.

.
.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Σάλα σάλα με την απτάλα!


  - Αμάν πια αυτή υγρασία, τα κόκαλά μου με τρυπάει! Τα μαλλιά θα με χαλάσει, διε χάλια!
Κι αυτά τα ρούχα, απέ η ώρα οχτώ το πρωί τα άπλωσα κι ακόμα βρεμένα είναι για!
Περίμενε η Ανθούλα τον Ιάκωβο να περάσει να την πάρει, να πάνε σπίτι του. Με την Αγλαΐα, τη γυναίκα του, είχαν καλέσει τις θείες για φαγητό και η Ανθούλα είχε χαρεί πολύ για την πρόσκληση. Ο Γιάννης δεν ήθελε να πάει, για να μη βλέπει τη Σουλτάνα.
Πάντα περνούσε καλά στο σπίτι τους και ήταν ευκαιρία να δει όλα τα ανίψια της μαζεμένα εκεί.  Έφτιαξε ένα γλυκό, σαν το μωσαϊκό, αλλά είχε την όψη τούρτας.

Τέσσερα πακέτα μπισκότα, δύο κεσεδάκια βούτυρο, ένα κουτί κακάο, αμυγδαλόψιχα, φουντούκια, ένα ποτήρι γάλα, μισή κούπα ζάχαρη άχνη κι ένα γεμάτο ποτηράκι κονιάκ, ήταν η βάση. 
Με τον πλάστη θρυμμάτισε τα μπισκότα σε μικρά κομματάκια.
Έλιωσε το βούτυρο, πρόσθεσε το γάλα, την άχνη, το κακάο και τα ζύμωσε ελαφρά.

Οι ξηροί καρποί και το κονιάκ στο τέλος, αφού είχε πριν ομογενοποιηθεί καλά το μείγμα.
Το άπλωσε σε ταψάκι στρογγυλό, ντυμένο με λαδόκολλα πολύ πιο πάνω από την επιφάνειά του, το σκέπασε με αλουμινόχαρτο και το έβαλε στην κατάψυξη. 

Μέχρι να παγώσει και να σφίξει καλά, ετοίμασε την κρέμα.
Δύο αυγά, μια κούπα νισεστέ, ένα μεγάλο μπουκάλι γάλα, μισό ποτήρι νερό, δυο κουταλιές βούτυρο, μισή κούπα ζάχαρη και βανίλια. 
Έβαλε το γάλα να βράσει σε χαμηλή φωτιά με τη ζάχαρη
Διέλυσε το νισεστέ στο νερό και χτύπησε ελαφρά τα αυγά σε βαθύ πιάτο
Μόλις το γάλα έβρασε, έριξε το νισεστέ, ανακατεύοντας συνέχεια και πρόσθεσε το βούτυρο
Λίγο πριν πήξει εντελώς η κρέμα, έριξε σιγά σιγά τα αυγά και δυο τσιμπιές βανίλια και συνέχισε το ανακάτεμα μέχρι να σταθεί η κρέμα στο κουτάλι και να μη πέφτει ρευστή
Όταν κρύωσε καλά, έβγαλε τη βάση από την κατάψυξη και πρόσθεσε την πηχτή κρέμα, που σταθεροποιήθηκε στο ψυγείο. 

Σε λίγες ώρες, το σήκωσε προσεχτικά με τη λαδόκολλα και το έβαλε σε πιατέλα. Την έβγαλε εύκολα και στόλισε το γλυκό με τριμμένο μπισκότο, αμύγδαλο και κερασάκια από το τελευταίο κρυμμένο βάζο, που γλύτωσε από τον αδηφάγο άντρα της. 
- Τέλειωσε το κεράσι μπρε γυναίκα;
- Όλο το φάγαμε Γιάννη μου! Είχαμε και μουσαφιρλίκια πολλά και τρατάριζα... 
- Δε με λες, τι σκάλιζες στο απάνου ντουλάπι κρυφά κρυφά;
- Το συκαλάκι είδα μια, μπα κι είχε μερμηγκάκια τριγύρω. Κάτσε να σε βάλω δυο να φας!

Στο σπίτι του Ιάκωβου και της Αγλαΐας, αντηχούσαν τα γέλια της Μαρίκας και της Σουλτάνας. Οι δυο συμπεθέρες, είχαν πάει από νωρίς, ήπιαν τα καφεδάκια τους, τύλιξαν κι αυγόκοψαν μετά τα σαρμαδάκια, βοήθησαν στις πίτες κι αφού άλλο δεν χρειάζονταν στην κουζίνα, πέταξαν τις ποδιές και βολεύτηκαν στον καναπέ με λικεράκι κουσελεύοντας. 
- Μπα που κακό χρόνο να μην έχει η απτάλα!* Μυαλό δεν έβαλε, δεν την έφτασε που τήνε χώρισε ο άντρας της, το χαβά της έχει! 
- Μα στα καλά τση είναι; Που ηκούστηκανε αυτά που ήκαμε η λωλή; Καλή ήτουνε, νοικοκερά, γλεντζού όμως τόσο πολύ; Τι ρεντίκολο ήκαμε στον καημένο το Μεμά και τι μπερντάχι* την ήδωκε... Καλός άθρωπος κι ήμπλεξε με την αλαφρόμυαλη, αχ...
- Μεγάλη γυναίκα και ν' ανεβαίνει απάνου στα τραπέζια να κουνιέται; Χα χα χα χα! Ποιος έχασε τα μυαλά του, να τα 'βρει αυτή μπρε συμπεθέρα μου;

- Θυμήθηκα, πάνε πολλά χρόνια βέβαια, που ήτουνε στα τρυφερά τση με το Μεμά. Στσι βόλτες που την ήκαμε, τα μυαλά τση ούλο στο νταχτιρντί τα είχενε! Ούλα τα ζευγάρια ηπήγαιναν το θέρος στσι γιαλοί* κι ηρομαντζάρανε κι η Αμέρσα δεν ηφχαριστιότανε με τίποτις! Άμα την ήλεγε να πάνε στσι ταβέρνες με τα όργανα, τη σκούφια τση ηπετούσε! Κάθε βράδυ, κάθε βράδυ, ηχορτασμό δεν είχε αυτή μάτια μου! 

Τσαχπίνα η Αμέρσα! Μικροκαμωμένη, ομορφούλα, με δαχτυλιδένια μέση και λεπτά πόδια που στηρίζονταν πάντα σε ψηλά τακούνια, περπατούσε με το κεφάλι ψηλά κι αέρα ντίβας και σκορπούσε παντού χαμόγελα.
Ζούσε μόνη, σ' ένα σπιτάκι με δυο δωμάτια κι ένα μικρό κουζινάκι. Τη μητέρα της την είχε χάσει πριν λίγα χρόνια και με τα λίγα χρήματα που τους είχε αφήσει ο πατέρας πριν πεθάνει, και την τέχνη της στο κέντημα, τα έφερνε βόλτα. Κεντούσε βαπτιστικά, νυφικά, ασπρόρουχα, έβγαζε καλό μεροκάματο.
Η γλυκιά, κελαρυστή φωνή της όταν τραγουδούσε κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού, έκαναν τον κόσμο να κοντοστέκεται για να την ακούει. Έτσι τη γνώρισε ο Μεμάς και την ερωτεύθηκε με την πρώτη ματιά. 
Με το εμπριμέ ρομπάκι της και τη φαρδιά κορδέλα στα μαλλιά, είχε ανέβει σε μια καρέκλα για να καθαρίσει το παράθυρο. Ο νεαρός ψαράς, περνούσε με μια σακούλα μύδια, παραγγελία της κόνας* Μαυροπούλου του ξυλέμπορου, που ήθελε να τα μαγειρέψει με το ρύζι.
- Τι σε μέλλει εσένανεεεεε κι όλο με ρωτάς, από πιο χωριό ειμ' εγώ αφού δε μ' αγαπάς.... Τραγουδούσε η Αμέρσα καθαρίζοντας και κουνούσε τους γοφούς της λάγνα. Όσο ψηλότερα τέντωνε το κορμί της για να φτάσει, τόσο ανέβαινε και το ρομπάκι, θολώνοντας τα μάτια του Μεμά. Από τη μέρα εκείνη, περνούσε δυο και τρεις φορές από το μαχαλά κι έστηνε αυτί έξω από την πόρτα της.
- Έτσι δα ηρωτευτήκανε Άνθω μου! Τη φωνή τση ήκουσε κι ύστερις τήνε είδε κι ηρχίνησε το αίσθημα! Λίγοι μήνες οι αρρεβώνες ηκρατήσανε κι ήρτανε τα στεφανώματα. Αυτή η λωλή, άλλο πουθενά το νου τση δεν τον είχε, μονάχα στα τραγούδια και στσι χοροί. Ούλη μέρα γλώσσα μέσα δεν ήβαζε, μετρημένες κουβέντες ήλεγε με τον άντρα τση κι ούλο λα λα και λα λα λα ήτουνε! Ο καημένος ο Μεμάς, ήφευγε απέ τσι μαύρες νύχτες για να πάρει τα ψάρια κι ηκοιμούτανε νωρίς. Απάνου απ' το κεφάλι του αυτή, ήπιανε τα μανέδια! Γαδουρινή υπομονή ήκαμε ο χριστιανός! Πρωί πρωί ήνοιγε το μαγαζί κι από πελατεία άλλο τίποτις. Και σπιτάκι δικό του είχενε και παράδες στη μπάνκα και καλά περνούσανε! 




