.

.
.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Η τεθλιμένη μνηστή



- Δε με είπες μπρε Ρόζα...
- Τι δε σε είπα Πίτσα μου; 
- Ποιόνε έβαλες στο μάτι και γνοιάζεσαι για το σμίξιμο για; 
Άπλωσε τα πόδια της στον καναπέ η Ρόζα κοιτάζοντας τα σχέδια της λεπτής αέρινης κάλτσας της και τεντώθηκε νωχελικά. Ο καιρός ήταν γλυκός, ανοιξιάτικος και οι επιθυμίες της φούντωναν. Ένα ταξίδι στις εξοχές μ' έναν άντρα ωραίο, δυνατό κι εύπορο, πολύ το γουστάριζε τον τελευταίο καιρό. Ο Γιάννης φαινόταν άνθρωπος του κόσμου, γλεντζές, καλοντυμένος και άνετος, μα η γυναίκα δίπλα του δεν ήξερε να χαρεί τη μεγάλη ζωή...
- Και πως τήνε κατάλαβες μπρε  Ρόζα, καμιά χαϊβάνω  είναι αυτή;
- Δεν ξεύρω τι είναι, αμά δεν τον ταιριάζει! Νόστιμη γυναίκα, γλυκιά, δε μπορώ να πω, αμά πολύ του σπιτιού δείχνει, του νοικοκυριού, πολύ μαζωμένη μπρε Πίτσα μου... Εκείνος κοιτούσε δεξιά κι αριστερά και το μάτι του έπαιζε σε λέω! Θέλει γυναίκα θερμή, να τόνε κοιτάζει στα μάτια και να τόνε κάμει να σκέφτεται διάφορα! Να ξεύρει πως να τόνε ανάβει ακόμα και κάτου απέ το τραπέζι άμα τον ακουμπά με το ποδάρι τυχαία... Τι κατεβάζεις το κεφάλι κάτου μπρε, δεν τα έκαμες αυτά του σχωρεμένου του αντρός σου; Ομορφάντρας ητανάνε με είπες, δε μπορεί να μην ήθελε τη γυναίκα φωτιά! Άμα δεν τήνε έχει έτσι και είναι όλο αχ και ουχ και μη και δεν κάμει, πάει, θα γυρίσει τα μάτια του αλλού και θα έχει δίκιο! 
- Ε... Δεν είναι έτσι κι όλοι οι άντρες Ρόζα μου, μη το λες! Ο δικός μου μάτια δε γύρναγε σε άλληνα, ξεύρω καλά που σε λέω, ποτές δε μου έδωκε δικαίωμα! Παράπονο η αλήθεια δεν είχα, άντρας με τα όλα του ητανάνε και  τα νοικοκυρεμένα πολύ τον αρέσανε! 
- Ποια λες νοικοκυρεμένα μπρε Πίτσα κι εσύ; Νοικοκυρεμένο σπίτι, ναι, πλυμένος και σιδερωμένος, ναι, αμά ίσια με κει το νοικοκυριό! Βρες με έναν άντρα που να μη θέλει τη γυναίκα όπως σε λέω! Αν και να σε πω, με φαίνεται που εσύ θα είχες πολύ ταλέντο! 
Καμάρωσε η Πίτσα ακούγοντας αυτά τα λόγια. Σα γυναίκα, δεν ήθελε να υστερεί σε τίποτα όσον αφορούσε τη θηλυκότητα και το στεφάνι της. Λογικό βέβαια.
- Η άλλη που λες, μπα και χάσει το μπουρέκι της, τα μούτρα της στο πιάτο μέσα τα είχε! Ντυμένη όμως...Τι να σε πω! Ωραία κι ακριβά... Πρέπει να μάθω λεπτομέρειες Πίτσα και για να μη δώκω στόχο θα τα μάθεις εσύ! Εγώ είχα πάει ως η μνηστή του σχωρεμένου και τα καλέσματα τα έκαμε η Κόντογλου. Βοηθάει την αδερφή της κάθε χρόνο αλλά έχει και το συνήθειο να μαζεύει πολύ κόσμο, όλο ελάτε κι ελάτε είναι. Όλα τα έμαθα, έγνοια σου...
Απέ κείνη θα τα μάθουμε όλα, θα τη στείλω μια τούρτα με σένανε και θα την πάρεις λόγια! 

