.

.
.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Μαγείρισσες της καρδιάς!



- Αν είσαι ένα αστέριιιιιιι που φως θα φέρειιιιι στην άδεια μου ζωηηηηηηή... 
Τραγουδούσε έξω φωνή η Μαρία χτυπώντας αβγολέμονο για τους λαχανοντολμάδες. Πρόσθεσε το ζεστό ζουμάκι σιγά σιγά και ρίχνοντάς το στην κατσαρόλα προσεκτικά του έστελνε φιλάκια για να μην κόψει. 
- 'Ετοιμα! Ας ψήσω κι ένα καφεδάκι τώρα, μέχρι να έρθουν τα παιδιά να φάμε... 
Το τηλέφωνο χτύπησε την ώρα που φούσκωνε το παχύ καϊμάκι. Ήταν η φίλη της η Έλενα, μια όμορφη, ναζιάρα και τσαχπίνα κοπέλα που επικοινωνούσαν καθημερινά.
- Τι μαγείρεψες σήμερα Ελενάκι;
- Α! Ψήνω στήθη κοτόπουλου ποτισμένα με υπέροχη σάλτσα από χυμό πορτοκάλι και μαρμελάδα βερίκοκο!
Η Μαρία λίγο ακόμα και θα πνιγόταν με τον καφέ. Τόσα χρόνια φίλες κι όμως εξακολουθούσε να την εκπλήσσει με τις εξαιρετικές αλλά πρωτότυπες συνταγές της. Από τα εξωτικά φαγητά που μαγείρευε και ξετρέλαινε το σύζυγο, τα παιδιά, τους συγγενείς και όλους τους φίλους της, ασφαλώς προτιμούσε ένα πιάτο καλοψημένα παϊδάκια στα κάρβουνα με μπόλικες τραγανές τηγανητές πατατούλες...
- Μαρία μ' ακούς;
- Ναι, ναι, σ' ακούω, απλά μου ήρθε κάπως το φαΐ σου... 
- Καλά, αν το δοκιμάσεις θα γλύφεσαι μια βδομάδα από τη νοστιμιά του! Η μαγειρική θέλει τόλμη, θέλει πειραματισμούς! Κι εγώ Μαράκι μου υποκλίνομαι στα παραδοσιακά μας φαγητά, λατρεύω όμως και τις πρωτότυπες γεύσεις! Σκέψου τα καλά εστιατόρια που τις προσφέρουν πόσο κόσμο μαζεύουν! 
- Αν εγώ πιω το χυμό πορτοκάλι κι αλείψω τη μαρμελάδα βερίκοκο σε βουτυρωμένη φέτα φρέσκου ψωμιού;​
​- Τότε θα φας ένα συνηθισμένο κοκκινιστό κοτόπουλο ή ψητό ή λεμονάτο ή βραστό... Καμία αλλαγή, καμία γκουρμεδιά... Εσύ τι καλό μαγείρεψες;
- Λαχανοντολμάδες!
- Μμμμμ! Να είχα ένα πιάτο τώρα... Ήταν ανάγκη να μένουμε τόσο μακριά; Για πες κάνα νέο βρε!
Η Μαρία βολεύτηκε καλύτερα στην καρέκλα απολαμβάνοντας ακόμα μια γουλιά καφέ.
- Ησυχία, όπως τα ξέρεις... Θα σ' έπαιρνα και με πρόλαβες, μίλησα με τα κορίτσια.  Λέμε να βρεθούμε, όχι όλες βέβαια, δε μπορούν...
Η Έλενα ενθουσιάστηκε! Το παιδικό γλυκό της προσωπάκι έλαμψε από χαρά!
- Ωραία! Και για πού λέτε; 
- Δεν είπαμε κάπου συγκεκριμένα, εσύ πού προτιμάς; 
- Έχει ένα κινέζικο στη...
- Όχιιιιιιι! Δεν είπαμε για φαγητό, να πάμε για καφεδάκι να λιαστούμε!
- Καλά, ο,τι πείτε...
Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα σωθικά της.
<Ευτυχώς, τη γλύτωσα! Σκέψου να μας τράβαγε για ρύζι στον ατμό, κοτόπουλο με ανανά, φύκια και ρίζες μπαμπού...> 

 Όταν μαζεύονταν όλες οι φίλες, ήταν ένα μπουκέτο ομορφιάς, καλοσύνης, κεφιού κι αισιοδοξίας! 
Το παραλιακό μαγαζί έσφυζε από ζωντάνια και χαρούμενα γέλια. Αγκαλιές, φιλιά, αστεία, πειράγματα κι οι καφέδες σε παράταξη.
Οι σερβιτόροι τις έτρωγαν με τα μάτια τους! Κάθε μια τους ήταν διαφορετική αλλά όμορφες κι ενδιαφέρουσες όλες!
Καλλιτεχνική φύση η κούκλα Μέτη! Με φυσική ομορφιά και χάρη περισσή λες και ξεπήδησε από σελίδα περιοδικού, κρατούσε τη φωτογραφική μηχανή κι απαθανάτιζε τους ανθρώπους μοναδικά σε όλες τις χαρούμενες στιγμές τους! Μοίρασε σε όλες δωράκια φτιαγμένα από τα χέρια της και γέμισε η ψυχή της χαρά με τα επιφωνήματα θαυμασμού!
Σαν αρχαιοελληνικό άγαλμα η Βάσια! Με μαύρα μαλλιά πυκνά και σγουρά, κορμοστασιά στητή, γελούσε εγκάρδια με τα αστεία των κοριτσιών.
Η λεπτή ομορφιά και η γλυκύτητα της Ειρήνης, παρέπεμπε σε ηρωίδα του Ξενόπουλου! Χαμηλών τόνων, με φωνούλα απαλή, καθόλου φασαριόζα και σαματατζού, έδινε τη συνταγή για τη χορτόπιτα που θα έφτιαχνε την επόμενη μέρα. Τη ζήτησαν ο σύζυγος και η κόρη της κι εκείνη όπως πάντα φρόντιζε να τους ευχαριστήσει.
Σπίρτο η Βιβή! Πιο μικροκαμωμένη από τις άλλες, έκανε για δέκα και χωνόταν παντού χάρη στη σβελτάδα και τη συνεχή της αναζήτηση. Πολιτική, εικαστικά, μουσική, δεν της ξέφευγε τίποτα! Με τα καλοκαμωμένα και όμορφα χαρακτηριστικά της σχεδόν μωρουδιακής φατσούλας της, αυτοσαρκαζόταν κι έκανε κωμικές γκριμάτσες. Σπιρτόζικος κι ο ραδιοφωνικός της σταθμός με τις πολύ προσεγμένες εκπομπές και τους παραγωγούς που κυριολεκτικά "πετούσαν" αλλά έτσι και είχε καλεσμένο πολιτικό πρόσωπο το κολλούσε στον τοίχο! Με ευγένεια και τακτ δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω! Ερωτήσεις δικές της και των ακροατών, παράπονα, αντίλογοι, άξιζε να γίνονται στην εβδομαδιαία της εκπομπή.
<Σκοπός είναι να λογοδοτούν για όλα και να ενημερώνουμε τον κόσμο, αλλιώς θα έβαζα μόνο τραγουδάκια για την πλάκα μας...>
Παραμονές Χριστουγέννων δεν περνούσαν χωρίς ν' ακουστεί ο "Ρούντολφ το ελαφάκι" από τις φωνές των κοριτσιών που τραγουδούσαν σαφώς καλύτερα από την παιδική χορωδία του Τυπάλδου! Πάντα πήγαιναν φορτωμένες με του κόσμου τα θεσπέσια καλούδια! 
Γλυκά ζουμερά, που μοσχοβολούσαν  κανέλα και γαρίφαλο, μελομακάρονα και κουραμπιέδες τόσων ειδών που σε προκαλούσαν να τα δοκιμάσεις όλα! Κι αυτό το ονειρεμένο γεμιστό με σοκολάτα κέικ που έλιωνε στο στόμα και σ' έστελνε στον παράδεισο της γεύσης... 
Παρούσες πάντα σε κάθε εκδήλωση, μοίραζαν χαρά και κέφι ανεξάντλητο!
Η φιλόζωη Βιβή, διακρίσεις δεν έκανε. Φιλοξενούσε μόνιμα μικρά ζωάκια και όχι μόνο! 
Ένα πελώριο χουζούρικο γάτο, δυο σκυλιά ένα πουλάκι, ένα ψάρι κι ένα... Λύκο!
Ο τελευταίος ήταν άριστα εκπαιδευμένος και δε μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν! 
- Μόνο άγριος δεν είναι! Στις αρχές φοβόμουν λίγο όταν είχε πανσέληνο αλλά με τον καιρό κατάλαβα ότι είναι τόσο γλυκός και τρυφερός... Μιλάει σαν άνθρωπος κι έχει μια φωνή μαγευτική που θες να τον ακούς συνέχεια... Δίκαια έχει δυο φορές την εβδομάδα εκπομπή κι όλοι τον περνούν για κανονικό, μουσικόφιλο και ρομαντικό παραγωγό!
Το ψυγείο στο στούντιο είχε πάντα παγωμένη γαλλική σαμπάνια για την Έλενα, που όταν χόρευε αισθησιακά με τα πέπλα της έκανε τη Λεϊλά να τρώει το φερετζέ της από ζήλια και να πηγαίνει ντροπιασμένη στο χωριό της κάπου στα βάθη της Ανατολής...
Ο τόσο ευγενικός Λύκος της Βιβής τη φρόντιζε κι άνοιγε κάθε φορά το ακριβό μπουκάλι για πάρτη της! 
<Η σαμπάνια σας κυρία μου!>
Ο χρυσαφένιος αφρός έφτανε στα χείλη του ποτηριού και τη δρόσιζε ηδονικά... Της άξιζαν τα καλύτερα!
Η προσωποποίηση της φινέτσας ήταν η Εύα! Λεπτοκαμωμένη, ντυμένη πάντα σα να πήγαινε σε επαγγελματικό ραντεβού, μ' ένα εξαιρετικά  γλυκό και πανέξυπνο προσωπάκι, περνώντας άφηνε φίνο άρωμα θηλυκότητας κι αέρα υπεροχής κι αυτοπεποίθησης! 
Εκτός από τα μεταξύ τους πειράγματα, καμία δεν θεωρούσε ότι ήταν πολύ ωραία. 
Δεν περνούσε από το μυαλό τους ότι δεν υπήρχε αντρικό βλέμμα που να μη σταθεί πάνω τους και γυναίκα που να μη τις ζηλέψει! 
Η Μαίρη που τις αγαπούσε πολύ κι είχε βρεθεί σ' αυτή την ηλιόλουστη συνάντησή τους τις καμάρωνε! Αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς, δεν υπήρχε περίπτωση να μην είναι μαζί τους!
Το ζουζουνάκι της παρέας επέμεινε τόσο γλυκά, τρυφερά κι αγαπησιάρικα, που σίγουρα ήταν αδύνατο να της αρνηθεί...
- Θα σε περιμένουμε, μη μου χαλάς το χατίρι!
- Ελενάκι μου θα έρθω, μόνο να ετοιμάσεις τα μαγουλάκια σου για τσίμπημα!
- Μαιρούλα μου, έλα εσύ και τσίμπα με όσο θέλεις!
Γλυκό μου πλάσμα! Βγήκε από το αυτοκίνητο κι ήταν σα νεράιδα έτσι που ανέμιζε τα μακριά ξανθά μαλλιά της το αεράκι! 
- Θα σε σκοτώσωωωωωωω!
Τρόμαξε με την αντίδραση της Μαρίας που την απείλησε πριν τη χαιρετίσει εγκάρδια όπως πάντα!
- Γιατί κορίτσι μου, τι σου έκανα;
- Επειδή δεν έκανες!
- Τι δεν έκανα που έπρεπε να κάνω;
- Ανάρτηση!
Η ψυχή της που είχε φύγει πέρα απ' το γαλάζιο της θάλασσας, βρήκε επιτέλους το δρόμο της επιστροφής... 
- Μπα σε καλό σου! Σήμερα λογαριάζω να στρωθώ, το βραδάκι ως συνήθως!
- Έτσι μπράβο! Έλα τώρα να σε φιλήσω αγάααααααπη μου!
Μανία που είχε αυτή η κοπέλα με την "Αιώνια Γυναίκα!" Αγαπούσε τόσο το σεργιάνι στα σοκάκια της Πόλης και της Σμύρνης κι αδημονούσε για την εξέλιξη κάθε αισθηματικής ιστορίας. Η Μαίρη καμία σχέση δεν είχε με τη γη της Ιωνίας, εκτός από την πολύ φιλική σχέση που είχε από χρόνια με την κυρά-Ανθούλα την Πολίτισσα. Χάρη σ' εκείνη γνώρισε τη Σουλτάνα, την αδερφή της και σιγά σιγά όλο τους το σόι σχεδόν. Τις ατέλειωτες ώρες του καφέ με το κλασικό γλυκάκι κουταλιού, άκουγε με πολλή προσοχή τις ιστορίες από εκείνα τα χρόνια.
Κι όταν καθόταν στο τραπέζι με τους ωραίους μεζέδες και τα πάντα με φρέσκο βούτυρο μαγειρεμένα υλικά, ταξίδευε μαζί τους στα σοκάκια και μάθαινε για τα γυναικεία κόλπα και τερτίπια που χρησιμοποιούσε κάθε θηλυκό! Μικρό ή μεγάλο, δεν είχε σημασία! Καθαριότητα, νοικοκυροσύνη, φαγάκια νόστιμα που όταν ψήνονταν μοσχοβολούσε το σπίτι κι έκαναν τον άντρα να βλέπει τη σύντροφό του με άλλα μάτια... 
<Γιατί οι παλιές είχανε δίκιο σε ο,τι λέγανε γιαβρί μου! Ο έρωτας να ξεύρεις που περνάει πρώτα απ' το στομάχι! Εμείς οι μεγάλες ξεύρουμε καλύτερα, άκουε που σε λέγω κοκόνα μου!
Διες το πρόσωπο του αντρός πως γένεται, αλλάζει άμα τόνε ταΐσεις φαγάκι καλό, διες το κι άμα τον δώκεις κάνα παλιόφαγο πως είναι κατσούφης κι αφχάριστος! Απόλαυση είναι το φαγάκι και σ' ερωτεύεται ακόμα πιο πολύ! Έχω να σε πω πολλές ιστορίες τέτοιες!
Η γυναίκα δεν πρέπει μόνο στοις τζιλβέδες να είναι καλή, αμά σε ούλα της! Νοικοκυρεμένη κι όμορφη να δέχεται τον άντρα, μήτε τηγάνι να μυρίζει, μήτε σκόρδα και κρομμύδια, μήτε λαδίλα, γι αυτό ο τέντζερης πρέπει να μπαίνει πιο νωρίς, να έχει ώρα να συγυριστεί κομμάτι, να τη βλέπει και να τη λιμπίζεται για...>
Κι εκείνα τα μυστικά ομορφιάς που έκαναν το δέρμα απαλό, δροσερό, μυστικά που μύριζαν βότανα και τριαντάφυλλο, αγνό λαδάκι, μελισοκέρι, παχύ καϊμάκι, φρέσκα φρούτα εποχής και δροσερό αγγουράκι... Μυστικά που ξεγελούσαν τον εχθρό κάθε γυναίκας, το χρόνο... 
Τα διάβαζε η Εύα και το μυαλό της έπαιρνε δεκάδες στροφές! Χάρη στη γοητευτική φωνή της, έκανε εβδομαδιαία εκπομπή στο ραδιόφωνο παρέα με άλλα δυο κορίτσια.
Υποθέσεις που αφορούσαν τις γυναίκες και όχι μόνο, άκουγαν οι ακροατές κάθε Τρίτη. Παρουσίαζε τα πάντα ενδιαφέροντα θέματα με πάθος κι αυθορμητισμό που σε καθήλωνε, συνοδευόμενα με εξαιρετικές μουσικές επιλογές.
- Βιβή, σκέφτομαι να αφιερώσω κάποια ώρα στα μποτέ της Ανατολής... 
Το μικρό Σπιρτόκουτο που μόνο ταπεινό κι ανάξιο λόγου δεν ήταν, πέταξε τη σκούφια του!
- Αμέ! Πολύ ωραία ιδέα! Θα ετοιμάσω το μουσικό χαλί!
- Σαν τι σκέφτεσαι;
- Μμμμ... Τα μαγευτικά νερά του Βοσπόρου, όσα έχουν μείνει δηλαδή, γιατί έχω βάσιμες υποψίες ότι τα ήπιε ο Ιωαννίδης και...
- Και;
- Και... Και... Και... Ένα καναρίνι και τον Καϊκτσή, ναι! Για φαντάσου συνδυασμό! Καλά ε, φτιάχτηκα τώρα! 
Δυο κουβάδες καφέ ήπιε μέχρι να το τελειώσει! Το αποτέλεσμα όμως ήταν υπέροχο! Μέχρι και η συχωρεμένη η γιαγιά της η Ιουλία από το Αϊβαλί την καμάρωνε ξαπλωμένη αναπαυτικά στο γαλάζιο της σύννεφο! Σοφή γυναίκα! Ορμήνευε τις νέες με τον πιο χαριτωμένο τρόπο.
< Ο άντρας που θέλει μια γυναίκα, πρέπει να ξοδεύει παράδες γιαβρί μου, βασίλισσα να την έχει και να μην τη λείπει τίποτα!>




