.

.
.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Και νηστίσιμα και αρτύσιμα για!




Το απόγευμα του Σαββάτου, η Τασούλα με τη Γιωργίτσα έπιναν τον καφέ τους και συζητούσαν τα καθέκαστα. Τα κορίτσια είχαν βάψει τα νύχια τους με το ροζ μανό και τίναζαν ταυτόχρονα χέρια και πόδια για να στεγνώσουν. Η σόμπα έκαιγε κι η μητέρα τους πετούσε συχνά ματσάκια με μυρωδικά για να μυρίζει ωραία η κουζίνα. Τα μεγάλα κυδώνια ψήνονταν και το χταπόδι έβραζε στον τέντζερη, με κόκκους πιπέρι και ξίδι. Θα το έκανε στιφάδο, με μπόλικα μικρά κρεμμυδάκια κοκκάρια, δάφνη, μπαχάρι και κανέλα. Μέχρι να στεγνώσει το γυρισμένο κουπάκι για να πει το κατακάθι τα μελλούμενα, έπιασε η Γιωργίτσα το αφράτο λάχανο και το χτύπησε στο μάρμαρο με δύναμη, για να βγάλει πιο εύκολα το κοτσάνι. Θα έφτιαχνε λαχανοντολμάδες νηστίσιμους, που ήταν πολύ νόστιμοι με τα πολλά υλικά της γέμισης και άρεσαν στο γαμπρό της, τον άντρας της Τασούλας.
 
- Χα χα χα χα χα! Πες τα μας πάλι μια μπρε Άννα πως εξεκίνησε το πατιρντί, να τ' ακούσει κι η θεία σου! Τασούλα, έχασες σε λέω, απέ μια μεριά να 'σουνα και να 'βλεπες τι γένηκε! Χα χα χα χα! Ετρομάξανε μέχρι και τα παιδάκια, αφήκανε τη βούκα τους και τα σούρνανε οι μανάδες τους όξω, πανζουρλισμός σε λέω! Ίσαμε να καταλάβω τι γένηκε και φωνάζανε, στα χέρια είχανε πιαστεί για! Οι ανιψιές σου απέ δω, κακανίζανε πεσμένες στα μάρμαρα και λέω πάει, θα τις μουντάρουνε τώρα! Πάω μια και βλέπω τη Ζιζίκα να μουτζώνει και να δέρνει την άλληνε και την τρέχουνε κι οι μπογιές απέ τα μούτρα! Βάι βάι να φωνάζουνε οι χανούμες και να τρέχουνε να κρυφτούνε! Χα χα χα χα! 

- Μπρε το δάσκαλο κατακτήσεις που έχει! Ποιος την χάρη του τέτοια γκιουζέλα να τόνε λιμπιστεί! Πες με μπρε Άννα, τι λέγανε και φτάσανε στα σκοτώματα; Εσύ Ευθυμία που ήσουνε κείνη την ώρα μπρε κι αρώταγες μετά γιατί δέρνουνται; 
- Μιλούσα με τη Μπέτα καλέ θεία, που μ' έλεγε για κάτι κασκόλ με φουντίτσες χρυσές και πήγα να πω την Άννα να πάμε τη Δευτέρα να πάρουμε μη σωθούνε. Ξαφνικά ακούσαμε τις φωνές κι είδα τη Ζιζίκα ν' αρπάζεται και να κοπανάει την άλλη με τη γαλέντζα! Μέχρι να με πει η Άννα τι είχε γίνει την έφερε η άλλη τα λάδια στο κεφάλι και πασαλείφτηκε ολάκερη, έπρεπε να δεις το θέαμα! Ε! Κι όταν με είπε που η Ζιζίκα έβαλε το δάσκαλο στο μάτι...

- Μπα που να μη σώσει η τρελή! Έτσι και τόνε έπιανε στα χέρια της, δε θα τόνε άφηνε μήτε κοκαλάκι, θα τόνε έτρωγε ολόκληρο και θα μείσκανε τα παιδιά χωρίς γράμματα! Αχα χα χα χα! Δώκε με τα κρομμυδάκια να τα καθαρίσω και τα άλλα για τις ντολμάδες, μη μυρίσουνε τα χέρια των κοριτσιώνε, άιντε! 
- Μπράβο θεία, εμείς δεν ανακατευόμαστε σήμερα με τα μαγειρέματα! Να μυρίζουμε λαχανίλες και κρεμμυδίλες, αμαρτία δεν είναι; 

- Ναι, αμά πρώτες θα γιομίσετε τα πιάτα σας και με τα κρομμύδια και με τα λάχανα! 

- Καλά σε λένε οι κόρες σου μπρε! Σαν τα λουλουδάκια μοσκοβολούνε, μήτε πάνω απέ τα τεντζερέδια δεν κάμει να περάσουνε για! Κι εσύ καλά έκαμες κι έβαλες το φακιόλι, μη πάρουνε μυρωδιά τα μαλλιά σου! Ωραίο λουτρό εκάματε κι οι τρεις σας όμως, ε; Χα χα χα χα! Να διούμε όμως πρώτα τι λέει το κουπάκι, μια που λείπει ο Λεωνίδας και δε θα φωνάζει που είναι αμαρτία τέτοια πράματα! 


Συννέφιασε το πρόσωπο της Τασούλας όταν είδε το κατακάθι. Η αδερφή της έτριβε τα καρότα στην πλαστική λεκανίτσα της κουζίνας και δεν την είδε.
- Για πες με, τι σε λέει ο καφές; Βλέπεις τίποτες ή όχι μπρε; Τις άλλες φορές με το που το ΄πιανες, ροδάνι πήαινε η γλώσσα σου! Χαχαχαχα! 
- Το μελετάω... Σάμπως και περίεργα πράματα βλέπω μπρε Γιωργίτσα μου... 

- Τι καλέ, τι είδες;

- Λόγια πολλά θα γένουνε εδώ πέρα, με όλους σας... Αμά, είναι ένα πρόσωπο σπαθάτο, που κοιτάει το σπίτι σας κι έχει δρόμο εμπρός του... Και μια γυναίκα είναι κοντά του, ανοιχτή στα χρώματα...Πω πω λόγια και κακό, τι γένεται εδώ καλέ! Μπερδέματα πολλά, πρόσωπα πολλά, μη χειρότερα! Μπρε Άννα, πιάσε τζιέρι μου την τράπουλα, να διω κι απέ κει τι γένεται! Τις κάλτσες σου βάλε, στεγνώξανε τα νύχια, μη ξεγελιέσαι που είσαι κομμάτι καλύτερα! Η Ευθυμία καλτσώθηκε κιόλας, πιο πολύ μυαλό έχει κι ας είναι μικρότερη! Τώρα να σε διω να τις φοράς μπρε, εμπιστοσύνη καμία δε σ' έχω! Μου θέλετε και κασκόλ να πάτε να πάρετε, καλά να είσαι και να βγείτε κι οι δυο στα ψούνια, μη κρεβατωθείς πάλι με το με γεια σας! Καλά να ντυνούσαστε, άιντε κοκόνες μου!
Τα κρομμύδια πρώτα να καθαρίσω, μαϊντανό και δυοσμάκι εσύ Γιωργίτσα. Έτοιμο το λάχανο είναι, ε; 



Με την πολύχρωμη γέμιση, τύλιξαν  επιδέξια τα λαχανόφυλλα. Το καρότο και τα μυρωδικά, έδιναν στο ρύζι εκτός από χρώμα και υπέροχη γεύση.
Τα έστρωσαν, τα σκέπασαν μ' ένα πιάτο και τα έβαλαν στη φωτιά με ζεστό νερό, στυμμένο λεμόνι και λάδι μπόλικο να σιγοβράζουν.

- Τα λαχανικά και όλα τα νηστίσιμα φαγιά θέλουνε λαδάκι μπόλικο, γι' αυτό και τα λένε λαδερά για!

Το χταπόδι κόπηκε και καθαρίστηκε από τις πέτσες του, στέγνωσε από τα υγρά και σωταρίστηκε με τα κρεμμυδάκια στο λαδάκι. Δυο φύλλα δάφνη, τα μπαχαρικά, ντομάτα πελτέ από το βάζο στο ράφι, αλατοπίπερο και θα έβραζε μέχρι να μείνει χωρίς ζουμιά, με τη σαλτσούλα του. 
Από το μεσημέρι είχε βράσει φασόλια γίγαντες που θα έκανε πλακί, με κρεμμύδι, μαϊντανό και ντομάτα. Μετά τα κυδώνια, μπήκαν στο φούρνο να μισοψηθούν και θα αποτελείωναν το επόμενο πρωί. 
Το τραπέζι καθαρίστηκε και περάστηκε με λεμονόκουπα και βρεγμένο πανάκι. Η τράπουλα απλώθηκε κι η Γιωργίτσα κοιτούσε την αδερφή της στα μάτια.
- Χμμμμ... Άμα σε λέω εγώ... Κι εδώ τα ίδια βγαίνουνε! Μεγάλη στεναχώρια και λόγια μπρε αδερφή, απέ άντρα θα σας έρτει! 
- Λόγια και στεναχώρια απέ άντρα... Ποιον άντρα έχουμε που να μας κάμει ταραχή... Δε βλέπεις και τίποτες άλλο μπα και βγάλουμε άκρη;
- Και μια γυναίκα πέφτει κοντά του, βλέπω και παράδες, μαλώματα για παράδες...

- Ε! Πες το ντε, παράδες! Κάνας πελάτης του Λεωνίδα είναι που τόνε χρωστάει και θα γένουνε λόγια με τη γυναίκα του, είναι κάτι γλωσσοκοπάνες μερικές, ο Θεός να φυλάει! Άμα δεν ήτουνε έτσι ήρεμος ο γαμπρός σου, όλο θα μάλωνε με τις μπαταχτσίδες!
- Όχι Γιωργίτσα μου, μέσα στο σπίτι γένουνται, εδώ σε λέω... 



