.

.
.

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός



Η Λιωλιώ  χουζούρευε κουκουλωμένη, όταν άκουσε τη φωνή του γιου της που όρμησε στο κρεβάτι.
- Μαμά! Πού είχες πάει χθες κι όταν σηκώθηκα τη νύχτα δε σε βρήκα;
Χασμουρήθηκε και του χάιδεψε το κεφάλι.
- Δε σε είπε η γιαγιά;
- Όχι, μόνο ότι σε κάλεσε ένα ζευγάρι στο σπίτι τους!
- Ναι, καλά σε είπε... Δε με είδες που έφυγα το απόγεμα;
- Και πού ήτανε αυτό το σπίτι και γιατί άργησες; 
- Μακριά από δω αγόρι μου... Παιδάκια δεν είχανε κει πέρα, ούλο μεγάλοι ητανάνε και γι αυτό άργησε να τελειώσει το τραπέζι. 
- Κι εμένα πότε θα με πας πάλι κει που φάγαμε τα ωραία γλυκά κι ήπιαμε το κακάο με την κρέμα;
Ξύπνησε για τα καλά και σκέφτηκε την απάντηση.
- Θα σε πάω άμα σιάξει ο καιρός. Πού να βγούμε με το χιόνι, δύσκολο πράμα είναι...
- Να μας πάρει ο κύριος Περικλής και να μας φέρει πάλι πίσω!
- Αυτό που λες δεν γένεται πασά μου! Έτυχε μια που μας έφερε, επειδής είναι πολύ κύριος κι ευγενής αμά δε μπορούμε να το κάμνουμε ούλη την ώρα, ντροπής είναι για!
- Μα είναι φίλος σου μαμά και με είπε που θα με περιμένει πάλι!
- Εκείνος το είπε, αμά εμείς πρέπει να μη τόνε γένουμε τσιμπούρι... Άσε να φύγουνε τα χιόνια και το κρύο πρώτα και θα σε πάω!
- Κι εσύ χτες πώς βγήκες και πήγες και τόσο μακριά, με λες;
- Πέρασε μια κυρία με τον άντρα της που τοις ξεύρω απέ τη λέσχη και με πήρανε με το αυτοκίνητο. Εκάμαμε πάρα πολλή ώρα ίσια με να φτάσουμε εκεί...
Η μητέρα της φώναξε το παιδί για να πιει την πορτοκαλάδα που του έστυβε καθημερινά κι η συζήτηση ευτυχώς σταμάτησε. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ζεστή βελούδινη ρόμπα της κι έριξε μια ματιά στον καθρέφτη. Έστρωσε λίγο τις μπούκλες που ξέφευγαν και πλύθηκε τουρτουρίζοντας από το κρύο. 
<< Α πα πα πα! Το νερό λες και γίνηκε πάγος!>>
Η μητέρα της έψησε καφεδάκια με την αδημονία εμφανή. Περίμενε πώς και πώς να σηκωθεί η κόρη της για να την ψάλλει πρώτα που άργησε πολύ και να μάθει τα χθεσινοβραδινά νέα με τον Περικλή. 
- Άσε με καλέ μαμά κι ακόμα κοιμούμαι... Ήπια κάμποση σαμπάνια και με ζάλισε... Σα νερό πήγαινε κάτω η άτιμη!
- Μπρε συ, σε μέθυσε αυτός; Μπας και γένηκε κάνα κακό πράμα; 
- Πού να γένει, στο κέντρο με τόσο κόσμο και μουσική;
- Μετά που βγήκατε όξω για να φέρει...
- Όχι σε λέω! Μπορεί να ζαλίστηκα κομμάτι αμά όχι και να μη ξεύρω τι με γένεται!
- Καλά... Για πες με τώρα που είμαστε οι δυο μας!
Αφού βεβαιώθηκαν ότι ο μικρός αλώνιζε στη σάλα με τον παππού του και δεν τις άκουγε, το έπιασε απ' την αρχή.
- Με ευχήθηκε την Καλή Χρονιά και με φίλησε το χέρι απάνου απέ το γάντι βέβαια. Έλεγε διάφορα ίσια με να πάμε στο κέντρο. Τι ωραία, δε φαντάζεσαι! Ούλοι οι τραγουδιστές ντυμένοι καλά, δίνανε ευχές στον κόσμο! Πόσοι παράδες τοις πετάγανε, τι να σε πω! Μάτσα τα χιλιάρικα μαμά στα πόδια τους, στις μουσικοί που παίζανε τα όργανα μέχρι και στο κούτελο τα κολνάγανε! Κι εκείνες οι στίβες τα πιάτα που έσπαζαν και τα μπαλόνια και τα μαλάματα να γυαλίζουνε σε χέρια και λαιμό! Καμιά δικιά μας δεν ήτο εκεί, μην ανησυχείς...
- Αυτό μας έλειπε, να σε διούνε και στα κέντρα με τα μπουζούκια!
- Ο Περικλής παράγγειλε σαμπάνια καλή και φέρανε κι ένα πιάτο με λογιώ λογιώ θαλασσινά, γλυκά και φρούτα! Πολύ μεγάλη περιποίηση, να με σερβίρει, να με πάρει λουλούδια... Στην κάμαρά μου τα έχω!
- Και μετά τι γένηκε;
- Τίποτις απ' αυτά που φοβάσαι! Με μίλησε όμως σοβαρά και να σε πω κάτι; Θαρρώ που είναι σε καλό δρόμο το πράμα...
- Τι σε είπε μπρε; Πες με και θα με σκάσεις! 

Η μάνα ετοίμαζε το μεσημεριανό φαγητό όταν χτύπησε η πόρτα.
- Καλώς την κόρη μου!
- Τι καλό ψήνεις μαμά;
- Όρνιθα γιομιστή.
Η παραφουσκωμένη κοιλιά του κοτόπουλου με τα καβουρδισμένα στο βούτυρο συκωτάκια, ρύζι, κουκουνάρι, σκόρδο και ψιλοκομμένο κρεμμύδι, έβγαζε γαργαλιστική μυρωδιά από την ερμητικά κλειστή αγκαλιά της σόμπας. Ραμμένο με χοντρή βελόνα και κλωστή για να μη φύγει η γέμιση και τυλιγμένο σαν πακέτο στη λαδόκολλα, ψηνόταν με τους χυμούς του στο ταψάκι. Θα το συνόδευαν με τραγανές τηγανητές πατάτες κι ένα ελαφρά βρασμένο μπουκέτο λαχανικών. Μπρόκολο, καρότα, καρδιές από λάχανα, κολοκυθάκια, με μπόλικο λαδολέμονο.
- Η Λιωλιώ;
- Τοις δρόμοι πήρε πάλι με το γιο του Νότη... Κακά ξεμπερδέματα θα έχομε παιδάκι μου έτσι και τοις πάρει χαμπάρι αυτός... Δε σε λέω που δεν είναι καλή τύχη για την αδερφή σου, αμά θα σηκωθεί ο κόσμος στο ποδάρι απέ το κακό που θα γένει...
- Πώς πάνε τα πράματα μαμά, τι σε είπε;
- Τη θέλει λέει... Μήτε που είναι χήρα τόνε νοιάζει, μήτε που έχει κοτζάμ παιδί, ούλα ωραία τα βλέπει... 
- Μακάρι να είναι έτσι και να μη τόνε έπιασε το γινάτι για να τη γλεντήσει κι αυτή όπως τις άλλες που τον κάμει τη δύσκολη. Γιατί κακά τα ψέματα, κομμάτι αταίριαστο είναι το πράμα...
- Κατά πως τα λέει, τρελός και παλαβός είναι μαζί της και θέλει να τη στεφανωθεί. Τόνε μίλησε, αμά δεν τόνε νοιάζει μήτε η οικογένειά του, μήτε ο κόσμος τι θα πει... Και καλά, τον κόσμο ποτές δεν τον υπολόγισε η αδερφή σου και να σε πω κάτι, ούτε κι εγώ! Άμα είναι το τυχερό της, ας σκάσουνε απ' τη ζούλια τους! Τοις γονιοί του είναι που σκέπτουμαι και πιο πολύ κείνο τον πατέρα του μη και της κάμει κάνα κακό... Τέτοιος σκύλος μαύρος που είναι, ούλα να τα περιμένεις! Είπαμε που θα έχει τα δίκια του βέβαια η αλήθεια και καλύτερα θα την ταίριαζε άλλος, αμά αυτοί ξεκολλημό δεν έχουνε για! Τα θέλει αυτή, αμά τα θέλει κι αυτός!
- Τι να σε πω καλέ μαμά... Ο μπαμπάς μου τι λέει;
- Σεκλετισμένος είναι κι αυτός που σκέπτεται τη γλώσσα του...
Η θεία που κατέφθασε φρέσκια και γελαστή για να μάθει τα νέα, έδωσε άλλο αέρα στη συζήτηση.
- Καλέ, τι ευχάριστα πράματα είναι αυτά! Το έλεγα εγώ πως είναι το τυχερό της κόρης σου! Σιγά που θα θα κάτσει ν' ακούει το μπαμπά του κοτζάμ άντρας λες κι είναι μωρό! Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να 'χει ο πεθερός δε λένε; 

