.

.
.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Η Σερπετή

 


Το κουδούνι που χτύπησε προανήγγειλε την άφιξη της Ανθούλας. 

Τα φαγητά που περίσσεψαν από το γάμο ήταν αρκετά κι είχαν μοιραστεί, έτσι καμία νοικοκυρά δε θα έστηνε τσουκάλι την επόμενη μέρα. Η Ευρύκλεια θα έτρωγε στους συμπεθέρους, θα είχε και μπόλικα να περάσει με το γιο της.
Η Σουλτάνα είχε καλέσει και την αδερφή της να φάει και να πιει, να πάρει κάτι και στο σπίτι της.
- Καλώς τη, έλα κι ήρτες πάνου στην ώρα!
- Για τον καφέ με λες;
- Θα σε ψήσω κι εσένα, αμά για άλλο σε το είπα. 
Το τσιγάρο έκαιγε στο τασάκι κι η Ανθούλα το πήρε για να μη πάει χαμένο.
- Τι γένεται λοιπόν, τι με είπε η αδερφή μου;
Η Μαρίκα χαμογέλασε δειλά, μη ξέροντας τι να υποθέσει.
Η Σουλτάνα εμφανίστηκε με τον αχνιστό, βαρύ γλυκό καφέ στο δίσκο, που συνόδευε ένα ποτήρι νερό και γλυκό καρυδάκι. Κάθισε στην άκρη της πολυθρόνας αφήνοντας τη βαθιά, αναπαυτική θέση, κάτι που έκανε μόνο όταν ήταν νευριασμένη, αγχωμένη ή είχε κάτι σοβαρό να πει.
- Άνθω, μόλις ετοιμαζόμουνα να πω τη συμπεθέρα για τότες... Με τη σερπετή* που γίνηκε το κακό... 
- Μαγκώθηκε η Ανθούλα και κούνησε το κεφάλι της αριστερά και δεξιά κάμποσες φορές.
- Άστα... Έτσι κακό μήτε οι οχτροί μας μη πάθουνε... 
Άλλο τσιγάρο άναψε η Σουλτάνα με χέρι που έτρεμε λίγο κι άρχισε να ταξιδεύει πίσω στο χρόνο... 
- Ητανάνε κοντά στο μαχαλά μας μια φαμίλια πολύ καλή, τοις ξεύραμε απ' όταν ζούσε η μαμά μας, έκαμαν πολύ παρέα.  Είχε μια κόρη και τρεις γιοι η γυναίκα, παίζαμε όσο προλάβαμε παιδάκια... Η κόρη της, πιο μεγάλη λίγο από μένα, παντρεύτηκε πιο μπροστά κι έκαμε κι αυτή παιδιά, ένα γιο πρώτα και μετά ένα κοριτσάκι. Μα τι κοριτσάκι ητανάνε αυτό, στον κόσμο ούλο δεν υπήρχε! Γλήγορη, ξύπνια, ζωηρή, πρώτη στα θελήματα, πουλιά στον αέρα έπιανε που λένε! Σερπετή τη φωνάζανε από μικρή κι έτσι την έμεικε. Έμπαινε, έβγαινε, το δεξί χέρι της μαμάς και της γιαγιάς της. Κι από καλοσύνη πια, τι να σε πω! Με το γέλιο στον στόμα και το σέβας πάντα! Οι τσεπούλες της γιομάτες καραμέλες και σοκολατίτσες ητανάνε, που έδινε στον αδερφό της τις μισές και τις άλλες τις έτρωγε με τα άλλα τα παιδάκια, έτσι πλάσμα! Επειδής ούλοι την ήξευραν που μπαινόβγαινε στα σπίτια, πότε για να παίξει και πότε για να στείλει η μια στην άλλη κάτι, ένα γλυκό να πούμε, κάτι κουσελιάρες* την καλοπιάνανε για να την πάρουνε λόγια αμά αυτό έτσι καλά ορμηνεμένο δεν έβγαζε κιχ! 