- Μαράκι μου, τι έχεις μέσα στο σακουλάκι;
- Σπόρους μελιτζάνας τσακώνικης! Βιολογικοί, χωρίς φυτοφάρμακα που ξέρεις πόσο είναι καταστρεπτικά για την υγεία. Αν δοκιμάσεις θα ξετρελαθείς από τη νοστιμιά τους!
Δοτική, με την αγάπη που μοίραζε απλόχερα χάριζε κι ο,τι ήταν πολύτιμο για τη διατροφή των φίλων της. 
Η Εύα εξηγούσε τις θαυματουργές ιδιότητες ενός μανιταριού με πρωτότυπο όνομα. Κινούσε με χάρη τα χέρια μιλώντας, που κατέληγαν στα λεπτά και μακριά της δάχτυλα με τα πάντα περιποιημένα νύχια. 
Η Μαρία την παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν άκουσε δε ότι βοηθάει και στο αδυνάτισμα, άστραψαν τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια της! 
Λάτρης της παραδοσιακής κουζίνας, δεν έχανε την ευκαιρία να γευτεί πικάντικα μεζεδάκια και παραπονιόταν άδικα βέβαια για δυο κιλάκια που είχε πάρει. Νταρντάνα, εντυπωσιακή, γυναικάρα με τα όλα της! Σταύρωσε με χάρη τα μακριά χυτά πόδια της κι οι υπόλοιποι πελάτες βλέποντας τις θεσπέσιες γάμπες της έπαθαν εξόφθαλμο! Πού να καταλάβει τι προκαλούσε... 
Μια μέρα γυρίζοντας απ' τη δουλειά της, τόλμησε κάποιος να της κολλήσει και του έριξε τακουνιά με τη γόβα της στο κεφάλι που τον έστειλε στα επείγοντα του Γενικού Κρατικού... 
Το ασίγαστο πάθος των κοριτσιών για την κουζίνα, τις οδήγησε σε δρόμους διαδικτυακούς. 
Ένα blog με συνταγές μαγειρεμένες με πολλή αγάπη και μεράκι, μυστικά για να πετύχει ακόμα και το πιο περίπλοκο, μπελαλίδικο ή απλό φαγάκι και να ικανοποιήσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό καλοφαγά ή το δύσκολο και κακόφαγο παιδί. 
Συνταγές που κάλυπταν όλα τα γούστα, δοσμένες με λεπτομερείς οδηγίες για κάθε φαγητό, γλυκό ή ποτό και εικόνες ζηλεμένες που έκαναν καλονοικοκυρά ακόμα και την πιο άσχετη με την κουζίνα γυναίκα. Ποια θα μπορούσε ν' αντισταθεί βλέποντας τα υπέροχα δροσερά γλυκά, τις τούρτες, τα σιροπιαστά...
Κι εκείνα τα πεντανόστιμα μερακλίδικα πιάτα με όλων των ειδών τα ψητά και κοκκινιστά με τα πρωτότυπα συνοδευτικά..
Οι καλοδεμένες σάλτσες, τα λαδερά, οι πίτες... Λικέρ σε ωραίες καράφες, χυμοί, εδέσματα για κάθε εποχή, κάθε γιορτή, κάθε μέρα... Πού είσαι Σουλτάνα να δεις μαγειρέματα!
Πρόθυμες πάντα να δεχτούν ιδέες για γευστικά ταξίδια κι από τα πιο μακρινά μέρη, άνοιξαν την αγκαλιά τους σε όλους. Συνταγές φτιαγμένες απ΄την καρδιά τους! 




Η Έλενα ήπιε απολαυστικά την τελευταία γουλιά φραπέ που είχε μείνει στο ποτήρι.
Καθισμένη δίπλα στη Μαίρη, της εξηγούσε την καθημερινή τους δραστηριότητα. Ακούραστες όλες μαγείρευαν και φωτογράφιζαν τα λαχταριστά πιάτα κι εκείνη αναλάμβανε τις αναρτήσεις.
- Χαλάλι οι ώρες που περνάω, η αγάπη όλων σας με αποζημιώνει!
Η Μαρία τίναξε ένα μυγάκι που είχε καθίσει στο κομψό της μαύρο φόρεμα και μπήκε στη μεταξύ μας συζήτηση.
- Μαιρούλα μου κι εγώ την αποζημιώνω και με το παραπάνω! Για τα κουλουράκια που δεν προλαβαίνω να βγάλω από το φούρνο κι ορμάει στη λαμαρίνα δε θα πω, όμως κοτζάμ γουρουνάκι έβαλα στη σούβλα για να την ευχαριστήσω! Ξέρεις τι τράβηξα μέχρι να το ετοιμάσω; 
Το Ελενάκι - ζουζουνάκι έσκασε στα γέλια! 
- Έτσι είναι, θα πω το σωστό! Θα πω όμως και την ψυχική οδύνη που πέρασα, πιστεύοντας ότι κάτι δεν πάει καλά με σένα... 
- Μια χαρά είμαι εγώ, εσύ ωραία μου κυρία βαρυστομάχιασες που το ξεπέτσιασες πριν την ώρα του και...
- Στάσου βρε Μαράκι μου να πω στη Μαιρούλα τι ακριβώς έγινε! Πήγαμε λοιπόν στο σπίτι της για να φάμε γουρουνόπουλο στη σούβλα. Κι εκεί που καθόμουν αμέριμνη Μαιρούλα μου, 
ακούω στη διαπασών τη μουσική από τον κουρέα της Σεβίλλης να παρεμβάλλει το Νικολάκη! Τι ποιο Νικολάκη ρωτάς καλέ κι εσύ, το Βέρτη λέμε! Βγαίνει λοιπόν η Μαρία μας ακονίζοντας ένα ξυράφι νααααααα τόσο με το συμπάθιο, κοιτάζει το γουρούνι με βλέμμα δολοφονικό κι αρχίζει το "λα λα λα λαααααα λα λα λα λα λααααααααα Figaro Figaroooo Figaaaaaaaaaaroooooooo!!!" 
- Χα χα χα χα χα! σείστηκε το τραπέζι από τα γέλια!
- Άστα Μαιρούλα μου, σκιάχτηκα η γυναίκα σου λέω! Κι επειδή εγώ καθόμουν δίπλα στο γουρουνάκι που ήταν τόσο ήσυχο το καημένο, ούτε πλευρό δε γύρισε, ούτε ένα γρουτς γρουτς δεν έκανε να φανταστείς, σα να μην υπήρχε ένα πράγμα και...
- Συγγνώμη, ζωντανό ήταν κι είχε απλώσει την αρίδα του αμίλητο κι ακούνητο;
- Όχι βρε, σφαγμένο! Αλλά για σκέψου όμως να είχε γίνει ζόμπι, θα καθόταν έτσι;
- Σωστό κι αυτό... Παρέδωσε το πνεύμα του κι ετοιμαζόταν να παραδώσει και το σώμα του...
- Ναι, ναι! Βλέποντας λοιπόν τη Μαρία μας με το ξυράφι στο χέρι, ύφος ολίγον από Γκιωνάκη σ' εκείνη την ταινία που είχε τις αδερφές και τη γεροντοκόρη θεία ανύπαντρες κι εκείνος πάλευε για το μεροκάματο στο κουρείο, δεν αποφάσισε να γίνει η ωραία του κουρέα που ξύριζε τους γείτονες κι εκείνη προσπαθούσε ν' αποκαταστήσει το γυναικομάνι μπας και δει επιτέλους στεφάνι στο κεφαλάκι της, αλλά ανέλαβε τα δικά του καθήκοντα! Έγινε δηλαδή μπαρμπέρης! 