Τύλιξε το γλυκό στο χρυσόχαρτο η Πίτσα, που καλοπλήρωσε η Ρόζα για να το φτιάξει, χτενίστηκε, αρωματίστηκε και φορώντας το καλό της ταγέρ χτύπησε τη σιδερένια πόρτα. 
Η κυρία Κόντογλου με τη μακριά μπλε ρόμπα της και τα δερμάτινα πασούμια, άνοιξε κοιτάζοντας με απορία την άγνωστη γυναίκα.
- Η Ρόζα του Αϊβαλιώτη με στέλνει μαντάμ, μια τούρτα με είπε να σας φέρω που είχα μια δουλειά εδώ κοντά σας!
Την καλοδέχτηκε και σε λίγο έπιναν καφέ στο ωραίο σαλόνι με τις πολλές δαντέλες. Δεν υπήρχε ούτε ένα σημείο που να μη κρεμόταν κάτασπρη κολλαριστή μπιμπίλα. Στο μπουφέ, στις εταζέρες, στα τραπέζια, στους δίσκους, στις μαξιλάρες, στα μακάτια... Ακόμα και οι κουρτίνες  δαντελένιες ήταν κι αυτές. 
- Πάρε κι άλλο κουλουράκι κυρία Πίτσα μου, πολύ χάρηκα να ξεύρεις που σε γνώρισα! Ήταν πολύ ευγενικό αυτό που έκαμε η Ρόζα, να με στείλει το γλυκό για να μ' ευχαριστήσει που περάσαμε το βράδυ του Σαββάτου εδώ! Πολύ συμπαθής κοπέλα, αμά άτυχη, να μείκει έτσι χήρα να το πούμε άξαφνα πριν τα στέφανα... Καλός άθρωπος ο Αϊβαλιώτης, αμά πολύ με τη μαμά του ητανάνε δεμένος κι έμεικε γεροντοπαλίκαρο να τη νταντεύει... Και διε, απάνου που το πήρε απόφαση να παντρευτεί κι αυτός, να φύγει έτσι...τι δράμα κι αυτό... Έμεικε η μάνα πίσω κι έφυε ο γιος... Κι αυτή η κοπέλα εκλείστηκε να θρηνεί τον αρρεβωνιαστικό της τόσο καιρό...Θα μείσκανε εκεί μετά τα στέφανα και το ετοιμάζανε... Αχ! πόσο τήνε συμπονάω... Γονιοί δεν έχει, κανένανε δεν έχει στον κόσμο κι ητανάνε από οικογένεια πολύ καλή! Κι αυτή με αρχές, μόνοι τους δε μείκανε στο σπίτι με το σχωρεμένο ούτε λεπτό, με τα είπε η ανιψιά μου... Και τώρα διε που κοντεύει να τη σαλέψει το μυαλό... Να γυρνάει στα δωμάτια και να κλαίει νύχτα μέρα, κρίμας την κοπέλα κυρία Πίτσα μου! Είδε κι έπαθε η ανιψιά μου να τήνε καταφέρει να βγει κομματάκι και να έρτουνε εδώ μαζί. Ξεύρεις, γνωριστήκανε πριν κάμποσοι μήνες στο κομμωτήριο και πιάσανε φιλίες, πίνουνε καμιά φορά ένα καφεδάκο παρεούλα και τήνε λυπάται με το κακό που τήνε βρήκε. Και που τήνε έφερε να σε πω, δυο λόγια με το ζόρι να είπε το κορίτσι... Μήτε διάθεση είχε, μήτε τίποτις το καημένο... Και πώς να το καταλάβει που είναι νέα κι όμορφη και θα πρέπει να σιάξει τη ζωή της, να βρει έναν άθρωπο της σειράς της που θα τήνε κάμει να μπει ξανά στη ζωή; 
Η Πίτσα στραβοκατάπιε το κουλουράκι και τα λόγια που ανέβηκαν ως τη γλώσσα της... Η Ρόζα τους είχε ξεγελάσει όλους μια χαρά, παίζοντας την τεθλιμένη μνηστή! 
- Τα ξεύρω κυρία Κόντογλου... Απέ χρόνια έμεικα κι εγώ χήρα κι η μοναξιά είναι πολύ άσκημο πράμα... Άντε πες κι η μέρα με τις δουλειές κουτσά στραβά περνάει, άμα πάρει και σουρουπώνει όμως, άστα να πάνε... Δεν εκάμαμε και παιδιά βλέπεις κι έμεικα έτσι μόνη κι έρημη... Καλά που έρχουνται και τα ανίψια μου πού και πού και με γεμίζουνε κομμάτι το σπίτι...
- Νέα γυναίκα είσαι ακόμα κυρία Πίτσα μου, έπρεπε να σιάξεις τη ζωή σου κι εσύ. Να μπεις και να βγεις μ' ένα καλό άθρωπο δίπλα σου, να πας σε μια βεγγέρα! Κρίμας που δεν είχαμε γνωριστεί πριν, θα σε καλούσαμε εδώ, ξεύρεις τι ωραία που ητανάνε;
- Ευχαριστώ, να είσαστε καλά που με είπατε τον καλό σας το λόγο! Πολύ ωραία με είπε η Ρόζα που περάσατε και πολύ καλό κόσμο είχατε κυρία Κόντογλου! 
- Ναι, ναι! Κάθε χρόνο μαζευούμαστε οι συγγενείς εδώ στης αδερφής μου και ψήνουμε και γλεντάμε! Από όταν παντρεύτηκε με το σχωρεμένο τον άντρα της το είχανε και το κράτησε  μετά τόσα χρόνια... Έρχουνται ούλα τα ανίψια μας και με φίλοι τους πολλές φορές κι ο μεγάλος παραστέκεται στα ψησίματα! 
- Ναι ναι, πολύ ωραία, με είπε η Ρόζα που ητανάνε πολύ καλός κόσμος! Και την άρεσε πολύ και μια κυρία που φορούσε ένα σκούρο μπλε φόρεμα με άσπρα βολάν στα μανίκια, θέλει ένα σαν κι αυτό να ράψει η εξαδέρφη μου που παντρεύει το γιο της...
- Α! Η Ανθούλα λες με το μπλε! Πρώτη φορά τήνε είδα κι εγώ να σε πω, μας εσύστησε η αδερφή της. Κεντήστρα απέ τις λίγες η Φωτεινή, ο άντρας της βαφτισιμιός του σχωρεμένου του γαμπρού μου ητανάνε! Καλή γυναικούλα, ήσυχια κι ευγενικιά κι αυτή κι ο άντρας της... 



Πήρε η Πίτσα τις πληροφορίες κι έτρεξε να τα πει στη Ρόζα. 
- Θέση καλή πρέπει να 'χει στο εργοστάσιο με είπε η Κόντογλου, δεν ξεύρει βέβαια κι η αδερφή της ησύχαζε δίπλα η καημένη που τήνε τρελάνανε τα ρεματικά της. Πάντως απέ της Αμπατζίδαινας ητανάνε, που 'χει όλες τις καλές κυρίες και ράβει! 
- Πίτσα μου, να 'σαι καλά! Έλα να διείς εγώ τι έχω να σε δώκω που είσαι τόσο καλή και μυστικιά φιληνάδα
- Πω πω πω! Τι καλό πράμα είναι αυτό μπρε Ρόζα μου, τι βελούδο, τι απαλό που είναι! Και να σε πω την ήθελα μια καλή καζάκα, έχουμε και το γάμο του ανιψιού μου και σκεπτούμουνα τι να βάλω... Να διω με τι πουκάμισο να τήνε ταιριάξω, να σε πω όμως, μάλλον θα πάρω ένα σε λευκό καλό, σαν κι αυτό που έχεις το μεταξωτό για! 
Με την καζάκα και το μεταξωτό πουκάμισο, πήγε χαρούμενη στης ξαδέρφης της το σπίτι. Η Ρόζα ήταν λεπτή και χώρεσε με το ζόρι η Πίτσα, το πουκάμισο στο στήθος δεν κούμπωνε. Με λίγη προσπάθεια από την καπάτσα μοδίστρα που θα της έβαζε δυο κομμάτια ύφασμα επιπλέον θα της ερχόταν μια χαρά.
- Αυτό πρέπει να ξηλωθεί ούλο μπρε, ίσα οι νταντέλες θα μείκουνε κι ο γιακάς μονάχα. 
- Να ξηλωθεί; Τέτοιο πράμα καλό και μεταξένιο δεν αγοράζεται εύκολα! Διε και την καζάκα, έχει τράτο να τήνε ανοίξουμε! Ας μη κουμπώσει, δε με νοιάζει αυτό! 