Η Ανθούλα έβαλε τα γέλια.
- Μια φορά την είπε μια να πάει να τη δώκει κάτι παπούτσια για τον τσαγκάρη, να την αλλάξει τα τακούνια. Την κέρασε και σύκο με καρύδι και την αρώτηξε για τη γειτόνισσα πιο πέρα που μάλωσε με τον άντρα της, όσο η μικρή έπαιζε με το παιδάκι τους. Σε λέει να τη γλυκάνω πρώτα και θα μάθω. Κι αυτό όμως, το έφαγε, ήπιε και νερό, τη λέει που δεν ξεύρω τι κάμουνε τα ξένα σπίτια γιατί ούτε η μαμά, ούτε η γιαγιά μου ρωτάνε και γένηκε καπνός! Δεν πήρε μήτε τα παπούτσια της στον τσαγκάρη, ακούς εσύ; Χα χα χα! Το τζιέρι μου, καλή της ώρα να 'ναι...
- Αχ! Συμπεθέρα μου, πώς το γλιτώσαμε το κορίτσι να 'ξερες... 
Η Σερπετή μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο όμορφη. Το προσωπάκι της ολοστρόγγυλο, με μεγάλα μαύρα μάτια, χείλη σαρκώδη και μπουκλίτσες που έπεφταν βαριές στους ώμους της. Φορούσε κορδέλα φαρδιά και φουστανάκια πολύχρωμα. Αγαπούσε το σχολείο κι ήθελε να προχωρήσει αλλά τα τότε ήθη δεν επέτρεπαν τα πολλά γράμματα στα κορίτσια. Κατάφερε να τελειώσει όλες τις τάξεις του Δημοτικού, αντίθετα από τα άλλα παιδιά, μόνο και μόνο επειδή επέμεναν οι δάσκαλοι που την υπεραγαπούσαν. Μετά την έστειλαν να μάθει μοδιστρική για να γίνει καλή νοικοκυρά και άξια.
- Και στη Φωτεινή, την αδερφή μας πάγαινε, να μάθει το κέντημα στα ρούχα. Την έστελνε και σε δουλειές όξω, ο,τι τη χρειαζούτανε, μα κλωστές, μα νταντέλες, ούλα τα σχετικά να πούμε... 
Έτσι περνούσαν τα χρόνια, μέχρι που έφτασε στα δεκαπέντε της και την έβαλε στο μάτι ένας υφασματέμπορος. 
- Ο Αράπης, έτσι τόνε λέγανε. Άμα ήθελες να ψουνίσεις ύφασμα καλό, στου Αράπη άκουγες. Είχε μια ονομασία ξενική το μαγαζί του, κομματάκι δύσκολη ητανάνε, αμά δεν έδινε σημασία κανένας. Δίπλα του ένας συγγενής είχε σαράφικο, ωραία και καλά μαλαματικά πούλαγε. Ακούω που λες ένα μεσημεράκι τη φωνή της απ' το δρόμο.
- Κόνα Σουλτάναααα!
- Μπρε καλώς το κορίτσι μου!