Με τα μαγειρέματα και την κουβέντα, ξεχάστηκε το θέμα. Άλλωστε η Γεωργία δεν τα πολυπίστευε αυτά, η συνήθεια όλων σχεδόν των γυναικών της Πόλης  την έκανε να γυρίζει μηχανικά το φλιτζάνι ή να της ρίχνουν τα χαρτιά. Είχε βραδιάσει πια κι οι εντολές στα κορίτσια έδιναν κι έπαιρναν. Το πρωί της Κυριακής θα πήγαινε στην εκκλησία και το μεσημέρι θα είχαν καλεσμένους την Τασούλα με τον άντρα και τα παιδιά της και τον Ανδρέα για να βγάλει ο Λεωνίδας την υποχρέωση. 
Ήταν ευκαιρία να συναντηθούν με τον ανιψιό της, αφού ήθελε κι εκείνος να γίνει δάσκαλος και θα είχαν πολλά να πουν οι δυο τους. 
- Το κρέας θα το ψήσουμε με καρότα, θα κάμω κι ένα πιλαφάκι κείνη την ώρα και πατατούλες τηγανητές. Την τυρόπιτα πρώτα να ετοιμάσω, μη και μυρίσει σκόρδο μετά στο ψήσιμο! Προσέχτε μη και με τα κάμετε ανάποδα! Η ώρα έξι θ' ανοίξω τα φύλλα και θα σας μιλήσω όταν φεύγω, ναι; Αμέσως να σηκωθείτε! 
Άπλωσε τη μεγάλη λαδόκολλα στο τραπέζι και την άλειψε με βούτυρο. Χάραξε σε πολλές μεριές το μοσχαράκι κι έβαλε αλατοπίπερο, ρίγανη και σκόρδο. Έκοψε καρότα και τύλιξε το χαρτί τρεις φορές, για να κρατήσει τα ζουμιά του και να μαλακώσει στο ψήσιμο.

Τα κορίτσια στο δωμάτιό στους κρυφογελούσαν για την αυριανή επίσκεψη του Ανδρέα και σκέφτονταν αν και πως θα μάθαινε τα συμβάντα στο χαμάμ. 


Η Γιωργίτσα ξύπνησε πριν τις έξι το πρωί της Κυριακής. 

- Να τα ετοιμάσω μάνι μάνι, πριν χτυπήσει η καμπάνα κι είναι αμαρτία. Όπου να 'ναι θα σηκωθεί κι ο Λεωνίδας...
Στην πήλινη λεκάνη που είχε για το ζύμωμα, έριξε αλεύρι, λίγο αλάτι, μια κουταλιά ξίδι, λαδάκι και νερό. Ζύμωνε απαλά κι όταν έπαψε να κολλάει στα χέρια τη σκέπασε κι έπιασε το μπολ με τη γέμιση που είχε ετοιμάσει αποβραδίς. Καβουρδισμένος κιμάς στο φρέσκο βούτυρο, με κρεμμυδάκι ψιλοκομμένο και κουκουνάρι, ζεστάθηκε λίγο και τυλίχτηκε με το μισό φύλλο σε χοντρό μπουρέκι. Με το υπόλοιπο τύλιξε τυρί μαλακό πικάντικο, ανακατεμένο με λίγο από το παχύ γιαούρτι και τρία αυγά. Χάραξε ελαφρά τις επιφάνειες των μπουρεκιών, κοίταξε το μεγάλο ρολόι και πήγε βιαστικά να ξυπνήσει τις κόρες της.
- Καλημέρααααααα κοκόνες μου! Για ξυπνήστε και το γάλα σας βράζει!
- Μμμμμ... Τώρα καλέ μαμά... 

- Τώρα λέω κι εγώ, για ελάτε και θέλω να φύγω! Άμα δε σας διω πάνω, δεν το κουνάω απέ δω! Τώρα δα με τρώνε τα δάχτυλά μου για γαργάλεμα!
- Μμμμμμ... 

Τους πέταξε τα παπλώματα κι άρχισε το βασανιστήριο του γαργαλητού. Μετά από τις νυσταγμένες φωνές τους, σηκώθηκαν αναγκαστικά. 

- Το κρέας σε καμιά ώρα θα 'ναι έτοιμο. Θα το βγάλετε και θα ρίξετε κάμποσες φέτες λεμόνι, να πάρει κομμάτι τη σκορδίλα, αν και τυλιγμένο έτσι δα σαν το φασκιωμένο μωρό δεν πολυμύρισε. Η πίτα με το τυρί δεν πρέπει να μυρίζει απέ άλλο φαΐ είπαμε! Χτυπάτε δυο αυγουλάκια με κομματάκι γάλα και τα αλείβετε πριν το ψήσιμο, μη και το ξεχάσετε! Το νου σας μη με τα κάψετε, πρώτα το τυρί, μετά ο κιμάς, μετά τις γίγαντες και ίσαμε να αποψηθούνε κι αυτοί θα 'χουμε έρτει! Το αντίδωρο και δρόμο, καθόλου δε θα χασομερίσω να 'ρχομαι γιαβάς γιαβάς με τις γειτόνισσες! Να κι οι φέτες σας, ορίστε, με βουτυράκι και μελάκι, να στυλωθείτε κι οι δυο!
- Αμάν καλέ μαμά ακόμα δεν ξυπνήσαμε... Πρώτα τούτο μετά εκείνο, μας ζάλισες!
- Σους μπρε που θα με πείτε σας ζάλισα! Τι να κάμω που πρέπει να φύγω; Άντε πάω, το νου σας! Α! Τις σαλάτες μη ξεχάσετε μπρε! 


Στη σκέψη και μόνο του Αντρέα που θα ερχόταν, ξύπνησαν για τα καλά. Μέχρι να τελειώσουν το πρωινό τους, το μοσχαράκι παραμύρισε και το έβγαλαν έτσι τυλιγμένο με το ταψάκι του. Μετά τα υπόλοιπα ψητά, θα έμπαινε ξανά στο φούρνο για να ροδίσει.
Η Γιωργίτσα χαμογέλασε ικανοποιημένη όταν επέστρεψε και είδε τα καλοψημένα φαγητά.
- Να χαρώ εγώ τις νοικοκυρούλες μου, μπράβο! Ο μπαμπάς σας θα 'ρτει κατά η ώρα δώδεκα, τόνε κρατήσανε κει στην επιτροπή να μιλήσουνε για τα εορταστικά. Πάω μια να γδυθώ κι έρχουμαι αμέσως! Ποια απέ τις δυο σας θα με ψήσει ένα καφεδάκι; 


Οι επισκέπτες έφτασαν την ώρα που έστρωναν το τραπέζι. Ο Ανδρέας πήγε τελευταίος, μ' ένα ασημένιο διακοσμητικό για το σπίτι κι ένα μεγάλο κουτί γλυκά. 
- Τι είναι όλα τούτα μπρε παιδάκι μου που έφερες, ξένοι είμαστε για; Ένα κρασάκι να πιούμε είπαμε για την παρέα! Πολύ σ' ευχαριστούμε λεβέντη μου! 




- Μπρε κουνιάδα, πόσα φαγιά εψήσατε, το στρατό θα ταΐσετε; 
- Και νηστίσιμα και αρτύσιμα για! Οι τρεις νηστεύουμε, οι υπόλοιποι να φάτε τα κρεατερά σας! Τρέχω μια να διω τις πατατούλες μη με καούνε, καθίστε! 
Οι κρυφές ματιές του Ανδρέα στην Άννα, έβαλαν την Τασούλα σε υποψία. Γεμίζοντας ξανά το πιάτο της με τα νηστίσιμα, ενώ οι υπόλοιποι γελούσαν μεταξύ τους με μια παλιά φωτογραφία στο κομό, τον είδε να την γλυκοκοιτάει και κάτι να της ψιθυρίζει. Και το χαμόγελο της ανιψιάς της όμως, έδειχνε ότι το απολάμβανε. 
- Πουλάκια μου! Αμ δε μας τα 'χατε πει αυτά! Άιντε κι εσύ σουσουράδα, τα τραβάει το αίμα σου! Τώρα θα γελάσουμε! 
- Μπρε σεις, δεν τόνε είπατε τον Αντρέα τι γένηκε χτες στο λουτρό; Καρδιές έκαψες δάσκαλε, σκοτωθήκανε για τα σένανε! 
Η συζήτηση εξελίχθηκε σε γλέντι σωστό, με μουσική, αστεία και πειράγματα. Η Γιωργίτσα, είχε φυτέψει λουλούδια σε τέσσερις γλάστρες, να τα τα βάλει στα σκαλάκια της πόρτας του δεξιά κι αριστερά για να ομορφύνει. 
- Για τα καλορίζικα Αντρέα μου, διε και τα χρώματά τους που πάνε με τα σίδερα! 


