.

.
.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Το νου σου!



Οι κυρίες Καμανταρίδη και Φερτζίρογλου συναντήθηκαν στο κομμωτήριο.
- Πολύ χαίρομαι που θα πάμε στου Χατζή απόψε! Απ' το πρωί ξεκίνησαν τα μαγειρέματα στο σπίτι, εγώ είπα που δε θα φάω πολύ το μεσημέρι για να τα δοκιμάσω όλα!
- Να σε πω την αλήθεια, καμιά διάθεση δεν έχω να πάω... Εκείνοι έχουνε τις χαρές τους κι εγώ πένθος... 
Η κυρία Φερτζίρογλου την καταλάβαινε και συμπονούσε.
<< Κι εσένα αγαπάει και τα παιδιά, μη βάζεις κακό με το νου σου! Της δουλειάς γυναίκα είναι αυτή, τον έκαμε τα γλυκά μάτια κι ο Καμανταρίδης την κέρασε δυο ροσόλια για να κάμει τον καμπόσο!>> της είχε πει στην προχθεσινή βραδινή τους συνάντηση. Όταν όμως μίλησε με τον άντρα της, έμαθε ότι τα πράγματα ήταν πολύ πιο σοβαρά... 
- Θα σε πω κάτι... Μήτε η πρώτη γυναίκα είσαι, μήτε κι η τελευταία που ξενοκοίταξε ο άντρας της, έτσι είναι οι πιο πολλοί... Περνούνε τα χρόνια κι άμα βρεθεί μπροστά τους καμιά μικρή κάμουν σαν τα κοκόρια, θαρρείς που ζουλέψανε τις ομορφάδες τους κι όχι τοις παράδες που έχουνε και σκορπάνε! Τρομάρα τους, χαϊβάνια!
Είδες κοκόνα μου ποτές καμιά από δαύτες να πέσει δίπλα σε κάνα μεροκαματιάρη; Ξεύρουνε πού χτυπάνε για! Το ζήτημα είναι να μην αφήκεις έτσι τα πράματα και σε χαλάσει το σπίτι μια...
Η απελπισμένη γυναίκα της έκανε νόημα βλέποντας την κομμώτρια να έρχεται κοντά τους. 
<<Αυτό μ' έλειπε τώρα, να μάθουν τα ρεζίλια μας και στα κομμωτήρια...>>

Η Ραμπελία έσφιξε τη ζώνη του άσπρου φορέματος τόσο πολύ που ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
- Αυτό στο χαρίζω και θα το φορέσεις σήμερα που θα σερβίρεις!
Ξέροντας τη δύσκολη οικονομική τους κατάσταση, η κυρία Χατζή την καλούσε τακτικά στις βεγγέρες που χρειαζόταν βοήθεια, για να βγάλει  περισσότερους παράδες. Η μικρή απολάμβανε τα καλά φαγητά και γλυκά, έπαιρνε λίγα με τρόπο και για τους γονείς και τον αδερφό της.
- Καλύτερες είναι όλες αυτές οι λουσούδες από μένα; Ξυπνάνε το μεσημέρι και τρώνε βούτυρα σε γαλλικά ψωμιά μέχρι να έρθει η ώρα για να αποφασίσουνε πως θέλουνε το κρέας και να ξεύρεις που το βαριούνται κιόλας, στοις σκύλοι το πετάνε! Αδικία μπρε μάνα είναι!
- Έτσι ητανάνε πάντα ο κόσμος παιδάκι μου... Σε άλλοι βλέπεις οι παράδες περισσεύουνε κι αλλού δεν υπάρχουνε... Άλλος στερείται το ψωμί κι άλλος δε λογαριάζει τα καλά που έχει... 
- Κάμνουνε γάμοι καλοί με παραλήδες και περνούνε αρχοντικά... Ένα τέτοιο άντρα να βρω κι εγώ δε γένεται;
- Ξύπνια να είσαι και ποτές δεν ξεύρεις πως τα φέρνει η ζωή! Οι τύχες οι καλές για μας τοις πτωχοί εύκολες δεν είναι, αμά κι ο έρωτας να ξεύρεις που τόνε στραβώνει τον άθρωπο... Και τότες δεν κοιτάει απέ πού κρατάει η σκούφια σου κι άμα η φαμίλια σου έχει όνομα, σπίτια και παράδες, άλλο τίποτις από σένανε δε θέλει να βλέπει Ραμπελιώ μου...
- Έτσι λες;
- Έτσι είναι γιαβρί μου! Τόνε διαλέγεις πρώτα εσύ και μετά τόνε κάμνεις να τρέχει πίσω σου! Άμα αυτός ξελογιαστεί, θα κάμει τα πάντα για να σε έχει, μόνο να προσέχεις πρέπει! Λίγα πλουσιόπαιδα εβγάλανε τα μάτια τους με καλές κοπέλες κι αφού τις χορτάσανε τις παρατήσανε; Να μην αξιώνεται γονιός τέτοιο πράμα να πάθει! Ούλες αυτές που έχουνε πολλοί παράδες, τα μπαλώνουνε και μοσχοπαντρεύουνε τις κόρες τους μετά, αλίμονο απέ τις φτωχοί που δεν ξεύρουνε πού να πάνε να κρυφτούνε... Έχουνε κι οι πλούσιοι βάσανα, δε λέω, αμά οι λίρες βουλώνουνε τρύπες πολλές και τίποτις δεν τρέχει...
Διες τώρα τα τυράννια με την κυρία Καμανταρίδη, διες κακό που τήνε βρήκε με τον άντρα της... Και να τήνε παρατήσει που λέει ο λόγος και να φύγει με τη σαντέζα, μήτε που θα στερηθεί τίποτις αυτή και τα παιδιά της, αμά ο μπαμπάς μόνο θα λείπει. Άμα σκεφτεί και σωστά βέβαια, θα δώκει τη σαντέζα ένα ποσό και θα τήνε ξεφορτωθεί... Άμα τα παθαίναμε εμείς με τον πατέρα σου, στοις δρόμοι θα μνήσκαμε... 
Η κυρία Χατζή τη χρειάστηκε και τις επόμενες μέρες. 
Αμάθητη στις πολλές δουλειές δεν θα τα έβγαζε πέρα με τους φιλοξενούμενους. Δυο γυναίκες στο σπίτι ήταν απαραίτητες για την κουζίνα, το στρώσιμο των κρεβατιών και την καθαριότητα. 
- Εσύ Ραμπελία σαν πιο μικρή θα αναλάβεις τις κάμαρες και το σερβίρισμα! Μετά θα συγυρίζεις τη σάλα κι άλλο τίποτα δε θα κάμεις παιδί μου...
Άλλο που δεν ήθελε από το να κλειστεί στην κουζίνα! Όποιος μπαινοβγαίνει στα δωμάτια τα μαθαίνει όλα, άσε που φαίνεται και άνθρωπος εμπιστοσύνης! Καθισμένη σε μια γωνιά έτρωγε κι έπινε του καλού καιρού, άκουγε και τα οικογενειακά τους... 
Το πρώτο βράδυ που μαζεύτηκε η αφρόκρεμα των φίλων τους, ένιωσε τα μάτια του Καμανταρίδη να πέφτουν πάνω της. 
- Κοίτα τον παλιόγερο! Δεν τόνε φτάνει η σαντέζα...
Ξέχασε σκόπιμα τον ακριβό αναπτήρα του φεύγοντας, επιμελώς κρυμμένο κάτω από την τσαλακωμένη πετσέτα κι ήταν η καλύτερη δικαιολογία για να επιστρέψει να τον πάρει, έξυπνα υπολογίζοντας την ώρα που θα τέλειωνε το συμμάζεμα. Η Ραμπελία άφησε τα σερβίτσια στην κουζίνα να τα πλύνει η γυναίκα, σήκωσε το τραπεζομάντιλο και συγύρισε τη σάλα. Δεν πρόλαβε να πει στην κυρία Χατζή ότι βρήκε τον αναπτήρα, γιατί είχε αποσυρθεί ήδη στην κρεβατοκάμαρα κουρασμένη. Τον παρέδωσε η ίδια στα χέρια του Καμανταρίδη κι αυτός αμέσως προσφέρθηκε να της δώσει λεφτά, όπως συνήθιζαν σε τέτοιες περιπτώσεις. 
- Όχι κύριε, το χρέος μου έκαμα...
Τα μάτια του γυάλισαν κι έγινε προκλητικός.
- Πάρτα που σε λέω, ν' αγοράσεις ο,τι θέλεις! Με τέτοιο κορμί που έχεις, τα καλύτερα σε πρέπουνε να φοράς! 
- Εγώ δεν...
- Εσύ κάμε αυτό που σε λέω και δε θα χάσεις! Κι άμα είσαι εντάξει μαζί μου, στα μετάξια θα σε ντύσω! 
- Ξεύρετε, γνωρίζω τη γυναίκα σας κι είναι πολύ καλή μαζί μου... Έπειτα εγώ δεν έχω βγει στον κόσμο, άντρα δεν γνώρισα ακόμα... Αυτός που θα με στεφανώσει θα είναι ο πρώτος κι ο τελευταίος... 
Ο Καμανταρίδης που ορέχτηκε τα νιάτα και την αθωότητά της προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη, εκείνη όμως ήταν ανένδοτη. Το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο που σταμάτησε μπροστά τους, διέκοψε τη συζήτηση. 
- Παντελή! Πού βρέθηκες εσύ εδώ;
Ο σαραντάρης γοητευτικός άντρας με το γκρι κουστούμι που βγήκε, έκανε τη Ραμπελία να καρφώσει τα μάτια πάνω του.
<<Μπα! Ποιος είναι τούτος πάλι;>> 
Αντάλλαξαν τυπικές κουβέντες οι δυο άντρες κι ο Παντελής χαλάρωσε τη γραβάτα κι άναψε τσιγάρο.
- Την ωραία κοπέλα δε θα μου τη συστήσεις;
Όταν ο Καμανταρίδης του εξήγησε για τον αναπτήρα, τον κοίταξε με βλέμμα πονηρό.
- Εγώ φαντάστηκα ότι θα είναι καμιά φίλη σου έτσι που σας είδα να μιλάτε στα σκοτάδια! Τώρα βέβαια θα με πεις που ένας αναπτήρας θέλει ώρα για να έρθει στα χέρια σου!
- Είπα να τη δώκω ρεγάλο και δε θέλει, εγώ επέμενα κι εκεί απάνου ήρτες εσύ... 