Όμορφα στολισμένο το σπιτικό τους, χάρη στα χρυσά χέρια της Αμέρσας. Κεντήματα παντού,   και στα σεντόνια και στα μαξιλάρια, ακόμα και στα πετσετάκια της κουζίνας. Ανάγκη να εργάζεται δεν είχε πλέον, της είπε ο Μεμάς και την έβαλε στο σπίτι κυρά κι αρχόντισσα. Νοίκιασε το πατρικό της κι είχε ένα εισόδημα, που το έβαζε στην τράπεζα. Ευτυχώς, γιατί μετά το χωρισμό τους θα έμενε με την ανάμνηση και μόνο του χρώματος της λίρας...
Την εβδομάδα δυο φορές έβγαιναν για φαγητό και διασκέδαση. Εκείνη καμάρωνε στο πλευρό του λεβέντη συζύγου της, γιατί ήταν κι ομορφόπαιδο ο Μεμάς. Ψηλός, μελαχροινός, με περιποιημένο το λεπτό του μουστακάκι, τον αγαπούσαν και τον σέβονταν όλοι. Η Αμέρσα, έπινε τα ποτηράκια της κι ερχόταν στο κέφι. Τραγουδούσε και το κρασί έρεε άφθονο, τα κεράσματα έδιναν κι έπαιρναν. Καλά ως εκεί. 
- Τήνε ηκαμάρωνε ο άντρας τση που είχε τέτοιο αηδόνι δικό του. Αυτή όμως, ηρχίνησε κι  ησηκωνούτανε κι ηχόρευε σαν τη σαντέζα! Στα τραπέζια πάνου ηκουνιότανε, όχι στο δικό τους μοναχά μα και στων αλλονώνε! Χώρια που την ηδίνανε κι ήπινε κι απέ τα ποτήρια τως!
Συχύστηκε ο καημένος, ταμπλάς θα τον ηρχούτανε, τίποτις αυτή! Στο σπίτι τους το ξημέρωμα, ο μαχαλάς τσι ήκουσε, την ήδωκε και δυο στα μούτρα! Την επόμενη φορά, πάλι τα ίδια ήκαμε!
Την είπε, κάτσε κάτου, τι πράματα είναι αυτά, σοβαρή σε είπα να είσαι! Θα γλεντάς όπως ούλες οι γυναίκες οι νοικυράδες στο χορό, με μέτρο. Τίποτες αυτή, το χαβά τση! Ηρχινήσανε και την ηκουσελεύανε βέβαια κι άμα ήμπαινε στο μαγαζί το ζεύγος, ήκουγες ξαφνικά σαματά και να τα  παλαμάκια κι οι φωνές! 
- Η Αμέρσα ήρθε! Τι θα μας χορέψεις σήμερα; 
- Πω πω πω! Κερνάω ούλο το μαγαζί! Μεμά, κοπιάστε δω, στο τραπέζι μας! 
Γελούσαν και χαίρονταν όλοι, καμάρωνε η απτάλα κι ο Μεμάς ανέβαζε πίεση. Από τη φούστα την τραβούσε για να μη φέρει γύρα όλο το μαγαζί και τους γείτονες που σύχναζαν εκεί.
- Θυμούμαι συμπεθέρα που μ' έλεγες, που ο γιος του Σώζου του μπαρμπέρη, ετράβηξε το τραπεζομάντιλο κι έπεσαν κάτου όλα, για ν' ανεβεί η παλαβή να χορέψει...
- Ναι, βέβαια! Και δεν ήτουνε ο μόνος που το ήκαμε αυτό! Όποτε περνούσε η Αμέρσα απ' το μπαρμπέρικο, ήβγαινε στην πόρτα αυτός με τα ξουράφια και την ηφώναζε: Αχ! Για τη χάρη σου, τσι φλέβες μου κόβω τώρα, τα μάτια σου μου ήκαψαν τα σωθικά! Δεν είσαι εσύ για τα μικρά, για μεγαλεία είσαι, η πρώτη σ' ούλο το ντουνιά! Αχ! Μεμά τι έχεις και σε στολίζει το σπίτι και το μαγαζί! Τυχερέ Μεμά! Ιδέτε ένα ψαρά που ήπιασε μια γοργόνα!
Κι εκείνος ο Μεμάς, που ήφτασαν στ' αυτιά του οι κουβέντες, ηπιάστηκε μαζί του στα χέρια και πάλι την ήκαμε μεγάλο πατιρντί! Αλλά αυτή, μυαλό δεν ήβαζε, μέχρι και στσι μαχαλάδες τραγουδιστά ηπορπατούσε! Κι ένα βράδυ, ηρχίνισε να ετοιμάζεται για όξω, αμά την είπε ο άντρας τση, ως εδώ, κομμένοι! Άμα τον αγέρα σου θες να πάρεις, τράβα στην αυλή ή να με πεις να σ΄ ηβολτετζάρω στο πάρκο! Ρεζιλίκια άλλα, δε θα ηκάμεις, πάει και τέλειωσε! Κατάλαβες; Κείνη ήμπηξε τσι τσιρίδες τση η λωλή κι ηγινήκανε μύλος! Πάλι το ήφαε το μπερντάχι τση κι ούλο με ζουλεύεις τον ηφώναζε!
- Xα χα χα! Κρίμας ήτουνε, να χαλάσει ο γάμος τους έτσι μπρε συμπεθέρα μου. Την τελευταία φορά, την είπε λέει που θα την φέρει την ψαροκασέλα στην κεφάλα της! Χα χα χα! Και είναι καλής καρδιάς γυναίκα, να συντρέξει, να βοηθήσει, χίλια κομμάτια γένεται! Όταν τήνε είδανε τα παιδιά στο δρόμο, πολύ χαρά τα έκανε, για όλοι αρώτηξε να διει τι κάμουμε! Κι αφού θα ερχούτανε κι η Άνθω, ευκαιρία ήτουνε να μας διει και τήνε καλέσανε. Ντρεπούτανε βέβαια αλλά την επιμείνανε, τώρα θα αριβάρουνε με τη Λαμπρινή, σκέπτουμαι τα γέλια που θα κάνουμε! 

Ο Ιάκωβος πήγε μια βόλτα ακόμα και τις πήρε απ' τα σπίτια τους. Χαρούμενη και καλοντυμένη η Αμέρσα, κελαηδούσε στο πίσω κάθισμα κι η Λαμπρινή δίπλα στον ανιψιό της, ένιωθε να στρίβουν τα έντερά της. Ρεσιτάλ γκρίνιας είχε δώσει πάλι!
- Τι δουλειά είχατε να τήνε κουβαλήσετε αυτήνανε στο σπίτι σας, με λες; Ήρτες και να με πεις μόλις μπήκα που θα πάμε στης Αμέρσας να τήνε πάρουμε; Τι πράματα είναι αυτά για;
- Έλα τώρα καλέ θεία, τι θα μας κάνει; Χάρηκαν κι η μάνα μου κι η πεθερά μου άμα τους το είπαμε. Καλή γυναίκα είναι! Κρίμα που η θεία Ζωίτσα θα λείπει, στο κρεβάτι είναι λέει από τους πόνους, με θερμοφόρες...
- Όχι που δε θα χαιρούτανε η μαμά σου! Δως την κουβέντα με τις ζουρλές και πάρε την ψυχή της. Μωρέ, είναι αυτή μια Σμυρνιά, Θεός να σε φυλάει!
- Και η γυναίκα μου Σμυρνιά είναι θεία! Κι απ' αυτή ο Θεός να σε φυλάει; Άμα δε θέλεις να έρθεις και δε σ' αρέσει η παρέα, να σε πάω πίσω, στο σπίτι σου!
- Τώρα ετοιμάστηκα, στο δρόμο είμαστε, άιντε πάμε. Τη Ζωίτσα θα πάω αύριο να τη διω.