- Μισό γιατί σ' έχασα... Αποφάσισε δηλαδή να ξυρίσει τους άντρες της παρέας;
- Όχι καλέ, το γουρούνι! 
- Παρντόν;
- Μάλιστα, αυτό που ακούς! Μέχρι να καταλάβω τις προθέσεις της και να βεβαιωθώ ότι δεν πέρασε αεροπλάνο και την ψέκασε με χημικά, έχασα δέκα χρόνια απ' τη ζωή μου! Την έταξα στην Έλωνα να τη γιατρέψει, λαμπάδα ίσα με το μπόι της θα πάω...
- Μαράκι μου; Για πες κορίτσι μου τα περί... ξυρίσματος του γουρουνιού που δεν έγινε ζόμπι! 
Τίναξε το μαλλί με χάρη και γέλασε με το αθώο ύφος της Έλενας.
- Θα στα πω εγώ καλύτερα για να καταλάβεις! Από καιρό έψαχνα να βρω ένα γουρουνάκι για να το βάλω στη σούβλα. Μικρό και τρυφερό, μέχρι δώδεκα κιλά, σαν κι αυτό που κυνηγάει μόνιμα ο Κακός Λύκος, όχι της Βιβής, αυτός είναι καλός, τον άλλο λέω, καταλαβαίνεις... 
- Ναι, προσπαθώ δηλαδή...
- Ουφφφφφ... Πολύ με κουράζεις... Βάφε βάφε τόσα χρόνια το μαλλί κι εσύ, αυτά παθαίνεις! Τέλος πάντων... Αφού λοιπόν επικοινώνησα με κάποια πολύ καλή κυρία που έχει φάρμα και συνεννοηθήκαμε, μου το έστειλε στο σπίτι.
- Ζωντανό;
- Να σου πω... Μήπως ήρθε ο καιρός ν' αλλάξεις χρώμα στα μαλλιά σου; Αφού βλέπεις ότι το ξανθό δε σε θέλει... Μα είναι δυνατόν να μου το έστελναν ζωντανό βρε συ; Πού έμπλεξα η γυναίκα... 
Το παρέλαβα, ναι ναι, σφαγμένο σου είπα κι οι υπόλοιποι έβαλαν τη φωτιά. Το πλύναμε καλά καλά μέσα κι έξω κι εγώ ανέλαβα το ξύρισμα για...
- Για γαμπρός πήγαινε;
- Καταραμένο οξυζενέ! Για να φύγουν οι τριχούλες που είχαν μείνει μετά το σφάξιμο βρε! Όχι, δεν έβαλα πριν σαπουνάδα με πινέλο, ούτε αφρό ξυρίσματος, άιντεεεε! Εκείνη τη στιγμή λοιπόν έπαθε το Ελενάκι σοκ όταν με είδε με το ξυράφι στο χέρι! 
- Όχι κι άδικα βέβαια... Έριξες και τον Κουρέα της Σεβίλλης κι ήρθε κι έδεσε!
- Εμ... Μισές δουλειές θα έκανα; Το περιποιήθηκα όπως έπρεπε, έριξα και στην κοιλίτσα του χοντρό αλάτι, πιπέρι και μπόλικη ρίγανη και του έραψα την κοιλιά. Όχι, δεν έκανε καισαρική, σύνελθε! Το δέσαμε καλά και το περάσαμε στη σούβλα...
Οι άλλοι είχαν στήσει το χορό γύρω του κι έβγαζαν κραυγές σαν κανίβαλοι, πού να στα λέω...
Μέχρι να μπω μέσα για να φέρω το αλατοπίπερο όταν ψήθηκε για να σερβιριστούμε, είχαν ορμήσει και το καταβρόχθιζαν, τόσο ωραίο έγινε, λουκούμι! 



Η χαρούμενη κοριτσοπαρέα χωρίστηκε με την υπόσχεση να βρεθούν ξανά το συντομότερο. 
Η Έλενα φτάνοντας στο σπίτι, έβγαλε από τον καταψύκτη ένα αρνίσιο μπούτι που θα έψηνε την επόμενη για το μεσημεριανό τους φαγητό και φόρεσε τα αγαπημένα ροζ πυτζαμάκια της με τα αρκουδάκια. Μάζεψε τον πλούσιο ξανθό της χείμαρρο στην κορφή του κεφαλιού κι άνοιξε το laptop.
- Μαμά;
- Παλικάρι μου! 
- Τη μπλε μπλούζα θέλω να...
- Πλυμένη και σιδερωμένη στην έχω λεβέντη μου! Θα βγεις;
- Ναι...
- Μήπως πεινάς, να σε σερβίρω;
- Όχι, έφαγα λίγο πριν έρθεις! 
Του έστειλε φιλί τρυφερό, μαμαδίστικο και χάθηκε στα αμέτρητα μηνύματα ενθουσιασμού και αγάπης. Η ψυχή της γέμισε χαρά και ξεκίνησε το σεργιάνι σε πολλές άλλες αγαπημένες δεινές μαγείρισσες που κατέθεταν κι αυτές τις συνταγές τους με μεράκι. Νοστιμιές πολλές!
Το τηλέφωνο χτύπησε και στη γλυκιά φωνούλα της που απάντησε άκουσε δυο καλές φίλες που είχαν στρωθεί στην κουζίνα κι είχαν απορία σχετικά με το σοτάρισμα ενός φαγητού.

- Άρπαξε και μυρίζει άσχημα; Πού είχατε το μυαλό σας βρε; ​Εννοείται ότι το laptop είναι μακριά και το facebook κλειστό, γιατί έχουν καεί φαγητά και γλυκά πολλά! 








Η συγκεκριμένη ανάρτηση όσον αφορά τα γεγονότα εννοείται ότι έχει γραφτεί με χιουμοριστική, πειρακτική διάθεση!   


















 

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Μας τρώει με τη γλώσσα της!


