- Εντύθηκε και στολίστηκε και πήρε τοις δρόμοι! Πέρασε μια απέ του Γιώργου το μαγαζί να διεί τη βιτρίνα, πέρασε δυο, στο τέλος πέτυχε μέσα τη Σουλτάνα! Μπήκε, χα χα χα και χου χου χου, διάλεγε παπούτσια, την πήρε και λόγια για το γάμο μας. Έμαθε που θα παγαίνανε ο Γιάννης με τον κουμπάρο να πάρουνε τα δικά τους και παραμόνευε τα μεσημέρια που ήξευρε την ώρα που σκολνάγανε απέ τη δουλειά. Σε λέει, πρωί αποκλείεται που δουλεύουνε, την είπε κι η αδερφή μου κάνα μεσημέρι πριν το κλείσιμο θα πάνε και να που τους πέτυχε! Στα πέντε λεπτά που μπήκανε μέσα, πάει κι αυτή κουνάμενη και συνάμενη να πάρει λέει ένα ζευγάρι ίδιο με την τσάντα της!
Με θάρρος κι αυτοπεποίθηση μεσολάβησε για να διαλέξουν τα παπούτσια τους κι όταν έφευγαν χαιρέτησε τον κουμπάρο κι ευχήθηκε "βίον ανθόσπαρτον" στο Γιάννη. Ο Σταμάτης ευγενικά της ευχήθηκε "και στα δικά της".
- Ευχαριστώ, επίσης και σε σας! Μια καλή κοπέλα να βρείτε να κάμετε και τη δική σας οικογένεια! Χαρά Θεού άθρωπος είσαστε, ποια δε θα σας ήθελε για;
Ο Γιώργος του έκλεισε πονηρά το μάτι. Κατάλαβε πού το πήγαινε η Σωσώ, βλέποντας τις λάγνες ματιές της. Την ώρα του φαγητού το συζήτησε γελώντας με τη Σουλτάνα.
- Μπρε τη Σωσώκα! Αμ δε μας τα 'χε πει αυτά! Ο κουμπάρος τα τριάντα δεν έχει πατήσει ακόμα κι αυτή τα 'χει αφήκει τα σαράντα προ πολλού! Δε με λες, εκείνος τι έκαμε, την έδειξε ενδιαφέρον;
- Τι ενδιαφέρον μπρε γυναίκα να την δείξει; Σημασία δεν την έδωκε, αμά ο Γιάννης που άκουσε το Σταμάτη να την λέει και στα δικά σου, την είπε αφού λεύτερη είσαστε, να σε βρούμε ένα καλό παιδί...
- Κακό χρόνο να ΄χει ο αδικιωρισμένος που θέλει να κάμει και προξενιά! Δεν κοιτάει το μαύρο του το χάλι...
- Έλα μπρε κοκόνα μου, σύχασε κι εσύ! Αφού αγαπηθήκανε τι να κάμουμε τώρα! Διε τον κουμπάρο τι καρδιά έκαψε! Χα χα χα χα!
- Γιωργάκη μου, δεν τόνε βλέπω καλά το Σταμάτη! Μάνα και κόρη θα κάμουνε ένας Θεός ξεύρει τι, να τόνε μπαγλαρώσουνε! Άκου που σε λέω, δε θα τις ξεφύγει!
- Σώπα μπρε κι εσύ, τι θα τόνε κάμουνε ολάκερο άντρα για;
- Καλά... Για να σε μιλάω, κάτι ξεύρω κι εγώ! Πολλά πάνε κι έλα έχουνε στης τουρκάλας τον οντά κι αυτή λένε που κάμει μάγια! Η μαμά της Γιωργίτσας μας έλεε άμα ήμαστανε μικρές να μη περνάμε μήτε απ' όξω, τήνε φοβούντουσανε ούλοι! Τήνε έχεις διεί άντρα μου; Ο Θεός να σε φυλάει απέ το μούτρο της! Έχει κάτι μάτια, σατανάς σκέτος είναι σε λέω! Μέρα δεν πατάει άθρωπος εκεί, το σούρουπο μόνο παγαίνουνε κρυφά, μη και τις διει κάνα μάτι! Πες με λοιπόν, τι δουλειά έχουνε κει μέσα η Σωσώ κι η μάνα της, ε;
- Φιληνάδες μπορεί να είναι μπρε τζιέρι μου, μη κακοβάνεις!
