.

.
.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Μπρος να πάω σκιάζουμαι, πίσω να πάω φοβούμαι που λένε...




Ο Γιώργος, ο άντρας της Σουλτάνας, καθόταν στα καρφιά. Αγαπούσε πολύ την Ανθούλα και συμπαθούσε το Γιάννη κι είχε στεναχωρηθεί πάρα πολύ με όσα συνέβαιναν. 
Μάταια προσπαθούσε να κρατήσει τη Σουλτάνα μακριά απ΄αυτή την υπόθεση αλλά εκείνη είχε πεισμώσει.
- Άντρα μου, μη με λες άλλο τίποτις, δε θα σ΄ακούσω! Πολλά την έχει κάμει, στα μνήματα κόντεψε να τήνε στείλει ο χαϊρσίζης*! Και να σε πω, άμα τήνε χάναμε την αδερφή μας, σιγά μη κι έβαφε μαύρο το πουκάμισό του, άλληνα θα έμπαζε στο σπίτι τάχα μου για τον μεγαλώνει το παιδί! Κι αφού κάμει ό,τι κάμει, να την λέει που εγώ έβαλα τη νύφη μας να την πει ψέματα για να τους χωρίσω; Αυτό το πράμα που είπε, πιο πολύ με αγρίεψε σε λέω! Του κόσμου τα καλά έχω κάμει, παράδες, προικιά, μαζί δεν τα χαίρουντε για; 
Κι αυτή άμα είναι  ναμκιόρα* και δεν αναγνωρίζει τίποτις, άμα θέλει να τα λούζεται έχει καλώς! Αμά, να την αρωτήξω και να τήνε κοιτάζω μέσα στα μάτια άμα πιστεύει που θέλω να τήνε χωρίσω απέ τον άντρα της και να με πει δεν ξεύρω τι να πω; Ε! Αυτό μήτε ο Θεός το θέλει, μήτε ο Διάβολος! Α!
- Το ξέρω που έχεις δίκιο μπρε κοκόνα μου, αμά είναι άντρας της, δεν καταλαβαίνεις;
- Όχι, δεν καταλαβαίνω, χαϊβάνι είμαι! Γιωργάκη μου, άσε με να κάμω όπως εγώ ξεύρω, έτσι να χαρείς...

Τις σκέψεις του διέκοψε η άφιξη των δύο αδερφών, της μικρής Σοφούλας και του Κωστή που κουβαλούσε μια μεγάλη τσάντα ανοιχτή με ρούχα. 
- Καλώς τες, ελάτε! Το παιδί να πάει μέσα με τα δικά μου που κοιμούνται, να μερέψει κομμάτι απέ την ταλαιπωρία. 
- Ψήσε μας μπρε άντρα μου τρία καφεδάκια κι είμαι πολύ ταραγμένη. Σεις, πέστε τα χώρια με τον Κωστάκη που ητανάνε μάρτυρας... 
Ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι νερό πριν τον καφέ κι άρχισε να λέει τα καθέκαστα μονοκοπανιά. 
- Άμα με είπε που επήε κι άλλαξε στο φίλο του και μετά είδε την άλληνα, τι να σε πω... Δεν επίστευα τέτοιο πράμα που έκαμε ο Γιάννης! Α πα πα!
- Κι εκεί που τους τσάκωσε;
- Α! Έκαμε το μαγαζί άνω κάτου για να τοις βρει! Μικρά μικρά χωρίσματα είχε άμα κατέβαινες λίγα σκαλάκια κι εκεί να πούμε μπερντέδες και μέσα τα μιντεράκια με τις μαξιλάρες. Απέ τις φωνές που έμπηξε εβγάνανε τα κεφάλια τους οι άντριδοι, να διούνε τι γένεται! Ο αφεντικός εκεί, πού να τήνε κάμει καλά που ητανάνε θεριό ανήμερο! Επήε μια να τήνε πιάσει απέ τα χέρια για να σταματήσει και τόνε δίνει ένα κλότσο που διπλώθηκε στα δυο αυτός! Χα χα χα χα! 
- Μ' αρέσει που γελάς κυρία Ανθούλα!
- Ε! Αυτά πάνε, περάσανε... Όσο να πεις, οι πιο πολλές γυναίκες τα έχουνε ζήσει... Με τα πολλά που λες, τραβάει ένα μπερντέ και τους τσακώνει! Αχού και το τι γένηκε, μέχρι και ο Κωστάκης εφοβήθηκε και μπήκε μέσα! Τον κατέβασε τα μούτρα με τα νύχια της, πρόλαβε αυτός και την έδωκε μια στο μπράτσο, θέριεψε περισσότερο η Σουλτάνα, ξεμάλλιασε και την άλληνα, τον κλοτσούσε, μάνι μάνι εβγήκανε όξω και συνεχίστηκε το πατιρντί. Η άλλη όπου φύγει φύγει, την πιάνει ο Γιάννης απέ τοις ώμοι και να πάλι κλότσο αυτή, τον έριξε κι έπεσε χάμου απέ τις πόνοι! Ισιώνει το πανωφόρι της και λέει τον Κωστή, τώρα πάμε να την πάρουμε με το παιδί να πούμε κι άστονα αυτόνε να βουρλίζεται καταγής! 
- Πρόσεξε καλά τι θα σε πω καημένη μου! Άμα κάμεις πίσω τώρα, χαμένη θα είσαι μια ζωή! Αυτά τα πράματα, κόβουνται απέ την αρχή, κατάλαβες; Πέσε κομμάτι να ησυχάσεις και μη σε νοιάζει, μονάχη σου δεν είσαι στη ζωή. Άμα θέλει ο αδικιωρισμένος ας κοπιάσει, αμά δεν το πιστεύω, με τι μούτρα θα έρτει