Σιγά μην έχανε τη βεγγέρα η Λαμπρινή! Συναντήθηκαν στην πόρτα με τη Δομνίτσα, την κόρη της Σουλτάνας, με τον άντρα, την πεθερά και τη μικρή της κόρη, την Τάνια, που είχε το όνομα της γιαγιάς της. Μια κούκλα μελαχρινή, που σπούδαζε στην Πάντειο.
Από την είσοδο μοσχοβολούσε η κολοκυθόπιτα. Απαραίτητη τους φθινοπωρινούς μήνες η κολοκύθα, τριβόταν κι ανακατευόταν με καστανή ζάχαρη, καλά κοπανισμένο στραγάλι, κανέλα, μπαχάρι και λίγο γαρίφαλο.
Στυμμένη καλά, να φύγουν τα υγρά της, απλωνόταν στο φύλλο που περίμενε βουτυρωμένο ελαφρά στο ταψί. Σκεπαζόταν με το άλλο φύλλο, βρεχόταν με χλιαρό βουτυράκι και χαραζόταν σε κομμάτια, πριν μπει στο φούρνο.  Τα ζαχαρωμένα υγρά της όταν την έστιβαν, τα κρατούσαν  και σιρόπιαζαν άλλο γλυκό, σαν κέικ,  με πρωταγωνίστρια πάντα τη βασίλισσα του φθινοπώρου. 
Φορτωμένο φαγητά το τραπέζι τους στη σάλα, με το άσπρο, κοφτό τραπεζομάντιλο, περίμενε Σμυρνιές και Πολίτισσες, ν΄απολαύσουν τις νοστιμιές της Αγλαΐας με γέλια και χαρές όπως πάντα. Ψητά και βραστά, με μπόλικα μπαχαρικά και σκορδάκι, τραβούσαν καλό κρασί παγωμένο και κεφάτη παρέα.
Την Αμέρσα την καλωσόρισαν με αγκαλιές, φιλιά κι επιφωνήματα θαυμασμού για το δώρο της. Έξι υπέροχα σεμεδάκια σε διάφορα μεγέθη, που είχε κεντήσει με τα χρυσά της χέρια κι ένα ταψί σιροπιαστά γλυκά, από το γνωστό, αγαπημένο τους ζαχαροπλαστείο. Η Λαμπρινή όπως πάντα, τα κοιτούσε με μισό μάτι... 
- Πω πω πω! Τέτοια ωραία πράματα, απ' τη σχωρεμένη τη Φωτεινούλα μας είχαμε να διούμε, που ήτουνε η καλύτερη κεντήστρα στην Πόλη! Γεια στα χέρια σου Αμερσούλα! 



Έφαγαν, ήπιαν, έβαλε κι ο Ιάκωβος μουσική και ήρθαν στο κέφι. Τραγούδησε η Αμέρσα, τη συνόδευσαν κι οι άλλοι και με το πες πες τη σήκωσαν να χορέψει το "Σάλα σάλα". 
- Μάνα, σάλα σάλα μες στη σάλα, με την Αμέρσα την απτάλα!
- Σους μπρε Ιάκωβε, μη σ' ακούσει, ντροπής είναι για! Χα χα χα! Κακό χρόνο να μην έχεις μπρε, πως σε ήρτε και με το 'πες; Χα χα χα χα! Άνθω, άκου τον ανιψιό σου τι λέει!
- Καλά, θα διείτε και τα παρακάτω, που ζητάει παντρολογήματα!
- Τι λες μπρε συ; Ποια ζητάει παντρειά, η Αμέρσα; 
- Ναι για! Να ηφέρω και το πιεσόμετρο για τη θεία Λαμπρινή, που άμα τήνε ηκούσει θα την ανέβει πρώτα η πίεση και ποιος ημαζεύει τον στόμα τση μετά!
Πειραχτήρι από τα λίγα ο Ιάκωβος, μιμούνταν πολλές φορές την προφορά της μητέρας του και της πεθεράς του, με μεγάλη επιτυχία! 
- Δεν είμαστε καλά! 
- Εμείς καλά είμαστε κοκόνα μου, αμά η άλλη είναι πολύ θερμή, όχι σαν ελόγου σου που έμεικες δίχως άντρα τόσα χρόνια! Τα γυαλιά σ' έβαλε η Αμερσούδα μάνα! Θα με βρεις κι εμένανε ένα μπαμπά, να μην είμαι ορφανό εκ πατρός; Έναν εσύ κι έναν η πεθερά μου να βρείτε, ναι;
- Χα χα χα χα! Μπρε τρελέ, τι θα σε κάμω; Χα χα χα χα! Συμπεθέρα, έλα να σε πω τι με λέει ο γαμπρός σου, μας παντρεύει το παλιόπαιδο! 
Την ώρα που έπιναν το καφεδάκι τους, ήρθε η κουβέντα στα παλιά. 
- Λαμπρινή μου, ίδια μοίρα είχαμε κι οι δυο μας, μοναχές μας μείναμε... Προκόψαμε με τσι άντρες μας, η μοναξιά όμως δεν παλεύεται...

- Μια χαρά είμαι μόνη μου εγώ, ανάγκη τίποτις δεν έχω και κανέναν πάνου απέ το κεφάλι μου!
- Μπα...μη το λες... Εγώ μια φορά, δεν ημπορώ έτσι δα σαν το κούτσουρο, μια συντροφίτσα τήνε θέλω. Θα με πεις, μεγάλη γυναίκα είσαι, αμά και τι μ' αυτό; Εδώ ζευγαρώνουνε καν και καν, εμένα τι με λείπει;

Έστρωσε τα μαλλιά της διακριτικά.
- Βέβαια, να ειπώ και την αλήθεια, κάτι υπάρχει, αμά το σκέπτουμαι ακόμα... Ο πρώτος αξάδερφος τση Ποπίτσας είναι, ηξεύρετε ποια σας λέγω. Είναι αυτή που 'χει το μαγαζί με τα κουμπιά και τσι νταντέλες, τση Συρμούλας η κόρη. Πολύ κύριος είναι, θεωρητικός, έμπορας, τον έχει τον τρόπο του. 
- Που σε είδε Αμερσούλα ο έμπορας, στο μαγαζί;
- Ναι, πού αλλού; Ήψαχνα κλωστές χρυσές κι ημιλούσαμε με την Ποπίτσα, οπόταν ήρτε αυτός να την ειπεί μια καλημέρα. Ήκαμε τις συστάσες εκείνη αμά πελάτισσες μπήκανε κι ημείναμε να μιλούμε οι δυο μας. 

Έστρωσε τη μπούκλα της αυτή τη φορά.
- Ωραίος κύριος, ευγενικός, όλο με χαμογελούσε. Τον είπα πως και δεν έχετε παντρευτεί ακόμα και είπε που είχε πέσει με τις δουλειές και δεν ησήκωνε κεφάλι, αμά ποτές δεν είναι αργά. Ομορφιές πολλές δεν κοιτάζει, καλή και νοικοκερά γυναίκα τη θέλει, ν΄ανοίξει σπίτι...
Η Σουλτάνα, ενώ έδειχνε σοβαρή, συγκρατούσε με κόπο τα γέλια της. Ωραίος και πλούσιος, την Αμέρσα έβαλε στο μάτι; Κομματάκι περίεργο ακουγόταν...