- Άσε μας μπρε άντρα μου κι εσύ! Άμα δεν τόνε ποτίσουνε, να μη με λένε Σουλτάνα εμένανε!
Η γριά Μπερντού, που κανείς δεν ήξερε αν ήταν το αληθινό της όνομα ή παρατσούκλι, ήταν ο φόβος κι ο τρόμος όλων των γυναικών. Ζούσε σ' ένα σπίτι παλιό, με μια μικρή αυλίτσα που είχε αμέτρητες γλάστρες με βοτάνια άγνωστα, εκτός από το χαρακτηριστικό απήγανο που πάντα σκορπούσε την απαίσια μυρωδιά του κάθε φορά που φυσούσε δυνατά ο αέρας. Όλοι ήξεραν ότι ήταν για το κακό μάτι, τίποτα άλλο.
Στην πόρτα της έβγαινε σπάνια τις νύχτες κι άφηνε να φύγει για λίγο από τα χέρια της η μεγαλόσωμη γάτα που κρατούσε σχεδόν μόνιμα στην αγκαλιά της.
Κάποιες φορές, όταν γινόταν καβγάς στη γειτονιά, την έβλεπαν να τραβάει λίγο τη βαριά σκουρόχρωμη κουρτίνα και κοιτάζει με βλέμμα υπεροπτικό. Εκεί σταματούσαν όλες οι διαφωνίες κι έτρεχαν να κρυφτούν στα σπίτια τους φτύνοντας τον κόρφο τους. Όταν τα παιδιά έπαιζαν κι έκαναν φασαρία, έβγαζε πρώτα τη γάτα στο παράθυρο και μετά εμφανιζόταν εκείνη, μ' ένα βλέμμα άγριο κι απειλητικό που τα έκανε να σιωπούν τρομαγμένα.
- Άμα θέλανε να μας φοβερίσουνε οι μαμάδες μας, μας λέγανε κάτσε καλά γιατί θα σε δώκω στη Μπερντού! Άλλη φοβέρα πιο μεγάλη, δεν είχανε! Κι εμείς, κιχ δε βγάναμε!
Όσες παγαίνανε να τη διούνε, την δίνανε και φαγιά, κουβαλάγανε μαζί τους ένα σωρό πράματα. Αυτή, δεν έβγαινε ποτές όξω, μήτε για να ψουνίσει, μήτε για τίποτις. Οι άντριδοι δεν τήνε είχανε για κακιά, πτωχή γυναίκα λέγανε που είναι και κομμάτι παράξενη και μονόχνοτη, δεν τα πιστεύανε να πούμε όσα λέγανε για τα κείνηνα. Που να 'βρει παράδες να ψουνίσει για να στήσει τέντζερη, απέ τη διακονιά ζει η ζάβαλη μας ελέγανε. Διέτε που δεν ανάβει μήτε φως, με τα κεριά ζει, για λύπηση είναι για! Άμα πέθανε όμως, λίρες με τη σέσουλα την βρήκανε στο σπίτι της, ακούς; Ακούω να λέγεις παιδάκι μου!
Με το χειμωνιάτικο παγωμένο αέρα να τρυπάει τα κόκαλα, έφτασαν στης τουρκάλας η Σωσώ με τη μάνα της. Οι προσπάθειες της μεγαλοκοπέλας να τραβήξει την προσοχή του Σταμάτη πήγαν αμόντε* τόσο καιρό όπως έλεγε η Ανθούλα. Μέχρι τα στέκια του έφτασε, δήθεν τυχαία να τον συναντήσει και ν' αλλάξουν δυο κουβέντες, αλλά εκείνος περιορίστηκε σε τυπικούς χαιρετισμούς και τίποτα άλλο. Αυτό τον άντρα όμως τον ήθελε πολύ κι έπρεπε με κάθε τρόπο να τον κάνει δικό της... Τελεία και παύλα!
