.

.
.

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Το στοίχημα



Η νύχτα πέρασε γλυκιά και ήσυχη.
Τα νυχτολούλουδα σκορπούσαν τη μεθυστική τους μυρωδιά κι ο Βλάσης έπαιρνε βαθιές ανάσες γεμίζοντας τα πνευμόνια του με το άρωμά τους. Η Αστερόπη με το παιδί κοιμόντουσαν κι εκείνος μπήκε στην κάμαρα προσεκτικά για να μη την ξυπνήσει. Πόσο λάτρευε τις ώρες που η γυναίκα του παραδινόταν στην αγκαλιά του Μορφέα! Ήταν τυχερός που βρέθηκε στη στράτα του μια τόσο καλή, τίμια κι ευγενική κοπέλα και τους ένωσε η τόσο δυνατή αγάπη, από την πρώτη στιγμή που αντάμωσαν τα βλέμματά τους.
Θυμήθηκε τα λόγια των γονιών του, όταν μάθαιναν τις ερωτοδουλειές του που δεν ήταν και λίγες. 
<<Ταξιδιάρης είσαι γιε μου και πρόσεχε καλά ποια γυναίκα θα πάρεις! Να στέκεται καλά όσο θα λείπεις, μην είναι καμιά γυρίστρα και σε κουβεντιάζουνε! Λίγες μπάζουνε τους φίλους άμα λείπουν οι άντρες τους; Τόσα ακούμε!>> 
Κορώνα στο κεφάλι της τον είχε η Αστερόπη. Μετρημένη σε όλα, νοικοκυρά, αγάπησε κι εκτίμησε τους δικούς του όσο και το δικό της σόι. Οι γονείς του νερό έπιναν στο όνομά της κι όλοι οι συγγενείς που τους καλοδεχόταν με το γέλιο στο στόμα.
<<Την ευχή μας να έχεις κόρη μου!>> 
Με τη δούλεψή του κατάφερε να φτιάξει το παλιό σπιτάκι που της έδωσαν οι γονείς της.
Έφυγε ο τσίγκος που σκέπαζε τις κάμαρες, αλλάχτηκε το φαγωμένο από τα χρόνια μωσαϊκό και μπήκε καινούργιος, μεγάλος μαρμάρινος νεροχύτης στην κουζίνα. Το σουρωτό πανάκι που έκρυβε τον κουβά από κάτω, έγινε παρελθόν. Ο υδραυλικός πήρε κάμποσα λεφτά και πέρασε σωλήνες, έφτιαξε σιφόνι κι ανανέωσαν τα κιούγκια. Πέταξαν τα παλιά ντουλάπια και τη θέση τους πήραν νέα που έκλειναν καλά, με όμορφα πόμολα γεμάτα ανθάκια. Μέρες τα έβαφε ο Βλάσης με το βεραμάν χρώμα που διάλεξε η γυναίκα του. 
Η χρυσοχέρα πεθερά του που της είχε πλέξει πολλά προικιά με σχέδια ζηλευτά, ξεκίνησε με το βελονάκι καινούργιες δαντέλες για τα ράφια και κουρτινάκι για το παράθυρο. Η Αστερόπη πάλι αγαπούσε το κέντημα και καμάρωνε τους πίνακες στους τοίχους με τις φαρδιές κορνίζες. Οι δυο κάμαρες γέμισαν ωραία μπιμπελό που έφερνε από τα ταξίδια του κι η γυναίκα του τα ταίριαξε με γούστο στο τραπέζι και το μπουφέ. Το κρεβάτι τους είχε απέναντι μια στενόμακρη καφετί τάβλα στερεωμένη στον τοίχο, ντυμένη κι αυτή με πλεχτό της μάνας της που φιλοξενούσε τις κολόνιες και τις χτένες. Δυο σκαλιστά βαζάκια δεξιά κι αριστερά με πολύχρωμα βελούδινα λουλούδια που είχε φέρει από την Περσία, έφτιαχναν τη μέρα τους όταν ξυπνούσαν νωρίς το πρωί και τ' αντίκριζαν. Περσικά ήταν και τα τρία μεταξωτά χαλάκια που έστρωνε στις γιορτές και τους υποχρέωνε πατέρα και γιο να μπαίνουν με τις κάλτσες για να μη τα λερώσουν. 
- Βλάση μου τι όμορφα που είναι! Λυπάσαι να τα πατήσεις! Για να κρατήσουνε τη γυαλάδα τους, μήτε παπούτσι, μήτε παντόφλα δεν πρέπει να τ' ακουμπάει! 
Γέλασε στη σκέψη της. Η Αστερόπη είχε τον τρόπο να τον κάνει να προσέχει, χωρίς να νιώθει ότι τον καταπιέζει.
- Υπάρχει καλύτερο πράμα από το καθαρό σπίτι; Και σκουπίζω και σφουγγαρίζω και ξεσκονίζω, να κάθεσαι και να το χαίρεσαι άντρα μου! Αλλά κι όταν λείπεις πάλι τα ίδια κάνω, σα να είσαι εδώ! 