Πολύ αργά, όταν ο Ανδρέας είχε φύγει κι έμειναν μόνες οι δυο αδερφές, η Τασούλα αποφάσισε πως έπρεπε να μιλήσει στη Γεωργία, χωρίς όμως να εκθέσει την κόρη της. Με την Άννα, θα μιλούσε κρυφά κάποια στιγμή. 
- Μπρε Γιωργίτσα, καλός με φαίνεται ο Αντρέας... Ομορφάντρας, ευγενικός πολύ, με τη δουλειά του την καλή που τόνε σέβουνται ούλοι... 
- Ναι ναι, όπως τα λες είναι, καλό παιδί, σπουδαίο!
- Να σε πω κάτι μπρε αδερφή, αμά μεταξύ μας να μείκει. Τόνε τσάκωσα να καλοκοιτάζει την Άννα μας! 
Η Γεωργία πέταξε το ποτηρόπανο στην καρέκλα και την καράφα στην άκρη.
- Ποιος καλέ, ο Αντρέας; Έλα Χριστέ μου, πως σε ήρτε τέτοιο πράμα και το λες; Είσαι σίγουρη μπρε Τασούλα;
- Πως με ήρτε, τι πως με ήρτε; Μάτια έχω και βλέπω! Όσο εμιλούσατε και κακανίζατε με τη μωρουδιακιά φωτογραφία του αντρός σου, έκαμα μια να βάλω κομμάτι χταπόδι και ντολμά στο πιάτο μου και τόνε είδα για! Με τα μάτια τήνε έτρωγε σε λέω, πως και δεν είμαι σίγουρη!
- Κι η Άννα τι έκαμε; Μπα και τον έδωκε κάνα δικαίωμα;
- Όχι μπρε, το κορίτσι εσάς κοιτούσε που γελούσατε με το Λεωνίδα... 
- Αμάν Τασούλα! Αυτό μας έλειπε τώρα, οι έρωτες!
- Γιατί κάμεις έτσι μπρε, άσκημα θα την έπεφτε ο δάσκαλος; Ε! Δεν είπαμε να τήνε παντρέψεις κι αύριο που λέει ο λόγος! Να το διούμε, να το μελετήσουμε, να μάθουμε και πέντε πράματα παραπάνω που λέει ο λόγος για τα κείνονα!
- Καλά, δε λέω που θα τήνε έπεφτε κι άσκημα, αμά κομμάτι ξαφνικό με ήρτε... 
- Έτσι είναι αυτά με τα κορίτσια, ξαφνικά μας έρχουνται! Να παρακαλάμε μονάχα να καλοπέφτουνε Γιωργίτσα μου κι ο δάσκαλος μια χαρά γαμπρός είναι! Μια μάνα έχει, μήτε κουνιάδια στη μέση, μήτε συννυφάδες, μήτε φαγώματα στο σόι μέσα. Περιουσία έχει, η δουλειά του εξαιρετική, τι άλλο θέλουμε; Θα βάλουμε λυτοί και δεμένοι να μάθουμε και τα υπόλοιπα φυσικά, τι έτσι σαν τις στραβοί θα τήνε δώκουμε για;
- Τι να σε πω, ξέρω κι εγώ; Έγνοια μεγάλη μ' έβαλες στο κεφάλι μου, να τα μιλήσω και με το Λεωνίδα...
- Κρυφά απέ το κορίτσι, μη και το πονηρέψεις και δεν κάνει! 

Βρήκε η Τασούλα κάποια στιγμή την ευκαιρία και ξεμονάχιασε την Άννα. Έπρεπε να μιλήσει μαζί της, κρυφά από τη μητέρα της.
- Μπρε σεις, πολύ με αρέσει αυτό το ροζάκι το χρώμα στα νύχια σας. Φέρτε με το μπουκαλάκι να τα βάψω κι εγώ μια! Αμά, δεν έχω μαζί μου τα γυαλιά μου και να διω πως θα τα πασαλείψω...
- Κι εμείς εδώ τι κάνουμε καλέ θεία; Ευθυμία, φέρε το μανό να βάψω της θείας μας τα νύχια!
Η Γιωργίτσα σκεπτική, πάλευε με μια στοίβα πιάτα και τη βοηθούσε η μικρή της κόρη κι η ανιψιά της. Πήγε το μανό κι αφού κοντοστάθηκε λίγο, ξαναγύρισε στην κουζίνα. Τα αγόρια της Τασούλας ήταν στην τραπεζαρία με το μπαμπά και το θείο τους.
- Άννα, να σε πω κάτι θέλω κορίτσι μου, αμά μεταξύ μας θα μείκει.
- Τι είναι θεία;
- Διε, είδα πριν στο τραπέζι που κάτι γένεται με το δάσκαλο κι εσένα...
- Θεία! Τι είναι αυτά που λες;
- Σους! Ψέμματα δε θα λες σ' εμένανε, για καμιά απτάλα σε φαίνομαι; Και είδα και κατάλαβα! Τη μαμά σου δεν την είπα τίποτες για σένα, το μόνο που είδα τον Αντρέα να σε καλοκοιτάζει κι εσύ χαμπάρι δεν επήρες, ήσουνε αφηρημένη με τα γέλια τους, αυτό θα ξέρεις! 
- Θεία, εγώ...
- Εσύ, τι εσύ; Κοπέλα στον καιρό σου είσαι κι εκείνος ασίκης, αρέσατε ο ένας τον άλλονα, φυσικά πράματα είναι για! Τη μαμά σου ήθελα να τήνε προετοιμάσω, έτσι για να μην την έρτει κάνα απότομο πιο μετά. Δε με λες, τα 'χετε μιλήσει, που έχετε φτάσει;

Η Άννα της άνοιξε την καρδιά της. Μετρημένες κουβέντες τη μία και μοναδική φορά που συναντήθηκαν και το ξεροστάλιασμα εκείνου στη γωνία για να τη δει στο παράθυρο. Η Τασούλα χαμογέλασε ευχαριστημένη και τη συμβούλευσε να προσέχει.
- Το νου σου κόρη μου, άντρας είναι, πρόσεχε μη σε ξεγελάσει! Κι αυτά τα σούρτα φέρτα τις νύχτες, καλά πράματα δεν είναι, θα τόνε πάρει κάνα μάτι και θα σε κουσελεύουνε παιδάκι μου, όνομα κακό μη και βγάλεις, καήκαμε! 
Τα νύχια της περάστηκαν δυο φορές κι άρχισε να συμμετέχει στην κουβέντα των ανδρών, για να μη καταλάβει τίποτα η Γιωργίτσα. Η Ευθυμία, πέρασε σαν σίφουνας και πήρε την αδερφή της στο δωμάτιό τους, τάχα για να της ξεκουμπώσει τη μπλούζα στην πλάτη και ν' αλλάξει, επειδή βράχηκε. 
- Άννα, συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό, τρέμω ολόκληρη!
- Τι έγινε;
- Η αγαπημένη μας ξαδερφούλα, είμαι σίγουρη πως ερωτεύτηκε τον Ανδρέα! 











Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Μες στης Πόλης το χαμάμ


Η Ευθυμία ζέσταινε νερό για το τσάι της Άννας κι είχε στήσει αυτί. Οι γονείς της συζητούσαν για τον Ανδρέα και θα είχε πολλά να πει στην αδερφή της, που καθόταν στα καρφιά. Δυο τρία γιουβαρλάκια είχε φάει κι αυτά με το ζόρι, είχε κλείσει η φωνή της εντελώς.

Πολύ εντάξει άθρωπος με φαίνεται μπρε γυναίκα! Κύριος σε όλα του σε λέω! Σκέψου που με είπε να δώκει όλοι τις παράδες κι όχι μια μπροστάντζα* που γένεται πάντα. Τον είπα όχι βέβαια και να με πλερώνει όποτε μπορεί κι αυτός με λέει μα τι λέτε, τα χρήματά σας θα τα πάρετε αμέσως, κιμπάρης* άντρας σε λέω! 
- Λεωνίδα μου, μακάρι να κάμεις καλή δουλίτσα με το δάσκαλο. Το σπίτι γένηκε μες στην πάστρα! Η Ροδίτσα τον άναψε μέχρι και τη μεγάλη σόμπα και γένηκε το σπίτι φούρνος, να πάει και να το 'βρει ζεστό. Εφώναξε τον άντρα της και τήνε καθάρισε μέσα, όσο πολέμαγε τις άλλες κάμαρες. Να διεις τα ρούχα που 'χει φέρει, τι να σε πω! Βαλίτσες και μπαούλο φορτωμένο με ασπρόρουχα, πλυμένα και σιδερωμένα στην τρίχα! Και τις παράδες της ημέρας όχι μόνο όλοι τις έδωκε, αμά και παραπάνω! Θα τελειώσει αύριο με το καλό και τα υπόλοιπα, μέχρι και στο σπίτι της επήρε για πλύση και σίδερο για! Και κάθε βδομάδα τήνε είπε να παγαίνει να τον καθαρίζει κι εκείνη τούμπες μόνο που δεν έκαμε απέ τη χαρά της! Ας είναι, καλό μεροκάματο θα βγάνει η καημένη που δεν καλοδουλεύει ο άντρας της... Τεμπέλης πρέπει να είναι, πως βρίσκουν οι άλλοι άντριδοι δουλειά; Με δυο μεροκάματα τη βδομάδα, προκοπή γένεται; Δε γένεται! 
- Τον είπα και για την Άννα και τήνε στέλνει τα περαστικά του. Ευθυμία, πες την αδερφή σου τις ευχές του δάσκαλου που εξέχασα να την πω!

- Θα της τα πω μπαμπά! Να σε βάλω κι εσένα λίγο τσάι να κάνεις παρέα στη μαμά;

- Όχι κορίτσι μου, κομματάκι κρασάκι πίνω ακόμα. Γιωργίτσα, τσιπουράκι θα πιούμε αύριο με τον κουμπάρο, είπα και την κουμπάρα να φέρει, που όλο αρώταγε για το παιδί πως είναι, έκαμα καλά; 
- Καλά έκαμες! Μεζέ έχω κανονισμένο, μη σεκλετίζεσαι! Να με κάμει και παρεούλα, καιρό έχω να τη διω. Δε με λες, τις σιδεριές του Αντρέα πότε θα τις έχετε έτοιμες; Με το χιόνι τώρα, δουλειά δε γένεται εκεί...
- Θα βάλουμε μπρος αύριο, τρεις τέσσερις μέρες τις θέλουνε κι άμα κόψει κομμάτι η χιονιά θα βγάλουνε τα παλιά και θα μπούνε τα καινούργια. Και την πόρτα ένα σκέδιο ωραίο εδιάλεξε, γιαβάς γιαβάς όλα θα γένουνε... 


