε κάμει νούμερα αφού είδε τι έχασε κι εκείνος μπορεί στο βάθος να καμαρώνει, αυτό είναι... Επειδής όμως κι ο άντρας θέλει τη φοβέρα του, εσύ κάμε τον κομματάκι να σε ζουλέψει και θα διεις που θα περάσει αυτό το κακό πράμα... Άιντε να σε χαρώ! 

Ο Ζακόπουλος κοίταξε για πολλοστή φορά το κρεμαστό ρολόι στον τοίχο κι έσβησε ακόμα ένα τσιγάρο. 
<<Ακόμα στου αδερφού της είναι αν πήγε εκεί; Αλλά και πού αλλού να είναι, έχει και το παιδί μαζί της...>>
Με βήματα αργά έφτασε στο σπίτι του κουνιάδου του και δίστασε πριν χτυπήσει την πόρτα. Η Αλεξάνδρα τον περίμενε αλλά άφησε σκόπιμα να περάσουν λίγα λεπτά πριν ανοίξει.
- Δεν είναι εδώ η Μαρίτσα! Το παιδί κοιμάται μέσα και θα έρθει να το πάρει... 
Το αίμα στις φλέβες του άρχισε να παγώνει.
- Κι αφού δεν είναι εδώ πού πήγε;
- Δεν ξέρω, δε με είπε... 
- Η ώρα έντεκα και είναι στο δρόμο μόνη της Αλεξάνδρα; 
Η βροντερή φωνή του συζύγου της ακούστηκε κοφτή κι αυστηρή κάνοντάς τον να μετανιώσει που πήγε.
- Μόνη της ή με καλή παρέα Ζακόπουλε! Αφού εσύ δε νοιάζεσαι για την αδερφή μου και της κάμεις τη ζωή μαύρη με τις ερωτοδουλειές σου και δεν ξεμυτάτε μήτε στην πόρτα, καλά έκαμε κι αυτή! Έπρεπε να τα περιμένεις αυτά! 
- Εγώ δεν...
- Κουβέντα δεν ακούω! Βουίζει ο τόπος για σένα και τη Βουδούρη! Άμα ο άντρας της τη δώκει διαζύγιο να την πάρεις να ησυχάσει κι αυτή κι εσύ κι εμείς! Αυτό θα γίνει! Και μη θαρρείς που θα το έχεις δίπορτο κι η αδερφή μου θα κάθεται να μαραζώνει!
Ορμηνεμένη η Μαρίτσα από τη Σουλτάνα μπήκε γελαστή, δείχνοντας ευχαριστημένη, σα να μη συνέβαινε τίποτα. Ο άντρας της την κοιτούσε έκπληκτος.
- Πού ήσουν;
- Περίπατο! 
Έβγαλε τα παπούτσια της κι αγκάλιασε την Αλεξάνδρα.
- Να κοιμηθώ εδώ γιατί ίσα που με βαστούν τα πόδια μου; Δε φαντάζεσαι πόση ώρα χόρευα!
- Θα πάρουμε το παιδί και θα πάμε στο σπίτι μας! 
- Στο σπίτι μας θα έρθουμε αύριο πια... Άμε στο καλό τώρα εσύ!
 Έφυγε βρίζοντας μέσα απ' τα δόντια του. Ο αδερφός της κι η Αλεξάνδρα την αγκάλιασαν στοργικά.
- Αυτό ήταν! Πήρε το μάθημά του και θα γίνει αρνάκι! 



Η Σουλτάνα άνοιξε το παράθυρο κι ανέπνευσε ηδονικά το φρέσκο πρωινό αεράκι. 
- Νωρίς είναι ακόμα συμπεθέρα μου, κάτσε τζάνουμ κομματάκι να χουζουρέψεις. Θα πάω ίσα με του Θόδωρου να συνεννοηθούμε για τα πράματα, να με φύγει η έγνοια κι έρχουμαι σε μισή ωρίτσα... Άμα ψήσω τα καφεδάκια μας θα σε φωνάξω!
Ντύθηκε βιαστικά και χτένισε προσεκτικά τα μαλλιά της. Της έστειλε φιλί και βγήκε σκουπίζοντας τα παραπονεμένα δάκρυα που έτρεχαν καυτά στα ροδαλά της μάγουλα.