Έλα ντε, με τι μούτρα θα κυκλοφορούσε ο Γιάννης, που ήταν σα να είχε μαλώσει με γάτα; Με το κεφάλι κατεβασμένο και το δανεικό κοστούμι λερωμένο και ξηλωμένο σε πολλές μεριές, πήρε το δρόμο για το μπεκιάρικο σπίτι του φίλου και συναδέλφου του. Του έβαλε ένα υγρό για χτυπήματα που τον έτσουξε πολύ και μισοκάθισε στην καρέκλα. Οι πόνοι από τη δυνατή κλοτσιά της κουνιάδας του που είχε σακατέψει δυο άντρες εκείνο το απόγευμα, δεν τον άφηναν να ησυχάσει... 
Είχε βραδιάσει πια όταν έφτασε στο σπίτι τους, προσπαθώντας να βρει δικαιολογίες στην εγκυμονούσα σύζυγό του. 
- Εμ! Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακιά του μέρα... Αμά, να γένω έτσι εγώ, ο Γιάνναρος με τ' όνομα, που με λιμπίζουνται λεύτερες και παντρεμένες; Κι απέ ποια, απέ την τρελή τη Σουλτάνα; Τώρα θα με πεις, αδερφή της είναι, αμά όχι και να δαρθούμε... Με σακάταψε το παλιογύναικο, κοτζάμ άντρα... Μια στην κεφάλα να την έριχνα και να έμεισκε στον τόπο... Μπα...φονιάς θα γένω για δαύτηνα
Το σπίτι σκοτεινό και σιωπηλό, έσφιξε περισσότερο την καρδιά του. Κατεβαίνοντας, γλίστρησε στο χυμένο γάλα με τη ζάχαρη κι έπεσε ανάσκελα. 
- Αντίς να χτυπήσω την κεφάλα αυτηνής, εχτύπησα τη δικιά μου...  Τι είναι αυτό το πράμα, γάλα είναι; Τι γένηκε εδώ μέσα μπρε; Με πήρε γυναίκα και παιδί... Κι αυτή η Άνθω με την κοιλιά που επήγε κι άφηκε το σπίτι; Ποιος ξεύρει τι θα την είπε... Και τώρα θα πρέπει να πάω να παρακαλάω; Φτου! 



Με καφέδες και τσιγάρα έβγαλε τη νύχτα ο Γιάννης μέχρι που ξημέρωσε. Πήγε στη δουλειά και δικαιολογήθηκε ότι φύτευε τριανταφυλλιές και σκόνταψε, με αποτέλεσμα τα αγκάθια να γδάρουν το πρόσωπό του. Ο πόνος της κλοτσιάς δεν τον άφηνε να περπατάει ελεύθερα κι έτσι έγινε πιο πιστευτό το "ατύχημα". Μετρούσε τις ώρες μέχρι να σχολάσει και πήγε στο σπίτι του Σταμάτη, του κουμπάρου τους. Η Σωσώ τον καλοδέχτηκε κι ανησύχησε που τον είδε έτσι, αλλά μπήκε διακριτικά στην κουζίνα προφασιζόμενη δουλειές κι άφησε τους δυο άντρες να τα πούνε. Τριανταφυλλιές κι αγκάθια δεν πίστεψε βέβαια, ο κουμπάρος είχε μεγάλο σεκλέτι και φαινόταν από μακριά. Έσκαγε από περιέργεια κι έστησε αυτί στη μισάνοιχτη πόρτα. Μιλούσαν χαμηλόφωνα και μόνο ο τόνος στην έκπληκτη φωνή του ανδρός της την άφηνε να ακούσει μερικές λέξεις. 
- Τι με λες μπρε Γιάννη; Βάι βάι! Πράματα και θάματα γενήκανε! Να πάω, φυσικά και να πάω, να πω και τη Σωσώκα να τη μιλήσει την κουμπάρα! Οι γυναίκες, αλλιώς τα λένε αναμεταξύ τους, μη ντρέπεσαι σε λέω! Κάτσε συ εδώ και πάω στο μπατζανάκη σου αμέσως! 

