.

.
.

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Μπερντού


- Εντύθηκε και στολίστηκε και πήρε τοις δρόμοι! Πέρασε μια απέ του Γιώργου το μαγαζί να διεί τη βιτρίνα, πέρασε δυο, στο τέλος πέτυχε μέσα τη Σουλτάνα! Μπήκε, χα χα χα και χου χου χου, διάλεγε παπούτσια, την πήρε και λόγια για το γάμο μας. Έμαθε που θα παγαίνανε ο Γιάννης με τον κουμπάρο να πάρουνε τα δικά τους και παραμόνευε τα μεσημέρια που ήξευρε την ώρα που σκολνάγανε απέ τη δουλειά. Σε λέει, πρωί αποκλείεται που δουλεύουνε, την είπε κι η αδερφή μου κάνα μεσημέρι πριν το κλείσιμο θα πάνε και να που τους πέτυχε! Στα πέντε λεπτά που μπήκανε μέσα, πάει κι αυτή κουνάμενη και συνάμενη να πάρει λέει ένα ζευγάρι ίδιο με την τσάντα της!

Με θάρρος κι αυτοπεποίθηση μεσολάβησε για να διαλέξουν τα παπούτσια τους κι όταν έφευγαν χαιρέτησε τον κουμπάρο κι ευχήθηκε "βίον ανθόσπαρτον" στο Γιάννη. Ο Σταμάτης ευγενικά της ευχήθηκε "και στα δικά της".
- Ευχαριστώ, επίσης και σε σας! Μια καλή κοπέλα να βρείτε να κάμετε και τη δική σας οικογένεια! Χαρά Θεού άθρωπος είσαστε, ποια δε θα σας ήθελε για;
Ο Γιώργος του έκλεισε πονηρά το μάτι. Κατάλαβε πού το πήγαινε η Σωσώ, βλέποντας τις λάγνες ματιές της. Την ώρα του φαγητού το συζήτησε γελώντας με τη Σουλτάνα.
- Μπρε τη Σωσώκα! Αμ δε μας τα 'χε πει αυτά! Ο κουμπάρος τα τριάντα δεν έχει πατήσει ακόμα κι αυτή τα 'χει αφήκει τα σαράντα προ πολλού! Δε με λες, εκείνος τι έκαμε, την έδειξε ενδιαφέρον; 
- Τι ενδιαφέρον μπρε γυναίκα να την δείξει; Σημασία δεν την έδωκε, αμά ο Γιάννης που άκουσε το Σταμάτη να την λέει και στα δικά σου, την είπε αφού λεύτερη είσαστε, να σε βρούμε ένα καλό παιδί...
- Κακό χρόνο να ΄χει ο αδικιωρισμένος που θέλει να κάμει και προξενιά! Δεν κοιτάει το μαύρο του το χάλι...
- Έλα μπρε κοκόνα μου, σύχασε κι εσύ! Αφού αγαπηθήκανε τι να κάμουμε τώρα! Διε τον κουμπάρο τι καρδιά έκαψε! Χα χα χα χα!
- Γιωργάκη μου, δεν τόνε βλέπω καλά το Σταμάτη! Μάνα και κόρη θα κάμουνε ένας Θεός ξεύρει τι, να τόνε μπαγλαρώσουνε! Άκου που σε λέω, δε θα τις ξεφύγει!
- Σώπα μπρε κι εσύ, τι θα τόνε κάμουνε ολάκερο άντρα για;
- Καλά... Για να σε μιλάω, κάτι ξεύρω κι εγώ! Πολλά πάνε κι έλα έχουνε στης τουρκάλας τον οντά κι αυτή λένε που κάμει μάγια! Η μαμά της Γιωργίτσας μας έλεε άμα ήμαστανε μικρές να μη περνάμε μήτε απ' όξω, τήνε φοβούντουσανε ούλοι! Τήνε έχεις διεί άντρα μου; Ο Θεός να σε φυλάει απέ το μούτρο της! Έχει κάτι μάτια, σατανάς σκέτος είναι σε λέω! Μέρα δεν πατάει άθρωπος εκεί, το σούρουπο μόνο παγαίνουνε κρυφά, μη και τις διει κάνα μάτι! Πες με λοιπόν, τι δουλειά έχουνε κει μέσα η Σωσώ κι η μάνα της, ε;
- Φιληνάδες μπορεί να είναι μπρε τζιέρι μου, μη κακοβάνεις!
- Άσε μας μπρε άντρα μου κι εσύ! Άμα δεν τόνε ποτίσουνε, να μη με λένε Σουλτάνα εμένανε!

Η γριά Μπερντού, που κανείς δεν ήξερε αν ήταν το αληθινό της όνομα ή παρατσούκλι, ήταν ο φόβος κι ο τρόμος όλων των γυναικών. Ζούσε σ' ένα σπίτι παλιό, με μια μικρή αυλίτσα που είχε αμέτρητες γλάστρες με  βοτάνια άγνωστα, εκτός από το χαρακτηριστικό απήγανο που πάντα σκορπούσε την απαίσια μυρωδιά του κάθε φορά που φυσούσε δυνατά ο αέρας. Όλοι ήξεραν ότι ήταν για το κακό μάτι, τίποτα άλλο. 
Στην πόρτα της έβγαινε σπάνια τις νύχτες κι άφηνε να φύγει για λίγο από τα χέρια της η μεγαλόσωμη γάτα που κρατούσε σχεδόν μόνιμα στην αγκαλιά της.
Κάποιες φορές, όταν γινόταν καβγάς στη γειτονιά, την έβλεπαν να τραβάει λίγο τη βαριά σκουρόχρωμη κουρτίνα και κοιτάζει με βλέμμα υπεροπτικό. Εκεί σταματούσαν όλες οι διαφωνίες κι έτρεχαν να κρυφτούν στα σπίτια τους φτύνοντας τον κόρφο τους. Όταν τα παιδιά έπαιζαν κι έκαναν φασαρία, έβγαζε πρώτα τη γάτα στο παράθυρο και μετά εμφανιζόταν εκείνη, μ' ένα βλέμμα άγριο κι απειλητικό που τα έκανε να σιωπούν τρομαγμένα.
- Άμα θέλανε να μας φοβερίσουνε οι μαμάδες μας, μας λέγανε κάτσε καλά γιατί θα σε δώκω στη Μπερντού! Άλλη φοβέρα πιο μεγάλη, δεν είχανε! Κι εμείς, κιχ δε βγάναμε!  Όσες παγαίνανε να τη διούνε, την δίνανε και φαγιά, κουβαλάγανε μαζί τους ένα σωρό πράματα. Αυτή, δεν έβγαινε ποτές όξω, μήτε για να ψουνίσει, μήτε για τίποτις. Οι άντριδοι δεν τήνε είχανε για κακιά, πτωχή γυναίκα λέγανε που είναι και κομμάτι παράξενη και μονόχνοτη, δεν τα πιστεύανε να πούμε όσα λέγανε για τα κείνηνα. Που να 'βρει παράδες να ψουνίσει για να στήσει τέντζερη, απέ τη διακονιά ζει η ζάβαλη μας ελέγανε. Διέτε που δεν ανάβει μήτε φως, με τα κεριά ζει, για λύπηση είναι για! Άμα πέθανε όμως, λίρες με τη σέσουλα την βρήκανε στο σπίτι της, ακούς; Ακούω να λέγεις παιδάκι μου!



Με το χειμωνιάτικο παγωμένο αέρα να τρυπάει τα κόκαλα, έφτασαν στης τουρκάλας η Σωσώ με τη μάνα της. Οι προσπάθειες της μεγαλοκοπέλας να τραβήξει την προσοχή του Σταμάτη πήγαν αμόντε* τόσο καιρό όπως έλεγε η Ανθούλα. Μέχρι τα στέκια του έφτασε, δήθεν τυχαία να τον συναντήσει και ν' αλλάξουν δυο κουβέντες, αλλά εκείνος περιορίστηκε σε τυπικούς χαιρετισμούς και τίποτα άλλο. Αυτό τον άντρα όμως τον ήθελε πολύ κι έπρεπε με κάθε τρόπο να τον κάνει δικό της... Τελεία και παύλα! 
- Δε με λες μπρε Φωτεινούλα, πού θα πάτε την Καλή Βραδιά;
- Στης Σουλτάνας Σωσώ μου, όπως και τα Χριστούγεννα! Κάθε χρόνο έτσι κάμουμε, το Πάσχα παγαίνουμε στο εξοχικό τους και τρώμε το αρνί και τα κοκορέτσια μας!
- Και θα έχει πολύ κόσμο, ε; 
- Βέβαια! Οι αδερφάδες μαζευούμαστε, το σόι του γαμπρού μας, ο μπαμπάς μας, φίλοι πολλοί...
- Και η Άνθω, ε; Να λευτερωθεί κι αυτή με το καλό, να κάμετε νέο ανίψι! Δε με λες, ποιος θα τη βαφτίσει το παιδί;
- Ε! Ο Σταμάτης που τους στεφάνωσε σίγουρα, έτσι πάει αυτό! Αμά θα μάθω άμα έρτουνε και τοις διω, όλο και κάτι θα πει ο κουμπάρος...
Η Σωσώ πήρε τη μεγαλύτερη χαρά όταν το άκουσε. Στης Σουλτάνας το σπίτι έπρεπε να πάει την Καλή Βραδιά, ο κόσμος να χαλούσε!
- Όποτε μπορέσεις να τα πιάσεις Φωτεινούλα μου, να φύγουνε αυτές οι μέρες πρώτα για! Η μαμά μου με είπε που τα θέλει με πιο πολλά κεντίδια... Έχω και να βγω για ψούνια, να πάω και στο κομμωτήριο να σιάξω κομμάτι τα μαλλιά μου... Ξεύρεις, λέω να τα βάψω ανοιχτά, έτσι προς το ξανθούλικο να τα κάμω, βαρέθηκα τόσα χρόνια με το ίδιο κεφάλι! Τι λες εσύ, θα με παγαίνει το χρώμα;
- Θα σε πάει για! Καλό είναι ν' αλλάζει ο άθρωπος, να διεις που θ' αλλάξει και η τύχη σου μπρε Σωσώ! Κι εγώ να πάω θέλω να με τα σιάξουνε, μην είμαι σαν την κατσιβέλα χρονιάρα μέρα, να περάσω να δώκω και τη Σουλτάνα το μπούστο που την άνοιξα κομμάτι τις ραφές επειδής τήνε στένευε, αμά να διούμε πότε... Θέλει να το βάλει την προπαραμονή που 'χει μια βίζιτα να πάει και το βιάζεται...
- Ε! Έλα να πάμε μαζί, να με κάμεις και παρέα, να με πεις και τη γνώμη σου για το χρώμα!
- Λες; Άιντε μπρε, να συγυριστώ κομμάτι και φύαμε! Μια απέ την αδερφή μου περνάμε να της το αφήκω και ίσια μετά στο κομμωτήριο!