- Και μετά τι γένηκε, σε είπε να βγείτε ραντεβού;
- Όχι, μάλλον ηντράπηκε, αμά πολύ θα το ήθελε, φάνηκε το πράμα. Τον είπα κι εγώ τα δικά μου, που ατύχησα να πούμε και που με ζούλευε ο άντρας μου πολύ κι ηκαταστεναχωρέθηκε μ' εμένανε... Υπήγα ξανά στση Ποπίτσας, αμά κουβέντα δε με είπε εκείνη, εγώ την ηρώτηξα τι κάμει κείνος ο αξάδερφός σου και με είπε καλά που είναι. Να το προχωρήσει αν είναι τυχερό, αμά ποιος να την ειπεί, ηντάπηκα εγώ...
Η Μαρίκα την παρακολουθούσε, ενώ ταυτόχρονα το μυαλό της έπαιρνε στροφές.
- Τση Ποπίτσας ο αξάδερφος... Την ηξεύρω την οικογένεια και ούλο τση το σόι, όσοι είναι στη ζωή πια. Τριγύρω τση είναι ούλοι σχεδόν, πέντε μαχαλάδες πάνου, πέντε κάτου... Ποιον αξάδερφο και μάλιστα πρώτο έχει εδώ, που 'ναι ανύπαντρος, έμπορας και μεγάλος στα χρόνια; Η Ποπίτσα είναι η πιο μικρή κι ακόμα μικρότερος ο γιος τση θειας τση, που τον ήκαμε μεγάλη, τα πενήντα ηκόντευε... Έχει γούστο... Πως τόνε λένε; 
- Πολυχρόνη!
- Ηβοί! Να τα! Τι λες μπρε Αμέρσα; Ο Πολυχρόνης, μήτε τα πενήντα δεν ηπάτησε ακόμα! Άντρακλας ίσια με κει απάνου, λεβέντης! Γιος σου είναι στα χρόνια!
- Ε... Όχι και γιος μου, τι είμαι δα, καμιά γριά;
Η Σουλτάνα φούντωσε! Ήπιε δυο γουλιές λικέρ και της όρμησε! 
- Μπρε συ! Έλα στα συγκαλά σου, που 'βαλες στο μάτι το παλικάρι! Σαν τον Ιάκωβό μου είναι για! Σαν να λέμε που θα σ' έκανα εγώ νύφη! Τι μυαλά κουμαντάρεις μπρε, απτάλα είσαι για; Τι να σε λιμπιστεί μπρε, που εικοσιπέντε χρόνια και παραπάνω τον ρίχνεις, καλά σε λέει η συμπεθέρα μου που είναι γιος σου στα χρόνια! Είπα κι εγώ, που θα ήτουνε κάνας συνταξιούχος, κοντά στην ηλικία σου, λογικά πράματα! Αμά το νέο άθρωπο να διεις μ' άλλο μάτι; 
- Όχι και νέος Σουλτάνα μου, μπασμένος στα χρόνια είναι... 
- Μπασμένος για μια εικοσπεντάρα και τριαντάρα είναι μπρε, για τη δικιά μας την ηλικία λεβεντόπαιδο είναι! Σε λέω, σαν τον Ιάκωβο, παιδί μας! 

Ο Ιάκωβος παρακολουθούσε τη συνομιλία τους με το γαμπρό του και κρατούσαν τις κοιλιές τους από τα γέλια! Χωρατατζής, όπως τον έλεγαν όλοι, μπήκε στην κουβέντα με ύφος σοβαρό. 
- Ε! Για καθίστε καλά όλες, που πέσατε να τη φάτε ζωντανή! Μια χαρά είναι η κυρά Αμερσούδα, μέχρι και τραγούδι την κάνανε που τρία βρακιά φορεί! Αλλά ακόμα έχει πολλά χρόνια μπροστά της για να κατουρεί τα δυο, ε; Δείτε τσαχπινιά, μεσούλα λυγερή, ήταν να μη τη βάλει στο μάτι ο Πολυχρόνης; Καλύτερες είναι οι μικρότερες; Κυρία Αμέρσα μου, άστες να λένε, πιάσε αγκαζέ τον Πολυχρόνη ή κάποιον άλλο της ηλικίας μας κι αμέ τε στα μπουζούκια! Ανέβα και στην πίστα να πιάσεις τα μανέδια και να στείλεις όλες τις φίρμες στα χωριά τους! 
- Χα χα χα! Τι την λες μπρε γιόκα μου, είσαι στα καλά σου; Να την βρούμε ένανε της ηλικίας της αφού ντε και καλά θέλει άντρα για!
- Μάνα, σους εσύ! Αμά δεν ήμουνα παντρεμένος κι εγώ θα την κυκλοφορούσα την Αμέρσα! 
Τον κοίταξε η Σουλτάνα για μια στιγμή, από το κεφάλι ως τα πόδια, ενώ ετοίμαζε ν' ανοίξει τις παλάμες της. Η Αμέρσα, είχε χαμηλώσει το κεφάλι κι έστρωνε την πιέτα στη φούστα της.
- Εσύ θα την κυκλοφορούσες και θα τήνε έβαζες και στεφάνι άμα λάχει; Με τόση διαφορά στην ηλικία, νύφη θα με την έφερνες μπρε;

 - Φυσικά! 
- Ε! Πάρ' τα να μη στα χρωστάω μπρε ζεβζέκη που θα μ΄έστελνες πριν την ώρα μου, για να 'μεισκες κι από μάνα ορφανός!







Απτάλα - Βλαμμένη 

Μπερντάχι - Ξύλο

Γιαλοί - Ακρογιαλιές

Κόνα - Κυρία

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Μια γιαγιά Σοκακτσού!



Όταν μια...σοκακτσού γίνεται γιαγιά, δε θα μπορούσε να μη ταξιδέψει για να δει τα δυο μικρά ανθρωπάκια της!

Μαράκι να σας ζήσουν τα  αγγελούδια σας! Να είναι η ζωούλα τους στρωμένη με ροδοζάχαρη και να είναι γερά και καλότυχα! Να είστε κι εσείς καλά, να τα καμαρώνετε!

Πάντα χαρά κι ευτυχία να σας χαρίζουν!

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Φτου σου γιαβρί μου, μη βασκαθείς!


Αχ! Τι δροσιά είναι αυτή! Μπρε, τι καλά που κάμαμε και ήρταμε!
Καθισμένες αναπαυτικά και  οι τρεις, απολάμβαναν το απογευματινό τους καφεδάκι στο σαλόνι του ξενοδοχείου. 
Φουσκωμένες από το μεσημεριανό φαγητό, ξάπλωσαν δυο ωρίτσες στο δωμάτιο και κατέβηκαν φρέσκες και ξεκούραστες για τη βραδινή εξόρμηση.
- Ωραία ψημένα ητανάνε τα παϊδάκια, πολύ τα φχαριστήθηκα! 
- Ήτουνε μάστορας ο ψήστης μπρε Άνθω μου! Και οι πατατούλες λιώνανε στον στόμα με το βουτυράκι τους και τα λουκάνικα, όλα ωραία και καλά!

Μπρε Θεοφανίτσα, δίκιο δεν είχα που σας είπα να πάρουμε της σκάρας ψητά; Μαγειρευτά και φουρνιστά κάθε μέρα ψήνουμε, άμα έξω βγαίνουμε της ώρας παίρνω πάντα. Για το βράδυ, να διούμε που έχει κοκορέτσι, ναι; Και κάνα κεφαλάκι πεθύμησα, τι λέτε εσείς;
- Ναι, ναι! Θα κάνουμε τη βολτίτσα μας κι όπου δούμε να ψήνουνε καθόμαστε! Άνθω μου, πολύ χάρηκα που ήρθες, πάρα πολύ! 


Τρεις κυρίες τις καλησπέρισαν και η Σουλτάνα τις κάλεσε να καθίσουν μαζί τους. 

- Καφεδάκι ήπιατε για; Εμείς πρωί κι απόγεμα πίνουμε απαραιτήτως! 
- Και τον λέτε κιόλας, ε; Της κυρίας Θεοφανώς είναι βλέπω...
 - Ναι, για! Και τόνε πίνουμε και τόνε διαβάζουμε, να περνά η ώρα! Η φιληνάδα μου, απέ το πούλμαν μ' έτρωε να της τον πω, αμά στο πλαστικό το ποτηράκι ήτουνε κομμάτι δύσκολο. Άμα δεν πιάσεις το κουπάκι να το μελετήσεις κατά πως πρέπει, δε γένεται! Την είπα, άστο μπρε και θα τα πούμε το απόγεμα!
Η κοπελίτσα είναι κορούλα σας, ε; Λεύτερη, μικρή είναι ακόμα. Να σας ζήσει, καλότυχη να είναι, χρυσό στεφάνι να βάλει! 
Γύρισε με τρόπο στην Ανθούλα και της έκλεισε το μάτι μουρμουρίζοντας.

- Μικρή την είπα που είναι, έτσι για παρηγοριά. Σε λίγο δε θα τήνε πλησιάζουνε απέ τη μπαγιατίλα... Χαχαχαχαχαχα! 