Απόγευμα Κυριακής και η Ανθούλα με τα παιδιά είχανε πάει στης Σουλτάνας για να παίξουν όλα μαζί. Αργότερα που θα ερχόταν ο μπαμπάς θα πήγαιναν στο πάρκο. 
Ο Γιάννης καθαρός και καλοντυμένος βγήκε από το πατρικό του χαιρετώντας τους γονείς και την αδερφή του. Η Κυριακή ήταν η μέρα του περιπάτου και των επισκέψεων. Μια γυναικεία φιγούρα έκοψε το δρόμο του και του χαμογέλασε γλυκά. 
- Επ! Πάλι εσείς είσαστε; Μπρε τι σύμπτωση, μια στη δουλειά, μια στο τσαρσί, μια εδώ... Πώς είστε, καλά;
- Καλά είμαι κι άμα σας βλέπω ακόμα καλύτερα! Ωραία σύμπτωση πάντως, πολύ χαίρουμαι, πάρα πολύ!
- Κι εγώ χαίρουμαι για! Περίπατο πάτε, πώς κι απέ δω;
- Ναι, περίπατο... Τι να κάμω, γυναίκα μόνη είμαι, χωρίς συντροφιά... Δε με λέτε, αλήθεια είπατε που χαρήκατε για τη συνάντηση; 
- Ναι για! Γκιουζελίμ κοπέλα είσαι, ποιος δε χαίρεται να σε βλέπει; Αμά κι αυτό πάλι να με λες που είσαι μόνη... Πώς κι έτσι; 

Η ώρα περνούσε και τα μικρά περίμεναν στην πόρτα της θείας το μπαμπά για να πάνε στις κούνιες.
- Μπρε τι γένεται, που είναι τόσες ώρες αυτός ο άθρωπος; Στοις γονιοί του είπε μια θα πάει να τοις διει κι ακόμα να έρτει... Μπα και πάθανε τίποτις και τοις τρέχει; 
- Άμα κάτι κακό είχε γένει θα σε ειδοποιούσανε μπρε Άνθω! Να διεις που κάπου θα χάζεψε και ξεχάστηκε...
- Πού μπρε Σουλτάνα; Τα παιδιά δε μπορώ να τα κάμω καλά, βλέπεις τι γένεται, θα νυχτώσει σε λίγο! Kοντά στα δικά μου και τα δικά σου μέσα μείσκουνε, κρίμας είναι...
- Πάμε λέω εγώ κομματάκι στο πάρκο κι ας έρτει να μας βρει! Τι να περιμένεις εδώ, τι εκεί; Καλύτερα για τα παιδιά να μη σε τρώνε για! 

Ο Γιάννης πλήρωσε τους καφέδες και τα γλυκά και βοήθησε ιπποτικά τη Ρόζα να φορέσει το πανωφόρι της. Τα δάχτυλά της άγγιξαν τα δικά του και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Εκείνος φούσκωσε από καμάρι που είχε καταφέρει να κατακτήσει τη νεαρή όμορφη κοπέλα. Έχασε τον αρραβωνιαστικό της κι έμεινε μόνη, κρίμα ήταν να μην έχει μια παρηγοριά και να μη κάνει κι εκείνος ένα ψυχικό... 

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Σμίξιμο βλέπεις; Αυτό με νοιάζει!


Με τα νύχια φρεσκοβαμμένα και τη φαρδιά κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά, άνοιξε την πόρτα γελώντας. 
- Άργησες μπρε Πίτσα μου! Έλα και θα στεγνώσει το φλιτζάνι! 
- Τι να κάμω, ίσα που πρόλαβα να ψήσω μια όρνιθα για το βράδυ. Με το ρυζάκι την έκαμα, θα έρτουνε τα ανίψια μου κατά η ώρα οχτώ με είπανε. Το γύρισες καλά και μελέτησες, ναι;
- Ναι ναι, όλα εντάξει είναι! Ίσια με να το διεις το τσάι θα είναι έτοιμο! 

Το βαρύ αρωματικό τσάι, χύθηκε αργά στα διάφανα ποτηράκια με τη χρυσή ρίγα. Ένα μικρό ξύλο κανέλας, δυο μοσχοκάρφια κι ένας αστεροειδής γλυκάνισος στο τσαγερό, του έδωσαν γεύση εξωτική. Δίπλα του τα κουλουράκια, πλασμένα σε λεπτές κοτσίδες και ζυμωμένα με τα ίδια μπαχαρικά, περίμεναν τη λιχούδα Πίτσα να τα δοκιμάσει. Περιεργαζόταν το στεγνό πλέον κατακάθι μπουκωμένη.
- Για πες με, τι βλέπεις;
- Μπρε Ρόζα, πολύ μπερδεμένα πράματα έχει... Πρόσωπα πολλά, λόγια βλέπω... Κάποιονε κοιτάζεις που έχει μελαχρινή γυναίκα δίπλα του... Τι πράμα είναι τούτο καλέ; Δε με λες, παντρεμένο άντρα έβαλες στο μάτι; 
Η Ρόζα χαμογέλασε πονηρά. Ποτέ της δεν στάθηκε σε τέτοιες λεπτομέρειες. Σταύρωσε τα πόδια και κοίταξε την Πίτσα στα μάτια.
- Σμίξιμο βλέπεις; Αυτό με νοιάζει! 

Φτωχή η οικογένειά της και στερημένη, παρακαλούσε να έχει η κόρη τους μια καλή τύχη, να χορτάσει ψωμί και να βάλει δυο ρούχα της προκοπής στο λυγερό κορμί της. Όμορφη και κομψή η Ρόζα, έκανε όνειρα να ζήσει μια ζωή πλούσια. Τα φτηνά τσιτάκια δεν ταίριαζαν στη μακριά της τάλια και τα καλοσχηματισμένα πόδια της έπρεπε να τα ντύνουν κάλτσες λεπτές, αέρινες. Κρυφοκοίταζε τις μεγαλοκυράδες και ζήλευε τα λούσα και το γεμάτο απ' όλα τα καλά στομάχι τους. 
- Τι παραπάνω έχουν αυτές καλέ μαμά; Διες εκεί πέρα τη χοντρέλα του κουγιουμτζή πώς περπατάει! Ομορφάντρας αυτός, δεν έπρεπε να 'χει πάρει την καλύτερη; Να, μια σαν κι εμένα που δε θα στράβωναν τα τακούνια απέ τα πάχυτα και θα στεκούμουνα δίπλα του άξια! 
- Παιδάκι μου, η κάθε μια κοπέλα παίρνει άθρωπο της σειράς της. Εμείς που ήμαστε πτωχοί αθρώποι, δε μπορούμε να διούμε ψηλά, ένα καλό παλικάρι που να 'χει μια δουλίτσα και να στήσετε το νοικοκυριό σας. Μεροκάματο καθημερινό, να στήνεις τον τέντζερη και να μην πεινάσεις, να μη στερείσαι το ρουχαλάκι σου και να μπορείς να θρέψεις τα παιδιά που θα κάμεις. Η χοντρέλα που λες είχε παράδες με ουρά, τρανή προίκα την έδωκε ο μπαμπάς της. Πώς το μεγάλωσε το μαγαζί ο κουγιουμτζής, ε; Μια τρούπα ητανάνε όλο κι όλο κι απέ την αρρεβώνα και μετά έσιαξε αυτή τη μαγαζάρα! Ητανάνε βλέπεις και μεγαλοκοπέλα και κάμανε αμάν να τήνε παντρέψουνε, μη και τους μείκει έτσι. Αμά να σε πω, μη τη ζουλεύεις, ο άντρας της πολύ ξενοκοιτάει, του κόσμου τα κουσέλια ακούγουνται για δαύτονα... 