- Να σε διω μια στιγμή θέλω, έχεις δουλειά;
- Έλα γιαβρί μου, έλα και πες με τι θέλεις!
Κάθισαν στο μπαλκονάκι πριν το πιάσει ο ήλιος, της έβγαλε και μια κρύα λεμονάδα κι έπιασαν την κουβέντα.
Της μίλησε για τον Αράπη. Οι δουλειές του πήγαιναν πολύ καλά κι ήθελε μια κοπέλα στο μαγαζί που να έχει γνώσεις ραπτικής για να εξυπηρετεί καλύτερα τις πελάτισσες. Την έβλεπε έξυπνη, τίμια και προκομμένη, θα έπιανε εκεί δουλειά με καλούς παράδες, να έσιαχνε και πιο γρήγορα την προίκα της, αφού ήταν σχεδόν της παντρειάς πια. 
- Οι γονείς σου τι είπανε;
- Να σε πω, χαρήκανε βέβαια και τους ήρτε ξαφνικό, γιατί δε με είχανε πει να πάω σε δουλειά, μικρή είμαι λέγανε. Η μαμά μου όμως είπε ότι στάθηκα τυχερή που με ζητήξανε από τώρα και δεν έφτασε ο καιρός που θα γύρευα. Και να έρτω σε σένα, να με πεις κι εσύ τη γνώμη σου!
Η Σουλτάνα σηκώθηκε κι άφησε το παχουλό κορμί της να στηριχτεί με την πλάτη στο κάγκελο.
- Να σε πω τζιέρι μου, καλά το σκέφτηκε η μαμά σου βέβαια, αμά ένα πράμα σκέφτουμαι... Ο Αράπης δε θα φέρνει πια τη γυναίκα του στο μαγαζί; Οξών κι αν δεν προλαβαίνει τις πελάτισσες και θέλει άλλα δυο χέρια. Γιατί επειδή είσαι μικρό, μη μηνήσκεις μ' έναν άντρα στο μαγαζί μόνη σου...
- Γιατί καλέ, τι θα με κάνει; Ούλη τη μέρα μπαίνουνε και βγαίνουνε πολλοί αθρώποι, ωραίες κυράδες όπως ελόγου σου, τη γυναίκα του την ξεύρουνε ούλοι που βαστάει το μπεζαχτά, μεγάλη τύχη με βρήκε που θα βγάζω και τόσοι παράδες! 
- Πόσοι θα σε δίνει, σε είπε; 
- Όχι, αλλά θα είναι καλοί! 
- Τι να σε πω παιδάκι μου, πας με τοις γονείς σου και βλέπετε...  
Μέχρι να το αποφασίσουν, μεγάλο κακό βρήκε την οικογένεια.
- Ο μπαμπάς της ο καημένος έπαθε εγκεφαλικό κι έμεικε στο νοσοκομείο πολύ καιρό, χωρίς να σηκώνεται, χωρίς να κουνάει χέρια και πόδια... Με το κουταλάκι τον δίνανε ακόμα και το νερό, έπαθε κι ο μυαλός του και μήτε γυναίκα, μήτε παιδιά καταλάβαινε...  Νέος άθρωπος, δουλευτής, νοικοκύρης... Απέ τη μια στιγμή στην άλλη έχασε υγεία και δουλειά βέβαια... Χωρίς άλλοι πόροι, αφού τελέψανε όσοι παράδες είχανε, αναγκαστήκανε να βγούνε τα παιδιά στο μεροκάματο. Έτσι το κοριτσάκι χωρίς δεύτερες σκέψεις, έπιασε δουλειά στον τρισκατάρατο...  

