.

.
.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Η προίκα του Αχιλλέα



Η Σουλτάνα μιλούσε μπουκωμένη. 
- Άιντε μπρε συμπεθέρα, να διούμε πως θα πάνε τα πράματα... Φάε κομμάτι που βαστάς τόσες μέρες νηστεία! Σαραντάμερο πια να περνάς τις μισές μέρες με το λάδι και τις άλλες με τα νερόβραστα;
- Μια χαρά είμαι, μη γνοιάζεσαι για μένα! Εδώ στη Σμύρνη, οι πιο πολλοί βαστούμε τσι Σαρακοστές!
- Αμ δεν το βλέπω τόσα χρόνια; Εγώ να σε πω, το Μεγαλοβδόμαδο κάμω αυστηρή νηστεία, τις άλλες ημέρες δε μπορώ. Ωραία είναι και τα λαδερά φαγάκια, αμά όχι για πολύ! Καθαρή Δευτέρα εσύ, βάζεις το κεφάλι μέσα και το βγάζεις τη Λαμπρή! Μήτε κι εγώ τρώω βέβαια εκείνη τη μέρα, αμά όχι κι έτσι...
Οι κεφτέδες με τον ανάμεικτο κιμά που καταβρόχθιζε σαν στραγάλια, άφηναν παγερά αδιάφορη τη Μαρίκα.
- Φάε σε λέω να στυλωθείς!
- Μια χαρά είμαι! Εσύ να φας ο,τι θέλεις, να ηφχαριστηθείς! Πάρε κι αφ' τα δικά μου!
Κοιτούσε τις μπάμιες στο πιρούνι της Μαρίκας με μισό μάτι. Τα άλλα πιάτα είχαν κάποιο ενδιαφέρον και δε θα τ' άφηνε παραπονεμένα βέβαια, όλο και κάτι θα τσιμπολογούσε. 
Αγαπούσε τις μέρες που γλύκαινε ο καιρός κι ο χιονιάς ήταν παρελθόν. Ήταν η εποχή που απολάμβανε τις βόλτες και τους καλούς μεζέδες στα ωραία μαγαζιά. Μετρούσε τις μέρες που θα έφευγαν και το σφίξιμο στην καρδιά δεν την άφηνε ν' απολαύσει τη σκορδαλιά απλωμένη στο φρέσκο, ζεστό ψωμί.
- Τελευταία Λαμπρή θα κάμουμε στα μέρη μας συμπεθέρα...
Τα βλέφαρα της Μαρίκας τρεμόπαιξαν. 
- Άστα να πάνε... Ποιος ηξεύρει τον άλλο χρόνο τι θα...
Η λέξη στάθηκε στα χείλη της.
- Α! Να και τα καλά τα νέα!
Με το κολοκυθάκι στο στόμα η Σουλτάνα, την κοίταξε απορημένη.
- Δες με τρόπο δεξιά σου! 
Ο υιός Μπαζιώκας συνόδευε τη Μερόπη που κάθισε με χάρη στην καρέκλα, προσέχοντας να μη τσαλακώσει το ωραίο της φόρεμα. 
-  Μπρε μπρε τα πουλάκια μου! 
- Ήπιασαν γρήγορα το κελάηδημα! Χα χα χα!
- Άμα τα λέγω εγώ... Μήτε βδομάδα δεν πέρασε κι έπεσε ο ασίκης!
- Έλα, ας πιούμε ακόμα ένα στην υγειά του ζεύγους! 
- Και να πάμε αφ' το μαγαζί να μάθουμε! 
- Αυτό να λέγεται! Μακάρι να στεριώσουνε...  


Η ζήλια ήταν ανέκαθεν η καλύτερη μέθοδος για να ταρακουνήσεις κάποιον. Δοκιμασμένη και με μεγάλη επιτυχία!
Έτσι κι η νεαρή αμορόζα, όταν έμαθε ότι το πρώην κελεπούρι που βρήκε κι όταν άδειασαν ξαφνικά οι τσέπες του το εγκατέλειψε, έβγαινε με την κατά πολύ μεγαλύτερή της κοπέλα, άρχισε να τον πολιορκεί ξανά και να τρώγεται.
- Δε μπορεί να μην έχει παράδες! Αυτή είναι από οικογένεια σχεδόν πλούσια, πως καταδέχτηκε να κυκλοφορεί μ' αυτόν; Ανάγκη τα λεφτά του δεν τα έχει, τα έχω όμως εγώ! Πρέπει να μάθω τι συμβαίνει! 
Στολισμένη κι αρωματισμένη η Μερόπη, με τα πλούσια μαύρα της μαλλιά ξέπλεκα, δεν άργησε να συγκινήσει το νεαρό Μπαζιώκα που πήγαινε πλέον τακτικά να παραδώσει εμπόρευμα. Σκόπιμα η μητέρα κι η θεία της δεν έδιναν ολόκληρες τις παραγγελίες κατόπιν εντολής της Σουλτάνας που έλυνε κι έδενε.
- Μια κι όξω δε γένεται! Άμα όμως λέτε πότε ότι τέλεψε το ένα και πότε το άλλο, θα γένει η δουλειά μας! Να χώνετε στο καμαράκι πράματα, μη τα διει στα ράφια και το καταλάβει!
Ένα πρωινό που ξαναπήγε πρόθυμα για τρέσες και χάντρες, έκλεισε το μάτι στη Μερόπη η Σουλτάνα. 
- Τώρα να τον ορμίσεις μπρε! Θα σε ρίξω σπρωξιά, το έχω ξανακάμει!
- Ντρέπομαι, όχι, δε θέλω!
Με τη φαρδιά της περιφέρεια την έσπρωξε επιδέξια κι έπεσε πάνω του. Εκείνος άνοιξε τα χέρια να την προστατέψει κι έτσι βρέθηκε για λίγες στιγμές στην αγκαλιά του. Τα ρουθούνια του γέμισαν άρωμα μεθυστικό από το κορμί και τα μαλλιά της. 
- Χτύπησες γιαβρί μου; Συχώρα με, παραπάτησα για...
Είδε ότι ο νέος την κράτησε λίγο παραπάνω και του χαμογέλασε με συμπάθεια. Απ' ο,τι φάνηκε την επόμενη μέρα που τους είδαν, δεν έχασε καιρό.
Οι γονείς του χαμογέλασαν μετά από τόσους μήνες θλίψης όταν έμαθαν τα ευχάριστα.
- Αφ' τη μοδίστρα τα έμαθα! Τσ' είδανε οι συμπεθέρες που βγήκανε για φαγητό και πολύ περιποίηση ήκαμε τση Μερόπης!
- Τέτοια χαρά δεν ηπερίμενα! Να ιδείς που το πράμα θα προχωρήσει!
- Μακάρι άντρα μου! Μαζί τση να μείνει κι άλλο τίποτα δε θέλουμε!
Η μικρή πεταχτούλα όμως δεν το έβαλε κάτω. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να χαρεί η άλλη την ωραία ζωή που πίστευε ότι είχε χάσει χωρίς τους παράδες τους. Είχε κάνει κι άλλες γνωριμίες αφού έψαχνε για τον καλύτερο, αλλά η τροπή που πήρε το θέμα την πείσμωσε.
Έτσι, ένα μεσημεράκι που η κυρία Μπαζιώκα έπινε καφέ και χάζευε πίσω απ' το τζάμι την απέναντι κυρία που έδινε εντολές στην παραδουλεύτρα της για τη μπουγάδα, είδε τη μητέρα της να καταφθάνει βιαστική.
- Πού χάθηκες εσύ; Πόσο καιρό έχεις να έρθεις αφ' το σπίτι; 
- Ε... Με τσι έγνοιες και τσι δουγειές...
- Έγνοιες εσύ; Εγώ τι να πω με την κόρη μου που την ητράβαγε ο γιος σου μέρες και νύχτες και στο τέλος την παράτησε αφού βρήκε άλλη, ε; Ούλος ο κόσμος τσ' ήβλεπε και το κουσέλι δε λέει να σταματήσει! Σαν το χαϊβάνι κι εγώ ηπερίμενα να μου μιλήσεις κι εσύ ήκαμες ότι δεν ήξευρες! Τώρα που την έχω και κλαίει αφ' την τόση αγάπη που του είχε και τα...
Η κυρία Μπαζιώκα τη διέκοψε έξαλλη!
- Α! Όχι να μου ζητάς και τα ρέστα! Θαρρείς που με το γιο μου την ήπιασε στο στόμα του ο κόσμος; Ούλοι ηξεύρουμε που ήτουνε από μια σταλιά κορίτσι στσι δρόμοι κι ήψαχνε άντρα! Του κόσμου τσι παράδες μας ήφαγε κι ο άντρας μου ήπεσε του θανατά αφ΄τη στεναχώρια του! 
- Τα λόγια τση κάθε μιας ακούτε που κουσελεύει την κόρη μου αφ' τη ζούλια; Τι παράδες σας ήφαε; Αυτός τση ξεσήκωνε τα μυαλά κι ούλο την ήσερνε δω κι εκεί στα καλά κι ακριβά! 
- Το γιο μου δεν τον αγαπούσε κι αυτό το ξεύραμε αφ' την αρχή! Τη μεγάλη ζωή θέλει, άλλο δεν τη νοιάζει κι άμα ο πατέρας του πολλοί παράδες πια δεν του έδινε και δεν είχε να πλερώνει, τα μάτια τση τα γύρισε σε άλλον! Ξύπνιες δεν είσαστε μόνο εσείς κι εμάς κόβει το μυαλό μας! Κι ο γιος μου που την είχε πιστέψει, ένα χάλι γίνηκε να ξεύρεις! Ούλα τα εμάθαμε! Και για τα λούσα και για τα ρούχα, ούλα!
Τα είπε σχεδόν χωρίς ανάσα βγάζοντας το άχτι και τον καημό της. Η πρώην φιλενάδα της οργισμένη, ανταπέδωσε βρισιές κι έφυγε χτυπώντας δυνατά την πόρτα... 
<<Μυαλό στο κεφάλι τση δεν έχει αυτή η κόρη μου! Ήπρεπε να περιμένει πριχού εύρη άλλονε...>> 