Η βιτρίνα του κουγιουμτζίδικου ήταν ο κρυφός καημός της Ρόζας. Ώρες θα μπορούσε να χαζεύει τα βαριά χρυσαφικά που τη ζάλιζε η λάμψη τους κι ονειρευόταν να τη στολίζουν. Πολύ θα ήθελε να μπει στο πολυτελές μαγαζί και να προβάρει περιδέραια, παντατίφ, δαχτυλίδια, βραχιόλια, σκουλαρίκια... 
Η μυρωδιά της φακής που έβραζε της έφερε αναγούλα. Με όσπρια ξεγελούσαν την πείνα τους σχεδόν κάθε μέρα, με μετρημένες κουταλιές λάδι μέσα. Ελιές και ψωμί που ζύμωνε η μάνα τα συνόδευαν. Μια Κυριακή περίμεναν για να φάνε ένα λίγο πιο καλό φαγάκι, κοτόπουλο κοκκινιστό με μακαρόνια συνήθως. 
- Της σειράς μας άντρα... Αχ βρε μάνα, απ' το κακό στο χειρότερο θα πάω; Το πολύ να ψήνω κάνα κομμάτι κρέας παραπάνω και να 'χω να πλερώνω τον πραματευτή για κάνα φουστανάκι... Μιζέρια μια ζωή; Αμ δε σφάξανε! Αν είναι να φάω τα νιάτα μου έτσι, να με λείπει! Σάμπως χαθήκανε οι άντριδοι που θα με στολίσουνε και θα με δώκουν όλα τα καλά; Τώρα θα με πεις, έτσι που είσαι πτωχικά ντυμένη και ποδεμένη ποιος θα γυρίσει να κοιτάξει; Μήτε απέ οικογένεια ονομαστή, μήτε παράδες, μήτε προίκα... Αλλά σιγά μη το βάλω κάτω, η νουνά μου έλεγε ότι άμα θέλει η γυναίκα όλα μπορεί να τα καταφέρει! 

Ένα ζευγάρι καλά παπούτσια είχε η μητέρα της, τυλιγμένα σε χοντρό χαρτί στον πάτο της ντουλάπας. Της τα είχε χαρίσει μια εύπορη κυρία που της καθάριζε το σπίτι κι ευτυχώς φορούσαν το ίδιο νούμερο. Η Ρόζα είχε μεγαλύτερο πόδι και της ήταν στενά πολύ. Έβρεξε πανιά με οινόπνευμα και τα παράχωσε όλη νύχτα για να φαρδύνουν λιγάκι. Όμως δυο νούμερα μικρότερα, ήταν μεγάλη διαφορά. Έκανε υπομονή και φόρεσε το μοναδικό ζευγάρι λεπτές κάλτσες που είχε και ήταν επιδέξια μανταρισμένες κι έβαλε με κόπο τα πόδια της μέσα στα στενά παπούτσια. Οι πόνοι ήταν αφόρητοι και δε μπορούσε να κάνει ούτε βήμα. Τα έβαλε σε μια τσάντα, τίναξε πάνω κάτω τα μαλλιά της για να δώσει όγκο και πέρασε κοκκινάδι στα χείλη και στα μάγουλα. Σε λίγο, με τα παλιά της παπούτσια περπατούσε άνετα και γρήγορα προς το δρόμο με τα καλά μαγαζιά. Λίγο πριν φτάσει στο χρυσοχοείο του Μπαλτατζόγλου κοντοστάθηκε και φόρεσε θα καλά της μαμάς της. Υπομένοντας τους πόνους σε δάχτυλα και φτέρνες, στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα με το κεφάλι ψηλά. Μια κυρία με το σύζυγό της διάλεγε ένα κολιέ και σε λίγο κρατούσε καμαρωτή το βελούδινο κουτί βγαίνοντας ενώ ο κουγιουμτζής τους συνόδευσε ως την πόρτα. 
- Παρακαλώ δεσποινίς μου, σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω; Περάστε να δείτε τη συλλογή μας! 
Η Ρόζα ξεροκατάπιε και τα 'χασε για μια στιγμή, μπήκε μέσα όμως αποφασισμένη να γνωρίσει από κοντά το γοητευτικό άντρα... 

- Αχ μπρε γυναίκα, απέ αυτό τον καημό θα πάω... Η κόρη μας να καταντήσει έτσι, η δικιά μας η κόρη; Άμα πάρει χαμπάρι η γυναίκα του τι θα γένει, με λες; Και να πεις που τήνε χώρισε για να στεφανωθεί τη δικιά μας, να την πω γένουνται αυτά. Ξελογιάστηκε, διάφορα την έταξε, άβγαλτη η κόρη μας και τόνε πήρε... Μη και τήνε διω μπροστά μου, θα τήνε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια, τέτοια ντροπή να μας κάμει; Δεν έχω μούτρα να βγω όξω, καταλαβαίνεις τι σε λέω; 
- Σύχασε μπρε άντρα μου που θα γένεις φονιάς! Στο μαχαλά χαμπάρι κανείς δεν επήρε, μη τα κάμεις τα πράματα χειρότερα! Λίγο ξύλο την έδωκα που ήρτε το πρωί με τοις μποναμάδες στα χέρια; Πόσα ρούχα, παράδες, ένα σωρό έφερε, αμά στην κεφάλα της τα πέταξα και την είπα που εμείς τίμιοι αθρώποι ήμαστε και πρόστυχα πράματα δεν ακουμπάμε! Μάζωξε το γουναρικό της κι έφυε κακήν κακώς και τα παράτησε κι αυτά εδώ πέρα, στο κιουμουρλούκι τα πέταξα μέσα, μη τα βλέπουμε και ταραζούμαστε πιο πολύ! Κι αυτός ο μισκίνης* που έριξε τα μάτια του στο δικό μας το κορίτσι τι σε λέει για; Ότι φταίει η Ρόζα το ξέρουμε και φταίει και πολύ, αμά τη θάμπωσε με τοις παράδες του που κακό χρόνο να 'χει! Στερημένη κοπέλα κι απέ φαΐ κι απέ ρούχο, την έδωκε τα πάντα και τήνε τύλιξε μια χαρά... Χάζι τη βιτρίνα του έκαμε και μέσα την πέρασε να τη δείξει λέει μαλαματικά... Με τα δικά μου τα παπούτσια κατέβηκε στο τσαρσί, είδε αυτός που τήνε πονάγανε κι ευθύς την πήε να την πάρει άλλα! Να και ρούχα, να και τούτα κι εκείνα την έπιασε... Θεούλη μου, τι ντροπή! 




