Το απόγευμα του Σαββάτου, η Τασούλα με τη Γιωργίτσα έπιναν τον καφέ τους και συζητούσαν τα καθέκαστα. Τα κορίτσια είχαν βάψει τα νύχια τους με το ροζ μανό και τίναζαν ταυτόχρονα χέρια και πόδια για να στεγνώσουν. Η σόμπα έκαιγε κι η μητέρα τους πετούσε συχνά ματσάκια με μυρωδικά για να μυρίζει ωραία η κουζίνα. Τα μεγάλα κυδώνια ψήνονταν και το χταπόδι έβραζε στον τέντζερη, με κόκκους πιπέρι και ξίδι. Θα το έκανε στιφάδο, με μπόλικα μικρά κρεμμυδάκια κοκκάρια, δάφνη, μπαχάρι και κανέλα. Μέχρι να στεγνώσει το γυρισμένο κουπάκι για να πει το κατακάθι τα μελλούμενα, έπιασε η Γιωργίτσα το αφράτο λάχανο και το χτύπησε στο μάρμαρο με δύναμη, για να βγάλει πιο εύκολα το κοτσάνι. Θα έφτιαχνε λαχανοντολμάδες νηστίσιμους, που ήταν πολύ νόστιμοι με τα πολλά υλικά της γέμισης και άρεσαν στο γαμπρό της, τον άντρας της Τασούλας.
- Χα χα χα χα χα! Πες τα μας πάλι μια μπρε Άννα πως εξεκίνησε το πατιρντί, να τ' ακούσει κι η θεία σου! Τασούλα, έχασες σε λέω, απέ μια μεριά να 'σουνα και να 'βλεπες τι γένηκε! Χα χα χα χα! Ετρομάξανε μέχρι και τα παιδάκια, αφήκανε τη βούκα τους και τα σούρνανε οι μανάδες τους όξω, πανζουρλισμός σε λέω! Ίσαμε να καταλάβω τι γένηκε και φωνάζανε, στα χέρια είχανε πιαστεί για! Οι ανιψιές σου απέ δω, κακανίζανε πεσμένες στα μάρμαρα και λέω πάει, θα τις μουντάρουνε τώρα! Πάω μια και βλέπω τη Ζιζίκα να μουτζώνει και να δέρνει την άλληνε και την τρέχουνε κι οι μπογιές απέ τα μούτρα! Βάι βάι να φωνάζουνε οι χανούμες και να τρέχουνε να κρυφτούνε! Χα χα χα χα!
- Μπρε το δάσκαλο κατακτήσεις που έχει! Ποιος την χάρη του τέτοια γκιουζέλα να τόνε λιμπιστεί! Πες με μπρε Άννα, τι λέγανε και φτάσανε στα σκοτώματα; Εσύ Ευθυμία που ήσουνε κείνη την ώρα μπρε κι αρώταγες μετά γιατί δέρνουνται;
- Μιλούσα με τη Μπέτα καλέ θεία, που μ' έλεγε για κάτι κασκόλ με φουντίτσες χρυσές και πήγα να πω την Άννα να πάμε τη Δευτέρα να πάρουμε μη σωθούνε. Ξαφνικά ακούσαμε τις φωνές κι είδα τη Ζιζίκα ν' αρπάζεται και να κοπανάει την άλλη με τη γαλέντζα! Μέχρι να με πει η Άννα τι είχε γίνει την έφερε η άλλη τα λάδια στο κεφάλι και πασαλείφτηκε ολάκερη, έπρεπε να δεις το θέαμα! Ε! Κι όταν με είπε που η Ζιζίκα έβαλε το δάσκαλο στο μάτι...
- Μπα που να μη σώσει η τρελή! Έτσι και τόνε έπιανε στα χέρια της, δε θα τόνε άφηνε μήτε κοκαλάκι, θα τόνε έτρωγε ολόκληρο και θα μείσκανε τα παιδιά χωρίς γράμματα! Αχα χα χα χα! Δώκε με τα κρομμυδάκια να τα καθαρίσω και τα άλλα για τις ντολμάδες, μη μυρίσουνε τα χέρια των κοριτσιώνε, άιντε!
- Μπράβο θεία, εμείς δεν ανακατευόμαστε σήμερα με τα μαγειρέματα! Να μυρίζουμε λαχανίλες και κρεμμυδίλες, αμαρτία δεν είναι;
- Ναι, αμά πρώτες θα γιομίσετε τα πιάτα σας και με τα κρομμύδια και με τα λάχανα!