- Αχ σπιτάκι μου... Όσο ήμουν στη Σμύρνη ήξευρα που με περίμενες να έρτω να σε διω... Τώρα θα φύγω σ' άλλο τόπο κι εσύ θα έχεις άλλη νοικοκυρά... Εδώ ήρτα νύφη, εδώ μεγάλωσα τα παιδιά μου, εδώ οι χαρές κι οι πίκρες... Αχ Γιωργάκη μου, πασά μου, πού είσαι... Μεγάλος ο πόνος μου και πού να τόνε πω...  
Η Αρχοντούλα, η νύφη της, την αγκάλιασε στοργικά. 
Πιε το καφεδάκι σου και μη γνοιάζεσαι για τίποτες... Ούλα θα τα βολέψουμε, κοκόνα μου, άλλο μη κλαις... Έχεις πολλές χαρές να διεις μπροστά σου, το γιο σου θα παντρέψεις και πολλοί δικοί μας θα βρεις στην Ελλάδα... Θα διεις που θα έρτουμε κι εμείς σε κάμποσο καιρό! 
- Αλήθεια με λέγεις νύφη μου; 
- Ναι μπρε Σουλτάνα μου, ρώτηξε και τον αδερφό σου! Είναι λένε πολύ ωραία στην Αθήνα! Θα παγαίνετε και στο βουνό και στη θάλασσα, ούλα κοντά είναι! Ο Περαίας έχει λιμάνι πολύ μεγάλο και φεύγουνε συνέχεια βαπόρια δια τα νησιά. Και σε μια ώρα παγαίνεις και σε πέντε και σε δέκα, όπου τραβάει η καρδιά σου! Κι όποτε θες, έρχεσαι κι εδώ στην Πόλη, κοντά είναι για!
- Έτσι με λένε και τα παιδιά μου κι οι αδερφάδες μου, που δεν πάμε δα και στην Αμερική...  Άιντε, να παγαίνω τώρα, να μην είναι μονάχη κι η συμπεθέρα μου και τα λέμε πάλι αύριο... 
- Πολλά φιλιά να τη δώκεις, χρυσή γυναίκα! 
Η Μαρίκα φορώντας τη ρόμπα της, έκανε το πρωινό της μποτέ
Σηκώθηκες κοκόνα μου; Να ξεντυθώ και βάζω το μπρίκι στη φωτιά!
Η Αλεξάνδρα χτύπησε διακριτικά την πόρτα τη στιγμή που γύριζαν τα κουπάκια.
- Μπρε καλώς τη μας, καλημέρα! 
- Καλημέρα! Ήρθα να σας πω τα νέα... 
- Τι έχεις γιαβρί μου κι είσαι ταραγμένη;
Τους είπε τα γεγονότα από την ώρα που πήγε ο Ζακόπουλος μέχρι που έφυγε. 
- Πολύ καλά τον έκαμε!
- Από νωρίς που η Μαρίτσα πήγε στο σπίτι με το παιδί, γίνεται μέγας σκοτωμός! 
- Λογικό είναι... Εσύ όμως απέ πού το έμαθες τζάνουμ;
- Με τα πρόλαβε μια γειτόνισσά τους, μεγάλη κουτσομπόλα! Ρεζιλίκι Σουλτάνα μου!
- Μη γνοιάζεσαι γι αυτά, τα σημερινά κουσέλια γρήγορα ξεχνιούνται και βγαίνουνε άλλα, φρέσκα... 
- Να δούμε πού θα πάει αυτό... Λες να βγει κάτι καλό τελικά;
- Θα ξεκαθαρίσει το πράμα! Έτσι κι αλλιώς, αυτή η κατάσταση άλλο δεν πάγαινε! Όσο μαράζωνε η κοπέλα μέσα τοις τέσσερις τοίχοι με ούλη την αγωνία και τη στεναχώρια της, καθούτανε κι αυτός με το μυαλό σε δυο γυναίκες... Και δεν είχε μονάχα το μυαλό του σε δυο εδώ που τα λέμε! Το σπίτι του να χαλάσει δε θέλει, τον έκαμε κι η γυναίκα του αυτή την πλάκα και φοβάται που θα τη χάσει! Χώρια που απέ τοις φίλοι θα άκουσε και κάτι, αφού είπα που θα τον δώκει πόδι!
Η Μαρίκα συμφώνησε και της είπε λόγια παρηγοριάς.
- Τα περάσαμε κι εμείς κι ηξεύρω τσι άσχημες καταστάσεις... Να ιδείς που θα σιάξουνε όλα κι άμα ανταμώσουμε με το καλό στην Ελλάδα πια, μόνο γι αυτό δε θα μιλούμε!