Ο Νότης αφού ήπιε τον καφέ του, πέταξε το φλιτζανάκι με δύναμη στον τοίχο μαζί με μια βρισιά.
Ήταν η τρίτη ζημιά που έκανε εκείνη τη μέρα αφού είχαν προηγηθεί δυο πιάτα κι η γυναίκα του συγχυσμένη μάζευε ξανά τα σπασμένα. 
- Ησύχασε άντρα μου μη σ' έρτει τίποτα...
- Πώς να ησυχάσω μπρε γυναίκα; Εσύ που κλαις και τραβάς τα μαλλιά σου με το κακό που μας βρήκε δεν έχεις φόβο; Θαρρείς που δε φοβούμαι μη και πάθεις; Ορίστε τα χάλια του γιου μας, να μας στείλει στο μνήμα θέλει! Τόσες κοπέλες τόνε θέλανε, με τόσες έμπαινε κι έβγαινε και γλένταγε, για παντρειά μήτε ν' ακούσει δεν ήθελε και τώρα να θέλει να πάρει τη χήρα με το παιδί; Τον έστριψε πια;
- Μπρε Νότη μου, μπας και τόνε κάνανε τίποτις και τον έχουνε δεμένο;
- Άσε μας κι εσύ! Άμα κάμει του κεφαλιού του ο γιος σου ούλο δεμένο τόνε έχουνε! Τα ίδια έλεγες και με τα προξενιά που τον φέρνανε και με τις κοπέλες που τον αρέσανε αλλά δεν ήθελε γάμο, ότι τον έχουνε δέσει το στεφάνι του! Θαρρείς που δεν επήρα χαμπάρι που έτρεχες εδώ κι εκεί για να τόνε λύσουνε; Και τα λιβάνια και τα μαντζούνια που έκαιγες και δε μπορούσε άθρωπος να σταθεί απέ την κάπνα στο σπίτι; Και τα ρούχα του που έδωκες τον παπά να τα διαβάσει; Σ' αρώτηξα κείνη τη μέρα τι κουβαλάς μέσα στην τσάντα που πας στην εκκλησία και με είπες κάτι παλιά για τοις φτωχοί και σε κάμποσες μέρες τα έφερες πάλι πίσω! Για χαϊβάνι με περνάς; 
- Ε, σα μάνα κι εγώ, είπα να βοηθήσω κομμάτι κι έκαμα ο,τι με λέγανε... Λίγο πράμα είναι να βλέπω το γιο μου να περνάνε τα χρόνια και να μη θέλει να κάμει οικογένεια; Εγγονάκια έπρεπε να έχομε και...
- Και σε φέρνει εγγονό έτοιμο από άλλο μπαμπά, πες το!
Ένα κουβάρι έγινε η μάνα και τα δάκρυα μούσκεψαν ξανά το χλωμό της πρόσωπο.
- Τις καλές μέρες που ήρτανε στο μαγαζί έπρεπε να τοις φαρμακώσω αντί να τοις γλυκάνω! Πού να ήξευρα ότι θα μας χαλνούσε το σπίτι κι αυτή κι ο γιος της! Άμα είδα τον Περικλή να την κοιτάζει και να τον τρέχουνε τα σάλια σάμπως και δεν είχε διει άλλη γυναίκα στη ζωή του, σφάχτης με βρήκε! Να κι άλλα κεράσματα που πήγε κι έκατσε μαζί τους, να τα χάχανα, να και που τοις πήρε με το αυτοκίνητο να τοις πάει στο σπίτι μη και πατήσει αυτή το ποδάρι της στο χιόνι! 
- Αχ... 
- Το παλιοθήλυκο! Τον άντρα της δεν ετίμησε όπως ούλες οι καλές και καθώς πρέπει γυναίκες! Μόλις τον έθαψε, αρχίνησε τα δικά της η αρσίζα, το μυαλό της ούλο στα στολίσματα και στη γύρα το είχε! Το κουσέλι δίνει και παίρνει με δαύτη, τα ξεύρουμε για! 
- Λες να μη κάμει πίσω και να την πάρει;
- Ας τολμήσει και θα τόνε δείξω εγώ! Δεκάρα δε θα διει, θα τόνε ξεγράψω από παιδί μου! Κι άμα μείκει χωρίς ένα παρά στην τσέπη, θα τόνε ρίξει αυτή μια μουντζιά και θα ψάξει γι άλλο κορόιδο να τη στεφανώσει και να τη μεγαλώνει το παιδί της! 


Ο Περικλής πρόσφερε στη Λιωλιώ ένα καναπεδάκι με εκλεκτό χαβιάρι και της σκούπισε απαλά τα χείλη με τη λευκή, φίνα πετσέτα. Τα ποτήρια τους γέμισε ξανά η ακριβή σαμπάνια. 
- Στην υγειά μας και στις χαρές που μας περιμένουν!
- Στην υγειά μας Περικλή μου! Ακόμα δε μπορώ να το πιστέψω... 
Κοίταξε το δαχτυλίδι με τη μεγάλη πέτρα που άστραφτε γύρω απ' το κρυστάλλινο ποτήρι. 
- Τα καλύτερά μας χρόνια έχουμε μπροστά γιαβρί μου! 
Πήρε το χέρι της και το κράτησε τρυφερά, κάνοντάς τη να ριγήσει. Το έσφιξε λίγο κι ένιωσε τη σιγουριά του αρσενικού που είχε κοπιάσει για να την κατακτήσει και δε θα άφηνε ποτέ κανέναν και τίποτα να τους χωρίσει. 
- Με μάγεψες απ΄την πρώτη στιγμή που σε είδα! Είσαι η γυναίκα που περίμενα σε ούλη μου τη ζωή... 
Οι σκέψεις είχαν στήσει τρελό χορό αλλά δεν ήθελε να χαλάσει τις όμορφες στιγμές που ζούσαν. Ούτε οι γονείς του, ούτε ο κόσμος που ήδη τους κουτσομπόλευε είχαν θέση εκείνο το βράδυ. Μόνο οι δυο τους και οι όρκοι αιώνιας αγάπης κι αφοσίωσης χωρούσαν.
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και του ψιθύρισε λόγια αγάπης. Αυτά που ήθελε ν' ακούσει... 
 Πέρασε τη γούνα στους ώμους της και σε λίγο το αυτοκίνητο κυλούσε στους παγωμένους δρόμους. Οδήγησε ως το εξοχικό τους σπίτι λίγο πιο έξω απ' την Αθήνα, που τους περίμενε ολόφωτο και ζεστό. Χαμογέλασε όταν είδε την απορία στα μάτια της.
- Ήρτα από νωρίς, πριν σε ανταμώσω και το ετοίμασα! Ήθελα να περάσουμε εδώ το πρώτο μας βράδυ σαν αρραβωνιασμένοι...
Αγκαλιάστηκαν ζαλισμένοι από τη σαμπάνια και τον έρωτα. Τη γύρισε στο σπίτι της λίγο πριν περάσει το πρώτο πρωινό λεωφορείο που έπαιρνε τους μεροκαματιάρηδες της γειτονιάς. Κάποιοι απ' αυτούς που έπιναν τις τελευταίες γουλιές από το τσάι τους, άκουσαν τη μηχανή του αυτοκινήτου και την είδαν να βγαίνει αφού φιλήθηκε πριν μαζί του.
- Τρέχα γυναίκα να διεις! 
- Ου να μου χαθεί η παλιοβρόμα! Κρίμας τοις γονιοί της που είναι τόσο καλοί αθρώποι, κρίμας και το παιδάκι της που το έλαχε να έχει τέτοια μάνα! Σα δε ντρέπεται! 
- Το κουσέλι θέριεψε παντού όταν η μάνα ανήγγειλε καμαρωτή τους αρραβώνες της με το γιο του Νότη. 
- Μπρε τι τόνε βρήκε τον καημένο!
- Αχ τον καψερό!
- Τι τόνε τάισε και τόνε τύλιξε η χήρα;
- Πες με για! Από τόσες που πέφτανε στα πόδια του; 
- Μα τη γρουσούζα! Θα τόνε θάψει κι αυτόνα καλέ! Πα πα πα!
- Ούλα στα λούσα θα τους τα φάει!
Όσες ήξεραν καλά τα οικογενειακά του και τον είχαν στη μπούκα για τις αδικίες που είχε κάνει στ' αδέρφια του, την υποστήριζαν.
- Καλά να πάθει! Ούλα εδώ πλερώνονται! Εγώ την κόρη μου δεν τους την έδινα για νύφη, καλύτερα στο ράφι να έμνησκε! Συμπεθεριό με δαύτον να μας έλειπε! Μια χαρά τοις έπεσε η χήρα, καλά έκαμε! Απ' το να γυρνάει εδώ κι εκεί, καλύτερα με έναν άντρα που θα τη στεφανώσει και θα προστατέψει και το έρμο τ' ορφανό... 
- Ε, ναι, έτσι είναι! Χειρότερος κι από Οβραίο είναι ο Νότης, για τοις παράδες ζει! Η Λιωλιώ δεν είναι κάνα κορίτσι λεύτερο να πεις που τα υπολογίζει ούλα! Κακά τα ψέματα, άμα έχεις άντρα θαμμένο πίσω σου κι ολάκερο παιδί, κοιτάς όπως όπως να κουκουλωθείς! 
- Όχι βέβαια με άντρα ανύπαντρο...
- Αυτός την έλαχε κι αφού τη θέλει...
- Μπρε σεις, πάμε ίσια με το μαλεμπιτζίδικο να διούμε τα μούτρα του;
- Χα χα χα! Και δεν πάμε; 
- Την Κυριακή το πρωί, μεθαύριο; 
- Μήπως το απόγεμα καλύτερα;
- Να ξεύρω για να ψήσω το κρέας αποβραδίς για!
- Κι άμα γυρίσουμε με το καλό, μα ένα πιλαφάκι, μα λίγες πατατούλες τηγανίζουμε και τρώμε...
- Ναι, ναι! Κοκκινιστό θα στήσουμε ούλες! Χα χα χα! 