- Καλά σε λένε οι κόρες σου μπρε! Σαν τα λουλουδάκια μοσκοβολούνε, μήτε πάνω απέ τα τεντζερέδια δεν κάμει να περάσουνε για! Κι εσύ καλά έκαμες κι έβαλες το φακιόλι, μη πάρουνε μυρωδιά τα μαλλιά σου! Ωραίο λουτρό εκάματε κι οι τρεις σας όμως, ε; Χα χα χα χα! Να διούμε όμως πρώτα τι λέει το κουπάκι, μια που λείπει ο Λεωνίδας και δε θα φωνάζει που είναι αμαρτία τέτοια πράματα!
Συννέφιασε το πρόσωπο της Τασούλας όταν είδε το κατακάθι. Η αδερφή της έτριβε τα καρότα στην πλαστική λεκανίτσα της κουζίνας και δεν την είδε.
- Για πες με, τι σε λέει ο καφές; Βλέπεις τίποτες ή όχι μπρε; Τις άλλες φορές με το που το ΄πιανες, ροδάνι πήαινε η γλώσσα σου! Χαχαχαχα!
- Το μελετάω... Σάμπως και περίεργα πράματα βλέπω μπρε Γιωργίτσα μου...
- Τι καλέ, τι είδες;
- Λόγια πολλά θα γένουνε εδώ πέρα, με όλους σας... Αμά, είναι ένα πρόσωπο σπαθάτο, που κοιτάει το σπίτι σας κι έχει δρόμο εμπρός του... Και μια γυναίκα είναι κοντά του, ανοιχτή στα χρώματα...Πω πω λόγια και κακό, τι γένεται εδώ καλέ! Μπερδέματα πολλά, πρόσωπα πολλά, μη χειρότερα! Μπρε Άννα, πιάσε τζιέρι μου την τράπουλα, να διω κι απέ κει τι γένεται! Τις κάλτσες σου βάλε, στεγνώξανε τα νύχια, μη ξεγελιέσαι που είσαι κομμάτι καλύτερα! Η Ευθυμία καλτσώθηκε κιόλας, πιο πολύ μυαλό έχει κι ας είναι μικρότερη! Τώρα να σε διω να τις φοράς μπρε, εμπιστοσύνη καμία δε σ' έχω! Μου θέλετε και κασκόλ να πάτε να πάρετε, καλά να είσαι και να βγείτε κι οι δυο στα ψούνια, μη κρεβατωθείς πάλι με το με γεια σας! Καλά να ντυνούσαστε, άιντε κοκόνες μου!
Τα κρομμύδια πρώτα να καθαρίσω, μαϊντανό και δυοσμάκι εσύ Γιωργίτσα. Έτοιμο το λάχανο είναι, ε;
Με την πολύχρωμη γέμιση, τύλιξαν επιδέξια τα λαχανόφυλλα. Το καρότο και τα μυρωδικά, έδιναν στο ρύζι εκτός από χρώμα και υπέροχη γεύση.
Τα έστρωσαν, τα σκέπασαν μ' ένα πιάτο και τα έβαλαν στη φωτιά με ζεστό νερό, στυμμένο λεμόνι και λάδι μπόλικο να σιγοβράζουν.
- Τα λαχανικά και όλα τα νηστίσιμα φαγιά θέλουνε λαδάκι μπόλικο, γι' αυτό και τα λένε λαδερά για!
Το χταπόδι κόπηκε και καθαρίστηκε από τις πέτσες του, στέγνωσε από τα υγρά και σωταρίστηκε με τα κρεμμυδάκια στο λαδάκι. Δυο φύλλα δάφνη, τα μπαχαρικά, ντομάτα πελτέ από το βάζο στο ράφι, αλατοπίπερο και θα έβραζε μέχρι να μείνει χωρίς ζουμιά, με τη σαλτσούλα του.
Από το μεσημέρι είχε βράσει φασόλια γίγαντες που θα έκανε πλακί, με κρεμμύδι, μαϊντανό και ντομάτα. Μετά τα κυδώνια, μπήκαν στο φούρνο να μισοψηθούν και θα αποτελείωναν το επόμενο πρωί.