Οι νονός της Άννας έφθασε μόνος τελικά την επόμενη μέρα, με τα καλούδια του όπως πάντα. Η νονά της πήγε στη μητέρα της που αρρώστησε ξαφνικά, αλλά της  έστειλε ένα μεγάλο κουτί μπισκότα κι ένα φρεσκοψημένο κέικ με σοκολάτα. Αγκάλιασε τη βαφτιστήρα του με στοργή και τη φίλησε. 
- Τζιέρι μου! Χλόμιασε το προσωπάκι σου, σ' έφερα μπισκοτάκια απέ αυτά που σε αρέσουνε κι έψησε κι ένα κέικ η νουνά σου, τι να σε πω! Να φας κομματάκι να δυναμώσεις, έρχουνται και τα Χριστούγεννα και να διεις πάλι τι θα σε πάρουμε! Ευθυμίτσα μου, βράσε την ένα γαλατάκι ζεστό, να βουτήξει και να φάει! 
Οι άντρες κάθισαν στο τραπέζι της σάλας κι η Γιωργίτσα με την Ευθυμία μπαινόβγαιναν στην κουζίνα ετοιμάζοντας τους μεζέδες. Πήγαιναν και  στην Άννα διάφορα, είχε γεμίσει το κομοδίνο με φαγώσιμα, μήπως και τραβήξει κάτι η όρεξή της. 
- Πολύ στεναχωρέθηκα κουμπάρε μου για την πεθερά σου, μεγάλο βάσανο μ' αυτά τα νεφρά της... Θα μείκει τελικά το βράδυ κοντά της η κουμπάρα, ε;
- Ναι, βέβαια! Πάνου που τα 'χε κανονισμένα να 'ρτουμε να σας διούμε κι έψησε το κέικ και ντύθηκε, να 'σου ο αδερφός της έρχεται και την λέει τρέχα, η μαμά μας πάλι πονάει πολύ. Μπορεί κι ο καιρός να τήνε έφερε τις πόνοι, τι το ΄θελε κι εκείνη μεγάλη γυναίκα να βγεί όξω με τα χιόνια; 
- Σωστά τα λες...Ας είναι περαστικά τη γυναίκα, με τα γιατρικά και το ζουμί της τσουκνίδας, θα διεις που θα συνέρθει!


Στο τέλος της βδομάδας, η Άννα είχε γίνει εντελώς καλά. Κάθε βράδυ, περνούσε ο Ανδρέας και κοιτούσε το παράθυρό της από μακριά κι η Άννα του έγνεφε πίσω απ' την κουρτίνα. Ο χιονιάς είχε υποχωρήσει κι ο Λεωνίδας με τους άλλους ανθρώπους του μαγαζιού τοποθέτησαν τις σιδεριές και την πόρτα. 
Ο Ανδρέας για να τους ευχαριστήσει, τους έκανε το τραπέζι με φρέσκα θαλασσινά, που είχε ψαρέψει και ψήσει ο πιο μερακλής ταβερνιάρης της περιοχής. 

- Πες τον να έρτει μια και σε μας, να πιείτε ένα κρασάκι Λεωνίδα μου, πόσο καλά σας φέρθηκε όμως, ε; 

- Και μπαχτσίσι γερό τους έδωκε, τα χέρια τους τρίβανε! Ήθελα κι εγώ να σε το πω μπρε Γιωργίτσα μου, με πρόλαβες! Να τον μηνύσω για την Κυριακή να 'ρτει που με είπες που έχετε δουλειές πολλές μες στη βδομάδα; Χώρια που τις καθημερινές όλο στο σκολειό παγαίνει κι αυτός να συνηθίζει και τα παιδιά να τόνε μάθουνε για! 
- Να τον πεις, έγινε! Μόνο που θέλω μια χάρη να με κάμεις, για το Σαββάτο το πρωί. Στο χαμάμ θα πάμε, αμά επειδής φοβούμαι μη μετακυλίσει πάλι η Άννα, να κουκουλωθεί και να μπει στο αυτοκίνητο αμέσως, μη και τήνε πιάσει πάλι το κρύο. 
- 'Οπως αγαπάς μπρε γυναίκα! Και θα σας πάω και σας φέρω! Θα διεις και την κουμπάρα, αμά πολύ πρωί λέει θα πάει, να γνοιαστεί μετά τη μάνα της, που τον μυαλό της όλο στη λακέρδα τον έχει και δεν κάμει να τρώει για!




Όλοι οι άνθρωποι που αγαπούσαν την καθαριότητα, πήγαιναν στο χαμάμ κάθε βδομάδα. Το Σάββατο ήταν η καλύτερη μέρα τους, γιατί μαζεύονταν όλες οι γνωστές και φίλες, με τα φαγητά και τα γλυκά τους κι απολάμβαναν ένα θαυμάσιο χαλαρωτικό κι αρωματισμένο πρωινό με γέλια και κουσέλι. 

Εκεί μάθαινες όλα τα νέα της πόλης. Ποια παντρεύεται, ποια γέννησε, ποια βγήκε κρυφό ραντεβού και με ποιον, ποιες μάλωσαν και για ποιο λόγο, τι έραψαν, τι μαγείρεψαν, τι ψώνισαν, που πήγαν, τι είδαν, τι έμαθαν, ποια λέει καλύτερα τον καφέ και τα χαρτιά, τι χτίζεται και τι γκρεμίζεται και πάει λέγοντας...

Η Γιωργίτσα με τις κόρες της, φόρτωσαν το καλάθι με τα φαγάκια τους, όλα στεγνά, χωρίς ζουμιά και σάλτσες και τα χρειαζούμενα του λουτρού.

Ντολμαδάκια γιαλαντζί, καλαμάρια γεμιστά και σπανακόπιτα χωρίς τυρί για εκείνη που νήστευε, φρούτα, κοτόπουλο ψητό και κεφτέδες για τις κόρες της, όλα θα μοιράζονταν με την υπόλοιπη γυναικοπαρέα, αφού θα έμεναν εκεί αρκετές ώρες. 

Άσπρα χοντρά μπουρνούζια, καρώ πεστεμάλ, τα ξύλινα τσόκαρα με τα τακούνια για να μη γλιστράνε, γαλέτζες τα έλεγαν, λίφια, σαπούνια, αρωματικά λάδια, πομάδες, ελαφρόπετρες και τ' ασημένια τάσια για να ρίχνουν σιγά σιγά το ζεστό νερό.
Απαραίτητο το δαφνέλαιο, που εκτός από μακριές και πυκνές βλεφαρίδες, απλωνόταν και στα μαλλιά τουλάχιστον δυο ώρες πριν το λούσιμο και τα έκανε λαμπερά και μεταξένια. Οι ζεστοί ατμοί άνοιγαν τους πόρους του δέρματος και η τριβή με το χοντρό λίφι, απομάκρυνε τα νεκρά κύτταρα πριν το σαπούνισμα με την πλάκα σαπουνιού που ήταν φτιαγμένη με λάδι, γιασεμί και τριαντάφυλλο. 


Η νονά της Άννας, είχε ήδη τελειώσει το ζεστό λουτρό της κι έτριβε τα πόδια της με ελαφρόπετρα. 

- Πα πα πα! Τι με λες μπρε κουμπάρα, μέρα που βρήκατε για να κάμει το σπίτι τις πάστρες του! Με τέτοια χιονιά, πως και δεν άρπαξες κι εσύ κάνα κρύο για η Ροδίτσα; Τώρα θα με πεις βέβαια, αφού ήρτε μέσα στο χειμώνα, τι άλλο να γενούντανε... Ώστε θα τον έχουμε δάσκαλο τον ανεψιό της Αριστέας, μπράβο, ας είναι... Τέτοια σύμπτωση όμως, ε; Να τόνε διορίσουνε εδώ, που έμεισκε κι η θεία του; Πως και δεν εβάλανε την κόρη της Κλεονίκης, που 'χει σπουδάξει δασκάλα κι αυτή, είναι και το σκολειό μέσα στο σπίτι της που λέει ο λόγος, μα μηνύσανε τον Αντρέα; 
- Τι να σε πω, δεν ξεύρω κουμπάρα μου... Μετάθεση μας είπε τόνε δώκανε εδώ, τι άλλο να τον αρώταγα, σάμπως ξεύρω απέ δαύτα; Και πάλι να σε πω, δικό του σπίτι κληρονόμησε, τίποτις δεν του λείπει, σε λέει ας πάω να μείκω μη σαπίζει κιόλας χρόνια κλειστό, εκεί και να εργάζουμαι...
- Κι άφηκε τη μαμά του μπρε; Ποιος τήνε κοιτάζει στην άλλη άκρη; Θα με πεις, άντρας μονάχος του τι να την προσφέρει, αμά είναι μια παρηγοριά να 'χεις το παιδί σου κοντά σου στα γεράματα... Δε με λες, βλέπεις καθόλου τα κορίτσια, την Άνθω, τη Σουλτάνα...
- Ναι, πως, όλες τους καλά είναι! Η Φωτεινούλα στο βελόνι, η Αθηνά έφυε πια απέ το κομμωτήριο, ξέρεις, η Σουλτάνα καλά είναι κι αυτή, η Άνθω τον περασμένο μήνα είχε έρτει σπίτι με τα παιδιά. Κείνο το μικρό, το αγόρι, θερίο σκέτο είναι για, ησυχία δεν έχει μια στιγμή! Με τη Σουλτάνα τα τσουγκρίσανε πάλι ο Γιάννης, τα 'λεγε το Λεωνίδα και πολύ τήνε έβριζε. Κι εκείνη η Άνθω, βλέπει που η αδερφή της έχει δίκιο, αμά τι να πει; 
- Έγκυος πάλι έμεικε και μαλώσανε;

- Ναι... Τήνε πονάει την αδερφή της η Σουλτάνα, σε λέει κάθε τρεις και λίγο παιδιά θα ρίχνεις; Κείνος φταίει που δεν προσέχει τη φωνάζει και λόγο το λόγο τόνε έπιασε το γαμπρό της και τόνε ξαναμίλησε, σκοτωθήκανε πάλι...
- Μα κι αυτός... Δίκιο έχει βέβαια, σε λέει θα πάθει ζημιά μεγάλη στο τέλος, χώρια και την αμαρτία, που τήνε πας κι αυτή; Θα έρτω σπίτι να τα πούμε κουμπάρα μου, κομματάκι καλύτερα πάει η μαμά μου τώρα και δε χρειάζεται να μείσκω τα βράδυα εκεί. Να φιλήσω τη βαφτιστήρα μου και την Ευθυμούλα μας και πάω πάλι να τη διω. Καλά που 'χω απέ τα χτες ένα τέντζερη σαρμάδες κι έχουνε να φάνε σπίτι! 