Όταν ο γιος τους έκανε καμιά ζημιά ή λέρωνε με τα βρόμικα από το χώμα χέρια του, σήκωνε το χέρι απειλητικά κι έτρεχε να κρυφτεί κάτω απ' το τραπέζι της κουζίνας. Ζωηρός πολύ ήταν, όπως κι εκείνος στα μικράτα του. 
- Πότε θα του κάνουμε αδερφάκι βρε γυναίκα;
- Να μεγαλώσει λίγο, να φρονιμέψει μια στάλα! Το μωρό θα βυζαίνω ή θα τον κυνηγάω που δεν στέκεται λεπτό σε μια μεριά; Δε θυμάσαι τις προάλλες που κόντεψε να καεί το θηρίο με το νερό που έβραζα για τα μακαρόνια; Μέχρι να τα πιάσω απ' το ντουλάπι, το έκανε το θαύμα του!Κι εκείνη η μάνα μου πόσο μπορεί να μείνει μαζί μου, που έχει πίσω τον πατέρα και τη γιαγιά μου; Η δικιά σου εύκολο είναι να έρθει που έχουνε τα ζώα και τόσες δουλειές στο νησί; Με την ψυχή στο στόμα δεν ήρθανε τότε στη βάφτιση που άκουσε ο μπαμπάς σου τ' όνομά του; Δύσκολα είναι για μένα που δε σ' έχω κοντά μου... Οι άλλες μάνες που είναι στεριανοί οι άντρες τους κι έρχονται κάθε μέρα από τη δουλειά στο σπίτι, άμα δούνε τα ζόρικα με τα παιδιά τους, μια φωνή τους βάζουν ότι θα τα τα πω στον πατέρα σου άμα έρθει και τα πάει ναααα! Εγώ τι να πω στο δικό μας που κάνει πάνω από χρόνο να σε δει... Ξέρει ότι άμα ετοιμάζουμε τις βαλίτσες σου μένει μόνος του μαζί μου! Για να δούμε τώρα που θα πάει στο σχολείο μπας και με τα μαλώματα της δασκάλας που τους ρίχνει στα χέρια με το χάρακα τις ξυλιές φοβηθεί λιγάκι και στρώσει...
Ο Βλάσης καταλάβαινε και δεν την αδικούσε. 


- Ε, νοικοκυράδες! Είσαστε μέσα; 
Ευρύκλεια και Θοδωρούλα βγήκαν στην αυλή στο άκουσμα της φωνής της. Η Σουλτάνα χώθηκε πρώτη στην αγκαλιά τους κι ακολούθησε η κομψότατη Μαρίκα. 
- Μπρε καλώς τες! Τι χαρά μας ηδώκατε! Ελάτε, κοκόνες μου!
Κάθισαν στην αυλή να ξαποστάσουν κι η Θοδωρούλα έφερε κρύα βυσσινάδα να δροσιστούν. 
- Τι είναι ούλες αυτές οι τσάντες καλέ σεις; 
- Για το σπίτι λίγα πράματα Ευρυκλάκι μου και μη μας παραξηγάς, θα σε πω πώς τα πήραμε! 
Γλυκά, ξηροί καρποί και φρούτα σε διάφανα πλαστικά κουτιά, σαλάμια, παστουρμάδες, δυο κεφάλια τυρί, λουκάνικα, σουτζούκια, όλα με σφραγίδες τούρκικες. 
- Θα λωλαθώ! Ποιος υπήγε στα μέρη μας και τα ήφερε; 
- Τον γιο μου τα φέρανε που τόνε έχουνε πολύ μεγάλη υποχρέωση κι ήρτανε εδώ για να διούνε και της Ελλάδος τα ακίνητα! Παραλήδες αθρώποι που έχουνε κάτι σεράγια και μνήσκουνε! Πάρα πολλά πράματα ητανάνε, ούλοι μας πήραμε! Αμά και πόσα να φάμε για; Είπαμε το λοιπόν, τώρα που είναι ακόμα φρέσκα, ευκαιρία να έρτουμε να σας διούμε, να φέρουμε και σε σας! 
- Σουλτάνα μου! Μαρίκα μου! Πόσα ευχαριστώ να σας ειπούμε; 
- Τίποτις καλέ! Τσάμπα είναι για! 
Οι συμπεθέρες χαμογελώντας κοιτάχτηκαν συνωμοτικά. Τα καλούδια είχαν αγοραστεί από τον πατριώτη τους που είχε το φημισμένο μαγαζί με τις ανατολίτικες νοστιμιές και ψώνιζαν τακτικά οι μερακλούδες νοικοκυρές που είχαν μάθει τις πικάντικες γεύσεις και δεν σκόπευαν να τις στερηθούν στη νέα τους πατρίδα βέβαια. Όταν αποφάσισαν λοιπόν να τις επισκεφτούν, ξέροντας από εκείνη την τυχαία συνάντηση ότι έχασε η Ευρύκλεια τον άντρα της, αν και αξιοπρεπέστατες δεν άφησαν κανένα υπονοούμενο ότι ζορίζονταν, συμφώνησαν να  μην πάνε τυπικά με κουλουράκια ή κάνα γλυκό. 