Το τραπέζι καθαρίστηκε και περάστηκε με λεμονόκουπα και βρεγμένο πανάκι. Η τράπουλα απλώθηκε κι η Γιωργίτσα κοιτούσε την αδερφή της στα μάτια.
- Χμμμμ... Άμα σε λέω εγώ... Κι εδώ τα ίδια βγαίνουνε! Μεγάλη στεναχώρια και λόγια μπρε αδερφή, απέ άντρα θα σας έρτει!
- Λόγια και στεναχώρια απέ άντρα... Ποιον άντρα έχουμε που να μας κάμει ταραχή... Δε βλέπεις και τίποτες άλλο μπα και βγάλουμε άκρη;
- Και μια γυναίκα πέφτει κοντά του, βλέπω και παράδες, μαλώματα για παράδες...
- Ε! Πες το ντε, παράδες! Κάνας πελάτης του Λεωνίδα είναι που τόνε χρωστάει και θα γένουνε λόγια με τη γυναίκα του, είναι κάτι γλωσσοκοπάνες μερικές, ο Θεός να φυλάει! Άμα δεν ήτουνε έτσι ήρεμος ο γαμπρός σου, όλο θα μάλωνε με τις μπαταχτσίδες!
- Όχι Γιωργίτσα μου, μέσα στο σπίτι γένουνται, εδώ σε λέω...
Με τα μαγειρέματα και την κουβέντα, ξεχάστηκε το θέμα. Άλλωστε η Γεωργία δεν τα πολυπίστευε αυτά, η συνήθεια όλων σχεδόν των γυναικών της Πόλης την έκανε να γυρίζει μηχανικά το φλιτζάνι ή να της ρίχνουν τα χαρτιά. Είχε βραδιάσει πια κι οι εντολές στα κορίτσια έδιναν κι έπαιρναν. Το πρωί της Κυριακής θα πήγαινε στην εκκλησία και το μεσημέρι θα είχαν καλεσμένους την Τασούλα με τον άντρα και τα παιδιά της και τον Ανδρέα για να βγάλει ο Λεωνίδας την υποχρέωση.
Ήταν ευκαιρία να συναντηθούν με τον ανιψιό της, αφού ήθελε κι εκείνος να γίνει δάσκαλος και θα είχαν πολλά να πουν οι δυο τους.
- Το κρέας θα το ψήσουμε με καρότα, θα κάμω κι ένα πιλαφάκι κείνη την ώρα και πατατούλες τηγανητές. Την τυρόπιτα πρώτα να ετοιμάσω, μη και μυρίσει σκόρδο μετά στο ψήσιμο! Προσέχτε μη και με τα κάμετε ανάποδα! Η ώρα έξι θ' ανοίξω τα φύλλα και θα σας μιλήσω όταν φεύγω, ναι; Αμέσως να σηκωθείτε!
Άπλωσε τη μεγάλη λαδόκολλα στο τραπέζι και την άλειψε με βούτυρο. Χάραξε σε πολλές μεριές το μοσχαράκι κι έβαλε αλατοπίπερο, ρίγανη και σκόρδο. Έκοψε καρότα και τύλιξε το χαρτί τρεις φορές, για να κρατήσει τα ζουμιά του και να μαλακώσει στο ψήσιμο.
Τα κορίτσια στο δωμάτιό στους κρυφογελούσαν για την αυριανή επίσκεψη του Ανδρέα και σκέφτονταν αν και πως θα μάθαινε τα συμβάντα στο χαμάμ.
Η Γιωργίτσα ξύπνησε πριν τις έξι το πρωί της Κυριακής.
- Να τα ετοιμάσω μάνι μάνι, πριν χτυπήσει η καμπάνα κι είναι αμαρτία. Όπου να 'ναι θα σηκωθεί κι ο Λεωνίδας...
Στην πήλινη λεκάνη που είχε για το ζύμωμα, έριξε αλεύρι, λίγο αλάτι, μια κουταλιά ξίδι, λαδάκι και νερό. Ζύμωνε απαλά κι όταν έπαψε να κολλάει στα χέρια τη σκέπασε κι έπιασε το μπολ με τη γέμιση που είχε ετοιμάσει αποβραδίς. Καβουρδισμένος κιμάς στο φρέσκο βούτυρο, με κρεμμυδάκι ψιλοκομμένο και κουκουνάρι, ζεστάθηκε λίγο και τυλίχτηκε με το μισό φύλλο σε χοντρό μπουρέκι. Με το υπόλοιπο τύλιξε τυρί μαλακό πικάντικο, ανακατεμένο με λίγο από το παχύ γιαούρτι και τρία αυγά. Χάραξε ελαφρά τις επιφάνειες των μπουρεκιών, κοίταξε το μεγάλο ρολόι και πήγε βιαστικά να ξυπνήσει τις κόρες της.