Έτσι έγινε η γνωριμία τους, στο δρόμο μπροστά από το σπίτι της οικογένειας Χατζή, παρουσία του Καμανταρίδη.
Ο Παντελής προσφέρθηκε να τη συνοδέψει ως το σπίτι κι εκείνη δεν αρνήθηκε, ενώ ήξερε ότι δεν έπρεπε. Τα κουσέλια ήταν ο,τι χειρότερο για μια κοπέλα, όμως δεν ήξερε αν και πότε θα τον συναντούσε ξανά. 
Η μάνα την περίμενε στην εξώπορτα και γούρλωσε τα μάτια όταν την είδε να βγαίνει από το αμάξι.
- Α πα πα πα! Ποιος είναι αυτός που σ' έφερε τέτοια ώρα, έντεκα της νυχτός μπρε Ραμπελιώ, ετρελάθηκες; 
- Θα σε πω...
- Μάτι δεν έχουνε κλείσει ακόμα στο μαχαλά οι γειτόνοι! Απάνου στα ταρατσάκια ξεύρεις που στρώνουνε να πάρουνε κομμάτι δροσιά και να σε διούνε με το αυτοκίνητο; 
- Σους μπρε μάνα κι εσύ! Άσε με να σε πω πρώτα τι γίνηκε και μη γνοιάζεσαι για τον κόσμο! Πες που έδωκε εντολή η κυρία Χατζή να με φέρουνε για να μην έρχομαι μοναχιά μου που μας επήρε η νύχτα στο σπίτι της!
Μάτι δεν έκλεισαν ως τις πέντε το πρωί. Η Ραμπελία αφού της είπε ότι αρνήθηκε τους παράδες του Καμανταρίδη κάνοντας τη μάνα της να φουσκώσει από περηφάνια, ανέλυσε τα προσόντα του Παντελή. Η μάνα τα μετρούσε στα δάχτυλα. 
- Κι ωραίος άντρας είναι και βαστιέται πολύ καλά! Κομματάκι μεγάλος με πέφτει η αλήθεια, αμά τον άρεσα μαμά!
- Και τι κατάλαβες, σε άρεσε κι αυτός;
-  Αφού ίσια με δω με είπε τόσα πράματα για κείνονα! Κι άκου το καλύτερο, θέλει λέει να με διει ξανά! 
- Για να σε ξεγελάσει, όχι να σε στεφανωθεί!
- Κι εγώ τι είμαι, καμιά ζεβζέκα για να κάμω τα μυαλά του; Άσκημα θα μ' έπεφτε να γίνω μεγάλη κυρία κι εσύ ν' αφήκεις τη σκάφη; Σκέβου μπρε μάνα να φωνάζουμε τις άλλες και να μας κάμουν την πλύση!
- Μακάρι παιδάκι μου... Αμά με το πρώτο κόρτε που σε κάμανε να μη παίρνουν τα μυαλά σου αέρα... Βέβαια, είναι και το άλλο... Μπασμένος στα χρόνια αυτός, σαν τα κρύα τα νερά κορίτσι πράμα εσύ, θα έκαμνε και το κομμάτι του στοις άλλοι... 
- Ε, ναι... Τι να κάμω, πες με κι αύριο το μεσημέρι θα τον διω!
- Το πρώτο πράμα είναι να μάθουμε όσα δεν ξεύρουμε! Σαράντα χρονώ πάνω κάτω που λες πως είναι, γιατί δεν έχει παντρευτεί; Μπας κι έχει κάνα κουσούρι που δε φαίνεται; Ή μήπως κι έχει γυναίκα και παιδιά και τρέχει κρυφά πίσω απ' τα φουστάνια; Φίλος με το γυναικά τον Καμανταρίδη είναι, άμα δεν ταιριάζανε... Και πες που είναι λεύτερος, η φαμίλια του θαρρείς που θα σε θέλει για νύφη; Παραλής κι ομορφάντρας, ούλο και κάποια της τάξης τους θα έχουνε βάλει στο μάτι... 
Η Ραμπελία συνοφρυώθηκε. Αυτές τις εκδοχές δεν τις είχε σκεφτεί πάνω στον ενθουσιασμό της... 





- Αυτά που σε είπα να προσέχεις καημένη μου!
- Προσέχω μαμά...
- Το νου σου μη σε πάρει κάνα μάτι και καούμε!
- Ναι μαμά...
- Στο αυτοκίνητο δε θα μπεις καθόλου! 
- Μα...
- Μα και ξεμά δεν έχει, άιντε μπας και σε ξεμοναχιάσει πουθενά!
- Και τι να τόνε πω άμα θέλει να πάμε περίπατο;
- Μπρε συ, παλάβωσες πια; Με τα ποδάρια σας να πάτε, τώρα δα στα είπα απτάλα! 
- Κι άμα τον πω που δε μπαίνω και μ' απαρατήσει και φύγει;
- Στα τσακίδια να πάει! Ούλοι οι άντριδοι σ' ένα πράμα μοναχά έχουνε το μυαλό τους! 
- Καλά...
- Άμα σε καταστρέψει και κάμει το κέφι του, καπνός θα γένει μετά κι εσύ θα μείκεις στο ράφι! Γι αυτό σε λέω πάντα να είσαι ξύπνια, να τόνε κάμεις να σε θέλει σαν τρελός και για να σε έχει γυναίκα του να σε στεφανώσει! Πάντα να θυμάσαι που καμιά απ' αυτές που κοιμούνται μαζί τους δεν τις πάνε στην εκκλησία! Άμα οι άντρες αποφασίσουνε να παντρευτούνε, καλά και τίμια κορίτσια ψάχνουνε!
- Το ξεύρω μαμά...
- Να πάτε απ' το μεγάλο δρόμο με τα φώτα!
- Τι με λες τώρα;
- Καλύτερα θα είναι άμα σας πάρει κάνα μάτι, παρά σε κάνα σοκάκι σκοτεινό που πάνε τα πονηρά...
- Κι άμα μας δούνε εκεί που λες;
- Θα πω ότι σε γύρεψε η κυρία Καμανταρίδη για δουλειά και σ' έστειλε με τον ξάδερφό της να διείτε για τον άντρα της!
Τα έχασε με την εξυπνάδα και το θάρρος της μάνας της!
<< Αυτό, ούτε εγώ σα μικρότερη δε θα το σκεφτόμουν... >>

Ο Παντελής την περίμενε υπομονετικά. Τον είχε εντυπωσιάσει η ανωτερότητα της φτωχής κοπέλας, που δεν είχε καμία σχέση με όλες όσες συναναστρεφόταν τόσα χρόνια. 
Η Ραμπελία πλησίασε διστακτικά. Εκείνος τη χαιρέτισε κι άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου. 
- Μα γιατί δε θέλεις να πάμε περίπατο; Δε σε άρεσε χτες που μπήκες για πρώτη φορά σε αυτοκίνητο;
- Με άρεσε βέβαια... Αμά δεν είναι φρόνιμο να έρτω μαζί σου... Να φύγω καλύτερα...
Πρώτη φορά του συνέβη αυτό! Τρελαίνονταν όλες για βόλτες με το αυτοκίνητο που αν τα καθίσματα είχαν στόμα θα έλεγαν τόσα πολλά και θα έκλειναν σπίτια... 
- Ας περπατήσουμε τότε... 