Η Μαρίκα σκεφτόταν από μέρες πώς θα τους τα πρόσφεραν για να μην αισθανθούν άσχημα. Η Σουλτάνα όμως που το μυαλό της δεν ησύχαζε ποτέ κι όλο κατέβαζε τις καλύτερες ιδέες για το όποιο θέμα, είχε βρει κιόλας τη δικαιολογία.
- Πεσκέσι τον Ιάκωβο τα φέρανε! Τόσα κι άλλα τόσα! 
- Δίκιο έχεις συμπεθέρα μου! Αυτό θα τσ' ειπούμε!  
Έτσι γέμισαν οι τσάντες αφού μοιράστηκαν το τελικό ποσό, συν τα λεφτά που τους έδωσε ο Ιάκωβος όταν το συζήτησαν. Θυμόταν πάντα με αγάπη την κυρά-Ευρύκλεια που ήταν η προσωποποίηση της ηρεμίας και της υπομονής και τη μικρή κόρη της που λες και γεννήθηκε με τη σκούπα στο χέρι κι όλο καθάριζε το σπιτάκι τους.
- Πάρτε αυτά κι από μένα και μη βγάλετε άχνα, έτσι θέλω να κάνω κι εγώ! Καλά το σκέφτηκες μαμά να πείτε για το πεσκέσι! Α! και είπε η Αγλαΐα, ότι αυτά σας τα στέλνει για να τους πάρετε κάνα δωράκι, ξέρετε εσείς λέει! Γι αυτό τα έβαλα χώρια! Τη ρώτησα κι όταν άρχισε το λακριντί για μπλούζες, μαγαζιά και δε συμμαζεύεται, πήρα δρόμο γιατί δε θα τέλειωνε ούτε αύριο! Ίδια η μάνα της κι η πεθερά της είναι με τα λούσα για την τύχη μου! Α, πα πα πα! Βρε πού έχω μπλέξει!
Οι δυο γυναίκες που είχαν κατασυγκινηθεί από την προσφορά τους, ξέσπασαν σε δυνατά γέλια. Η Σουλτάνα άρχισε να του κολλάει για να πει περισσότερα ο χωρατατζής κανακάρης της.
- Μπρε συ, άσκημα σε πέφτει η Αγλαΐτσα που είναι γκιουζελίμ κοπέλα; 
- Ε, όχι, δεν είπα τέτοιο πράμα! 
- Αυτό σ' έλειπε!  
- Με τη μαμά της μπροστά κακό θα έλεγα;
- Να ειπείς ούλες τσι αλήθειες κι ας είμαι μπροστά! Χα χα χα!
- Τσ' ηλέγω Μαρικάκι μου! Καλή κόρη ήκαμες, δεν έχω παράπονο! 
- Διες χάλι, να λέγει την πεθερά του Μαρικάκι! Ντροπή σου μπρε, μαμά έπρεπε να τη λέγεις, όπως κι η γυναίκα σου εμένα! 
- Δεν πα να σε λέει και συννυφάδα; Βρείτε τα μόνες σας! Εμένα δε με λένε Αγλαΐα και τη μαμά της θα τη λέω όπως θέλω
- Ορίστε παιδί που έκαμα! Μήτε μέσες, μήτε άκρες βρίσκω μαζί του! Φύε απε δω μπρε να μη σε βλέπω!
Η Μαρίκα γελούσε με την καρδιά της. Δεν είχε καλύτερο από τα αστεία μαλώματα γαμπρού και συμπεθέρας. 
Έχεις παράπονο από μένα πεθερούλα μου; 
- Όσκε παιδάκι μου, κανένα! Κι ηξεύρεις που σ' αγαπώ πάρα πολύ!
- Ορίστε κυρά-Σουλτάνα, άρπα τη! Άντε, πάω τώρα γιατί έχω το ραντεβού με την Ευταλού να δει το διαμέρισμα! Την ψυχή θα μου βγάλει πάλι που "εν έσιει πολλά παράες" αλλά την κόφτει να "εν τζιαι μιάλο!" Από τα σμυρνέικα θα πέσω στα κυπριακά πάλι ο φουκαράς και θα μπερδεύω τη γλώσσα μου στο τέλος!
- Χα χα χα! Πολλούς χαιρετισμούς να τη δώκεις και να την πεις να έρτει να πιούμε καφεδάκι! 


Μάνα και κόρη ενθουσιάστηκαν και με τις μπλούζες που τους έφεραν. 
- Πολύ μας υποχρεώσατε, πάρα πολύ!