Το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του Νότη έκανε εμφανή τη σύγχυση του που χειροτέρεψε όταν τις είδε. 
- Τι επιθυμείτε παρακαλώ; 
Έδωσαν την παραγγελία στο ευγενέστατο γκαρσόνι.
- Πες και τον αφεντικό σου να έρτει κομματάκι να τον διούμε! 
- Θα τον πω...
Η σπρωξιά που έδωσε στο νεαρό υπάλληλο όταν του μίλησε, τις έκανε έξαλλες και συνέχισαν την καζούρα! 
- Τι κρύβεσαι πίσω απέ τοις πάγκοι σάμπως να μας χρωστάς παράδες καλέ Νότη; 
- Τι σε κάμαμε και δε μας λέγεις μήτε μια καλημέρα;
- Έλα να σ' ευχηθούμε και για το γιο σου! Η ώρα η καλή να είναι!
Μόλις το ξεστόμισε η πιο κουτσομπόλα και φαρμακόγλωσσα της παρέας κι ο υπόλοιπος κόσμος άρχισε να φωνάζει τις ευχές του χαρούμενος, ο πατέρας άφρισε! 
- Το γιο μου εγώ δεν τον αρραβώνιασα κι είναι ούλα ψέμματα! Όσο γι αυτή που θέλει να τόνε τυλίξει είναι γελασμένη! Αυτό να την πείτε! 
Η χαρά του κόσμου έγινε σούσουρο κι η γυναικοπαρέα προσπαθούσε να κρύψει τα ειρωνικά της γέλια. 
Η μεγάλη φασαρία έγινε στο σπίτι. 
- Ποιοι αρρεβώνες λέγανε ούλες στο μαγαζί μας Περικλή; Ταμπλάς κόντεψε να έρτει το μπαμπά σου, είδα κι έπαθα να τόνε συνεφέρω! Κι εμένα με πονεί πολύ το στήθος μου, η καρδιά μου έπαθε! Έλα στα συγκαλά σου παιδί μου κι άσε τις αποκοτιές! Γελάει ο κόσμος μαζί μας, δεν το καταλαβαίνεις;
- Την πέρασα δαχτυλίδι και θα την παντρευτώ μαμά!
- Πάει, τρελάθηκες εντελώς! Τι σ' έκαμε αυτή μπρε και σε τύφλωσε; Να σε πάω στον παπά να σε διαβάσει, να καθαρίσει το κεφάλι σου και να σε φύγει η ιδέα που σ' έβαλε στο μυαλό! 
Ο Νότης μπήκε φουριόζος χτυπώντας την πόρτα.
- Άμα είναι αλήθεια όσα λένε, να φύγεις απέ δω, ακούς; Σε ξεγράφω από γιο μου και μη με λογαριάζεις πια για πατέρα σου! Και πες σ' αυτή τη αρσίζα ότι δεν έχεις να διεις από μένα δεκάρα τσακιστή! Θα σε βαστήξει θαρρείς άμα διει που δεν θα έχεις μήτε τσιγάρο να φουμάρεις; Στο δρόμο θα μείκεις και καλά να πάθεις!
Ο Περικλής που ήταν προετοιμασμένος για όλα, τον αντιμετώπισε ήρεμα κι ας είχε φουντώσει.
- Όπως θες θα γίνουν όλα μπαμπά... Κράτα τοις παράδες σου κι εδώ δε θα ξαναπατήσω! Τη Λιωλιώ θα την πάρω και χωρίς την ευχή σου, θα ζήσουμε μια χαρά! Στο δρόμο δε θα μείνω, τα έχω μιλήσει με τους θείους μου, τ' αδέρφια σου, που τα ξέρουνε ούλα κι είναι με το μέρος μας! Μαζί τους θα δουλέψω, είναι κι ευκαιρία να κουβεντιάσουμε και να ζητήσουν πίσω όσα τους στέρησες με την πονηριά σου!
Έφυγε πριν δει τον πατέρα του να σωριάζεται ξέπνοος...  


- Τι έχεις κοκόνα μου; Κομματάκι χλωμή σε βλέπω...
Η ανοιχτόχρωμη πούδρα έκανε μια χαρά τη δουλειά της κι η Λιωλιώ άρχισε τα νάζια.
- Ε, είναι απέ τη μεγάλη μου στεναχώρια... Λίγο πράμα το 'χεις αυτό που γένεται; Μπορεί να μη σ' έλεγα και πολλά τόσο καιρό, αμά εγώ ξεύρω τι περνάω... Ο μπαμπάς σου με βρίζει άσκημα όπου σταθεί κι όπου βρεθεί κι ούλος ο κόσμος με κοιτάει με μισό μάτι... Οι γονιοί μου με είπανε να φύγω και να πάω στη θεία μου να μείκω που είναι στα εξωτερικά, ίσια με να ξεχαστεί το ζήτημα...
- Τι είναι αυτά που λες;
- Την αλήθεια σε λέγω... Να μνήσκω εδώ και να μην έχουμε μούτρα να βγούμε όξω; Και να σε πω, το παιδάκι μου σκέπτουμαι που θα μείκει και δίχως μαμά, ορφανεμένο το τζιέρι μου... Γιατί θα πάω γλήγορα να βρω το μπαμπά του, δε θα έχω ζωή χωρίς εσένα...
Ο Περικλής ταράχτηκε πολύ.
- Αυτά τα λόγια να μη τα πεις άλλη φορά! Ούλοι μαζί θα ζήσουμε ωραία και καλά!
- Αυτό δεν γίνεται... Χήρα γυναίκα με παιδί, έτσι αστεφάνωτη και να μείκουμε μαζί σου; Δεν τα κάμω αυτά τα πράματα, καλύτερα να πεθάνω χωρίς ντροπή!
- Ποιος σε είπε που θα σ' έχω αστεφάνωτη; 
- Ο μπαμπάς σου τα λέγει παντού...
- Άστον να λέει ο,τι θέλει! Κοίτα, έχω μπόλικοι παράδες δικοί μου, θα βάλουμε μπρος για το γάμο! Μετά τα στέφανα, δε μπορεί να πει κανένας τίποτα, γυναίκα μου θα είσαι! Ο μπαμπάς μου θα με δώκει τα πρεπούμενα, μη σε πω κι ότι θα μείκω στο μαγαζί, γιατί δεν τόνε συμφέρει να γένει πάλι άνω κάτω με τ' αδέρφια και τ' ανίψια του. Αυτή η ιδέα που με είχες πει τότε, ητανάνε η καλύτερη!
- Μα εγώ ένα αστείο σε είχα πει έτσι για να χωρατέψω... 
Την αγκάλιασε στοργικά.
- Το ξεύρω γιαβρί μου! Έτσι όμως το πέταξα κι εγώ και κατάπιε τη γλώσσα του!

Η Λιωλιώ με τους γονείς και τη θεία της κρατούσαν τις κοιλιές τους απ' τα τρανταχτά γέλια.
- Χα χα χα! Τόνε τσακώσαμε το γαμπρό κι ας το Νότη να βράζει στο ζουμί του! 
- Να διούμε και τι σούπα θα βγάλει! Χα χα χα! 
- Καλά με τα είπε ο μπαμπάς μου άμα το πήρε πια ζεστά το ζήτημα! Να τόνε χτυπήσουμε κει που τον πονάει και να μη βγάλει κιχ!
- Δε σας τα έλεγα εγώ μπρε σεις; Η τύχη σου χτύπησε την πόρτα, σιγά μη τη διώχνατε! Κι αυτός ο μικρός σου πια, ξετρελαμένος με τον Περικλή! Και ποιο παιδάκι δε θα τον ήθελε για μπαμπά, ε; Κιμπάρης, κουβαρντάς, τόνε ψουνίζει του κόσμου τα πράματα, χώρια τα γλυκά! Ζωή χαρισάμενη θα περάσετε κοντά του! Άιντε και θα σε ντύσουμε πάλι νυφούλα, ποια τη χάρη σου! Ματάκι να φορείς κόρη μου, γιατί θα σε φάνε ούλες απ' τη ζούλια τους!
- Καλέ θεία, ντρέπομαι να βάζω πάλι νυφικό...
- Τι λες μπρε; Με δόξα και τιμή θα παντρευτείς! Καλά, δε σε λέγω να βάλεις πέπλο μια που είσαι σε δεύτερο γάμο, αμά θα βγούμε στα μαγαζιά και θα διαλέξουμε κάτι ωραίο να στολίσει τα μαλάκια σου. Μα λουλουδάκια, μα ένα ωραίο καπελάκι, ο,τι σε πάει πιο καλά! 