Η μάνα προφασίστηκε δουλειές και δεν βγήκε στην πόρτα. Περίμενε με αγωνία την κόρη της, προσευχόμενη να μη την παρασύρει ο νεανικός ενθουσιασμός και συμβεί ο,τι φοβόταν. Το "ανεπανόρθωτο". 
Η Ραμπελία επιστρέφοντας χαιρέτισε τις γειτόνισσες που ήδη την κουτσομπόλευαν.
- Πού επήγε στολισμένη σαν τη νύφη κι άφηκε τη μαμά της μόνη να σιάχνει τις κάμαρες; Ούλο το μεσημέρι σαπουνιζούτανε!
- Μπα; Και χτες ελούστηκε που θα πάγαινε την κυρία Χατζή... 
- Ναι, ε; Τι κάμνει κάθε μέρα και μπανιαρίζεται; 
- Ωχ... Κακά μαντάτα... 
- Συφορές έρχουνται... 
- Διείτε τη που περπατάει σαν τη φανταγμένη, χάμω δε ρίχνει τα μάτια της!
- Το αυτοκίνητο που την έφερε το βράδυ το είδατε καλά; 
- Η Ραμπελιώ με κούρσα! Πα πα πα...
- Ποιος την έφερε;
- Πού να τόνε διω καλά μες στα σκοτάδια; Κάτι τρέχει όμως γιατί δεν κοιμηθήκανε, ίσα με το χάραμα στην κουζίνα καθόντουσαν!
- Τι με λες;
- Ναι για! Έβλεπα το φως κι άμα δεν την είχα διει να γυρίζει θα χτυπούσα μπας και πάθανε τίποτις...
- Αυτό το πράμα καθόλου δεν το αρέσω... Λες να τοις φέρει καμιά λαχτάρα η γυρίστρα;
- Θα τα μάθουμε ούλα το βράδυ στην αυλή τους! 
Δύσκολο να κρατήσεις μυστικά στο μαχαλά... Μάνα και κόρη το ήξεραν καλά...
- Έλα μπρε παιδάκι μου και μ' έφαγε η αγωνία! Καλά επήγανε τα πράματα; Κάτσε και πες τα μου ούλα! 
Μια μάνα είχε ο Παντελής κι άλλα δυο αδέρφια παντρεμένα που ζούσαν στη Σμύρνη. Εκεί ασχολούνταν με το εμπόριο και στην Πόλη έρχονταν δυο φορές το χρόνο. 
- Καλό αυτό, πολύ καλό! Πάει να πει που δεν τοις έχουμε στα πόδια μας! Η μάνα του στέκει καλά;
- Έχει κάτι προβλήματα και δεν πολυβγαίνει όξω...
- Κι αυτό καλό είναι! Άμα δε γυρίζεις στα σοκάκια, ούλο και πιο λίγα μαθαίνεις... Κι αυτός γιατί έμεικε μόνος του;
- Γλεντούσε τη ζωή του! Χώρια που οι άλλες φοβόντουσαν μη και γίνουνε νοσοκόμες της πεθεράς που είναι ούλο αχ και ουχ...
- Έτσι σε είπε, ε; Αυτό βέβαια είναι μια δικιολογία, αμά δεν το πιστεύω και πολύ... Παράδες έχουνε, πλερωτικά να βάζανε μια γυναίκα να τήνε κοιτάζει δε μπορούσανε; Η Λάμπω που κάμει αυτή τη δουλειά, ξεύρεις σε πόσοι αρρώστοι παγαίνει; Και τις εντριβές και τις ενέσες τους κι ούλα τα κάμει καλύτερα κι απ' τοις γιατροί! Αυτή έχουνε στις ανάγκες!
- Τι να σε πω, δεν ξεύρω... Αύριο πάλι που θα τον διω, με τρόπο θα τον αρωτήξω...
- Δε με λες, μπας κι άπλωσε χέρι απάνω σου;
- Όχι μαμά, κύριος είναι! Με είπε βέβαια να πάμε στη θάλασσα με το αυτοκίνητο κι εγώ έκαμα όπως με είπες. Εκάμαμε περίπατο και φάγαμε καϊμάκι στο καζινάκι το ακριβό! 
- Α! Τι με λες;
- Δεν το πίστευα που μπήκα μέσα! Τόσα χρόνια έβλεπα τις πλούσιες ωραία στολισμένες να παγαίνουνε και ζούλευα... Να διεις ομορφιά και να τρελαθείς! Έχει κάτι καρέκλες μες στο βελούδο ολάκερες! Τα πατώματα είναι άσπρα και γυαλισμένα σαν καθρέφτες, τα μούτρα σου βλέπεις! Έχει και πιάνο με ουρά μεγάλο κι ητανάνε ένας νεαρός που έπαιζε κάτι μουσικές... Οι κουρτίνες διπλές και τρίδιπλες με κρόσσι χρυσό γύρω κι ούλη η σάλα είχενε μια μυρουδιά από πάρα πολύ ακριβά αρώματα... 
Η μάνα ρούφαγε κάθε της λέξη εκστασιασμένη. 
- Κι αυτοί οι αθρώποι που σελβίρουνε, τι να σε λέω... Με τα ωραία κουστούμια τα μαύρα και τα άσπρα πουκάμισα, το λουστρίνι στα πόδια... Και μια ευγένεια! Ούλο περάστε και ορίστε και τι θα πάρετε περικαλώ και ρεβεράντζες...* 
- Έκαμαν και σε σένα ρεβεράντζες Ραμπελίτσα μου;
- Φυσικά!
- Πω πω πω! Η κόρη μου τέτοια μεγαλεία! Και σε είπε που θέλει ν' ανταμώσετε και αύριο, ε;
- Ναι! Στα μάτια με κοίταζε ούλη την ώρα μάνα!
- Να πας παιδάκι μου... Μακάρι να έρτουν ούλα δεξιά και να είναι το τυχερό σου! Πρόσεχε μόνο μη τα κάμει για να σε καλοπιάσει, ε; Πολλές φορές δείχνουνε που είναι καλοί κι αθώοι ίσα με να σε ρίξουνε στο κρεβάτι! Το νου σου!
- Τον έχω μπρε μαμά σε είπα! 
- Να πας ίσια με τη Σουλτάνα, να σε πει καμιά πομάδα να βάλεις στα χέρια σου μη σε ανοίξουνε πάλι απέ τις πλύσεις... Σαν τα κρίνα πρέπει να είναι, όχι κόκκινα και σκασμένα! Θα σε δώκω και λίγοι παράδες να πας στο μεγάλο μυροπωλείο να ψουνίσεις τα χρειαζούμενα ίσια με το τέλος της βδομάδας που θα σε πλερώσει η κυρία Χατζή...
Βγαίνοντας στην αυλή, είδε να καταφθάνουν οι τρεις από τις πιο κουτσομπόλες γειτόνισσες.
- Πάλι φεύγει η κόρη σου; Ούλο σύρε κι έλα είναι αυτές τις μέρες, δεν κάθεται να τη διούμε κομμάτι...
- Η κυρία Χατζή την έχει στα μέσα και στα όξω! Παγαίνει τώρα να την πάρει κάτι πράματα που θέλει κι αμέσως θα πάει στο σπίτι της, έχουνε πάλι βεγγέρα! 
- Πολύ την κουράζει όμως, πάρα πολύ... 
- Την έχει να προσέχει τα πάντα, λύνει και δένει εκεί! 
- Τι με λέγεις; Μπράβο το κορίτσι σου...
- Κι απέ κει θα έρτει ευθύς εδώ άμα τελέψει; 
- Βεβαίως, πού αλλού θα πάει;
- Ε, δεν ξεύρω... Μπορεί κάνα περίπατο και να τήνε φέρουνε πάλι με αυτοκίνητο... Ο μαχαλάς στο ποδάρι εσηκώθηκε χτες το βράδυ κι ούλο γι αυτό μιλούνε για!
- Να τα συνηθίσει αυτά ο μαχαλάς! Η κυρία Χατζή έδωκε εντολή να τήνε φέρει ο εξάδελφός της που είναι κύριος καθώς πρέπει, όχι απέ τις περίπατοι αμά από το σπίτι της, για να μην έρχεται αργά μοναχιά της! 
- Και τι κύριος είναι αυτός;
- Με μόρφωση μεγάλη και όνομα καλό! Πάω να ψήσω καφέ!
Κοιτάχτηκαν με νόημα μη πιστεύοντας λέξη... 






Ρεβεράντζα - Υπόκλιση





Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Σάμπως να παίζει το μάτι της...