Σε λίγο η γυναικοπαρέα μεγάλωσε και το τραπέζι γέμισε με γυρισμένα κουπάκια.
- Στεφάνι σε πέφτει κοκόνα μου! Βέβαιααα! Διε, φαίνεται ολοκάθαρα! Αμά, είναι κομματάκι εμποδισμένο, βλέπω κι άλλο πρόσωπο στη μέση... Δε με λες μπρε, ελόγου σου με δυο άντροι νταραβερίζεσαι; 
- Ξέρετε... Με θέλουν δυο και μ' αρέσουνε, αλλά δε μπορώ ν' αποφασίσω, δεν ξέρω τι σκοπό έχει ο ένας και τι ο άλλος...
- Ο αψηλός ο ανοιχτός σε δίνει στεφάνι, εκεί ρίξε τα μυαλά σου! Ο σπαθάτος, πολύ μπερμπάντης με φαίνεται, όλο θηλυκά έχει γύρω του! Λόγια πολλά θα κάμεις με δαύτονα, πω πω λόγιααα! Άπαπαπαπα! Μακριά, φύε μακριά και διε τον άλλονε που είναι σίγουρος, άκουε τι σε λέω γιαβρί μου. Με τις χάρες που 'χεις εσύ, τον καλύτερο να πάρεις! Η φιληνάδα σου εδώ να σε στεφανώσει, άντε με το καλό!
Την έπιασε με τρόπο και της είπε συνωμοτικά, ότι με την ασχήμια που είχε η φίλη της ήταν ιδανική για κουμπάρα.
- Έτσι είναι μπρε, όλα να τα κοιτούμε πρέπει! Ο κουμπάρος την κουμπάρα δε λένε για; Εσύ, μια κούκλα είσαι, τα μάτια του σ' αυτό το χτικιάρικο, τη μισοριξιά, τη σπυριάρα, ποτές δε θα τα ρίξει και θα 'χεις το κεφαλάκι σου ήσυχο... 

Μια κυρία, γύρω στα σαράντα, άκουγε για γάμους και στέφανα κι αναστέναζε. Ήταν υπάλληλος του ξενοδοχείου, την είχαν δει νωρίτερα στη ρεσεψιόν. Ώρα γυρόφερνε και είχε στήσει αυτί, ήταν ολοφάνερο. 
Ψηλή, ξερακιανή, ντυμένη με τη μπλε φούστα και το άσπρο πουκάμισο όπως οι άλλες, δεν έπαυε να δείχνει ατημέλητη. Τα μαλλιά της τραβηγμένα, τόνιζαν περισσότερο την ηλικία της, το δέρμα της στεγνό, δίχως ίχνος φρεσκάδας. Καμία σχέση με την άλλη συνάδελφό της, που ήταν καλοβαλμένη και τραβούσε όλα τα αντρικά βλέμματα. Η Σουλτάνα, την κάλεσε ευγενικά να καθίσει, εκείνη όμως αρνήθηκε. 
- Καλή η παρεούλα σας, αλλά δεν έχω τελειώσει ακόμα και δε συνηθίζεται να καθόμαστε με τους πελάτες... 
- Σιγά καλέ, τι δουλειά με λες τώρα; Κάθεται και η άλλη και κάτι ξεφυλλίζει, περιοδικό θα είναι μάλλον... Άκουσα πριν που είπατε κι ότι λείπει ο διευθυντής τέτοια ώρα, ποιος θα σε βάλει πόστα κοπελίτσα μου; Έλα μπρε, κάτσε κομματάκι εδώ!
Πως σε λένε κοκόνα μου; Αμαλία! Ωραία, μπράβο! Καφεδάκι ήπιες εσύ, για όχι; Αύριο, άμα θες να σε τον πω κι εσένα, παντρεμένη είσαι; 

- Μπα, όχι... Το έχασα το τρένο πια... 
- Σους μπρε, τι με λες τώρα, ποιο τρένο έχασες; Αργομοίρα - καλομοίρα έλεγε η μαμά μου. Όποια αργεί να την ανοίξει η τύχη το δρόμο, παίρνει τον πιο καλό. Φτασμένο άντρα, δημιουργημένο. Θα παντρευτείς και θα ΄χεις και τύχη καλή, θα διεις!



Η Αμαλία, της άνοιξε την καρδιά της. Δύο αποτυχημένες σχέσεις κι η αιτία ήταν τρίτο πρόσωπο. Και οι δυο ξελογιάστηκαν με άλλες. 
- Τι μου λείπει εμένα κυρία Σουλτάνα; Καλύτερες είναι οι άλλες που έκαναν οικογένεια; Απελπίστηκα κι έφυγα από την Αθήνα, να μείνω μακριά, ούτε να βλέπω, ούτε ν' ακούω ήθελα. Εδώ, δεν έχω παράπονο βέβαια, αλλά η ζωή μου κυλάει το ίδιο, τίποτα, κανείς για μένα... 
- Αμαλίτσα, για πες με, πως ήτουνε οι άλλες που στους πήρανε; 
- Τι να σας πω... Η μια ξανθιά κι η άλλη κοκκινομάλλα...συγχύζομαι και που τις μελετάω... 
- Χμμμ... Τις έχεις διει, ε; Μάλιστα... Άκου κόρη μου να σε πω και μη με παραξηγήσεις, σα μάνα σου θα σε μιλήσω. Χαρά Θεού κοπέλα είσαι, αμά να φκιαχτείς κομμάτι, να φανεί η ομορφάδα σου για!

Δε με λες, κρεμούλα απέ  πότε έχεις να βάλεις στο πρόσωπό σου; Ξερό είναι μάτια μου, διψασμένο! Τα μαλλάκια σου, γιατί τα έχεις έτσι πίσω, χαμηλά δεμένα; Κομματάκι δαφνέλαιο να βάλεις, να λάμψουνε, να πας και στο κομμωτήριο να σε τα κάνουνε μπούκλες ωραίες! Κάνα σκουλαρικάκι, ένα κολιεδάκι να σε στολίσει, κραγιονάκι πάντα να φοράς, να διεις που θα γένεις άλλος άθρωπος. Κανένας άντρας στον κόσμο όλο, δε θέλει να βλέπει έτσι μια γυναίκα! Δε σε λέω να γένεις σαν καμιά του δρόμου, προς Θεού! Κομματάκι φκιάξιμο, θηλυκιά περισσότερο να είσαι, όχι σαν τη γεροντοδασκάλα! Και μη με λες που δεν είναι στον τύπο σου, τον τύπο μας εμείς τόνε κάμουμε και κουβέντα άλλη μη με πεις! 

Η Αμαλία, ήξερε ότι είχε δίκιο η Σουλτάνα. Οργανωμένη από τα γυμνασιακά της χρόνια στο πολιτικό κόμμα που υποστήριζε, είχε χάσει τη θηλυκότητά της, τρέχοντας συνεχώς μ' ένα φθαρμένο τζιν κι ένα φαρδύ πουλόβερ. Μ' ένα στυλό συγκρατούσε τα μακριά μαλλιά της τις περισσότερες φορές, στην καλύτερη περίπτωση μ' ένα φαρδύ λαστιχάκι. Τα χρόνια πέρασαν κι έπαψε ν' ασχολείται ενεργά, όμως στο "θέμα γυναίκα" έμεινε πίσω. Όταν ξεκίνησε να εργάζεται, δυσκολεύτηκε πολύ ν' αποχωριστεί τα αρβυλάκια και τα μακριά φουλάρια που τύλιγαν δυο φορές το λαιμό της. Αναγκάστηκε να φορέσει μοκασίνια κι ένιωθε τα πόδια της ξένα. Μπιζού, αρνιόταν κατηγορηματικά να φορέσει κι ας έβλεπε τις συναδέλφους της στολισμένες διακριτικά με καδένες και βραχιολάκια. Τα χρόνια πέρασαν, οι τότε οργανωμένες συμφοιτήτριές της είχαν αλλάξει εμφανισιακά κι έκαναν οικογένεια, εκείνη ήταν η μόνη ελεύθερη δίχως άντρα στο πλευρό της... 
- Μπρε παιδάκι μου, είδες πως το πρόβλημα είναι σε σένανε; Μικρή ήσουνε, όλες έτσι ντυνούσαστε, ακόμα κι εγώ βλέπω που δεν είναι με φρου φρου κι αρώματα που λένε, απλά ντυμένες για!  Μα τα χρόνια περνούνε, οι εποχές αλλάζουνε και δεν πρέπει να μείσκεις στα παλιά. Μεγάλωσες, εργάζεσαι σε δουλειά που είναι πολύ αξιοπρεπής, άσχετα αν δεν ακολούθησες τα όνειρά σου, δεν επέρασες εκεί που ήθελες και τι γένηκε; Μια χαρά είσαι! Διε τι θα γένει τώρα, θα σε βοηθήσω εγώ. Δε με λες, βούρτσα στρόγγυλη έχεις; Καλλυντικά; 
- Τίποτα απ' αυτά... 
- Το φαντάστηκα! Λοιπόν, τώρα που θα βγούμε τη βόλτα μας, θα τα ψουνίσουμε, έχει μαγαζί τέτοιο εδώ κοντά; 
- Μμμμ... όχι... Αλλά μπορώ να πάρω το αυτοκίνητο της Σίσσυς και να πάμε, ούτε δέκα λεπτά δεν είναι...
- Φύγαμε! 