Η Άννα, ξαπλωμένη στο ζεστό μάρμαρο κι αφημένη στα έμπειρα χέρια της Τουρκάλας, απολάμβανε την περιποίηση περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Το ζεστό νερό και τα αρώματα, ετοίμαζαν το κορμί της να ντυθεί με τα κάτασπρα, δαντελωτά εσώρουχα και τα μαλακά, ολόμαλλα ρούχα της, που μοσχοβολούσαν καθαριότητα και φρεσκάδα. 'Ολα τα συρτάρια και οι ντουλάπες τους, έκρυβαν πολλά μικρά πουγκάκια με λεβάντα, ανάμεσα στα ρούχα.
Δυο κυρίες, γειτόνισσες, μιλούσαν για τις Χριστουγεννιάτικες δουλειές τους, που είχαν ήδη ξεκινήσει κι η κουβέντα έφερε την αξιοσύνη της Ροδούλας. 
- Μα να την έβλεπες και μόνο πως μπαινόβγαινε με το πατσαβούρι στο χέρι, μες στη χιονιά! Σβέλτη και με το γέλιο στον στόμα, πετούσε σε λέω! 
- Και τι δουλειές θα 'χε το σπίτι, κλειστό τόσα χρόνια, ε; 

- Βέβαια θα είχε! Εδώ παλεύεις όλη μέρα που ζεις μέσα και τελειωμό δεν έχουνε για! Άμα πέθανε όμως η Αριστέα, ήρτε ο ανιψιός της μετά λίγες μέρες, με μια κοπέλα, τους είδα γιατί ετίναζα τις κουρελούδες κείνη την ώρα! 
Η Άννα τέντωσε τ' αυτιά της, μη της ξεφύγει λέξη... 

- Στην κηδεία της όμως, δεν ήξευρε να πατήσει! Μόνο η αδερφή της ήρτε με τη μαγκούρα, κάτι ξαδερφάδες της και του αντρός της το σόι. Και ποια ητανάναι αυτή, καμιά γιαβουκλού; Τι κάμανε κει μέσα οι δυο τους, ε;
- Η μαμά του είπε τότες, που ητανάναι μακριά ο γιος της, μετάθεση τόνε είχανε δώκει πάλι και δε μπόραγε να έρτει, γράμμα τόνε στείλανε αμά το πήρε πια μετά την κηδεία... Τίποτες δεν εκάμανε με την κοπέλα μπρε, που ο νους σου όλο στο πονηρό είναι! 
- Κι εσύ που το ξεύρεις, μέσα στο σπίτι ήσουνε;

- Όχι, αλλά πες που ήμουνα! Όλα τα έβλεπα απέ το μπαχτσέ, τα παραθύρια ανοιχτά ητανάναι για! Σηκώσανε τα μακάτια, τα σεντόνια, απέ κάτου μουσαμάδες  χοντροί είχε βάλει η Γιωργίτσα, για να μη περνά η σκόνη. Πολύ νοικοκερά αυτή η γυναίκα, μπράβο της που το σκέφτηκε! 
- Και τι κάμανε; 

- Ε! Τι θες να κάμανε; Τις κάμαρες είδανε, τα πράματα είδανε, αυτός άνοιξε τα συρτάρια όλα και τήνε έδειχνε κάτι κεντίδια, κείνη χάζευε τα μπακίρια, μείκανε κάμποσο εκεί. Μετά μαζώξανε κάτι σερβίτσια και πορτσελάνες και μπακίρια, όλα της προικός της ητανάναι, τα κοφτά όλα τα πήρε κείνη σε χώρια τσάντες μεγάλες, αμά αφήκανε κι άλλα πράματα μέσα για! Η Ροδίτσα με είπε, που πήρε κάμποσα στο σπίτι να τα τρίψει κομμάτι και να βάλει και πλύση. Τι να κάμει η καημένη κι αυτή, παιδεύεται στα ξένα σπίτια η κακορίζικια...
Στη σάλα της μέσα τ' άπλωσε που όξω έπεφτε το χιόνι, που να τα πήαινε... 

Το χαμόγελο της Άννας είχε φτάσει ως τ' αυτιά της. Άρα ο Ανδρέας, τους είχε πει την αλήθεια σχετικά με την κοπέλα, ξαδέρφη του ήταν. Η κουτσομπόλα γειτόνισσα δεν είχε χάσει καμία σκηνή, τα έβλεπε όλα απ' την αυλή της που είχε μπαστακωθεί μη τυχόν και της ξέφευγε τίποτα. 
- Είναι όμως ομορφάντρας, ασίκης! Ε ρε και να 'μουνα καμιά τριανταριά χρόνια πιο μικρή και θα σου 'λεγα τι θα τόνε έκαμα το δάσκαλο... 
- Καλά μωρ' σύ, τσίπα δεν έχεις πάνω σου; Γιος σου είναι, τι βάνεις πάλι με το νου σου, που μη και διείς σερνικό, αμέσως πονηρεύεσαι;
- Τι είπες μωρ' κουσελιάρα, που δεν αφήνεις άθρωπο να μη τόνε πιάσει η γλώσσα σου; Κυνηγάω τα σερνικά εγώ; Εγώ;

- Εσύ μωρή καλτάκα!* Τα μούτρα σου στον κατρέφτη τα 'χεις διει, που 'χεις απάνω σου όλες τις μπογιές του κόσμου και βγαίνεις στα σοκάκια σαν το καραγκιόζη; Που όλο τη φούστα σου σηκώνεις να διείς άμα σ' έφυε πόντος απέ την κάλτσα μες στις δρόμοι; Που πας και ρίχνεις τα μάτια σου στα νεαρούδια μπα και σε λιμπιστούνε, κακό χρόνο να 'χεις μεγάλη γυναίκα!  Βρεμένη είσαι ακόμα και τα φτιασίδια στη μούρη σου έβαλες, μπα και σε διούμε άβαφτη που κακό χρόνο να 'χεις, λες και δεν τα βλέπουμαι τα μούτρα σου που 'ναι σαν το ακορντεόν απέ τις ζάρες! Ούλος ο μαχαλάς γελάει με τα σένανε πίσω απέ την πλάτη σου! Μη κοιτάς που εγώ είμαι καλή γυναίκα και ποτές δε σε είπα τίποτες, αμά καλά να τα πάθωωωω! Ο καλός, καλό δεν έχει, να τώρα και το φχαριστώ!! 

Πρώτα με περνάς απέ το κόσκινο για να τα μάθεις όλα και μετά με λες και κουσελιάρα; Κοίτα μη σε πιάσω στον στόμα μου και πω τα όσα ξέρω για ελόγου σου σ' ούλο το ντουνιά! Άμε να χαθείς που θα με πεις εμένα κουσελιάρα!


Μέσα σε πέντε λεπτά όλες οι γυναίκες έτρεξαν να τις χωρίσουν που είχαν πιαστεί μαλλί με μαλλί. Με τα πεστεμάλια, τα τσόκαρα, τις σαπουνάδες, πανδαιμόνιο! Η Άννα και η Ευθυμία, είχαν πέσει στα μάρμαρα από τα γέλια, η Γιωργίτσα στάζοντας πήγε όπως όπως να σταματήσει τις κόρες της, αλλά βλέποντας την "καλτάκα" να έχει πασαλειφτεί με την πράσινη μπογιά και το κόκκινο κραγιόν, όσο της πετούσε η άλλη τα λάδια και το τάσι με το ζεματιστό νερό, έπεσε κι εκείνη δίπλα τους γελώντας με την πλάτη γυρισμένη. Οι άλλες που πήγαν να τις χωρίσουν έφαγαν αρκετές αδέσποτες, γιατί ήταν κι οι δυο χοντρές, είχαν και κάτι  χερούκλες μεγάλες και βαριές σαν φουρναρόξυλα κι οι χαμαμτζούδες έτρεξαν στις καμπίνες να κρυφτούν. 
Άρον άρον τα μάζεψαν και βγήκαν στον προθάλαμο ξεκαρδισμένες. Προσπάθησαν να ντυθούν μισοβρεγμένες ακόμα και τύλιξαν το κεφάλι της Άννας με μια στεγνή πετσέτα για να βγουν έξω. Ο Λεωνίδας ήταν σ' ένα παραδιπλανό μαλεμπιτζίδικο* και τις περίμενε αμέριμνος πίνοντας το καφεδάκι του και διαβάζοντας εφημερίδα. Όταν άκουσε τη Γεωργία να τον φωνάζει και την είδε με τα μαλλιά βρεγμένα, να κρατάει το μπουρνούζι στο χέρι, πανικοβλήθηκε. 
- Τι γένηκε μπρε γυναίκα, πως είσαι έτσι;

- Θα σε τα πούμε στο αυτοκίνητο, της τρελής γένηκε κι όπου φύγει φύγει εμείς! Η Άννα είναι παπί, με την πετσέτα στο κεφάλι, την πόρτα άνοιξε να μπει γλήγορα μέσα, μη μας βρούνε κι άλλα! Χα χα χα χα! Μπρε τι έχασε η κουμπάρα!
- Μα θα με πείτε τι γένηκε κει μέσα; Μια καβγά λέτε, μια η καλτάκα λέτε, αμά έτσι που γελάτε δε μπορώ να καταλάβω μπρε!

- Σκοτωμός μπαμπά! Δαρθήκανε για έναν άντρα...

- Μπα! Και ποιος ητανάναι αυτός για; 
- Ο Ανδρέας, ο δάσκαλος! 

Λίγο ακόμα και θα έφευγε το τιμόνι απ' τα χέρια του Λεωνίδα... 