Η καυτή πλάκα του σίδερου ακουμπούσε στα άσπρα μικρά πανάκια αρκετή ώρα για να τα αποστειρώσει.
Είχαν πλυθεί με ζεστό νερό και οινόπνευμα, στέγνωσαν στον ήλιο και θα έπαιρναν θέση στο μικρό συρτάρι του μπουφέ, μέσα σε μαξιλαροθήκη για να προστατεύονται, δίπλα στα σαπούνια και τις πετσέτες που ήταν αποκλειστικά για το πρόσωπο.
- Έκαμα χτες που μ' έφερε ο Γιάννης ωραία ζαρζαβάτια μια μάσκα του προσώπου θρεφτικιά... Με τσίτωνε πολύ το μούτρο μου τρεις μέρες τώρα...  Να σε πω την αλήθεια δεν ήπια πολύ νερό τελευταία και με είπε η Σουλτάνα που είναι απ' αυτό...
- Τι μάσκα έκανες κυρία Ανθούλα;
- Επήρα απ' το φαρμακείο ένα μπουκαλάκι αμυγδαλόλαδο κι έριξα ένα κουταλάκι στο μπολ.
Μετά έλιωσα ένα καροτάκι και μισή πατατούλα που τα είχα βράσει. Πήρα και κομματάκι καρδούλα απέ το μαρουλάκι και την έβαλα στο μύλο κι ούλα μαζί τα ανακάτωσα. Έτριψα και λίγο αγγουράκι, μια στάλα βουτυράκι καλό και γίνηκε ωραία πάστα! 
Την έβαλα να πούμε σε ούλο το πρόσωπο και το λαιμό και την άφηκα κάμποση ώρα για να πάρει ούλες τις ουσίες το δέρμα.
Μετά ξεβγάλθηκα κι έκαμα μια με το πανάκι και το ροδόνερο καλά κι έβαλα την κρεμούλα μου!
- Α! Γι αυτό βγήκαν τα πανάκια απ' το μπουφέ!
- Ναι για! Η αδερφή μου λέει που πρέπει να είναι πολύ καθαρά, να μην έχουνε μικρόβια και μείσκουνε στο δέρμα γιατί δεν κάμει... 
- Και χρειάστηκες τόσα πανάκια που έπλυνες και σιδέρωσες;
- Να σε πω, δεν τα μεταχειρίστηκα ούλα για το πρόσωπο, κάμω μια στο τόσο και τα γυναικολογικά μου... Πλύσεις με σόδα και νερό, μετά χαμόμηλο κι είμαι μια χαρά, μήτε ενοχλήσεις έχω, μήτε τίποτις! 
- Μπράβο!
- Έχω να σε πω και νέα... Άλλη γιαβουκλού με κουβάλησε ο Αλέκος πάλι, καιρό είχε!
- Χα χα χα! Την ξέρω; 
- Μπα, όχι με είπε... Μια γδυτή με τις κοιλιές και τα στήθια όξω, ένα ξώπλατο κοντό ίσια με δω πάνω στην κιλότα της... Να διεις το μούτρο της μέσα στα κοκκινάδια μάγουλα και στόμα!
Τα μάτια της μπλε βαμμένα ίσια με τα φρύδια, που τα είχε ζουγραφίσει μαύρα με το μολύβι!
- Ωχ...
- Χώρια που μιλάει σαν το μάγκα! Πού στην ευχή τήνε πέτυχε δεν ξεύρω να σε πω... 
- Μα τόσο χάλια είναι;
- Και λίγα σε λέω... Φόραε και κάτι μεγάλοι κόκκινοι κρίκοι και κάμποσες χάντρες με ούλα τα χρώματα στο λαιμό και τα χέρια, σαν τον καρνάβαλο ητανάνε... Θα πάνε κι εκδρομή άκουσα που λέγανε... Τήνε είδε κι ο Γιάννης μια και με είπε που αυτή είναι του σκοινιού και του παλουκιού... 
- Ουφ... Καλά, θα δούμε, δε νομίζω να μείνει και πολύ μαζί της... 
- Μακάρι παιδάκι μου να έχεις δίκιο... Μόνο να τη διεις και θα με πεις... Σαν το κλόουν είναι! 
- Καταλαβαίνω... Πού θα πάει, θα στρώσει, κάποια καλή θα βρει...
- Μπρε κορίτσι μου, μια δυο κοπέλες ητανάνε της προκοπής απ' όσες έχω διει, ούλες τις τρελές μαζώχνει πια, τι να πω... Η αλήθεια, πολύ εχαλάσανε οι γυναίκες πια... Τώρα θα με πεις που υπήρχανε πάντα οι καλές κοπέλες και οι άλλες οι πρόστυχες, άιντε αλλιώς να μη τις πω και λερώνει ο στόμας μου, αμά τότενες ητανάνε λίγες κι αυτές  τις δείχνανε με το δάχτυλο! Οι σημερινές που βλέπω, πάρα πολύ ξεσκολισμένες είναι απέ μικρά κορίτσια για! Πού τώρα πια τα ηθικά και τα τίμια, με το κερί τις ψάχνεις... Και να σε πω, στα μέρη μας πολλοί πλούσιοι είχανε πάρει πτωχές κοπέλες, μόνο και μόνο επειδής τις εκτιμούσανε... 
- Ναι, αρκετοί τέτοιοι γάμοι έχουν γίνει...
- Βγαίναν οι μαμάδες με τα κορίτσια τους κι είχανε το κεφάλι ψηλά, καμαρώνανε... Αλλά άμα σε τύχαινε καμιά πεταχτή, ο Θεός μοναχά σε γλίτωνε... Με ήρτε στο μυαλό και μια ιστορία... Σε είπα τι είχε γένει τότες πάλι και με μια φιληνάδα που είχε η Αλεξάνδρα, τη Ραμπελία, ε; 
- Κάτι σα να θυμάμαι... Είναι εκείνη που είχε μια φίλη και πήγε να ριχτεί στον άντρα σου;
- Ναι για! Χα χα χα! Αυτήνε σε λέγω! 
Από το κλάμα στο γέλιο και τούμπαλιν η Ανθούλα! Πάλι καλά...

Η Αλεξάνδρα ήταν μια από τις καλύτερες παιδικές φίλες των αδερφών. Ομορφογυναίκα, μορφωμένη, με καλούς τρόπους και καλοπαντρεμένη μ' έναν αξιωματικό.
 Η οικογένειά της είχε περιουσία και παράδες πολλούς. Απλοί άνθρωποι που τα λεφτά δεν τους είχαν πάρει τα μυαλά κι ανέκαθεν έκαναν παρέα και με πλούσιους και με φτωχούς. Το σπίτι τους ήταν πάντα ανοιχτό στους φίλους των παιδιών τους, που έπαιζαν καθημερινά στη μεγάλη αυλή με την κούνια και τα δυο σκυλάκια τους κι έφευγαν φορτωμένα με του κόσμου τις λιχουδιές. Οι τσεπούλες τους φούσκωναν από τις χρωματιστές καραμέλες και στα χέρια κρατούσαν τυλιγμένα γλυκά και σοκολατάκια με σχέδια. 
Τις καλύτερες αναμνήσεις είχαν! Κι ήταν απερίγραπτη η χαρά τους όταν συναντούσαν τη γλυκόστομη κομψή κοπέλα.
Η Σουλτάνα φορούσε την αμάνικη μακριά της ρόμπα κι έβαφε τα νύχια της κόκκινα, καθισμένη στο μπαλκονάκι με τις γλάστρες.
Τα λεπτά τακουνάκια που ακούστηκαν στο σοκάκι την έκαναν να σηκώσει το κεφάλι.
- Μπρε καλώς την Αλεξάνδρα μου! Έλα κοκόνα μου, πέρνα μέσα να πιούμε καφεδάκι!
Αν και ήταν η ώρα δέκα το πρωί και είχε βγει για ψώνια,  ήταν τόσο φινετσάτη κι αριστοκρατική με το ωραία ρούχα, τα γάντια και το κομψό της καπελάκι! Χαιρόσουν πάντα να τη βλέπεις, είχε χάρη και αέρα ακόμα και στην παραμικρή της κίνηση. Η φούστα της μπλε στενή και η λουλουδάτη μπλούζα σε γαλάζια απόχρωση, ταίριαζαν με το χρυσό μενταγιόν και το λεπτό μαργαριταρένιο κολιέ. Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε τη σκαλιστή πίπα για να καπνίσει. Η Σουλτάνα την έκανε χάζι. 
- Την αδερφή σου είδα πριν καμιά ώρα στη μοδίστρα. Δυο τόσο μεγάλες τσάντες την έδωκε για κεντήματα, μαζί κι ένα δικό μου φουστάνι. Ροζαλί είναι, μεσάτο, με άσπρο μεγάλο γιακά που θα του βάλει χάντρες και ίδια ζώνη... 
- Α! Πολύ ωραίο με ακούγεται και πάρα πολύ θα σε πηγαίνει! Για πες με, καμιά βεγγέρα πάλι έχετε;
- Για τη γιορτή του Παντελή, του Αρμάνογλου. Η γυναίκα του όπως κάθε χρόνο θα κάμει τραπέζι και γλέντι μεγάλο! 
- Κι έτσι πρέπει να τον κάμει! Στα μάτια τήνε κοιτάζει, χατίρι δε τη χαλνάει ο άθρωπος! Τις προάλλες επήε στο μαγαζί μας και πήρε τρία ζεύγη καλά παπούτσια με είπε ο Γιωργάκης μου! Ητανάνε και φορτωμένη τσάντες κι ο θεληματάς την επήε ως το σπίτι, να τα σηκώσει αυτή δεν εμπόραγε! Τούμπες να διεις που έκαμνε με το γερό μπαχτσίσι που τον έδωκε! Δε με λες μπρε Αλεξάνδρα μου, τον στέκεται καλά; Πολλά χρόνια πιο μικρή του είναι και να σε πω, κομματάκι ζωηρή με τοις άντριδοι με φαίνεται, σάμπως να παίζει το μάτι της άμα διει σερνικό... 
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε γυρίζοντας το κουπάκι της.
- Να σε πω Σουλτάνα μου, δίκιο έχεις... Θυμούμαι την πρώτη φορά που είδε τον άντρα μου με τη στολή, τα μάτια της γυαλίσανε! Τον εκοίταζε αρσίζικα απέ πάνω  ως κάτω... Και πως σας πάει και πόσο με αρέσει να βλέπω τοις αξιωματικοί και τέτοια... 
- Μπα που κακός της χρόνος! Κι εσύ γιατί δεν της τα έβγαλες να μείκει γκαβή η εντεψίζα; 
- Χα χα χα! Δεν είχα πιρούνι! 
- Έχεις νύχια όμως! 
- Λες και δε με ξεύρεις κι εσύ! Τέτοια πράματα δεν τα κάμνω... Αλλά το θέμα είναι ο άντρας μου που δεν την έδωκε σημασία. Με έπιασε απέ τη μέση και τη λέει που η γυναίκα μου με χαίρεται και με τη στολή μου και με την πυτζάμα μου! 
- Ωραία απάντηση, μπράβο του! Αμά εδώ που τα λέμε, την πιο όμορφη γυναίκα έχει πάρει που τη ζουλεύουνε ούλες! 
- Σώπα τώρα... Εσύ πίσω πας; Κάθε μια έχει τον τύπο της... 
- Ναι μπρε κοκόνα μου, αλλά τις δικές σου χάρες καμία δεν έχει! Βγαίνεις στοις δρόμοι και σε κάμνουνε χάζι ούλοι για! Πτου και σκόρδα στα μάτια τους, τοις τρόποι και τον αγέρα σου δε βλέπεις εύκολα! Κι εδώ που τα λέμε, ούλοι οι άντριδοι σε λιγουρεύουνται! 
- Με τη λιγούρα θα μείκουνε! Χα χα χα! 
Το παχύ κατακάθι στο φλιτζάνι δεν είχε στεγνώσει ακόμα κι η Σουλτάνα της έβγαλε ακόμα ένα κομμάτι κέικ.
- Όχι, δε θα πάρω άλλο! Σα να έβαλα λίγο βάρος και δε θα με στρώνει το φόρεμα...
- Σους μπρε Αλεξάνδρα μου, πού το πήρες το βάρος, στις φτέρνες; Μια χαρά είσαι, λεπτή μια ζωή σε ξεύρω! Η πιο όμορφη εσύ θα είσαι στου Αρμάνογλου κι ούλες θα σκάσουνε απέ τη ζούλια! Δε με λες, τα όργανα θα φέρουνε πάλι στη γιορτή;
- Βέβαια, όπως πάντα! Τα έχει κλείσει ήδη!
- Είδες τύχη η Ραμπελιώ; Μήτε στον ύπνο της τέτοια μεγαλεία! 