Δυο χρόνια κράτησε η σχέση με το Μπαλτατζόγλου σε σπίτι μεγάλο και ωραίο που της είχε νοικιάσει. Την έβλεπε κάθε μέρα για λίγες ώρες, όταν η γυναίκα του αμέριμνη πίστευε ότι πήγαινε να συναντήσει εμπόρους. Δεν έμαθε ποτέ τη σχέση του με τη Ρόζα, ίσως γιατί δεν ήθελε να πιστέψει τα λόγια του κόσμου. 
Εκείνος πρόσεχε πάντα να μη δίνει δικαίωμα και τη νεαρή ερωμένη του την είχε μέσα σ' ένα χρυσό κλουβί. Έξω μαζί δεν τολμούσαν να βγουν, τα κέντρα και οι διασκεδάσεις μαζί της ήταν απαγορευμένα. Η Ρόζα, αφού χόρτασε το πεινασμένο στομάχι της κι έντυσε στα μετάξια το γυμνό κορμί της, φορτωμένη χρυσαφικά και λούσα αποφάσισε να βγει και να απολαύσει την έξω ζωή. Ο κουγιουμτζής της χάρισε ο,τι πάντα ονειρευόταν αλλά δε θα μπορούσε να ζει για πολύ ακόμα έτσι... 
Καμία σχέση δεν είχε η τωρινή εικόνα της με το παλιό φτωχοκόριτσο. Είχε αποκτήσει αέρα και ύφος γυναίκας καλοζωισμένης, που είχε γεννηθεί στα πλούτη και δε στερήθηκε ποτέ τίποτα απολύτως. Ένας φουσκωμένος λογαριασμός της εξασφάλιζε τη νέα της ζωή. Και η νέα ζωή θέλει ποικιλία κι έναν άντρα να την κυκλοφορεί σχεδόν παντού. Δόξα τω Θεώ, δεν της έλειπε τίποτα, θα έβρισκε λοιπόν τον καλύτερο! 

Η Πίτσα έφερε τον καφέ της στο μικρό τραπεζάκι μπροστά από το παράθυρο. Εκεί τον έπινε πρωί κι απόγευμα χαζεύοντας έξω στο δρόμο, πιάνοντας κουβέντα με όποια γειτόνισσα περνούσε. Αυτή ήταν η αγαπημένη της συνήθεια εδώ και χρόνια. Έβγαλε έξω το κεφάλι της κοιτάζοντας πάνω κάτω το μαχαλά κι απόρησε με την ασυνήθιστη φασαρία στο σπίτι του Αϊβαλιώτη που ήταν από καιρό άδειο. Τα μάτια της καρφώθηκαν με περιέργεια στη νεαρή γυναίκα που μπήκε μέσα, αλλά η απόσταση ήταν μεγάλη και δε μπορούσε να διακρίνει καθαρά. 
- Μπα! Βρήκε νοικάρηδες με τόσοι παράδες που ζητάει; 
Ήπιε με δυο γουλιές το ζεστό καφέ, πέταξε την ποδιά της και βγήκε βιαστικά. Ανηφόρισε προς το σπίτι που ήταν σχεδόν απέναντι από της φίλης της και είδε το φορτηγό μισογεμάτο ακόμα. 
- Πίτσα! Καλώς την, έλα μέσα! 
- Καταμιάς που ήρτα μπρε Ευανθούλα, μετακόμιση βλέπω που γένεται... Νέο αντρόγυνο είναι; Σάμπως και να είδα μια κοπέλα πολύ καθώς πρέπει όπως ερχούμουνα.
- Τον άντρα δεν τον έχω διει ακόμα, αμά η κοπέλα είναι ωραιοτάτη! Μια που το είδε την περασμένη βδομάδα το σπίτι και μια που ήρθε με τα πράματά της. Εγώ χαμπάρι δεν είχα, με το είπε σήμερα η διπλανή μου. Ητανάνε που επήγαμε στη γιορτή της εκκλησίας κι αργήσαμε να γυρίσουμε, θυμάσαι; Να διεις μπαούλα που βγάλανε, σερβάντες, κάδρα, χαλιά, ένα σωρό! Κι ακόμα πρέπει να έχει μπόλικο πράμα! 
- Παραλήδες πρέπει να είναι, κοντά ένα χρόνο έμεικε αδειανό... 
- Το φρεσκάρισε ωστόσο ο Αϊβαλιώτης! Προχτές εδώ ητανάνε με γυναίκα που έτριβε με τις ώρες τον παρκέ! 

Τα πράγματα μπήκαν στο σπίτι κι η νέα νοικοκυρά άνοιξε το πορτοφόλι της δίνοντας γερό μπαχτσίσι στους χαμάληδες. Υπόκλιση της έκαναν κι ένα σωρό ευχές της έδωσαν πριν φύγουν... 
Η Πίτσα ήθελε με κάθε τρόπο να τη γνωρίσει και να μάθει. Πριν φύγει από την Ευανθία, σκέφτηκε ότι θα ήταν πολύ ευγενικό να την καλέσουν για καφέ ή τσάι και να προτείνουν τη βοήθειά τους σε ό,τι χρειαστεί. 
- Καλά δε σκέφτηκα, τι λες κι εσύ; 
- Ναι, δε λέω, αμά έτσι στα καλά καθούμενα; 
- Ε! Άμα τύχει λέω, όχι και να τη χτυπήσουμε την πόρτα... 
Η ευκαιρία δόθηκε στο κοντινό ζαχαροπλαστείο που η γλυκατζού Πίτσα επισκεπτόταν τακτικά. Η κομψή Ρόζα στεκόταν στη βιτρίνα αναποφάσιστη με τις τόσες λιχουδιές.
- Απέ τα σεκέρ παρέ να πάρεις κοκόνα μου και να διεις νοστιμιά! Σαν τα δικά του πουθενά δεν υπάρχουνε! Είσαι η νέα μας γειτόνισσα, ε; Καλώς ήρθατε, με την υγειά σας να το χαρείτε το σπίτι! Εγώ μένω κομμάτι πιο κάτω, αμά η καλύτερή μου φιληνάδα είναι απέναντί σας! Αθρώποι είμαστε, μπορεί κάτι να χρειαζούσαστε, να ξεύρετε που έχετε και δυο γνωστές γυναίκες για!
Η Ρόζα χαμογέλασε συγκρατημένα και την ευχαρίστησε.
- Να έρθετε όποτε θέλετε να πιούμε τσαγάκι ή καφέ! Κι άμα θέλεις, σε τον λέω και να διεις που ούλα θα σε τα βρω! της είπε συνωμοτικά. 