Μπροστάντζα - Προκαταβολή


Κιμπάρης - Ο άνθρωπος που φέρεται εντάξει, ο άρχοντας, ο καλοπληρωτής, ο ευγενικός 

Πεστεμάλ ή πεστεμάλι - Είδος πετσέτας σαν παρεό, που τυλίγει το σώμα στα χαμάμ 

Καλτάκα - Πρόστυχη, ντυμένη προκλητικά


Μαλεμπιτζίδικο - Ζαχαροπλαστείο

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Πέντε σακιά σεργιάνι με το Γιάννη




- Που πάτε καλέ μ' αυτόνε τον καιρό, παλαβώσατε κι οι δυο σας; Γκούχου γκούχου σε πήε όλη νύχτα μπρε Άννα, μέσα να μείκεις στα ζεστά!
- Καλά είμαι, τι κάνεις έτσι βρε μαμά; Έβηξα λιγάκι και τι έγινε; Πάμε με την Ευθυμία να δούμε εκείνη τη μπλούζα και τη ζακέτα...

- Τι λιγάκι έβηξες μπρε παιδάκι μου, στον ύπνο μου μέσα σ' άκουγα! Για το λιγάκι σ' έφερα η ώρα δύο της νυχτός γάλα ζεστό με το μέλι να σε μαλακώσει τα λαιμά σου κομμάτι; Σήμερα σας ήρτε να πάτε για ψούνια, που 'χει όξω χιονιά; Χτες τόσο κρύο δεν είχε ούτε το πρωί που εβγήκαμε για την εκκλησία! Μέσα να μείκετε σε λέω! Ο νουνός σου θα έρτει αύριο μεθαύριο με είπε ο μπαμπάς σου και ξέχασα να σε το πω. Αμά, μυαλό μ' αφήκατε; Δε μ' αφήκατε για!
Μπρε Ευθυμίααααα! Πες την κι εσύ καμιά κουβέντα, θα πλευριτωθείτε κι οι δυο σε λέω! Διέτε χάλι, στην πόρτα πήε κιόλας, μπα και χάσει τις δρόμοι!

- Μαμά! Θα περάσουμε από το μπαμπά μας μετά, να τον κάνουμε έκπληξη! Μαζί θα γυρίσουμε!

- Καλά, τι άλλο να σας πω πια δεν ξεύρω! Τα γάντια σας μη βγάλετε και τα σκουφιά σας, ναι; Όρνιθα θα βάλω να βράζει, άμετε στο καλό! 

Τις σταύρωσε και τις έβγαλε ως την πόρτα στεναχωρημένη. Ο παγωμένος αέρας πέρασε τις χοντρές κάλτσες και τις μάλλινες παντόφλες της κι ένιωσε να παγώνει όλο της το κορμί. Έπλυνε τα χέρια της κι έπιασε να καθαρίζει την παχιά κότα, για να βρει η οικογένεια ζεστό και θρεπτικό φαγάκι το βράδυ.
- Αχ! Πάγωσαν τα τζιέρια μου σήμερα, καλά λένε που το κρύο το αρπάζεις απέ τα πόδια, κατευθείαν στην κοιλιά με χτύπησε. Να ψήσω κι ένα τσαγάκι με κομματάκι κονιάκ, να ζεσταθεί το μέσα μου... Στο μπαμπά τους λέει θα πάνε μετά...χα χα χα, ποιος ξέρει πόσοι παράδες τόνε τραβήξανε για τα ψούνια! 
Άναψε φωτίτσα σ' ένα τάσι βαθύ και καψάλισε καλά το κοτόπουλο. Το σήκωσε ψηλά, ακριβώς κάτω από το φως, για να δει καλύτερα το δέρμα του, μη τυχόν της ξέφυγε καμιά τριχούλα. Αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν πεντακάθαρο, ετοίμασε και τα λαχανικά κι έβαλε στη φωτιά το μεγάλο τέντζερη. 
- Το τσαγερό, κομματάκι γυάλισμα θέλει... Όπου να 'ναι θα πιάσουμε και τα τριψίματα, Χριστούγεννα έρχουνται κι όλα πρέπει ν' αστράφτουνε... 

Κουκουλωμένες οι δυο αδερφές, με κατακόκκινα μάγουλα και μύτη από το κρύο, έφτασαν στο μεγάλο δρόμο με τα μαγαζιά. Όσο η Ευθυμία θα κοιτούσε τα ρούχα, η Άννα θα πήγαινε να συναντήσει τον Ανδρέα στην πλατεία, που ήταν κοντά. Το ραντεβού τους ήταν έξω από την κοντινή εκκλησία κι από κει θα πήγαιναν μαζί  στο μαγαζί που είχε αυτά που ήθελαν και μετά στου πατέρα τους. Πρόθυμη η Ευθυμία να βοηθήσει την αδερφή της στο πρώτο ερωτικό της σκίρτημα, συμφωνούσε σε όλα κι έκανε ό,τι της έλεγε εκείνη. 
- Σε είκοσι λεπτά με είπες, εντάξει! Αμά, μ' αυτό τον ψόφο στο δρόμο θα μείνετε βρε Άννα; Πες τον που ΄σαι λίγο άρρωστη απ΄τα χθες! 
- Πως είμαι;
- Κούκλα είσαι! Είμαι πολύ περίεργη, τι να θέλει να σε πει, έχουνε και τη γνωριμία με τους γονείς μας... 
- Κι εγώ δεν ξέρω, αμά θα σε τα πω όλα! Πάω τώρα κι όπως είπαμε! 


Ο Ανδρέας χάζευε τις πευκοβελόνες που έπεφταν η μία μετά την άλλη στα πόδια του κι ήταν χαμένος στις σκέψεις του. Όμορφη κοπέλα η Άννα, πολύ καλή η οικογένειά της, όπως ακριβώς τα άκουγε από τη μητέρα του, έτσι ήταν. Η δουλειά του πατέρα της καλή, μπόλικοι παράδες έμπαιναν κάθε μέρα στο σπίτι, καλοπροικισμένες οι κόρες, ποιος άντρας δε θα έβλεπε στο πρόσωπό της την τέλεια σύζυγο; Άντρας έμπειρος που θα είχε χορτάσει τις πληρωμένες αγκαλιές και θα 'θελε μια γυναίκα ωραία, πρόσχαρη και νοικοκυρά, για να στήσουν το δικό τους σπιτικό, εκτός κι αν...
- Καλησπέρα!
Η Άννα εμφανίστηκε τη στιγμή που μια υποψία ενοχής πέρασε από το μυαλό του. Στα χέρια της κρατούσε το πλεκτό καπελάκι και τα γάντια της κι έτρεμε ολόκληρη. Το κρύο, η αγωνία, το χτυποκάρδι, κάτι απ' αυτά ή όλα την έκαναν να σπαρταράει έτσι;
- Άννα! Ήρθες επιτέλους! Δε φαντάζεσαι πόσο ευτυχισμένο μ' έκανες!

Περπάτησαν λίγο στην έρημη πλατεία, ενώ τα δέντρα λύγιζαν από τον δυνατό αέρα που λυσσομανούσε και δεν υπήρχε άλλη ψυχή πουθενά. 
Από την άνοιξη μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, έσφυζε από ζωηρές, χαρούμενες παιδικές φωνούλες και μικροπωλητές με τα καλούδια τους. Η έρημη και παγωμένη εικόνα, δε θύμιζε σε τίποτα το μικρό, παιδικό παράδεισο. Ο Ανδρέας, φαινόταν να ξέρει τα κατατόπια καλά, αλλιώς πως της έδωσε ραντεβού εκεί, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα;
Η Άννα περπατούσε με το κεφάλι σκυμμένο, χωρίς να μιλάει. Ήθελε τόσα να τον ρωτήσει, όμως ντρεπόταν πολύ. Τη σιωπή, έσπασε εκείνος.
- Άννα, ξέρεις, δεν ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χθες, στην εκκλησία...

Η κοπέλα ξαφνιάστηκε!
- Δεν... Που με είχες δει ξανά; Δυο τρεις μέρες είπες πως είσαι εδώ και δεν βγήκα και πολύ έξω... 
- Στο παράθυρό σου σε είδα κι έχω χάσει τον ύπνο μου από εκείνη τη στιγμή! Ο Θεός Έρωτας όμως, με βοήθησε πολύ...

Τώρα η Άννα έγινε πιο κόκκινη κι απ' το παλτό της! Έρωτας;
- Πρέπει να φύγω, με περιμένει η Ευθυμία να πάμε στα μαγαζιά, ίσα που προλαβαίνουμε... Μετά θα πάμε στο μπαμπά μας, στο μαγαζί.
- Αύριο εδώ, την ίδια ώρα! Θα σε περιμένω Άννα και θα σε σκέφτομαι! 


Η Ευθυμία είχε αρχίσει ν΄ανησυχεί, όταν είδε την αδερφή της να φτάνει τρέχοντας, αναμαλλιασμένη.

- Τι έγινε βρε Άννα; Άργησες και φοβήθηκα, πως είσαι έτσι, με το σκουφί στο χέρι και τα μαλλιά σαν της τρελής; Τι σ' έκανε;

- Τίποτα δε μ' έκανε, μη πονηρεύεσαι άδικα! Το είχα βγάλει, για να φαίνομαι πιο ωραία με τα μαλλιά ελεύθερα. Θα σε τα πω, πάμε στο μαγαζί πριν κατεβάσει τα κεπέγκια* κι ίσαμε να φτάσουμε στο μπαμπά τα λέμε! 

Η ζαλάδα που ένιωσε κι ο βήχας που χειροτέρεψε, ανησύχησαν τον πατέρα της. Άγγιξε το μέτωπό της και φώναξε στην Ευθυμία που είχε ήδη βγει στο δρόμο, να φέρει και τη θεία της στο σπίτι. Κάτι μέσα του, του έλεγε ότι το βράδυ θα ήταν πολύ δύσκολο για τη θυγατέρα του... 