Φτωχή η οικογένειά της. Μάνα που ξενοδούλευε κι ένας αδερφός μικρότερος που πήγαινε για μεροκάματο όπου έβρισκε.
Ο πατέρας με τη μέση σακατεμένη από ατύχημα στον ταρσανά, έφτιαχνε καλάθια και τα πουλούσε.
Η Ραμπελία βοηθούσε τη μητέρα της στις μπουγάδες και το σιδέρωμα. Χαριτωμένη κοπέλα, με μάτια πανέξυπνα που παρατηρούσαν τα πάντα στα πλουσιόσπιτα. Ζούσαν κοντά τους τις περισσότερες ώρες της ημέρας και το απόγευμα σαν έβγαιναν στο κατώφλι για δροσιά και κουβεντούλα οι γυναίκες του μαχαλά, κρέμονταν όλες από τα χείλη της. Και ποια δεν ήθελε να μάθει πως περνούσαν οι πασίγνωστες μεγαλοκυράδες; 
Τι έκαναν, τι έτρωγαν, τι έπιναν, τι φορούσαν, πού πήγαιναν, αν στέκονταν τίμιες στους άντρες τους, αν μάλωναν και γιατί, ποιοι μπαινόβγαιναν, τι έλεγαν μεταξύ τους... 
- Απέ δυο οκάδες σαλάμια, τυριά, βουτύρατα κι ένα αρνί μήνυσε να τη φέρουνε η κυρία Χατζή! 
- Πω, πω! Τραπεζώματα έχει;
- Ναι, θα έρτουνε η αδερφή με τον άντρα της και τα παιδιά τους και θα μείκουνε λίγες μέρες... 
- Α! Φούριες μεγάλες, ε;
- Να διείτε που ξεσήκωσε προχτές ούλο το σπίτι! Άνοιξε εκείνα τα μπαούλα κι έβγαλε τα καλά στρωσίδια, τα ασημένια σερβίτσια... 
- Πως είναι Ραμπελιώ, έχει ωραία πράματα;
- Πολύ ωραία, μες τη νταντέλα είναι ούλα της και πολύ ακριβά! Κουβέρτες, μακάτια, τραπεζομάντιλα... Αν διείτε εκείνα τα μαξιλάρια που θα κοιμούνται, σαν  του λούσου είναι! 
Τα σεντόνια της άσπρα με θαλασσί, έχουνε τα ίδια σκέδια, με ανθάκι κεντητά! 
- Α! Να λυπάσαι να πλαγιάσεις για!
- Εφώναξε και τον Οβριό κι επεράσανε με το λούστρο ούλα τα έπιπλα, τήνε σιδέρωσα και τις κουρτίνες  που κρεμάζει τις καλές μέρες! Αύριο πάλι θα πάω...
- Μπρε Ραμπελίτσα, πες με κάτι! Γιατί επήγε η ώρα δέκα το βράδυ η κυρία Καμανταρίδη στης κυρίας Φερτζίρογλου, τι γίνηκε;
- Άκουσα το πρωί που μάζωχνα τα σεντόνια απέ την κάμαρα, που ο άντρας της δεν εγύρισε στο σπίτι το απόγεμα απέ το μαγαζί και την είπε που περίμενε κάτι έμποροι να έρτουνε... Άμα η ώρα πολύ επέρασε κι επειδής αυτή ανησύχησε, έστειλε το γιο της να πάει να διει και το βρήκε κλειστό! Αρώτηξε δίπλα στον καφενέ τι ώρα έφυε ο μπαμπάς του και τον είπαν η ώρα πέντε. Φωτιά και μη νερό γίνηκε η κυρία Καμανταρίδη κι ήθελε να τη μιλήσει την κυρία Φερτζίρογλου, να την πει κι αυτή την ιδέα της. Τα έλεγε με τον άντρα της το πρωί που πίνανε τον καφέ τους κι άκουσα άθελά μου, που εγώ τη δουλειά μου έκαμνα... 
- Πα! Και τι άκουσες μπρε;
- Ο κύριος Φερτζίρογλου την είπε που έχει πολύ μεγάλο μπλέξιμο με μια σαντέζα και τον τρώει τοις παράδες και πολύ φοβάται που θα μείκει με το μπεζαχτά άδειο στο τέλος! 
- Πα πα πα! Να πράματα ο Καμανταρίδης που δεν τόνε πιάνει το μάτι σου!
- Γιαβάσικο ποτάμι, αυτοί να φοβάσαι!
- Κρίμας πολύ τη γυναίκα και τα παιδιά του, στοις πέντε δρόμοι θα μείκουνε με δαύτη που έμπλεξε!
- Ξεύρεις τι σου είναι αυτές οι σαντέζες; Πόσα σπίτια δεν έχουνε χαλάσει οι άτιμες... 
Η Ραμπελία καμάρωνε που ήταν πληροφοριοδότης κι άναβε το κουσέλι, ενώ η μητέρα της τη μάλωνε συνέχεια.
- Σ' έχω πει τόσες φορές, αυτά τα πράματα να μη τα λέγεις! Άμα φτάσουνε στ' αυτιά τους θα μας διώξουνε απ' τα σπίτια τους!
- Από που θα φτάσουνε καλέ μαμά; Έχουνε κουβέντες με τοις πλούσιοι και δεν το ήξευρα;
- Ποτές δεν ξεύρεις πως έρχουνται τα πράματα, να προσέχεις!
- Ωχ κι εσύ! Να μη τα κάμνανε, να μη τα έλεγα!

​
​Η αέρινη μακριά εμπριμέ φούστα και το άσπρο πουκάμισο με τους φραμπαλάδες στα μανίκια, ταίριαζε πολύ στη Ραμπελία.​ 
Ευτυχώς που είχε τα τυχερά της και ντυνόταν με ωραία ρούχα και παπούτσια. Κάθε λίγο έπαιρναν κι από μια μεγάλη τσάντα με πράγματα της κομψής κυρίας Χατζή, που άλλαζε τακτικά τη γκαρνταρόμπα της. Μαζεύονταν οι γειτόνισσες στην αυλή και θαύμαζαν τα σχέδια, την καλή ποιότητα και το ωραίο γούστο της μεγαλοκυρίας. 
- Πω πω πω! Φίνο πράμα και καλό που είναι! Μπράβο, με γεια σου μπρε Ραμπελίτσα, πολύ σε πάνε!
- Δείξε και τις νυχτικιές και τις ρόμπες! 
Η Ραμπελία μπήκε στο καμαράκι και βγήκε κρατώντας τα σατινέ ακριβά κομμάτια.
- Είδατε δώρα που μας κάμνει; Αύριο θα είναι στα μέσα και στα έξω η κόρη μου που θα έχουνε το μουσαφιρλίκι! Πολύ την έχει εμπιστοσύνη σε ούλα η αλήθεια κι άμα κάμνει τη δουλειά που τη λέει ξενοιάζει η κυρία Χατζή! 
- Πα πα πα! Εδώ διέτε νταντέλες πόσα μέτρα! Πολύ ωραία! 
- Για τα νυφικά της την είπα να τα κρύψει... Τέτοια πράματα δεν αγοράζουνται εύκολα, πολλοί παράδες θες! Και τα μεσοφόρια να διείτε και δυο ωραία λουσάτα κουβερτάκια που είχανε στην κάμαρη για τοις ξένοι! Σε λέει αφού έρχουνται μια στο χρόνο, με τα ίδια σκεπάσματα να μη βλέπουνε το κρεβάτι... Της ώρας είναι, καινούργια! Να τα φέρει κι αυτά, να τα διείτε! 
- Άιντε μπρε Ραμπελίτσα, στις χαρές σου να διεις πόσα καλά θα στρώσεις! Να σε φανερωθεί ένα παλικάρι καλό, να χαρούνε οι γονιοί σου που σ' έχουνε μονάκριβη! Και του γιου η χαρά είναι μεγάλη βέβαια, αμά της κόρης είναι άλλο πράμα!
- Δε με κάμνει βιάση η παντρειά εμένανε! Σιγά μη πω το ναι σ' όποιον ασίκη θέλει να με στεφανωθεί επειδής τόνε αρέσω! Να μετράμε τοις παράδες ούλη μέρα και να μη φτάνουνε, να με τρώει κι η ξένη λάτρα! Άμα είναι να παντρευτώ, καλύτερα να πάρω ένα πλούσιο κι ας με ρίχνει κάμποσα χρόνια, στα όπα όπα να μ' έχει!
Οι γυναίκες μισογελώντας κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. 
- Μακάρι κοκόνα μου να σε ανοίξει το τυχερό σου όπως θέλεις...
Η ώρα είχε περάσει κι έφυγαν καληνυχτίζοντας. Λίγο πιο κάτω άρχισαν τα χάχανα.
- Είδατε το Ραμπελιώ; Μπρε σεις, πού να βρούμε ένα πασά να τη δώκουμε; Χα χα χα!
- Επήρανε τα μυαλά της αέρα εκεί στα πλούσια που δουλεύουνε και θέλει μεγαλεία! 
- Λέτε να τοις κουβαλήσει κάνα γέρο για γαμπρό;
- Πανιά πολλά να τη ράψει η μάνα της για να τον μαζώχνει τα σάλια! Χα χα χα!
- Να τη δώκουμε λες τη σύσταση να πάει στο γεροκομειό; 
- Ούλο και κάποιονε θα πετύχει κει πέρα!
- Χα χα χα! Άιντε μπρε, καλά να ξημερώσουμε, εσκάσαμε απέ τα πολλά τα γέλια! 