Τη φόρτωσε κρέμες, βερνίκια νυχιών, είδη μακιγιάζ κι ένα άρωμα πιο βαρύ από την απλή κολόνια που φορούσε. Η Άνθω και η Θεανώ, την περίμεναν ανυπόμονα, είχαν ήδη αργήσει. 
- Μπρε σεις, ψυχικό κάνουμε με τούτο το ζάβαλο* που δεν ξέρει που πάνε τα τέσσερα, αμαρτία είναι για! Σε μια ωρίτσα και λιγότερο έρχουμαι, πιέτε μια κόκα κόλα παγωμένη κι έφτασα! 

Τα βραστά ρόλεϊ χοροπηδούσαν στο μικρό κατσαρολάκι κι έτσι καυτά τύλιξαν τούφα τούφα τα μαλλιά της Αμαλίας, όσο η μάσκα προσώπου έκανε τη δική της δουλειά.
Σους! Μη μιλήσεις και σε σπάσει, δεν κάνει! Τώρα που τελειώνω το κεφάλι σου, θα πλυθείς με νεράκι χλιαρό και θα σε βάλω την κρέμα. Ίσαμε να τη ρουφήξει καλά το δέρμα, θα σε κάνω τα νύχια ροζάκια. Θα ΄χουνε κρυώσει και τα ρολάκια στο κεφάλι σου, όλο μπουκλίτσες θα είναι! 

Μετά θα σε βάψω και θα διεις πως θα γένεις! Άκου που σε λέω γιαβρί μου, αλλιώτικια θα βγεις απέ δω, θα χτυπήσεις άντρα με την πρώτη! 

Τεράστια διαφορά! Ήταν σχεδόν αγνώριστη, με μαλλιά σγουρά και φράντζα που κατέβαινε χαμηλά στον κρόταφο, μακιγιαρισμένη διακριτικά με έμφαση στα μάτια. Μαύρο μολύβι, γαλάζια σκιά και δυο στρώσεις μάσκαρα, έκαναν το βλέμμα της απίστευτα λαμπερό. Το στενό της άσπρο παντελόνι με τη ριχτή εμπριμέ πουκαμίσα, στόλιζε με επιτυχία ένα σιέλ κολιέ με σκουλαρίκια ασορτί. Χείλη και νύχια σε τόνο απαλό ροζ κι αρκετό άρωμα στις κλειδώσεις, το μπούστο και πίσω από τα αυτιά, την έκαναν νέα κι επιθυμητή. 
- Φτου σου γιαβρί μου, μη βασκαθείς! Κούκλα είσαι για! Πάμε τσάρκα παρεούλα, ναι; 

Η ταβέρνα είχε αυλή, με ψηλά δέντρα, πολλά λουλούδια, καλό φαγητό κι ωραία ορχήστρα. Κάθισαν σ' ένα από τα μπροστινά τραπέζια, ενώ οι περισσότεροι τις κοιτούσαν παραξενεμένοι. 
- Μπρε Αμαλίτσα, γιατί μας κοιτούνε έτσι αυτοί, τους ξέρεις; 
- Με ξέρουν αυτοί, κλειστός ο κύκλος είναι, τους ξεφεύγει τίποτα; 
- Χα! Είδες πως τα τραβάς τα βλέμματα; Σε είδανε αλλιώτικη, άλλον άθρωπο...
- Αυτός που τραγουδάει, με πείραζε πολλές φορές στο δρόμο, αλλά δεν του έδινα σημασία.
- Καλά έκαμες! Σιγά τα μούτρα! Αμά φωνή, ωραία έχει, το σωστό να λέμε για! 
Τα μάτια του δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από την Αμαλία και η Σουλτάνα διέκρινε κάποιο ίχνος ειρωνείας και τον αγριοκοίταζε. Σε λίγη ώρα, ήρθαν στο κέφι χάρη στο ωραίο πρόγραμμα κι όλοι τραγουδούσαν και χόρευαν. Τράβηξε η Σουλτάνα την Αμαλία με το ζόρι κι εκείνη σερνόταν λίγο άγαρμπα, κάνοντας τον τραγουδιστή να γελάει με το διπλανό του στο μπουζούκι. Αφού έπιασε τα τσιφτετέλια, πλησίασε την Αμαλία που ετοιμαζόταν να καθίσει και της είπε ότι το επόμενο είναι αφιερωμένο γι' αυτή. 

Τι τα θέλεις τα στολίδια και με τρων' τα μαύρα φίδια, την πιάνει νευρικό γέλιο και δέχεται το πρώτο κέρασμα. Χαρές η Σουλτάνα που πήρε τα πάνω της η Αμαλία, όπα όπα κι άντε στην υγειά σου γιαβρί μου!
Στολίδι είσαι μόνη σου, ανάθεμα το μπόϊ σου, κορδώθηκε κι ήπιε μονορούφι το τέταρτο ποτήρι. Χόρεψε, τραγούδησε, ρίχνει και η Σουλτάνα την παραγγελιά: Το Χαρικλάκι να πεις μπρε! 
Πετιέται ένας σουρωμένος κι αρχίζει να διαμαρτύρεται παραπατώντας και φωνάζοντας, ότι θέλει ν' ακούσει το "Άντε σαν πεθάνω" 

- Μετά, μετά θα σε το πει, τώρα χαρούμενα λέμε για, τι σαν πεθάνω ζητάς; 
- Τι λες μανδάμ; Παράγγειλα! Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; 

- Γιατί να σε ξέρω, καμιά φίρμα είσαι; Σάμπως ξέρεις εσύ, εγώ ποια είμαι; 
- Εγώ είμαι ο Πανάγος, το πρώτο τιμόνι της πιάτσας! 
- Έλα! Τι με λες; Κι εγώ είμαι η Σουλτάνα, το πρώτο μανικιούρ της Πόλης, χάρηκες; Άσε μας τώρα που θες και τσαμπουκά! Διε, τρώμε και χορεύουμε, κάτσε κει με τη μπουκάλα σου αγκαλιά και μετά ρίχνεις τις βόλτες σου και πεθαίνεις με την ησυχία σου! 
- Σου είπα, είμαι ο Πανάγος! Ε! Δεν ακούς; Ο Πανάγος είπα! 

Σταματάει η Σουλτάνα το φαΐ και το κούνημα, βάζει τα χέρια στη μέση και τον κοιτάζει ειρωνικά, μπουκωμένη με μια κροκέτα.
- Ο Πανάγος! Μπρε τον τσίφτη, τον καραμπουζουκλή!
Και που είσαι ο Πανάγος, θα σ' έλεγα τώρα τι έπαθε η Φατμέ στο Γενί Τζαμί, αμά έχε χάρη που τρώμε! 



Ζάβαλο = Καημένο


Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Σήκω χόρεψε κουκλί μου!


- Πολύ ωραία τα περάσαμε Μυρτούλα μου, τι να σε λέω! Τι μέρη ήταν αυτά, τι νερά, τι πράσινο... Έλα μπρε να πιούμε ένα καφεδάκι να σε τα πω, να διεις τι γένηκε με την άτιμη τη Σουλτάνα στο πούλμαν μέσα! Χα χα χα! Σε περιμένω, έψησα κι ένα κεκάκι με σοκολατίτσα και σ' έχω στην άκρη το κομμάτι σου! 

Ενθουσιασμένη κι ανανεωμένη μιλούσε η Ανθούλα, που τελικά πήγε στην εκδρομή για καλή της τύχη και κακή του Γιάννη, που δεν ήθελε πολλά πολλά με την κουνιάδα του. Τα εισιτήρια και τα περισσότερα γεύματα, πληρώθηκαν από τη Σουλτάνα κι έτσι η αδερφή της δεν ξόδεψε πολλά χρήματα, αφού ήταν ξανά πολύ  στριμωγμένη οικονομικά λόγω της λόξας του γιου τους κι ο πατέρας τον υποστήριζε όπως πάντα. Σε μπελάδες τους είχε βάλει για πολλοστή φορά, αλλά στην αδερφή της δεν είπε τίποτα, γιατί "ποιος θα την άκουγε μετά..." 

- Τι ωραία η Έδεσσα! Εκεί που είχε τα νερά τα τρεχούμενα, να μπεις μια βουτιά και να δροσίζεσαι σ' ερχούτανε
- Να σε πάρει ο καταρράκτης και να βρεθείς στη Νάουσα! Πλάκα έχεις κυρά Ανθούλα, χα χα χα!
- Και η Νάουσα, πολύ με άρεσε και η Βέροια, επήαμε κι εκεί στις κουβέρτες για! Κάτσε να σε δείξω μια που με πήρε η αδερφή μου, να διεις ομορφιά! 
- Με γεια, καλό χειμώνα! Για πες μου τι έκανε η Σουλτάνα μέσα στο πούλμαν, τον καφέ έλεγε τελικά; 
- Α! Θα σε τα πω απ' την αρχή, απέ τα πριν ξεκινήσουμε, να γελάσεις! 