Ο Αράπης ήταν ένας μεγαλόσωμος μουστακαλής άντρας, με μικρά στενά μάτια και χρυσά δόντια. 
Κανείς δεν ήξερε από πού κράταγε η σκούφια του, αν ήταν Έλληνας ή Τούρκος, μίλαγε και τις δύο γλώσσες με μεγάλη άνεση. Με τη γυναίκα του, μια συμπαθητική κυρία, δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. Είχε καταφέρει να επιβληθεί στην αγορά, ανοίγοντας ένα μεγάλο μαγαζί και φέρνοντας υφάσματα που ανταγωνίζονταν  ακόμα και τις πιο ισχυρές επιχειρήσεις. Γαλαντόμος με τις πελάτισσες, είχε πάντα κεράσματα δίπλα στο ταμείο, από λουκούμια μέχρι μικρά σιροπιαστά μπακλαβαδάκια τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο και ένα σαμοβάρι με τσάι.  Αν οι κυρίες συνοδεύονταν, υπήρχαν έξω δυο τραπεζάκια με σκαμπό για τους άντρες που ο καφετζής από απέναντι έσπευδε να τους φέρει καφέ, κερασμένο πάντα από τον Αράπη. Ο χρυσοχόος από δίπλα συνήθως έβγαινε και τους έπιανε την κουβέντα, έτσι οι γυναίκες μπορούσαν να διαλέγουν με την άνεσή τους, όση ώρα ήθελαν, χωρίς το άγχος και τη γκρίνια των ανδρών τους. Έβγαινε κι ο άλλος κερδισμένος βέβαια, που τους διπλάρωνε προκειμένου να πουλήσει κάνα κόσμημα, επιμένοντας πάντα ότι οι σωστοί σύζυγοι οφείλουν να στολίζουν με χρυσά τις συμβίες τους για να έχουν την καλύτερη φήμη. Συνήθως έπιανε το κόλπο, κυρίως όταν εκείνες αγόραζαν υφάσματα ακριβά, χωρίς πολλά παζάρια, κάτι που σημαίνει ότι οι τσέπες τους ήταν φουσκωμένοι από παράδες. 
Η Σερπετή μπήκε δειλά και καλημέρισε το ζευγάρι. Ο Αράπης που είχε ήδη ενημερώσει τη γυναίκα του ότι θα προσλάμβανε μια κοπελίτσα, έκανε τις συστάσεις.  
- Άργησες να έρθεις και θα έψαχνα για άλλη!
- Με συχωράτε, αμά αρρώστησε πολύ ο μπαμπάς μου και δε μπορούσα να έρτω νωρίτερα...  
Η γυναίκα του κοίταξε με συμπάθεια τη μικρούλα. 
- Τι έπαθε παιδί μου ο μπαμπάς σου;
- Κάτι στο κεφάλι του κι είναι στο νοσοκομείο... Δεν κουνάει τίποτα κι ούλο κοιμάται... Θα τον περάσει είπανε οι γιατροί και θα έρτει πάλι στο σπίτι μας.
Το ανδρόγυνο αλληλοκοιτάχτηκε με νόημα. Είχαν καταλάβει από τα συμπτώματα περίπου αλλά δεν έδωσαν συνέχεια. Της πρόσφεραν ζεστό τσάι με λουκουμάκι και της έδειξαν τα κατατόπια.  Οι γνώσεις της όσον αφορούσε τα υφάσματα κι η ορθογραφημένη διεύθυνση που σημείωσε, άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις.
Έτσι ξεκίνησε η πρώτη μέρα στη δουλειά. Με χαμόγελα ευχαρίστησης από τα αφεντικά και κάποιες ξένοιαστες ώρες για τη μικρή που με το αλισβερίσι ξεχνούσε τη δραματική οικογενειακή της κατάσταση. 