Ο γάμος έγινε παρουσία λίγων συγγενών του γαμπρού. Οι περισσότεροι είχαν πάρει το μέρος των γονιών του κι ούτε καν τους ευχήθηκαν. Η εκκλησία ήταν γεμάτη από τους φίλους τους και το σόι της νύφης. 
- Έλα συμπεθέρα, έρχεται!
Η Μαρίκα που ήταν αρκετά πιο ψηλή προσπαθούσε να κρατήσει τα γέλια που την έπνιγαν όταν η Σουλτάνα ποδοπάτησε αρκετό κόσμο για να δει τη μελλόνυμφη Λιωλιώ να βγαίνει από το αυτοκίνητο.
- Μπρε, μπρε, μπρε! Κούκλα είναι η νύφη! Άιντε, η ώρα η καλή!
Όταν ο πατέρας συγκινημένος την παρέδωσε στο γαμπρό, ήταν η σειρά της να πνίξει τα γέλια.
- Συμπεθέρα, ο Νότης λες να ζει ακόμα ή τα τίναξε απ' το κακό του;
- Μπα σε καλό σου! Χα χα χα! 
- Λες να τη σκαπουλάρει;
- Χα χα χα! Τι να σ' ειπώ, δεν ηξεύρω... Να χαρείς, μη με λέγεις τέτοια κι άλλο δεν ηκρατώ τα γέλια μου...
- Το καλό που τον θέλω, να μη μας κάμει κάνα ξαφνικό...
- Αλίμονο τον άνθρωπο...
- Όχι τίποτις άλλο, με τα τούτα και τα κείνα τους που δεν επήγαμε απέ κει, σκέφτουμαι τα γλυκά του και με κατέβηκε το ζάχαρό μου... Δεν είναι ώρες να κλείσουνε το μαγαζί ένεκα του πένθους! 
Χρόνια θα θυμόταν η Μαρίκα τα γέλια που έκαναν στο γάμο τους. Τα υπόλοιπα συνεχίστηκαν την επόμενη μέρα με τον καφέ.

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Πρωτοχρονιάτικα καμώματα


- Δεν ξεύρω τι να διαλέξω!
- Ούτε κι εγώ μαμά.
- Είναι ούλα τόσο ωραία!
Η Λιωλιώ τους έδωσε τη λύση, προτείνοντας να φάνε παγωτό καϊμάκι με σιρόπι και βύσσινα. Θα έπαιρναν και δυο κουτιά με διάφορα από τα λαχταριστά γλυκά για τα σπίτια τους.
Συμφώνησαν μητέρα κι αδερφή.
Αφού τέλειωσαν το χάζι στις βιτρίνες και ψώνισαν, κάθισαν να ξεκουραστούν στου πατριώτη τους. Η Λιωλιώ δεν είχε ξαναπάει γιατί δεν είχε χρόνο να τις ακολουθήσει την προηγούμενη φορά. Έπρεπε να ετοιμαστεί γιατί ήταν καλεσμένη στη συγκέντρωση ενός συλλόγου που μετά το φαγητό ακολούθησε γλέντι. Μπορεί η πίεση των γονιών της ν' ανέβηκε στα ύψη από τη σύγχυση και τις φωνές, αλλά εκείνη έκανε το δικό της.
- Πού τοις ξεύρεις αυτοί τοις αθρώποι και θα πας, μας λέγεις;
- Από το σκολειό του παιδιού, μαζί θα πάμε!
- Ποιοι είναι που σε κάμανε πρόσκληση, τι σύλλογος;
- Χορευτικός.
- Και θα πας να χορεύεις κι εσύ μπρε τρελή;
- Όχι, θα τοις κοιτάω μόνο... 
- Λιωλιώ, έλα στα συγκαλά σου και μην κάμεις τέτοια πράματα! Τι δουλειά έχεις εσύ χήρα γυναίκα με τοις χοροί και τα τραγούδια, με λες; 'Ασε να περάσουνε κομμάτι τα χρόνια, να μη σε κουσελεύει ο κόσμος!
- Άμα περιμένω να περάσουνε τα χρόνια, θα έχω ρεματικά σαν την αδερφή σου που πονεί ούλη την ώρα και δε θα μπορώ να πάρω τα ποδάρια μου...
- Τι με λέγεις μπρε; Η θεία σου είναι μεγάλη γυναίκα κι εσύ είσαι κοπέλα ακόμα!
- Ναι, αμά έτσι που το πάτε κι ούλο να περάσουνε τα χρόνια με λέτε, έτσι μεγάλη θα είμαι κι εγώ!
- Μπα που άδικη ώρα να μη σ' έρτει! Τη ζωή μας έφαες!
- Εσείς τρώτε τη δικιά μου!
- Μπρε συ, τι παράπονα έχεις; Δεν επήγαμε την περασμένη βδομάδα στον κινηματόγραφο, δεν εφάγαμε μετά όξω;
- Ναι, που με τρέχατε στην άλλη άκρη για να μη με πάρει κάνα μάτι και γινήκαμε μούσκεμα απέ τη βροχή όσο περιμέναμε το λεωφορείο... Και δε φτάνει αυτό, είπες και στις διπλανές που αρρώστησε ο κουμπάρος και πήγαμε να τον διούμε στο νοσοκομείο... 
- Ε... Και τι να τις έλεγα που μ' αρωτήξανε; Μας είδανε ντυμένες που φύγαμε και...
- Την αλήθεια να έλεγες! Ούλο με τη δικιολογία στον στόμα είσαι κι εσύ, άσε με πια!
- Να μη δίνουμε δικαιώματα, γι αυτό! Τόσες γυναίκες, για μεγάλες, για μικρές που εχάσανε τοις αντράδες τους, είναι μαζωμένες και τέτοια πράματα δεν κάμουν! Και στην Πόλη κι εδώ, το ίδιο είναι! Σεμνές, σοβαρές, με τα παιδάκια τους, μετρημένες σε ούλα τους... Πόσες είδες να κρεμούνε τόσες αλυσίδες και βραχιόλια πάνω τους, ε; Κραγιόνια πόσες φορούνε; Η συννυφάδα της ξαδέρφης μου στα δέκα χρόνια παντρεύτηκε πάλι, η αδερφή του φούρναρη στα οχτώ! Τόσα χρόνια δεν τις έβλεπες πώς ζούσανε; Μόνο στην εκκλησία και στα μνήματα πάγαιναν κι άμα τις έκαμε η ανάγκη για κάνα πράμα βγαίνανε αμά αθρωπινά! Τιμούσανε τοις αντράδες τους κι ο κόσμος τις έβλεπε με σέβας! Μήτε χοροί, μήτε χάχανα, μήτε κραγιόνια και μαλαματικά όσο ητανάνε το πένθος νωπό! Τα σπίτια τους είχανε μουσαφιραίοι κι ούλη τη μέρα πίνανε καφέδες και μιλάγανε και καλά κάμανε! Ο νους τους όμως στη θέση του, όχι σαν εσένα! Άιντε κι εσύ δε θέλεις να είσαι κατά πως πρέπει, βγες όξω σοβαρή με την οικογένειά σου να φας ένα γλυκό που λέει ο λόγος ή κάνα σουγλάκι αμά όχι να γυρίζεις έτσι!
Αντί ν' απαντήσει η Λιωλιώ, φόρεσε το μαντό της, πήρε το παιδί κι εξαφανίστηκαν. 
- Βλέπεις το χάλι της κόρης σου;
- Με το ζόρι κρατήθηκα να μη τη ρίξω σκαμπίλι γυναίκα! Τυχερή ητανάνε που το παιδί καθόταν δίπλα της! Κακά ξεμπερδέματα θα έχομε με δαύτη! 
- Τι να την κάμω πια δεν ξεύρω...
- Μήτε κι εγώ αντέχω αυτή την κατάσταση! Ο γιατρός άκουσες τι με είπε! Κι η πίεση μεγάλη είναι κι η ζάχαρή μου!