Με ύφος μισοκακόμοιρο ο Γιάννης μίλησε στη Σωσώ
- Με παραξηγήσανε σε λέω μπρε κουμπάρα! Εγώ, ένα καλό επήγα να κάμω και διε τώρα μπλεξίματα... Ο φίλος μου είχε κάτι να πούμε με την κοπέλα, αμά δεν ήθελε να το τραβήξει άλλο κι έστειλε εμένα να τη μιλήσω. Ε, μας είδανε μαζί και νομίζανε που έχω εγώ κάτι μαζί της, αδικία μεγάλη! Αυτή η Σουλτάνα τα κάμει όλα, απέ την αρχή δε με ήθελε κι όλο στραβά με κοίταζε... Αντίς δηλαδή να με πιάσει και να με μιλήσει σαν άθρωπος, να κάμει τέτοιο σαματά στο καζινάκι και στοις δρόμοι και να με κάμει έτσι κι εμένανε; Τρελή είναι σε λέω, δυο άντριδοι μας έριξε κλοτσές να μας σακατέψει, χάπια για τα νεύρα της πρέπει να τη δώκει ο γιατρός! Εγώ σαν άντρας έπρεπε να την κάμω μαύρη στο ξύλο με τέτοιο πράμα που μ' έκαμε, μεγάλη χάρη με χρωστάει που εκρατήθηκα! Και να σε πω, γένηκε ό,τι γένηκε, την αδερφή της δεν τήνε σκέφτηκε που περιμένει παιδί; Που την επήρε απέ το σπίτι με τη μικρή μαζί και ποιος ξεύρει τι την είπε; Αυτά τα πράματα εγώ, δεν τα σηκώνω και στο λέω! Οι καλές γυναίκες απέ το σπίτι τους δεν φεύγουνε, έτσι είναι! Διε τώρα κι εσύ να τα μερέψεις τα πράματα κομμάτι, αλλιώς θα μείκουμε ο ένας εδώ κι η άλλη εκεί και το παιδί μπαμπά δε θα 'χει... 
- Να τη μιλήσω την κουμπάρα, βεβαίως, αμά είναι σίγουρο που τα πράματα γένηκαν έτσι όπως με τα λέγεις; Σε είδε η Σουλτάνα να τη μιλάς την κοπέλα κι έκαμε τέτοιο κακό; Με το συμπάθιο μπρε κουμπάρε μου, αλλά σάμπως με φαίνεται που κάτι να με κρύβεις...
- Όχι, τι να σε κρύψω, έτσι όπως σε τα είπα είναι! Άμα η Σουλτάνα σε πει άλλα πράματα, ψευτιές είναι, επειδής δε με χωνεύει και θέλει να χωρίσει το αντρόγυνο! 

Ο Σταμάτης πήγε στο μαγαζί του Γιώργου σαν τη βρεγμένη γάτα. Ήξερε ότι ο Γιάννης είχε έφεση στις γυναικοδουλειές, αλλά πίστευε ότι οι άντρες καταλαβαίνονταν μεταξύ τους και θα έβρισκαν κάποια λύση. 
- Άντρας είσαι κι εσύ μπρε Γιώργο μου και καταλαβαίνεις! Η Άνθω με την κοιλιά εκεί και το αίμα του να βράζει, τον κουνήθηκε εκείνη, παρασύρθηκε κομμάτι κι αυτός... Η φκιάξη του αντρός έτσι είναι μια ζωή, πως να το κάμουμε τώρα; Να την πει για το φίλο του επήγε και βρέθηκε μπλεγμένος, τίποτις δεν την έκαμε την κοπέλα, με ορκίστηκε σε λέω! Αμά ξεύρεις τώρα πως γένεται με τις γυναίκες, το τόσο το κάμουν τόοοοοσο! Ένα καφέ κάτσανε να πιούνε για να τα μιλήσουνε και γένηκε το κακό το μεγάλο... Μίλα κι εσύ τη γυναίκα σου και την κουνιάδα σου, να μαζωχτεί κι εκείνη στο σπίτι της, γεννητούρια θα έχουνε σε λίγο καιρό, για τέτοια είναι τώρα για; 
- Σταμάτη μου, οι δυο μας μιλούμε τώρα και ξεύρουμε καλά τι γένηκε! Η Σουλτάνα είχε και μάρτυρα, μη το ξεχνάς αυτό! Καιρό τραβούσε η ιστορία και τόνε είδε η Αρχοντούλα, η Άνθω έβλεπε τα παράξενα αμά ο Γιάννης την έριχνε στάχτη στα μάτια. Να τόνε πεις που τίποτις κρυφό δε μείσκει κι άλλη φορά να το τιμάει το στεφάνι του. Εγώ, τόνε εκτιμάω όπως όλο τον κόσμο, λέξη άσκημη δε μ' έχει πει. Καλώς κακώς ο γάμος γένηκε κι αυτό δεν αλλάζει, έτσι είναι! Θαρρείς που θέλουμε να χωρίσουνε; Μήτε η αδερφή της το θέλει, τα στέφανα που τους άλλαξες στα εικονίσματα να μείκουν για όλη τους τη ζωή, αυτό να το θυμάσαι! 