Καθισμένη στην αυλή της Ευανθίας η Πίτσα, άκουγε με προσοχή και σχολίαζε έξαλλη τα λεγόμενα της φίλης της.
- Τι με λες μπρε; Ο Αϊβαλιώτης εβγήκε το χάραμα απέ το σπίτι; Μπα που άδικη ώρα να τον έρτει! Πάει να πει που κοιμηθήκανε μαζί; 
- Τι να σε πω μπρε Πίτσα μου, δεν ξεύρω η δόλια... Ήρτε η διπλανή η Αναστασώ και με χτύπησε που 'χει το γιο της με θέρμη και δεν ήξευρε τι να κάμει τέτοια ώρα η ζάβαλη κι ίσια με να την ξεβγάλω στο σκαλί και να την πω κάνα γιατροσόφι ακόμα, να ΄σου και τόνε είδαμε! Αμά, τόσες μέρες εδώ, μήτε αρσενικός γάτος δεν εφάνηκε κει μέσα και μεγάλη περιέργεια η αλήθεια μ' έκαμε... 
- Θα σκάσω άμα δε μάθω! Μπρε συ, αυτός είναι γεροντοπαλίκαρο, περασμένα τα σαράντα κι επήε μαζί του η μικρή; Τόσες και τόσες τόνε θέλανε κι εκείνονα η μια τόνε ξίνιζε κι η άλλη τον μύριζε κι έμεικε έτσι τρομάρα του! Πάει να πει που τήνε σπίτωσε λες;
- Μμμμμ....κατά πως δείχνει το πράμα...
- Τς τς τς τς τς... Γι' αυτό κι εκατάπιε τη γλώσσα της εκείνη τότες που τη μίλησα! Τώρα καταλαβαίνω για!

Μια ξαφνική διακοπή ρεύματος έφερε τις τρεις τους κοντά. Η Ρόζα από μικρή φοβόταν το σκοτάδι κι όταν την έπιασε πανικός βγήκε με τη ρόμπα στο κεφαλόσκαλο. Η Πίτσα που έτυχε να είναι πάλι στης Ευανθίας την είδε ταραγμένη και με τη λάμπα την έφερε ως το σπίτι να ηρεμήσει. Το λικέρ που την κέρασαν ζέστανε τα σωθικά της κι ένιωσε ευγνωμοσύνη που πέρασε τις δύσκολες ώρες  εκεί. Η Πίτσα που είχε μεγάλη περιέργεια να μπει και να δει το σπίτι, προσφέρθηκε να τη συνοδεύσει. Από τότε έγιναν πολύ καλές φίλες και σιγά σιγά της εκμυστηρεύτηκε τη σχέση της με τον Αϊβαλιώτη, όπως τη βόλευε βέβαια,  κρύβοντας επιμελώς την προηγούμενη ζωή της... 
- Με ζήτησε, αλλά οι δικοί μου δεν τόνε θέλανε, επειδής με πέφτει κομματάκι μεγάλος. Εγώ Πίτσα μου τον αγαπάω και τι να έκαμα, τους άφηκα κι επήγα μαζί του... 
- Να κοιτάξεις να σε στεφανώσει το γληγορότερο Ρόζα μου! Άμα φτάσετε στην εκκλησία, τι θα κάμουνε και οι γονιοί σου, θα τόνε δεχτούνε! Κι αφού με λες που είσαι απέ τόσο καλή οικογένεια, δεν είναι σωστό να μείσκεις έτσι, ντροπής πράματα, τι θα λέει ο κόσμος; 
- Ε...ναι, βέβαια... 
- Τι τα θες, φαίνεται η αρχοντοπούλα! Ο ρουχισμός σου, τα διαμαντικά σου, τα λούσα σου... 

Πέρασε καιρός μέχρι να καταλάβουν Πίτσα κι Ευανθία ότι ο Αϊβαλιώτης δεν σκόπευε να την παντρευτεί κι ότι η Ρόζα δεν είχε πει την αλήθεια. 
- Μωρέ σπιτωμένη θα είναι μια ζωή αυτή, άκου που σε λέω! Όσες φορές την είπα τον καφέ, μήτε μια δε μ' αρώτηξε άμα την πέφτει στεφάνι! Διε και δαύτονα που τήνε πάει εδώ κι εκεί και τήνε συστήνει για γυναίκα του! Γιαβάς γιαβάς μείσκει πιο πολλές ώρες μαζί της, άμα δεν ητανάνε η μάνα του ξεκολλημό δε θα 'χε! 

Στα τρία χρόνια ο Αϊβαλιώτης πέθανε ξαφνικά από έμφραγμα, αφήνοντας στη Ρόζα το σπίτι και παράδες μπόλικους... 





Μισκίνης - Άθλιος, ελεεινός






Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Η γκαρνταρόμπα της Κλειώς


Δυο ζωηρά και τετράπαχα παιδιά με ροδοκόκκινα μάγουλα μεγάλωνε η Ανθούλα. Ο Γιάννης δούλευε διπλοβάρδιες και τη μισή μέρα που εργαζόταν κι η γυναίκα του τα κρατούσαν η γιαγιά με τις θείες. 
Η μεγάλη της κουνιάδα τρωγόταν επειδή δεν έκανε παιδί, ενώ η νύφη της πέρασε ξανά την πόρτα του χειρουργείου... 
- Διε πράματα καλέ μαμά με την κουνέλα! Θα μείκει καμιά ώρα και θα βάλουνε τον αδερφό μου στα σίδερα! Του κόσμου τα παιδιά έχει χαλάσει για! 
- Στεναχωριέμαι μπρε Πηνελόπη μου, αμά τι να πω κι εγώ... Πολύ εύκολα πιάνει η αλήθεια, αμά κι αυτός ο αδερφός σου να προσέχει κομμάτι, αμάν πια... 
- Μμμμμμ... Άλλη δουλειά δεν ξεύρουνε να κάμουνε; Άιντε, πάω να ετοιμάσω το μικρό τη φρουτόκρεμα, τη Σοφούλα τα έκοψα και τα έφαε ούλα το γιαβρί μου! 

Το μεγάλο ρόδι καθαρίστηκε κι οι ζουμεροί σπόροι του μπήκαν στο τουλπάνι. Η Πηνελόπη το έστιψε καλά, με όλη της τη δύναμη κι ο χυμός του έπεσε πορφυρός στο μεγάλο μπολ, πάνω απ' τα άλλα λιωμένα φρούτα. Συμπλήρωσε και τρεις μεγάλες κουταλιές ρυζάλευρο κι ο Αλέκος το καταβρόχθισε σε ελάχιστα λεπτά. Σε μια ώρα είχε σειρά το μελάτο αυγό.
Η Σοφούλα έπινε το χυμό του ροδιού σε ποτήρι το απόγευμα. Το πρωί της άρεσε να τρώει τα φρούτα ολόκληρα, μετά την πορτοκαλάδα.
- Κείνο το γάλα! Πηχτό και μοσκοβολούσε άμα το βράζαμε! Την πέτσα του παίρναμε με το κουτάλι και βάναμε μελάκι απέ πάνου και την ετρώγανε! Κατά η ώρα έντεκα τα φρούτα και μετά αυτό. Πρωί-πρωί εξυπνούσανε, να τα πάω στης πεθεράς μου μόλις πίνανε το γαλατάκι, ετρώγανε και δυο φέτες ψωμί με βούτυρο. Εκεί μετά, αμέσως την πορτοκαλαδίτσα επίνανε, τα φρούτα τους, μπισκότα, μαλεμπί... Το μεσημέρι πια που τέλειωνα, τα μάζωχνα σπίτι. Ίσια με να βάλω το φαΐ, ησυχία δεν είχανε! Άμα έμεισκα παραπάνω στη δουλειά, ετρώγανε στη γιαγιά. Η αλήθεια πολύ τα προσέχανε, δε μπορώ να πω σ' αυτό... 