Τους κόπηκαν απότομα όταν την είδαν σε λίγο καιρό με τον Παντελή στο πλάι της.
Λεβεντάνθρωπος, γύρω στα σαράντα, με καλούς τρόπους και παράδες μπόλικους! 


​​

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Τα... μάγια της Σουλτάνας



Η Σουλτάνα έβγαλε τη βεντάλια από τη μεγάλη καλοκαιρινή της τσάντα. Λιγοστό αεράκι έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο κι η υγρασία ήταν ανυπόφορη. 
Είχε καιρό να συναντήσει την Ανθούλα, την αδερφή της και θα έμενε αρκετές ώρες στο σπίτι της. Ντυμένη πάντα όσο κομψά της επέτρεπαν τα πολλά παραπανίσια της κιλά, φορούσε γαλάζια φαρδιά μπλούζα με πολύχρωμα λουλούδια και μπλε φούστα.
Τα απαραίτητα χρυσαφικά και τα άσπρα πέδιλα με τα λουράκια που έσφιγγαν τα πόδια της συμπλήρωναν την απογευματινή της εμφάνιση.
- Έλα, πιε μια λεμοναδίτσα να δροσιστείς κομμάτι και ψήνω μετά τον καφέ!
- Να 'σαι καλά μπρε Άνθω μου, στην υγειά σου! 
- Υγεία να 'χεις!
- Δώσε με παντουφλίτσες να βάλω, τα ποδάρια μου τούμπανα γινήκανε πάλι... Ο καιρός να φταίει, η ζέστη, τι να πω κι εγώ...
Πάρε μια και τη Σοφούλα να τη μιλήσω, κρίμας που δεν είναι εδώ να τοις έβλεπα κομμάτι... 
Ο γνώριμος ήχος από τα λεπτά βραχιόλια της που κουδούνιζαν μελωδικά όσο κουνούσε τη βεντάλια μιλώντας στο τηλέφωνο, την έκανε να χαμογελάσει. Κοκέτα η αδερφή της μια ζωή...
- Ένα τέταρτο απέ τη χοντρή ζάχαρη, την κρυσταλλική που λένε και λαδάκι καλό ίσια με να γένει πάστα. Ανακάτωσε τα καλά και κάμε εντριβή στο σώμα, μετά ξεπλύσου καλά με νεράκι χλιαρό και σαπουνίσου αλαφρά. Πρέπει να μείκει απάνω σου και μια ιδέα απέ το λάδι κι ύστερις να διεις ωραίο δερματάκι που θα σε κάμει! Κι έχε το νου σου, μη και βγεις όξω χωρίς κρέμα για τον ήλιο, ναι; Να τ' ακούει εδώ κι η μαμά σου που ούλο την ξεχνάει! Άιντε γιαβρί μου, καλά τελειώματα να έχετε με το σπίτι και να πάτε στην εξοχή μετά να ξεκουραστείτε! 
- Εντάξει, τα είπατε με την ανιψιά σου; Χα χα χα!
- Ναι, ναι, άκουσε κι εσύ που σε λέω μη σε κάψει ο ήλιος το πρόσωπό σου και μαραζώσει μπρε! Αγγουράκια μπόλικα και κολοκυθάκια να τρως που δίνουνε πολλή υγρασία στο δέρμα! 
- Προχτές έκαμα κολοκυθάκια με το κρέας!
- Σκέτα βραστά σε λέω καλέ! Ξεύρεις πόσο νεράκι έχουνε μέσα τους; Πάρα πολύ!
Σιγά μην τα έτρωγε έτσι η Ανθούλα... Της είπε ένα ξερό <καλά> για να την ξεφορτωθεί... 
Ψήθηκαν τα καφεδάκια, βγήκε και το γλυκό κερασάκι με το κρύο νερό δίπλα.
- Πολύ σε πέτυχε, μπράβο! Τα έμαθες με της κουμπάρας μου την κόρη; Στα χωρίσματα είναι, σκοτώνεται το αντρόγυνο! Μια πολύ μεγάλη του στην ηλικία, ίσια με τριάντα χρόνια που την είχε από παλιά, πριν παντρευτεί, τους έκαμε μεγάλες φασαρίες...
- Α! Τι με λες μπρε Σουλτάνα;
- Μάλιστα, αυτό που ακούς! Μεγάλη στεναχώρια πέρασα απέ τα προχτές που με τα είπανε με τα κλάματα μάνα και κόρη... 
- Καλά, πως γίνηκε τέτοιο πράμα; Πού την είχε, πως την είχε, ποια είναι αυτή;
- Αυτή είναι κατάρα σκέτη! Τον έμπλεξε μια σταλιά παλικαράκι και τον τρώει τη ζωή του ίσα με τώρα... Φωτιά θα έβαζε λέει να τοις έκαιγε ούλοι στο σπίτι, που να την κάψει και να μείκει η στάχτη της την αδικιορισμένη! Έπαιρνε αυτή τελέφωνα τρία χρόνια που είναι παντρεμένοι και γινούτανε της τρελής στο σπίτι τους, θα σε τα πω να φρίξεις... 

Δεκαοχτώ χρονών ήταν ο Παναγιώτης όταν συναντήθηκε με τους συνομήλικους φίλους του. Είχε έρθει από το χωριό για να σπουδάσει στην Αθήνα και τον φιλοξενούσε ο μεγαλύτερός του  ξάδερφος, φοιτητής κι αυτός.
Ο κολλητός του ήξερε ένα υπόγειο κουτουκάκι σε μια λαϊκή συνοικία με ωραία μεζεδάκια και μουσική. 
- Το αφεντικό παίζει κιθάρα και τραγουδάει, θα περάσουμε καλά! 
Κατέβηκαν τα σκαλιά με κέφι κι ανάμεσα στην τσίκνα και τους καπνούς είδαν μια γυναίκα να σερβίρει τους λιγοστούς πελάτες.
Μικροκαμωμένη, με μια ποδιά που έσταζε λέρα, κάθισε σ' ένα τραπέζι και τσούγκρισε το γεμάτο με κρασί ποτήρι της μ' ένα μουστακαλή κοιλαρά που φαινόταν πιωμένος από νωρίς και γελούσε δυνατά κάνοντας χειρονομίες. 
Της έκανε νόημα βλέποντας τα τρία αγόρια κι εκείνη σηκώθηκε σβέλτα, φτιάχνοντας κάπως τη φούστα της.
- Καλώς τα παιδιά!
Ο Παναγιώτης ένιωσε τους φίλους του να προσπαθούν με κόπο να συγκρατήσουν τα γέλια τους καθώς εκείνη τον έτρωγε με τα μάτια της. Λεβέντης με τα όλα του, δυο μέτρα μπόι, μελαχροινός και γεροδεμένος με μπράτσα σαν ατσάλι από τις αγροτικές δουλειές, έκανε σχεδόν πάντα εντύπωση. 
Το μαγαζί άρχιζε να γεμίζει κι ένας κύριος προχωρημένης κάπως ηλικίας βγήκε από την κουζίνα. Έπιασε την κιθάρα και σε λίγο όλοι τραγουδούσαν μαζί του. 
- Τα τυροπιτάκια και το κρασί είναι κέρασμα!
Ευχαρίστησαν τη μεσόκοπη γυναίκα κι εξακολούθησαν ν' αστειεύονται μεταξύ τους.
- Σταματήστε την πλάκα βρε, αυτή είναι πιο μεγάλη κι απ' τη μάνα μου! Μας κέρασε για να  ξανάρθουμε, δεν το καταλαβαίνετε; 
Πήγαν ξανά πολλές φορές. Ο Παναγιώτης είχε βρει ένα στέκι για να τρώει καλομαγειρεμένο φαγητό, αφού σπάνια πια το γευόταν. Δυο άντρες μόνοι σ' ένα σπίτι, την έβγαζαν κυρίως με σκέτα μακαρόνια, αυγά και πατάτες τηγανητές όταν δεν έπαιρναν σουβλάκια. 
Τον καλούσε η ταβερνιάρισσα καθημερινά, πάντα νωρίς, την ώρα που μαγείρευε, φορτώνοντάς τον με αρκετή ποσότητα για το σπίτι. Και μουσακά και μπριάμι και κοκκινιστό και γιουβέτσι. Καλότρωγαν οι εξάδελφοι σπιτικό φρέσκο φαγάκι καθημερινά και τζάμπα, η καλύτερή τους! 
Με τους φίλους βρίσκονταν εκεί κάθε δεύτερο Σάββατο κι απολάμβαναν περιποιήσεις από την κυρά-Λία. 
- Αφού παίρνεις και μερίδες για το σπίτι, μίλησες με την τύχη σου, τρώει κι ο ξάδερφος! 
Η προθυμία της τον είχε υποχρεώσει. Ακολούθησαν τα ρούχα που πήγαινε σε σκούρες σακούλες και τα έπαιρνε πίσω πεντακάθαρα πλυμένα και σιδερωμένα. Στην αρχή δεν κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνο η συμπάθεια που έλεγε ότι είχε στους φοιτητές, αλλά κάπου αποσκοπούσε. Τις μέρες που ήρθε η μάνα με τη θεία του από το χωριό για να δουν τα παιδιά τους χάθηκε από το μαγαζί κι η Λία τρωγόταν. Σε μια βδομάδα τον είδε γελαστό να κατεβαίνει τα σκαλιά με φίλεμα μπόλικα φρέσκα αυγά, δυο κοτόπουλα και τυρί <για την τόσο καλή κυρία που τον έχει σαν γιο της> όπως είπε η αθώα γυναίκα. Να φάει αυτή, ο άντρας της και τα τρία τους παιδιά κι όποτε θέλουν να πάνε στο χωριό να τους περιποιηθούν.
Η Λία ήθελε να τον ξεμοναχιάσει αλλά δεν έβρισκε τον τρόπο. Φρόντισε λοιπόν την ώρα που ο ξάδερφος έλειπε να περάσει δήθεν τυχαία από το σπίτι τους με τα σιδερωμένα ρούχα κι ένα ταψί παστίτσιο. Ο Παναγιώτης την καλοδέχτηκε και σε λίγο έπιναν μαζί καφέ στο κουζινάκι.
- Αφού τελειώνει σε δυο μήνες και θα φύγει, να βρεις άλλο σπίτι να μείνεις! Θα σε φέρω κοντά στο μαγαζί να σε νοιάζομαι περισσότερο!
Έτσι κι έγινε. Η γκαρσονιέρα ήταν μόλις δυο τετράγωνα μακριά της κι ανασκουμπώθηκε με πανιά κι απορρυπαντικά για να υποδεχθεί το νέο ενοικιαστή πεντακάθαρη...
- Σύρε κι έλα ούλη την ώρα, απέ δω τον είχε απέ κει τον είχε, τον έριξε τον ασίκη!
- Α πα πα πα! Τι με λέγεις μπρε Σουλτάνα;
- Είδες πράματα; Έδωκε πήρε, σε μια γειτονιά τόνε σπίτωσε, κάτου απέ τη μύτη του αντρός και των παιδιών της!
- Κι αυτός ντιπ χαϊβάνι ητανάνε και δεν επήρε χαμπάρι;
- Αυτός ήτονε κομμάτι μεγάλος, έπινε κιόλας, εκείνη έκαμνε το κουμάντο σε ούλα. Έμπαινε, έβγαινε, ούλο δουλειές για το μαγαζί τον έλεγε που έχει κι η δουλειά της γινούτανε μια χαρά! Αναμεταξύ, ήτουνε βλέπεις και τυχερή η αρσίζα επειδής είχανε τόσο πολύ μεγάλη διαφορά, μάνα με γιο, έμνησκε και κοντά, δεν κακόβαλε κανένας, ποιος θα πονηριαζούτανε; Άσε που με τον καιρό αρρεβώνιασε την κόρη της και τοις έκαμε κολλητοί γαμπρό και φίλο κι επάγαινε τακτικά και στο σπίτι τους!
- Α! Την άτιμη τη γυναίκα τέτοιο θράσος! Τόσο εντεψίζικα πράματα, το μυαλό θα με φύγει! 
- Ναι, ναι... Αυτό, μικρό παλικαράκι, έκαμνε και κόρτε με τις κοπέλες της ηλικίας του στα κρυφά βέβαια... Κι άμα ερωτεύτηκε κι έκαμε δεσμό, μήτε πού μνήσκει δεν τις έλεγε ακριβώς
επειδής εφοβούτανε βλέπεις... Γιατί αυτή τόνε ήθελε ούλο δικό της, σάμπως και δε θα έριχνε τα μάτια του στα μικρά κορίτσια, τόσο μυαλό είχε τρομάρα της! Μια δυο, τα πήρε χαμπάρι κι επήγε κι έκαμε μεγάλο πατιρντί, απ' τα μαλλιά έπιασε την κοπέλα!
Είδε κι έπαθε ο Παναγιώτης μέχρι να ξεφύγει απέ τα νύχια της! Ήταν η πρώτη σοβαρή αφορμή για να καταλάβει ότι είχε μπλέξει πάρα πολύ άσχημα. Πέρασαν κι άλλες κοπέλες απ' τη ζωή του μέχρι να παντρευτεί, πάντα όμως έβρισκε τη Λία μπροστά του... 