Σπίτι δεν είχαν αγοράσει η Ντουντού με τον Ανανία. Προτιμούσε να νοικιάζει για να μην είναι δεσμευμένοι.
- Άντρα μου άκου να σε πω! Σε τόπο που δεν ξεύρουμε είμαστε και ποιος θαρρείς γνωρίζει τι γένεται για; Άμα δε βγει καλό σπίτι, θέλουμε δε θέλουμε εκεί θα μείκουμε επειδής θα έχουμε δώκει τοις παράδες μας. Πες που βρούμε ένα άλλο μέρος και μας αρέσει πιο καλά να μείκουμε, τα πράματά μας μια σηκώνουμε και δρόμο! Το μηνιάτικο μεγάλο δεν είναι και δε ζοριζούμαστε, καλά περνούμε! Αμαρτία να ζήσουμε με το χρέος στο κεφάλι μας για... 
Είχε βέβαια το σκοπό της. Όσο περνούσαν τα χρόνια κι ήξερε ότι έρχονται τα γεράματα, μια χαρά θα βολευόταν με το ζευγάρι! 
Στην ιδιοκτήτρια είχε αφήσει υπόνοιες ότι πήγαινε μαζί τους μετά το χειρουργείο. 
- Τώρα πια εγώ, εκεί θα μείκω ή σε κάνα σπιτάκι κοντά τους, να με προσέχουνε...
Η γυναίκα κόλλησε παντού ενοικιαστήριο. Όσο καιρό ανάρρωνε η Ντουντού, βρέθηκε ένα πολύ καλό αντρόγυνο που τους άρεσε. Ο γιος και η νύφη της δεν είχαν ιδέα φυσικά για όλα αυτά! Έβαλε στο κόλπο και μια τσαούσα φίλη της που ήταν τάλε κουάλε κι όταν πήγε να τη δει τους ανακοίνωσε ότι η νοικοκυρά χρειάζεται το σπίτι για ιδιοκατοίκηση κι έτσι η μάνα θα έπρεπε να ψάξει να βρει αλλού... 
Η Θαλίτσα μόνο στον τοίχο δε χτυπούσε το κεφάλι της! 
- Του κόσμου τα ωραία σπιτάκια τη βρήκαμε και τίποτα δεν την αρέσει! Άιντε πάλι να έχομε τραβήγματα και λόγια! Εγγόνι περιμένουμε, πόσα κομμάτια να γίνω για; Δεν βλέπει που όλο 
απάνου στη μηχανή είμαι και ράβω; Και στη νύφη μας κάθε μέρα που πάω κι έρχουμαι να την κάμω καμιά δουλίτσα την κοπέλα που είναι με την κοιλιά στον στόμα; Τίποτα πια δε λέει αυτή η γυναίκα να καταλάβει; Αμέτι μουχαμέτι το 'χει βάλει η μάνα σου να μείνει εδώ πάλι μαζί μας σε λέω! Καλά περάσαμε όσο ζούσε με τον χρυσό τον άνθρωπο, είχαμε ησυχάσει...
Θαρρείς που είμαι καμιά χαζή και δεν καταλαβαίνω τι γένεται με κείνη; Έγνοια σου, ζεβζέκα εγώ δεν είμαι! Γι αυτό ούλη την ώρα εμάλωνε με το σχωρεμένο τον Ανανία! Ήθελε ο έρμος να έχουνε την κόχη τους κι η μαμά σου μήτε ν' ακούσει! Αχ! Νέα βάσανα και πού να τα πω... Πού είσαι κυρά-Γεσθημανή, πού είσαι Σουλτάνα να διείτε τα χάλια μας πάλι!
Ο άντρας της την καλόπιασε βλέποντας τη μάνα του να κλαίγεται και ολόκληρο το σόι του με τους γνωστούς να είναι εναντίον του.
- Αμαρτία ν' αφήκεις έτσι τη μαμά σου άρρωστη γυναίκα! Την ανάγκη σας έχει κι εσείς την πόρτα την κλείνετε; Ο,τι γίνηκε γίνηκε παλιά, αλλιώτικα ητανάνε τα πράματα, πάνε φύανε...
Τι θα σας κάμει ένα ξερό κορμί για;
Η φίλη - συνένοχος - αρχηγός που ήταν μια χαρά στην υγεία της κι όμως είχε στρωθεί με χίλια κόλπα στο παιδί της, έλυνε κι έδενε φέρνοντας τη νύφη της ένα βήμα πριν την τρέλα!
- Απονιά μεγάλη όμως έχετε! Μπρε παιδάκι μου, διες που απέ το κρεβάτι ζορίζεται να σηκωθεί η γυναίκα! Άμα πέσει καταγής και μείκει στον τόπο εσύ το παιδί της θα έχεις την ευθύνη για! 
Άμα πάλι η γυναίκα σου δεν τη θέλει, δε σε λέγω να τη χωρίσεις βέβαια, αμά να την πεις που άμα ήτο η δικιά της μαμά θα την κοίταγε σαν τα μάτια της... Έτσι είναι, με τοις δικοί της θα παγαίνει πάντα...
Μεγάλο πράμα να έχεις έναν άθρωπο να σε δώκει ένα ποτήρι νερό στα στερνά σου... Μα μια συντροφιά, ένα γιατρικό, ένα καλό λόγο, ένα πιάτο φαγάκι... Η μαμά σου, διπλό και τρίδιπλο θα σας το δίνει, ο,τι έχει και δεν έχει απάνου σας τα γράφει! Έρμη Ντουντού... Μεγάλη αμαρτία είναι, δε σε πρέπανε τέτοια γεράματα... Όσο στέκεις στα πόδια σου κι έχεις τον άθρωπό σου, δεν έχεις ανάγκη κανένανε... Ας είναι, σεις οι δυο τα ξεύρετε καλύτερα...
Αμά θα σε πω ένα πράμα απέ τη ζωή και να το θυμάσαι! Όπως φέρνεσαι στη μαμά σου, έτσι θα σε φερθούνε και τα δικά σου τα παιδιά! Απέ τη ζωή βγαλμένο σε λέγω!
Τους παρηγορούσε η σκέψη ότι θα της έβρισκαν ένα σπίτι πολύ κοντά τους. Καλύτερα να πηγαινοέρχονταν πολλές φορές τη μέρα, να τη φροντίζουν σε ο,τι χρειαζόταν. Η τόσο παμπόνηρη Ντουντού που σηκωνόταν κρυφά και πατώντας στα νύχια άκουγε τις κουβέντες τους, πάντα λάμβανε τα μέτρα της! "Οι πόνοι" με το ζόρι της επέτρεπαν να συρθεί ως την τουαλέτα... 
- Πού θα πάει, θα συνέλθει η μάνα μου...
- Κι άλλες γυναίκες έκαναν την ίδια εγχείρηση κι είναι μια χαρά εδώ και τόσο καιρό!
- Ε... Θα ήταν πιο σοβαρή η περίπτωση της μαμάς μου... 
Με το δούλεμα περνούσε ο καιρός. Οι επισκέψεις των γνωστών της ήταν σχεδόν κάθε μέρα και δεν προλάβαιναν να ψηθούν τα καφεδάκια και το τσάι. Άλλαζε ρόμπες και χτενίσματα για να είναι περιποιημένη ασθενής. Βογκούσε συχνά βέβαια κι έλεγε ότι σβήνει...Οι γιατροί και πάλι δεν έβρισκαν την άγνωστη αιτία που βασανιζόταν και δε μπορούσε να σταθεί και να περπατήσει καλά. Για ν' αποφύγει ενδεχόμενο χειρουργείο πάλι που αναγκαστικά βέβαια θα γινόταν, άρχισε να περπατάει κάπως καλύτερα. Κι όταν βρέθηκε το σπίτι ένα τετράγωνο μακριά τους, άρχισαν πάλι οι ζαλάδες κι οι σκοτοδίνες... 
- Κάμε κομμάτι υπομονή κόρη μου, μαμά του αντρούς σου είναι κι έτσι ανήμπορη πού να πάει να μείκει;
Η Θαλίτσα ήταν στο σπίτι της μητέρας της κι όσο εκείνη την υποστήριζε τόσο περισσότερο νευρίαζε!
- Τι με λες κι εσύ τώρα καλέ μαμά, σάματις και δεν τα ξέρεις! Ψέματα τα κάμνει σε λέω, αυτή καλύτερα κι από μένανε είναι για! Τραπέζι στρώνω, πρώτη έρχεται και κάθεται, γλυκό ψήνω κι άμα τη μυρίσει στην κουζίνα μπαίνει! Μέχρι και τσιγάρο πίνει με τον καφέ της και κάθε βδομάδα την κομμώτρια έχουμε στο σπίτι να τη σιάξει τα μαλλιά! Για πότε λούζεται η κυρία και μπανιαρίζεται! Βγαίνει με την πετσέτα στο κεφάλι κι αρχινάει τα αχ και ουχ και δε μπορώ και τι το ήθελα να κουραστώ κι η ψυχή με βγήκε και τέτοια! Μετά να τη βαστάμε θέλει για να περπατήσει μέσα στο σπίτι κι άμα κάτσει πιάνει τις κρέμες στη σειρά! Να για τα μάτια, να για το πρόσωπο και το λαιμό, να για το σώμα... Άμα έρχεται η κοπέλα τη δίνει γραμμή πως να τη χτενίσει! Χώρια που περιμένει να περάσει κάμποσος καιρός από το πένθος για να βάψει πάλι τα νύχια της! Και σε ρωτάω τώρα να με πεις κι εσύ, είναι αυτή η γυναίκα ανήμπορη; Κρυφά την έχω παρακολουθήσει και μια χαρά περπατάει άμα δεν τη βλέπουμε! Κι απ' την άλλη να σε πω και κάτι, άμα ητανάνε ήσυχη και δεν ανακατευότανε παντού, θα σ' έλεγα εντάξει... Αμά είναι ίδια όπως παλιά, τίποτις δεν άλλαξε! Ανοίγει την κάμαρη όποτε θέλει, όλα τη φταίνε κι ένα καλό λόγο δεν έχει να πει! Κακόγνωμη γυναίκα και ζουλιάρα πολύ! 
Μη δει να πάρουμε κάτι ή να πάμε κάπου το αντρόγυνο, μας τρώει με τη γλώσσα της! Τι το θέλατε αυτό, γιατί να πάτε εκεί και γιατί τούτο κι εκείνο και τέτοια!
- Μπρε κόρη μου, μπας και θέλει να την παίρνετε μαζί σας και τα κάμνει αυτά;
- Βέβαια! Αλλά κι ο γιος της καλά την είπε μια μέρα που θα πηγαίναμε στη Γλυφάδα περίπατο! Κρίμας καλέ που είσαι άρρωστη, θα ερχόσουνα μαζί μας να φας ωραίο παγωτάκι, να αλλάξεις και τον αγέρα σου... Και τον απαντάει αυτή ότι η γυναίκα σου δε με θέλει, πού θα χώραγα εγώ; Ακούς; 
Η μητέρα της σήκωσε τα χέρια ψηλά... 




- Α πα πα! Τι με λες μπρε συμπεθέρα! 
- Άστα! Περάσανε πολλά με δαύτη... Στο τέλος η καημένη η Θαλίτσα μήτε στο σπίτι της δεν ήθελε να μνήσκει κι άδικο δεν είχε βέβαια... Ίσια με τα τέλη της την ψυχή τους έβγαλε...
Τοις άφηκε παράδες μπόλικοι η αλήθεια, αμά όσο ζούσε μήτε δεκάρα τσακιστή δεν έδωκε για τίποτις! 
- Μα καλά, μήτε στις ονομασίες τους, μήτε τις καλές μέρες;
- Στα εγγόνια και στα παιδιά τους μονάχα. Λούσα έκαμνε πολλά, ρούχα, παπούτσια, τέτοια... Κι άμα την έλεγε ο γιος της πού θα τα βάλεις καλέ συ που είσαι άρρωστη γυναίκα, απαντούσε κει στοις γιατροί που παγαίνω, μην είμαι σαν την κατσιβέλα! Χα χα χα! 
Και για να φάει όξω σουγλάκια, πρώτη παρακαλώ πάγαινε μαζί τους και με τις εκκλησίες που κάμνανε συχνά εκδρομές στα μοναστήρια κι έλεγε που το είχε κάμει τάμα για να τοις γελάσει, θαρρείς που ήτουνε χαϊβάνια και δεν καταλαβαίνανε... Κι άμα γύριζε έκαμνε τον ψόφιο κοριό πάλι κι έλεγε τι το ήθελα κι επήγα, χάλια είμαι... 
- Μπρε την άτιμη... Κι η Γεσθημανή τι απέγινε, δε με είπες!
- Στην Ελλάδα δεν ήρτε, κει συχωρέθηκε, στον τόπο της όπως έλεγε... Εμάθαμε που ολάκερη η Πόλη επήγε στην κηδεία της και την έκλαψε! Η Γιωργίτσα μας τα είπε ούλα τα σχετικά για... 
Τόσο καλή γυναίκα ητανάνε και πόσα ψυχικά είχε κάμει, χώρια τα παντρολογήματα βέβαια! Τακτοποίησε πολλές κοπέλες με τον τρόπο της, να πάρουνε αθρώποι καλοί και να έχουνε και καλή δουλειά, μη παντρευτούνε και στεριούνται τίποτις... Ούλα τα εμάθαινε πρώτα κι απέ τις δυο μεριές για να ξεύρει που δε θα κακοπέσουνε... 
- Οι καλοί αθρώποι σπανίζουνε πια συμπεθέρα μου... Εμείς στη Σμύρνη παράπονα δεν είχαμε απ' τη ζωή μας, θυμάσαι που σε τα ήλεγα απ' όταν γνωριστήκαμε... Καλοί ούλοι οι γειτόνοι, νοικοκυραίοι, ήτρεχαν αμέσως στην ανάγκη σου... Και προξενιές ήτουνε κάποιες γυναίκες που ήκαμαν κι ούλες οι μανάδες ητρέμαμε για τσι κόρες μας μη και τσι πιάσουνε στο στόμα τους κι αλίμονο! Το κεφάλι μας ψηλά ήπρεπε να έχουμε, χωρίς ντροπή...
- Έτσι, έτσι κι εμείς...
- Κι εμένα τον άντρα μου προξενιό μου τον ήκαμαν! Καλός ήτουνε, εργατικός και παράδες ήβγαζε, μια καλή κοπέλα ήθελε ν' ανοίξει σπίτι... Απέ τις άλλες είχενε πολλές κι ηγλεντούσε! 
Στο σκολειό ήμουν όταν με είδε πρώτη φορά, τον άρεσα πολύ ως κορίτσι κι ήβαλε άνθρωποι δικοί του να μάθουνε για μένανε και την οικογένειά μου, όπως ήκαμναν ούλοι βέβαια... 
Και μια Κυριακή απόγιομα, ήρτε η προξενήτρα στο σπίτι μας και τα είπε με τσοι γονιοί μου.
- Κι εσύ συμπεθέρα;
- Εγώ ήμουν μικρή, θαρρείς που ήξευρα και πολλά τέτοια; Η μαμά μου πάντα μ' ήλεγε που άμα τέλειωνα με τα σκολειά μου θα παντρευόμουνα όπως ούλες οι κοπέλες ένα καλό παλικάρι... 
<Θα τόνε ιδείς καλά κι άμα σ' αρέσει θα τόνε πάρεις! Πρόσεχε καλά μόνο μη και σε πει να πάτε μονάχοι σας πουθενά και σ' ηκάμει κάνα κακό γιατί μετά να ξεύρεις που έτσι θα μείνεις, με τσι ντροπές κι ανύπαντρη!>
- Ναι, ναι... Ο άντρας έτσι είναι, το μυαλό του στο πονηρό πάντα!
- Βέβαια... Και να σ' ηστεφανώσει μετά ούλα καλά, άμα σ' αφήκει όμως πάει, καταστράφηκες! Εγώ πάντως, μπορεί να ήτο προξενιό στην αρχή αλλά μετά πολύ τον ηγάπησα τον άντρα μου και πριχού* το γάμο βέβαια. Άβγαλτη κοπέλα και πως ηχτύπαε η καρδιά μου άμα τον είδα!
- Έτσι κι εγώ με το Γιωργάκη μου... Έρωτας πολύ μεγάλος ήτουνε και δεν ξενιέται... Σάμπως να τον βλέπω κει στην πόρτα του μαγαζιού κι η καρδιά μου να σπάζει...
- Από μακριά ο,τι ηγινούτανε τότενες, άλλα χρόνια... Έτσι και σ' ήπαιρναν χαμπάρι πως ήβγαινες στην τρυφερίτσα με κάνα σερνικό, όνομα κακό σ' ήβγαζαν και με το δάχτυλο ούλοι σ' ήδειχναν... Άμα αρρεβωνιαστήκαμε, η σχωρεμένη η μάνα μου τσι μήνες και τσι εβδομάδες μια μια λογάριαζε ίσια με το γάμο... Μετά που γίνηκα κι εγώ μάνα, ηρχίνισα να νιώθω τα ίδια πράματα για τσι κόρες μου... 
- Έτσι, έτσι... Απέ τη μια να προσέχεις μη και θίξουνε την τιμή τους, απέ την άλλη ορμήνιες να γένουνε  και καλές νοικοκυρές... Πού είσαι Γεσθημανή με τον τέντζερέ σου που άμα δεν ξεύρανε να ψήσουν καλά φαγάκια τους έκαμνες μαθήματα, τόσο απέ δω και τόσο απέ κει... Πάντως να σε πω συμπεθέρα μου ένα πράμα, εδώ πέρα δε βρίσκεις εύκολα γυναίκα που να μη βαριέται το μαγείρεμα, αγγαρεία το έχουνε οι πιο πολλές...
- Δίκιο έχεις, ναι... Μπελαλίδικα φαγάκια άμα είναι να ψήσουνε, ούλο ουφ και ουφ είναι οι πιο νέες εδώ που τα λέμε... 
- Μπρε, με τα ετοιματζίδικα το περισσότερο κάμνουνε το τραπέζι στοις δικοί και τοις φίλοι... Καλά βέβαια είναι κι αυτά σε μια ανάγκη, ούλες θα πάρουμε και δυο πίτσες, σουγλάκια ή κάνα κοτόπουλο ψητό, αμά όχι κι έτσι πια, ούλη την ώρα...
Πες που καμιά μέρα δεν επρόλαβες να στήσεις τσουκάλι για τον άλφα ή βήτα λόγο ή πες που σε ήρτανε μουσαφίρηδοι άξαφνα και θες να βγάλεις ένα μεζεδάκι για να τοις περιποιηθείς...
Αμά η οικογένεια κι οι δικοί σου αθρώποι πρέπει να τρώνε νόστιμο και σπιτικό φαγάκι...
Ίδιο πράμα είναι ν' ανοίγεις το σπίτι και να έχεις ετοιμάσει κάτι, να σε πούνε και ένα μπράβο που λέει ο λόγος και να καμαρώσεις κι ίδιο να τοις ταΐζεις πάντα με τα κουτιά και τις τσάντες που πάνε κι έρχουνται συνέχεια για; 