- Δε με λες μπρε Φωτεινούλα, πού θα πάτε την Καλή Βραδιά;
- Στης Σουλτάνας Σωσώ μου, όπως και τα Χριστούγεννα! Κάθε χρόνο έτσι κάμουμε, το Πάσχα παγαίνουμε στο εξοχικό τους και τρώμε το αρνί και τα κοκορέτσια μας!
- Και θα έχει πολύ κόσμο, ε;
- Βέβαια! Οι αδερφάδες μαζευούμαστε, το σόι του γαμπρού μας, ο μπαμπάς μας, φίλοι πολλοί...
- Και η Άνθω, ε; Να λευτερωθεί κι αυτή με το καλό, να κάμετε νέο ανίψι! Δε με λες, ποιος θα τη βαφτίσει το παιδί;
- Ε! Ο Σταμάτης που τους στεφάνωσε σίγουρα, έτσι πάει αυτό! Αμά θα μάθω άμα έρτουνε και τοις διω, όλο και κάτι θα πει ο κουμπάρος...
Η Σωσώ πήρε τη μεγαλύτερη χαρά όταν το άκουσε. Στης Σουλτάνας το σπίτι έπρεπε να πάει την Καλή Βραδιά, ο κόσμος να χαλούσε!
- Όποτε μπορέσεις να τα πιάσεις Φωτεινούλα μου, να φύγουνε αυτές οι μέρες πρώτα για! Η μαμά μου με είπε που τα θέλει με πιο πολλά κεντίδια... Έχω και να βγω για ψούνια, να πάω και στο κομμωτήριο να σιάξω κομμάτι τα μαλλιά μου... Ξεύρεις, λέω να τα βάψω ανοιχτά, έτσι προς το ξανθούλικο να τα κάμω, βαρέθηκα τόσα χρόνια με το ίδιο κεφάλι! Τι λες εσύ, θα με παγαίνει το χρώμα;
- Θα σε πάει για! Καλό είναι ν' αλλάζει ο άθρωπος, να διεις που θ' αλλάξει και η τύχη σου μπρε Σωσώ! Κι εγώ να πάω θέλω να με τα σιάξουνε, μην είμαι σαν την κατσιβέλα χρονιάρα μέρα, να περάσω να δώκω και τη Σουλτάνα το μπούστο που την άνοιξα κομμάτι τις ραφές επειδής τήνε στένευε, αμά να διούμε πότε... Θέλει να το βάλει την προπαραμονή που 'χει μια βίζιτα να πάει και το βιάζεται...
- Ε! Έλα να πάμε μαζί, να με κάμεις και παρέα, να με πεις και τη γνώμη σου για το χρώμα!
- Λες; Άιντε μπρε, να συγυριστώ κομμάτι και φύαμε! Μια απέ την αδερφή μου περνάμε να της το αφήκω και ίσια μετά στο κομμωτήριο!
Η Σουλτάνα είχε στη διαπασών το ραδιόφωνο κι έκανε τις δουλειές της τραγουδώντας. Τα παιδιά έπαιζαν με τα κουτάλια και τα ταψιά στην κουζίνα, αγαπημένη τους ασχολία, έτσι η μητέρα τους δεν είχε την έννοια να τα κυνηγάει από δωμάτιο σε δωμάτιο ως συνήθως. Η Φωτεινή χρειάστηκε να χτυπήσει δυο τρεις φορές την πόρτα για να ακούσει μες στη φασαρία που επικρατούσε.
- Μπρε! Καλώς τες μου! Πού βρεθήκατε καλέ σεις;
- Για τα μαλλιά μας πάμε Σουλτάνα μου κι είπα να περάσουμε να σε δώκω το μπούστο. Ευτυχώς που είχε τράτο, το άνοιξα όλο!