Μ' ένα μεγάλο κουτί γλυκά στα χέρια, πήγε η Σωσώ στο σπίτι της Σουλτάνας προσπαθώντας να κρύψει το άγχος της. 
- Μπρε καλώς τη Σωσώκα! Πού βρέθηκες εσύ καλέ, πόσο καιρό έχεις να έρθεις βίζιτα;
- Ε... Όλο το σκεπτούμουνα να σ' έρτω κι όλο κάτι με τύχαινε Σουλτάνα μου. Αμά σήμερις είπα θα πάω, ο κόσμος να χαλάσει!
- Φυσικά, ο κόσμος εχάλασε Σωσώ μου και μη με πεις που δεν το ξεύρεις; Έλα, θα ψήσω καφεδάκι να πιούμε με την Άνθω
- Αχ μπρε κοκόνα μου, πολύ στεναχώρια επήρα, τι να σε λέω... Αυτός ο Γιάννης, κλαίει και κοπανιέται, τόνε λυπήθηκα να σε πω...
- Σιγά μην είναι και για λύπηση ο τζουτζές!* Πόσα τέτοια ξεύρει το πετσί του... Αυτήνα εδώ να λυπάσαι που πήε κι έμπλεξε με δαύτονα κι άιντε να διούμε τι έχει ακόμα να τραβήξει! Δεν ξεύρω τι ψέματα σε είπε, αμά τόνε έκαμα τσακωτό με την άλληνα, κάτσε να σε τα πω! 
Η Σωσώ άκουγε στην αρχή ήρεμη, ως τη στιγμή της παρακολούθησης. Εκεί κοκκίνισε και σα να μην πίστευε ό,τι άκουγε, ρωτούσε ξανά και ξανά με γουρλωμένα μάτια. 
- Όπως σε τα λέω γένηκαν τα πράματα! Φυσικά και είμαι σίγουρη αφού τα είδα με τα ίδια μου τα μάτια, είχα και τον Κωστή μαζί μου, συνάδελφο του Παύλου, της Ζωίτσας. Άγνωστο αυτοκίνητο, άγνωστος κι ο Κωστάκης, πως αλλιώς θα κάμναμε δουλειά; Η κοροϊδία που την έκαμε είναι Σωσώ μου, παντρεμένη είσαι κι εσύ και καταλαβαίνεις τι σε λέω. Μα να ντύνεται και να στολίζεται στου αλλουνού το σπίτι και να βγαίνει ραντεβού; Να την ορκίζεται που λάθεψε η νύφη μας κι ότι εγώ τα έκαμα όλα για να τους χωρίσω; Ητανάνε αυτό πράμα να το αφήκω να περάσει έτσι; Όχι πες με, άδικο έχω; 
- Όχι Σουλτάνα μου, χίλια δίκια έχεις, αμά ο κουμπάρος αλλιώς με τα είπε, που δε γένηκε τίποτις κι αδικήθηκε...
- Άδικη ώρα να τον έρτει τον παλιάθρωπο! Μπρε συ, ποιος ξεύρει και πόσες άλλες είχε κι η κουμπάρα σου χαμπάρι δεν επήρε; 
- Τι να σε πω...απέ τα σύγνεφα έχω πέσει... Απέ δω και πέρα να διούμε τι θα γένει, θα γεννήσει σε λίγο καιρό και τούτη, δύσκολα τα πράματα είναι για! Βάι βάι βάι...  Άνθω, ό,τι γένηκε γένηκε, να διούμε πως να σιάξουμε τα πράματα.. Για πες με, εσύ τι λες για όλα αυτά γιαβρί μου;  Μη κλαις μπρε αγάπη μου, αμαρτία είναι που ΄χεις και παιδί στην κοιλιά! Σουλτάνα, αυτός το επήρε το μάθημά του τώρα, άλλη φορά τίποτις δε θα κάμει, θα το διείς! Παρασύρθηκε πες, κακιά ώρα ητανάνε πες, άμα και δεν πάει η γυναίκα του στο σπίτι θα τήνε χωρίσει, θα πει που τόνε εγκατέλειψε για! Ντροπής πράματα είναι αυτά, τη Σοφούλα τι θα την πείτε που θα ζητάει το μπαμπά της; Και να τα πούμε κι απέ την άλλη, θα πάει για γέννα χωρίς τον άντρα της κι αυτός θα λέει που έφυε απέ το σπίτι; Άιντε μετά να μαζώχνεις τα στόματα του κόσμου, ξεύρεις τι γένεται άμα τα ανοίξουνε...
- Ξεύρω, πώς δεν ξεύρω! Αμά, ας το σκεπτούτανε πριν τα κάμει αυτά ο κουμπάρος σου! Η αδερφή μου θα μείκει εδώ, ίσια με να καταλάβει που δεν χωρατεύουμε, έτσι πες τον! Πολύ θα το σκεφτούμε το θέμα, αμά πιο πολύ εκείνη που είναι η γυναίκα του! Άμα τον αρέσουνε τα ξένα, να μείκει μονάχος του και να έχει όποια θέλει, άμα ζητάει γυναίκα και παιδί να πέσει στα γόνατα και να ζητήξει συχώρεση κι απέ την Άνθω κι απέ μένανε που με έσουρε του κόσμου τα λόγια! 