- Έχεις ακόμα ημέρες να το σκεφτείς... Ήπεσαν ούλοι απάνω του για το γάμο, θεία, ξαδέρφια... Και στσι αγορές πάνε κι έρχουνται και στση αλληνής το σπίτι γένεται τση τρελής με τσι ετοιμασίες...
Η Ζαχαρούλα ανεβασμένη στο στρωμένο με τρεις μουσαμάδες τραπέζι της σάλας, καθάριζε το φωτιστικό. Κάθε λίγο η Ουρανία άλλαζε το σαπουνόνερο στο λεκανάκι κι έπλενε τα σφουγγάρια. Σκούπισε τα χέρια σ' ένα πατσαβουράκι και τα έβαλε στη μέση της.
- Να σκεφτώ; Τι να σκεφτώ; Που είχα ένα γιο κι ηξέχασε τη μάνα του; Ποιος ηπερίμενε τέτοια πράματα; Για δαύτη γινήκαμε οχτροί ούλοι εδώ μέσα! Κι η προκομμένη η κουνιάδα μου τον έχει σπιτωμένο κι ηκάμει τα κουμάντα!
- Τώρα σ' αυτό να σ' ειπώ, δεν ημπορώ να τση ρίξω κι ούλα τ' άδικα... Να τον ήδιωχνε δε γένεται, ούτε κι εσύ θα το ήκαμες άμα ήτο ο γιος τση κι ηρχούτανε εδώ... Ορκίστηκε πως του ήφαε τ' αυτιά για να έρθει και να μονιάσετε... Στα λόγια δεν τον ήβαλε και την πιστεύω... Αφού κι ο άντρας σου είναι θεριό ανήμερο και τσ΄υποστηρίζει... Το θέμα είναι ότι θα τη στεφανώσει και σε σένα θα πέσει ούλο το βάρος... Σώγαμπρο δεν τον ήβαλε η πεθερά του στο σπίτι για να έχομε να πούμε, η θεία του τον ημάζωξε κι ο πατέρας του πάει κι έρχεται!
- Δεν ηξεύρω τι να πω πια... 
Τελείωσε το καθάρισμα κι η Ουρανία τη βοήθησε να κατέβει. Ο άντρας της έφτασε την ώρα που μάζευαν τους μουσαμάδες και χωρίς να χαιρετίσει μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Η Ζαχαρούλα τον ακολούθησε κι είδε ν' ανοίγει το μικρό συρτάρι που φύλαγαν τα λεφτά τους.
- Καλό και τούτο! Πού τσι πας τόσοι παράδες;
- Να ψουνίσω στο γιο μου! 
- Μμμμμ.... Και τι θέλει ν' αγοράσει κι ησήκωσες ούλο το συρτάρι;
- Τα χρειαζούμενα! Ήμαθα αφ' τον πατέρα τση Μερόπης που θα πάνε αύριο νύφη και συμπεθέρα να του πάρουνε πυτζάμες, φανέλες και σώβρακα κι ήπεσαν κάτω τα μούτρα μου! Ας πάρει κι αυτός κάμποσες αλλαξιές να έχει...
Η Ζαχαρούλα με γουρλωμένα μάτια έπιασε αρχικά την καρδιά της κι έβαλε τις φωνές!
- Τι είπες τώρα; Κάνας παρακατιανός είναι που δεν έχει δεύτερο ρούχο ν' αλλάξει και θα τον ηβρακώσουνε αυτές; Τόσα του έχω στην άκρη, για να ντυθούνε πέντε, όχι ένας άντρας! 
Άνοιξε το μεγάλο μπαούλο κι έβγαλε τα άθιχτα εσώρουχα.
- Πλυμένα και σιδερωμένα, ορίστε! Τση καλύτερης ποιότητας είναι κι ούλα από είκοσι! Κι άλλα θα τον ήπαιρνα, τόσα που να μη χωρούνε στα συρτάρια τση νύφης! Πυτζάμες δέκα και τέσσερις ρόμπες, οι δυο μεταξωτές ίδιες με τσι καλές! Οι κάρτσες του σ΄ούλα τα χρώματα, χώρια οι ψιλές για τα κουστούμια του! Μαντίλια, ζουνάρια, πουκάμισα στα κουτιά... Ιδές κι ούλη του την προίκα αφ' τ' ασπρόρουχα, τσι κουβέρτες, τα σεντόνια, ούλα δωδεκάδες με τσι μπιμπίλες που ήβγαλα τα μάτια μου με το πλέξιμο! Πορσελάνες, σερβίτσια, ασημικά, κόρη λες και προυκίζω! 
- Άχρηστα είναι Ζαχαρούλα! Και που τα έχεις, εκεί θα μείνουνε!
Η Ουρανία που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε μιλήσει καθόλου, πήρε το λόγο.
- Και θα καταδεχτείς να τόνε ντύσουνε μάνα και κόρη; Αυτά ούλα κρυφά μένουνε; Θα καμαρώνεται η Καλλίτσα που ήβγαλε τα παπούτσια του και μπήκε στο σπίτι χωρίς δεύτερη αλλαξά και τα ρούχα που του πήρανε φοράει... 
Τινάχτηκε η μάνα ακούγοντας αυτά τα λόγια!
- Δικά του είναι και θα τα πάρει! Όχι που θα μπω στου κόσμου το στόμα, αυτό δα μας ήλειπε! 
Ο πατέρας γύρισε το κεφάλι απ' την άλλη μεριά, μη μπορώντας να συγκρατήσει το πλατύ του χαμόγελο. Πόσο δίκιο είχε η Σουλτάνα! Γιατί η ιδέα ήταν δική της προκειμένου να ταρακουνηθεί η Ζαχαρούλα! Ο Αχιλλέας δεν ήθελε τίποτα, αλλά η θεία του τον ορμήνεψε.
- Να ιδείς που θα στα στείλει γιε μου κι όχι μη λες! Μάνα σου είναι, θα ησυχάσει κομμάτι η ψυχή τση και θα πάνε ούλα καλά! Είπα και δυο καλά λόγια στη φίλη τση θείας σου κι ημέρεψε... Παιδιά δεν έχει, μονάχη τση είναι κι από σένα περιμένει ένα ποτήρι νερό... Τσ' είπα ότι θα έχει και τη νύφη κι ούλη την οικογένεια στην ανάγκη τση και να μη σ' αποδιώχνει! Η μαμά σου με τσι λωλάδες τση, κάθε μέρα μια τη μέση τση βαστάει, μια τα πόδια και μια τα χέρια τση, δεν είναι για πολλά... Χαζή είναι να μην ιδεί το συμφέρον τση η Ουρανία;
- Πότε πρόλαβες και τα έκανες όλα αυτά καλέ θεία;
- Αν είναι για καλό, ούλα τα προλαβαίνω! Κάμε κομμάτι υπομονή και να ιδείς που στο τέλος θα καμαρώνει δίπλα σου στην εκκλησία η μαμά σου! Άιντε λεβέντη μου!