- Έτσι που λες Τασούλα μου, της Αριστέας ο ανιψιός! Με είπε ο Λεωνίδας, που θα πάει λέει απέ το μαγαζί να διεί σκέδια για την πόρτα, σάπια είναι τα κάγκελα για! Νοικοκυρεμένη γυναίκα η σχωρεμένη, αμά δε χολόσκαζε για τέτοια πια και να σε πω, καλά έκαμε! Σε λέει, ας τα φκιάξει αυτός που θα με κληρονομήσει, τα χάλια με την υγειά μου με κόφτουνε! Έμεικε κι αυτή μονάχη της νέα κοπέλα η καημένη, ίσαμε να βγάλει τα νυφικά εντύθηκε στα μαύρα η έρμη... Αχ και τι να πεις... Βασανισμένη γυναίκα, χαροκαμένη απέ κοπέλα να 'ναι...
Έξι μηνώ έγκυος ητανάνε που τον έχασε τον άντρα της, αμά έτσι που μαδιούτανε ολάκερη, την ήρτανε κι οι πόνοι... Γέννα κανονική έκαμε και βγήκε τ' αγοράκι της σαν το κλαράκι, που να ζήσει πριν τις εφτά μήνες για; Μήτε δυο ώρες δεν έζησε και καλά που η μαμή εφώναξε τον παπά να το βαφτίσει...
- Η καημένη η Αριστέα... Να είχε το παιδί τουλάχιστον, μια παρηγοριά θα 'τανε για κείνηνα... Τυχερός ο ανιψιός τελικά μπρε Γιωργίτσα, ε; Τον ήρτε η κληρονομιά απέ την άλλη άκρη, χωρίς να ιδρώσει για τίποτες! Δε θυμούμαι να ήρτε να διεί τη θειά του τόσα χρόνια, κάτι δε θα έλεγε η σχωρεμένη; Η μαμά του ήξευρα που 'ναι ανήμπορη κάμποσο καιρό πριν πεθάνει η Αριστέα, τη θυμούμαι με τη μπαστούνα, αμά ο γιος; Μήτε στην κηδεία της ητανάνε, η μαμά του είπε που έλειπε, κομματάκι περίεργο δεν είναι για; 
- Πως, βέβαια, τα λέγαμε και με τον άντρα μου χτες το απόγεμα που έφυε ο Αντρέας. Και να σε πω και κάτι, που μ' έκανε μεγάλη περιέργεια, είπε μια στιγμή που είχε διεί τα πράματα σκεπασμένα που τα 'χαμε, όταν ήρθε με την... 
- Την ποια; 
- Την αξαδέρφη του είπε, αμά σάμπως και κόμπιαζε στην αρχή. Δεν επρόλαβα να τόνε αρωτήξω για ποια αξαδέρφη λέει, γιατί με καιγόντουσανε τα μήλα... 
- Ώχου κι εσύ και τα μήλα σου! Απάνου στο ζουμί της κουβέντας βρήκανε να σε καούνε;

- Τα πρόλαβα μπρε! Πολύ ωραία γενήκανε, στάσου να σε δώκω ένα, ζεσταμένα τα 'χω, πολλά εψήσαμε χτες και περσέψανε τρία τέσσερα!

Μήνυσα και τη Φρόσω, να στείλει τη γυναίκα που την καθαρίζει στο σπίτι, τη Ροδίτσα για, τήνε ξεύρεις, να το συνεφέρει κομμάτι, ξαραχνιάσματα μπόλικα έχει να κάμει! Τον είπα, να σταθώ κι εγώ να τήνε λέω πως και τι. Τη μια κάμαρη τήνε κουτσοβόλεψε είπε, αμ πως θα έμεισκε και θα κοιμούτανε για; Έκαμε κομμάτι και τις άλλες, είπε...
- Λες να βρήκε και παράδες μέσα; Λίρες χρυσές την είχανε δώκει προίκα, δεν επρόλαβε η μαύρη να τις χαλάσει...

- Τι να σε πω...μάλλον θα βρήκε, γι' αυτό ήρτε σαν τον κλέφτη με την αξαδέρφη που είπε. Εμείς πάντως, που πέθανε και μετά, λεπτό δε μείκαμε μονάχες μας Τασούλα! Ητανάνε κει η κουνιάδα της, που έμεισκε κοντά της ένα μήνα σχεδόν και τήνε έκλεισε τα μάτια. Σ' αυτήνα είπαμε να βοηθήσουμε στα σκεπάσματα, την είπαμε καλή ανάπαψη να ΄χει και φύγαμε... Πάω μια μέσα, να διω την Άννα, πιε κι άλλο τσαγάκι μπρε, φάε και το μήλο σου!


Η Ευθυμία έβαλε άλλη μια κομπρέσα με ξίδι στο μέτωπο της Άννας αναστενάζοντας απογοητευμένη.

- Πως είσαι παιδάκι μου, έχεις ακόμα τόση θέρμη; Να καταπιείς κομματάκι μπορείς; 
- Καίει ακόμα μαμά, μια κοιμάται και μια ξυπνάει κι όλο για τη μπλούζα με λέει...
- Τι σε λέει για τη μπλούζα καλέ; Που ητανάνε η αιτία να κρεβατωθεί;

- Όχι... Μετάνιωσε με είπε που τήνε πήρε καφετιά και θέλει τη σικλαμέν και να πάω αύριο να την αλλάξω...

- Δεν είμαστε καλά! Μπρε σεις, τι κακό πια μ' αυτήνε τη μπλούζα πάνε κι έλα μες στα κρύα; Τώρα δεν τήνε αρέσει; Άμα τη διεί αύριο θα τήνε θέλει έτσι! Πάω να σε φέρω κομματάκι σουπίτσα ακόμα, να φας πρέπει Αννούλα μου για πιεις το σορόπι. 

 Όταν ξημέρωσε, το χιόνι έπεφτε πυκνό και είχε σκεπάσει τα πάντα. Η Γεωργία θα πήγαινε στης Φρόσως να πάρει τη Ροδίτσα για της Αριστέας το σπίτι. 

Δυο μέρες εντατικής δουλειάς και θα ήταν έτοιμο. Ο Ανδρέας θα πήγαινε στο μαγαζί, να κανονίσουν με το Λεωνίδα για τις σιδεριές και την πόρτα. 

- Άννα, καλύτερα είσαι σήμερα, καλά είπε ο μπαμπάς μας που θα ρίξει χιόνι πολύ, κοίτα έξω πως πέφτει! 
- Ο Ανδρέας...
- Τι ο Ανδρέας; Θαρρείς που θα πάει να σε περιμένει το απόγευμα; Η μαμά με είπε που θα είναι στο σπίτι του να κοιτάζει τη γυναίκα κι αυτός θα πάει στου μπαμπά για τα σίδερα, να μην είναι και μέσα στα πόδια τους. Δε θα τον πούνε που είσαι άρρωστη; 

Με δυσκολία περπατούσε γλιστρώντας ο Λεωνίδας στον παγωμένο δρόμο για τις καθημερινές, εκτός δουλειάς υποχρεώσεις του. Στην αποθήκη του μαγαζιού, στοιβαγμένα κάμποσα σακιά κάρβουνο, που είχε μαζέψει λίγα λίγα για τη βασική χειμωνιάτικη ανάγκη των φτωχών. Μια σκεπή πάνω απ' τα κεφάλια τους, το μαγκαλάκι αναμμένο να ζεσταίνει την κάμαρα και το καθημερινό τους φαγάκι, έκαναν τη φτώχεια πιο υποφερτή. Το γάλα και το ψωμί ήταν ήδη στις πόρτες τους, όταν έφτασαν οι υπάλληλοι στο μαγαζί, τυλιγμένοι με τα κασκόλ που άφηναν έξω μόνο τα μάτια τους. 
- Καλημέρα λεβέντες μου! Πιέτε ένα ζεστό τσαγάκι να συνέρθετε, ίσαμε μισό μέτρο θα φτάσει το χιόνι έτσι που πάει! Γιάννη, έλα δω μια να σε πω κατιτίς που θέλω! Διε, σ' έχω μια αγγαρεία για τώρα το πρωί, αμά κουβέντα σε κανένανε δε θα πεις, ναι;
- Φυσικά κυρ Λεωνίδα, παιδιά είμαστε για;

- Στην αποθήκη τη δεξιά, έχω κάτι κάρβουνα χωρισμένα στα σακιά. Θα τα πας ένα ένα όπου σε πω, τα παραγγείλανε οι αθρώποι αμά που να βγούνε όξω μ' αυτό το χιόνι, αμαρτία είναι να παγώσουνε για! Θα τα αφήκεις στην πόρτα, μια θα χτυπήσεις και θα φύγεις, μη περιμένεις, ναι;
- Αφεντικό, σάμπως και δε με τα λες καλά! Τι είσαι συ, καρβουνιάρικο έχεις και σε τα παραγγείλανε; Με λες και να τα πάω, να χτυπήσω μια και να φύω σαν τον κλέφτη! Να μη πω στις αθρώποι μια καλημέρα, πως είστε, σας έφερα τα κάρβουνα που θέλετε, να με πούνε το ορίστε κι αυτοί;
- Σους μπρε Γιάννη! Για να σε λέω που τα παραγγείλανε οι αθρώποι, έτσι είναι! Παράδες δεν είχανε να τα πλερώσουνε και τον είπα τον τσιφούτη τον καρβουνιάρη, πάρτα και θα τα χρωστούνε σε μένανε, νοικοκυραίοι αθρώποι είναι! Άρρωστοι, γερόντια, μωρά παιδιά, κόκαλο να μείκουνε απέ το κρύο; Ξέρω τι σε λέω, κανονισμένα τα 'χω όλα, όποτε ευκολιθούνε θα με τα δώκουνε! Να, κράτα κι αυτά, να πάρεις μια ζεστή μπουγάτσα που σε αρέσει για τον κόπο σου!
- Και γιατί να χτυπήσω μια και να φύω, να ξεύρουνε οι αθρώποι τι γένεται δεν πρέπει; Και να με λες που 'ναι και μυστικό, τα κάρβουνα μυστικό είναι για;
- Γιάννη, μη με σκάζεις πρωί πρωί και δε μποράω τη σύχυση, αυτό που σε είπα θα κάμεις και κουβέντα άλλη μη με λες! Α! 