- Καλημέρααααααα κοκόνες μου! Για ξυπνήστε και το γάλα σας βράζει!
- Μμμμμ... Τώρα καλέ μαμά...
- Τώρα λέω κι εγώ, για ελάτε και θέλω να φύγω! Άμα δε σας διω πάνω, δεν το κουνάω απέ δω! Τώρα δα με τρώνε τα δάχτυλά μου για γαργάλεμα!
- Μμμμμμ...
Τους πέταξε τα παπλώματα κι άρχισε το βασανιστήριο του γαργαλητού. Μετά από τις νυσταγμένες φωνές τους, σηκώθηκαν αναγκαστικά.
- Το κρέας σε καμιά ώρα θα 'ναι έτοιμο. Θα το βγάλετε και θα ρίξετε κάμποσες φέτες λεμόνι, να πάρει κομμάτι τη σκορδίλα, αν και τυλιγμένο έτσι δα σαν το φασκιωμένο μωρό δεν πολυμύρισε. Η πίτα με το τυρί δεν πρέπει να μυρίζει απέ άλλο φαΐ είπαμε! Χτυπάτε δυο αυγουλάκια με κομματάκι γάλα και τα αλείβετε πριν το ψήσιμο, μη και το ξεχάσετε! Το νου σας μη με τα κάψετε, πρώτα το τυρί, μετά ο κιμάς, μετά τις γίγαντες και ίσαμε να αποψηθούνε κι αυτοί θα 'χουμε έρτει! Το αντίδωρο και δρόμο, καθόλου δε θα χασομερίσω να 'ρχομαι γιαβάς γιαβάς με τις γειτόνισσες! Να κι οι φέτες σας, ορίστε, με βουτυράκι και μελάκι, να στυλωθείτε κι οι δυο!
- Αμάν καλέ μαμά ακόμα δεν ξυπνήσαμε... Πρώτα τούτο μετά εκείνο, μας ζάλισες!
- Σους μπρε που θα με πείτε σας ζάλισα! Τι να κάμω που πρέπει να φύγω; Άντε πάω, το νου σας! Α! Τις σαλάτες μη ξεχάσετε μπρε!
Στη σκέψη και μόνο του Αντρέα που θα ερχόταν, ξύπνησαν για τα καλά. Μέχρι να τελειώσουν το πρωινό τους, το μοσχαράκι παραμύρισε και το έβγαλαν έτσι τυλιγμένο με το ταψάκι του. Μετά τα υπόλοιπα ψητά, θα έμπαινε ξανά στο φούρνο για να ροδίσει.
Η Γιωργίτσα χαμογέλασε ικανοποιημένη όταν επέστρεψε και είδε τα καλοψημένα φαγητά.
- Να χαρώ εγώ τις νοικοκυρούλες μου, μπράβο! Ο μπαμπάς σας θα 'ρτει κατά η ώρα δώδεκα, τόνε κρατήσανε κει στην επιτροπή να μιλήσουνε για τα εορταστικά. Πάω μια να γδυθώ κι έρχουμαι αμέσως! Ποια απέ τις δυο σας θα με ψήσει ένα καφεδάκι;
Οι επισκέπτες έφτασαν την ώρα που έστρωναν το τραπέζι. Ο Ανδρέας πήγε τελευταίος, μ' ένα ασημένιο διακοσμητικό για το σπίτι κι ένα μεγάλο κουτί γλυκά.
- Τι είναι όλα τούτα μπρε παιδάκι μου που έφερες, ξένοι είμαστε για; Ένα κρασάκι να πιούμε είπαμε για την παρέα! Πολύ σ' ευχαριστούμε λεβέντη μου!
- Μπρε κουνιάδα, πόσα φαγιά εψήσατε, το στρατό θα ταΐσετε;
- Και νηστίσιμα και αρτύσιμα για! Οι τρεις νηστεύουμε, οι υπόλοιποι να φάτε τα κρεατερά σας! Τρέχω μια να διω τις πατατούλες μη με καούνε, καθίστε!