Ξεφυσούσε η Ζαχαρούλα κι έβρεχε το πρόσωπό της απ' το πρωί.
- Ιδές πράματα! Εκβιασμό αφ' το ίδιο μου το παιδί;
Πήρε το γράμμα που της είχε στείλει ο γιος της με τον πατέρα του κι έκανε αέρα. Η Ουρανία το είχε διαβάσει και προσπαθούσε να την ηρεμήσει όπως μπορούσε.
- Ακούς εκεί! Μήτε ένα μαντιλάκι δε θέλει, αφού δεν τόνε λογαριάζω και δε θα πάω στο γάμο του! Θα τα ήπαιρνε λέει, άμα τα έδινα με την καρδιά μου και με τσι ευλογίες μου για το στεφάνωμα!
- Ε... Δίκιο έχει σ' αυτό... Δεν είδες που λέει παρακάτω ότι δεν είναι γαϊδούρι για να σ' αδειάσει τα μπαούλα και να μη μιλιέστε; 
- Ο γιος μου γαϊδούρι δεν είναι! Και τρόπους έχει και μόρφωση και καλό χαραχτήρα! Άλλο μ' αυτή τι ήκαμε...
- Αδερφή, άσε τα λόγια και κοίτα να φιλιώσετε ούλοι! Δεν ήκουσα ούτε έναν άνθρωπο που να μη τσι παινεύει! Μάθε και το άλλο, η Μερόπη ηγίνηκε ζευγάρι με το γιο του Μπαζιώκα κι οι γονιοί του έχουνε λωλαθεί αφ' τη χαρά! Σε πολύ καλό σόι μπαίνει ο γιος μας, άλλο μη τα τραβάς...
- Κι εσύ που τσ' ηξόρκιζες, άξαφνα άλλαξες γνώμη και τσι δικιολογάς, ε; Από μέρες στα έχω μαζωμένα, άιντε κι εσύ!
- Ησκέφτηκα καλά Ζαχαρούλα... Η τύχη του είναι καλή, άσχετα με ούλα που γινήκανε... Ε, δεν ημπορεί να είναι κι ούλοι οι άνθρωποι το ίδιο, με τα μυαλά τους σου λένε έχουμε δίκιο... Ας γίνει ο γάμος και θα στρώσει η νύφη, έγνοια σου... 
- Πες καλύτερα πως δε θα μ' ανοίξουνε την πόρτα!
- Σώπα καλέ! Έχεις να φας και πιεις στο σπίτι τους χίλιες φορές! 
- Καλά... Και στο τέλος δηλαδή θες να υπάγω και να ρίξω τα μούτρα μου; Αυτό δε γίνεται!
- Πουθενά δεν έχεις να πας! Εσύ θα τους καλέσεις να έρθουνε πρώτα εδώ και μετά...
- Άσε με κι εσύ!
Πολύτιμη πληροφοριοδότης η φίλη της Ουρανίας! Της εμπιστευόταν τα μυστικά τους κι εκείνη τα έλεγε στην Ελπινίκη. Όχι επειδή ήταν κουτσομπόλα, αντίθετα ήταν η εχεμύθεια που τη χαρακτήριζε, όμως προσπαθούσε να βοηθήσει την κατάσταση. 
- Έτοιμη είναι η Ζαχαρούλα κι ας κάμει τη ζόρικη! Συχώρεση ζητάω κάθε βράδυ στσι εικόνες μπροστά γι αυτό που κάμω, μα είναι για καλό, κρίμα τα παιδιά να τυραννιούνται...   


Η νηστεία έχει τα δικά της νόστιμα εδέσματα. Έτσι κι η Σουλτάνα με την Ελπινίκη ορμήνεψαν μάνα και κόρη για το καλόπιασμα της πεθεράς. Δυο μεγάλοι δίσκοι με αλμυρές και γλυκές λιχουδιές ετοιμάστηκαν με φροντίδα περισσή. Από σιμιγδαλένιο χαλβά με αμύγδαλα, σταφίδα και κουκουνάρι, κουρκουμπίνια ποτισμένα με σιρόπι και μια μελένια πίτα με καρύδι και ξερά φρούτα, πασπαλισμένη με μπόλικο σουσάμι, μέχρι χορτόπιτες και μπουρέκια με θαλασσινά.
Η εντολή της Ζαχαρούλας ήταν να πάει ο γιος της στο σπίτι για να μιλήσουν. Ο Αχιλλέας την είδε φανερά αδυνατισμένη και χλωμή κι εκείνη του άνοιξε την αγκαλιά της και αναλύθηκε σε λυγμούς. Τον καλοτάισε, τον περιποιήθηκε και δεν τον άφησε να φύγει.
- Εδώ είναι το σπίτι σου, όχι στση θείας σου! Να πάει ο πατέρας να φέρει τα ρούχα σου και...
- Δε θα μείνω μαμά... Η Ευγενία κι η πεθερά μου έρχονται εκεί, η θεία τις περιποιείται, ντρέπομαι να πηγαίνουμε συνέχεια με το μπαμπά και να τρώμε, πρέπει κι εμείς να...
- Κι εσείς, ναι! Άκου, πες της να έρθει αύριο εδώ, να μιλήσουμε... Κι εσύ δε θα φύγεις πάλι, τέλος!
Έτσι κι έγινε. Η Ευγενία φορτωμένη τον ένα δίσκο κι ο Αχιλλέας τον άλλον, πέρασε μετά από τόσο καιρό ξανά το κατώφλι της. Χαιρετήθηκαν σα να μην είχε συμβεί τίποτα κι ήπιαν όλοι μαζί τον καφέ τους. Οι νοστιμιές που πήγε την ενθουσίασαν, περισσότερο για την αξιοσύνη της νύφης που ετοιμόλογα της απαντούσε σε κάθε ερώτηση για τα υλικά και το πως τα έφτιαξε. 
- Τα πράγματα του γιου μου είναι τόσα, που θα κάμετε πολλοί δρόμοι για να τα πάτε. Ούλη τη βδομάδα θα τα σιάξω, πλύση και σίδερο... Τσι κουρτίνες σας εγώ θα σας τσι ράψω και...
- Είναι σχεδόν έτοιμες, τις έχουμε παραγγείλει...
- Θα μου πείτε τα μέτρα και θα σας ράψω με νταντέλα και μετάξι, να έχετε κι άλλες! Δεκαπέντε πετσέτες χώρια έξι του λουτρού, θα τσι κεντήσω με το Α και το Ε και στα μαξιλάρια το ίδιο. Τη νυφικιά στρώση εγώ θα σας την πάρω, να πας να διαλέξεις όποια σ' αρέσει! Αυτή θα την πλύνει και θα τη σιδερώσει η μαμά σου κατά το αντέτι. Παντούφλες έξι έχει ο γιος μου, τσι δικές σου εγώ θα σου τσι πάρω! Τα νυφικά σου ούλα, πασούμια, εσώρουχα, νυχτικό, ρόμπα και λιζέζ, χώρια τ' άλλα...
- Σας ευχαριστώ πάρα πολύ αλλά δεν...
- Θέλω και στα ψουνίζω! Και στο γιο μου και σε σένα!
Σιγά μην δεν έπαιρνε το αίμα της πίσω όταν άκουσε ότι θα έντυναν το γιο της! Σιγά μην καταλάβαινε ότι δεν είχε τεθεί τέτοιο θέμα κι ήταν μια καλοστημένη παγίδα για να τη φέρουν στο φιλότιμο και να μονιάσει μαζί τους! Η Ευγενία βέβαια δεν είχε ιδέα, ο Αχιλλέας όμως γελούσε με την πανέξυπνη Σουλτάνα και τη  λόξα της μάνας του! 