Η Σουλτάνα είχε στη διαπασών το ραδιόφωνο κι έκανε τις δουλειές της τραγουδώντας. Τα παιδιά έπαιζαν με τα κουτάλια και τα ταψιά στην κουζίνα, αγαπημένη τους ασχολία, έτσι η μητέρα τους δεν είχε την έννοια να τα κυνηγάει από δωμάτιο σε δωμάτιο ως συνήθως. Η Φωτεινή χρειάστηκε να χτυπήσει δυο τρεις φορές την πόρτα για να ακούσει μες στη φασαρία που επικρατούσε.
- Μπρε! Καλώς τες μου! Πού βρεθήκατε καλέ σεις;
- Για τα μαλλιά μας πάμε Σουλτάνα μου κι είπα να περάσουμε να σε δώκω το μπούστο. Ευτυχώς που είχε τράτο, το άνοιξα όλο!
- Καλά έκαμες, να με μπαίνει πιο άνετα! Ελάτε να ψήσω καφεδάκο και πάτε μετά για τα μαλλιά! 
Έδιωξε τα φασαριόζικα παιδιά της απ' την κουζίνα κι έψησε τρία καφεδάκια. Τα έβαλε στο δίσκο με ένα πιάτο γλυκά.
- Σωσώ, εσύ σπίτι θα μείκεις την Καλή Βραδιά ή κανονίσατε με τη μαμά σου σε κάνα συγγενή;
- Να σε πω Σουλτάνα μου, η θεία μου μας κάλεσε, όπως κάθε χρόνο. Αμά να σε πω, δε θέλω να πάω, όλοι οι γέροι μαζεύουνται κει πέρα και αχ και ουχ όλο για τις αρρώστιες τους λένε... Στρώνει η θεια το τραπέζι κι αρχινάνε τα μη φας αυτό και μη εκείνο, τι σε είπε ο γιατρός που έχεις, εσένα τι σε είπε και πού πονείς και τέτοια... Να με λείπει τέτοια Καλή Βραδιά είπα τη μαμά μου, άμα θες εσύ πάγαινε, εγώ εδώ θα μείκω στο σπίτι. Εκείνη πάλι δε θέλει να με αφήκει μοναχιά μου και καταλαβαίνεις... Τα μούτρα χάμου μ' έχει κατεβάσει!
- Ε! Να σε πω, δίκιο έχει κι αυτή, σε λέει εγώ εκεί κι η κόρη μου σπίτι, δε γένεται! Κι εσύ πάλι έχεις τα δίκια σου, νέα γυναίκα είσαι για, τι δουλειά έχεις με τοις γέροι αθρώποι;
- Έτσι είναι, αλλά τι να την κάμω που δεν καταλαβαίνει; Να φύεει αυτή η νύχτα, να πάει στο καλό και τι στον κόσμο, γκουρ γκουρ συνέχεια με τη μαμά μου, άλλο δε μπορώ για! Ανήμερα το βραδάκι θα τους έχουμε στο δικό μας σπίτι, τι να σε λέω!
- Χα χα χα! Μπρε Σωσώκα, δεν έρχεσαι εσύ εδώ και να πάει η μαμά σου στης αξαδέρφης της με τα γεροντάκια;
- Καλέ, τι δουλειά έχω εγώ, απέ πού κι ως πού;
- Σους μπρε, τι απέ πού κι ως πού με λες; Τόσοι φίλοι θα έρτουνε, θα γένει μεγάλο γλέντι όπως κάθε χρόνο! Και θα φάμε και θα πιούμε και θα χορέψουμε και θα διεις τι ωραία που θα περάσεις! Το κλείσαμε, τέλος, έτσι να πεις τη μαμά!

<< Γέλια που θα κάμουμε αρχή του χρόνου με δαύτη! >> σκέφτηκε.

Πέταξε από τη χαρά της η Σωσώ, που δεν έβλεπε την ώρα να πει τα νέα στη μητέρα της! Τα περί θείας και γερόντων ήταν δικαιολογία για να μπορέσει να χωθεί στης Σουλτάνας και να καταφέρει το Σταμάτη. Η αλήθεια ήταν ότι τους είχε καλέσει η κόρη μιας άλλης θείας, που είχε άντρα γλεντζέ και μερακλή και θα περνούσαν πολύ ωραία. Η  μαμά της όμως  τελικά, μάλλον θα περνούσε τη μισή νύχτα στης Μπερντού...
- Άμα βρεθεί κοντά του, θα έρθεις αμέσως σε μένα! Τρεις ριξιές απ' αυτό στο ποτήρι του την ώρα που θα είναι μόνοι τους και θα τον έχει στην αγκαλιά της. Να προσέξει, όχι παραπάνω γιατί θα πέσει σε ύπνο βαθύ και δε θα γίνει τίποτα!
Οι εντολές της Μπερντού ήταν νόμος κι έπρεπε να τηρηθούν. Η μάνα πήρε κάρβουνα, ροδόσταμο, αγνό μελισσοκέρι, κλαριά και φύλλα λεμονιάς, όλα για το μελέτημα. Ένα μεγάλο καλάθι με κρέας, τυριά, πίτες, φρούτα ξερά και πολλών ειδών γλυκά, ήταν το φίλεμα της τουρκάλας. Οι λίρες μετρήθηκαν και μπήκαν σε μασούρι ξεχωριστό στην άκρη. Θα τις έπαιρνε μετά το γάμο της Σωσώς.
- Με το καλό κόρη μου, ο Θεός να βάλει το χέρι του! Να διείς που θα τόνε τυλίξεις και δε θα ξεκολλάει απέ τη φούστα σου!
- Ποιος Θεός μπρε μάνα, η Μπερντού βάζει το χέρι της! Αύριο θα παίξω το τελευταίο μου χαρτί, στεφάνι δε με βρήκες κι εσύ;
- Στεφάνι κοκόνα μου και το δρόμο σου ανοιχτό! Βάλε την πομάδα να μείκει όλη νύχτα στο δέρμα σου και να 'σαι φρέσκια αύριο που είναι η μεγάλη μέρα!
- Η νύχτα μάνα, η μεγάλη νύχτα... 

Το πορσελάνινο βαζάκι με τα ζωγραφισμένα ανθάκια, ήταν γεμάτο από τη θαυματουργή κρέμα, που έκανε το δέρμα λείο κι απαλό σαν του μωρού. Ο,τι έπρεπε ειδικά για εκείνη! 
Βούτυρο αγνό, αμυγδαλέλαιο, λίγες σταγόνες γάλα καρύδας και λίγο χαμομήλι, βρασμένο σε μισή κουταλίτσα νερό, ίσα να γίνει ένας πηχτός πολτός που έκανε θαύματα.
Ανακατευόταν αργά και προσεκτικά, μέχρι τα υλικά να δέσουν και να γίνει μια πομάδα πλούσια σε υφή, που απλωνόταν σε πρόσωπο, λαιμό και ντεκολτέ. Σπουδαία τροφή για το δέρμα!
Η Σωσώ έσπασε ένα αυγό, πήρε το ασπράδι και το χτύπησε με λίγες σταγόνες λεμόνι. Προστάτευσε τα μαλλιά της, τυλίγοντας μια λεπτή πετσέτα γύρω απ' το κεφάλι της κι άπλωσε τη μάσκα το πρόσωπο. Βούτηξε δυο κομμάτια βαμβάκι σε κρύο τσάι και ξάπλωσε βάζοντάς το στα μάτια, για να δώσει ξεκούραση και λάμψη στο βλέμμα της. Σε είκοσι λεπτά ξεπλύθηκε με κρύο νερό και πέρασε το δέρμα με ροδόνερο. Έτσι καθαρό, ήταν έτοιμο να δεχτεί την ευεργετική κρέμα.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι μ' ένα βιβλίο αλλά ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί. Η σκέψη της ταξίδευε στον όμορφο άντρα κι έπλαθε εικόνες με τη φαντασία της.
- Αν όλα έρθουν όπως πρέπει, αύριο το βράδυ θα είμαι στην αγκαλιά του... Μακάρι, μη χάσω τέτοια τύχη...






Αμόντε - Άδικα

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Καλή χρονιά γιαβρί μου!





Η Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, βρήκε τις νοικοκυρές φουριόζες. Όλη την περίοδο πριν τις γιορτές είχαν ξεσηκώσει τα σπίτια τους, που γυάλιζαν κι άστραφταν από πάστρα. Μετά τα Χριστούγεννα αφού ηρεμούσαν λίγες μέρες, με το πατσαβουράκι στο χέρι και το σφουγγαρόπανο περνούσαν πάλι όλα τα δωμάτια για να τα φρεσκάρουν. Ο Νέος Χρόνος έπρεπε να τα βρει όλα πεντακάθαρα! 
Η μεγαλύτερη λάτρα γινόταν στην κουζίνα, που είχε τις δόξες της! Συμπλήρωναν γλυκά του ταψιού, μπακλαβά και σαραγλί και φυσικά η απαραίτητη προετοιμασία για τη Βασιλόπιτα! Κουκουνάρια, αμύγδαλα, βούτυρο, αυγά, μαχλέπι, μαγιά, γάλα, ζάχαρη, αλεύρι, όλα αγορασμένα την τελευταία στιγμή για να είναι φρέσκα και με την επιδεξιότητα της κάθε νοικοκυράς γινόταν μια πίτα φουσκωτή και στολισμένη με πολλών ειδών πλουμίδια. Η κανέλα και το γαρίφαλο έδιναν την απαραίτητη μοσχοβολιά, το Κωνσταντινάτο φλουρί ήταν η έκπληξη πάντα κι έπαιρνε δώρο καλό όποιος το κέρδιζε. Η μεγαλύτερη ευλογία και χαρά όμως ήταν να πέσει στο κομμάτι του σπιτιού ή του νοικοκύρη, σύμβολο ευημερίας και πολλών παράδων όλο το χρόνο. 