Η μικρή Σοφούλα έπαιζε μελαγχολική με τα ξαδερφάκια της, ενώ η πόρτα της σάλας ήταν κλειστή για να μην ακούσουν κάτι τα παιδιά. 
- Ολόκληρο παιδάκι ητανάνε η κόρη μου, κάτι είχε καταλάβει! Άξαφνα, άφηκε το παιχνίδι κι ήρτε απάνω μου και με τραβούσε να πάμε σπίτι.
- Θέλω να παίξω και με το μπαμπά μου τώρα, πάμε μαμά!
Η Σουλτάνα της μίλησε γλυκά, λέγοντάς της ότι ο μπαμπάς θα αργούσε στη δουλειά και δεν έπρεπε να μείνουν μόνες τους στο σπίτι. 
- Κι εσύ κυρία Ανθούλα;
- Τι να σε πω... Νεύρα πολλά τον είχα, έκλαιγα, αμά για ένα βράδυ ακόμα είπαμε με την αδερφή μου να μείκω εκεί, να διει κι εκείνος που δεν χωρατεύουμε. Αυτή η μικρή όμως, λες και βαλτή ητανάνε, το μπαμπά μου και το μπαμπά μου και κλάμα, τι να σε πω! Αναμεταξύ ο Γιωργάκης μήνυσε το Γιάννη που ήθελε να τον μιλήσει να πούμε, τον είπε πολλά και για το παιδί που τόνε ζήταε και κάπως απέ δω κι απέ κει ήρτε ίσια με την πόρτα να διεί την κόρη του. Ε... Την λέει άιντε να φωνάξεις τη μαμά, καταλαβαίνεις... Μπρος να πάω σκιάζουμαι, πίσω να πάω φοβούμαι που λένε... 




Τα μάζεψε η Ανθούλα και γύρισαν στο σπίτι τους. Μια βδομάδα μούτρα του κρατούσε αλλά ο Γιάννης εξακολουθούσε την ίδια τακτική. Η Σουλτάνα τα έλεγε αλλιώς, δεν είχαν γίνει έτσι τα πράγματα, αλλά νευρική όπως ήταν κι αφού δεν τον χώνευε είχε βάλει μπόλικα λόγια δικά της. 
Η αφελής Ανθούλα, βλέποντας τον άντρα της να φωνάζει και να υπερασπίζεται τον εαυτό του, άρχισε κάπως να μαλακώνει. Έφερε και το φίλο και συνάδελφό του στο σπίτι ο Γιάννης, που τη βεβαίωσε ότι δεν είχε τίποτα με την κοπέλα κι απλά τον πίεσε να τον βοηθήσει, να της μιλήσει.
- Άλλονε να μπιστευτώ δεν είχα Άνθω μου! Αδερφή λεύτερη έχω, ό,τι παράδες βγάνω τοις στέλνω στη μαμά μου να τη φκιάχνει την προίκα της, εγώ θα παντρευούμουνα πρώτα; Αυτή με ζόριζε πολύ και τι να έκαμνα, με λες; Την είπα που θα σε στείλω το φίλο μου τον καλύτερο να σε μιλήσει, αφού δε με καταλαβαίνεις που σε τα λέω εγώ. Ντρεπούμουνα η αλήθεια και τον είπα το Γιάννη να με κάμει τη χάρη αυτή, αμά σε κανένανε μη πει κουβέντα! Και πως να επήγαινε νοικοκύρης άθρωπος, με της δουλειάς τα ρούχα; Τον λέω θα σε δώκω δικά μου να διεί κι αυτή που είσαι πολύ κύριος, σεις οι γυναίκες όλα τα προσέχετε για! Τον έδωκα και παράδες, να την κεράσει και κάτι, στη μέση του δρόμου θα τα μιλούσανε; Παντρεμένος άθρωπος, μη και τόνε κουσελέψουνε άμα τον διούνε να τη μιλάει με τις ώρες... Ρώτηξε και τον κουμπάρο σας να διείς τι θα σε πει κι εκείνος, παρεξήγηση γένηκε σε λέω, άκουε! 
- Κι εσύ τον πίστεψες;
- Να σε πω... Ζαλισμένη ήμουνα με τόσα και τόσα, είπα να δώκω ένα τέλος μπας κι ησυχάσουμε πια... Ο ένας έτσι, η άλλη αλλιώς, στη μέση εγώ με το παιδί που τον είχε κι αδυναμία, τι να έκαμνα; Με είχε μιλήσει κι η Γιωργίτσα, που γένουνται αυτά στις οικογένειες και δεν πρέπει η γυναίκα να χαλνάει το σπίτι της, οι κουμπάροι μας τα ίδια, άιντε λέω... Νοικοκύρης άθρωπος ητανάνε, πολύ καλός πατέρας, τη βούκα του έδινε για μένανε και τα παιδιά μια ζωή... 
- Η Σουλτάνα τι είπε;
- Α! Χρόνια εκάμανε να μιλήσουνε γαμπρός και κουνιάδα! Άμα εμπήκα στο μήνα μου για να γεννήσω τον Αλέκο, με μήνυσε να πάω απέ κει να με δώκει πράματα. Κι απάνου στην κουβέντα με είπε που δε θα με ξαναπεί τίποτις, αμά εγώ χαϊβάνι να μην είμαι και να τόνε προσέχω. Δεν την είπα τίποτις, τι να την πω...

Όσο κοιλοπονούσε η Ανθούλα στο νοσοκομείο, ο Γιάννης είχε στρώσει κουβεντούλα του καλού καιρού με τη ζουμπουρλή νοσοκόμα. Η Σωσώ που είδε τη Σουλτάνα να έρχεται, έτρεξε κι ευτυχώς πρόλαβε το νέο πατιρντί που θα έκοβε ακόμα και το γάλα στις λεχώνες... 