Η Ανθούλα γέμισε ξανά τα ποτηράκια με λικέρ μονολογώντας.
- Και πως παντρεύτηκε μπρε Σουλτάνα μου; Πες με και να πάω να ετοιμάζω το μεζέ μας!
- Αχ... Σε δυο μεριές ήτουνε... Απέ τη μια η Λία να τρέχει για τον κάμει μαγικά, του κόσμου τοις παράδες έδωκε για να τόνε δέσει κι απ' την άλλη εκείνος έβγαινε κανονικά με την αρρεβωνιάρα του και καθούτανε στα αναμμένα κάρβουνα... Φασαρίες, κακό, τι να σε λέω... Τσίριζε η σκρόφα και μαδιούτανε για να μη γένει ο γάμος, κατάρες, φωνές, κακό... Τα μάθαμε απέ μια φιληνάδα της, που είναι ίδια κι αυτή! Την έβαλε παρακαλώ να πάει να μιλήσει τη γυναίκα και την πεθερά του, ακούς; Με μήνυσε η κουμπάρα μου να πάω απέ κει, μαύρη ώρα, πολύ συχύστηκα! Ήρτε που λες αυτή η σιχαμένη και τις είπε που ο Παναγιώτης ανήκει αλλού κι άμα αυτή είναι καλή κοπέλα να τον αφήκει να γυρίσει σε δαύτη! 
- Πα πα πα! Και τελικά τι θα γένει, πού θα πάει αυτό το πράμα;
- Δεν ξεύρω να σε πω... Απέ δω και χρόνια με είπε η κουμπάρα που κάποιος έβαζε κάτι σα λάδια στην οξώπορτα κι επήρε μια γλίστρα η καημένη κι ευτυχώς που δεν είχε σπάσει το πόδι της... Μουντζούρες τοις τοίχοι και τα παντζούρια, ένα σωρό πράματα έβλεπε και νόμιζε η ζάβαλη ότι κάμνουνε σκανταλιές τα παιδιά της γειτονιάς... Πού να σκεφτεί το αγαθό μυαλό της ότι ήτουνε αυτά δουλειά γυναικός; Και το κορίτσι της είπε που κάμποσες φορές είχε διει μια μαυριδερή σαν κατσιβέλα να κάμνει σινιάλα τον Παναγιώτη κι αυτός επάγαινε και τη μιλούσε... Άμα βέβαια τον αρώταγε ποια είναι αυτή η γυναίκα και γιατί μαλώνατε, την έλεγε η μάνα του φίλου μου που κάμναμε κολλητή παρέα κι αυτός έχει μπλέξει άσκημα και μ' αρωτάει να την πω. Την απαντάω που δεν ξεύρω τι κάμνει κι αυτή με βάζει πόστα ότι τόνε καλύπτω... Αθώο το κορίτσι, πού να πάει το μυαλό σε τέτοιο πράμα; 
- Βέβαια, μεγάλη γυναίκα κιόλας... 
- Άσε πια το κακό με τα τελέφωνα! Έβραζε το κινητό απέ τα ντριν και ντρουν, αυτός να μη το σηκώνει στο σπίτι και να το κλείνει, η γυναίκα του να τον αρωτάει τι συμβαίνει και να μαλώματα... 
Ήπιε ακόμα μια γουλιά λικέρ κι αναστέναξε.
- Το ζήτημα είναι να γλυτώσει το παλικάρι απέ δαύτη και να μη χαλάσει το σπίτι τους...
- Ναι για! Πού να βρούνε παρηγοριά κι αυτές οι έρμες... Κι εκείνο το καημένο το παιδάκι τους, πολύ το σκέπτουμαι να βλέπει τέτοια πράματα με τοις γονιοί του...
- Αυτό είναι Άνθω! Τον είχε πει βλέπεις αυτή που άμα τολμήσει και την κάμει παιδί θα το σκοτώσει και τόνε είχε στο χέρι! Πολύ σοβαρά είναι τα πράματα σε λέω... Και να σε πω, σκέφτηκα να τη μηνύσουνε που θα τα πούνε ούλα στον άντρα και τα παιδιά της, αμά υπάρχει κι άλλο πάλι σοβαρό πράμα... Άθρωπος μεγάλος είναι αυτός, μαθημένος στα παλιά, άμα τόνε πιάσει τίποτις και σκοτώσει τον Παναγιώτη που ατίμασε τη γυναίκα του και καλά;
- Α! Μη με λέγεις τέτοιο πράμα και πολύ ταράζουμαι! Τίποτις να μη μάθει! 
- Μπρος να πάω σκιάζουμαι, πίσω να πάω φοβούμαι, κατάλαβες; Πρέπει να βρω μια λύση, αμαρτία είναι να χαλάσει έτσι ένα σπίτι για μια πρόστυχια... Σα δε ντρέπεται η ελεεινή! 




Έψησε καφέ και κάθισε σκεπτική. Πριν λίγο είχε μιλήσει με την κουμπάρα της κι όσο άκουγε την κόρη της να κλαίει σπαρακτικά η καρδιά της σχιζόταν στα δυο....
Ζήτησε να της μιλήσει, μήπως την ηρεμήσει λίγο, αλλά εκείνη ήταν ανένδοτη... 
- Για πράμα που γίνηκε παλιά μη κάμνεις έτσι μπρε τζιέρι μου! Παλικαράκι ήτονε, μακριά απ' τοις δικοί του, τόνε τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί αυτή που λιμπίστηκε τα νιάτα και την ομορφιά του. Συνήθειο το είχε πάρει να παγαίνει μαζί της, αφού μες στα πόδια του τήνε είχε ούλη τη μέρα... Κακός χρόνος και μαύρος να τη βρει την αδικορισμένη που δε λογάριασε τίποτις και ρίχτηκε στο παιδί της! Αυτός πες που έκαμνε το κέφι του τότενες, άντρας είναι! Καλά δε σε στέκεται τόσα χρόνια, στα μάτια δε σε κοιτάει;
- Δεν τον θέλω πια! Αυτή είπε ότι βρισκόντουσαν μέχρι το γάμο, αρραβωνιασμένοι ήμασταν και πήγαινε μαζί της!
- Ψέματα τα λέει μπρε παιδάκι μου, να σας ανακατώσει θέλει και να σας χωρίσει για να τόνε πάρει αυτή! Και σιγά μη γυρίσει τώρα να τήνε κοιτάξει  που έχει εσένα γκιουζελίμ κοπέλα! Άκουε που σε λέω... Μην αφήκεις να την περάσει, αμαρτία μεγάλη είναι για! 
- Δεν είδες που ήθελε να μας κάνει κακό; Πόσα πράγματα δεν είδαμε στην πόρτα μας!
Αυτό ήταν! Αφού αυτή πίστευε στα μάγια, την είχαν στο χέρι! Να η λύση που μέρες έψαχνε η Σουλτάνα!
- Πάρε τη μαμά σου κι ελάτε εδώ να τα μιλήσουμε από κοντά! 