- Καμιά φορά, άμα θέλανε να κόψουνε στα εργοστάσια ή σε γραφεία μεγάλα που ητανάνε πολύς ο κόσμος, εψήνανε μικρές πιτούλες για τον καθένα και βάνανε το φλουρί σε μια απέ αυτές. Εκεί να 'βλεπες τι γενούτανε! Φάκελο με παράδες έπαιρνε όποιος το κέρδιζε, ή ωραίο μαλαματικό ακριβό και καλό!
- Πήγατε στη Σουλτάνα την παραμονή;
- Η ώρα δύο κοντά επήγαμε! Μετά, κατά τη μία ητανάνε, ήρτε κι ο κουμπάρος. Θα σε πω και με τοις παράδες τι γένηκε! Κόψαμε την πίτα, εβγήκε ο Γιάννης και ξαναμπήκε με την εικόνα για το ποδαρικό, έσπασε ο πεθερός μου το ρόδι, εφάγαμε πιο νωρίς όρνιθα γιομιστή και μπριζολάκια στο μαγκαλάκι κι αφού τα σπίτια ούλα ητανάνε ανοιχτά, επεράσαμε να ευχηθούμε και σε μερικοί γειτόνοι, μαζί κι ο κουμπάρος που ητανάνε χωρατατζής και τοις ήξευρε ούλοι. Στη Σουλτάνα εγώ ήθελα πολύ να πάω, αμά με λέει που θα παίζουνε οι άντριδοι χαρτιά για το καλό κι εκείνος παράδες για ξόδεμα δεν είχε.
Τσίμα τσίμα τα είχαμε, στο γιατρό έπρεπε να πάω μια πάλι να με διεί που έμπαινα τοις επτά μήνες κι ητανάνε ο καλύτερος της Πόλης, πολλοί παράδες έπαιρνε τη βίζιτα! Πολύ έσκαζα κείνο το βράδυ, είχανε και χορό στήσει και θα παγαίνανε και φίλοι τους πολλοί. Με είχε πει βέβαια η αδερφή μου να παίρναμε και τον κουμπάρο μαζί, επειδής αυτός καθούτανε ίσια με το ξημέρωμα τις μέρες αυτές, δεν τόνε αφήναμε να φύεει.
- Τι να σε κάμω μπρε γυναίκα; Απέ το Σταμάτη να πάρω παράδες δε θέλω για! Ούλοι οι άντριδοι στο τραπέζι κι εγώ θα κάθουμαι σε μια κόχη; Και οι γυναίκες παίζουνε κομμάτι για το καλό, πώς θες να πάμε; Τον στόμα της ν' ανοίξει η αδερφή σου και να γενούμε πάλι άνω κάτω; Να λέει πάλι που δεν έπεσες καλά και στερείσαι και μπίρι μπίρι;
- Γιάννη, δε με λες, το δώρο που σ' έδωκε ο αφεντικός και τα παραπανίσια μεροκάματα που έκαμες, πού τα χάλασες;
- Πού τα χάλασα μπρε γυναίκα, γέννα περιμένουμε και μ' αρωτάς; Υποχρεώσες έχω, δεν έχω;
- Ναι, δε λέω, αμά εκτός μερικά κρέατα, όλα τα άλλα τα έβαλε ο μπαμπάς σου...
- Ωχ κι εσύ τώρα! Σε είπα, παράδες δεν έχω και δε θα πάμε! Άμα έχεις εσύ, φύαμε και τώρα! Αμά αφού ούτε εσύ έχεις, τι μουρμουρίζεις χρονιάρα μέρα που ξημερώνει; Με τη γρίνια θα μπει ο Νέος Χρόνος; Γρουσουζιά μεγάλη είναι, δεν το ξεύρεις μπρε;
'Επιασε το κόλπο του κι η Ανθούλα έπεσε στην παγίδα! Με χαμογελάκια και νάζια έβγαλε κάμποσους παράδες και τους έδωσε στον παμπόνηρο άντρα της, που αν και είχε κάποια χρήματα κρυμμένα έκανε το κορόιδο!
- Α! Και τι σου είπε;
- Τι με είπε... Άτιμο γυναικάκι και ψευταρούδικο που είμαι! Χα χα χα χα! Ξεύρεις τι είχε κάμει; Άμα είδε το καπέλο και το γιακά, τα γούνινα που επήρα κρυφά, επέρασε απέ το μαγαζί, το έγραφε απάνου στο κουτί κι ήθελε να μάθει πόσοι παράδες έκαμναν! Και τον λέει το μαγαζάτορα που θέλω να πάρω τη γυναίκα μου και γάντια τα ίδια και πόσο έχουνε και τέτοια και που ήρτανε εδώ με την αδερφή της και ψούνισε και που είναι εγκυμονούσα... Με θυμήθηκε εκείνος, λόγω που είχα περάσει κάμποσες φορές κι είχα αρωτήξει το ποσόν και σκεπτούμουνα και το χρώμα. Κι εκεί απάνου τον είπε το Γιάννη λόγο το λόγο που δεν ήμουνα με άλληνε μαζί, αμά μοναχιά μου! Ο πονηρός, δε με είπε τίποτις, κιχ δεν έβγαλε, τα κατάλαβε όλα όμως! Χα χα χα χα! 



Φορτωμένη χρυσαφικά και ντυμένη στα κόκκινα η Σουλτάνα, χόρευε με νάζι στη μέση της σάλας τσιφτετέλι. Οι καλεσμένοι χτυπούσαν παλαμάκια κι ο Γιώργος γέμιζε τα ποτήρια καμαρώνοντας τη γυναίκα του. Πολλές κυρίες φουσκωμένες από το πολύ φαγητό, απολάμβαναν τον καφέ και το τσάι τους. Η μουσική και το κέφι ακουγόταν ως τον κάτω μαχαλά.
- Μπρε Άνθω, απέ της αδερφής σου είναι το νταβατούρι; Σάμπως ακούω και τη φωνή της!
- Χα χα χα! Αυτή είναι για! Τη Μπουρνοβαλιά τραγουδάει που πολύ την αρέσει! Να διείς που θα το χορεύει κιόλας! Πιο γλήγορα μπρε Γιάννη περπάτα! Διε τον κουμπάρο που τρέχει μη χάσει το θέαμα! Χα χα χα!
Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και το ζευγάρι πέρασε στη σάλα ενώ το τραγούδι τελείωνε. Η Σουλτάνα είχε γυρισμένη την πλάτη στην πόρτα, ενώ οι γοφοί της λικνίζονταν αργά στο ρυθμό της μουσικής.
- Άιντε... Διε κούνημα η αδερφή σου! Μπρε την άτιμη, σε όλα μέσα είναι! Τώρα μας είδανε οι άλλοι!
- Ω! Πώς είστε, καλά; Καλή χρονιά, αργήσαμε κομμάτι! 
Οι αδελφές της Ανθούλας και οι γαμπροί τους χαιρέτισαν εγκάρδια. Ο πατέρας τους ήταν στην κουζίνα κι έπινε κρυφά.
- Απτάλικο για το Γιώργο μου και τον Παύλο! Πίνω και μεθώ να βάλεις μπρε, να καμαρώσω το μπέη μου! Α! Μπρε μπρε μπρε ήρτανε! Καλώς ορίσατε, καλή χρονιά Γιάννη!
- Με χαλαρό το χέρι ευχήθηκε στο γαμπρό της, πιο εγκάρδια στον κουμπάρο, ενώ έσφιξε στην αγκαλιά της και φίλησε την Ανθούλα.
- Καλή χρονιά γιαβρί μου! Με το καλό να λευτερωθείς και να 'σαι γερή σαν το σίδερο πάντα! Σ' έχω και την πίτα σου κρατημένη, αμά πρώτα ένα μεζέ να πάρεις!
Ελάτε, γαμπρέ, κουμπάρε, περάστε στο τραπέζι, απόψε τρώμε όλη τη νύχτα και πίνουμε! Γιωργάκη μου πιάσε ποτήρια απέ το μπουφέ!
- Φαγωμένοι είμαστε, πολλά πράματα εψήσαμε στο σπίτι, αμά είπαμε έτσι να έρτουμε μια να σας ευχηθούμε για το καλό του χρόνου...
- Δεν είπα που είσαστε νηστικοί και καλά εκάματε και ήρτατε! Άμα δε θες να φας δε σε ζορίζω κι ας είναι το πρέπον αυτό, έστω και μια βούκα για το καλό! Η Ανθούλα όμως που είναι έγκυος πρέπει να πάρει κάτι! Έλα τζιέρι μου, φάε εσύ και πιε κι ένα κρασάκι για το καλό! Κόπιασε κι εσύ κουμπάρε που δεν είσαι ακατάδεχτος, έλα, έλα! Σκύψε να σε πω μπρε Άνθω! Δε με λες, καλόφαες απόψε για τα κάμανε τσιγκούνικα εκεί; Να πάρεις απέ όλα, ακούς; Το χρόνο μια φορά είναι η Καλή Βραδιά και χορτάτη πρέπει να 'σαι!
- Πολύ καλά έφαγα Σουλτάνα μου! Κομματάκι μπουρέκι θα πάρω μόνο, φουσκωμένη είμαι! Δε με λες, αυτή η κοπέλα με το πράσινο το ωραίο, ποια είναι;
- Αχού κι εσύ! Η Σωσώ είναι μπρε, αυτή που θέλει τον κουμπάρο σας!
- Μπα! Τι με λες καλέ Σουλτάνα; Κι εσύ πως και τήνε κάλεσες;
- Μπρε συ, τη Σωσώ δεν ξεύρεις, που 'χει τη μάνα τη χαρτού, που μένει τρία σπίτια πέρα απ' της Γιωργίτσας;
- Χριστός και Παναγία! Καλέ Σουλτάνα, αυτή άλλαξε, δε γνωρίζεται για! Έκαμε και το μαλλί ξανθό, πήρε και κιλά κι άλλαξε το μούτρο της! Για πες με!
- Κόλλησε τη Φωτεινή απέ δίπλα, άμα έμαθε που μπορεί να ερχούσαστε με το Σταμάτη... 
- Κι εδώ πως βρέθηκε;
- Κάτσε να κάμω τα όπα στο Γιώργο μου και θα σε πω! Διε το λεβέντη μου πως χορεύει!

Η Σωσώ, ήταν γειτόνισσα της Φωτεινής, της αδερφής τους. Μεγαλοκοπέλα, όχι ιδιαίτερα όμορφη, αλλά παμπόνηρη και πολύ ξύπνια και καταφερτζού.
Όταν η αδερφή τους ετοίμαζε τα νυφικά ασπρόρουχα, πάνω στη φούρια των ημερών, έστειλαν τον κουμπάρο τους που είχε αυτοκίνητο για να τα πάρει, να μη τα φορτωθούν οι γυναίκες. Η Φωτεινή ευγενέστατη τον κάλεσε να πάρει ένα καφεδάκι και γλυκό κουταλιού για τον κόπο του. Η Σωσώ που είδε πίσω απ' την κουρτίνα τον ομορφάντρα να μπαίνει, έπιασε απ' το μπαούλο ένα ζευγάρι μαξιλαροθήκες λευκές κι αφού φόρεσε το καλό της φουστάνι, τις πήγε στης Φωτεινής τάχα να τις κεντίσει. Στρογγυλοκάθισε, έγιναν οι συστάσεις και τον κοιτούσε με ύφος λιγωμένο.
- Δε με λες μπρε Φωτεινή, πότε θα έρτει πάλι ο Σταμάτης; Πολύ καλός κύριος είναι, θαρρώ που με καλοκοίταζε... Μπρε, λες να είναι το τυχερό μου τούτος δω;
- Καλέ Σωσώ, πότε γένηκαν αυτά και χαμπάρι δεν επήρα; Για να έρτει πάλι δεν το βλέπω, αμά θα μιλήσω τις αδερφάδες μου να διούμε!
Με τη φούρια του γάμου και τη δουλειά, ξεχάστηκε η Φωτεινή και δεν το συζήτησε. Αρρώστησε κι ο άντρας της με γρίπη, κόλλησαν και οι μικρές κι έτρεχε και δεν έφτανε... Ίσα ίσα κατάφεραν να παρευρεθούν στην εκκλησία όταν έπεσε ο υψηλός πυρετός.
Η Σωσώ φοβήθηκε το μικρόβιο και δεν πήγε καθόλου στο σπίτι της. Έβαλε τη μάνα της να της ρίξει τα χαρτιά κι αναθάρρησε. Εμπόδια έβλεπε, αλλά θα πετύχαινε το σκοπό της τελικά και θα γινόταν δικός της ο λεβέντης Σταμάτης. Για να τα καταφέρει όμως, έπρεπε να μπουν τα μεγάλα μέσα!