Οι δυσκολίες άρχισαν πάλι να ζορίζουν το ζευγάρι. Το αφεντικό του Γιάννη αρρώστησε κι αποσύρθηκε, οι γιοί του που ανέλαβαν απέλυσαν πολλούς κι έβαλαν στη θέση τους κάποιους φίλους τους, έτσι έμεινε χωρίς δουλειά. Νύχτα μέρα γύριζε και χτυπούσε πόρτες, έκανε πού και πού κάνα μεροκάματο αλλά που να φτάσουν οι παράδες... Άρχισαν να στερούνται το φαγητό για να ταΐσουν τα καλομαθημένα και λιχούδικα παιδιά τους που ήθελαν κρέας δυο φορές τη μέρα... 
- Πόσα βράδια κοιμήθηκα νηστικιά, με ξερό τσάι μόνο... Απέ τα παιδιά όμως, τίποτις δεν έλειψε! Μας έφερνε ο πεθερός μου και κοτούλα και καμιά οκά κρέας πού και πού, μπιζελάκια, φρούτα, μπισκότα, ό,τι μπορούσε ο καημένος... Με το Γιάννη, ψήναμε ένα τέντζερη φακές και τρώγαμε δυο μέρες να πούμε, τα μικρά όμως φακές ξερές θα τα δίναμε; Άσε που δεν τα τρώγανε τα όσπρια, θέλανε φαγιά καλά. Είχαμε πρόβλημα και με τη νοικοκυρά που τη χρωστάγαμε πολλά μηνιάτικα κι η ριμάδα με είπε που θα μας έβγαζε στοις δρόμοι άμα δεν τη τα δώκουμεΑυτή ητανάνε πολύ κακιά γυναίκα, μοναχιά της έμεισκε απάνου απέ μας, παιδιά σκυλιά δεν είχε κι ούλα την ενοχλούσανε! Με τη γειτονιά μάλωνε, μια το ένα την έφταιγε και μια το άλλο. Εμάς στην αρχή μας έκαμνε χαρές και τέτοια, έδωκε και μια φορά απέ ένα σοκολατάκι στα παιδιά, που είχαμε ανέβει να τη δώκουμε το μηνιάτικο. Μετά που την είπαμε να κάμει κομμάτι υπομονή κι άμα μαζωχτήκανε κάμποσα που τη χρωστάγαμε, αρχίνισε να τα βάνει και με τα παιδιά ακόμα. Χώρια που άπλωνα τα ρούχα στο μπαχτσέ και με πέταγε νερά! Μια γένηκε, δυο γένηκε, την τρίτη πια να κι επιαστήκανε στον καβγά με το Γιάννη! Τήνε παραμόνεψε κι άμα είδε που έριξε τη λεκάνη με τα απόνερα, γένηκε της τρελής κι ακουστήκανε σ' ούλο το μαχαλά! 
- Στο σπίτι μου είμαι κι ό,τι θέλω κάμω! Εσύ μη μιλάς που με χρωστάτε του κόσμου τα μηνιάτικα! Άμα σε ξινίζει, δρόμο απέ δω!
Πότε η Μέλπω, πότε η Γιωργίτσα, βοηθούσαν όσο μπορούσαν, κρυφά από τις αδερφές της πάντα. Ο Γιάννης άρχισε να τη σπρώχνει στη Σουλτάνα με τρόπο, μήπως και της πάρει πάλι κάμποσους παράδες. Πού να ήξερε ότι η κουνιάδα του ήταν άγρια θάλασσα πάλι...
- Στο δρόμο την είχε διει η νοικοκυρά και τήνε έπιασε και τη μίλησε για τα μηνιάτικα. Τι δουλειά είχε να κάμει τέτοιο πράμα, με λες; Γένηκε η αδερφή μου... Τι να σε λέω!
- Απ' αυτά περιμένω κι εγώ να ζήσω κυρία Σουλτάνα μου, πτωχή γυναίκα είμαι! Παπούτσια ήθελα να έρτω να πάρω απέ το μαγαζί σας κι ακόμα πού; Μη με παρεξηγάς, αμά με το ζητάνε τόσοι νοικαραίοι που θα με τα δίνουνε στην ώρα τους. Έκαμα υπομονή τόσοι μήνες, πόσο θα πάει για; Και πού θα βρούνε τόσοι παράδες μαζωμένοι, με λες; Κρίμας και για την αδερφή σου είναι, χαρά Θεού κοπέλα και να πεινάει κοντά του; Ντύνεται και στολίζεται ο γαμπρός σου λες κι είναι κάνας παραλής, δεν κοιτάει τα χάλια τους! Μια βδομάδα ακόμα να περιμένω να πάρω έστω κάτι, αλλιώς θα τοις βγάλω και να με συχωράς κοκόνα μου... 

Ευτυχώς που η Θεόσταλτη Μέλπω βοήθησε και βγήκαν προσωρινά από το αδιέξοδο. Πλήρωσαν τα τρία ενοίκια και κάπως ηρέμησε η ιδιοκτήτρια. Η Σουλτάνα ειδοποίησε την αδερφή της να πάει σπίτι που τη θέλει κι η Ανθούλα πήγε ανύποπτη... 
- Το τι γένηκε κείνη τη μέρα! Απέ τα μαλλιά μ' έπιασε και με φώναζε να πάρω τα παιδιά και να παγαίνουμε κει να τρώμε, γιατί θα ψοφήσω απέ την πείνα! 
- Εσύ και τα ανίψια μου στο κεφάλι μου κι ακόμα πιο απάνου, αμά να τόνε ταΐζουμε τον άντρα σου όχι, μη κάμει όρεξη! Σαν το γαμπρό που μπαίνει και βγαίνει μπρε, ποιος θα τόνε πάρει στα σοβαρά που ψάχνει για δουλειά, με λες; Χώρια που με έστειλε και χαιρετίσματα με την αδερφή μας την Αθηνά, πρώτη φορά γένηκε αυτό! Τα καλά και συμφέροντα είναι, σάμπως κι εγώ δεν καταλαβαίνω; 
- Ε... Κακό πράμα είναι που σ' έστειλε χαιρετίσματα; 