- Καλά έκαμες, να με μπαίνει πιο άνετα! Ελάτε να ψήσω καφεδάκο και πάτε μετά για τα μαλλιά!
Έδιωξε τα φασαριόζικα παιδιά της απ' την κουζίνα κι έψησε τρία καφεδάκια. Τα έβαλε στο δίσκο με ένα πιάτο γλυκά.
- Σωσώ, εσύ σπίτι θα μείκεις την Καλή Βραδιά ή κανονίσατε με τη μαμά σου σε κάνα συγγενή;
- Να σε πω Σουλτάνα μου, η θεία μου μας κάλεσε, όπως κάθε χρόνο. Αμά να σε πω, δε θέλω να πάω, όλοι οι γέροι μαζεύουνται κει πέρα και αχ και ουχ όλο για τις αρρώστιες τους λένε... Στρώνει η θεια το τραπέζι κι αρχινάνε τα μη φας αυτό και μη εκείνο, τι σε είπε ο γιατρός που έχεις, εσένα τι σε είπε και πού πονείς και τέτοια... Να με λείπει τέτοια Καλή Βραδιά είπα τη μαμά μου, άμα θες εσύ πάγαινε, εγώ εδώ θα μείκω στο σπίτι. Εκείνη πάλι δε θέλει να με αφήκει μοναχιά μου και καταλαβαίνεις... Τα μούτρα χάμου μ' έχει κατεβάσει!
- Ε! Να σε πω, δίκιο έχει κι αυτή, σε λέει εγώ εκεί κι η κόρη μου σπίτι, δε γένεται! Κι εσύ πάλι έχεις τα δίκια σου, νέα γυναίκα είσαι για, τι δουλειά έχεις με τοις γέροι αθρώποι;
- Έτσι είναι, αλλά τι να την κάμω που δεν καταλαβαίνει; Να φύεει αυτή η νύχτα, να πάει στο καλό και τι στον κόσμο, γκουρ γκουρ συνέχεια με τη μαμά μου, άλλο δε μπορώ για! Ανήμερα το βραδάκι θα τους έχουμε στο δικό μας σπίτι, τι να σε λέω!
- Χα χα χα! Μπρε Σωσώκα, δεν έρχεσαι εσύ εδώ και να πάει η μαμά σου στης αξαδέρφης της με τα γεροντάκια;
- Καλέ, τι δουλειά έχω εγώ, απέ πού κι ως πού;
- Σους μπρε, τι απέ πού κι ως πού με λες; Τόσοι φίλοι θα έρτουνε, θα γένει μεγάλο γλέντι όπως κάθε χρόνο! Και θα φάμε και θα πιούμε και θα χορέψουμε και θα διεις τι ωραία που θα περάσεις! Το κλείσαμε, τέλος, έτσι να πεις τη μαμά!
<< Γέλια που θα κάμουμε αρχή του χρόνου με δαύτη! >> σκέφτηκε.
<< Γέλια που θα κάμουμε αρχή του χρόνου με δαύτη! >> σκέφτηκε.
Πέταξε από τη χαρά της η Σωσώ, που δεν έβλεπε την ώρα να πει τα νέα στη μητέρα της! Τα περί θείας και γερόντων ήταν δικαιολογία για να μπορέσει να χωθεί στης Σουλτάνας και να καταφέρει το Σταμάτη. Η αλήθεια ήταν ότι τους είχε καλέσει η κόρη μιας άλλης θείας, που είχε άντρα γλεντζέ και μερακλή και θα περνούσαν πολύ ωραία. Η μαμά της όμως τελικά, μάλλον θα περνούσε τη μισή νύχτα στης Μπερντού...