Η Αλεξάνδρα ένιωσε καλύτερα με τα λόγια τους. Ακόμα μια έξοδο θα έκανε η κουνιάδα της μαζί τους, μια μέρα πριν φύγουν για τη Σμύρνη, ίσα για να τρομοκρατηθεί ο Ζακόπουλος... 

Η Ανθούλα ήπιε την τελευταία γουλιά του εξαιρετικού σε γεύση και χρώμα λικέρ. 
- Τελικά τι έγινε με το ζευγάρι;
- Τρελάθηκε αυτός άμα είδε που η γυναίκα του έφευγε! Τον είπε, νέα είμαι και δε θα περάσει έτσι η ζωή μου κλεισμένη μέσα και να μη μπορώ να βγω με τον άντρα μου ίσα με την οξώπορτα! Άμα θέλεις την άλλη να πας να τη βρεις κι εγώ θα σιάξω τη ζωή μου μ' έναν άλλο άντρα! Και να σκεφτείς που δεν ήξευρε ότι είχανε κοιμηθεί μαζί... Την είπε που δεν τρέχει τίποτις μαζί της, αμά δασκαλεμένη απ' τη Σουλτάνα το τράβηξε για να διει αυτός που δεν αστειεύεται και δε σηκώνει τέτοια πράματα... Εκείνος έστρωσε, μπαίνανε και βγαίνανεεπήγανε και στις εξοχές κι ούλα καλά εδείχνανε. Η άλλη ζόρικια όμως, πού να το βάλει κάτου! Απέ δω το πάγαινε, απέ κει το έφερνε, ούλο και βλεπόντουσαν, κατάλαβες; Να σε πω και το χειρότερο, θες; Την έστειλε ένα γράμμα που την έλεγε εμείς έχομε σχέση, γλήγορα θα σε αφήκει να μείκουμε μαζί! Έφυε η Μαρίτσα με το παιδί και πήγε ευθύς στου αδερφού της, απάνου που ετοιμαζούντουσαν για να έρτουν εδώ κι αυτοί!
- Πω πω πω! Κι η Αλεξάνδρα;
- Τι να έκαμνε κι αυτή η κοπέλα για; Της τρελής εγινούτανε στο σπίτι της! Φωνές, φασαρίες, κλάματα, λόγια, άστα! Μαζί να την πάρουνε που ήθελε εκείνη  πράμα αδύνατον, είχε και το παιδί κι ο πατέρας εκεί έμνησκε... Αφού ο Ζακόπουλος έπεσε πάλι στα πόδια της και την έλεγε που είναι τρελή και δε γένηκε τίποτις, τον έφερε στο αμήν!
- Τότε ετοιμαζόμαστε και φεύγουμε στην Ελλάδα με τον αδερφό και τη νύφη μου!
- Έτσι ξαφνικά; Και τι θα πω στους γονείς μου, θα πάθει η μαμά μου κάνα κακό!
- Σε αφήνω τράτο ένα μήνα, ούτε μέρα παραπάνω! Ή μαζί φεύγουμε ή μόνη με το παιδί και θα βάλω δικηγόρο! 
Κάπου εκεί χάθηκαν με τη Σουλτάνα που είχε ήδη εγκατασταθεί στην Αθήνα. Ο καιρός περνούσε γρήγορα κι η Αλεξάνδρα έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια να ηρεμήσει τέσσερα σπίτια που είχαν γίνει άνω κάτω. Της Μαρίτσας, το δικό της και των πεθερικών τους... 
Ήρτανε τελικά, μονιασμένο το αντρόγυνο! Μείκανε κι οι άλλοι εκεί ίσα με να ξεμπλέξει αυτός με τη γυναίκα του Βουδούρη... Η Μαρίτσα δεν τοις άφηνε να φύγουνε, είχε τη νύφη και τον αδερφό της παρηγοριά... Βάσανα, πολλά βάσανα βρήκανε τοις αθρώποι... 
- Η αδερφή σου προσαρμόστηκε εύκολα εδώ;
- Ναι η αλήθεια... Ούλοι κοντά μαζωμένοι, δεν έμεικε χωρίς εμάς για να την κακοφανεί! Άσε που έσμιξε και δυο ζευγάρια στη Σμύρνη πριν φύγουνε! 
- Κουμπάρα;
- 'Οχι, βρήκε γαμπρούς σε δυο ξαδερφάδες που θα μνήσκανε στο ράφι κι είχανε καημό μεγάλο οι μαμάδες τους! 
- Σε είκοσι μέρες; 
- Βέβαια! Θα σε τα πω να γελάσεις!
- Είμαι όλη αυτιά! Χα χα χα!