Κι άρχισαν οι μπουγάδες και τα σιδερώματα κι όλη η γειτονιά χάζευε τα κάτασπρα ρούχα που γέμιζαν ξανά και ξανά τα σκοινιά στην αυλή της. Κι άνοιξαν οι μπουφέδες και βγήκαν τα σερβίτσια που τύλιγαν με την αδερφή της προσεκτικά και τα έβαζαν σε κούτες στρωμένες με αφράτες πετσέτες για να μη σπάσουν. Αξημέρωτα όπως πάντα ξεκινούσαν οι δουλειές κι η Ουρανία που είχε κι εκείνη αρκετά πράγματα για τον ανιψιό της, τα ετοίμαζε και στοίβες τα έβαζε στο τραπέζι της σάλας. Θα τα έπαιρναν από το σπίτι της, από τα δικά της χέρια, με τις ευχές της. 
Τα πόδια τους έβγαλαν φουσκάλες από τους δρόμους. Μπαινόβγαιναν στα μαγαζιά κι η Ζαχαρούλα διάλεγε τα καλύτερα. Τα νυφιάτικα της Ευγενίας ήταν φορτωμένα δαντέλα και τα κατάλευκα επίσης πασουμάκια στολισμένα ασορτί. Ασημένια βούρτσα και χτένα για τα μαλλιά και καθρέφτη, περίτεχνα δουλεμένα, με δυο ίδια μπουκάλια για άρωμα με γυαλιστερές φούντες στα πουάρ. Ο καταστηματάρχης που εκτίμησε το ποδαρικό τους μόλις άνοιξε το πρωινό της Δευτέρας, της πρότεινε και τις θήκες για το κραγιόν και την πούδρα, ακόμα και το καρνέ για τις σημειώσεις. Τα πήρε όλα! 
Η Ουρανία χάζευε τις χειροποίητες εικόνες με τα σκαλίσματα.
- Να πάρω το Μυστικό Δείπνο για την τραπεζαρία;
- Άμα θες... Εγώ τση κάμαρας θέλω δύο... Ο εξάδερφός του που θα τσι παντρέψει, θα πάρει και τη στεφανοθήκη, έτσι μου είπε η Ελπινίκη... Γι αυτό είπα, να τσι βάλουνε δεξιά κι αριστερά... Και μια κορνίζα μεγάλη για τη νυφική φωτογραφία να ιδώ...
- Με το καλό να έρθετε να πάρετε και για τα εγγόνια σας κυρία μου! 
- Ευχαριστώ πολύ! 
- Κι εγώ δυο πιο μικρές να τσ' ηβάλουνε δίπλα...
- Μόνο που δεν ημπορούμε να τα σηκώσουμε ούλα τούτα, θα στείλω το γιο με τον άντρα μου να τα πάρουν!
Πλήρωσαν ένα σεβαστό ποσό και τις ξεπροβόδισε γελώντας ευχαριστημένος. Μόνο τούμπες που δεν έκανε από τη χαρά του!
<< Καλό και τούτο! Ποιος να το ήλεγε γι αρχή τση βδομάδας!>>

Οι βαλίτσες κι οι κούτες έφευγαν γεμάτες, γύριζαν άδεις και γέμιζαν ξανά και ξανά. Η οικογένεια της Ευγενίας είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό βλέποντας τόσα πολλά κι ακριβά πράγματα!
- Ηβοί! Δυο σπίτια σιάχνεις μ' ούλα αυτά! Πού θα τα βάλετε Αρσινόη μου; Τόσα τσ' είχες πάρει κι άλλα τόσα τση συμπλήρωσες και με τούτα ούλα θες μια μεγάλη κάμαρα! Ακόμα μια ντουλάπα κι άμα χωρέσουνε!
- Δες θεία πόσα πήρε για μένα! Μαζί με του Αχιλλέα τα έπλυνε και τα σιδέρωσε για να μη μας επιβαρύνει που έχουμε τόσες δουλειές!
Στη λεβάντα δεν έβαλε της νύφης, αντίθετα με του γιου της μοσχοβολούσαν τριαντάφυλλο κι ήταν σε κουτιά πολυτελείας. Η Σουλτάνα με τη Μαρίκα ειδοποιήθηκαν και τα έχασαν όταν είδαν τη σάλα φορτωμένη. 
- Α! Εδώ διες κομπινεζόν και μεσοφόρια! Μπρε συ, πόσα σε πήρε;
- Έξι σετ κυρία Σουλτάνα, χώρια τα νυφικά! Είναι ίδια με τις δυο ρόμπες και τα νυχτικά, ροζ και γαλάζια κι ίδια πασούμια! 
- Κι ούλα τ' άλλα άσπρα βέβαια! Πω πω πω! Εδώ διέτε μπούστο! 
Η Μαρίκα έκανε χάζι τις πορσελάνες και τ' ασημικά όσο η Σουλτάνα πείραζε τη μέλλουσα νύφη.
- Άιντε γιαβρί μου, θα τόνε τρελάνεις τον Αχιλλέα μ' ούλα τούτα και καρδιά να σ' αφήκει το πρωί και να φύγει δεν θα τον κάμει! Αν πεις και για τα ωραία που σ' έχει η μαμά σου, πα πα πα! Κάθε μέρα θα φοράς άλλο και θα νομίζει ότι βλέπει άλλη γυναίκα δίπλα του!
Τραπεζομάντιλα, τσεβρέδες, κουβέρτες, είχαν απλωθεί στον καναπέ και τις πολυθρόνες. Η καλόκαρδη Κωνσταντινουπολίτισσα τα χάιδεψε, τα τραγούδησε κι έδωσε χίλιες ευχές.
Η Μερόπη κοιτούσε το ρολόι συνεχώς κι όταν η ώρα πήγε έξι φρεσκάρισε κραγιόν και πούδρα, τις χαιρέτισε κι έφυγε βιαστική. Ο υιός Μπαζιώκας την περίμενε έξω από τον κινηματογράφο και μετά την ταινία θα πήγαιναν για φαγητό.
- Καπνός ηγίνηκε η Μερόπη! Άιντε και στσι δικές τση τσι χαρές!
- Να είσαι καλά Μαρίκα μου, ευχαριστώ! Κι εσένα Σουλτάνα, πολύ μας βοηθήσατε με τσι κόρες μας!
Οι συμπεθέρες αγκάλιασαν την Καλλίτσα και την Αρσινόη κι όλες μαζί δάκρυσαν συγκινημένες. Οι μέρες πια λιγοστές κι ο ξεριζωμός πονούσε σαν το μαχαίρι στην πληγή. 
- Τσι φωτογραφίες αφ' τσι γάμοι να μη ξεχάσετε να μας στείλετε! 
- Ξεχνιέται τέτοιο πράμα Μαρίκα μου;
- Θα σας γράψουμε και θα έχετε τη σύσταση για!
- Ναι Σουλτάνα μου! Να μη χαθούμε!
Μια κουβέντα ήταν αυτή... Θα έχαναν τον τόπο τους, πηγαίνοντας σε άλλη πατρίδα και κανείς δεν ήξερε αν αντάμωναν ξανά...


  


Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Από Κυριακή σε Κυριακή


- Πως να ιδώ τον κόσμο;
- Με το κεφάλι ψηλά! Ποιος πιστεύει τέτοια πράγματα για σένα θεία; 
- Μούτρα δεν έχω... 
- Μια χαρά μούτρα έχεις, άντε τώρα!
- Μη το λες... Τόσο κακό που γίνηκε και τσι τσιρίδες τως που τσ' ηποτίζουμε... Ακόμα δεν ημπορώ να χωνέψω τέτοιο πράμα... Να λέει η γειτονιά που ητυλίξαμε το γαμπρό και μάλιστα με τσι βρομιές; Κι από πάνω τον πατέρα του για να τον έχομε με το μέρος μας! Καλά λένε πως η καλή ημέρα αφ' το πρωί φαίνεται... Να η μάνα του τσι πόρτες να χτυπάει πρωί πρωί, να κι η θεία μαζί, τσ' ηξαπόστειλες κι αρχίνησαν τα λόγια κι οι θυμοί... Αρρεβώνες χωρίς την πεθερά, ηφάνηκε το κακό... 
Σουλτάνα και Μαρίκα προσπάθησαν να την ηρεμήσουν.
- Αρσινόη μου, χίλια δίκια έχεις  ο,τι και να πεις! Ούλοι μας προσέχουμε να μη δώκουμε αφορμή στη γειτονιά άμα έχομε τα οικογενειακά μας, αμά κανείς δεν φαντάστηκε που θα έφταναν τα πράματα ως εκεί. Εκάμανε του κεφαλιού τους οι κόρες με την κανέλα, ναι, αυτές όμως θα βρίσκανε αιτία να κάμουνε πατιρντί κι αν δεν είχε γένει αυτό το πράμα! 
- Ποιος ήξευρε τσι λωλαμάρες που θα ήκαμε η πεθερά; Είπαμε που το παιδί είναι καλό, έχει και τον τρόπο του για να περάσει καλά το κορίτσι σου και την ηχαλαλίσαμε με την καρδιά μας. Είδες που αγαπηθήκανε τελικά κι ηξεχάστηκαν τα προξενεύγματα, αίσθημα είναι! Και πάλι λέμε που ήπρεπε να τσι κοπεί ο αέρας και καλά τσ' ήκαμε η Μερόπη! 
- Εμ! Εδώ με μια πεθερά δε θα τα έβγαζε πέρα, είδατε που είναι διπλή! Είδες η φοράδα η θεία του που πήγε να ζητήσει το λόγο της κυρίας Μαρίκας και δε ντράπηκε!
- Είπε και τα δικά τση πρωί πρωί! Σα δεν ηντρέποντε να χτυπούνε τσι πόρτες του κόσμου τέτοια ώρα και να σ' ηβλέπουνε και με μισό μάτι!
- Κόβουνε και ράβουνε Μερόπη μου! Μπρε ν' αγιάσει ο στόμας σου που τις τα είπες όπως έπρεπε! Κι εσύ κοκόνα μου καλά έκαμες και δεν επήγες στο μαγαζί σήμερα, θα πείτε που έμεικες στην Ευγενία να τη γιατροπορεύεις! Έτσι θα μαθευτεί σ' ούλους που το κορίτσι σου ητανάνε άρρωστο κι αυτό είναι πολύ καλό πράμα τώρα με τα ποτίσματα που είπανε! 
- Πολύ φοβούμαι με τη Ζαχαρούλα... Να ιδείτε που θα μας κάμει κακό πολύ μεγάλο...
- Σους μπρε, μη λέγεις τέτοια! Τώρα που γίνηκε το πράμα έτσι κι έφυε ο γιος της, την ουρά στα σκέλια θα βάλει! Θαρρείς που δε φοβάται και τον άντρα της; Τίποτις άλλο δε θα κάμει, ούλοι με το μέρος σας είναι!
- Δίκιο έχει η συμπεθέρα μου, έτσι είναι... 
- Θα βγω για τα ψούνια της ημέρας εδώ, στο δικό σας μαχαλά και θα πιάσω το κουσέλι, έγνοια σας! Θα μάθουνε ούλες για το καζίκι που σας έκαμαν από πρώτο χέρι! Μπρε Μερόπη, έλα να με δείξεις πού είναι ο πωριτζής που θέλω λεμόνια και καρότα! 
Όταν σιγουρεύτηκε ότι δεν την άκουγαν, ταρακούνησε την κοπέλα γελώντας πονηρά.
- Να σε πω θέλω, που έμαθα πράματα για το λεγάμενο! 