Η Λιωλιώ απολάμβανε το παχύ, σιροπιασμένο παγωτό και χάζευε ανέμελα τριγύρω, όταν ένιωσε δυο μάτια να την καρφώνουν. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν όταν τ' αντάμωσε το βλέμμα της κι ήπιε σχεδόν μονορούφι το νερό για να ηρεμήσει.
- Τι έπαθες άξαφνα και γένηκες σαν τη ντομάτα καλέ;
- Τίποτα, καλά είμαι...
Το κοκκίνισμα έφερε ακόμα μεγαλύτερη ταραχή στη μάνα και την αδερφή της όταν είδαν το χέρι της να τρέμει.
- Να φύγουμε, δεν είσαι καλά!
- Δε θα πάμε πουθενά! Θα σας πω, αμά μη γυρίσετε να διείτε! Μπας και ξεύρετε αυτόν που στέκει στην πόρτα του μαγαζιού;
Η μάνα έβγαλε το καθρεφτάκι, τάχα να δει αν το κραγιόν στα χείλη της ήταν εντάξει και τον είδε από κει.
- Ο Περικλής είναι καλέ, ο γιος του Νότη! Αμά, γιατί αρωτάς;
- Δεν είχα πάρει χαμπάρι που με κοίταζε τόση ώρα και τώρα δα με χαμογέλασε...
- Α, καλά! Αυτός τζάνουμ αλλάζει τις γυναίκες κάθε μέρα... Θα τον αρέσεις κι εσύ φαίνεται... 
- Γι αυτό ταράχτηκες έτσι μπρε αδερφή; Είπαμε κι εμείς, τι να έπαθες έτσι στα ξαφνικά;
- Κομμάτι μεγάλος στα χρόνια δείχνει, πώς και δεν παντρεύτηκε ακόμα καλέ μαμά;
- Τον αρέσει να γυρίζει με τη μια και με την άλλη, να σκορπάει και τοις παράδες του που μήτε ξεύρει πόσοι έχει! Τόσα προξενιά τον κάμουνε απέ χρόνια, τίποτις αυτός! Γύρνα απέ δω να μη σε κοιτάει, άιντε μπράβο! Αυτό δα μας έλειπε, ν' αρχίσει να σε τριγυρίζει! 
- Αμέσως εσύ...
- Μπρε, άκου μια φορά και τη μαμά σου! Άμα τα πράματα ητανάνε αλλιώς, χαρά μεγάλη θα έκαμα να σε βρει τέτοια τύχη και θα το έσπρωχνα το πράμα! Είναι και τόσα χρόνια πιο μεγάλος από σένα, σαν την κούκλα θα σε είχε! 
- Αυτό σκέφτομαι κι εγώ...
- Το μπαμπά του όμως; Γιαγκίνι θα μας κάψει άμα πάρει χαμπάρι τέτοιο πράμα! Ο μοναχογιός του, το καμάρι του, που έχουνε πέσει στα πόδια του οι καλύτερες νύφες με παράδες και προίκες, να πάρει χήρα και μάλιστα με παιδί;
- Μπα! Τι μας λέγεις τώρα μπρε μαμά; Οι γυναίκες που μείκανε χήρες νέες, δεν πρέπει να σιάξουνε ξανά τη ζωή τους; Τι πάει να πει δε θα πάρει χήρα με παιδί;
- Ξεύρω τι σε λέγω! Κάθε γονιός που έχει παιδί λεύτερο, δεν κάμει τέτοια όνειρα... Κι εσύ που ήσουνα μια χαρά κοπέλα ανύπαντρη και σε στέλνανε προξενιά τα καλύτερα παλικάρια, άμα μ' έλεγες που ήθελες ένα χήρο με παιδί, με καλό μάτι θα το βλέπαμε; Καμιά μάνα και κανένας πατέρας δεν το θέλουνε για το παιδί τους κόρη μου, κακά τα ψέματα... Οι χήρες ούλες, κάνα χωρισμένο για κάνα ανύπαντρο που τόνε πήρανε τα χρόνια και θέλει πια μια παρέα παίρνουνε... Τούτος εδώ, μπορεί να μην είναι παλικαράκι, αμά τα χρόνια που σέρνει δεν τόνε φαίνουνται, είναι κι εύπορος πολύ κι η μπογιά του περνά ακόμα!
Η Λιωλιώ έριξε ακόμα μια κλεφτή ματιά στον Περικλή.
- Ναι μπρε μαμά, δε σε λέγω που έχεις άδικο, αμά δεν είναι αμαρτία μια γυναίκα που χάνει τον άντρα της νέα να μη μπορεί να χαρεί τη ζωή της με κάποιον της ηλικίας της;
- Αμαρτία είναι που της πεθαίνει ο άντρας κόρη μου και μνήσκει μοναχιά. Αυτό όμως δεν είναι δουλειά δικιά μας, των αθρώπων... Κακά τα ψέματα, ο άντρας είναι στήριγμα στο σπίτι και τη φαμίλια του, το χνώτο του και μόνο δίνει μια σιγουριά. Θα τα θάψει κι εκείνη τα νιάτα της κοντά του, θα τόνε τιμήσει και θα κάμει τα πρεπούμενα, θα σεβαστεί το μεγάλο της πένθος... Δεν υπάρχει πιο χειρότερο πράμα απ' το να φύγει ο προστάτης και να μείκουν πίσω γυναίκα και παιδί... Και να σε πω, εσύ είσαι πολύ τυχερή, έχεις την οικογένεια ούλη κοντά σου να σας φροντίζει εσένα και το παιδί, δεν είσαστε έρμοι και μόνοι! Θαρρείς που τα δάκρυά μου ητανάνε μόνο για το χρυσό άθρωπο που έφυε έτσι άδικα τόσο νέος; Έκλαψα πολύ και για σένα που τόνε έχασες πάνω στα νιάτα σου... Το παιδί βγαίνει όξω, παίζει με τοις φίλοι του, πάει στο σκολειό και ξεχνιέται, κανείς δεν το παραξηγάει. Εσύ όμως είσαι αλλιώς και πρέπει να βαστάς ψηλά τ' όνομά σου και το δικό του! Τη χήρα που είναι στα καλύτερά της χρόνια, ούλοι την ορέγονται και την κουσελεύουνε γιαβρί μου, τα βλέπεις και μόνη σου αυτά που σε λέγω... Αμά εσύ έχεις τα μυαλά πάνου απ' το κεφάλι σου... 
- Δε με λέγεις μπρε μαμά, είσαι σίγουρη ότι ούλες οι χήρες του κόσμου κάμνουν έτσι κι ύστερα απέ χρόνια παντρεύουντε τοις μεγάλοι;
- Όχι βέβαια! Ακούστηκε καμιά φορά παλικάρι που εμπλέχτηκε με χήρα κι ο κόσμος έσουρνε ένα σωρό λόγια! Τι που τόνε τάισε πράματα κακά, τι που τόνε πότισε και τόνε τύλιξε κι ούλο τέτοια λέγανε ώσπου τους χωρίσανε! Και σ' έναν άλλο πάλι, τον λέγανε που θα τόνε θάψει κι αυτόν όπως τον πρώτο, λες κι ητανάνε στα χέρια της γυναικός του η ζωή του.  Να μην αξιώνεται άθρωπος να πέσει στα λόγια του κόσμου! Δε λένε που είναι καλύτερα να σε βγει το μάτι παρά το όνομα;
Σ' αυτό συμφώνησε κι η αδερφή της.
Πετάρισε τα βλέφαρα η Λιωλιώ κι έσκασε στα γέλια.
- Εγώ θέλω και τα δυο μου μάτια και δεν λογαριάζω τον κόσμο! Οι τύχες οι καλές δεν χτυπάνε την πόρτα όποτε το θέλουμε εμείς μαμά και δεν πρόκειται ν' αφήσω καμιά ευκαιρία να πάει χαμένη! Ετούτος που με γλυκοκοιτάει είναι ο,τι πρέπει για μένα κι είναι στο χέρι μας να με διει σοβαρά... Και πες με που δε θα τόνε ήθελες για δεύτερο γαμπρό σου! 
- Ναι, ναι, κάμε όνειρα σερσέμα...