                                                          


Είχαν περάσει δύο μήνες και οι αποδοχές της ήταν πολύ καλές. 
Έπαιρνε κάθε εβδομάδα τα λεφτουδάκια της, είχε και τα τυχερά της. Πότε ρετάλια, πότε κάνα κομμάτι που περίσσεψε από τις μοδίστρες, έπρεπε να είναι κι ευπρεπώς ντυμένη, να διαφημίζει και το μαγαζί. Η γιαγιά μέσα στον πόνο της  έραβε στα φουστανάκια μανσέτες, γιακάδες, ζώνες. Εν τω μεταξύ ο πατέρας έδειχνε να καλυτερεύει κι οι γιατροί συγκρατημένα αισιόδοξοι πίστευαν ότι θα συνέλθει αισθητά. Με τον καιρό επανερχόταν η λογική του κι αργότερα στάθηκε στα πόδια του με πατερίτσες και βοήθεια βέβαια, ώσπου η πολυπόθητη επιστροφή που έταζε η μάνα στα παιδιά για να μαλακώσει την ψυχούλα τους έγινε πραγματικότητα. 
Συνεχίστηκε η δυσκολία όλων τους, του έκαναν μασάζ ώρες ατελείωτες κι αναγκάστηκε να βγει στη δουλειά κι η μάνα. Ξενόπλενε, καθάριζε σπίτια, χίλια κομμάτια γυρνούσε στο σπίτι και φρόντιζε τον άντρα της. Στεναχωριόταν πολύ εκείνος που αναγκάστηκε η γυναίκα του να βγει στη βιοπάλη για να μην πεινάσουν. Ζούσαν απλά και νοικοκυρεμένα, χωρίς ουσιαστικές στερήσεις και κινδύνευαν να χάσουν την αξιοπρέπειά τους και να βγουν στη ζητιανιά γιατί αχρηστεύτηκε ο στύλος του σπιτιού. Με χίλια βάσανα προσπαθούσε η γυναίκα να του αλλάξει γνώμη και να τον πείσει ότι όλα ήταν περαστικά. Οι δυσκολίες δεν έλεγαν να ξεπεραστούν, έπεφτε το ηθικό του και δεν έπρεπε να επιβαρύνεται η τόσο κλονισμένη του υγεία. 
Η κόρη τους, έδινε γελαστή κι ευχαριστημένη τους μισθούς της στα χέρια της μαμάς της κι εισέπραττε άπειρες ευχές, το ίδιο κι ο γιος. Καθόταν η μικρή και τους εξιστορούσε για τις εύπορες κυράδες και τις παραξενιές τους, τις πιο απλές που δεν μαρτυρούσαν στους άντρες τους πόσο κοστίζει αυτό που πήραν κι ήταν όπως πάντα η χαρά του σπιτιού! Γελούσαν κι εκείνοι και ξεχνούσαν τα βάσανά τους. 
Ο Αράπης κοίταζε την καινούργια παραγγελία και τα μάτια του άστραφταν.
Βελούδα παχιά, ακριβά, μετάξια απαλά, αέρινα, τυλιγμένα σε τόπια και προσεκτικά τοποθετημένα στους πάγκους, θα έπαιρναν την καλύτερη θέση στη βιτρίνα. Αυτά ήταν για τις πλούσιες πελάτισσες που πλήρωναν ακριβά το κάθε μέτρο. Τα τούλια κι οι δαντέλες για νυφικά και βραδινές τουαλέτες με φουρό ήταν το όνειρο κάθε γυναίκας. Το πονηρό του μυαλό όμως, τα σκεφτόταν στο κορμάκι της Σερπετής...  
Παρήγγειλε ούζο με μεζέδες μπόλικους αφού δε θα πήγαινε για φαγητό στο σπίτι και κάθισε στο τραπεζάκι έξω. Καταμεσήμερο ήταν και τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Ως το απόγευμα που θα άνοιγαν ξανά, είχε δυο ώρες να λιαστεί στην ησυχία του δρόμου και να σκεφτεί πώς θα ρίξει στην αγκαλιά του τη μικρούλα. 

Έφαγε με όρεξη τις χυλωμένες φακές, ψωμί, ελιές και ντομάτα η Σερπετή κι αφού έκανε ξανά το σταυρό της άρχισε να μαζεύει το τραπέζι. Έπλυνε γρήγορα πιάτα, κουτάλια και ποτήρια, ετοίμασε και το καφεδάκι του μπαμπά της που το απολάμβανε πάντα μετά το φαγητό.
- Μπαμπά μου, κομμάτι να σιαχτώ και να φύγω. Ήρτανε καινούργια πράματα κι έχει να γίνει... Ούλες θα τρέξουνε σε λίγο, ποια θα προλάβει να ψουνίσει πρώτη! Χα χα χα! 
- Να πας στο καλό παιδάκι μου! Είναι κι η γιαγιά σας εδώ, θα έρτει κι ο αδερφός σου σε καμιά ώρα, έγνοια μην έχεις! 
Η σκέψη της γυναίκας του που θα γύριζε κατάκοπη το βράδυ, έκανε την καρδιά του κομμάτια. Παρακαλούσε να γιατρευτεί τόσο, όσο θα μπορούσε να πιάσει πάλι δουλειά και να βρει ξανά η φαμίλια του το ρυθμό της. Τα παιδιά ας συνέχιζαν να εργάζονται, το αγόρι καλό ήταν να μαθαίνει τέχνη και το κορίτσι έδειχνε πολύ ευχαριστημένο δείχνοντας υφάσματα στο καλύτερο μαγαζί αλλά η μάνα τους έπρεπε να να σταματήσει...  