- Σους μπρε, τι υποχρέωση μας λέγετε; Μιας που ητανάνε στο δρόμο μας το μαγαζί και παραγγείλαμε για μας σε άλλα χρώματα απέ αυτά που είχε, επήραμε από μια και για σας! Αλλά σας έχομε και κάτι ακόμα που να τα ταιριάσετε ωραία και καλά! 
Όμορφες χτένες με λουλούδια και χρυσαφί φουρκέτες για τα μαλλιά που άστραψαν και μια ακόμα μεγάλη ασημένια για τη μάνα. Τρελάθηκαν απ' τη χαρά τους ευχαριστώντας τες χίλιες φορές.
- Πάει πολύ με τη μπλούζα Ευρύκλεια! Έτσι σταχτερή που είναι με τις ασημοκλωστές, ε; Χάρμα θα σε είναι! 
- Τσι χαρές του κοριτσιού να τα βάλεις, άμα έρτει ο γαμπρός να την ηζητήξει με το καλό!
Η Θοδωρούλα χαμήλωσε το κεφάλι και μπήκε στο κουζινάκι για τους καφέδες. Η μάνα ευχαρίστησε για την ευχή και στέναξε.
- Τι έχεις τζάνουμ; 
- Αχ! Απέ πού να ηπιάσω τα βάσανα... 
- Ούλα να μας τα ειπείς! Θα τα μιλήσομε και θα ιδούμε! 
- Να υπάγομε πιο καλά μέσα, μη μας ηκούσουνε κι οι γειτόνοι... 
Η Θοδωρούλα κρατώντας το δίσκο συμφώνησε.
-  Δεν τσ' είδατε που έχουνε ούλοι τα μάτια τως στυλωμένα εδώ; 
Μπήκαν στη σάλα, χαλώντας τη θέα των κουτσομπόληδων. Μεγαλύτερη εντύπωση τους έκανε η λυγερόκορμη και φινετσάτη Μαρίκα με τη δαντελένια μπλούζα και τα ψηλά τακούνια. 
Το πηγαδάκι δεν άργησε να στηθεί.
- Τι ωραία κυρία που είναι! Και τι λούσο είναι αυτό! 
- Πολύ πλούσια, φαίνεται!
- Η άλλη η χοντρούλα, με πόσα χρυσά στολισμένη, ε; 
- Και πλακατζού, όλο γελάει! 
- Φορτωμένες τσάντες με του κόσμου τα πράματα! 
- Τι είχανε μέσα;
- Δε μπορούσα να δω καλά, είχανε τις πλάτες τους... 
- Ποιες να είναι; 
- Τι να σου πω, δεν ξέρω... 
Όσο οι γειτόνισσες σχολίαζαν, οι τέσσερις γυναίκες συζητούσαν χαμηλόφωνα τα δικά τους. 
Με λίγα λόγια εξήγησαν τα προβλήματα που είχαν, αλλά για μεγάλη τους έκπληξη είδαν ότι τις άκουγαν ήρεμες. 
- Κι εμείς κάτι τέτοια τα είχαμε κοκόνα μου! Τουρκόσποροι μας λέγανε άμα ήρταμε εδώ και μάθανε απέ πού κρατάει η σκούφια μας και με μισό μάτι μας κοιτάζανε οι αδικιορισμένοι! Ε... Γιαβάς γιαβάς μας συνήθισαν κι αυτοί, τοις συνηθίσαμε κι εμείς... 
- Η συμπεθέρα μου έχει δίκιο... Άμα τσι κουσελεύανε που ήτο αφ' την Πόλη, ήβαλε με το νου σου τι μας ήσουρναν άμα τσ' ηλέγαμε εμείς αφ' τη Σμύρνη... Ξένοι μας είχανε μάτια μου...
- Ηξεύρω, καταλαβαίνω... Όμως δεν είχατε τσι κόρες ανύπαντρες, μήτε κι είχατε τα χάλια μας εδώ... 
Έφτασε η κουβέντα και στα τριαντάφυλλα. Στο καπάκι κι ο στημένος Λάκης που περίμενε την όμορφη και ζηλευτή Σμυρνιά.  
- Πάλι καλά που έχετε αυτή την Αστερόπη και σας ήβγαλε αφ' τη δύσκολη θέση... Πώς να υπήγαινες Ευρύκλεια έτσι στα τυφλά χωρίς να ξεύρετε ποιος είναι και τι να τον ήλεγες;  
Η Σουλτάνα συμφώνησε. Ο νους της ήταν πώς θα αποκατασταθεί η κοπέλα με τόσα θηλυκά τριγύρω που την έτρωγαν. Είχε να κάνει και με τις μανάδες τους που ουσιαστικά εκείνες έβγαζαν το καλό ή το κακό όνομα. Έτσι γινόταν παντού. 