 








Χαϊρσίζης - Ανεπρόκοπος 

Ναμκιόρα - Αχάριστη 


Τζουτζές - Γελοίος  







Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Γιουβαρλάκια και γκρίνια!

                                                  


Η Ανθούλα με τα μούτρα κατεβασμένα, σέρβιρε το φαγητό. Γιουβαρλάκια αβγολέμονο, μικρά κι ολοστρόγγυλα που έλιωναν στο στόμα πριν τα μασήσεις. 

- Να τον μιλήσω κείνη την ώρα δε μπορούσα. Ητανάνε η μικρή μπροστά κι είχε πάρει θέση για να φάει, πολύ την άρεσε αυτό το φαγάκι! Το αγαπάει ίσα με τα τώρα!
- Ωραία τα γιουβαρλάκια, ναι! 
- Έβανα απέ μιας εξαρχής πολύ λίγο ρυζάκι, όλο κιμάς το γιοβαρλάκι, με το κρομμυδάκι του, το μαϊντανό, δυοσμάκι κι αλατοπίπερο.

Τα ζυμώνω με μισή χουφτίτσα ρυζάκι απέ το μικρό, για τις σούπες που είναι. Αφήνω κομματάκι να πάρει τις μυρουδιές του και τα πλάθω τοσοδούτσικα μικρά.
Βάνω το νερό σκέτο να πάρει βράση και τα ρίχνω, τα ξαφρίζω μετά κι άμα το νεράκι καθαρίσει ρίχνω το βουτυράκι, πιπεράκι κι αλατάκι και δυο χούφτες ρυζάκι για να γένει η σουπίτσα τους. Χτυπάω και δυο αβγουλάκια με κάνα δυο λεμόνια, αμά ζουμερά να είναι, επειδής πρέπει να είναι ξινούτσικο και με το ζουμάκι σιγά σιγά κι άμα το ρίχνω γένεται χυλωμένο σαν την κρέμα ένα πράμα! 

Έτρωγαν σιωπηλοί πατέρας και κόρη. Αναψοκοκκινισμένη η Ανθούλα κοιτούσε τον άντρα της με μισό μάτι. Ίσα που έβαλε λίγες κουταλιές στο στόμα της και περίμενε την κόρη τους να τελειώσει και να τη βάλει για ύπνο για να τον περιλάβει. 
- Τι έχεις μπρε Άνθω εσύ και δε με λες που σ' αρώτηξα τόσες φορές, ε; Μήτε το φαΐ σου δεν τρώγεις, τι γένεται;

- Τι θες να έχω και τι να σε πω; Εσύ να με πεις τι γένεται με τα σένανε! 
- Άιντε πάλι! Η Σουλτάνα σε φούντωσε, ε; Τι θέλει μπρε αυτή η γυναίκα και τρώγεται, τήνε πειράζω, τήνε ενοχλάω;

- Γιάννη, ποια είναι αυτή που πας βόλτες κουστουμαρισμένος και χαϊδευούσαστε, ε;
- Τρελάθηκες μπρε γυναίκα, τι με λες τώρα;
- Ξεύρεις πολύ καλά τι σε λέω και τρελή δε θα με λες! Σε είδανε και με τα είπανε!
- Ποιος με είδε, πού με είδε μπρε, τι λόγια είναι αυτά; Ο κόσμος κακός είναι, καλό δε χρωστάει σε κανένανε... 
- Ο κόσμος δε σε φταίει, εσύ βολτετζάρεις με την κουστουμιέρα και το καπέλο και τρέχεις στις θάλασσες με την ξανθιά!
- Πότε γενήκανε αυτά μπρε; Την κουστουμιέρα μου απέ την Κυριακή που πήγαμε στην εκκλησία έχω να τήνε βάλω, τι ξανθιές και θάλασσες με λες; Απέ τη δουλειά στο σπίτι δεν παγαίνω κάθε μέρα, τι κουβέντες είναι αυτές; Με τα ρούχα που παγαίνω, μ' αυτά κι έρχουμαι για, δε με βλέπεις; Διε τι να σε πω, κομμένα τα πάρε δώσε με την αδερφή σου, ακούς τι σε λέω; Αμέτι μουχαμέτι το 'χει βάλει να μας χωρίσει, απέ την αρχή σε τα είπα! Βάλε με κομματάκι ακόμα που πεινάω!