Ο Αράπης κοίταζε τη γυναίκα του αφηρημένα που είχε σπεύσει να βοηθήσει με το νέο εμπόρευμα. 
Νοικοκυρεμένη και σεμνή, ντυνόταν με ταγέρ κι ωραίες μπλούζες, πουκάμισα και χαμηλοτάκουνα παπούτσια. Πήγαινε ανελλιπώς στην εκκλησία και συμμετείχε πάντα σε κάθε είδους φιλανθρωπία με όλη της την καρδιά. Μαράζι είχε που δεν κατάφερε να γίνει μάνα κι έκλαιγε κρυφά από τον άντρα της όλα της τα χρόνια. Είχε τρέξει σε όλους τους γιατρούς, όμως πρόβλημα γυναικολογικό δεν της βρήκε κανείς. Όσες φορές προσπάθησε να του το συζητήσει εκείνος της το ξέκοβε και δεν δεχόταν πολλές κουβέντες.
- Άμα είναι να έρθει, θα έρθει! Τι τραβιέσαι όλη την ώρα από γιατρό σε γιατρό, άσε με πια...  Άμε να διαλέξεις κάνα ωραίο βραχιόλι μαλαματένιο χοντρό να σε πάρω, να σε ζουλεύουν ούλες! 
- Έχω βραχιόλια, δε θέλω άλλα...
- Μπρε, πρώτη φορά βλέπω γυναίκα να τη λες πάρε και να σε λέγει δε θέλω! Άιντε, θα σε φέρω εγώ το καλύτερο, να διεις τι άντρα έχεις!  
Έτσι αντιδρούσε πάντα και το συρτάρι της ήταν γεμάτο κοσμήματα. Της έκανε δώρα πολλά τακτικά και καμάρωνε για την καλή του φήμη ότι ήταν καλογυναικάς και κιμπάρης σύζυγος. 