                                        








Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Μα σε όλα βούτυρο βάζεις;




Τα Χριστούγεννα πέρασαν με γλέντι και χαρά στο σπίτι της Σουλτάνας.
Μαζεμένες οι αδερφές και οι κουνιάδες της, οι κουμπάροι τους, ο πατέρας της, τα ανίψια τους, έφαγαν και ήπιαν από νωρίς το μεσημέρι μέχρι αργά το βράδυ. 

- Εμείς εφάγαμε στο σπίτι με τις κουνιάδες μου και τον κουμπάρο μας, φαγάκια ωραία εψήσαμε και καλά ητανάνε! Ο πεθερός μου είχε ψουνίσει ένα γουρουνάκι και το 'φερε έτσι ολάκερο να πούμε! Το κόψανε με το Γιάννη κει στο μπαχτσέ και το μοιράσανε για τα φαγιά. Με πράσο και σέλινο το εκάμαμε ανήμερα που πολύ το αγαπώ! Το ψήνω ταχτικά όλα μου τα χρόνια, μια νοστιμιά είναι! 
Πράσα μπόλικα και σέλινο απέ το χοντρό θέλει, ανιθάκι, κρομμυδάκι, δυο αυγουλάκια και λεμονάκι αρκετούτσικο.
Βούκες το κόβεις και το πλένεις, αμά θέλει να το στεγνώσεις κομμάτι για το τσιγάρισμα.
Τα πρασοσέλινα στο τρυπητό θέλουνε στράγγισμα καλό κι αυτά, κομμένα χοντρούτσικα. 
Βάνω κομμάτι βουτυράκι στο τσουκαλάκι και τα ρίχνω μέσα, κάμποσες βόλτες θέλουνε, μετά ρίχνω τα κρομμύδια και το κρέας.
Αφού ροδίσει όλο καλά καλά, ρίχνω νεράκι ζεστούτσικο, το ανιθάκι, αλάτι και πιπέρι μπόλικο και τ' αφήνω σιγά σιγά να ψήνεται, ίσαμε να πιει το νερό του.
Μετά κάμω το αυγολέμονο και μείσκει κάμιση ωρίτσα να πάρει την ουσία, δεν το τρώμε αμέσως!
Η πεθερά μου το έκαμνε και με τη ντοματούλα, πολύ ωραίο είναι κι έτσι γιαχνιστό! Λεμόνι κει δε μπαίνει καθόλου βέβαια, μήτε αυγό!
- Ωραία, σου έκανε το χατήρι να το αυγοκόψει! 
- Ναι για! Αμά οι κουνιάδες μου στραβώσανε τα μούτρα τους που το θέλανε γιαχνιστό και την είπε ο Γιάννης τη μαμά του να βγάλει χώρια για τις άλλες! Ε, είπανε αυτές να μη γένει φασαρία παραπάνω και το κάμανε να! Χα χα χα! Μπουρέκια ωραία εψήσανε με τον κιμά, τυρόπιτες, ντολμάδες με το λάχανο, όλα καλά κι ωραία ητανάνε! Και το Χριστόψωμο, εγώ με το Γιάννη το κάμαμε για το καλό που ημαστάνε νιόνυφοι και περιμέναμε και το μωρό! 


Εβάλαμε μέσα απέ ούλα τα καλά! Και μέλι και ροδόνερο και μαστίχα, κομματάκι ζαχαρίτσα, γλυκάνισο και πολύ ωραίο σταυρό απάνου με το καρύδι στη μέση! 
- Για πες μου, να δω αν φτιάχνουμε το ίδιο! 
- Αλεύρι άσπρο, ίσια με μισό κιλό πες, με το μάτι πάντα βάνουμε!
Ένα κομμάτι μαγιά, ίσια με ένα καρύδι, κάμω το κουρκούτι με μισό ποτηράκι νερό χλιαρούτσικο και αλευράκι δυο τρεις κουταλιές και μια ζάχαρη. Ίσαμε να κοσκινίσεις και να ετοιμάσεις τα υπόλοιπα, άμα το έχεις κοντά στη ζέστα έχει φουσκώσει αυτό!
Απέ μισό κουταλάκι γλυκάνισο, πιο λίγο μαστίχα για να μη πικρίζει, μια τσιμπιά αλάτι, τα ανακατώνεις με το αλεύρι και κάμεις μια γουβίτσα στη μέση. 
Η πεθερά μου το έκαμε με το σκέτο λάδι, αμά κομματάκι βουτυράκι μαζί το κάμει και μοσκοβολάει! 
- Όχι που θα σου ξέφευγε το βούτυρο! Μα σε όλα βούτυρο βάζεις; Απα πα πα πα!
- Μα για την ουσία σε λέω! Βάλε την άλλη φορά και θα διείς νοστιμιά! Θα πιάσεις τέσσερις με πέντε μεγάλες κουταλιές και θα το λιώσεις, όχι να κάψει και να μυρίσει και θα το ανακατώσεις μ' ένα ποτηράκι λάδι! Πρόσεχε να είναι χλιαρούτσικα για να μη σε ξεφουσκώσει η μαγιά!
Τα ρίχνεις στη λακουβίτσα, πρώτα τη μαγιά και μετά αυτό κι έχεις ωστόσο σε νεράκι χλιαρούτσικο ανακατεμένα και λιωμένα τα άλλα! Ένα μικρό κουπάκι του καφέ μέλι, μια κουταλιά ροδόνερο, όχι σε πολύ νερό γιατί δεν ξέρεις πόσο θα σε πάρει, μη και σε μείκει! Μισό ποτήρι να πούμε που το τραβάει στα σίγουρα κι άμα σε χρειαστεί κι άλλο συμπληρώνεις.
Τα ζυμώνεις καλά καλά, να μη σε κολλάει και το αφήνεις κάμποσο να φουσκώσει. Με πεσκίρι της κουζίνας κι απέ πάνου μια κουβέρτα το κάμουμε πάντα το φούσκωμα. Άμα ανέβει ίσια με απάνου, το πατάς στη μέση και το φέρνεις πάλι δυο τρεις βόλτες, αμά απαλά θέλει.
Λαδώνεις το ταψάκι κι αφού βαστήσεις κομματάκι ζυμάρι για το σταυρό χώρια, το πλάθεις στρογγυλούτσικο και το κάμεις γύρω γύρω με τα χέρια να στρώσει. Πλάθεις μετά δυο λουρίδες και κάμεις ένα σταυρό, αμά τις βρέχεις για να σε κολλήσουνε καλά και βάνεις στη μέση ένα καρύδι. Αφήνεις μια πάλι να πάρει ένα φούσκωμα και το ψήνεις σε σιγανό φούρνο, μην αρπάξει. Η Σουλτάνα, εκτός απέ το σταυρό, κάμει κι άλλα σκέδια με το ζυμάρι, λουλουδάκια, αθρωπάκια...
- Ωραία! Κι εγώ φτιάχνω σχεδιάκια αλλά βάζω μόνο λαδάκι, νηστίσιμο δηλαδή είναι. Με τόσα γλυκά, μη φορτώνουμε και το Χριστόψωμο... 
- Ε! Άμα σε λέω που γένεται πολύ ωραίο έτσι... Μια να το δοκιμάσεις και θα με πεις μετά! Στο τραπέζι, μήτε ψίχουλο δεν έμεικε, φαγώθηκε όλο!
Ητανάνε κι ο κουμπάρος μας, φαγανός και πολύ χωρατατζής άθρωπος και γένηκε...τι να σε λέω! Τον είχε βάλει μια στο μάτι κι αυτός δεν τήνε ήθελε, αμά τήνε πήρε στο τέλος, θα σε πω την ιστορία μετά να γελάσεις!
Κατά το απόγεμα αργά, τον είπα το Γιάννη να πάμε κομματάκι κι απέ την αδερφή μου, να ευχηθώ κι εγώ σε όλοι που είχανε μαζωχτεί εκεί.
- Δέχτηκε; 
- Στην αρχή, μήτε που να το ακούσει! Αμά τον είπε ο κουμπάρος δυο λόγια να πούμε, ήμουνε κι έγκυα και τι να 'κανε, με λέει πάμε.


Από το καλύτερο ζαχαροπλαστείο αγόρασαν γλυκά κι ένα ποτό, έτσι για να φανεί ο γαμπρός. Μπήκε καμαρωτός στο σπίτι της κουνιάδας του κι έβγαλε αμέσως το παλτό της Άνθως για να δείξει τη μεταξωτή εσάρπα. Η Σουλτάνα τους καλοδέχτηκε, ευχήθηκε, τους φίλησε και τους πρόσφερε απ' όλα τα καλά που είχε το τραπέζι. Ο Γιάννης είχε αγοράσει τσιγάρα ακριβά για την περίσταση, όμως γέμισε κρυφά τις τσέπες του σακακιού του από τα πακέτα των άλλων...
- Εκεί να διείς τι γένηκε! Ήρτανε τα μικρά της Σουλτάνας με τα παιχνιδάκια που τους είχα πάρει και με τα δείχνανε! Τα άλλα που είχα ψουνίσει για τα παιδιά της Φωτεινής και της Αθηνάς, τα είχε κρύψει η Σουλτάνα για να τους τα δώκω κρυφά, αμά ο Ιάκωβος κι η Δομνίτσα που σκαλίζανε το σπίτι ούλο τα βρήκανε και τα φέρανε κι αυτά! Δεν το περίμενε η αδερφή μου που θα παγαίναμε τα Χριστούγεννα και δεν επρόλαβε να καταχωνιάσει και των παιδιών της! Ο Γιάννης το κατάλαβε και με κοίταε με πονηρία κι εμένα πια ταμπλάς πήε να μ' έρτει, τι να σε λέω! Να σε πω και την αλήθεια, με βάλανε κρυφά κι οι άλλες μου οι αδερφάδες κάτι στην τσέπη να πούμε, να ψουνίσω ό,τι θέλω. Παράδες πολλοί δεν είχανε, αμά αυτό που μπορούσανε...