Η Ελπινίκη έβγαζε το άχτι της στο γουδί.
-Έτσι να σ' ηχτυπήσει την κεφάλα ο αδερφός μου και να λιώσουνε τα μυαλά σου σαν τα σκόρδα! Τσ' ήφαες με τσι λωλαμάρες σου άντρα και γιο μια ζωή και να τώρα! Κακοχράχεις Ζαχαρούλα, για παντρειά δεν ήσουνα! Στο ράφι να ήμενες με την αδερφή σου και να τρωγόσουνα με τα ρούχα σου, όχι με τσ' αθρώποι! Μας ήκαψες ούλη την οικογένεια! Τι θα κάμει τώρα το παιδί; Ημαράζωσε το πουλάκι μου, μήτε να φάει, μήτε να πιει δε θέλει... Τέτοια κοπέλα, με τέτοια οικογένεια που τσ' ηδείχνει και τσ' ησέβεται ούλος ο κόσμος... 
Ο αδερφός με τον άντρα της κάθονταν στη σάλα. Στο τραπέζι τα πιάτα με τους μεζέδες ήταν σχεδόν ανέγγιχτα. Ποιος είχε όρεξη να φάει με τέτοια προβλήματα... Μόνο η καράφα με το κρασί άδειαζε και ξαναγέμιζε. Ο Αχιλλέας κλεισμένος στο δωμάτιο με καφέ και τσιγάρο, δεν άντεχε άλλο τη συζήτηση...
- Να σ' ηκάμω μια σκορδαλίτσα που είναι ορεχτικιά πασά μου! Ήβρασα και το χταποδάκι κι ηγίνηκε λεκούμι, να φας κομμάτι να στυλωθείς! Ησύχασε τζιγέρι μου, ούλα περνούνε... 
- Άσε με θεία να χαρείς... 
- Καλά γιόκα μου, δε θέλω να σ' ηγίνω ενοχλητικιά... Πολύ φοβούμαι όμως μη κι ηπάθεις κάνα κακό στην υγειά σου... Γάμο θα έχομε σε λίγο καιρό, έμορφος και γερός να είσαι πρέπει!
- Ρωτάς αν με θέλουν ακόμα;
- Α! Τέτοια πράματα να μη λες κι αφ' το μυαλό σου να μη περνούνε! Ήκαμε η μάνα σου, ήκαμε η θεία σου, εσύ δε φταις παιδάκι μου! Και να σ' ειπώ, ο μπαμπάς σου τσ΄ήκαμε το καλύτερο! Τέτοια μεγάλη φασαρία, που ακόμα να το χωνέψει! Ούλα τση τα είπε και πολύ την αγρίεψε, να ιδείς που το μετάνιωσε η λωλή και θα έρτει στο γάμο πρώτη και καλύτερη!
- Δεν τη θέλω θεία!
- Ε κι εσύ τώρα, μάνα σου είναι! Έτσι τσ' ήρτε στην κεφάλα κι έτσι ήκαμε... Με τα δικά τση τα μυαλά για το καλό σου, ηξεύρεις πόσο πολύ σ' αγαπάει... Τιτίζα είναι, παράξενη είναι, ούλα τα χούγια έχει, όμως για σένανε ζει, να το θυμάσαι αυτό! Κι η αδερφή τση ίδια είναι, ήβαλε κι εκείνη τα δικά τση λόγια κι ηγίνηκε το κακό... Παιδιά σκυλιά δεν έχει, ήπεσε απάνω σου κι αυτή... 
- Κι εγώ που τα πληρώνω σε τι έφταιξα; Η αρραβωνιαστικιά μου, η πεθερά μου, η οικογένειά τους; Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα θεία, άκου που σου λέω...
Η Ελπινίκη κρατούσε με το ζόρι τα προσχήματα. Είχε δίκιο ο Αχιλλέας, ο,τι συνέβη ήταν τραγικό... Η μόνη λύση ήταν να στείλει τον αδερφό της στης Αρσινόης για να τις καλέσει στο σπίτι τους. Ήταν κρίμα να χαλάσει αυτή η σχέση...
Δεν του είπε τίποτα, μίλησε μόνο με τον αδερφό και τον άντρα της.
- Εγώ δεν ημπορώ να πάω στσι αθρώποι, η ντροπή είναι πολύ μεγάλη... 
Κοίταξε τον άντρα της ικετευτικά.
- Θα υπάγω εγώ! Θα τσ' ημιλήσω και να ιδείτε που θα έρτουνε!
Σε δυο ώρες ήταν όλοι μαζεμένοι στο σπίτι τους κι ο Αχιλλέας αγκάλιασε τη θεία του που έκοβε βιαστικά τα χοντρά πλοκάμια του χταποδιού για να τα σερβίρει με λαδόξιδο.
- Αν δε σας είχα... Σας ευχαριστώ κι εσένα και το θείο! 
- Λεβέντη μου! Θα ψήσω και τη συκωταριά, να φάτε να δυναμώσετε!
Το θρεπτικό συκώτι ήταν το φάρμακο για τις αρρώστιες, την ανορεξία και τη στεναχώρια, όπως η ζεστή κοτόσουπα στο κρυολόγημα. Αν είχαν και σπλήνα, ακόμα καλύτερα! 
Προσπάθησε να κάνει ευχάριστη τη βαριά ατμόσφαιρα. Τα είχαν πει αμέτρητες φορές, ήταν αξιολύπητοι μετά το ρεζιλίκι που τους έκαναν και χαμόγελο δεν είχε σκάσει στα χείλη τους.
- Ο,τι ηγίνηκε, πάει, ήφυγε πια! Γάμοι έχομε, άλλο δε θα κλαίμε!
Με την ψυχή πονεμένη άνοιξε το ραδιόφωνο. 
- Α! Ακούσετε τι ωραία τραγούδια! Ευγενίτσα μου, ηδιάλεξες σκέδιο για το νυφικό σου γιαβρί μου; Στ' αυτί να μου το ειπείς, να μην ηξεύρει ο γαμπρός! Χα χα χα! Έκπληξη θα είναι! 
Χόρτασε κι άλλες αγκαλιές από τις μαραζωμένες γυναίκες...