Δύσκολες ώρες... Το πανέξυπνο μυαλό της όμως, της έδωσε θάρρος κι ένιωσε την καρδιά της να πετάει...
- Δε με λέτε, αυτή δυο εγγόνια δεν έχει απ' τα παιδιά της που τ' αγαπάει πολύ; Διέτε τι θα γένει! Θα τήνε πλερώσουμε με το ίδιο νόμισμα! Ρίχτε μέσα κι όξω μπόλικο αγίασμα και φέρτε τον παπά να σας διαβάσει ευχές, αμά την ώρα που λείπει στη δουλειά ο Παναγιώτης! Τίποτες να μη φοβούσαστε, δε θα σας κάμει κακό! Θα τη συγυρίσω εγώ την παλιογυναίκα!
Στις έξι το απόγευμα της επόμενης μέρας, κατέβηκε τα σκαλιά της ταβέρνας. Η Αγλαΐτσα η νύφη της που την είχε πάει με το αυτοκίνητο περίμενε στο πίσω στενό.
Η Λία με τη βρόμικη ποδιά, το τσιγάρο στο στόμα και μια ωμή πατάτα στο χέρι, την κοίταξε παράξενα και άγρια. 
Η Σουλτάνα απορημένη την κοίταξε από πάνω ως κάτω.
< Μωρέ, τι πράμα είναι τούτο; Φτου στα μούτρα σου που 'σαι σαν το σφουγγαρόπανο!>
- Τι θέλετε;
- Η Λία είσαι του λόγου σου;
- Ναι, εσείς ποια είστε και τι θέλετε; 
- Δυο λόγια θα σε πω κυρά μου μόνο... Δε θα ακούσεις τίποτις απ' αυτά που νομίζεις, μήτε για την ατιμία που έκαμες τόσα χρόνια και κορόϊδευες άντρα και παιδιά, μήτε για το ζουμερό νεαρούδι που ορέχτηκες να περάσει ούλη τη ζωή του με σένανε!
Σήκωσε το τσουλούφι από τα μάτια της και πέταξε την πατάτα στο τραπέζι που κύλησε στο πάτωμα, έτοιμη να της ορμήσει. Η Σουλτάνα ψύχραιμη, έβγαλε ένα μπόγο από την τσάντα της και τον άνοιξε, δείχνοντάς της διάφορα αλλόκοτα πράγματα. Κεριά, καρφίτσες, σπόροι, καρβουνάκια, βρόμικα κομποδεμένα πανιά, ένα μπουκαλάκι διάφανο με κάτι σαν σκούρο λάδι, ένα ματσάκι απήγανο που έτριψε και σκόρπισε την ανυπόφορη μυρωδιά του.
- Τι είναι αυτά;
- Η απάντηση σε ούλα αυτά που έχεις κάμει! Μελετημένα στο όνομά σου κι όχι μόνο, αμά και των παιδιών, των εγγονών σου και της φιληνάδας σου! Για τον έρμο τον άντρα σου που είναι μισοκατάκοιτος ξεύρω που δε σε νοιάζει ο,τι και να πάθει, για τοις άλλοι όμως σε κόφτει, έτσι δεν είναι; Άκου! Άμα διεις τη φαμίλια σου να αρρωσταίνει και τα μικρά να πεθαίνουνε θα σε αρέσει; Πες με! Άμα μπήξω τις καρφίτσες, μήτε που θα προλάβεις να τοις μιλήσεις ξανά! 
Η Λία ένιωσε τα πόδια της να παραλύουν και σωριάστηκε στην καρέκλα τρομοκρατημένη. 
- Και γιατί να μου τα κάνεις όλα αυτά, με ξέρεις; Σου έχω κάνει κανένα κακό; Ποια είσαι εσύ;
-  Το πιο μεγάλο κακό έκαμες που πήες όχι μόνο να χωρίσεις το αντρόγυνο, αμά και να τοις ξεκάμεις με μαγικά! Θαρρείς που έτσι θα σε αφήνανε μωρή γλιτσού; Στο χέρι σ' έχομε και θα σε βρούνε ούλες οι συμφορές του κόσμου! Παιδιά κι εγγόνια θα θάψεις κι άμα τρέχεις κει στα μνήματα ούλη τη μέρα θα σε πω εγώ άμα τραβάει μετά η όρεξή σου το λεβέντη! Και δε θα έχεις μήτε την άλλη να σε παρηγορεί, κει μέσα θα σε τη χώσουμε κι αυτή! Αφού όμως τα περάσεις πρώτα ούλα αυτά, θα έρτει μετά κι η δικιά σου η σειρά! Απέ τα απόψε θα διεις τι έχει να γένει...
Έντρομη η Λία έπεσε στα πόδια της!
- Όχι, μη κάνεις κακό στα παιδιά μου! Άσε να ξεχαστεί, δεν θα ενοχλήσω ξανά κανένα! Τον αγάπησα πολύ και δέθηκα μαζί του, δε μπορούσα να ζήσω χωρίς να τον βλέπω και...
- Τον κακό σου τον καιρό! Και που σε βλέπω σιχαίνουμαι!
Μάζεψε το μπογαλάκι κι έφυγε θριαμβευτικά... 

Η πάντα αφελής Ανθούλα ταράχτηκε και πρόλαβε το ακουστικό πριν της πέσει από το χέρι.
- Α! Και πού επήες και τα βρήκες αυτά τα πράματα; Φοβούμαι, πολύ φοβούμαι...
Χαχάνιζε η αδερφή της με τις αντιδράσεις της.
- Ντιπ ζεβζέκα είσαι μπρε Άνθω μου! Μια ζωή πιστεύεις ο,τι σε λένε! Πού θα πάγαινα μπρε συ, καμιά χαϊβάνω είμαι; Επήρα μια πατσαβούρα βρεμένη κι έτριψα το κάγκελο στο μπαλκόνι, μέσα στη βρόμα που ήτουνε κι άμα στέγνωσε την έκοψα σε κάμποσα κομματάκια και τα έκαμα κόμποι! Ζέστανα και κάτι κεριά κι άμα λιώσανε τα έκαμα σκέδια διάφορα. Απέ τις μελιτζάνες που τηγάνισα για τις φάω με τη σαλτσούλα, έριξα στο λάδι τους κομμάτι κανελίτσα και γίνηκε έτσι ένα σκούρο πράμα και το σούρωσα στο μπουκάλι! Πήρα κι απήγανο που τον έχω για το κακό το μάτι και να τα μαγικά! Άσε μπρε που είχα ξεχάσει τις καρφίτσες και με γύρισε πίσω η νύφη μου! Και κάρδαμο επήρα σπόροι και καρβουνάκια! Χα χα χα!
- Μπα που άδικη ώρα να μη σ' έρτει μπρε σατανά! Και σε πίστεψε με δαύτα ούλα, ε; 
- Βέβαια! Γυναίκα που τρέχει εδώ κι εκεί και πλερώνει για δέσει έναν άντρα, πάει να πει που πολύ πιστεύει σ' αυτά τα πράματα! Έπρεπε να τη διεις την καρακάξα πως έκαμνε άμα την είπα που θα ξεκάνουμε ούλη της τη φαμίλια! Άμα τολμάει, ας σκεφτεί ξανά τον ασίκη τρομάρα της!
- Το αντρόγυνο έσμιξε τελικά;
- Να σε πω, εκείνη τον κάμνει νούμερα βέβαια, αυτός όμως είναι τρελαμένος με ούλα αυτά και την έχει στα όπα όπα... Τη λέει που φοβούτανε μη και κάμει κακό στο παιδάκι τους, αλλιώς θα την έκαμνε μαύρη στο ξύλο! Πολύ τόνε καταλαβαίνω σ' αυτό το πράμα η αλήθεια... Σε λέει, πες που μα η γυναίκα μου, μα η πεθερά μου, βγάλουνε το παιδί ίσια με το πάρκο για περίπατο κι αυτή παραμονέψει και καταστρέψει το μωρό...
- Α πα πα πα! Δίκιο είχενε εδώ που τα λέμε... Ας είναι, τέλος καλό, ούλα καλά... Το έκαμες πάλι το θάμα σου άτιμη!
- Χα χα χα! Εδώ συμμάζωξα το δικό σου το χαϊρσίζη που δεν άφηνε μήτε θηλυκιά γάτα ο γυναικάς, αυτό το παλιόπραμα δε θα έκαμνα καλά;
Η Ανθούλα έκλεισε το τηλέφωνο και μπήκε στην κουζίνα κουνώντας το κεφάλι.
< Με το γιο μου κι αυτή την παλαβιάρα που με κουβάλησε εδώ πάλι να διω τι θα γένει... Μακάρι μπρε να έκαμνες κι εκεί το θάμα σου, αλλά πού...>