Περασμένα μεσάνυχτα έφυγαν από της Σουλτάνας, φορτωμένοι γλυκά. Φοινίκια, δίπλες, κουραμπιέδες, σοκολατάκια, όλα χωρισμένα με χρυσόχαρτο και στολισμένα με κορδέλες κόκκινες, σε καινούργιες μεγάλες πιατέλες. Μία για κάθε αδερφή και κουνιάδα, έτσι για το καλό. Της Ανθούλας ήταν περισσότερο φορτωμένη και τους την έδωσε διακριτικά για να μη δουν οι κουνιάδες της.
- Στο καλό να πάτε και μακάρι να έρτετε και την Καλή Βραδιά! Αργά θα μαζωχτούνε εδώ, αλλάξετε το χρόνο κι ερχούσαστε, ναι; 
Δεν πρόλαβε να κλείσει την πόρτα η Σουλτάνα κι ο Γιάννης άρχισε να καλοπιάνει την Ανθούλα για να μάθει... 
- Κόκκινη σαν το παντζάρι είχα γένει! Με γελούσε πονηρά και στα μάτια μέσα με κοίταε και μ' αρώταε!
- Δε με λες μπρε Άνθω μου, σε είπα εγώ ποτές να μη δώκεις ένα πράμα στα ανίψια σου; Τι με τα κρύβεις, ε; Χαϊβάνι είμαι και δεν καταλαβαίνω για;
- Τι σε έκρυψα, τίποτις δεν σε έκρυψα! Πράματα εγώ δεν τα έδωκα, παράδες δεν έχω, πως θα τα ψούνιζα για; Μωρά είναι, τα πήρανε τα παιχνιδάκια δεν ξεύρω ποιοι και με τα δείχνανε!
- Μπρε, εμένα τέτοια πράματα μη με τα λες! Δεν τήνε είδα τη Σουλτάνα και τις άλλες που τις έπιασε φόβος; Κόκκινες γενήκανε, όπως γένηκες κι εσύ! Δε σε είπα να μην έχεις το χαρτζιλίκι σου, πάντα δε σε έδινα κι εγώ κρυφά και τα 'βανες στη ντουλάπα μας μέσα; Κι απέ τα μιστά σου που εδούλευες, καλά να έκαμες και να κρατούσες κι έτσι είναι το σωστό, έλα όμως που μας βρήκανε ζορίσματα και τα χαλάσαμε... Μπρε συ, μπα κι έχεις κάνα κρυφό κομπόδεμα; Εγώ που είμαι πολύ κύριος, εξόδεψα όλοι μου τοις παράδες για να πάμε αθρωπεμένα στην αδερφή σου τη γλωσσού, να μην έχει να λέει! Απέ το καλύτερο μαγαζί την ψουνίσαμε και μας εκοιτούσανε ούλοι που την έδωκα γλυκά και πιοτό! 
Σκόπιμα ο Γιάννης για να δειχτεί, δεν της τα πρόσφερε όταν μπήκαν στο διάδρομο που άφησαν τα πανωφόρια τους, αλλά περνώντας στη σάλα που ήταν όλοι μαζεμένοι. Η επίσκεψή τους έπρεπε να συζητηθεί, γι' αυτό τα κρατούσε επιδεικτικά, να καμαρώσουν όλοι το γαλαντόμο γαμπρό που ξόδευε παράδες για την εορταστική επίσκεψη στην κουνιάδα...
Από την επόμενη μέρα, η Ανθούλα κατάλαβε ότι ο άντρας της ψαχούλευε το δωμάτιο. Λίγο τα ρούχα στα συρτάρια, λίγο οι πετσέτες και τα σεντόνια, μέχρι και τα κουτιά των παπουτσιών ήταν βαλμένα λίγο στραβά. Του είχε μπει η ιδέα και δεν θα ησύχαζε αν δεν ανακάλυπτε το "μικρό θησαυρό" της. Τα λεφτουδάκια που της έδωσαν οι άλλες της οι αδερφές, πρόλαβε και τα έκρυψε στον κόρφο της κι έπειτα κάτω από το στρώμα κι αυτά.


- Για να τον φύει η ιδέα, τα πήρα απέ το σωμιέ και τα ΄βαλα στο εικονοστάσι! Λέω, που θα πάει, θα διεί και κάτου απέ το στρώμα, κει δα τα έκρυβε κι η μαμά του!
Ευτυχώς που τα πήρα, γιατί ητανάνε και πολύ πονηρός! Χα χα χα χα! Την Κυριακή που δεν εδούλεψε, με λέει μπρε Άνθω, κομμάτι το στρώμα να σηκώσω, να το γυρίσουμε πρέπει! Και με κοίταε μες στα μάτια, να διεί τι θα κάμω, ακούς; Τον λέω ναι Γιάννη μου, να βγάλουμε τα σκεπάσματα και τα σεντόνια και το γυρνάς!
- Άνετη εσύ βέβαια! Χα χα χα! 
- Ναι για! Το γυρνάει το στρώμα και είχε κατσουφιάσει κομμάτι! Σε λέει, είχε λίγοι παράδες και τοις εξόδεψε στα δώρα...






Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Τι θα γένει δω μέσα, με λες;



- Διε τα χάλια του γιόκα σου! Δε φτάνει που μας έφερε νύφη που δεν έχει μήτε μια κόχη δικιά της, τη γκάστρωσε κι απέ πάνου στο γλήγορο! 
Τι θα γένει δω μέσα, με λες; Τόσοι μήνες χωρίς δουλειά κι αυτή και να κάμει και τα νάζια της! Τούτο δε θέλει, τ' άλλο δεν τρώγει, έχεις και τον άλλονε να την αρωτάει όλη την ώρα μπας και τη μύρισε τίποτις κι όλο τα κοκορέτσια και τα κεφαλάκια να την κουβαλάει! Όλα τα 'χαμε, αυτό μας έλειπε για! Τα ιπέκια τη μαράνανε, πόσοι παράδες θα 'δωκε ο πασάς σου άραγες; Η Σουλτάνα που μας κοιτά με μισό μάτι τι κάμει, ε; Ας τήνε πάρει σπίτι της να τήνε κάμει τα κέφια της! 
- Τι λες τώρα μπρε κόρη μου; Θα φύει απέ δω να μείκει στης αδερφής της; Που ακουστήκανε αυτά τα πράματα, ε; Θα περάσει ο καιρός κι άμα γεννήσει θα βγει και πάλι στο μεροκάματο. Μπας κι έπαιρνε απέ λόγια ο αδερφός σου, άμα τον λέγαμε να μη τήνε πάρει; Κοτζάμ λεβεντόπαιδο είναι, την καλύτερη θα τον δίναμε και θα 'τανε πασάς, όχι να τόνε τρώγει κι αυτόνε το μεροδούλι... Διε που δεν κάμει μεροκάματο κάθε μέρα και τα πράματα σφίγγουνε και βάνει στην πάντα παράδες για το γιατρό! Φοβάται λέει μη και δεν τήνε κοιτάξουνε καλά και χάσει το παιδί, όπως τα 'παθε η Διονυσού του ποδηλατά. Πως εγλύτωσε απέ τα χέρια του αντρούς της ο γιατρός, θάμα είναι, απέ το λαιμό τον έπιασε σε λέει να τόνε πνίξει! 

Φούσκωνε η κοιλιά της Ανθούλας κι εκείνη καμάρωνε χαζεύοντας τις βιτρίνες που είχαν στολιστεί με τα καλά τους. Με το κόκκινο ριχτό φόρεμα και το μπλε παλτό με τις μεγάλες και βαθιές τσέπες που ζέσταιναν τα χέρια της κι έκρυβαν τους παράδες, σκεφτόταν ποιο καπέλο να διαλέξει. 
- Ας είναι καλά η αδερφούλα μου που με τοις έδωκε! Να περάσω κι απέ το μαγαζί του γαμπρού μου, να πάρω τα παπούτσια που μ' έταξε... Ρηχά με είπε που είναι, να χωρούνε τα ποδάρια μου που με πριστήκανε... Λυσσιάξανε κει πέρα με την εσάρπα τη μεταξωτή που με πήρε ο Γιάννης! Τόσοι μήνες τα μάζωχνε ο καημένος για να με την κάμει δώρο που με άρεσε... Να πάρω και κάνα παιχνιδάκι για τ' ανίψια μου, αμά κρυφά, μήτε ο άντρας μου να μη το ξεύρει... Άμα μ' αρωτήξει που βρήκα παράδες, τι να τόνε πω για, απέ το χαρτζιλίκι μου; Πέντε είναι, ζωή και χρόνια να 'χουνε τα τζιέρια μου! 
Η Σουλτάνα έφτασε στο μαγαζί φορτωμένη πακέτα. Ντυμένη κομψά, φορώντας πολλά από τα χρυσαφικά της, όπως καλούσαν οι μέρες οι γιορτινές, καλημέριζε τους γείτονες με ευχές και γέλια. 
- Γιώργο μου! Έλα να με ξαλαφρώσεις κομματάκι μπέη μου! Αχ και τι ωραία ζεστούλα έχει εδώ! Τα ποδάρια μου δεν τα νιώθω απέ το κρύο για! Τσαγάκι με μυρίζει, να πιω κομμάτι να ζεσταθούνε τα μέσα μου! Ψούνισα τα δώρα για όλους και ξέγνοιασα, αμά τα δικά μου αύριο πια, με ησυχία. Να διείς τι σε πήρα πασά μου, καζάκα μάλλινη σιέλ που σε πάει και το χρώμα! Η Άνθω ακόμα δεν ήρτε; Που γυρνάει κι αυτή με την κοιλιά εκεί μες στο κρύο; Να σε πω, να τη δώκω σήμερα τα δώρα της λες, να τα βάλει τα Χριστούγεννα να χαρεί; Πολύ στεναχωριέμαι που θα κάμουμε χώρια τις γιορτές... Αμά και τι να κάμω, όλο το σόι του γαμπρού θα ΄πρεπε να καλέσω και καλά καλά δεν τα 'χουμε με δαύτοι... Να μείσκανε μόνοι τους, μάλιστα, αν και δεν τόνε θέλω τον αδικιωρισμένο θα το έκαμα για την αδερφούλα μου, δε θα μείκουμε η μια μακριά απέ την άλληνα για δαύτονα! Πολύ τήνε σκέπτουμαι μπρε άντρα μου, πάρα πολύ... 

Η Ανθούλα άκουσε τα τελευταία λόγια της Σουλτάνας μπαίνοντας στο μαγαζί. Ο υπάλληλος που στεκόταν στην πόρτα και υποδεχόταν τους πελάτες ανοιγοκλείνοντας την καλημέρισε ευγενικά και πήρε τις τσάντες και το μεγάλο πακέτο από τα χέρια της. 
- Μπρε καλώς τηνε με τα ψούνια της! Έλα, κάτσε να ζεσταθείς κομμάτι μπρε κουνιάδα! Και να διείς τι ωραία παπούτσια σ' έχω κρατήσει! Το μωρό κλωτσάει, κλωτσάει; Χα χα χα χα! Βόλτα με το κρύο το 'βγαλες κι εσύ μπρε Άνθω μου! 
- Καλά σε λέει μπρε ο γαμπρός σου! Τόσες ώρες μες στοις δρόμοι μη και πάρεις κάνα κρύο έγκυα γυναίκα! Ο άντρας σου πού είναι, στο σπίτι και ραχατίζει σαν τον πασά;

- Στη δουλειά είναι κι είπα να βγω κομματάκι όξω κι εγώ να κάμω ένα σεργιάνι. Άμα στο σπίτι ητανάνε δε θα με άφηνε για! Να σε δείξω τι ψούνισα, καπέλο γούνινο και γιακά! Επήρα κάτι και για τα παιδιά... 
- Τίποτις να μην τα ψούνιζες Άνθω! Ξένοι δεν είμαστε για, σάματις δεν ξέρουμε που δύσκολα τα φέρνετε βόλτα; Για να διω τα δικά σου πως σε πάνε! Απα πα πα καλέ, τι ομορφάδες είναι αυτές, κούκλα είσαι! Με γεια σου τζιέρι μου και με το καλό να λευτερωθείς! Κι εγώ σε πήρα κάπα κόκκινη με γάντια ίδια, διε τι ωραία που είναι! Πάμε κομματάκι και στο κομμωτήριο να σιάξουμε τα μαλλιά μας, άμα πιεις το τσαγάκι σου, ναι;
- Σουλτάνα, εσύ με τα πήρες και το ξεύρεις... Χάλασα απέ τοις παράδες που με έδωκες... 