Ξύπνησε πρωί πρωί ο Αλέκος, για να πάει τη μητέρα του στο πρακτορείο. Τσάκισε δυο ζαμπονοτυρόπιτες στο δρόμο και φτάνοντας εκεί συναντήθηκαν με τη Σουλτάνα και τη Θεοφανώ. Η θεία του, μασούλαγε ένα κουλουράκι και μιλούσε τσαχπίνικα με τον οδηγό. 
- Έλα τώρα μπρε πασά μου, τι με λες που μυρίζει ο παστουρμάς; Τα χέρια με κόψανε οι τσάντες κι είπα να τις αφήκω μέσα ωσότου φύγουμε, τι μυρίζει και δεν επιτρέπεται πρωί πρωί με λες, ε;  Άμα σε δώκω να δοκιμάσεις, να διεις που θα με ζητήσεις κι άλλο! Γκιουζελίμ παλικάρι είσαι, πως σε λένε για; Παντρεμένος είσαι, για λεύτερος; Καλή τύχη να ΄χεις Γρηγόρη μου, την καλύτερη να πάρεις!
Σουλτάνα με λένε εμένανε και είμαι απέ την Πόλη! Απέ δω η αδερφή μου η Άνθω και η καλή μου φίλη και γειτόνισσα, η Θεοφανώ. Πάρε κουλουράκι, έλα! 

Φορτωμένη πήγε, με τρεις βαλίτσες στο χώρο αποσκευών κι αμέτρητες τσάντες πάνω και κάτω από το κάθισμα. Ίσα ίσα βολεύτηκε με τρεις σακούλες επιπλέον στα πόδια της. Οι συνταξιδιώτες, μύριζαν στον αέρα τις νοστιμιές της πολίτικης κουζίνας, στις οκτώ το πρωί και κάποιες κυρίες έδειξαν να δυσανασχετούν, αλλά η Σουλτάνα έκανε το κορόιδο και χασκογελούσε
- Άμα τα βγάλω όξω, θα σας πω εγώ ψωριάρες! Άντε διείτε τις άντρες σας που λιγουρεύουνται!

- Γιαβάς γιαβάς* πασά μου, μη τρέχεις, ναι; Παναγίτσα μου, καλό δρόμο να 'χουμε! 

Με το που ξεκίνησαν, βγήκαν τα κουλουράκια, τα κρουασάν, τα μπισκότα, το κέικ. Το μεγάλο θερμός με το ζεστό καφέ, "για ν' ανοίξει το μάτι" μοιράστηκε στα ποτηράκια με τα παρελκόμενα σε χαρτοπετσέτες, στους περισσότερους συνεπιβάτες. Σε μια ώρα, η Σουλτάνα είχε ήδη αγαπηθεί απ' όλους. 
- Από μένααααα που είμαι σαραντάρηηηηηηης, λίγα θα δώκεις, πολλά θα πάρεις..... Ωραίος ο Πάριος για πρωινό ταξίδι, ε; Μετά θ' ακούσουμε τα μερακλίδικα, έχω φέρει κασέτες για! 
Γύρισε το κεφάλι της στο πίσω κάθισμα που καθόταν ένας συμπαθητικός κύριος και του πρόσφερε ένα ακόμα κομμάτι κέικ.
- Τώρα που λέει σαραντάρης, δε με λέτε κύριε Μπάμπη μου, εσείς πως και δεν τήνε περάσατε ακόμα την κουλούρα;
- Δεν έτυχε κυρία Σουλτάνα...
- Τι δεν έτυχε καλέ; Όποιος κάθεται και περιμένει να τον χτυπήσει η τύχη την πόρτα, προκοπές δεν κάνει για! Τώρα που ακόμα βαστιέσαι καλά, να βρεις μια καλή κοπέλα, να προλάβει να σε κάνει και κάνα παιδάκι! Η μοναξιά, καλό πράμα δεν είναι! Διε εμένανε, μπορεί να έχασα τον άντρα μου, αμά έχω παιδιά κι αγγόνια, δεν έμεικα μονάχη στη ζωή! Μια χαρά άθρωπος είσαι, ομορφάντρας, τι σε λείπει; Έτσι να κάνεις μια, διπλός θα γυρίσεις στην Αθήνα! 
- Μη κοιτάς τα χρόνια μου λοιποοοοοοον, ο άντρας πρέπει να 'χει παρελθοοοοοοον.... Καλά τα λέει για! Άνθω, για την κόρη της Γιωργίτσας τη μεγάλη, καλός με φαίνεται, τι λες εσύ;
- Τι να σε πω... Με αρέσει και μένα η αλήθεια, αψηλός, γελαστός, ωραίος είναι... Πατημένα τα πενήντα, μη σε πω και παραπάνω είναι!

- Κάτσε να μάθουμε και τα υπόλοιπα και θα διούμε αν αξίζει... Έπειτα και η Άννα τα 'χει περάσει τα σαράντα, μεγαλοκοπέλα είναι για!

Στην πρώτη στάση που έκαναν για καφέ, του την έπεσε από δίπλα η Σουλτάνα. 

- Κύριε Μπάμπη μου, έλα να κάτσεις μαζί μας να πιεις το καφεδάκι σου, καλή η παρεούλα σου, έλα που σε λέω! 

- Τόνε ξεσκόνισε η άτιμη, με τρόπο βέβαια! Χα χα χα! Λογιστής, με δικό του γραφείο παρακαλώ! Παράδες καλοί βγάνει, απέ τον πατέρα του έχει βρει τη δουλειά και πήρε πολύ πελατεία κι όλο τον έρχουνται κι άλλοι!

Εταξίδευε για να πάει να διει κάτι φίλους του απάνου που έχει. Να οδηγήσει δε μπορούσε, επειδής είχε στραμπουλίσει κομμάτι το χέρι του και πονούσε ο καημένος και πήρε τη θέση ενός φίλου του, που κάτι τον έτυχε και δε μπόρεσε να πάει την εκδρομή. Τόνε είπε να πας εσύ, μη πάνε χαμένοι τόσοι παράδες κι άμα δε θες, μην ακολουθήσεις στα άλλα τα μέρη, μείκε με τις άλλοι να το γλεντήσετε.
- Και πως θα γίνει η γνωριμία; Που θα τον ξαναδείτε και πως θα του πασάρει τη νύφη; 
- Α! Τον πήρε την κάρτα του, για να τόνε συστήσει είπε και να τον στέλνει πελατεία! Την Άννα έτσι θα τήνε γνωρίσει για! Άσε που τα 'φτιαξε και σε μια χήρα μ' ένα συνταξιούχο, χήρος και στεκούμενος καλά κι αυτός! 
- Χα χα χα! Πως καλέ κυρία Ανθούλα, για πες! 
- Απάνου στις χοροί και τα φαγιά! Άμα η ώρα περνούσε στο πούλμαν, νανουριζούτανε ο κόσμος κι εκείνη να σε πω τι έκανε η άτιμη! Το ντέφι είχε πάρει μαζί της, ακούς; Ακούω να λες! 

Ανάμεσα στα αμέτρητα μπολάκια και πακετάκια με τις λιχουδιές για τη "λιγούρα" είχε τυλίξει προσεκτικά το ντέφι, για να μην ακούγεται ο ήχος του όσο σκάλιζε κι έβγαζε τα διάφορα. 
Όσο έβλεπε χουζουρεμένους τους συνεπιβάτες καθόταν στα καρφιά. 
- Εκδρομή πάμε καλέ, για σε μνημόσυνο, όξω απέ δω; Όλα τα κοιμήσικα τραγούδια ακούσαμε, τώρα θα τον δείξω εγώ τον οδηγό μας! 
- Βγάνει που λες κάτι κασέτες, γιομίζει κι ένα σακουλάκι με φαγιά και σηκώνεται και πάει εμπρός! Κάτι τον έλεγε ψου ψου και σε λίγο να τα τσιφτετέλια, όξω φωνή! Αρχινίζει τα παλαμάκια και τα όπα όπα, βγάνει και το μπουκάλι με το ούζο και τις μεζέδες και γύρναγε όλο το αυτοκίνητο και τις κέρναγε όλοι! 