Είχαν δίκιο οι συμπεθέρες... Όμως εκτός από της κάποιας ηλικίας παραδοσιακές νοικοκυρές που στέκονταν χαρούμενες πάνω απ' τα τεντζερέδια, υπήρχαν ανέκαθεν και πολλές νέες γυναίκες που το μαγείρεμα ήταν και είναι τρόπος ζωής. Κι όσο περνούν τα χρόνια, όλες πια μαθαίνουμε νέες συνταγές αλλά και ξεχασμένες που φροντίζουν να διασώσουν.
Γυναίκες όμορφες, σύγχρονες, που γλεντούν τις ώρες που τρίβουν κρεμμύδια, τηγανίζουν, φτιάχνουν σάλτσες και δεν τις τρομάζει ακόμα και το πιο περίπλοκο φαγητό. 
Γυναίκες που μαγειρεύουν και μοιράζουν απλόχερα τις συνταγές για τούρτες, κουλούρια, μπισκότα, σιροπιαστά, σοκολατένιες ή καραμελένιες θεσπέσιες γεύσεις, φωτογραφίζουν κάθε δελεαστικό αλμυρό ή γλυκό πιάτο και λύνουν τις απορίες για τα υλικά και την εκτέλεση. 
Αν ζούσαν τώρα που η τεχνολογία έχει προχωρήσει πολύ κι υπήρχε κάποιος δίπλα τους για να τις στείλει στα μαγευτικά ταξίδια των αρωμάτων και των γεύσεων του κόσμου, σίγουρα θα άλλαζαν γνώμη...






Πριχού - Πριν

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Σπίτι τους και σπίτι μας!

- Τοσούτσικο πράμα επήρες μπρε Ντουντού! Φάε κομματάκι ακόμα, μπας και δε σε αρέσει;
- Όχι και δε με αρέσει Σουλτάνα μου! Πιο καλύτερο κέικ δεν έχω δοκιμάσει, αφρός είναι για! 
- Θαλίτσα, εσύ θα φας μετά για να μη σε σπάσει η μάσκα, δεν κάμει γιαβρί μου!
Μποτέ προέκυψε αναγκαστικά αφού η πεθερά της την ακολούθησε πρώτη και καλύτερη όταν άκουσε για πομάδα... 
- Μετά θα κάμεις και σε μένα, έ; Πες με γι αυτή τη θρεφτικιά!
- Μια πομάδα άλλο πράμα! Θα σε πω, αμά να ξεύρεις που είναι του μιντεριού, θέλει ξάπλα να είσαι για να κάμει καλό. Θαλίτσα, με τη σειρά θα καθούσαστε απάνου στα μαξιλάρια! Πόσα χρόνια αλήθεια έχεις το μιντεράκι σου μπρε Ντουντού;
- Πολλά... Η νενέ μου καθούντανε κι έπινε καφέ, κει κεντούσε, κει έπλεκε... Μετά η μαμά μου, τα ίδια έκαμνε... 
- Κυρία Σουλτάνα, άμα γείρουμε στο μιντέρι κάτω θα πέσουμε, τα χάλια του έχει!
- Τα χάλια του δεν τα έχει, του πεταμού δεν είναι! Αμέσως εσύ πια, να το βγάλεις παλιόπραμα!  Άμα θα το μαστορέψουμε καινούργιο και πολύ ωραίο θα γένει!
Η Σουλτάνα έκλεισε το μάτι στη Θαλίτσα.
- Δίκιο έχει η πεθερά σου για! Ενθύμιο απ' τη γιαγιά της το έχει, γερό πάει να πει που είναι! Μπρε Ντουντού, να σε στείλω ένα μάστορα καλό που ξεύρουμε; Τορναδόρος γνωστός είναι και δουλεύει σε μαγαζί, αμά πιάνουνε πολύ τα χέρια του σε ούλα και παγαίνει στα σπίτια για διάφορα. Διες τι θα σε πει κι άμα σιάχνεται να διεις που θα το χαρούνε μέχρι τα εγγόνια σου!
- Και δε με τον στέλνεις; Καλύτερα που είναι και γνωστός σου, να με κάμει και σκόντο! Πες τώρα για την πομάδα!
Μισό ποτήρι γάλα φρέσκο, που βράζει σε πολύ χαμηλή φωτιά με μια γεμάτη κουταλιά καλό βούτυρο αγελαδινό, δυο κουταλιές μέλι, τρεις φράουλες και μισή μπανάνα, όλα λιωμένα. Όταν πήξει κι αρχίσει να κρυώνει, μετρημένες δέκα σταγόνες οινόπνευμα καθαρό κι είναι έτοιμη για το ψυγείο. Έτσι παγωμένη, απλώνεται σε καλά καθαρισμένο πρόσωπο για μια ώρα τουλάχιστον. Όμως η γυναίκα πρέπει να είναι ξαπλωμένη σε δωμάτιο που δεν έχει φως, γιατί τα φρούτα είναι ευαίσθητα κι ο ήλιος είναι εχθρός τους.  

Ο Ανανίας στάθηκε για λίγο έξω απ' την πόρτα. Ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί ότι αυτό ήταν το σπίτι της πελάτισσας. Σουλτάνα και Γεσθημανή είχαν στηθεί στο παράθυρο περιμένοντάς τον. 
- Καλός είναι μπρε, δίκιο είχες! Και πού να ήξευρες τι σε περιμένει ζάβαλε! Χα χα χα!
- Λέω να με φωνάξεις δυνατά το όνομά μου, να πάρει χαμπάρι η Ντουντού και να με πει να πάω! Άιντε και να διούμε μετά άμα αρέζουντε! Χα χα χα, τοις έφεξε!
Έτσι κι έγινε. Ξύπνιες κι οι δυο τα κατάφεραν!
- Πάρα πολύ χαίρουμαι που σε βλέπω πάλι Ανανία μου! Να μη χανόμαστε, μια που ήρτες στο σπίτι μου και τέρμα πια, μας εξέχασες! Μοναχός άθρωπος είσαι κι εσύ, ξεύρεις τοις κουμπάροι μου, ξένο δε σε βλέπω, να ερχούσαστε! Έλα να πάμε μια ίσια με το σπίτι αφού δουλειά σήμερις δε θα κάμεις, να το διεις ήρτες!  Να πιεις με τον άντρα μου ένα ουζάκι, να μηνύσουμε και τον αδερφό σου και το νουνό μας, καλά θα περάσεις! Να την προσέξεις καλά τη φιληνάδα μου αύριο που θα έρτεις και καλό μαστόρεμα να την κάμεις, είναι πολύ καλή γυναίκα και θα σε συστήσει κι αλλού!
- Πολύ σ' ευχαριστώ, αμά θα το κανονίσω μια άλλη μέρα. Έβαλα φασούλια στο νερό απ' το πρωί και πάω να τα βράσω, να βρω μια βούκα αύριο που θα γυρίσω το απόγιομα... 
- Τι να κάμεις κι εσύ, κορμί μονάχο... Θα σε πω κάτι τώρα με το θάρρος και στραβά να μη το πάρεις, ε; Να βρεις τζάνουμ κι εσύ μια καλή γυναίκα, να νοικοκυρευτείς! Την κόχη σου την έχεις, νέος άθρωπος είσαι ακόμα, μήτε παιδιά μήτε σκυλιά, καιρός σου είναι... Η μοναξιά πολύ κακό πράμα είναι...
- Τυχερά είναι ούλα Σουλτάνα μου...
- Αυτό το λόγο να μη τον πεις ξανά, ακούς; Καμιά δε θα έρτει να σε χτυπήσει έτσι την πόρτα άμα εξεύρει που μπορεί να μη την ανοίξεις! Η τύχη θέλει σπρώξιμο Ανανία μου! Τα ίδια λέγω και τη Ντουντού, που έμεικε τόσα χρόνια να νταντεύει το γιο της... Μεγάλωσε, παντρεύτηκε κι εκείνη ακόμα εδώ είναι... Το ζεύγος επήγε περίπατο και καλά κάμει κι η μάνα εδώ να κοιτάει το κουτσό μιντέρι... Άδικο έχω για;
Κούνησαν κι οι δυο τα κεφάλια συγκαταβατικά. 
Η βρασμένη φασολάδα έμεινε ως αργά το απόγευμα στο τσουκάλι, αφού ο Ανανίας έφαγε κεφτέδες με σάλτσα και τηγανητές πατάτες, τυρί ψητό λιωμένο στο σαχάνι και μια δροσερή πολύχρωμη σαλάτα στης Ντουντούς. Γυρίζοντας χορτάτος από φαγητό και περιποίηση την έβαλε στο ψυγείο χαμογελώντας.
<Μωρέ μπράβο τύχη που είχα σήμερα, μήτε στον ύπνο μου τέτοιο πράμα! Καλά είσαστε κι εσείς φασούλια μου, αμά όχι σαν και αυτοί τοις ωραίοι κιοφτέδες!> 
Ο Βένιος επέστρεψε στο σπίτι του με τη χορτόπιτα στο πιάτο, αφού και πάλι δεν βρήκε τον αδερφό του πουθενά. 
- Πέρασα κι απ' το καφενείο, ούτε κι εκεί ήτανε μπρε γυναίκα... Με είπανε που έχει κάτι μαστορέματα σ' ένα σπίτι... Μα τρεις μέρες πάω κι έρχουμαι τα μπρος πίσω, αυτή τη δουλειά θα κάμω συνέχεια; Άμα τελέψει τα μερεμέτια του ας έρτει αυτός... 