- Καλά έκαμες, γι' αυτό σε τοις έδωκα! Αμά για τοις άλλοι, σε τα πήρα μονάχη μου και σε τα 'δωκα εδώ στο μαγαζί! Αμά την κάπα και τα γάντια που θα διούνε μαζί με τα γούνινα, κομμάτι πολύ δεν πάει; Να σε τα δώκω για την Καλή Βραδιά, μη τα πας μαζωμένα και σε τρώει κι η γλώσσα τους! Τα σημερινά μη ξεχάσεις, σε τα πήρα πιο νωρίς για τα Χριστούγεννα θα πεις!
- Ναι, ναι, έτσι θα πω. Ο Γιάννης με πήρε την εσάρπα τη μεταξωτή που με άρεσε πολύ, ακριβό δώρο και καλό! 
- Πάλι καλά! Γιατί να μη σε κάμει δώρο ακριβό, σάμπως και δεν το αξίζεις; Οι άλλες θα τον κάμανε κάνα πατιρντί στα σίγουρα... Αχ μπρε κοκόνα μου...και να 'ξευρες τι καημό έχω μέσα μου... Να φύγεις απέ κει μέσα, να στήσετε δικό σας νοικοκεριό, τώρα και με το παιδί τι θα γένει... Λεχώνα θα βγεις να ξενοδουλεύεις μπρε; Δούλα γένηκες που σε είχαμε πως και τι... Δε θέλαμε να κάμουμε όλοι μαζί τις γιορτές και να φάμε και να πιούμε μπρε; Αμά, πως θα φύεις απέ κει μέσα, όλοι πρέπει να έρτουνε στο σπίτι μου, πες με τι να κάμω για; Άμα κι η παντρεμένη η αδερφή του θα 'ναι με τον άντρα της, που ο χριστιανός δε με φταίει σε τίποτις, αμά αυτή μας βλέπει στραβά κι η άλλη που τόνε φύτεψε και γύρισε πάλι εκεί και τη θρέφει ο άντρας σου... Να πω την πεθερά σου; Κακός χρόνος να την εύρη κι αυτήνα, που την έπεσες και λίγη... Ό,τι αξίζει ο πεθερός σου, καλός άθρωπος αυτός, αμά και τι να σε κάμει μέσα στα φίδια κει πέρα; 

Στο μεροκάματο είναι κι οι άλλες μας οι αδερφάδες, αμά επήρανε αθρώποι καλοί και πέσανε και σε πεθερικά της προκοπής κι έχουνε τα δικά τους σπίτια... Δεν ξεύρω τι να κάμω... 
Η Ανθούλα είχε χαμηλώσει το κεφάλι κι έπαιζε μηχανικά με τη φουντίτσα του κασκόλ της. Αγαπούσε το Γιάννη κι έκανε υπομονή, απέφευγε να τα λέει όλα στις αδερφές της για να μη χειροτερέψουν τα πράγματα. Κάτι όμως στο βλέμμα της, έδειχνε ότι περνούσε στεναχώριες... 
- Σουλτάνα, ξεύρεις, ο Γιάννης σε λίγοι μήνες θα φύει να υπερετήσει... Ίσια που θα διει το παιδί να σαραντίσει...

- Συφορά μας! Και θα μείκεις εκεί με το παιδί μονάχη σου; Αστράτευτος άντρας, οι παντρειές τόνε μαράνανε! Θα πρέπει να κόψεις το λαιμό σου να το μεγαλώνεις, ο μπαμπάς του ίσα που τα βγάνει πέρα με τη στέρηση! Διε, ας έρτει η ώρα η καλή να λευτερωθείς μ' ένα γερό παιδί και θα τον μιλήσω πάλι εγώ να διούμε τι θα γένει... Με αρέσει που 'χει και τη μύτη κει πάνου ο αδικιωρισμένος, κατάλαβες; 




Με τα καινούργια της παπούτσια και τα γούνινα αξεσουάρ στα φανταχτερά πακέτα, μπήκε τρέμοντας από το κρύο στο σπίτι. Ο Γιάννης δεν είχε γυρίσει ακόμα κι οι κουνιάδες με την πεθερά την κοίταξαν έκπληκτες. Φρεσκοχτενισμένα τα μαλλιά της σε μπούκλες, στεφάνωναν με χάρη το στρογγυλό της πρόσωπο και το λαμπερό της χαμόγελο έδειχνε ότι ήταν ευχαριστημένη. 
- Μπα! Γι' αυτό έκαμες τόσες ώρες να γυρίσεις; Και ψούνια και κομμωτήρια; Τι θα τον πω το γιο μου που 'σουνα στοις δρόμοι με τα κρύα έγκυα γυναίκα, ε; Απέ το πρωί λείπεις κι έφτασε μεσημέρι! Τοις κόποι του εβγήκες να πετάξεις, που θα πάει στρατιώτης και δε θα 'χει μήτε έναν τσιγάρο να πιει! 
- Η αδερφή μου η Σουλτάνα με τα ψούνισε όλα, εγώ παράδες δεν έχω! Μήτε ο Γιάννης έχει, δεν το ξεύρεις μαμά; Και τα μαλλιά μου εκείνη πλέρωσε και με τα λούσανε και με τα σιάξανε! Και με είπε που να μη σκύβω με την κοιλιά και στεναχωράω το παιδί, ίσια με δυο χέρια που τα περνάω ώρα θέλει... Στα μισά της βδομάδας θα με πάει και στα λουτρά, που οι ατμοί βοηθούνε λέει για τη γέννα! Φοβάται και να μη πάρω κάνα κρύο κι ούτε γιατρικό δεν κάνει να πιω... 
- Η Σουλτάνα.... Μπρε συ, άμα ήθελε να σε βοηθήσει, παράδες έπρεπε να σε δώκει! Να μείσκανε απέ τη δούλεψή του, για να ΄χει κι αυτός ο γιος μου που θα φύει στρατιώτης το κατιτίς του! Πόσα τον ζήτηξε ο γιατρός να σε ξεγεννήσει ξεύρεις; Πτωχοί αθρώποι είμαστε, στον καλύτερο έπρεπε να πας; Δε σε λέγω να είναι χασάπης να σε πιάσει σαν το σφαχτό, θαρρείς που κι εγώ δεν έχω την έγνοια σου; Αγγόνι θα με κάμεις, στο κεφάλι μου και παραπάνω θα το ΄χω, αμά έχει πουληθεί ολάκερος σε λέω! Της αξαδέρφης μου η κόρη μια χαρά δεν λευτερώθηκε και στα τρία της τα παιδιά; Κακό πράμα έχεις Άνθω, δεν σκέφτεσαι τίποτις! Δε σε λέω που 'σαι κακιά κοπέλα και σεβαστικιά είσαι και ήσυχια είσαι, αμά πες με τι προκοπή θα γένει, ε; Τόνε λιμπιζούντουσανε το γιο μου καν και καν κοπέλες με παράδες και σπίτια δικά τους! Μια απέ δαύτες άμα έπαιρνε, θα 'χε την κόχη του, θα εργαζούτανε αμά δε θα έμεισκε έτσι δα χωρίς τίποτις! Διε τώρα χάλι μαύρο, τι θα γένει δω πέρα; Που είχε υποχρεώσεις, δεν το ήξευρες; Κι αυτό το πράμα, το ΄να δεν τρως, τ' άλλο δε θέλεις... Όλο όξω για τοις μεζέδες όλη την ώρα, φαγιά καλά δεν ψήνουμε εδώ; Και τα κρεατερά και τα λαδερά, τι σε λείπει για; Τόνε φέρνεις και τον άντρα σου σε τέτοια θέση να στενοχωρεύεται και να μη ξεύρει τι να σε κάμει για να μη μείσκεις νηστικιά... Άμα μπείτε σε δικό σας σπίτι, κάμε ό,τι θέλεις, αμά σε μεγάλη φαμίλια μέσα τα φαγάκια πρέπει να φτουράνε... 
Η Ανθούλα δεν απάντησε. Το φαρμακερό βλέμμα της κουνιάδας της την έκανε να σφίξει στην αγκαλιά της τα πακέτα και να φύγει τρέχοντας για το δωμάτιό τους. Σε λίγο άκουσε και την άλλη να έρχεται, με την κλάψα και τη μουρμούρα μόνιμα. Τα πιατικά στρώθηκαν στο τραπέζι και η αχνιστή ψαρόσουπα σερβιρίστηκε με τα λαχανικά στο λαδολέμονο. Τη φώναξαν για να φάνε όλες μαζί. Η όρεξή της, δεν τραβούσε ψαρόσουπααλλά θα έκανε υπομονή... 
- Φάε μπρε Άνθω κομματάκι ακόμα, για δυο πρέπει να τρώγεις, δεν το ξεύρεις; Τι ουσία θα πάρει το παιδί με δυο τρεις βούκες, με λες; 
- Χόρτασα, άλλο δεν πεινάω... 
- Άστηνα μαμά, αφού σε λέει που δε θέλει! Ψαρόσουπα το μωρό δεν τη ζητάει, κάνα κεμπάπι άμα είχε να διείς πως τα το έκαμε μια χαψιά! 