Την κατάσταση έσωσε η Γιωργίτσα που μίλησε στον άντρα της. Ο Λεωνίδας πήρε στη δουλειά το Γιάννη, πάνω που τα χρωστούμενα ενοίκια είχαν φέρει πάλι λόγια και φασαρίες. Εξοφλήθηκαν χάρη στην καλοσύνη του χρυσού αυτού ανθρώπου, που έδωσε αρκετούς παράδες προκαταβολικά για να μη μείνουν στο δρόμο. Η Ανθούλα δεν έμαθε ότι η Σουλτάνα τον βρήκε με το μασουράκι της στο χέρι και τον όρκισε να μη πει τίποτα. Τα παραπανίσια λεφτά ήταν καλοπληρωμένα από τις υπερωρίες που έκανε ο Γιάννης... 
- Μετά απέ πολύ καιρό το είπε η Σουλτάνα το Γιάννη αυτό το πράμα, επειδής είχανε μαλώσει πάλι. Καλοί παράδες τον έδινε ο Λεωνίδας, αμά στην αρχή τα είχε κανονίσει εκείνη, καλή της ώρα! Πάντα με αγαπούσε πολύ κι εμένανε και τα παιδιά, καλής καρδιάς είναι! Με στάθηκε όλα τα χρόνια, στα παιδιά ψούνιζε, δώρα καλά έκαμνε και σε μένανε... Και τη νουνά του Αλέκου να πούμε, τη Σταματούλα, αυτή με τη σύστησε, ξεύρεις τι καλή που είναι; Ξαδέρφη της Κλειώς του Αποστολόπουλου, μεγάλο όνομα στην Πόλη! Τι γυναίκα είναι, να διεις πως ντύνεται και πως σε μιλάει! Αρχόντισσα σωστή! Φιληνάδες ητανάνε απέ το μαγαζί, πολύ πλούσια και ωραία γυναίκα, δυο γιοί έχει που είναι γιατροί στη Σουηδία... 

Με τη γούνα της και τα βαριά χρυσαφικά η Κλειώ, προβάριζε παπούτσια στου Γιώργου. Όποτε έμπαινε στο μαγαζί, σκίζονταν οι υπάλληλοι να την εξυπηρετήσουν, γιατί πάντα τους άφηνε παραπάνω παράδες. Κάθε σεζόν αγόραζε γόβες σε διάφορα χρώματα για να ταιριάζουν με τα ρούχα της. Ήταν πολύ κοσμική κυρία και δε μπορούσε να εμφανίζεται με τα ίδια σε κάθε εκδήλωση. Η οικογένειά της δεν ήταν πλούσια, αλλά κατάφερε να κάνει ένα πολύ καλό γάμο μ' ένα μεγαλέμπορο χάρη στη μόρφωση και την ευγένεια που τη διέκρινε ανέκαθεν. Γυναίκα να τη χαζεύεις, κυριολεκτικά. 
- Άμα έβγαινε, ούλος ο κόσμος τήνε κοίταε και τήνε θαύμαζε! Επερπάταγε μ' έναν αέρα, στητή σαν τη λαμπάδα! Τήνε ράβανε οι καλύτερες μοδίστρες, έτοιμο πράμα δεν ψούνιζε ποτές. Και ξεύρεις πόσα ρούχα με είχε δώκει; Επηγαίναμε καμιά φορά με τη Σουλτάνα στο σπίτι της και πάντα έφευγα με πράματα απέ κει. Αμά τέτοιο σπίτι, τι να σε πω! Μεγάλη χαρά έκαμα σαν με έλεγε η αδερφή μου που θα πάμε βίζιτα την Κλειώ! 


Δίπατο σπίτι με το χρώμα του χρυσού να κυριαρχεί παντού. Στις βαριές κουρτίνες, στα έπιπλα, στα κεντήματα, στους πολυελαίους. 
Απλή και καταδεχτική η Κλειώ τις καλοδεχόταν στη μεγάλη σάλα. Στο τραπέζι όλα τα καλά περίμεναν να συνοδεύσουν το μυρωδάτο τσάι και την κουβεντούλα τους. Βουτήματα, γλυκά, κουλουράκια, πιτάκια, σοκολάτες, όλα φρέσκα και λαχταριστά, στρωμένα με τάξη στις ασημένιες πιατέλες. Το χειμώνα έστρωνε το μικρό τραπέζι μπροστά στο μαρμάρινο τζάκι και το τσάι συμπλήρωνε πάντα ένα ποτήρι καλό κονιάκ και ξηροί καρποί. 
- Είχε ένα δωμάτιο μεγάλο, γκαρνταρόμπα που λένε, με ούλα της τα ρούχα και τα παπούτσια μέσα εκεί. Στοις τοίχοι καθρέφτες μεγάλοι, άμα έβανες ένα ρούχο το έβλεπες και μπρος και πίσω πώς σε πάει. Απάνου τα ράφια με τα καπέλα, απέ κάτου οι τσάντες, μετά τα παπούτσια, στο πλάι τα μαντήλια και τα γάντια κι απέ την άλλη τα ρούχα, τα παλτά, οι γούνες... Άλλη γυναίκα δεν έχω διει στη ζωή μου που να 'χει τόσα λούσα! Αν πεις απέ μαλαματικά, άλλο πράμα! Μαργαριτάρια, διαμαντικά, με τη φορεσιά της έβανε κι ασορτί μενταγιόν, δαχτυλίδια και σκουλαρίκια! Με είχε χαρίσει παλτό, πουκάμισα μεταξωτά, μπλούζες, ταγιεράκια ωραία, ρόμπες βελούδινες, πολλά πράματα! Αυτά ούτε στον ύπνο μου δε θα τα ψούνιζα ποτές, ακριβά πολύ ητανάνε! Άμα παγαίναμε κάπου τις καλές μέρες και ντυνούμουνα με ζουλεύανε όλες, καλά καλά με κοιτάζανε!

Καμάρωνε ο Γιάννης που πίστευαν ότι ξόδευε πολλούς παράδες για τη γυναίκα του. Είχε οικονομήσει κι αυτός κάμποσα ρούχα από τον άντρα της Κλειώς που του τα στένεψε λίγο η μάνα του, γιατί ήταν ανέκαθεν πολύ λεπτός κι έβγαιναν ντυμένοι κι οι δυο σαν πλούσιοι. Είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση, ήταν κι ομορφάντρας, του άρεσε και λίγο να το παίζει παραλής σε όσους δεν τον ήξεραν κι είχε αέρα ανθρώπου που ζούσε με όλες τις ανέσεις.
Αυτή ήταν η αιτία που άρχισαν να τον καλοκοιτάζουν πολλές γυναίκες, που έψαχναν κάποιον εύπορο άντρα για να κάνει τα κέφια τους. 
- Όπου παγαίναμε, τα μάτια τους απάνου του τα είχανε! Μια εμένανε κοιτάζανε και δυο εκείνονα! Τις έβλεπα εγώ βέβαια, αμά πιο πολύ αυτόνε κοιτούσα για να διω μπα και κάμει κάνα νόημα! Είναι όμως μερικές... άστα να πάνε, μήτε γυναίκα, μήτε τίποτις δε λογαριάζουνε

Έτσι μπήκε το νέο βάσανο στη ζωή τους, που άκουγε στο όνομα Ρόζα.