Η Ντουντού κοιτάχθηκε στο μεγάλο καθρέφτη προβάροντας το καινούργιο φόρεμα. 
- Πρόσεχε μη και τρυπηθείς που είναι γιομάτο καρφίτσες! Ωραία σ' έρχεται, αμά να σε το στενεύω κομμάτι στο στήθος... 
- Μπρε Φωτεινούλα μου, πολύ με αρέσει, να το αφήκουμε έτσι καλύτερα;
- Σώπα τώρα κι εσύ καλέ! Η μόδα τα θέλει πολύ στενά, σάματις θα σε μεγαλώσει το μπούστο; Θέλει σε λέω, για να έρτει όπως πρέπει! Και μανίκι καθόλου να μη βάλουμε, με μια ωραία εσάρπα θα είσαι σαν το φιγουρίνι!
- Στην ηλικία μου μπρε συ Φωτεινή; Χα χα χα! Για όξω το θέλω, όχι ρομπίτσα για μέσα στο σπίτι για! Θα με το αφήκεις με το μανικάκι να πέφτει κομματάκι πιο κάτου απ' τις αμασχάλες...
- Καλά, εγώ την ιδέα μου σε είπα... Και με τα χρόνια σου να μη τα βάνεις, μια χαρά βαστιέσαι! Καλοφόρετο να είναι Ντουντού μου! Κακά τα ψέματα, τον άθρωπο σισταρισμένο τον κάμνει και το ρούχο! Αλλιώτικα σε κοιτάνε άμα είσαι σαν την κατσιβέλα και σημασία μεγάλη δε σε δίνουνε κι αλλιώτικα άμα είσαι σιαγμένη όπως πρέπει! Σε λένε αυτή είναι κυρία! Καλά τα λέγει η αδερφή μου, δίκιο μεγάλο έχει...
- Η Σουλτάνα να ξεύρεις κοκόνα μου που έχει πιάσει το νόημα της ζωής! Πολύ τη χαίρουμαι που είναι μέσα σε ούλα! Να σε πω, την ακούω σε ο,τι με λέει, πολύ την εμπιστεύομαι... Λογικιά είναι και μελετάει καλά καλά το κάθε πράμα...
- Έτσι, έτσι! Και πολύ καλή αδερφή είναι, ούλες μας κοιτάζει στην ανάγκη μας! Προτού την πούμε, εξεύρει και καταλαβαίνει τα πάντα... Κι ο γαμπρός μας ο Γιωργάκης, μάλαμα άθρωπος!Καλότατος, ήσυχος, νεύρα δεν έχει, χατίρι τη γυναίκα του ποτές δεν χαλνάει, καλοσυγγενής, μας αγαπάει και τον αγαπούμε πολύ! Κι εγώ δόξα τω Θεώ καλά έπεσα! Υγεία να έχομε μόνο κι ούλα τα άλλα έρχουνται... Μεγάλο πράμα ο καλός σύζυγος...
- Εμένα θα με πεις; Κάηκα και τσουρουφλίστηκα η έρμη Φωτεινούλα μου...
- Το ξεύρω... Δε σε άξιζε αυτός ο άθρωπος, χαϊρσίζης... Αμά κι εσύ μπρε κοκόνα μου, αμαρτία που έμεικες έτσι ούλα σου τα χρόνια άμα έφυε αυτός... Μια χαρά κοπέλα, κρίμας ητανάνε για!
- Είχα το παιδί μου κι έκαμα αγώνα να το μεγαλώσω... Τον παρά του δεν τον είδαμε, το χαρτί κι η γιαβουκλού του τα φάγανε... Να σε πω την αλήθεια, με είχανε ζητήξει δυο τρεις, αμά δεν ήθελα να βάλω άλλο άντρα στο σπίτι... Σκεπτόμουν ότι ο πατριός μπορεί να μη το φερνότανε καλά κι αρρώσταινα μοναχά με την ιδέα... Ο μπαμπάς του να πούμε και μια στον πισινό να τον δώκει είναι αλλιώς, ο ξένος όμως;
- Δίκιο έχεις μάτια μου... Καλή και άξια μάνα εστάθηκες, ούλοι έχουνε να το πούνε αυτό... Η νύφη σου καλή κοπέλα με φαίνεται, ας είναι... Μπράβο της όμως λέμε ούλοι που άφηκε τοις γονιοί της κι ήρτε να μείκει μαζί σου, εύκολο πράμα δεν είναι αυτό! Τον αγαπάει πολύ το γιο σου για να κάμει τέτοια θυσία!
- Μμμμμμ... Τι θυσία κι εσύ με λέγεις; Τέτοιον άντρα εύκολα δε βρίσκεις! Όχι που είναι γιος μου και τον παινεύω, αμά είναι σε ούλα του εντάξει! Καλός, ωραίος, νοικοκύρης, λεβέντης, στα μάτια την κοιτάει! Λόγια να μη τον έβαζε για μένανε...
- Έλα τώρα κι εσύ! Λόγια και παράπονα με λέγεις κι αυτά έτσι θα μείκουνε! Κάθε σπιτικό, μια νοικοκυρά πρέπει να έχει κι αυτή να κάμνει κουμάντο, μα καλό μα κακό... Απόφαση δύσκολη επήρες να ζήσεις μαζί τους κι όποια νύφη να έμπαινε τα ίδια θα είχες, κακά τα ψέματα... 
- Αυτά με λέγει κι η Σουλτάνα... Και με την Άνθω που τα μιλήσαμε στο σπίτι της μια μέρα, την ίδια γνώμη έχει κι αυτή... Μα δε με λέγεις κι εσύ μπρε Φωτεινούλα μου, να ξεσπιτωθώ πράμα εύκολο θαρρείς που είναι;  Και το γούστο είναι που με λένε να βρω και άντρα τζάνουμ...
- Πολύ καλά σε λένε, συμφωνώ κι εγώ! Και μη με λέγεις τώρα για ξεσπίτωμα, πρόσφυγας σε είπανε χριστιανή μου να γένεις; Πού θα πας μπρε Ντουντού μου, δυο μαχαλάδες απάνου κάτου! Κι άντρα να βρεις να πορευτείς στη ζωή σου, να έχεις ένα στήριγμα κοκόνα μου! Καλός και χρυσός είναι ο γιος σου, αμά έκαμε τη δικιά του οικογένεια... Αύριο θα κάμουν και κάνα παιδάκι κι ούλο θα τον τραβάει η φαμίλια του πότε με το ένα και πότε με το άλλο... Κι άμα μνήσκετε έτσι ακόμα μαζί, θα γεράσεις τζάνουμ πριν την ώρα σου απέ τα ξενύχτια και τα νταντέματα, αμαρτία μεγάλη δεν είναι για; Βασανισμένη γυναίκα μια ζωή είσαι, σε χρειάζεται κομμάτι ξεκούραση κι εσένανε... 
- Ε, ναι, δε λέω... 
- Αυτή η αδερφή μου ξεύρει τόσο πολύ ωραίο και καλό κόσμο που μπαινοβγαίνει στο μαγαζί τους, ούλο και κάποιος της προκοπής θα υπάρχει για σένανε...
- Φωτεινούλα, μη θαρρείς που δε με καλοβλέπουνε κι ας μη λέγω... Με έστειλε ένα μάστορα να με μερεμετίσει κομμάτι το μιντέρι κι ούλο κοιτάγματα είναι και κουβέντες... Πάρα πολύ, μα πάρα πολύ καλός! Εγώ βέβαια κάμνω που δεν καταλαβαίνω...
Η Φωτεινή χάρηκε που επιτέλους μπήκε στο θέμα!
- Ποιο μάστορα καλέ;
- Ανανία τον λένε και...
- Α! Ναι, ναι, πολύ καλός άθρωπος είναι, τον ξεύρω! Στη γιορτή του ανιψιού μου ήρτε με τον αδερφό του και να σε πω που ούλοι πολύ τον εκτιμήσαμε! Και δε με λες, άσκημα θαρρείς που θα σ' έπεφτε αφού ενδιαφέρεται που με είπες; Παιδιά δεν έχει κάμει, μόνος άθρωπος στη ζήση, ο Βένιος κι η φαμίλια του είναι οι συγγενείς του. Και να σε πω, είναι πολύ κύριος, τον αρέσουνε τα ωραία, έχει και τον τρόπο του, ούλα τα ξεύρω! Μπρε Ντουντού μου, μη τον κλείνεις την πόρτα, πολύ μεγάλη αμαρτία είναι για! Έχει και σπιτάκι ωραίο, νοικοκυρεμένο, μηνιάτικο δε θα πλερώνετε, μια χαρά σε πέφτει!
- Ε... Ούλα του καλά είναι η αλήθεια... Να σε πω, άρχεψα να το σκέπτουμαι κομμάτι... 


Η Σουλτάνα έβαλε στο πεζουλάκι το σκούρο μπουκάλι να λιαστεί. Αγνό ελαιόλαδο με διάφορα βότανα που είχε ξεράνει και τρίψει.
Λεβάντα, μαντζουράνα, μελισόχορτο, λίγα δαφνόφυλλα και μια κουταλιά τριμμένη φλούδα κέδρου.
<Σάματις να ξεράθηκαν κομμάτι τα μαλλιά μου και θέλουνε το λαδάκι τους... Αυτή η λακ είναι πολύ κακό πράμα, οι μπούκλες όμως άιντε να με σταθούνε... Σε δέκα μέρες έτοιμο θα είναι, μια φορά τη βδομάδα θα βάνω και θα έχω μαλλάκια απαλά...>
Ο Ανανίας την καμάρωνε από τη γωνιά του δρόμου. Γυναίκα καλοφτιαγμένη και πάντα με κέφι για τις χαρές της ζωής, πρόσχαρη και γελαστή, χαριτωμένη, τσαχπίνα, γλεντζού... Χαιρόταν το σπίτι της που το είχε ανοιχτό και στρωμένο με όλα τα καλά του. Σκεφτόταν τη μίζερη ζωή με τη συχωρεμένη τη γυναίκα του που απέφευγε τον πολύ κόσμο για να μη της λερώνουν το πάτωμα, το άθικτο μπάνιο και την κουζίνα που δεν έβλεπε τέντζερη... Αυτή την καταραμένη γκαζιέρα που άφησε πίσω της και τη σκάφη που δεν τους άφησαν να χαρούν... 
- Καλημέρα!
- Μπρε μπρε μπρε μπρε! Καλημέρα Ανανία μου! Πού βρέθηκες εδώ; Μεγάλη μου χαρά είναι που σε βλέπω! Έλα να σε ψήσω καφεδάκι, έλα μέσα για!
- Δεν προλαβαίνω, για μια δουλειά του αφεντικού μου ήρτα εδώ παραπάνω και πρέπει τώρα να γυρίσω στο μαγαζί...
- Κρίμας... Θα έρτεις όμως μιαν άλλη ώρα, ε; Πολύ θα το χαρώ! Δε με λες, τέλεψε το μαστόρεμα στη Ντουντού, έσιαξε το μιντέρι;
- Ακόμα όχι, πολλή δουλειά έχει... Και να σε πω, επειδής μ' έχουνε βγει κι άλλα μες τη μέση, δεν έχω προκάμει...
- Με την ησυχία σου, δε θα σε βάλει και το μαχαίρι στο λαιμό για! Καλή γυναίκα δεν είναι που σ' έλεγα;
- Ναι, πάρα πολύ καλή είναι και περιποιητικιά! Ούλη την ώρα το τραπέζι με κάμνει και να σε πω που ντρέπουμαι κομμάτι...
- Σους μπρε, άκου ντρέπεσαι! Η Ντουντού είναι καλή μαγείρισσα και νοικοκυρά, φιλόξενη με όσους αθρώπους εχτιμάει!
Προσπαθούσε με κόπο να κρατήσει τα γέλια της.
<Μπα που κακός χρόνος να μη την εύρη την τρελή! Το τραπέζι τον κάμνει κάθε μέρα; Μήτε τον άλλο μήνα δε θα τελέψει! Αντίς για το μιντέρι, αυτή θέλει μερεμέτι! Χα χα χα χα!>
- Σουλτάνα, πολύ υποχρεωμένος είμαι... Να σε πω και κάτι, πολλές φορές με δίνει και πιάτο για το βράδυ... 
- Είδες που έχεις και τα τυχερά σου; Είναι και ωραία γυναίκα εδώ που τα λέμε, δίκιο δεν έχω που την τρώγω να φύγει απέ το ζεύγος και να σιάξει τη ζωή της; Άμα βρεθεί κάνας μερακλής, με το ζόρι θα του τη δώκω!
- Λες;
- Τι πράμα να σε πω;
- Για το μερακλή, πάει να πει που θα τη δώκεις σε ξένο; Εγώ ας πούμε δεν κάμω; Τα δικά μου τα ξεύρεις, χήρος εγώ, μόνη της κι αυτή, λες;
- Λέω να έρτεις μέσα για τον καφέ κι άσε τον αφεντικό σου! Πες τον που χασομέρησες στη δουλειά που σ' έστειλε! 