Έφαγε και τρίτο πιάτο ο Γιάννης που δε χόρταινε τη νόστιμη χυλωμένη σούπα. Καμία ταραχή κι ενοχή δεν έδειχνε, ενώ η Ανθούλα έβραζε και άφριζε σαν τον καφέ στο μπρίκι. 
- Ένα πράμα που δε μπορούσα να χωνέψω, ητανάνε με τα ρούχα που με είπανε. Άμα έβαλα το παιδί για ύπνο, είδα μια πάλι στη ντουλάπα και τα καλά του ητανάνε κει, στη θέση τους! Κάθε μέρα μπροστά μου τα 'βλεπα, πότε εβγήκε με την κουστουμιέρα για; Σε μια στιγμή να σε πω, ταλαντεύτηκα κομμάτι, σκεπτούμουνα μπας κι είχε  πράγματι λαθέψει η Αρχοντούλα... Σάματις δε γένουνται και λάθητα; Αμά εγώ πού να μερέψω, ετρωγούμουνα με τα ρούχα μου... 
- Κι έκαμες και μπάνιο! 
- Καλά έκαμα! Αμά και πάλι που άλλαξα, καθημερινά ρούχα έβαλα, όχι κουστουμιέρες! Δυο βούκες έκατσα να βάλω στον στόμα μου κι εσύ με τις έβγαλες απέ τη μύτη με τη γκρίνια σου! Κοίτα καλά, σε το είπα απέ την αρχή που δε θέλω γυναίκα να με γκρινιάζει, είδα που ήσουνε ήσυχη και δεν είχες μεγάλο στόμα και σε πήρα! Μια ακόμα να με κάμεις τέτοια και θα φύω, σε το λέω και να το ξεύρεις! Κι άμε μετά στην αδερφή σου τη γλωσσού να σε μεγαλώσει τα παιδιά! 

Μια εβδομάδα είχε περάσει από εκείνο το βράδυ των αποκαλύψεων. Η Ανθούλα είχε μείνει μετέωρη, μη ξέροντας πια τι να πιστέψει. 
Πήγε στης Σουλτάνας το σπίτι και τα συζήτησαν ξανά, οι τόνοι ανέβηκαν κι η αδερφή της τον έβριζε συνεχώς και την κατηγορούσε που δεν ήθελε να δει την αλήθεια. Δεν άντεξε άλλο η εγκυμονούσα κι έφυγε φουντωμένη... 
- Μπρε Αρχοντούλα μου, ντιπ χαϊβάνι είναι η μικρή, τι να σε πω! Απέ δω το πήε, απέ κει το έφερε, τήνε τουμπάρισε και βγήκα εγώ πάλι η κακιά, κατάλαβες; Μέχρι που την είπε ότι εγώ σε έβαλα στο κόλπο και καλά πως τόνε είδες, για να γένουνε άνω κάτου το αντρόγυνο! Αμά κι εγώ θα διείς τι θα κάμω! 



Ξύπνια η Σουλτάνα, σκέφτηκε ότι ο μπερμπάντης γαμπρός της θα άφηνε να περάσουν λίγες μέρες για να ηρεμήσουν κάπως τα πνεύματα. Μια βδομάδα βέβαια ήταν αρκετή και ίσα που προλάβαινε την έξαλλη μικρή, πριν χωθεί σε άλλη αγκαλιά... 
Κάθε απόγευμα στις τέσσερις, δυο μάτια παρακολουθούσαν τους εργάτες που σχολούσαν από το εργοστάσιο. Ο Γιάννης αμέριμνος έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι. Μια, δυο, τρεις μέρες, την τέταρτη βγήκε και κοντοστάθηκε κοιτάζοντας γύρω του ερευνητικά. Η Σουλτάνα κρυμμένη μέσα στο αυτοκίνητο ενός συναδέλφου του Παύλου, του άντρα της Ζωίτσας, της κουνιάδας της, ένιωσε ότι έφτανε στο στόχο της επιτέλους. 
- Εδώ είμαστε! Για να σε διω τώρα μπρε αδικιωρισμένε! 
Τη σκέψη της διέκοψε ένας ακόμα εργάτης που στάθηκε δίπλα στο γαμπρό της γελώντας. Μαζί πήραν το δρόμο, όχι προς της Ανθούλας το σπίτι αλλά αντίθετα. 
- Γιαβάς γιαβάς Κωστή μου, μη μας πάρει χαμπάρι αυτός! Αμά, για να παγαίνουνε με τα ποδάρια, μακριά δε θα ΄ναι! Βγες και διε με προσοχή πού θα πάνε, άιντε λεβέντη μου να σε χαρώ! Σε φασαρίες σ' έβαλα, αμά συχώρα με, για την αδερφή μου είναι, τι να κάμω...
Ο Κωστής γύρισε τρέχοντας και ξεκίνησαν γρήγορα για να προλάβουν. Πέντε μαχαλάδες πέρα από το εργοστάσιο, ήταν ένα σπίτι παλιό κι εκεί είχαν μπει.

Σε λίγο βγήκε ο Γιάννης, καλοντυμένος με κοστούμι σκούρο και γραβάτα, καπέλο ασορτί και παπούτσι τριζάτο.
- Κακό χρόνο να ΄χει! Με τα ρούχα του αλλουνού βγαίνει και γαμπρίζει, είπα κι εγώ, στραβή είναι η Αρχοντούλα; Το νου σου Κωστή, μόλις στρίψει ξεύρεις εσύ, πίσω του! 

Κουνιστή και λυγιστή η "Θεός φυλάξοι" του άνοιξε την αγκαλιά της. Μικροκαμωμένη, βαμμένη υπερβολικά με το κατάξανθο μαλλί κρεπαρισμένο και σηκωμένο ψηλά, το στερέωνε τουλάχιστον μισό μπουκάλι λακ και δυο φανταχτερά, φτηνιάρικα χτενάκια. Ήταν ακριβώς όπως την είχε περιγράψει η νύφη της.