Με την τσάντα γεμάτη παιχνίδια που χάρισε στο γιο της ένα μόνιμο χαμόγελο ευτυχίας, έφτασε η Λιωλιώ στο ζαχαροπλαστείο. Ο Νότης που στεκόταν στην πόρτα την άνοιξε κάνοντας μια ευγενική υπόκλιση και τους ευχήθηκε για τις γιορτές.
- Χρόνια πολλά κυρία μου! Χρόνια πολλά μικρέ! Ορίστε, περάστε να ζεσταθείτε!
Η θαλπωρή που χάριζαν οι δυο τεράστιες σόμπες, έκαναν την ατμόσφαιρα ιδανική για ξεκούραση εκείνο το παγωμένο απόγευμα του Δεκέμβρη που οι νυφάδες χόρευαν σαν μπαλαρίνες. Έβγαλε τα γάντια και το μαύρο της παλτό με το γούνινο γιακά κι έριξε μια ματιά τριγύρω. Τρεις μήνες είχαν περάσει από τη μέρα που είχε έρθει για πρώτη φορά. Τα τραπέζια κι οι καρέκλες που ήταν έξω ως τα μέσα του Σεπτέμβρη είχαν μαζευτεί και τη θέση τους είχαν πάρει δυο ολόφωτα λαμπερά έλατα και πολλές στολισμένες γλάστρες με λαμπιόνια και γιρλάντες. Πολύ ωραίος ήταν διακοσμημένος κι ο εσωτερικός χώρος. Χριστουγεννιάτικες μπάλες με χρυσόσκονη κρέμονταν παντού, γκι και κουκουνάρες ανάμεσα στα πολύχρωμα φωτάκια κι οπωσδήποτε κέρασμα κουραμπιέ και φοινίκι σε όλους τους πελάτες.
Η ζεστή σοκολάτα στα μεγάλα φλιτζάνια μοσχοβολούσε και το κουλουράκι που τη συνόδευε ήταν αφράτο και τραγανό, αφήνοντας στο στόμα την πικάντικη γεύση της κανέλας. 
Το παχύ, γλυκό ρόφημα, ξετρέλανε μάνα και γιο.
Έβραζαν το κακάο σε χαμηλή φωτιά ρίχνοντας ελάχιστο αλάτι και βανίλια. Τη γλύκα της έδινε η κρέμα από φρέσκο γάλα που πρόσθεταν στο τέλος κι η τριμμένη σοκολάτα που έλιωνε αργά, χαρίζοντας γεύση μοναδική.
Ο πανέξυπνος Νότης είχε σκεφτεί λόγω των ημερών να φτιάξει πολλά σιροπιαστά γλυκά σε μέγεθος μπουκιάς για να ευχαριστήσει τον κόσμο. Μια τέτοια ποικιλία πήραν κι εκείνοι μαζί με τα σεκέρ παρέ.
- Μαμά, πολύ με αρέσει εδώ! Θα με φέρεις πάλι;
- Πολλές φορές αγόρι μου! Σε χαλνάω εγώ χατίρι; 
Αφού γέμισε το στομαχάκι του με γλυκά κι αρώματα μπαχαρικών, ασχολήθηκε με τα καινούργια του παιχνίδια. Στο τραπέζι απλώθηκε το τραινάκι και στην άδεια καρέκλα τα αυτοκινητάκια και η πολύχρωμη σβούρα που γύριζε ξανά και ξανά.
Ο Περικλής τρέμοντας από το κρύο τίναξε το σκούφο του και μπήκε στο μαγαζί. Οι νυφάδες είχαν πυκνώσει κι έντυναν στα λευκά τις άκρες του δρόμου και τα δέντρα στις αυλές των γύρω σπιτιών.
- Έλα μπρε γιε μου! Κάτσε στη φωτιά να ζεσταθείς κομμάτι!
Όταν το βλέμμα του αντίκρισε τη Λιωλιώ με το παιδί της, το πλατύ του χαμόγελο δεν πέρασε απαρατήρητο. Ο πατέρας του ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι.
- Γιατί θωρείς έτσι τη χήρα σάμπως να την ξεύρεις;
- Μα την ξέρω μπαμπά!
- Από πού κι ως πού;
- Έχουμε ανταμώσει κάμποσες φορές... 
- Μπα! 
- Γιατί αγρίεψες μπαμπά;
- Γιε μου πρόσεχε! Ήρτανε απ' τα μέρη μας πριν κάνα δυο χρόνια και πολύ την κουσελεύει ο κόσμος! Χήρα γυναίκα που στολίζεται και παίρνει τα σοκάκια, άντρα γυρεύει!
- Καλά κάμει! Τι μας νοιάζει εμάς;
- Αυτό σε λέγω, να μη σε νοιάζει!
- Τι φοβάσαι και με μιλάς σα να είμαι μωρό;
- Μη σε τυλίξει σαν το σαραγλί! 
Αδιαφορώντας για τα λεγόμενά του, έδωσε εντολή στον υπάλληλο να ετοιμάσει ένα δίσκο με σοκολατένιες λιχουδιές και σιρόπι κανέλας και με άνεση κάθισε δίπλα τους. 

Είχαν περάσει δέκα μέρες από την τελευταία τους συνάντηση. Η Λιωλιώ φρόντισε να μάθει με τρόπο τα στέκια και τα γούστα του κι εμφανιζόταν συχνά με παρέα στα μέρη που σύχναζε. 
- Με αρέσει πολύ η συντροφιά σου!
- Κι εμένα!
- Να πάμε καμιά μέρα να τα πούμε οι δυο μας, ε; 
Η Λιωλιώ έκανε τη δύσκολη.
- Να σε πω κάτι. Δεν είναι που δεν το θέλω, αμά πολύ φοβούμαι τα στόματα του κόσμου... Χήρα γυναίκα είμαι, άμα με διούνε μαζί σου θα πούνε που σ' έχω φίλο, καταλαβαίνεις...
- Καταλαβαίνω, ναι... Αμά κι εσύ έτσι θα περάσεις τη ζωή σου, με το φόβο του κόσμου; Νέα είσαι κι όμορφη, είχες μια ατυχία να πούμε, αμαρτία δεν είναι να θάψεις τα χρόνια σου;
- Κοίτα... Η αλήθεια είναι ότι έμεικα πολύ καιρό κλεισμένη στο σπίτι κι ούλη μου η έξοδος ητανάνε στα μνήματα. Σωστό πράμα είναι αυτό, τον πρώτο χρόνο όμως. Μήτε στο μπακάλη δε μπόραγα να πάω χωρίς να με κοιτάζουνε ούλοι! Άμα ήρταμε όμως εδώ, ήθελα σαν άθρωπος να διω τον καινούργιο μας τόπο που είναι πια η πατρίδα μας. Γιατί όπως λέγουν ούλοι, τόπος σου είναι κει που μνήσκεις, κει που γεννάς τα παιδιά σου, κει που σιάχνεις τη δικιά σου οικογένεια. Κι εγώ αυτή την πατρίδα ήξευρα, την Πόλη! Κει γεννήθηκα, κει μεγάλωσα, κει έκαμα τη δικιά μου οικογένεια μ' έναν άθρωπο που δε ζυγιζούτανε μήτε με το μάλαμα! Δεν έλειψε ποτέ τίποτις μήτε σε μένα, μήτε στο παιδί μας! Φορούσαμε τα καλύτερα, τρώγαμε και πίναμε ο,τι μας άρεζε, χατίρι δε μας χαλνούσε! Κι άμα έφυε σε μια στιγμή, είπα που χάθηκα κι εγώ μαζί του, ητανάνε βλέπεις ξαφνικό... Και σαν το ξαφνικό θάνατο, δεν υπάρχει τίποτις χειρότερο για τοις άλλοι... Η αρρώστια σε ετοιμάζει, βλέπεις τον άθρωπό σου να λιώνει και ξεύρεις που θα τόνε χάσεις... Σκέψου ότι τόνε περιμέναμε στο σπίτι να φάμε και να μας πάει μετά στο μαλεμπιτζίδικο κι ύστερις ν' αφήκουμε το παιδί στη μαμά και να πάμε στο θέατρο! Κι αντί για ούλα αυτά, με φέρανε το κακό μαντάτο... Η τύχη μας έφερε εδώ για μια καλύτερη ζωή κι αυτή πια θα είναι η πατρίδα μας αφού πίσω δε θα γυρίσουμε. Άκουα να λένε για την Αθήνα, τον Περαία με το μεγάλο κι ωραίο λιμάνι, τις εξοχές κει πάνου στην Πεντέλη, την Κηφισιά και το Μαρούσι... Ήθελα να τα γυρίσω, να τα διω, να ξεύρω που ζω, τι έχει πέρα απέ τη γειτονιά μας κι ο κόσμος να κουσελεύει γιατί; Τιμάς τον άντρα σου που επέθανε μόνο μέσα στο σπίτι; Και γιατί να μη δεχτώ να πάω κι εγώ κάπου που θα με κάμουνε πρόσκληση; Και γιατί να με φοβούνται οι άλλες γυναίκες μη και τις πάρω τοις άντριδοί τους; 
- Γιατί είσαι νέα κι όμορφη, γι αυτό! 
- Κι είναι δικό μου το φταίξιμο; Περικλή, δεν τόνε λογαριάζω τον κόσμο κι όπως θέλεις διες το!
- Σε καταλαβαίνω Λιωλιώ και καλά κάμεις. Πες μου κάτι, έχεις σκεφτεί να παντρευτείς ξανά;
Εκείνη προσπάθησε να κρύψει τη χαρά της. Είχε φέρει τη συζήτηση εκεί που ήθελε!
- Όχι! Σε είπα που δεν έχω στην έγνοια μου να βρω άντρα!
- Κι αν βρεθεί κάποιος να σε κάμει πρόταση;
- Θα πρέπει να το σκεφτεί πολύ καλά! Δεν είμαι καμιά απτάλα να χαραμιστώ και να κακοπέσουμε εγώ κι ο γιος μου. Ύστερις, τι να λέμε τώρα, αυτό το πράμα δε με έχει περάσει απ' το μυαλό αν και...
- Αν και;
Χαμήλωσε τα μάτια κι έκανε προσπάθειες να δείξει ότι ντρεπόταν.
- Αν και βρεθήκανε κάμποσοι που με ζητήξανε απ' τοις γονιοί μου... Νέοι, όμορφοι, με παράδες, άντριδοι αληθινοί που δε λογαριάσανε μήτε τη φαμίλια τους, μήτε τα λόγια του κόσμου που θα λέγανε ούλοι ότι πήγε χαράμι τέτοιος λεβέντης και πήρε τη χήρα με το παιδί...
- Κι εσένανε δε σε άρεσε κανένας απ' αυτούς;
- Δεν ήθελα ν' ακούσω κουβέντα και δεν ασχολήθηκα, δε με ένοιαζε...
Στον Περικλή έκανε εντύπωση το σκεπτικό της κι ανέβηκε πολύ στα μάτια του η περίπτωση της χήρας που δεν καταδέχτηκε τους τόσους ομορφονιούς που έπεφταν σχεδόν στα πόδια της. Αυτό άλλωστε ήθελε κι η έξυπνη Λιωλιώ, που όλα αυτά ήταν γέννημα της φαντασίας της. Γιατί οι ασίκηδες μπορεί να την καλοκοίταζαν και να στέναζαν στο πέρασμά της, αλλά κανείς φυσικά δεν σκέφτηκε ούτε για αστείο να την παντρευτεί! Πού να το ξέρει όμως ο Περικλής! 
Εκείνη σκόπιμα δεν είχε πάει στο ζαχαροπλαστείο τους.
<< Άμα αρχίσω τα πάνε κι έλα εκεί, πάει, το έχασα το παιχνίδι!>>
Εμφανίστηκε παραμονές της Καλής Βραδιάς με το παιδί της, έχοντας σκεφτεί πολύ. Όταν προέβλεψαν όλοι ότι θα περνούσαν μια νύχτα χιονισμένη και θα ήταν δύσκολες οι μακρινές μετακινήσεις, έβαλε μπρος το σχέδιό της! 