Καραπιπερίμ, αμάν έσμερ σεκερίμ, έφτασαν στα Τέμπη. Η Σουλτάνα είχε βγάλει το ντέφι και γινόταν πανικός! Το πούλμαν έσφυζε από ζωή, ο παστουρμάς, το κοτόπουλο, τα πιτάκια και τα λουκάνικα έδιναν κι έπαιρναν. Τα αστεία, τα γέλια, τα πειράγματα, οι λάγνες ματιές της χήρας στον καλοστεκούμενο ηλικιωμένο συνταξιούχο που έκαναν τις τρεις γυναίκες να χαχανίζουν και να σιγοψιθυρίζουν διάφορα.

Άσε πια τα πλούτη και τον Ιμπραήμ, σταμάτησαν και κατέβηκε αναψοκοκκινισμένη. Προσκύνησαν στο εκκλησάκι την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, χάζεψαν τους πάγκους, ήπιαν και μια δροσερή  πορτοκαλάδα. Ο κύριος Μπάμπης, αγόρασε τρία μπουκάλια ούζο ακόμα και παγωμένα νερά για τη συνέχεια.
Η Σουλτάνα, ανανέωσε το κόκκινο κραγιονάκι της, έβαλε και λίγη κολόνια που κουβαλούσε πάντα στην τσάντα της κι ανέβηκε κουνιστή και λυγιστή, συζητώντας με το συνταξιούχο. 
- Έτσι που τα λες κύριε Χαρίλαε, κακό πράμα να χάνεις τον άθρωπό σου... Νέα συχωρέθηκε η γυναίκα σου, τήνε τίμησες τόσα χρόνια, καιρός όμως να διεις ξανά τη ζωή με άλλο μάτι, άκου που σε λέω!

 Δε με λες, τη σύνταξή σου μόνος σου τήνε τρως; Και πόσα να φας, ένα ξερό κορμί για; Παίρνεις και καλοί παράδες, σε φτάνουνε να τις γλεντήσεις και να βάνεις και στο μπεζαχτά! Ακόμα είσαι νέος, βαστούνε τα κότσια σου, να πας κι εκδρομές και σε ταβερνίτσες ωραίες με οργανάκια και περίπατοι, αμά όχι μονάχος σαν το κούτσουρο! Να βρεις μια γυναίκα, να 'ναι καλή και να σε κοιτάξει στα πίσω πίσω εδώ που τα λέμε. Να, σαν την κυρία Αγγέλα, είδες τι αριστοκρατική κυρία που είναι; Κορμοδεμένη, αψηλή, λουσάτη, με το γέλιο στο στόμα, νοικοκυρεμένη πολύ δείχνει κι εγώ δε λαθεύω!

Και να σε πω, τώρα μεταξύ μας που τα λέμε, σας κοιτούσα και σκεπτούμουνα πόσο θα ταιριάζετε! Χήρα αυτή, χήρος εσύ, να σμίξετε τις μοναξιές σας.Τα παιδιά σου, θαρρείς που θα έρθουνε από την Αμερική, να σε κοιτάξουνε; Αμ δε! Όσο σε βαστούνε τα ποδάρια σου, ανάγκη δεν έχεις κανένανε, αργότερα, σε κάνα γηροκομείο σε βλέπω... 

- Μιλάς σοβαρά; Τον ρώτησε αν τρώει μόνος του τη σύνταξη και μετά μπήκε στο θέμα; Χα χα χα χα! Το Θεό της δεν έχει! 

- Πρώτα τον πήρε λόγια, για να διει άμα βαστιέται και μετά του το πέταξε! Χα χα χα! Στη ΔΕΗ δούλευε, είχε καλή θέση και η σύνταξη μεγάλη βέβαια! Τόνε γλυκοκοίταζε η Αγγέλα, με τρόπο βέβαια, αμά κι αυτουνού το 'λεγε η περδικούλα του! Μοναχός του επήε αυτός την εκδρομή, η άλλη με μια ξαδέρφη της ήτουνε και την ανιψιά της, αμά να σε πω, ωραία κυρία! Ξέρεις, απέ κείνες τις γυναίκες τις καλοζωισμένες, με τον αέρα να πούμε. Παιδιά δεν έχει, δυο έχασε που ΄χε μείκει έγκυος, αμά πολύ σκυλού είναι! 
- Σκυλάδικα τραγούδια ακούει η μαντάμ; Πάει η σύνταξη του Χαρίλαου, στα μπουζουκομάγαζα τρίτης κατηγορίας θα την τρώει... 
- Όχι μπρε Μυρτούλα, σκυλού σε λέω, αγαπάει πολύ τις σκύλοι κι έχει κάμποσοι στο σπίτι της! 
- Α! Τώρα κατάλαβα! Αμ κι εσύ, έτσι που το είπες, σκυλού... Πόσους έχει, σας είπε;
- Έξι! 
- Έξι; Να της ζήσουν! Μέσα στο σπίτι;
- Όχι, έχει μεγάλο μπαχτσέ και μείσκουν εκεί, στο σπίτι δε μπαίνουνε, μόνο τα δυο κούτσικα, του σαλονιού που λέμε. Τις λύκοι τις έχει όξω. Και την λέει η Σουλτάνα, μπρε συ, μπα κι έρτει ο Χαρίλαος καμιά μέρα σπίτι σου για κάνα καφεδάκι και τον φάνε κάνα ποδάρι και μείκει κουτσός; Θα τα δέσω την είπε! Χα χα χα, θα πνιγώ απέ τα γέλια! Κι εμάς εκάλεσε να πάμε, αλλάξανε με την αδερφή μου τελέφωνα

Γυφτοπούλα μου γλυκιά, μου 'χεις κλέψει την καρδιά κι άντε στην υγειά μας! 
- Θεοφανίτσααααααα! Πιάσε τζιέρι μου και τα υπόλοιπα μπουρεκάκια, διε κι αν μείκανε άλλοι κιοφτέδες! Μπρε κυρία Αγγέλα, έλα κομματάκι πιο δω να σε δώκω μεζέ! Δεν κάθεσαι καλά εκεί μπροστά, δεν τήνε χάνεις την ξαδέρφη σου! Έλα μπρε να σε χορέψω, μια ζωή την έχουμε, να το γλεντήζουμε που και που! Τώρα θα διεις που θα μπει μετά το άλλο τραγούδι, ίσιαμε να καταπιείς τη βούκα σου. 
Σήκωσε το ντέφι ψηλά και τράβηξε τη ζουμερή χήρα κοντά της.
- Σήκω χόρεψε κουκλί μου, να σε διω να σε χαρωωωωω
Έφερνε γύρους την τροφαντή της περιφέρεια, μουρμούριζε και την Αγγέλα.
- Κουνήσου κομμάτι μπρε, στρωμένη δουλειά θα με χαλάσεις; Μια γύρα τη μέση σου, να σε λιμπιστεί ο Χαρίλαος, τον μίλησα κι ενδιαφέρεται σε λέω! Τώρα που έχει πιει και τα ουζάκια του και τον ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, είναι ευκαιρία!
Όπααααααα νινανινανάϊ νινανάί νάϊ!!!!!!! Με τα μάτια σε τρώει...νινανάϊ γιαβρούμ νινανάϊ νάϊιιιιιιιιι...θα σε ρίξω κατά λάθος, άμα πούμε το πρέπει λίγο να χαρούμε, έχε το νου σου!

Έτσι κι έγινε! Μέχρι να καταλάβει η Αγγέλα που ήταν αμάθητη σ' αυτά, ένα δυνατό κούνημα του γοφού της Σουλτάνας, την έριξε στο κάθισμα, στην αγκαλιά του Χαρίλαου! Χίλιες φορές ζήτησε συγγνώμη, ντροπιασμένη και κατακόκκινη, αλλά ο συμπαθής συνταξιούχος της χαμογελούσε καθησυχαστικά και παραμέρισε διακριτικά στη διπλανή θέση.
- Εκεί έμεικε η Αγγέλα! Η ξαδέρφη της, την είπε τη Σουλτάνα, που ευτυχώς που την έριξε κατά λάθος στον άθρωπο, να ξεφύγει το μυαλό της κομμάτι απέ τις σκύλοι! Χα χα χα χα!
- Αυτό που καταλαβαίνω είναι, ότι όποια δεν βρίσκει άντρα, να καταφύγει στη Σουλτάνα! Σαν τη θεία από το Σικάγο ένα πράγμα...
- Ναι για! Πρώτα τις ξεψαχνίζει τις γαμπροί, να διει τα σχετικά και μετά βουρ! Και στην Πόλη, πολλά τέτοια έκανε. Άμα έβλεπε μαχμουρλούδες* τις κοπέλες, αυτή αναλάμβανε! Ατσίδα σε όλα της, μέχρι και παπάδες παντρεύει!
- Δεν έχω καμία αμφιβολία!





Γιαβάς γιαβάς - Σιγά σιγά 

Μαχμουρλούδες - Κοιμισμένες