Η Σουλτάνα πήγε στη μοδίστρα για το ταγιέρ της.
- Πολύ ωραίο γένηκε, γεια στα χέρια σου! Και με το πένθος, πάλι θέλεις και το πρόχειρο και το καλό... Δυο φορές το έχω βάλει στην εκκλησία τις γιορτές κι η συμπεθέρα μου μ' έδωκε την ιδέα της να το κάμω πιο επίσημο για τις καλές ώρες! 
- Καλά σ' είπε η Μαρίκα! Αγνώριστο ηγίνηκε, πολύ λουσάτο!
- Τώρα πια, στην Αθήνα θα το φορέσω... Έχει κι εκεί με είπανε πολύ ωραία μαγαζιά με καλά πράματα, αμά η ψυχή μου δε βαστάει να τα κάμω εκεί... Θα σε φέρω και το παλτό μου να με το ανοίξεις που έχει τράτο, σάμπως να πάχυνα κομμάτι και με στενεύει...
- Γλήγορα μόνο γιατί έχω πολλή δουγειά και δεν ηπρολαβαίνω!
- Αύριο θα έρτω, έγνοια σου! Δε με λες, είχες κάνα νέο απ' το ζεύγος που εμάλωσε;
- Έχει αφήκει εδώ το ύφασμα τόσες ημέρες η μικρή και δεν την είδα καθόλου... Άμα τσ' ηλείπουνε οι παράδες...
- Μμμμμ... Σα δε ντρέπεται η αρσίζα! Κρίμας μπρε το παλικάρι... 
- Και τη φαμίγια του Σουλτάνα μου! Η μάνα του ηγίνηκε σαν το κλαράκι, ηχλώμιασε κι αδυνάτισε πολύ αφ' τη στεναχώρια τση... Ήρθε τσι προάλλες και την ηστένεψα ένα σωρό φορέματα και πανωφόρια... Ηχάθηκαν τόσες κοπέλες καλές για το γιο τση κι ηκακόπεσε με δαύτη; 
- Χίλια δίκια έχει η χριστιανή, ο,τι και να πει... Γιο έχω κι εγώ, πολύ την καταλαβαίνω... 
- Α! Η νύφη σου είναι κοπέλα σπάνια!
- Κι η νύφη μου κι η οικογένειά της, πολύ τυχεροί σταθήκαμε! Κι η κόρη μου καλά έπεσε, μεγάλο πράμα για τη μάνα να βλέπει τα παιδιά της ευτυχισμένα με αθρώποι καλοί... Κι αυτουνού η οικογένεια όμως είναι πολύ καθώς πρέπει, τα ξεύρω απ' τις αδερφάδες που ψουνίζουνε χοντρικά. Αμαρτία μεγάλη αυτό που γένηκε...
- Ναι, ναι... Τση Αρσινόης η κόρη είναι που αρρεβωνιάστηκε;
- Η Ευγενία, ναι! Να περάσει κι η Λαμπρή και θα στεφανωθούνε με το καλό! Ν' ανοίξει κι η τύχη της Μερόπης που είναι κι αυτή άξια κοπέλα και νοικοκερά σε ούλα της, πολύ θα το χαρώ! Τα προξενιά πάνε κι έρχουνται, ούλες οι μαμάδες που έχουνε γιοι τη θέλουνε για νύφη!
- Φαντάζομαι... Με τόσες γνωριμίες που έχουνε ένεκα του μαγαζιού... Και δεν τση αρέσει κανένας ακόμα;
- Να σε πω... Αφού δεν έχει κάνα αίσθημα, θα διαλέξει τον καλύτερο! Κι ένας μεγαλέμπορας μίλησε τη μαμά της, που πολύ αρέσει το γιο του, αμά είναι κομμάτι χοντρομπαλάς και δεν την ταιριάζει... Παράδες να διεις, με ουρά! Και μια σπιταρόνα, να ψάχνεις την πόρτα που εμπήκες και να μη τη βρίσκεις! Κι εκείνη όμως, πολύ καλά προικισμένη είναι απ' τοις γονιοί της! Και σπίτι ωραίο μεγάλο έχει και λίρες, αν πεις πια για ρουχισμό... 
- Θα τσ' ημείνει και το μαγαζί, ε;
- Βέβαια! Στις δυο ξαδερφάδες, μισό μισό θα πάει. Κι εδώ που τα λέμε, βγάζει! Τα καλύτερα φέρνουνε και με τοις καλύτεροι συνεργάζουνται! Άμα την τύχαινε κάνας απέ αυτούς, εκεί να διεις δουλειά που θα γενούτανε! Αμ γι αυτό ελύσσαξε ο μεγαλέμπορας και μίλησε την Καλλίτσα, να ψήσει την κόρη της και να 'χει κι αυτός το κεφάλι του ήσυχο! Οι δουλειές δύσκολα στρώνουνται, αμά εύκολα χαλνάνε, είδες και τα βάσανα του κυρ- Μπαζιώκα με δαύτη που έμπλεξε ο γιος του...
- Ναι, ναι... 
Αφού άφησε το μήνυμα που ήθελε η Σουλτάνα, έφυγε χαμογελαστή. 
<<Εύχομαι να φτάσει στ' αυτιά των γονιών του λεβέντη!>>

Η κυρία Μπαζιώκα κοιτούσε απελπισμένη το γιο της που είχε κοιμηθεί την ώρα που οι περισσότεροι ξυπνούσαν για τη λειτουργία της Κυριακής. Κουβέντα δε μπορούσε να του πει τις τελευταίες μέρες, τα νεύρα του ήταν χάλια.
- Αχ άντρα μου... Πού θα πάει αυτό το πράμα... Μαύρη ώρα που βρέθηκε στο δρόμο του... Κι αυτή η μάνα τση, ούλο κάμνει που δεν ηξεύρει τίποτις... Πως ήμπλεξα έτσι και να μην ημπορώ και να πω κουβέντα... Κοπέλες ήμασταν κι ηγεράσαμε μαζί... 
- Αυτό το πράμα δε θα το αφήκω να γίνει, ηξεύρω γυναίκα τι σ' ηλέγω!
Πήγε στην εκκλησία και προσευχήθηκε με δάκρυα ψυχής. Κοιτούσε τις γνωστές κυρίες με την ηρεμία στα πρόσωπά τους και σκεφτόταν αν την καταλάβαιναν.
<<Ρεζίλι έχομε γίνει... Αφ' τη μύτη τον ησέρνει...>>
Ανάμεσα στον κόσμο ξεχώρισε το κεφάλι της μοδίστρας. Καλοχτενισμένος κότσος, στολισμένος με μπλε βελούδινο λουλούδι που άγγιζε σχεδόν τον αυχένα. Στο ίδιο χρώμα κι ο φιόγκος που ήταν καρφιτσωμένος στο παλτό της. Δεξιά της μια όμορφη παχουλή μαυροντυμένη κυρία και δίπλα της μια κομψή γυναίκα με ταγέρ και φίνο καπελάκι.
Βγαίνοντας συναντήθηκαν και καλημερίστηκαν. Κοντοστάθηκαν στο προαύλιο κι έγιναν οι συστάσεις. Ακολούθησαν η Αρσινόη κι η Καλλίτσα με τις κόρες τους.
Η  Σουλτάνα είχε πάρει λόγια απ' τη μοδίστρα κι έμαθε πού εκκλησιαζόταν εκείνη κι η μητέρα του. 
- Καλέ κι εμείς εκεί πάμε με τη συμπεθέρα μου!
- Πως και δε σας έχω ιδεί;
- Επειδής έχει πολλή ζέστη, καθούμαστε πίσω, κοντά στην πόρτα, να παίρνουμε κομματάκι αέρα!
Ορμήνεψε τη Μερόπη, δίνοντάς της κουράγιο.
- Κοίτα να την κάμεις καλή εντύπωση! Αν και φαίνεσαι τι κοπέλα είσαι γιαβρί μου, ένα παρά δεν αξίζει η άλλη μπροστά σου! Να διεις που κάτι θα γένει με τη μαμά του μπρε! Άμα αρχέψει να τον λέγει για σένα τώρα που τα τσουγκρίσανε... 
Στο σαλόνι του ατελιέ ήπιαν όλες τον καφέ τους. Άνετο, με βελούδινους καναπέδες, ήταν μέρος συνάντησης για τις περισσότερες κυρίες που περίμεναν υπομονετικά για την πρόβα. Το κουσέλι έδινε κι έπαιρνε καθημερινά.
- Και γιατί δεν επήγατε στο χορό κυρία Μπαζιώκα μου; 
- Ε... Μια το ένα, μια το άλλο... Δεν είχαμε και καλή διάθεση κυρία Σουλτάνα μου, προβλήματα... 
- Να μη σας παίρνει απέ κάτου τίποτες! Την υγειά σας να έχετε κι ούλα τα προβλήματα έχουνε τη λύση τους! Η ζωή έχει βάσανα κι άμα κλαίμε συνέχεια και σεκλετιζούμαστε... 
- Ναι, βέβαια... Άλλος όμως έχει πιο μικρά κι άλλος πιο μεγάλα...
- Τση υγείας τα προβλήματα είναι τα μεγαλύτερα, ούλα τ' άλλα σιάχνουνε μάτια μου... 
- Καλά σε λέγει η συμπεθέρα μου τζάνουμ! 
Κουβέντα στην κουβέντα τους εξομολογήθηκε τα δικά της. Οι εξαδέλφες ορμηνεμένες χάζευαν τ' αμέτρητα ρούχα στο μέσα δωμάτιο και καθρεφτίζονταν για να δουν ποια χρώματα τους ταιριάζουν. 
- Πω πω πω! Μεγάλο το δίκιο σας! Ούλες μάνες είμαστε και σας καταλαβαίνουμε... Εσείς με το γιο σας, εγώ τα πέρασα με την αδερφή μου που πολύ κακόπεσε με το χαϊρσίζη που στραβώθηκε και πήρε... Μα να σας πω, κάτου μη το βάζετε! Αφού τα πράματα δείχνουνε έτσι που μαλώσανε, μπορεί και να χωρίσουνε για! 
- Κι εγώ αυτό βλέπω... Ήπεσε στο μέλι αυτή και το ρούφηξε ούλο! Σαν τη μέλισσα που βρίσκει άλλο πούλουδο μετά, να ιδείτε που θα κάμει το ίδιο! Ηξεύρετε πόσα τέτοια ακούω εδώ; Με τσι καρφίτσες ητράβαγε το ρούχο μια μάνα που την ημήνυσαν για το γιο τση... 
- Δεν είσαστε η μόνη κυρία Μπαζιώκα μου... Κι εμείς που έχομε κορίτσια τση παντρειάς, θαρρείτε που είναι εύκολα τα πράματα; Μήτε άντρα τση προκοπής, μήτε γυναίκα βρίσκεις εύκολα... Αρρεβώνιασα κι εγώ την Ευγενίτσα μου μ' ένα πολύ καλό παλικάρι, αμά έχομε πεθερά και θεία στο κεφάλι μας και μας ήκαμαν μεγάλο κακό... Κι η αδερφή μου πολύ φοβάται για τη Μερόπη, πού θα πέσει άραγε; 
- Ναι, ναι... Δίκιο έχετε κι εσείς κι η κυρία Καλλίτσα... Ας ήτο κι ο δικός μου ελεύθερος και να μας ήγνοιαζε το μέλλον του, παρά το άσκημο μπλέξιμο που έχει... Ηφοβήθηκα προχτές και με τον άντρα μου μη τον εύρη κάνα κακό που ηγίνηκε μεγάλη φασαρία... Για τσι παράδες, καταλαβαίνετε...
Η μοδίστρα ανέλαβε να προχωρήσει το θέμα.
- Την καλύτερη δουγειά ήκαμε ο άθρωπος! Χωρίς τα λούσα και τα όξω τση, να ιδεί κι ο γιος σας τι σόι αγάπη του έχει! Να σας ειπώ ποιο είναι το πρέπον για να ησυχάσετε; Μια άλλη κοπέλα! 
- Πού να την εύρη; Μάτια δεν έχει γι άλλη, ούλη μέρα κι ούλη νύχτα, αυτή έχει στο μυαλό του... Είπαμε ότι θέλει δυο περιουσίες να μασάει! Η μια για τα ψούνια κι η άλλη για τα κέντρα... 
Η Σουλτάνα πήρε το λόγο!
- Καλά τα λέτε, όμως τώρα που τα πράματα ζορίσανε δε θα καθίσετε με τα χέρια σταυρωμένα! Ας μη τον πείτε τίποτις, γιατί μπορεί να κάμει το αντίθετο άμα διει που πάτε ν' ανακατευτείτε στη ζωή του! Βλέπεις κοκόνα μου, τ' αγόρια είναι πολύ δύσκολα σ' αυτά και κουβέντα δεν ακούνε, θεριά γίνουνται...
- Και πως θα...
- Απλά πράματα είναι για! Άμα σκεφτείτε ότι της Αρσινόης η κόρη ερωτεύτηκε το γαμπρό που την εκάμανε προξενιό... 
Οι κοπέλες κρυφάκουγαν κι η Ευγενία μπήκε στο σαλόνι τραβώντας από το χέρι τη Μερόπη που ήταν τυλιγμένη με ροζ μεταξωτή εσάρπα. Ο θαυμασμός στα μάτια της κυρίας Μπαζιώκα δεν πέρασε φυσικά απαρατήρητος.
- Μπρε μπρε το γιαβρί μου! Καλέ διείτε πως την πάει! Θα σε κλέψουνε τζιέρι μου! Χα χα χα!