- Όχι άλλα γλυκά! Ξεύρεις πόσα έχουμε φάει απέ την ώρα που ήρταμε;
- Ε, δε μπορούσα να σας αφήκω έτσι μαμά και γιο, χωρίς να διείτε και τα σοκολατένια μας! Αλλιώς, πώς θα έρθετε ξανά;
- Ούλα πολύ ωραία ητανάνε κι ευχαριστηθήκαμε! Αμά, δεν έπρεπε να έρτουμε σήμερα και πολύ το μετάνιωσα! Με τις νυφάδες εκάμαμε τα ψούνια μας κι είπα να φέρω το παιδί εδώ να το φχαριστήσω, αμά διες όξω τι γένεται! Και δεν ξεύρω πώς να μηνύσω να έρτει ένα αυτοκίνητο (ταξί) να μας πάει στο σπίτι... Είναι κι αυτός ο μικρός κομματάκι ευαίσθητος με τα λαιμά του και φοβούμαι μη κρυώσει...
- Να μην έχεις έγνοια! Εγώ θα σας πάω με το δικό μου!
Του έκανε τσαλίμια και ντροπές για να μη τον βάλει σε φασαρία αλλά ήταν ανένδοτος. Όταν ετοιμάστηκαν να φύγουν, ο Νότης πέταξε με δύναμη στον τοίχο το μεγάλο γάντζο της ζύμης.

- Τρελάθηκες μπρε συ Λιωλιώ; Τι έκαμες; Ούλο το σοκάκι για σένανε μιλάει που είδανε τον Περικλή να σε φέρνει! Με τι μούτρα θα βγω όξω, με λέγεις;
- Μόνη μου ήμουν μαμά; Αφού είχα και το παιδί μαζί μου!
- Ε ναι, τέτοια λωλή που είσαι το είχες! Κι αυτό τι πάει να πει;
- Ότι θα με ντύσεις γλήγορα νυφούλα πάλι!
- Τι λες μπρε που να μη σε βλαστημήσω μέρες που είναι; Θα βάλεις μυαλό στο κεφάλι σου καμιά φορά που κάθεσαι κι ονειρεύεσαι γάμους και με ποιον; Το γιο του Νότη! Αυτός μπρε, πέταξε όξω τα ίδια του τ' αδέρφια, το αίμα του, για να πάρει το μαγαζί και την περιουσία του θείου του κι ο γιος του άμα αποφασίσει να παντρευτεί θα περάσει τη νύφη του απέ τα σαράντα κύματα! Ποια είσαι εσύ που επειδής σε καλοκοίταξε για να σε γλεντήσει, θαρρείς που θα στεφανώσει κιόλας; Δε σε τα έλεα και τότες που επήγαμε εκεί με την αδερφή σου; Είπα κι εγώ που ξεχάστηκε το πράμα και να διω στα καλά καθούμενα να βγαίνετε με το παιδί απέ το αυτοκίνητό του; Ούλη η γειτονιά στα παράθυρα ητανάνε κι έκαμε χάζι το χιόνι κι όσοι ακούσανε που σταμάτησε αμάξι καθάρισαν τα τζάμια τους απέ τη θολούρα για να διούνε ποιος είναι! Και να βγεις απέ κει εσύ, χήρα γυναίκα με το παιδί σα να μη συμβαίνει τίποτις; 
- Δεν τα λες καλά μαμά! Πρώτος βγήκε ο Περικλής, μας άνοιξε την πόρτα και μετά είδαν εμένα και το γιο μου! Χα χα χα!
- Τόσο το χειρότερο! Γελάς κι από πάνω με τα ρεζίλια σου; Τι καζίκι ητανάνε αυτό χρονιάρες μέρες Χριστούλη μου;
Εξακολουθώντας να γελάει ευχαριστημένη η Λιωλιώ, άνοιξε τη ντουλάπα κι έπιασε το καινούργιο της φόρεμα που είχε ράψει για την Πρωτοχρονιά. Κανείς δεν ξέρει πώς η μητέρα της γλύτωσε τη συγκοπή όταν είδε τη μακριά μαύρη τουαλέτα που στόλιζαν χρυσές τρέσες και φαρδιά δαντέλα.
- Τι είναι τούτο μπρε απόλωλη; Εσύ θα βάλεις αυτό το πράμα;
- Τούτο είναι φόρεμα βραδινό και ναι, εγώ θα το βάλω!
- Μπα που άδικη ώρα να μη σ' έρτει, μας έφαες πια με τα καμώματά σου! Γι αυτό δε με άφηκες μήτε μια φορά να έρτω μαζί σου στη μοδίστρα που έκαμνες τις πρόβες; Αυτά σκάρωνες; 
- Ε... Ήθελα να σε κάμω έκπληξη!
- Ταμπλάς θα μ' έρτει! Πού να σε διει κι ο μπαμπάς σου; Και σαν πού λογαριάζεις να πας κι έραψες τέτοιο πράμα; Ποιο σπίτι βάζει μέσα χήρα για χήρο την Καλή Βραδιά; Δεν το ξεύρεις που ο κόσμος δεν το έχει για καλό αυτό και δεν παγαίνουνε πουθενά οι αθρώποι αυτοί επειδής ούλοι λένε ότι είναι γρουσουζιά το ποδαρικό τους;  
- Ναι, καλά... Κι εμείς τότε που ζούσε ο άντρας μου κι εκάμαμε τα γλέντια και την παραμονή κι ανήμερα κι ερχούτανε πάντα η αδερφή σου που είναι χήρα και την καλοδεχούμαστε, λες να έφερε τη γρουσουζιά και με τόνε πέθανε;
- Μπρε συ, η θεία σου ητανάνε πάνου απέ είκοσι χρόνια χήρα, κοντά τα πενήντα ζύγωνε που τον έχασε κι είναι τώρα απάνου απέ τα οδόντα! Αμά είχε χάσει πρόσφατα τον άντρα της μήτε όρεξη για γλέντι θα είχε, χώρια που δεν επιτρέπεται βέβαια, μήτε θα ερχούτανε! Δεν το ξεύρεις που ακόμα και τώρα δε μπαίνει ποτές να καθίσει στην κάμαρα των νιόπαντρων και ίσια με να περάσουνε δεκαπέντε χρόνια έστελνε μόνο τα δώρα και δεν επήγαινε σε γάμοι κι αρρεβώνες; 
- Εντάξει μαμά, το κατάλαβα! Εδώ όμως υπάρχουν κι αθρώποι που δεν φοβούνται να είναι με μένα την πρώτη του χρόνου! Κι επειδής ξεύρω τι σκέφτεσαι, σε λέγω ναι, για τον Περικλή μιλώ! 
Μια μακροσυγγενής που ήρθε κουκουλωμένη κρατώντας ένα δίσκο με τη βασιλόπιτα, διέκοψε τη συζήτηση.
- Είπα να μη τη φέρουμε το βράδυ που θα έρτουμε, επειδής φοβάμαι να μη γλιστρήσουμε στο χιόνι και μας πέσει κάτω! Διείτε πόσο ωραία τη στολίσαμε!
Κατάπιε αναγκαστικά το θυμό της η μάνα.
- Και του χρόνου κοκόνα μου! Καλή χρονιά να έχουμε!
- Κι εσείς, κι εσείς! Πάω τώρα σπίτι ν' ανοίξω το φύλλο για την τυρόπιτα. Μπας και θέλετε να ετοιμάσω κάτι ακόμα;
- Όχι, αρκετά είναι για! Το μπούτι ψήνεται στην κοιλιά της σόμπας, ίσια με το βράδυ θα γένει λουκούμι! Θα έρτει κι η άλλη μου κόρη να βάλει ένα χέρι, θα φέρει και την κρεατόπιτα, πολλά είναι!
- Την πίτα της με το κρέας, καμιά δεν τη φτάνει!
- Αμ τη δικιά σου με τα τυριά που γένεται σαν αφρός; 
- Καλά σε λέει η μαμά μου! Λιώνει στον στόμα!
- Ούλες μας καλονοικοκυράδες είμαστε για! Χα χα χα! 