- Άμα βρεθεί κοντά του, θα έρθεις αμέσως σε μένα! Τρεις ριξιές απ' αυτό στο ποτήρι του την ώρα που θα είναι μόνοι τους και θα τον έχει στην αγκαλιά της. Να προσέξει, όχι παραπάνω γιατί θα πέσει σε ύπνο βαθύ και δε θα γίνει τίποτα!
Οι εντολές της Μπερντού ήταν νόμος κι έπρεπε να τηρηθούν. Η μάνα πήρε κάρβουνα, ροδόσταμο, αγνό μελισσοκέρι, κλαριά και φύλλα λεμονιάς, όλα για το μελέτημα. Ένα μεγάλο καλάθι με κρέας, τυριά, πίτες, φρούτα ξερά και πολλών ειδών γλυκά, ήταν το φίλεμα της τουρκάλας. Οι λίρες μετρήθηκαν και μπήκαν σε μασούρι ξεχωριστό στην άκρη. Θα τις έπαιρνε μετά το γάμο της Σωσώς.
- Με το καλό κόρη μου, ο Θεός να βάλει το χέρι του! Να διείς που θα τόνε τυλίξεις και δε θα ξεκολλάει απέ τη φούστα σου!
- Ποιος Θεός μπρε μάνα, η Μπερντού βάζει το χέρι της! Αύριο θα παίξω το τελευταίο μου χαρτί, στεφάνι δε με βρήκες κι εσύ;
- Στεφάνι κοκόνα μου και το δρόμο σου ανοιχτό! Βάλε την πομάδα να μείκει όλη νύχτα στο δέρμα σου και να 'σαι φρέσκια αύριο που είναι η μεγάλη μέρα!
- Η νύχτα μάνα, η μεγάλη νύχτα...
Το πορσελάνινο βαζάκι με τα ζωγραφισμένα ανθάκια, ήταν γεμάτο από τη θαυματουργή κρέμα, που έκανε το δέρμα λείο κι απαλό σαν του μωρού. Ο,τι έπρεπε ειδικά για εκείνη!
Το πορσελάνινο βαζάκι με τα ζωγραφισμένα ανθάκια, ήταν γεμάτο από τη θαυματουργή κρέμα, που έκανε το δέρμα λείο κι απαλό σαν του μωρού. Ο,τι έπρεπε ειδικά για εκείνη!
Βούτυρο αγνό, αμυγδαλέλαιο, λίγες σταγόνες γάλα καρύδας και λίγο χαμομήλι, βρασμένο σε μισή κουταλίτσα νερό, ίσα να γίνει ένας πηχτός πολτός που έκανε θαύματα.
Ανακατευόταν αργά και προσεκτικά, μέχρι τα υλικά να δέσουν και να γίνει μια πομάδα πλούσια σε υφή, που απλωνόταν σε πρόσωπο, λαιμό και ντεκολτέ. Σπουδαία τροφή για το δέρμα!
Η Σωσώ έσπασε ένα αυγό, πήρε το ασπράδι και το χτύπησε με λίγες σταγόνες λεμόνι. Προστάτευσε τα μαλλιά της, τυλίγοντας μια λεπτή πετσέτα γύρω απ' το κεφάλι της κι άπλωσε τη μάσκα το πρόσωπο. Βούτηξε δυο κομμάτια βαμβάκι σε κρύο τσάι και ξάπλωσε βάζοντάς το στα μάτια, για να δώσει ξεκούραση και λάμψη στο βλέμμα της. Σε είκοσι λεπτά ξεπλύθηκε με κρύο νερό και πέρασε το δέρμα με ροδόνερο. Έτσι καθαρό, ήταν έτοιμο να δεχτεί την ευεργετική κρέμα.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι μ' ένα βιβλίο αλλά ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί. Η σκέψη της ταξίδευε στον όμορφο άντρα κι έπλαθε εικόνες με τη φαντασία της.
- Αν όλα έρθουν όπως πρέπει, αύριο το βράδυ θα είμαι στην αγκαλιά του... Μακάρι, μη χάσω τέτοια τύχη...