Λίγο πριν ανοίξει το μαγαζί, τα μεγάλα τόπια είχαν τοποθετηθεί στα ράφια και ερχόμενη η μικρή κοπέλα θα έκοβαν υφάσματα για τη βιτρίνα. Αυτή τη δουλειά θα την έκαναν το βράδυ, έτσι ώστε με το άνοιγμα της επόμενης μέρας να ήταν όλα έτοιμα. Προνοητική η γυναίκα του, είχε φέρει μια πιατέλα κοτόπουλο με σαλάτα για να δειπνήσουν εκεί, αφού δεν προβλεπόταν να τελειώσουν πριν τα μεσάνυχτα.
Οι εύπορες κυρίες που παραμόνευαν άρχισαν να καταφθάνουν χαρούμενες, αδημονώντας να δουν και να ψωνίσουν. Από του Αράπη θα έτρεχαν στις καλύτερες μοδίστρες να τους δείξουν σχέδια για φορέματα και παλτό. Θα είχε αρκετή δουλειά κι η Φωτεινή, αφού θα τους κεντούσε πάνω στα βελούδα και τα μετάξια. Αν πεις πια για τις μέλλουσες νύφες, εκεί θα ξημεροβραδιαζόταν με το βελόνι στο τούλι αλλά χαλάλι, θα έβγαζε αρκετούς παράδες.
Η Σερπετή γελαστή και πρόσχαρη εξυπηρετούσε κι η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι. Είχε μεγάλο ταλέντο στις πωλήσεις, κολάκευε και τις πελάτισσες, κομψές και παχιές, έτσι που τις κατάφερνε να αγοράζουν επιπλέον υφάσματα χωρίς να το καταλάβουν σχεδόν. 
- Με τέτοιο κορμί που έχετε μαντάμ, υπάρχει πράμα που να μη σας παγαίνει;
Διείτε πόσο ωραία πέφτει πάνω σας, που είναι και βαρύ ύφασμα εδώ που τα λέμε! Αυτό είναι για λίγες σαν ελόγου σας που τους παγαίνουν ούλα! Και να σας πω, μιας που θα ράψετε ταγέρ, να πάρετε κι από το μεταξωτό το απαλό και στα τρία χρώματα, να σας σιάξουν μπλούζες με φιόγκους και φραμπαλάδες να τα αλλάζετε! Α! Να σας δείξω και για πιο καλά φορέματα τι έχουμε, άμα χρειαστείτε. Στο Παρίσι τα έχουν στα καλύτερα μαγαζιά κι επειδή το αφεντικό μου έχει κάτι φίλοι εκεί, είπε και τον στείλανε λίγα μέτρα. Είναι κομμάτι πιο ακριβά αλλά όπου και να ψάξετε δε θα τα βρείτε, εκτός κι άμα πάτε εκεί ταξίδι! Πώς και πώς τα περίμεναν να έρτουν, γιατί να πάρουν οι άλλες κι όχι εσείς που είστε η πιο ωραία απ' ούλες; Άμα σας σιάξουν κι ένα τσαντάκι ίδιο, άλλη καμία δε θα είναι σαν εσάς. Η κυρία Φωτεινή αν έχετε ακουστά, είναι η καλύτερη κεντήστρα, με χάντρες θα σαν το στολίσει! 
- Ωραία με ακούγονται έτσι που με τα λες... Θα τα πάρω θαρρώ...
- Να τα πάρετε ούλα και θα θα διείτε που έχω δίκιο! Κι άμα τα ράψετε και τα βάλετε, μη ξεχάσετε το φυλαχτό σας γιατί το μάτι δε θα το γλυτώσετε! 
Μια εύσωμη κυρία είχε σειρά να εξυπηρετηθεί.
- Σιγά καλέ που δε θα σας παγαίνει και θα σας δείχνει πιο παχιά! Έτσι είναι οι παχιές γυναίκες, πού να διείτε τι βλέπουμε κάθε μέρα! Πολύ ωραία είσαστε, σωστή αρχόντισσα! Θα το σιάξετε το μπλε φόρεμα και να, όχι για να σας φύγει μόνο η ιδέα, αμά κι επειδή του πάει πάρα πολύ, να ράψετε για απέ πάνω μια ωραία μπέρτα με αυτή τη νταντέλα και θα είστε σαν την κούκλα! Γαλλική είναι, διείτε σκέδιο να λωλαθείτε! 
Κατέβαζε ο Αράπης από τα ράφια και δειγμάτιζε η κοπέλα. Ο μπεζαχτάς γέμιζε παράδες κι είχαν να το λένε για την αξιοσύνη της. 





Σερπετή - Σβέλτη, ζωηρή 

Κουσελιάρες - Κουτσομπόλες (Κουσέλι - Κουτσομπολιό)

2 σχόλια:

  1. Βρε βρε καλώς την χρόνια και ζαμάνια πέρασαν να σε δούμε φιλενάδα...το ξέρεις ότι μας έλειψε η Σουλτάνα , η Κατίνα, η Ανθούλα, και όλες οι άλλες ηρωίδες σου Μαιρούλα μου χάρηκα που με γύρισες πάλι στην εποχή εκείνη.
    Να είσαι καλά και να κάνεις ότι σου αρέσει φίλη μου
    την αγάπη μου φιλιαααα! 🧡

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρουλίτσα μου ευχαριστώ πολύ!!!
      Να είσαι κι εσύ καλά ψυχούλα μου, κάτι νούμερα μου κάνει αλλά πού θα πάει, θα αρχίσω τις...αρμένικες βίζιτες... χα χα χα!
      Φιλάκια αγάπης πολλά κι από μένα!!!

      Διαγραφή