- Κι είπε που λέτε, να παραμονεύει ο Βλάσης τσι νύχτες... Και πόσο θα κάθεται χωρίς να πλαγιάσει ο χριστιανός; 
- Έτσι είναι! Ε, συμπεθέρα; 
- Η Αστερόπη είναι ξύπνια και μπράβο της! Δεν τη φωνάζεις μια μπρε γιαβρί μου, να κάμουμε τη γνωριμία και να τα βάλουμε κάτω ούλες μαζί; Ευκαιρία είναι! 
Τρέχοντας η Θοδωρούλα πήγε απέναντι. Σε λίγα λεπτά έγιναν οι συστάσεις και ψήθηκε ακόμα ένας καφές.
- Ψυχή ζώσα δεν πέρασε το βράδυ απ' την πόρτα σας!
Τα έπιασαν πάλι απ' την αρχή κι οι συμπεθέρες κατάλαβαν όσα υποψιαζόταν το ζευγάρι. Η Σουλτάνα ήθελε να ξεκαθαρίσει η κατάσταση το συντομότερο, γιατί η εμπειρία της με παρόμοιες περιπτώσεις τη δίδαξε ότι ήταν χρονοβόρα.
- Δε με βγάζετε απέ το μυαλό ότι είναι δυο οι λεβέντες! Πέταξε κι ήρτε στη στιγμή αυτός ο Λάκης μπρε σεις;
- Τι λέγεις τώρα; Αφού ήτονε αυτός εκεί στο σκολειό που ήγραφε στο χαρτάκι! Πώς ηγίνηκαν δυο; 
- Κι ησφύριζε άλλος; Ήπεσαν κι οι δυο την ίδια ώρα; 
- Ναι μπρε! 
Η Αστερόπη άνοιξε τα χαρτιά της. Τους είπε για την απουσία του Λάκη τότε και όσα συζήτησε με τον άντρα της. Εκεί πια έγινε το έλα να δεις! Μάνα και κόρη έκλεισαν το παράθυρο και προσπαθούσαν να πνίξουν τις φωνές τους. Είχαν χίλια δίκια.
- Θα λωλαθούμε! Γιατί δε μας τα είπες χτες Αστερόπη, ε;
- Το βράδυ τα σκέφτηκα καλέ σεις, εκεί που μιλούσαμε με το Βλάση!
Η Σουλτάνα χτυπούσε τα χέρια της με γέλια και χαρές, σα ν' άκουσε τα καλύτερα νέα.
- Τι με κοιτάτε έτσι μπρε; Που μετρώ σε πόσοι αρέσει το κορίτσι και πιαστήκανε στα χέρια για τα ωραία της μάτια; Να διείτε που ο άλλος την έριχνε τα τριαντάφυλλα κι ο χαζοβιόλης ο Λάκης ή τα είδε, ζούλεψε κι είπε να κάμει τα ίδια, ή καθούτανε ο χαλβάς και τη σφύριζε!
Τώρα μπερδεύτηκαν όλες περισσότερο. 

- Καλώς τη! Τι θα θέλατε;
- Καλό να έχεις πάντα! Ένα πακέτο τσιγάρα θέλω, αμά τη μάρκα δε θυμούμαι μπρε παιδάκι μου... 
- Το χρώμα το θυμόσαστε; 
- Να σε πω, μόνο άμα τα διω θα τα γνωρίσω! Να τα ψάξω κομμάτι, για δεν κάμει τζάνουμ; 
- Βεβαίως μαντάμ, με την ησυχία σας! 
Ο Μίλτος χάζεψε τη γελαστή παχουλή κυρία, που ήταν φορτωμένη χρυσαφικά και κουδούνιζαν τα βραχιόλια σε κάθε της κίνηση. Χαρακτηριστικό της Σουλτάνας ήταν αυτός ο λεπτός ήχος κι οι χαλκάδες που ξεπρόβαλαν κάτω από τις μπούκλες της. 
- Τούτα είναι! Μπρε τι έπαθα η απτάλα, ούλο τα ξεχνάω! 
- Δεν πειράζει, τα βρήκατε! Να σας ρωτήσω, από πού είσαστε; Αθηναία πάντως όχι, ε;
- Απέ την Πόλη είμαι αγόρι μου! Πάνε λίγα χρόνια που ήρταμε εδώ...
- Α! Πολύ ωραία λένε ότι είναι εκεί! 
- Μόνο ωραία; Να μην είχα τον πόνο στη μέση μου και θα σ' έλεγα πράματα και θάματα! Κουράστηκα σήμερα γιατί έκαμα τόσο δρόμο να διω μια φιληνάδα μου και βρήκα το σπίτι κλειστό, λείπουνε ούλοι... Δε βλέπω την ώρα να κάτσω ν' αλαφρώσω κομμάτι... Να πάρω και κάνα δροσιστικό που στέγνωσε ο στόμας μου, να πίνω ίσα με να φτάσω στη στάση... Αχ! Τι σουβλιά μ' έδωκε τώρα! Καταγής θα πέσω! 