Ο Γιάννης την κρατούσε αγκαλιά και μπήκαν σ' ένα ταβερνάκι υπόγειο, που ακουγόταν μουσική και μύριζε παϊδάκι στα κάρβουνα.
- Ψυχραιμία κυρία Σουλτάνα μου! Μη και κάμεις κάνα σαματά τώρα, να χαρείς...
- Σιγά μη κάμω τώρα! Κάτσε να διούμε μετά τι θα γένει και θα τον λιανίσω! Μα να σε πω μπρε Κωστή μου, ένα φόβο έχω, την αδερφή μου που είναι σ' ενδιαφέρουσα... 
Πάνω από μια ώρα περίμεναν να βγουν από το ταβερνάκι και η Σουλτάνα τον έστειλε να δει τι γίνεται πίσω από τα θολά τζάμια.

- Χορεύει αυτή και τόνε τραβάει απ' τη γραβάτα...
- Μπα που να τόνε πνίξει να ησυχάσουμε! Είπα κι εγώ, τόσην ώρα περιδρομιάζουνε; Άιντε να διούμε πόσο θέλει τώρα να φουντώσει με τόσα κουνήματα που τον κάμει αυτή! 

Σε λίγο βγήκαν κι ο Γιάννης με ύφος άρχοντα έστρωσε το καπέλο και την αγκάλιασε από τους ώμους. Περπάτησαν λίγο και μπήκαν σ' ένα καζινάκι κοντά στη θάλασσα, με σκούρες μπορντό κουρτίνες, χαμηλά καναπεδάκια και σεπαρέ. Εκεί πήγαιναν τα άστεγα και παράνομα ζευγάρια που ήθελαν να μείνουν μόνα τους. 
- Κωστή, δώσε με ένα τσιγάρο αγόρι μου. Ίσια με να το πιω, θα έχουνε προχωρήσει... Μπα που να τον εύρη κακός και μαύρος χρόνος! 
- Ορίστε κυρία Σουλτάνα, αμά σας παρακαλώ μη το κάμετε αυτό. Αφήστε να βγούνε και βλέπουμε...
- Τι με λες μπρε κι εσύ; Θα κερατώνει κει μέσα την αδερφή μου κι εγώ απόξω θα κρατώ και το φανάρι; 
- Μα, φοβούμαι μη και γένει κάνα κακό...
- Το κακό γένηκε πολλές φορές αγόρι μου! Το ζήτημα είναι να μη ξαναγένει, κατάλαβες; 

Σαν ταύρος μαινόμενος μπήκε η Σουλτάνα! Ο υπεύθυνος που είδε μια γυναίκα μόνη κι αγριεμένη να μπαίνει, σκέφτηκε ότι θα κυνηγούσε τον άντρα της και θα γινόταν φασαρία στο μαγαζί και προσπάθησε να τη συγκρατήσει. Δεν ήξερε ο καημένος όμως τι εστί Σουλτάνα! 
Η Ανθούλα στο σπίτι ήσυχη, είχε κοιμίσει το παιδί κι έβραζε το γάλα για το μαλεμπί που θα το τάϊζε όπως κάθε απόγευμα. Ξαφνικά άκουσε αυτοκίνητο να σταματάει έξω απ' την πόρτα της κι ανέβηκε τα σκαλάκια να δει ποιος ήρθε στη γειτονιά με κούρσα. Βλέπει την αδερφή της αναστατωμένη κι ένα νέο άντρα να κάθεται στη θέση του οδηγού. Τα έχασε βέβαια. 
- Η Σουλτάνα! Δεν είμαστε καλά... Τι θέλει εδώ και ποιος είναι αυτός που τήνε έφερε; Μπα και γένηκε κάνα κακό στην οικογένεια; 

- Τι γένηκε μπρε αδερφή; 
- Μπρος, μάζωχτα και φεύγουμε, ξύπνα και το παιδί! Μήτε λεφτό δε σ' αφήνω να μείκεις εδώ, τ' ακούς; 
- Μα...
- Μάξινος! Σβήσε και τη φωτιά, πάω να πάρω το παιδί! Μας περιμένει το αυτοκίνητο όξω, έλα τέλευε!
- Μα δε θα με πεις τι γένηκε; Επαλάβωσες μπρε και με τραβολογάς έτσι; Πες με για!
- Τι να σε πω τι γένηκε, της τρελής! Και δεν επαλάβωσα εγώ, αμά συ που ελύσσιαξες με δαύτονε! Τσακωτό τον έκαμα με την άλληνα μπρε σερσέμα που σε κοροϊδεύει και τόνε πιστεύεις! Άμα δεν ήσουνε έγκυα, θα σε είχα μαζί μου να τα διείς με τα μάτια σου, αμά σε άφηκα και πέρασα εγώ το καζίκι όλο! 
Σήκωσε την κατσαρόλα απ' τη φωτιά και την πέταξε με δύναμη στο νεροχύτη. Το γάλα χύθηκε παντού κι έβρεξε τα πόδια της Ανθούλας.

Από τις φωνές και τη φασαρία ξύπνησε τρομαγμένη η μικρή Σοφούλα κι έβαλε τα κλάματα.
Η θεία της την καλόπιασε και την πήγε στο αυτοκίνητο...