Οι κρυφές ματιές του Ανδρέα στην Άννα, έβαλαν την Τασούλα σε υποψία. Γεμίζοντας ξανά το πιάτο της με τα νηστίσιμα, ενώ οι υπόλοιποι γελούσαν μεταξύ τους με μια παλιά φωτογραφία στο κομό, τον είδε να την γλυκοκοιτάει και κάτι να της ψιθυρίζει. Και το χαμόγελο της ανιψιάς της όμως, έδειχνε ότι το απολάμβανε.
- Πουλάκια μου! Αμ δε μας τα 'χατε πει αυτά! Άιντε κι εσύ σουσουράδα, τα τραβάει το αίμα σου! Τώρα θα γελάσουμε!
- Μπρε σεις, δεν τόνε είπατε τον Αντρέα τι γένηκε χτες στο λουτρό; Καρδιές έκαψες δάσκαλε, σκοτωθήκανε για τα σένανε!
Η συζήτηση εξελίχθηκε σε γλέντι σωστό, με μουσική, αστεία και πειράγματα. Η Γιωργίτσα, είχε φυτέψει λουλούδια σε τέσσερις γλάστρες, να τα τα βάλει στα σκαλάκια της πόρτας του δεξιά κι αριστερά για να ομορφύνει.
- Για τα καλορίζικα Αντρέα μου, διε και τα χρώματά τους που πάνε με τα σίδερα!
Πολύ αργά, όταν ο Ανδρέας είχε φύγει κι έμειναν μόνες οι δυο αδερφές, η Τασούλα αποφάσισε πως έπρεπε να μιλήσει στη Γεωργία, χωρίς όμως να εκθέσει την κόρη της. Με την Άννα, θα μιλούσε κρυφά κάποια στιγμή.
- Μπρε Γιωργίτσα, καλός με φαίνεται ο Αντρέας... Ομορφάντρας, ευγενικός πολύ, με τη δουλειά του την καλή που τόνε σέβουνται ούλοι...
- Ναι ναι, όπως τα λες είναι, καλό παιδί, σπουδαίο!
- Να σε πω κάτι μπρε αδερφή, αμά μεταξύ μας να μείκει. Τόνε τσάκωσα να καλοκοιτάζει την Άννα μας!
Η Γεωργία πέταξε το ποτηρόπανο στην καρέκλα και την καράφα στην άκρη.
- Ποιος καλέ, ο Αντρέας; Έλα Χριστέ μου, πως σε ήρτε τέτοιο πράμα και το λες; Είσαι σίγουρη μπρε Τασούλα;
- Πως με ήρτε, τι πως με ήρτε; Μάτια έχω και βλέπω! Όσο εμιλούσατε και κακανίζατε με τη μωρουδιακιά φωτογραφία του αντρός σου, έκαμα μια να βάλω κομμάτι χταπόδι και ντολμά στο πιάτο μου και τόνε είδα για! Με τα μάτια τήνε έτρωγε σε λέω, πως και δεν είμαι σίγουρη!
- Κι η Άννα τι έκαμε; Μπα και τον έδωκε κάνα δικαίωμα;
- Όχι μπρε, το κορίτσι εσάς κοιτούσε που γελούσατε με το Λεωνίδα...
- Αμάν Τασούλα! Αυτό μας έλειπε τώρα, οι έρωτες!
- Γιατί κάμεις έτσι μπρε, άσκημα θα την έπεφτε ο δάσκαλος; Ε! Δεν είπαμε να τήνε παντρέψεις κι αύριο που λέει ο λόγος! Να το διούμε, να το μελετήσουμε, να μάθουμε και πέντε πράματα παραπάνω που λέει ο λόγος για τα κείνονα!
- Καλά, δε λέω που θα τήνε έπεφτε κι άσκημα, αμά κομμάτι ξαφνικό με ήρτε...