Η Γεσθημανή χτυπούσε συνεχώς τον τέντζερή της με την κουτάλα σκασμένη στα γέλια!
- Μπα που να μη σε πω μπρε Σουλτάνα! Απέ κει το πήγες, απέ δω το έφερες, τον κατάφερες! Μπρε συ, σκέβου πόσα θα σε σούρει άμα ανοίγει τον στόμα της και τον αρχινάει του κόσμου τα λόγια το χριστιανό! 
- Χα χα χα! Γιατί να με τα σούρει εμένανε, προξενιό του την έκαμα; Εγώ για ένα μαστόρεμα τον εσύστησα κι αυτός είπε που τη θέλει! Δικό του το ψωμί, δικό του και το μαχαίρι για!
- Είσαι εσύ... Με αρέσει που βγαίνεις κι απέ πάνου! Χα χα χα χα!
- Άμα δεν ελυπούμουν τη Θαλίτσα, σιγά μη μ' έγνοιαζε αυτή! Αμαρτία πολύ μεγάλη είναι έτσι να κακοπερνάει κι όσο περνούνε και τα χρόνια πιο χειρότερη θα γένει! Κάτσε τώρα να σε πω και τη συνέχεια, να διεις που το πράμα θα πάει καλά!
Τετραπέρατη η Σουλτάνα, μόλις έφυγε ο Ανανίας από το σπίτι της έτρεξε στη δουλειά του γιου της Ντουντούς να τον βρει για να τον ορμηνέψει καλά.
- Θα τη φέρεις αντίρρηση πολύ μεγάλη τη μαμά σου για να την πεισμώσεις! Θα την πεις που άμα ζήσει με τον άθρωπο δε θα την αντέξει και θα σε την κάμει επιστροφή! Έτσι θα γένει και καλά δυο φορές ρεζίλι, κατάλαβες; Οπόταν αυτή θα είναι σαν το αρνάκι του γαλάτου μαζί του για να βγάλει όνομα καλό και να ρίξεις εσύ τα βάρυτα στη γυναίκα σου! 
- Χα χα χα! Μυαλό ξουράφι έχεις, καλά με τα είπε η Θαλίτσα!
- Αχ... Μπρε, σας αιστάνομαι που τραβάτε βάσανα νιόπαντρα παιδιά! Και πού είσαι, να βάλετε μπρος για παιδί με την ησυχία σας μετά, ε;
Ο Ανανίας βγήκε από το σπίτι της Ντουντούς κρατώντας πιάτο βαθύ, προσεκτικά τυλιγμένο με κάτασπρη πετσέτα.
- Να, βγαίνει, έλα να τον διεις!
Η Γεσθημανή στύλωσε τα μάτια της πάνω του. 
- Καθαρός και τιποδεμένος! Για μπεκιάρη πολύ δύσκολο πράμα, εύγε του! Βάλε τον μια φωνή να έρτει! 
- Σουλτάνα! Εδώ είσαι;
- Πέρασε μέσα που θέλω κάτι να σε πω! Έλα να σε συστήσω την κυρά-Γεσθημανή που είναι ένα κομμάτι μάλαμα!
Μπήκε δειλά και χαιρέτησε ευγενικά με χειραψία την ηλικιωμένη γυναίκα. Κεράστηκε καφέ και γλυκό κουταλιού κυδώνι.
- Την καλή σου την κουβέντα είχαμε και πολύ σ' εχτίμησε χωρίς να σε γνωρίζει... Εξεύρει για σένα και τη Ντουντού, τη μίλησα για να με πει κι εκείνη την ιδέα της, να πιάσουμε το γιο της για να μη τον έρτει ξαφνικά... Η μάνα του τον ντρέπεται, κοτζάμ παλικάρι είναι για, δεν τα λέγεις έτσι εύκολα αυτά! Ανανία, πρέπει να δώκεις το τέλος σ' αυτό το πράμα, μη κι αρχινίσει το κουσέλι ο μαχαλάς με το μπες βγες! Σκέβου να τον πούνε καμιά κουβέντα, μεγάλο πατιρντί θα γένει!
Αντίρρηση δεν είχε και πολύ το ήθελε, αφού περίμενε πως και πως τη νέα νοικοκυρά στο σπίτι του. 

- Σα δε ντρέπεσαι που θα πεις τέτοιο λόγο σε μένα, τη μάνα σου! Για ποια με πέρασες μπρε συ που θα τον κάμω τη ζωή μαύρη και θα με στείλει πίσω, ε; Αλλά βέβαια, πριν το γάμο ούλο μαμά και μαμά ήσουνα και μετά γίνηκα σκύλα! Άλλο δεν αντέχω δω μέσα να με κάμνετε σκουπίδι, φεύγω! 
Χτύπησε πίσω της την πόρτα δυνατά κι έτρεξε στης Γεσθημανής, αφήνοντας το ζευγάρι να πανηγυρίζει... 
- Κι άμα με πάρει κάνα μάτι και με κουσελέψουνε;
- Σους μπρε που θα σε κουσελέψουνε! Έπειτα αφού έχει καλό σκοπό ο άθρωπος, τι σε μέλλει, ε;
- Δηλαδή μπορώ να λέγω σε ούλοι που είναι μνηστήρας μου άμα μ' αρωτήξουνε;
- Ναι για! Άμε να τον διεις και να τα πείτε, μωρά παιδιά δεν είσαστε! Για να σε στεφανώσει με τιμή μπρε συ θα σε μιλήσει, όχι για να τραβολογιούσαστε κρυφά στις γωνίες και τα πάρκα! Κι ο αδερφός του χαρά μεγάλη έκαμε κι η νύφη του και ούλοι! Σαν την αρχόντισσα θα σ' έχουνε Ντουντού μου, έτσι με είπε η Σουλτάνα! Ωραίο και το σπιτάκι με τις βολές του, εσένα περιμένει! Με το καζίκι της σχωρεμένης της γυναικός του, ένα καλό φαγάκι να τον μυρίσει και να σε διει κυρά στην κουζίνα, χαλί θα γένει να τον πατήσεις! Άθικτα πράματα έχει, εσύ θα κάμεις κουμάντο σου σε ούλα κι από παράδες όσοι θέλεις! Κράτα εσύ το πουγγί σου καλά κρυμμένο και θα διεις πόσα θα μαζώξεις ακόμα! Διες, κάνας πλούσιος άθρωπος βέβαια μπορεί να μην είναι, αμά τον αρέσει η καλή ζωή, είναι κιμπάρης άντρας! 
Συναντήθηκαν για γλυκό στο ωραίο και φημισμένο καζινάκι. Η Ντουντού όσο περνούσε η ώρα τον συμπαθούσε ακόμα πιο πολύ. Λογικά της μιλούσε κι άκουγε όλα όσα ήθελε.
- Τίποτις άλλο δε ζητάω... Η μοναξιά είναι πολύ άσκημο πράμα και σπίτι χωρίς τη γυναίκα δε γένεται... Κατάλαβα που ταιριάζουμε και θα περάσουμε καλά μαζί... Πες με κι εσύ την ιδέα σου...
- Ε... Σωστά τα λέγεις ούλα η αλήθεια... Αμά εγώ είμαι μια γυναίκα που δεν ξαναμπήκα στον κόσμο και να σε πω φοβούμαι τις κακές γλώσσες... Είναι κι ο γιος μου που όσο και να πεις δε θα τον αρέσει ν' ακούσει που είδανε τη μαμά του να βγαίνει με άντρα και... Με καταλαβαίνεις έτσι δεν είναι;
Ο Ανανίας έβγαλε από την τσέπη του το κουτάκι και της πέρασε το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα.
- Πρώτα η αρρεβώνα, μετά τα στέφανα κι ύστερα θα πάμε στο σπίτι μας! Κάμε συ κομμάτι υπομονή, δυο τρεις βδομάδες, ίσα να ψουνίσει τα πρέποντα ο αφεντικός μου που θα γένει ο κουμπάρος! Τάμα το είχε κάμει από χρόνια να με στεφανώσει! Καλός άθρωπος, νοικοκύρης, παραλής, θα τον αρέσεις και θα διεις πόσα θα μας κάμει! Κι απέ το σπίτι σου, σε παρακαλώ να μην πάρεις τίποτις, άστα ούλα τη νύφη και το γιο σου. Καινούργιο σπίτι, καινούργια ζωή, καινούργια πράματα! Να το διεις που θα περάσουμε καλά κι ανάγκη κανένα δε θα έχουμε! 