Ο Γιάννης γύρισε την ώρα που μάζευαν το τραπέζι και το πιάτο ήταν ακόμα μπροστά στη γυναίκα του. 
- Καλώς το γιο μου! Κάτσε να σε βάλω να φας, ωραία σούπα έχουμε, με ψαράκια διάφορα! 
- Άνθω! Ακόμα να φας εσύ; Δε σε έχω πει να μη με περιμένεις και να μείσκεις έτσι;
- Έφαγα Γιάννη μου, χόρτασα! 
- Τι έφαες μπρε γυναίκα, με λες; Γιομάτο είναι το πιάτο σου, σάμπως και το λείπουνε δυο κουταλιές μονάχα! Μπα και σε τραβάει η όρεξή σου τίποτις άλλο να πάω να σε το φέρω; Πες με τι θες;
Τα χαμηλωμένα μάτια και το αμήχανο χαμόγελο της Ανθούλας, άνοιξαν τα στόματα των γυναικών. Ο Γιάννης έφαγε με όρεξη, ήπιε κι ένα ποτηράκι κρασί και στάθηκε κοντά στην ξυλόσομπα να ζεσταθεί. Στο δωμάτιό τους, τα πακέτα είχαν ανοιχτεί και καμάρωναν απλωμένα στο κρεβάτι τα γούνινα και τα παπούτσια. 
- Πω πω πω! Τι είναι όλα τούτα μπρε γυναίκα; Καπέλο, γιακάς μεγάλος, παπούτσια! Που βρήκες τόσοι παράδες; Ακριβά πράματα, πολύ ακριβά!
- Η Σουλτάνα Γιάννη μου, δώρο με τα έκαμε! Τα παπούτσια ο γαμπρός μου, τα καλύτερα είναι...
- Σε τα πήρε η αδερφή σου, ε; Και στο κομμωτήριο πήες, γκιουζέλα γένηκες! Μαζί επήατε κι εκεί; Καλά σε έκαμε, αδερφή της είσαι κι αυτοί παράδες έχουνε πολλοί! Βλέπω εγώ τι γένεται στο μαγαζί, κόσμος μπαίνει και βγαίνει συνέχεια! Καλό μεροκάματο βγάνει ο Γιώργος κι έχει η Σουλτάνα μπόλικοι παράδες στη μπάνκα! Αμά, σαν η πιο μικρή που είσαι, να σε κοιτάζει πρέπει που δεν είμαστε πλούσιοι!
- Παράπονο δεν έχω, με δίνει πάντα! 
- Τι σε δίνει πάντα για; Σ' έκαμε στο γάμο δώρα, σε ψούνισε κι αυτά για τις μέρες τις καλές! Τι πάντα με λες; Σάματις να σε δίνει παράδες κάμεις! Άμα με κοιτάει με ένα μάτι, την κοιτάω κι εγώ με μισό, σε το λέω να το ξεύρεις! Καλή χριστιανή άμα ητανάνε, έπρεπε να σε βοηθήσει, είσαι κι έγκυα γυναίκα! Εγώ θα φύω σε λίγο καιρό, τέσσερα χρόνια στρατιώτης θα κάμω, να σε παρασταθεί κι εκείνη! Για το παιδί δε γνοιάζουμαι, όλοι εδώ θα το μεγαλώσουνε, τζιέρι τους είναι! 
Να τη μιλήσεις για να καταλάβει κι αυτή δυο πράματα σε λέω, όχι μονάχα τη φιγούρα να κοιτάει! Ωραία και καλά τα ψούνια που σ' έκαμε, αμά να την πεις που δεν έχεις παράδες που θα φύω, να σε βοηθήσει κομμάτι! Όχι όμως που εγώ το είπα και το ξεύρω, απέ μονάχη σου σε λέω να τα πεις!
- Δε μπορώ να την πω τέτοιο πράμα Γιάννη... Αυτή εφώναζε να μη σε πάρω και μ΄έλεγε ένα σωρό λόγια, παράδες θα πάω να τη ζητήσω;
- Είπε και είπε! Λες και δεν τα ξεύρω! Και οι δικοί μου είπανε, αμά εγώ σε στεφάνωσα και δεν άκουσα μήτε μάνα, μήτε αδερφάδες! Κι εσένα σε είπα μην ακούς κανένανε, εγώ είμαι εδώ! Μείσκουμε μαζί τους σ' ένα σπίτι, όξω δε μας εβγάλανε! Άιντε, βάλε το χοντρό σου το παλτό να σε πάω να φας ένα σουγλάκι, που έμεικες πάλι νηστικιά

Άλλο που δεν ήθελε η Ανθούλα! Πέρασε σιωπηλή από την κουζίνα που κάθονταν πεθερά και κουνιάδες, στάθηκε λίγο στην πόρτα και μ' ένα χαμόγελο τις χαιρέτισε κι έφυγε πιασμένη στο μπράτσο του Γιάννη, για πίτα με ντονέρ και ξεροψημένες τηγανητές πατάτες... 







Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Ιπέκια θέλει ελόγου της να στρώσει;



- Μπρε συ, όλα τα 'μαθα για δαύτονα! Δε σε είπα που θα 'χει μεγάλο κουσούρι; Γυναικάς απέ τους λίγους, μήτε θηλυκό κουνούπι δεν αφήνει όρθιο, ανάσκελα το ρίχνει! 
Με τα χέρια στη μέση η Σουλτάνααπαριθμούσε τα ελαττώματα του Γιάννη και της φαμίλιας του. Λυτούς και δεμένους είχε βάλει, για να ψάξουν, να μάθουν.
Έπρεπε να ξέρουν οι αδερφές της ποιος ήταν αυτός που ξελόγιασε τη μικρή κι ήθελε να την παντρευτεί. Ο αδερφός τους ο Θοδωρής υπηρετούσε και σπάνια τους έστελνε γράμμα. Είχε ερωτευτεί και μια κοπέλα από τον πάνω μαχαλά κι η έννοια του ήταν πότε θα απολυθεί για να δώσει λόγο στους δικούς της. 
- Δεν κάμει αυτός ο άθρωπος για σένανε, κατάλαβέ το μπρε Άνθω! Υπερέτρια θα γένεις στο σόι του, καταλαβαίνεις τι σε λέω; Μικρούλα είσαι ακόμα για, θ' ανοίξει η τύχη σου, θα βρεθεί ένα καλό παιδί με μια δουλίτσα σταθερή να φας ένα κομμάτι γλυκό ψωμί! Τον πρώτο καιρό που ητανάνε στα ντουζένια του, όλα καλά με τις αρρεβωνιάρες, αμά σε λίγο τις έκαμε τις κουτσουκέλες του! Βέρα δεν τους είχε περάσει βέβαια, αμά στο επίσημο ητανάνε. Χώρια που έμπαινε η μάνα του στη μέση και παίρνανε δρόμο οι κοπέλες! Σε λένε, που πάω να πέσω; Ζακέτο είναι η παντρειά, μια που το βάζεις και μια που το βγάζεις; Ζωή ολάκερη είναι μπρε συ! 
Σε βαριά μελαγχολία έπεσε η Ανθούλα. Έσβησε το χαμόγελο απ' τα χείλη της και το ύφος της ήταν μόνιμα παραπονεμένο.
- Σουλτάνα, τι θα γένει με τη μικρή;
- Θα σκάσω μπρε Φωτεινούλα μου, διε κακό που μας βρήκε... Σάματις δε θέλουμε να τη διούμε ευτυχισμένη τη μικρή μας; Αμά, πως να κλείσουμε τα μάτια και να την πούμε το ναι, με λες; Άλλοι στη θέση μας, αμάν θα κάμανε για να τήνε ξεφορτωθούνε και να μην έχουνε την έγνοια της, εμείς όμως είμαστε άλλης καρδιάς αθρώποι. Αμά κι εσύ μπρε ζεβζέκα, καντάδα την έκαμε και χαμπάρι δεν επήρες! Άκου κει να νομίζεις που 'καμνε την Κυριακούλα! Τι να σε πω μπρε, α πα πα πα... Έπρεπε να ήμουνε εγώ και θα 'βλεπες τι θα τον έκαμνα το γιαλαντζί ασίκη, που κακό χρόνο να ΄χει ο αδικιωρισμένος, την κεφάλα στα δυο θα τον έσπαζα! 
- Αχ...
- Πού να τήνε πάρει και να τήνε πάει, με λες; Να πεις που έχει μια δουλίτσα σταθερή και βγάνει δυο παράδες σίγουροι, να πιάσουνε ένα σπιτάκι να στήσουνε το νοικοκεριό τους, να κάμουμε κι εμείς ό,τι μπορούμε, όχι δε σε λέω! Αμά, πες με μπρε, απέ που να τόνε πιάσουμε; Μια που είναι γυναικάς πολύ κι αυτό το χούι δεν κόβεται, δυο που θέλει να τήνε βάλει μέσα στο σπίτι της μάνας του με όλους στο κεφάλι της να τους κάμει τη δούλα, τρεις που απέ τα μιστά του όλοι  περιμένουνε... Και να καλοδούλευε, πάει στα κομμάτια, το ψωμί ψωμάκι θα πει η μικρή κει μέσα... Μου θέλουνε και νύφη παραλού τρομάρα τους! Να διούνε τη μούρη τους πρώτα, που λογαριάζουνε με την παντρειά του να κάμουνε την τύχη τους! Άμα έτσι σκέπτουνται η τρελοφαμίλια του κι αυτός συφεροντολόγος δε θα ΄ναι, ε; Πες με σε παρακαλώ! Μαύρη ώρα που τη μίλησε και τήνε ξελόγιασε την αδερφούλα μας, κακός του χρόνος και μαύρος του αδικιωρισμένου! Το άλλο το νέο το 'μαθες; Την έστειλε ραβασάκι, που θα πάει λέει να βρει το μπαμπά μας να τα μιλήσουνε! Κι άμα πει αυτός το ναι, πάει αδερφή, καήκαμε! 

Τον έπιασε ο Γιάννης στην ταβέρνα που μπεκρούλιαζε, τον κέρασε κάμποσα ποτήρια κρασί και καλό μεζέ, άφησε και στο μικρό που σερβίριζε μερικούς παράδες και τον πήρε με καλό μάτι ο πεθερός.  
- Θα τήνε έχω στο κεφάλι μου κι ακόμα πιο πάνω την κόρη σου! Πλούσιος μπορεί να μην είμαι, αμά νοικοκυραίοι αθρώποι όλη η φαμίλια μου είναι, θα δουλέψουμε και θα φκιάσουμε καλό σπιτικό. Και οι άλλες σου οι δυο κόρες στο μεροκάματο είναι, αμά κι οι γαμπροί σου καλοί σε βγήκανε, η Σουλτάνα μόνο στέκει πιο καλά. Έτυχε αυτή και τόνε βρήκε με το μαγαζί δικό του, τι να κάμουμε; Μια αδερφή τους έμεικε κι άμα θέλει κείνη να τον πει για να βοηθήσει...
Με το πες πες και το κρασί, έδωσε τα χέρια με τον πατέρα. Ο καβγάς που του έστησε η Σουλτάνα, τον έκανε να φύγει και να μη ξαναπατήσει στο σπίτι της. 
- Μπαμπά, μη με συχύζεις σε λέω! Εσύ τήνε μεγαλώνεις την Άνθω; Εσύ τήνε ταΐζεις, εσύ τήνε ποτίζεις, εσύ τήνε ντύνεις; Που αν ήσουνε εντάξει, θα τρώγαμε με χρυσά κουτάλια και θα 'χαμε πλούτη ίσια με τα γεροντάματά μας, αλλά που; Έκαμες ό,τι έκαμες, χάσαμε τη μαμά μας απέ τον καημό της, που μόνο μέσα στο σπίτι δε μας εκουβάλησες τις γκόμενες, να πάρεις και τη μικρή στο λαιμό σου τώρα; Κι αυτά που με λες για τον άντρα μου να τα ξεχάσεις, ακούς; Τι τόνε πέρασες το Γιώργο, όλους στο κεφάλι του θα σας έχει; Και μη νομίζεις που δεν ξεύρω τις παράδες που σε δίνει άμα παγαίνεις απέ το μαγαζί! Κείνος μπορεί να μη με λέει τίποτις, αμά ο κόσμος μάτια έχει και βλέπει, όλα με τα λένε! Επειδής αυτός ξελόγιασε τη μικρή, έβαλε με το νου του να μασήσει απέ τον δικό μου τον άντρα;
Τον κακό του τον καιρό να τον πεις, δεν είμαστε κορόιδα, το λαιμό του να κόψει και να τήνε ζήσει άμα τόσο τήνε θέλει! Κι άμα θέλει κι η Άνθω να φάει το κεφάλι της με δαύτονα, άλλο τίποτις δε μποράω να κάμω. Μια τη μίλησα, δυο, εκατό, χαμπάρι δεν παίρνει! 