Ο νέος έσπευσε να της δώσει την καρέκλα του να ξαποστάσει μόλις είδε το μορφασμό πόνου που έκανε και της άνοιξε μια παγωμένη πορτοκαλάδα. Πήρε ένα σκαμνάκι και κάθισε απέναντί της. 
- Την ευχή μου να έχεις παιδάκι μου! Άμα έχεις οικογένεια, να τοις χαίρεσαι ούλοι! 
- Ελεύθερος είμαι... 
- Αφού είσαι λεύτερος, καλή τύχη να βρεις μπροστά σου! Μια κοπέλα καλή, όμορφη, να σιάξετε σπίτι νοικοκυρεμένο!
- Ευχαριστώ πολύ, να ' σαι καλά! 
- Στα μέρη μας, οι νέοι παντρεύονται νωρίς... Και τα κορίτσια, απέ μικρά μαθαίνουνε μαγείρεμα και δουλειές, να είναι έτοιμες άμα έρτει η ώρα τους... Και να οι καντάδες, οι ματιές, τα γελάκια... Όμορφο πράμα ο έρως!  Μια ζωή έτσι τα θυμούμαι... Αχ κι αν έβλεπες πώς με κοίταζε ο σχωρεμένος ο Γιωργάκης, ο άντρας μου, που είχε το παπουτσάδικο απέναντι απέ το κομμωτήριο που εργαζούμουνα! Πτωχή κοπέλα εγώ, αμά δεν τόνε ένοιαζε τίποτις! Και πεθερικά πολύ καλά είχα, βασίλισσα με είχανε ούλοι! Μόνο η μια μου κουνιάδα η γρουσούζα που ούλο τρώγεται ακόμα και με τ' άντερά της μας έκαμε διάφορα αμά δεν τη δίναμε σημασία... Αριβάρισε κι αυτή εδώ, προίκα μου την πήρα για! 
Ο Μίλτος έκανε πολύ κέφι τη Σουλτάνα κι όλο ρωτούσε για την εκεί ζωή της. Τον άρχισε με τις ατέλειωτες ιστορίες για τα γλέντια, τους χορούς, την καλοπέραση κι όταν είδε ότι ρουφούσε κάθε της λέξη του δώρισε με το έτσι θέλω το μπουκάλι με το λικέρ που θα πήγαινε στης "φίλης της" για να μη το γυρίσει πίσω. Δυνατό, με μπόλικα μπαχάρια, ιδανικό για εξομολογήσεις! 
- Έχω σιάξει πολύ σε λέγω για! Πιες να με πεις άμα σ' αρέσει! 
Γλυκάθηκε ο Μίλτος κι όσο το κατέβαζε χαιρόταν η καπάτσα!
- Έκαμα που λες δυο παιδιά, γιο και κόρη, πολύ καλές τύχες είχανε κι αυτά... Ο Ιάκωβος μου είναι πολύ σπουδαγμένος. σκεδιάζει σπίτια μέσα κι όξω! Ο αφεντικός του είδε που ητανάνε πολύ καλός στη δουλειά του και δυο χρόνια αφού χάσαμε το μπαμπά του με ξεσήκωσε απέ την Πόλη με το έτσι θέλω! Μπρε φώναζα, μπρε τσίριζα, αδύνατο πράμα! Απέ τον τόπο μου έφυα... 
- Πού πήγατε, σε άλλο μέρος; 
- Στη Σμύρνη! 
- Α!
- Σε καλό μας εβγήκε όμως! Παράδες πολλοί έβγαλε, δουλειές με φούντες είχε! Τα τι σπίτια έσιαξε, μήτε που βάζει ο νους σου! Βρήκε και κοπέλα πρώτης τάξεως! Γινήκανε οι αρρεβώνες κι εδώ πια εκάμαμε το γάμο! Να φας απέ τα χεράκια της και να σε τρέχουνε τα σάλια! Να διεις το τι περιποίηση τον άντρα της, τι πάστρα, ούλο με φρέσκα ρούχα τον περιμένει! Κι εκείνη όμως! Στολισμένη τόνε δέχεται, λουσμένη, ούλα κατά πως πρέπει! Γιατί έχουμε τοις άντριδοι κορώνα στο κεφάλι μας! Χαρά σε κείνονε που παίρνει τέτοια γυναίκα! Όχι που θα το πω έτσι επειδής είναι η νύφη μου, αμά είναι η καλύτερη απ' ούλες! Σκέψου κι ότι μας κοιτάζανε στραβά άμα ήρταμε εδώ και σε λίγο καιρό κάθε πρωί δεν προλαβαίναμε τις καλημέρες! 
- Είναι που λένε πολλά για τις Σμυρνιές και γι αυτό... 