Η Καλή Βραδιά πέρασε με φαγοπότι, ευχές και ταραχή για τη μητέρα της που δεν ήξερε από πού θα της έρθει... 
- Καλή χρονιά!
- Λιωλιώ μου να χαίρεσαι το παιδάκι σου!
- Ευχαριστώ θείε!
- Λιωλιώ μου ο,τι επιθυμείς!
- Ευχαριστώ, η καλύτερη ευχή θεία! 
Η τσαχπινιά και η έμφασή της φούντωσε ξανά τη μητέρα της κι ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι κρασί για να καλμάρει τα νεύρα της.
<<Διες χάλι, να δίνει και δικαιώματα! Μήτε να κρυφτεί δε μπορεί!>>
Η γεροντοκόρη ξαδέρφη πετούσε σπόντες όπως πάντα.
Ωραίο το φουστάνι σου, με γεια! Κι αυτό το μοβ στο γιακά σε φωτίζει το πρόσωπο πολύ.
- Ναι, καλό είναι.
- Νόμιζα που θα ψούνιζες κάνα μαύρο πάλι, αμά αφού τα ξανοίγεις...
Η μάνα έτρεμε. 
- Σώπα καλέ, τι ξανοίγει; Έτσι το φόρεσε, ένεκα της ημέρας!
- Α! Και για μια φορά που θα το έβαζες ξόδεψες τόσοι παράδες;
- Δικοί μου είναι κι ο,τι θέλω τοις κάμω!
Πλησίασε την ταραγμένη θεία της.
- Νέα καμώματα κάμει η κόρη σου; Μήτε εσάς υπολογίζει, μήτε τον κόσμο και τα έθιμά μας;

Η επόμενη, πρώτη μέρα του νέου χρόνου, ξεκίνησε με σύγχυση και καβγάδες μεταξύ της Λιωλιώς και των γονιών της. 
- Κάτσε στο σπίτι, το καλό που σε θέλω!
- Σε είπα μπαμπά που θα φύγω το βράδυ!
- Πρόσεξε καλά, θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα! Σε απαγορεύω να φύγεις, ακούς που σε μιλάω;
- Με απαγορεύεις; Καλά, θα πάρω το παιδί και τα ρούχα μας να πάμε να μείκουμε σε ξενοδοχείο, ίσα με να βρω σπίτι! Άλλο μαζί σας δε μνήσκουμε, τέλος!
- Θα τον πεθάνεις το μπαμπά σου! Τι σε ήρτε και λέγεις τέτοια πράματα; Άκου θα φύεις με το παιδί να πάτε σε άλλο σπίτι! Μπρε συ, να σε πούμε και μπράβο θέλεις που λογαριάζεις να ξεπορτίσεις χρονιάρα μέρα και μάλιστα με τέτοιο φουστάνι; Εφάγαμε και φέτος στην αδερφή σου το μεσημέρι όπως κάθε χρόνο, πιο μετά ούλο και κάνα μουσαφιρλίκι θα έχουμε, τι άλλο θέλεις; Και τι να πω σε ούλους άμα μ' αρωτήσουνε πάλι πού επήε η κόρη σου;
- Σε μια επίσκεψη...
- Έτσι ντυμένη; Με τουαλέτα φορτωμένη στα χρυσά;
- Να μη τους νοιάζει! 
Η θεία της που μπήκε φουριόζα, προσπάθησε να επιβάλει την τάξη.
- Ησυχάστε μπρε! Ντροπής πράματα να σας ακούει ο κόσμος να μαλώνετε τέτοια μέρα! Δυο μαχαλάδες κάτω φτάνουνε οι φωνές σας! 
Έκανε νόημα στο γαμπρό της να πάει στο άλλο δωμάτιο κι έμεινε με την αδερφή και την ανιψιά της. Σε λίγα λεπτά η συζήτηση κατέληξε πάλι σε φασαρία.
- Σους! Ένα τσάι ήρτα να πιούμε, να ζεσταθούμε κομμάτι και να χωνέψουμε τόσα που φάγαμε και θα με βγει απέ τη μύτη! Άμε να χαρείς μπρε Λιωλιώ μου, με δυο κουταλιές ζάχαρη, ξεύρεις!
- Ξεύρω θεία, έγνοια σου.
Βόλεψε καλά στην πολυθρόνα την πληθωρική σάρκα της κι έστησε την αδερφή της στον τοίχο.
- Πες με τώρα τι γένεται με την κόρη σου!
- Θα σε πω πράματα να φρίξεις!
Άκουγε προσεκτικά τα ¨καμώματα¨της ανιψιάς της και ξαφνικά το πλατύ της χαμόγελο φώτισε το ολοστρόγγυλο πρόσωπό της. Εκείνη τη στιγμή μπήκε κι η Λιωλιώ κρατώντας ένα φορτωμένο δίσκο. 
- Μα δε με λες, ντιπ χαϊβάνι είσαι; Αντί να το προχωρήσεις το πράμα με την κόρη σου, την κάμετε και πατιρντί; Μπρε συ, άλλη μάνα στη θέση σου θα έκαμνε τούμπες για το γιο του Νότη! 
- Πες τα θεία!
- Πες με όμως κι εσύ εκείνος τι σε λέγει τόσο καιρό που τόνε βλέπεις!
Άκουσε και την άποψη της ανιψιάς της.
- Πολύ ωραία με ακούγονται ούλα! Είδες πώς πάνε τα πράματα; Κοπέλα ξύπνια είναι, θαρρείς που την αρέσει να την τραβολογάει ο Περικλής όπως τις άλλες; Και τι καλά που επήε με το παιδί της στο μαγαζί, κυρία! Άλλη στη θέση της θα έπιανε αγκαζέ καμιά φιληνάδα της και θα πάγαινε κουνιστή στο μαγαζί τους εκατό φορές! Και μη σκεφτείς που θα καταδεχότανε εκείνος μπροστά στα μάτια του μπαμπά του να πει θα σας πάω εγώ και να τοις μπάσει στην κούρσα του. Αυτό δε σε λέει κάτι μπρε μπουνταλού; 
- Ναι, αμά δεν...
- Δεν και δεν να μη λέγεις, ακούς; Άμα θέλουμε να γένει ένα πράμα, το μετρούμε καλά πρώτα κι αγωνιζούμαστε να το πετύχουμε! Θα σε πω βέβαια ότι ναι, κομμάτι νωρίς μπορεί να είναι, αμά οι καλές τύχες δεν χτυπούνε κάθε μέρα την πόρτα μήτε για τις λεύτερες, όχι για την κόρη σου που είναι και χήρα με παιδί! Κι αυτή να πούμε θέλει ένα σύντροφο στη ζωή της και το παιδάκι ένα μπαμπά, να μη το λένε ορφανό... Στο φινάλε, δεν την είπε που θα την στεφανωθεί αύριο, μη κάμεις έτσι! Θαρρείς που είναι χαζοβιόλα και δε μετράει τα πράματα; Άσε να μπούνε και να βγούνε κάμποσες φορές, να έρτουνε κομματάκι πιο κοντά, να διούνε άμα ταιριάζουνε κι ούλα θα πάρουνε σειρά στην ώρα τους. Μπράβο τη λέω που φέρθηκε έξυπνα κι έχει το μεγαλύτερο μυαλό απέ ούλους εδώ μέσα! Και καλά έκαμε κι έραψε το φόρεμα που σπάει κομμάτι το μαύρο, να τη διει και να τη λιμπίζεται, όχι να τον θυμίζει την τύχη της με το μακαρίτη! Άμα τα βρούνε οι δυο τους, ο Νότης ο,τι και να κάμει θα πάει στο βρόντο! Να πας γιαβρί μου που σε κάλεσε και τα μάτια σου χίλια! Ο άντρας που έχει καλό σκοπό φαίνεται απ' ούλη του τη συμπεριφορά κι απέ το χέρι που απλώνει στη γυναίκα και δεν έχει σημασία άμα δεν είναι ακόμα κορίτσι! Άσε τη μαμά και το μπαμπά σου να λένε, εσύ θα κάμεις το σωστό!
Σα να ησύχασε λίγο η μάνα με τα λόγια της αδερφής της.
<<Μπρε λες να έχει δίκιο; Μακάρι να είναι έτσι τα πράματα... Σωσμός με τούτη δεν υπάρχει, ούλο στις δρόμοι είναι κι ησυχία δεν έχει... Κι άμα είναι το τυχερό της, ο κόσμος ούλος θα βουίξει που τόνε τύλιξε... Τώρα, εδώ που τα λέμε θα πούνε, θα πούνε, αμά στο τέλος θα κλείσουνε τα στόματα μια και καλή! Αυτό που φοβούμαι όμως, είναι ο Νότης που θα μας φάει ζωντανούς! >>