Έδωσε την ευχή του ο πατέρας κι επισήμως πια σεργιάνιζαν καμαρωτοί, ενώ η Σουλτάνα άφριζε απ' το κακό της.
- Να βάψει το βρακί της μαύρο με τέτοιον άντρα! Φτου στα μούτρα του τον αρσίζη! 
Η Φωτεινή κι η Αθηνά, δεν το πήραν και τόσο βαριά. Αγαπήθηκαν και θα στεφανωθούν, ας δουλέψουνε κι οι δυο να προκόψουνε. 
- Άμα με πήε στο σπίτι του, μόνο ο πατέρας του με είπε καλώς τη νύφη μας. Ητανάνε κι η μαμά του κι οι κουνιάδες μου και με μισό μάτι με κοιτάζανε! Να σε πω την αλήθεια, φοβήθηκα έτσι που τις είδα κι είπα μέσα μου να φύω, να πάω στις αδερφές μου... Αμά έκαμα υπομονή και είπα με τα κείνονα θα ζήσω, θα σιάξουνε τα πράματα. Παγαίναμε περίπατοι, παγωτάκι τρώγαμε, πορτοκαλαδίτσες κρύες στα ωραία τα καζινάκια και βλέπαμε και τη θάλασσα... Εγώ που αγαπούσα το κοκορέτσι, άμα περνούσαμε απέ τις ταβέρνες κι έβλεπα που τα ψήνανε, σκεπτούμουνα τι καλά που θα ητανάνε να μ΄ έλεγε να κάτσουμε εδώ να φάμε και πιούμε και μια κρύα μπυρίτσα! Κι εκείνος που μ' έβλεπε να τα κοιτάζω, τι έλεγε για; Εδώ, μες στον κόσμο δε θα κάτσουμε, μήτε να σε πιάσω το χεράκι σου το ωραίο δε θα μπορώ! Χαχαχαχα! Και πάγαινε και τον έλεγε να τον τυλίξει στο χαρτί μια καλή μερίδα να πούμε, για να το πάρω και να το φάω στο σπίτι! 
Οι αδερφές μου με φωνάζανε, πρόσεχε μη σε ξεγελάσει κακομοίρα μου, το χέρι θα τον κόψουμε άμα το απλώσει παραπάνω! 
- Η Σουλτάνα; 

- Με το ζόρι τόνε μίλαε! Κι οι δικοί του με το ζόρι ήρτανε στο σπίτι για τα δαχτυλίδια, δε με θέλανε που ήμουνα κοπέλα πτωχή, χωρίς σπίτι. Με κάμανε την προικούλα μου οι αδερφές μου, ρουχισμό, πλεχτά, κεντίδια, τα έπιπλα θα τα έκαμε ο αδερφός μου που ητανάνε η δουλειά του, αμά στα πεθερικά μου που μείσκαμε τι να βάναμε μέσα; Η Σουλτάνα με πήρε πράματα πολλά και τα 'δειξε την πεθερά μου και την λέει άμα πάνε στο δικό τους το σπίτι θα τα δώκω, να τα χαρεί η αδερφή μου. Η πεθερά αγρίεψε να πούμε και την λέει την προίκα τήνε δίνουμε στις γάμοι, όχι μετά. Την απαντάει κι η αδερφή μου, που στις γάμοι κάμουνε το σπιτικό τους τα αντρόγυνα και μείσκουνε σαν τα περιστεράκια, όχι με τόσοι νοματαίοι! Διε, τα κουταλάκια κι όλα τα ασημικά και οι πορσελάνες, απέ τη Σουλτάνα είναι! Και παράδες μ' έδωκε κρυφά και με είπε πάρε και να μη το ξέρει κανένας, δικά σου είναι. Κει μέσα, μήτε κάρτσες μήτε παντόφλες δε σε βλέπω να παίρνεις, αξυπόλητη θα 'σαι! Με κοίταξε πολύ η αλήθεια, δε μπορώ να πω. Παράλογη δεν είναι, κωλοπετσωμένη και γλωσσού ναι, αμά στο δίκιο απάνου... 
Έτσι ήταν ανέκαθεν η Σουλτάνα. Το κιουμουρλούκι* της γέμισε πράγματα που αγόραζε κρυφά και φανερά για την προικούλα της Άνθως. 
- Τον κακό της τον καιρό την κατσιβέλα! Ιπέκια* θέλει ελόγου της να στρώσει; Να χαθούνε κι αυτή κι οι κόρες της που θα βάλουνε χέρι στα δικά σου τα πράματα!
Πες τον αυτόνε να σε πιάσει σπίτι, να μείκετε μονάχοι σας το γληγορότερο! Τη στρώση τη νυφικιά θα σε δώκουμε, που 'βγαλε τα μάτια της η αδερφή μας να κεντάει και το ρουχισμό σου. Και πεσκίρια και κουβέρτες και πάπλωμα, ως εκεί! Στο κρεβάτι σου ποδάρι καμιά τους δε θα βάλει, πάρτα και χαλάλι σου! Τα άλλα σου όμως τα προικιά, στο δικό σας το σπίτι, τ' ακούς; 



Ο γάμος έγινε πριν συμπληρώσει η Ανθούλα τα δεκαεπτά.
Χαμόγελο δεν έσκασε στα χείλη τους αφού την κοιτούσαν με μισό μάτι...
- Εκάμαμε κι ένα τραπέζι στο σπίτι, ίσα ίσα οι αδερφάδες μου με τις γαμπροί, ο αδερφός μας, ο μπαμπάς μας κι ο κουμπάρος. Ο Γιάννης εφώναξε και δυο φίλοι του με τα όργανα, ίσια με το πρωί γλεντήσαμε! Οι κουνιάδες μου όλο νεύρα είχανε που ετοιμάζανε τα φαγιά, στραβά μας βλέπανε κι εμένα και τη φαμίλια μου κι όλο πετούσανε τις κουβέντες τους... Ο Γιάννης είχε στείλει στο φούρνο ένα αρνί ολόκληρο και με καθάριζε το κεφαλάκι που με άρεσε πολύ και με τάϊζε και με λέει η Σουλτάνα στ' αυτί, φάε τώρα, γιατί σε βλέπω με φασούλια να τη βγάζεις από δω και πέρα! Χα χα χα χα! Και να σε πω, με πήε μέσα στην κάμαρή μας και μ' έδωκε κι άλλοι παράδες, μαζί σηκώσαμε το στρώμα και με τα ΄βαλε απέ κάτου, μη και τα διεί κανείς.
- Το νου σου καημένη μου, κρυφό θα το ΄χεις το κομπόδεμά σου! Αυτά, με τα έδωκε ο γαμπρός σου, που πολύ σ' αγαπάει κι ας ήξευρε που σ' έχω δώκει κι άλλοι! Ό,τι θέλεις να ψουνίζεις για σένανε κι άμα σ' αρωτήξουνε που τα βρήκες, θα πεις που σε τα πήρα εγώ, κατάλαβες; Και ψωμί να μην έχετε δω μέσα, μιλιά εσύ, να κόψουνε το λαιμό τους αυτοί, εσένανε να κοιτάζεις μονάχα!


Σε τρεις μέρες, ενώ έπιναν το πρωινό τους τσάι, έφερε η πεθερά της τη συζήτηση για τη δουλειά. Από το κομμωτήριο είχε φύγει, ήταν κυρία πλέον παντρεμένη κι όχι η κοπελίτσα που έδινε τα παλτό και τα καπέλα στις πελάτισσες και τους βούρτσιζε τις τρίχες. Έπειτα, δυσκολευόταν και το αφεντικό, μικρούλες κι ελεύθερες ήθελε κι όχι γυναίκες με οικογενειακές υποχρεώσεις. Δουλειά άλλη δεν ήξερε να κάνει, μόρφωση δεν είχε, τέχνη δε γνώριζε. 
Η μεγάλη της η κουνιάδα, έριξε την ιδέα να πάει στα γραφεία ενός εμπόρου, που του είχε φύγει η καθαρίστρια. Μιας εβδομάδας νύφη, έπιασε το σφουγγαρόπανο και το έκανε να στενάζει. Τέσσερα γραφεία που μπαινόβγαιναν τόσοι άνθρωποι κάθε μέρα, είχαν λάτρα μεγάλη. Οι παράδες όμως δεν τους έφταναν και τελειώνοντας τα γραφεία έτρεχε στα σπίτια, για να συμπληρώσει το εισόδημά της. Οι αδερφές της είχαν στεναχωρεθεί πάρα πολύ, η Σουλτάνα φώναζε κι αναθεμάτιζε γαμπρό και συμπεθέρους... 

- Στο δίμηνο απάνου, έμεικα έγκυος στην κόρη μου. Χαρά ο Γιάννης που θα τόνε έκαμα μπαμπά, τι να σε λέω! Ο πεθερός μου με αγκάλιαζε και με φιλούσε κι όλο με φώναζε κοντά του για να με δίνει απέ τις μεζέδες του. Το ουζάκι του το 'πινε τη μέρα δυο φορές και πάντα μ' έδινε να φάω κρυφά απέ τις άλλες. Η αλήθεια, ήμουνε κι εγώ κομματάκι ιδιότροπη με τα φαγιά και δεν έτρωγα ό,τι να 'ναι. Άμα στρώνανε το τραπέζι να πούμε, δεν καλότρωγα και φωνάζανε που όλο δε με αρέσανε κι είμαι παράξενη, αμά ο πεθερός μου με κράταγε πάντα στην άκρη το κατιτίς μου. Οι κουνιάδες μου κι η πεθερά μου δεν το περιμένανε να πιάσω παιδί έτσι γλήγορα, η μια ελύσσαγε που ητανάνε άκληρη κι η άλλη που θα είχαμε πιο πολλές υποχρεώσεις... 

- Ητανάνε ανάγκη να κάμετε παιδί μάνι μάνι; Δε βλέπεις που δυσκολευούμαστε όλοι και οι παράδες δε φτάνουνε;
- Ωχ μπρε μάνα κι εσύ, τι τρωγούσαστε όλη μέρα; Καλοστέριωτο να λέτε πρέπει, δε θα χαθούμε, έχει ο Θεός! 

- Να πιάνατε δυο παράδες πρώτα σε λέμε και το παιδί μετά, έχετε καιρό! Άμα αρχινίσει να φουσκώνει, στη δουλειά πως θα παγαίνει για, τι θα γένει, πως θα βγείτε πέρα; 

- Δε θα παγαίνει, πως θα παγαίνει έγκυα γυναίκα; Να μας έρτει καμιά συφορά; Θα με κάμει το γιο, πάει και τέλειωσε!








Κιουμουρλούκι - Αποθήκη

Ιπέκια - Μεταξωτά