- Τον κακό τους τον καιρό να πεις! Τις μοιάζουμε πολύ κι εμείς! Εγώ, μεγάλη γυναίκα και χήρα κι οι αδερφάδες μου με τις οικογένειές τους, θαρρείς που δεν βλέπαμε να κοιτάνε και να λένε; Έχομε μάθει στα καθαρά και τα λουσάτα, μα πτωχοί μα πλούσιοι, όσο μπορεί καθένας! Τούρκα να σε λέγουν και να κοιτάνε την πλύση σου; Η Σμυρνιά γυναίκα όμως είναι αλλιώτικη και ξεύρεις γιατί; Θα σε τα πω! Ήρτανε τότες με την καταστροφή και φέρανε τις συνήθειές τους παιδάκι μου! Με το συμπάθιο κιόλας, αλλά εδώ ο κόσμος δεν τα είχε καλά με την πάστρα και μήτε πλενόντουσαν όπως εμείς που είχαμε μάθει και στα χαμάμ απέ μικρά να παγαίνουμε! Είδανε οι άντριδοι τη διαφορά και πέσανε με τα μούτρα! Ίσα με τότες, αυτά τα βρίσκανε μοναχά στις γυναίκες που δουλεύανε στα "σπίτια τα μεγάλα" ξεύρεις τι σε λέγω...
- Πώς δεν ξέρω! 
- Μοσκοβολιστές και μπανιαρισμένες, με τα εσώρουχα καθαρά και να οι μπουγάδες κάθε μέρα! Γι αυτό τις λένε και παστρικιές, πράμα που καμαρώνουμε εμείς γιατί πάει να πει καθαρή, νοικοκυρά! Εδώ τη μεγάλη πάστρα στο σώμα την έχουνε για τις πρόστυχες! Πού να το βάλει ο νους μας! Άμα η φωτιά κι ούλα αυτά τα κακά που πάθανε γινόντουσαν στο δικό μας τόπο κι ερχούμασταν έτσι, θα λέγανε για την Πολίτισσα γυναίκα, κατάλαβες; 
Ο Μίλτος συμφώνησε σκεπτικός. 
- Πολύ σε συμπάθησα μπρε πασά μου! Δε με λες, τώρα που γινήκαμε και φίλοι, έχεις βάλει καμιά στο μάτι, ή να σε βρω εγώ κοπέλα δικιά μας να σε ζουλεύουν ούλοι; Χα χα χα!
- Ε... Κάτι υπάρχει αλλά... Άστα κυρία Σουλτάνα μου, μεγάλη ιστορία... 
Το μπουκάλι κόντευε να φτάσει στη μέση κι η γλώσσα του λυνόταν.  
- Γιατί σεκλετίστηκες παιδάκι μου; Μια χαρά παλικάρι είσαι, με το μαγαζάκι σου εδώ, ποια είναι αυτή που δε σε θέλει;
- Δεν είναι δικό μου! Του ξαδέρφου μου είναι κι άμα έχει τίποτα δουλειές έξω να κάνει τον εξυπηρετώ. Εγώ είμαι υδραυλικός.
- Μπράβο λεβέντη μου! Καλά κατάλαβα που είσαι καλής καρδιάς παιδί! Η δουλίτσα σου πάει καλά, βγαίνει το μεροκάματο;
- Δόξα τω Θεώ! Μάζεψα και κάτι ν' ανοίξω δικό μου μαγαζάκι.
- Μπράβο, με το καλό λεβέντη μου! Και ποια είναι αυτή που δε θέλει τέτοια τύχη; Έτσι γαμπροί δε βρίσκονται για! 
- Άμα σου πω ότι δεν το ξέρει... Είναι σοβαρή, μετρημένη κι όλοι έχουνε τρελαθεί μαζί της... Ήθελα να την πιάσω και να της μιλήσω τίμια σαν άντρας, αλλά το ίδιο ήθελε κι ένας φίλος μου... Κι αυτός από μικρός αγαπούσε μια κοπέλα κι έλεγε ότι θα την πάρει, όμως γυρίσανε τα μυαλά του και γίναμε εχθροί... Πιαστήκαμε στα χέρια λόγο το λόγο...
- Πω, πω, πω! Τι με λέγεις μπρε παιδάκι μου;
- Υπάρχει και χειρότερο κυρά-Σουλτάνα... Όλες στη γειτονιά δεν έχουνε να πούνε ένα καλό λόγο, το ίδιο κι η μάνα μου βέβαια... Με μισό μάτι την κοιτάνε και φτύνουνε τον κόρφο τους... 
- Γιατί γιόκα μου, αφού με λέγεις που είναι τίμια κοπέλα;
Ο Μίλτος άναψε κι άλλο τσιγάρο, φυσώντας τον καπνό στο ταβάνι. Ήπιε ακόμα μια μεγάλη γουλιά από το λικέρ.
- Σμυρνιά είναι, γι αυτό! 
- Α! Τι με λέγεις τώρα;
- Άστα να πάνε σου λέω... Εγώ όμως ξέρω ότι είναι η καλύτερη κοπέλα στον κόσμο! 