Το αντρόγυνο μιλούσε ψιθυριστά πίνοντας τον καφέ τους για να μην ακούσει ο γιος τους.
- Μια χαρά κοπέλα είναι η Μερόπη! Καλοαναθρεμμένη, ωραιότατη, γραμματιζούμενη, από οικογένεια εξαιρετική, χορτασμένη απ' ούλα τα καλά! Θαρρείς που δεν τσ' ήξευρα τόσα χρόνια; Τίποτα δεν ηπρόλαβα να κάμω γυναίκα, ήπεσε με τα μούτρα στη χειρότερη! Τώρα που η τζέπη του δεν έχει πολλοί παράδες για την ηκάμει τα γούστα τση, έχω μια ελπίδα...
- Αυτά μ' είπανε κι οι άλλες κυρίες... Τώρα που είναι ζεστό το πράμα, ευκαιρία να ιδεί καμιά άλλη... Η Σουλτάνα, τση Μαρίκας η συμπεθέρα, είπε ότι άμα χωρίσει μαζί τση θα κλειστεί μέσα σα να έχει πένθος, κατάλαβες; Οπότε μήτε που θα θέλει να σκεφτεί θηλυκό για καιρό! Το θέμα είναι να την εύρη όσο αυτή τον έχει απογοητευμένο κι ηνομίζει που δεν έχει αξία σαν άντρας χωρίς παράδες!
- Μωρέ μπράβο της! Ξύπνια γυναίκα, αφ΄τσι λίγες που έχουνε τέτοιο μυαλό! Πολύ σωστά τα λέει!
- Ναι! Κι ησκέφτομαι τώρα εγώ, γιατί να μην είναι η Μερόπη; Αφού ηξεύρουμε τη φαμίγια τση, είναι κι ελεύτερη, ποια καλύτερη για το παιδί μας; Το μαγαζί είναι αφ' τα καλύτερα, παράδες πολλοί βγάζει, δεν έχουνε ανάγκη από ξένη περιουσία!
- Αφ' τσι καλύτερες πελάτισσες είναι! Ούλες οι γυναίκες ψουνίζουνε κι οι παραγγελίες έρχουνται συνέχεια! Είναι τση δουγειάς μας, σκέβου τι καλό γάμο θα ήκαμε ο γιος μας! 
- Ούλα τα έχω σκεφτεί! Το ζήτημα είναι πως θα τσ' ηγνωρίσουμε κι άμα αρέσουνε ο ένας τον άλλο...
- Να ιδείς που θα τσ' ηταιριάξουμε! Ας είναι με το καλό... Να τα πείτε με τσι συμπεθέρες, ούλο και κάποια ιδέα θα έχουνε... Ε, δεν ημπορώ να φανταστώ ότι ο γιος μας θα τσ' ηπέσει λίγος!
Οι συμπεθέρες με τις αδερφές και τις κόρες τους είχαν ήδη κάνει σχέδια και πλάνα. Η μεγάλη καράφα με το λικέρ είχε κατέβει αρκετά, όταν η Σουλτάνα τους ανακοίνωσε την τέλεια ιδέα της.
- Την Κυριακή μπορεί να βγει όξω ο λεβέντης! Το λοιπόν, σκέπτουμαι να την κάμουμε μια βίζιτα αφού μας εκάλεσε στο σπίτι της, αμά να μας πει τη μέρα που θα κανονίσει να είναι κι αυτός εκεί!
- Κι εγώ μαζί, ε;
- Άμα πει κάτι τη μοδίστρα, βέβαια θα έρτεις κι εσύ! Αυτό μπρε να παρακαλάς, τώρα να τη μιλήσει που είμαστε εδώ, γιατί καμία εμπιστοσύνη δε σ' έχω σερσέμα!