- Έτσι είναι αυτά με τα κορίτσια, ξαφνικά μας έρχουνται! Να παρακαλάμε μονάχα να καλοπέφτουνε Γιωργίτσα μου κι ο δάσκαλος μια χαρά γαμπρός είναι! Μια μάνα έχει, μήτε κουνιάδια στη μέση, μήτε συννυφάδες, μήτε φαγώματα στο σόι μέσα. Περιουσία έχει, η δουλειά του εξαιρετική, τι άλλο θέλουμε; Θα βάλουμε λυτοί και δεμένοι να μάθουμε και τα υπόλοιπα φυσικά, τι έτσι σαν τις στραβοί θα τήνε δώκουμε για;
- Τι να σε πω, ξέρω κι εγώ; Έγνοια μεγάλη μ' έβαλες στο κεφάλι μου, να τα μιλήσω και με το Λεωνίδα...
- Κρυφά απέ το κορίτσι, μη και το πονηρέψεις και δεν κάνει!
Βρήκε η Τασούλα κάποια στιγμή την ευκαιρία και ξεμονάχιασε την Άννα. Έπρεπε να μιλήσει μαζί της, κρυφά από τη μητέρα της.
- Μπρε σεις, πολύ με αρέσει αυτό το ροζάκι το χρώμα στα νύχια σας. Φέρτε με το μπουκαλάκι να τα βάψω κι εγώ μια! Αμά, δεν έχω μαζί μου τα γυαλιά μου και να διω πως θα τα πασαλείψω...
- Κι εμείς εδώ τι κάνουμε καλέ θεία; Ευθυμία, φέρε το μανό να βάψω της θείας μας τα νύχια!
Η Γιωργίτσα σκεπτική, πάλευε με μια στοίβα πιάτα και τη βοηθούσε η μικρή της κόρη κι η ανιψιά της. Πήγε το μανό κι αφού κοντοστάθηκε λίγο, ξαναγύρισε στην κουζίνα. Τα αγόρια της Τασούλας ήταν στην τραπεζαρία με το μπαμπά και το θείο τους.
- Άννα, να σε πω κάτι θέλω κορίτσι μου, αμά μεταξύ μας θα μείκει.
- Τι είναι θεία;
- Διε, είδα πριν στο τραπέζι που κάτι γένεται με το δάσκαλο κι εσένα...
- Θεία! Τι είναι αυτά που λες;
- Σους! Ψέμματα δε θα λες σ' εμένανε, για καμιά απτάλα σε φαίνομαι; Και είδα και κατάλαβα! Τη μαμά σου δεν την είπα τίποτες για σένα, το μόνο που είδα τον Αντρέα να σε καλοκοιτάζει κι εσύ χαμπάρι δεν επήρες, ήσουνε αφηρημένη με τα γέλια τους, αυτό θα ξέρεις!
- Θεία, εγώ...
- Εσύ, τι εσύ; Κοπέλα στον καιρό σου είσαι κι εκείνος ασίκης, αρέσατε ο ένας τον άλλονα, φυσικά πράματα είναι για! Τη μαμά σου ήθελα να τήνε προετοιμάσω, έτσι για να μην την έρτει κάνα απότομο πιο μετά. Δε με λες, τα 'χετε μιλήσει, που έχετε φτάσει;
Η Άννα της άνοιξε την καρδιά της. Μετρημένες κουβέντες τη μία και μοναδική φορά που συναντήθηκαν και το ξεροστάλιασμα εκείνου στη γωνία για να τη δει στο παράθυρο. Η Τασούλα χαμογέλασε ευχαριστημένη και τη συμβούλευσε να προσέχει.
- Το νου σου κόρη μου, άντρας είναι, πρόσεχε μη σε ξεγελάσει! Κι αυτά τα σούρτα φέρτα τις νύχτες, καλά πράματα δεν είναι, θα τόνε πάρει κάνα μάτι και θα σε κουσελεύουνε παιδάκι μου, όνομα κακό μη και βγάλεις, καήκαμε!
Τα νύχια της περάστηκαν δυο φορές κι άρχισε να συμμετέχει στην κουβέντα των ανδρών, για να μη καταλάβει τίποτα η Γιωργίτσα. Η Ευθυμία, πέρασε σαν σίφουνας και πήρε την αδερφή της στο δωμάτιό τους, τάχα για να της ξεκουμπώσει τη μπλούζα στην πλάτη και ν' αλλάξει, επειδή βράχηκε.
- Άννα, συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό, τρέμω ολόκληρη!
- Τι έγινε;
- Η αγαπημένη μας ξαδερφούλα, είμαι σίγουρη πως ερωτεύτηκε τον Ανδρέα!