Με κρεμ ταγέρ και καπελάκι πέρασε την πόρτα του Δημαρχείου κι ύστερα της εκκλησίας στο πλάι του. Οι λιγοστοί καλεσμένοι στενοί συγγενείς κι οι γείτονες που είχαν στηθεί κρυφά να τη δουν να βγαίνει ατύχησαν. Επειδή φοβόταν πάντα το κακό μάτι, ντύθηκε στο σπίτι της Σουλτάνας κι από εκεί έφυγαν όλοι. Η κυρά-Γεσθημανή είχε δεχτεί απανωτές επισκέψεις τάχα για κάποια συνταγή ή πλέξιμο και με το που έβγαινε στην πόρτα είχε ν' αντιμετωπίσει το υπόλοιπο γυναικομάνι, που ζητούσε να μάθει καλά και σώνει όλες τις λεπτομέρειες. Έστηναν πηγαδάκια στη γειτονιά και κρυφά τον μοιρολογούσαν...
- Μπρε τον καημένο! Μια χαρά άθρωπος και διες πού πήγε κι έπεσε! Πα πα πα...
- Αμ δεν ήξευρε! Κάτσε να τη φύγει η πρώτη κάψα και θα τόνε φάει με τη γλώσσα της!
- Μα κι αυτή, μετά απέ τόσα χρόνια να θέλει άντρα πού ακούστηκε για; Μήτε στα νιάτα της δεν εγύρισε να διει κανένανε και τώρα τη χτυπήσανε οι έρωτες; 
- Αυτόν να διεις τι θα τον χτυπήσει σε λίγο... Χα χα χα!
Έφτυναν τον κόρφο τους πολλές φορές και το επόμενο βήμα ήταν να ξεμοναχιάσουν τη νύφη της.
- Καλά τα περνάει η πεθερά σου; Τη βγήκε καλός ο άντρας;
- Πολύ καλά περνάει κι είναι χρυσός άθρωπος!
- Ε... Ακόμα αρχή είναι... Κάτσε να περάσει κάμποσος καιρός και θα τον κάμει τα ίδια που έκαμνε και σε σένανε... 
Η Ντουντού τις διέψευσε! Αφορμή για γκρίνια δεν της έδινε ο Ανανίας και περνούσαν καλά. 
Μια εβδομάδα μετά το γάμο κι αφού επέστρεψαν χαρούμενοι από το Βόσπορο που είχαν πάει κι ευχαριστήθηκαν τις ομορφιές του, κάλεσαν το γιο με τη νύφη της για φαγητό. 
Όταν το πιάτο με την αρνίσια συκωταριά πέρασε μπροστά από τη Θαλίτσα, ο μορφασμός αηδίας που φάνηκε στο πρόσωπό της την έκανε να συγκρατηθεί με πολύ κόπο για να μη της ορμήσει. 
- Γιατί κάμεις έτσι εσύ; Τρελαινόσουνα όποτε την έψηνα και τώρα δε θέλεις μήτε να τη διεις;
Με το χέρι στο στόμα έφυγε τρέχοντας για το μπάνιο κι ο γιος της την ακολούθησε. Σε λίγο η κατάχλομη κοπέλα κάθισε σε μια καρέκλα, μακριά από το τραπέζι. 
- Δεν τη φταίει το φαΐ τη νύφη σου μάνα, το εγγόνι σου μάλλον δεν αγαπάει τη συκωταριά! 
Οι φωνές της ακούστηκαν ως τον πέρα μαχαλά! Φωνές χαράς και όχι καβγά αυτή τη φορά! Ο Ανανίας σηκώθηκε και την αγκάλιασε συγκινημένος.
- Με το καλό γιαβρί μου! Δε με λες, θα το μάθετε να με φωνάζει παππού, για δε θέλετε; 
Φυσικά και θα τον φώναζε παππού ο τροφαντός μπέμπης που γεννήθηκε σε λίγους μήνες, αφού θα έπαιρνε και το όνομά του!
Η Ντουντού που δεν υπολόγιζε το φυσικό πατέρα του γιου της αφού ήταν εξαφανισμένος για εικοσιπέντε και πλέον χρόνια, πρότεινε το όνομά του Ανανία. Με τα χέρια γεμάτα πήγαινε στο σπίτι τους κι έδινε παράδες στην εγκυμονούσα  Θαλίτσα για να ψωνίσει όλα όσα ήθελε εκείνη κι ο,τι χρειαζόταν το μωρό. Τους ένιωθε οικογένειά του, χάρη στην ευγένεια και την καλοσύνη του ζευγαριού.
Όταν άκουσε ότι θα έπαιρνε το όνομά του, έκλαιγε περισσότερο κι απ' το βρέφος... 
- Κοίτα μπρε που γίνηκα παππούς! Αυτό το πράμα με το όνομα μήτε που το περίμενα ποτές μου! Τι χαρά κι αυτή! Δε με λες, τοις αρέσανε η κουνίτσα και τα ρούχα που το πήραμε;
- Πολύ, πάρα πολύ! Ο γιος μου με είπε που δεν έχει διει πιο ωραία πράματα στη ζωή του κι η νύφη τα καμαρώνει ούλη τη μέρα! Να είσαι καλά άντρα μου και να ζήσεις χίλια χρόνια, που εσύ τον στέκεσαι σαν αληθινός του πατέρας! 
- Ντουντού μου, το σπίτι θα το αφήκουμε στο παιδί! Να βρει κάτι κι από τον παππού του, ε; 
Συγκινήθηκε πολύ η Σουλτάνα όταν το άκουσε. Δεν είχε πέσει έξω, ο Ανανίας άξιζε πιο πολύ κι από χρυσάφι!
- Είδες κυρά-Γεσθημανή μου που σε τα έλεγα; Μέλι και γάλα είναι ούλοι τους και πολύ μεγάλο καλό είδανε απέ αυτό το γάμο! 



Τα χρόνια περνούσαν ήσυχα. Η Ντουντού πήγαινε δυο φορές την εβδομάδα κι έβλεπε τα εγγόνια της. Το ζευγάρι απέκτησε και δεύτερο γιο που πήρε δίκαια το όνομα του πατέρα της Θαλίτσας. Εξακολουθούσε να επεμβαίνει και να είναι αδιάκριτη, μέχρι την ώρα που πήγαινε ο Ανανίας να τα δει κι αυτός. Τότε άλλαζε αμέσως συμπεριφορά και δεν έβγαζε μιλιά, όμως εκείνος καταλάβαινε τι συμβαίνει από την κάπως βαριά  ατμόσφαιρα που επικρατούσε. Ήταν πάντα με το μέρος του ζευγαριού.
- Άσε να κάμουν όπως αυτοί νομίζουν, κουβέντες εσύ να μη λες. Το λόγο οι γονιοί τον έχουνε πάντα και τα παιδιά μια χαρά τα μεγαλώνουνε!
- Κι εγώ στόμα δεν έχω; Ούλο μη μιλάς με λέγει ο γιος μου κι η νύφη σημασία δε με δίνει άμα πω μια κουβέντα! 
- Δε λες μια κουβέντα μόνο μπρε γυναίκα! Το δικό σου να περνάει πάντα θέλεις, θαρρείς που δε βλέπω εγώ; Τι σε μέλλει πού βάζει το κάθε πράμα η νύφη και τι κάμνει, έτσι την αρέσει! Εσύ τόσα χρόνια τα έκαμνες έτσι κι εκείνη αλλιώς! Σπίτι τους και σπίτι μας, έτσι δεν έχουμε πει απ' την αρχή που σμίξαμε; Παράπονο απολύτως κανένα δεν έχω σε λέω, σκίζουνται κι οι δυο τους κι ούλο να μ' ευχαριστάνε θέλουνε! Καλή κοπέλα είναι η Θαλίτσα, πολύ καλή! 
Έβραζε η Ντουντού! Φοβόταν όμως να πει παραπάνω λόγια, μη στηθεί καβγάς...
Οι περισσότεροι συγγενείς και φίλοι είχαν πλέον εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ωραία η ζωή στην Πόλη, όμως δεν ήταν η πατρίδα τους κι αυτό το ήξεραν από μωρά στην κούνια.
- Καιρός να τα μαζεύουμε κι εμείς! Μαμά, θα με στείλει απάντηση η θεία της Θαλίτσας για κείνο το σπίτι στο Φάληρο... Είναι πολύ ωραία εκεί με λέει! Κι έχει και τη θάλασσα κοντά και πολλά σπίτια με μπαχτσέδες! Εσείς θα μείνετε λιγάκι πιο κει, στην Καλλιθέα! Δε θα χορταίνεις ποτέ περίπατο και χάζι!
- Καλά είναι όσα με λέγεις, αμά όπως και να τα πεις είναι ξένος τόπος... Θα χάσουμε ούλοι πια τη σειρά μας... Σάματις θαρρείς που θα βρίσκουμε να φάμε τα καλούδια μας, τοις ωραίοι μας τοις μεζέδες, πού τα ξεύρουνε εκεί οι αθρώποι; 
- Σώπα καλέ και μη βάζεις τέτοια με το νου σου! Και συγγενείς έχουμε και ξένοι δε θα είμαστε, να δεις που θα σμίξουμε όλοι! Κι από φαγιά πια, ο,τι τραβάει η ψυχή σου, τα ίδια ωραία και καλά πράματα θα ψήνουμε κι εκεί! Ο ένας πίσω απ' τον άλλο φεύγουνε, του κόσμου τοις γνωστοί θα βρούμε!
Είχε δίκιο. Η Αθήνα είχε ομορφιές αλλιώτικες κι η ωραία παραλιακή οδός άνοιγε την ψυχή τους. Μαζεμένες οι παρέες σεργιανούσανε τη θάλασσα ως αργά τη νύχτα. Γέλια, τραγούδια, έρωτες, γάμοι, βαφτίσια. Η Ελλάδα με τις ορθόδοξες εκκλησιές και τις καμπάνες να χτυπούν χωρίς ν' ακούγεται η φωνή του μουεζίνη απ' το τζαμί.
Ο αδερφός του Ανανία με τη φαμίλια του έμενε κοντά τους κι έκαναν τακτική παρέα. Η γυναίκα του διακριτική, πάντα πρόσεχε τη Ντουντού που είχε καταλάβει κάποια ελαττώματά της κι έτσι δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα. Αγαπημένοι ήταν, συχνά έτρωγαν κι έπιναν μαζί, έβγαιναν στις βόλτες τους, πήγαιναν εκδρομές, έπαιρναν πολλές φορές και τα εγγόνια τους να παίξουν στην εξοχή. Ωραία κυλούσε η ζωή τους...
Οι γονείς της Θαλίτσας ζούσαν στο Μοσχάτο, με τα άλλα τους παιδιά τριγύρω. Σκόπιμα το ζευγάρι είχε μοιράσει τη σχετικά μικρή διαφορά, για να μη τρώγεται η Ντουντού με τη νύφη της ότι ήθελε κοντά τη μαμά της κι κείνη πιο μακριά. 
Ο Ανανίας έφυγε οχτώ χρόνια μετά την εγκατάστασή τους για το ταξίδι που δεν είχε επιστροφή. 
Τον πρώτο καιρό η Ντουντού έμεινε μαζί τους, μη μπορώντας να κοιμηθεί στο σπίτι που έζησε με τον άντρα της. Με το ζόρι την έστειλε ο γιος της μετά το μνημόσυνο, λέγοντάς της ότι ήταν κρίμα να ρημάζει έτσι κλειστό. 
- Το ξεύρω που θέλετε να με διώξετε! Αυτή η γυναίκα σου μήτε τον πόνο μου, μήτε το πένθος μου δε σέβεται... 
- Μη τα λες αυτά καλέ μαμά! Μαύρα φοράει η γυναίκα μου και τον κλαίει, πολύ τη στοίχισε που τον χάσαμε... Μόνη σου έτσι δε θα μείνεις, θα έρχεσαι και θα ερχόμαστε κι εμείς, τι να κάνουμε που αυτό το πράμα δεν αλλάζει... 
Το σπίτι της άδειο από κόσμο δεν έμεινε σχεδόν καμία μέρα. Συγγενείς και γείτονες έπιναν ατέλειωτους καφέδες κάνοντάς της παρέα. 
Με τα προβλήματα υγείας που της παρουσιάστηκαν κι εκείνη σκόπιμα πάντα τα μεγαλοποιούσε, τρέλανε ακόμα και τους γιατρούς! Μάταια έψαχναν να βρουν αυτή την άγνωστη αιτία που της προκαλούσε τους πόνους και τις φοβερές ζαλάδες όταν την έριχναν ανήμπορη στο κρεβάτι χωρίς να καταφέρνει να περπατήσει καλά. 
- Εκεί που κάθουμαι θα μείκω ξερή και δε θα έχεις μάνα! Μήτε το τσάι μου, μήτε και τον καφέ μου δεν εμπόραγα να ψήσω δυο μέρες... Οι ξένοι αθρώποι έρχουνται και με κοιτάνε! Κι ούλοι με λένε που ο γιος σου δε σε γνοιάζεται καθόλου και να ξεύρεις που την καρδιά με σφάζουνε στα δυο... 
Το μόνο σίγουρο ήταν ότι είχε ορθοπεδικό πρόβλημα στο πόδι κι έπρεπε να χειρουργηθεί. Η Θαλίτσα δεν έφυγε από το προσκεφάλι της όσο καιρό νοσηλεύτηκε, ξέροντας ότι θα την πάρουν στο σπίτι μέχρι να αναρρώσει. Αυτό δε μπορούσε να το αποφύγει... 

- Την ευχή μου να 'χεις! Μ' αυτό το γιατρικό που μ' έτριψες το ποδάρι, ησύχασα κομμάτι τη νύχτα...
- Να είσαι καλά μαμά! Μεγλη χαρά μ' έδωκες που κοιμήθηκες χωρίς τοις πόνοι!
- Ε... Είχα και τόσα βράδια να κλείσω μάτι... Πολύ σαματά κάμετε και δεν ξεύρω γιατί... Η ώρα μία της νυχτός βρίσκεται να μιλάτε και να χαχανίζετε; Ούλη τη μέρα δεν έχετε καιρό; 
Η Θαλίτσα παρακαλούσε να αναρρώσει το γρηγορότερο και να πάει στο σπίτι της, γιατί πάλι έβλεπε τα γνωστά ζόρια... Η πεθερά όμως είχε άλλα στο μυαλό της!