Η Ελπινίκη έπινε καφέ με τα παιδιά της στην κουζίνα.
- Να τον σταθείτε τον Αχιλλέα μας! Μονάχο το παιδί, χωρίς τη μάνα δίπλα του, τι να κάμει το πουλάκι μου... Κι αυτός ο θείος σας που τον ήφαε το μαράζι, τι να κάμει ο έρμος; Η μάνα τση Ευγενίας την έχει έτοιμη, το νυφικό τση τελεύει... Η αλήθεια είναι πως καθόλου δεν ητσιγκουνεύτηκε ο αδερφός μου τσι παράδες, το καλύτερο τσ' είπε να σιάξει και να μην ηλογαριάζει τίποτις! 
- Μη στενοχωριέσαι μάνα, εδώ είμαστε! Η θεία Ζαχαρούλα πάντως, χάλια ήκαμε τα πράματα... Δεν πάτε με το μπαμπά να τση μιλήσετε, μπας κι αλλάξει μυαλά; Ένα παιδί το έχει και γαμπρό να μη τον ιδεί;
- Αυτό κι εγώ το έχω σκεφτεί, ο θείος σας όμως είπε ότι δεν ηθέλει να μας ιδεί στα μάτια τση... 
- Ε... Κάμετε μια προσπάθεια, ποτέ δεν ηξεύρεις...
Στις έντεκα το πρωί της επόμενης μέρας, η Ελπινίκη με τον άντρα της χτύπησαν την πόρτα της νύφης της.  Η Ζαχαρούλα ανασκουμπωμένη άνοιξε κι σύγχυση φάνηκε αμέσως στο πρόσωπό της. Με το ζόρι τους πέρασε στην κουζίνα κι ούτε καφέ δεν έψησε.
Οι γειτόνισσες τα πρόλαβαν της Ουρανίας που κατέφθασε με άγριες διαθέσεις για καβγά... 
<<Θα σας σιάξω εγώ! Ακούς εκεί να βαστάζει το παιδί που αρνήθηκε τη μάνα του!>>
Το απόγευμα πήγαν στης κόρης τους να μιλήσουν. Δεν ήθελαν να πικραίνεται άλλο ο Αχιλλέας.
- Άστα παιδάκι μου, κακό μεγάλο ηγίνηκε με δαύτες! Εμένανε πια μ' ήκαμαν σκουπίδι που τον έχω και κοιμάται στο σπίτι μας... Κι αν δεν τσ' είπα που τη δικαιολόγησα στο παιδί, που είπα είναι μάνα σου και να μονιάσετε, τίποτις η νύφη μου, τίποτις η αδερφή τση! Δεν το θέλουνε να γίνει, του κόσμου τα λόγια τσ' ήσουραν... Γιο εγώ δεν παντρεύω ήλεγε! Άμα θέλει να φάει την κεφάλα του ας την πάρει, μα κι εμείς έχομε ευθύνη που είμαστε μαζί του... Με τον αδερφό μου μήτε που μιλούνε πια! Ούλη μέρα γρι και γρι αυτή κι η αδερφή τση και τον ψήνει με το ζόρι ένα φαγάκι! Χώρια που οι κουσελιάρες παραμονεύουνε και τση δίνουνε ραπόρτο για το ζεύγος! Ούλα τα σοκάκια βουίζουνε με δαύτα! Μη σ' ειπώ για τσι κατάρες, φόβος μ' ήπιασε... 

Ο κύριος Μπαζιώκας είχε μια ευχάριστη αίσθηση το απομεσήμερο της επόμενης Κυριακής.
<< Έτσι και γίνει, με την τύχη μας μιλήσαμε! Ούλα τα καλά έχει για να σταθεί δίπλα του! Για πέταμα δεν τον έχω το γιο μου που ήμπλεξε με τη χειρότερη! Φωτιά να τσι κάψει μάνα και κόρη που τον ητυλίξανε!>>
 Η Μερόπη καθόταν με την πλάτη στητή στον καναπέ, δίπλα στη Σουλτάνα, πίνοντας το τσάι της. Η φινέτσα και οι καλοί της τρόποι ήταν εμφανείς. Δάγκωνε το κουλουράκι προσεκτικά και μασούσε αρκετά κάθε μπουκίτσα. Με το κεντημένο μαντιλάκι της σκούπισε διακριτικά τα χείλη και το έβαλε στην κομψή της τσάντα. 
Αρχοντική, καλοντυμένη, αρωματισμένη, χαμογελούσε ευγενικά και τα μάτια της έλαμπαν.
 <<Μια χαρά κοπέλα, ντιπ χαϊβάνι θα είναι ο κανακάρης μας άμα πει πως δε τ' αρέσει...>>
Η κυρία Μπαζιώκα έβγαλε τα κεντήματα, να δείξει τάχα στην Καλλίτσα τις χρυσές τρέσες. Ήταν η ώρα που ο γιος της θα έβγαινε από το δωμάτιό του κι είχαν τη δικαιολογία έτοιμη για να μην καρφωθούν. Απόρησαν όταν χτύπησε η πόρτα.
- Καλώς το Ζήση!
Στράβωσε η μάνα που ο κουνιάδος της πήγε στην πιο ακατάλληλη στιγμή, αλλά προσπάθησε να μη το δείξει. Ο Ζήσης ξεφώνισε από χαρά όταν είδε το γνωστό γυναικομάνι στο σαλόνι του αδερφού του.
- Να διαλέξει η Καλλίτσα με την κόρη τση  αυτές τσι τρέσες, γιατί δεν ήξευραν αυτό το σκέδιο και...
- Καλά που εκάματε! Κι εσείς οι συμπεθέρες θα ψουνίσετε;
- Εμείς ήρταμε για βίζιτα κυρ-Ζήση μου, που μας εκάλεσε η νύφη σου! Ο καιρός λιγόστεψε και θα φύγουμε, δε θα προκάμουμε άλλη μέρα...
Μήτε στα στέφανα των κοριτσιών δε θα είμαστε κι αυτό πολύ μας έχει σεκλετίσει η αλήθεια...
- Μπα! Παντρεύεται κι η δεσποινίς Μερόπη;
- Η Ευγενίτσα πρώτα! Αμά κι ετούτη δε θ' αργήσει...
- Ηβρέθηκε ο γαμπρός;
- Ένας μοναχά; Πολλοί! Ίσα με το καλοκαίρι όμως, κάποιονε θα διαλέξει που είναι κομμάτι δύσκολη! Χα χα χα!
Ευτυχώς που δεν την άκουσε ο υποψήφιος! Μπήκε βλοσυρός κι έγιναν οι συστάσεις.
- Κάτσε ανιψιέ να πιούμε ένα τσάι! Παρέα καλή έχομε!
Η Μερόπη τον παρατηρούσε με κλεφτές ματιές. Από τόσο κοντά δεν τον είχε ξαναδεί και της άρεσε ακόμα πιο πολύ. Σουλτάνα και Μαρίκα έπιασαν το βλέμμα του να καρφώνεται στη λεπτή μέση και στο μπούστο της που στόλιζαν φραμπαλάδες. 
<< Σε καλό δρόμο είμαστε!>>
Η οικογένεια με δυσκολία τις άφησε να φύγουν. 
- Θα σας ιδούμε πάλι! Η παρέα σας πολύ μας ευχαριστεί!
Όση ώρα η μητέρα μάζευε τα φλιτζάνια, τα δυο αδέρφια στη σάλα κρυφομιλούσαν. Ο Ζήσης έφυγε και το αντρόγυνο ξέσπασε σε γέλια. Ο γιος απορημένος βγήκε από το δωμάτιό του.
- Τι έγινε;
- Αχ γιόκα μου, με το θείο σου γελάμε! Θα σ' ειπεί ο μπαμπάς σου!
- Ήβαλε στο μάτι τη Μερόπη ο μπαμπόγερος! 
- Τη Μερόπη; Να την κάνει ψυχοκόρη;
- Ψυχοκόρη τση Καλλίτσας την κόρη που έχει προίκα τρανταχτή, ομορφιά και μόρφωση μεγάλη; Τι λες παιδί μου; Γυναίκα του τη θέλει! 
- Την κοπέλα θέλει να πάρει;
- Ναι τρομάρα του! Αυτή που δεν έμεινε αρσενικό χωρίς να στενάζει για χάρη τση! Άμα ήξευρα που θα ερχούτανε απόψε, θα ήλεγα τση μάνας σου να μην τσ' ηκαλούσε, ας το άφηνε άλλη μέρα! 
Η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω απ' την πολύφερνη νύφη. Η μάνα είπε για τις κοπέλες που τη ζηλεύουν γιατί είναι ανώτερή τους, για τους αρραβωνιαστικούς τους που την κρυφοκοιτάζουν κι ο,τι άλλο σκέφτηκε το απελπισμένο της μυαλό. 
- Κι είναι ακόμα ελεύθερη;
- Ναι, ναι. Δεν αποφασίζει, έχει άλλον αγέρα αυτή...
- Δηλαδή;
- Δεν είναι εύκολη κοπέλα. Ούλες κοιτάνε να τυλίξουνε τσι καλύτεροι κι αυτή περιφρονάει και τσ' ηδίνει χάρισμα σ' αυτές...
Όταν ο Μπαζιώκας πρότεινε στο γιο του να πάει τις τρέσες στο μαγαζί τους επειδή αυτός κι ο αδερφός του δεν προλάβαιναν με τις παραγγελίες, δεν έφερε καμία αντίρρηση!