Απασχόλησε τους άλλους ο Λεωνίδας για να μη βλέπουν κι ο Γιάννης φορτώθηκε ένα ένα τα σακιά μουρμουρίζοντας... 
- Μπρε μ' αυτόνε τον άθρωπο, τι να πω δεν ξεύρω! Πάνε λέει εδώ κι εκεί, αμά και να ΄ξερα μπάρεμ* τι με τρέχει στις μαχαλάδες με τα χιόνια και το κάρβουνο... 
'Αιντε τώρα να διω πως θα τσουλήσει τούτο δα! Να τα σκεπάσω με είπε μη και νοτίσουνε, μπρε τι με βρήκε πρωινιάτικα! 
Πέντε σακιά σεργιάνι στα παγωμένα σοκάκια, με το Γιάννη να γλιστράει κάθε λίγο και να γκρινιάζει, έφτασαν επιτέλους στον προορισμό τους. Κουκουλωμένα σαν τα μωρά, μη στάξει και βραχούν, τα άφηνε στις πόρτες, χτυπούσε μια φορά και κρυβόταν, να δει τι γίνεται. 
- Τι γένεται δω μπρε... Φτωχόσπιτα, αθρώποι κακομοίρηδες, άμα πάρει έστω κι ένα παρά ο μαστρο - Λεωνίδας, να με τρυπήσει τη μύτη! 
Στο δεύτερο χαμόσπιτο, χτυπώντας και φεύγοντας βιαστικά, γλίστρησε ακριβώς απ' έξω. Μέχρι να σηκωθεί, βγήκε στην πόρτα ένας άνθρωπος μαυριδερός, με βαθιά χαραγμένες ρυτίδες στο πρόσωπο. Τον βοήθησε να τινάξει από πάνω του το χιόνι και τον ρώτησε τι είχε μέσα το σακί.
- Τα κάρβουνα έχει! 
Γούρλωσε τα μάτια του ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος και τον κοίταξε σα χαμένος.
- Κάρβουνα; Τι με λες άθρωπέ μου, με τον πόνο μου παίζεις; Αν είχα ν' ανάψω το μαγκάλι, να ζεσταθεί η φαμίλια μου, πασάς θα ήμουνα! 
- Τώρα πασάς γένηκες! Άλλο λόγο μη μ' αρωτάς να σε πω, θα με βάλει τις φωνές ο αφεντικός μου!

- Ποιος είναι ο αφεντικός σου; Γιατί δε με λες, στάσου άθρωπε, πες με! 
Ο Γιάννης είχε απομακρυνθεί, αν κι έσκαγε να μάθει τι ακριβώς γινόταν.
Το τελευταίο σπίτι, είχε στην αυλίτσα ένα μεγάλο παλιό βαρέλι κι ο περίεργος Γιάννης κρύφτηκε πίσω του, να δει ποιος θα βγει. Μια γιαγιούλα μαντιλοδεμένη, άνοιξε το σακί και μόλις είδε τι είχε μέσα, έπεσε στα γόνατα και δόξαζε το Θεό. Μια απότομη κίνηση στο δυνατό φτάρνισμα έκανε ο Γιάννης και το βαρέλι κουνήθηκε. Η γιαγιά έβαλε τις φωνές, πιστεύοντας ότι έγινε θαύμα και σε ελάχιστα λεπτά άρχισαν να φτάνουν προς τα κει παιδάκια που είχαν βγει στο δρόμο για να φτιάξουν χιονάνθρωπο. Ο Γιάννης πέρασε ανάμεσά τους τρέχοντας κι αυτά με τις χιονόμπαλες στο χέρι τον πήραν το κατόπι...  

- Έλα καλέ κυρία Ανθούλα, σοβαρά μιλάς;
- Αμ, τι, ψέμματα σε λέω νομίζεις; Κατάλαβε ο άντρας μου τι γενούτανε βέβαια και κάτι πήε να τον πει το Λεωνίδα, αμά εκείνος τον λέει, σους, λέξη δε θέλω να με πεις και να το ξεχάσεις. Πτωχοί αθρώποι, μήτε για να ζεσταθούνε δεν έχουνε, αμαρτία είναι!

Άμα έφτασε στο μαγαζί, να 'σου και πήε σε λίγο κι ο αδικιωρισμένος ο δάσκαλος, που κακό χρόνο να 'χει ο παλιάθρωπος... 


Άξια και γρήγορη στις δουλειές η Ροδίτσα, ξεπέταξε σε μια μέρα και τις τρεις κάμαρες και τις έκανε ν΄αστράψουν. Η Γιωργίτσα, αφού είδε ότι προχωρούσε η λάτρα, πετάχτηκε στο σπίτι να νοιαστεί την Άννα και το φαγάκι της ημέρας. 
- Μπρε, δίκιο είχε η Φροσούλα, σίφουνας είναι αυτή η γυναίκα, ζωή και χρόνια να 'χει! Για πότε σκαρφάλωσε κι έκαμε τα ταβάνια, τα ντουβάρια γύρω γύρω, τις πόρτες, τα παραθύρια, τούμπα εγύρισε το μιντέρι*, όλα τα σάρωσε! Τις κουρτίνες εκατέβασε κι άμα φκιάξει κομμάτι ο καιρός θα τις πλύνει, αμά ήξευρε που είχε τις άλλες η σχωρεμένη και τις έβγαλε. Δυο νερά θα τις περάσει με τη στάχτη να φύγουνε οι κιτρινίλες και θα τις κρεμάσει παστρικιές και σιδερωμένες. Μέχρι και τις τσεβρέδες της Αριστέας έβγαλε να τις ετοιμάσει κι αυτοί και να τις στρώσει! Αύριο με το καλό θα τρίψει κομματάκι τα μπακίρια είπε και θα κάμει την κουζίνα.
Να φκιάξω τα γιοβαρλάκια και να τήνε φέρω να φάει ένα πιάτο, να βάλει κάτι μέσα της. Με τη βούκα το ψωμοτύρι στο στόμα πολέμαγε, την λέω κάτσε μπρε χριστιανή μου να φας αθρωπινά, όχι με λέει, όσο περνούνε οι ώρες θα σφίξει πιότερο το κρύο! 

Μισή χουφτίτσα ρυζάκι έριχνε στα γιουβαρλάκια, για να μη σκάσουν στο βράσιμο και να μένουν αφράτα και στρογγυλά. Η Ευθυμία είχε ετοιμάσει το κρεμμύδι, το μαϊντανό, το δυόσμο και βοήθησε τη μητέρα της στο πλάσιμο. Σε είκοσι λεπτά, έπεσαν στον τέντζερη με το ζεστό, αλατισμένο νερό κι ένα μεγάλο κομμάτι βούτυρο.
Κοπάνησε μισή κούπα ρύζι να σπάσει και το έριξε κι αυτό.

- Ευθυμία, σφίξε το μεγάλο λεμόνι και χτύπα δυο αυγουλάκια σε λιγάκι. Πάω να τρίψω την αδερφή σου κομμάτι κι έρχουμαι! 


Τρεις μεγάλες σακούλες με τα τεντζερέδια της Αριστέας, πήρε η γυναίκα στο σπίτι να τα γυαλίσει κι επέστρεψε για να πάρει και τα ασπρόρουχα. Σεντόνια, παπλώματα και πετσέτες, είχε φέρει ο Ανδρέας. Καλοσιδερωμένα, λεβαντιασμένα, όλα από χέρι νοικοκυρεμένο.
- Καλέ κυρά Γιωργία, διε τα τι καλά που είναι όλα! Με την τσάκιση είναι για! Η μαμά του τόνε τα ετοίμασε λες;
- Τι να σε πω μπρε Ροδίτσα μου, δεν ξεύρω... Η μαμά του ίσια που στέκεται, για να κάμει τέτοια αποκλείεται. Καμιά γυναίκα σαν κι εσένα νοικοκερά θα έχουνε να τους κοιτάζει και τόνε τα ετοίμασε τα ρούχα του τον δάσκαλο! 
- Μοναχογιός είναι κυρά Γιωργίτσα μου;
- Ναι, είδε κι έπαθε η μαμά του, δεν έπιανε παιδί. Τι μαντζούνια ήπιε, τι θεραπείες έκαμε, πήε στο γιατρό πια και την είπε που η μήτρα της ητανάνε κομματάκι αψηλά και γι' αυτό δε μπόραγε να πιάσει παιδί. Την έκαμε μια εγχείρηση και στα δυο χρόνια έμεικε έγκυος. Αμά, άλλο παιδί που να 'καμε, με τα τούτα και τα κείνα τα χρόνια είχανε περάσει για! Έλειπε κι όλη την ώρα ο άντρας της με τον έμπορα και γυρίζανε, καταλαβαίνεις...
- Πάλι καλά να λες που έκαμε ένα τέτοιο παλικάρι! Όμορφος άντρας και καλός με φαίνεται, θα 'ναι η τυχερή όποια θα τόνε κουκουλώσει...
- Μακάρι Ροδίτσα μου να καλοπέσει κι αυτός κι όλα τα παιδιά του κόσμου...

- Και τα κορίτσια σου, χρυσές τύχες να 'χουνε, άμα είναι καλοί αθρώποι, δώστε τις κι ας είναι και μικρές!

- Ε! Όχι κι από τώρα, με τα βιβλία παλεύουνε κι οι δυο ακόμα. Να μεγαλώσουνε κομμάτι, να πήξει και το μυαλό τους που λένε κι έχει ο Θεός... 


















Κεπέγκια - Ρολά 


Μπάρεμ - Τουλάχιστον


Μιντέρι - μπαουλοντίβανο - καναπεδάκι