- Κι αυτός ο φίλος σου που μαλώσατε, θέλει να τη γλεντήσει ή έχει καλό σκοπό, τι λέγει;
- Τι να σου πω, δεν ξέρω τελικά... Στην αρχή έλεγε ότι εκείνον θέλει και του έκανε τα γλυκά μάτια... Μου κόλλαγε άγρια όπου μ' έβρισκε... Μ'ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι αρπαχτήκαμε... 
- Κι εσύ τι έκαμες μπρε Μίλτο μου; Λεύτερη κοπέλα είναι, δε θέλουνε και πολύ αυτά, γιατί να μη προλάβεις να τη μιλήσεις και να διεις άμα θέλει εσένα ή τον άλλονε; 
Με το μπουκάλι αγκαλιά, τον είχε πια στο χέρι. 
- Είχα καβγάδες με τη μάνα μου, της το προλάβανε... Χώρια που κάτι πήγε να γίνει παλιά με μια κοπέλα που έκαναν σαν τρελοί οι γονείς μου γιατί είχε και μεγάλη προίκα. Εγώ αυτά δεν τα κοιτάζω, μου άρεσε τότε κι ούτε ήξερα, ούτε μ' ένοιαζε τι έχει και τι δεν έχει... 
- Δουλευταράς είσαι, θα ζούσατε καλά! Και τι έκαμες με τούτη, έτσι τ' άφηκες το πράμα;
- Ε, δεν έκατσα με τα χέρια σταυρωμένα, ήθελα να δω...
- Πώς δηλαδή, τι έκαμες, καντάδα να πούμε; 
Τα λόγια του έβγαιναν μπερδεμένα πια και με δυσκολία. 
- Για... να σηκώσω... τη γειτονιά... στο πόδι; 
- Σωστό και τούτο... Ε, πες με μπρε τι έκαμες, μ' έσκασες! 
- Της έριξα λου...λού...δια...
- Μπράβο, καλά έκαμες! Πολλά ητανάνε;
- Ννναι, πολ...λά... τριαντάφ...υλλα... 
<<Πουλάκι μου! Σε τσάκωσα!>>
- Κι ο άλλος το έμαθε; Μπας και την έκαμε τα ίδια;
- Με...είδε πριν...δυο μέρες...και...
- Και; Ξύπνα μπρε που κοιμάσαι όρθιος, μη με πέσεις καταγής και δεν προλάβεις να με τα πεις ούλα!
- Ε;
- Τι έκαμε όταν σε είδε ο άλλος; 
- Το ήξερα... Μου...είπε άμα της...σφυρίξει θα βγει έξω και...  
- Και δε βγήκε βέβαια!
- Όχι... Το...ήξερα ότι...δεν...
Με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να μάθει τα πάντα! 
Το ίδιο βράδυ που σφύριζε ο Λάκης πίσω απ' το σπίτι, ο Μίλτος πέταξε βιαστικά τα δυο τριαντάφυλλα με το ραβασάκι, παρακαλώντας να μην πήγαινε στο ραντεβού η Θοδωρούλα. Αν και δεν είχε καμία αμφιβολία για το ήθος της, ήθελε να βεβαιωθεί ότι ο φίλος του απλά και μόνο κοκορευόταν. Μέχρι να βγει η Ευρύκλεια έτρεξε ως την πίσω μεριά κι όταν τον είδε του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Προσέχοντας κι οι δυο να μην ακουστούν στη γειτονιά, λογομάχησαν πιο μακριά.
- Τι είναι αυτά που κάνεις ρε; Γιατί να δίνεις δικαιώματα; 
- Κι εσύ τι δουλειά είχες να κόβεις βόλτες έξω απ' το σπίτι της; Για να σε δει και να μη βγει;
- Ούτε με είδε, ούτε θα έβγαινε! Για καμιά σαν την κόρη της Μαρουλίας την πέρασες που κολλάει σε όλους;
- Κι εσύ πώς το ξέρεις, ε; Άμα της έκλεινα ραντεβού θα ερχότανε ρε βλάκα, ε βλάκα!
- Εμένα είπες βλάκα ρε ηλίθιε; Αν θες να ξέρεις, της έγραψα να με συναντήσει αύριο στις πέντε έξω απ' το σχολείο για να δω τι θα κάνει! Πάμε στοίχημα ένα κατοστάρικο ότι δε θα έρθει; 
- Πάμε! Θα έρθει γιατί θα νομίζει ότι την περιμένω εγώ! 
- Άντε από δω ρε μάπα! Τράβα να στηθείς εσύ κι εγώ θα κοιτάω απ' τη γωνία κρυφά να δω τι θα γίνει, γιατί τέτοιος ψεύτης που είσαι σ' έχω ικανό να πεις ότι τη φίλησες κιόλας! 
Ο Λάκης συμφώνησε και δεν έβρισκε μέρος να κρυφτεί όταν φυσικά διαψεύστηκε. Μόλις απομακρύνθηκαν η Αστερόπη με το μικρό, έφαγε μια δυνατή φάπα κι ένα γερό βρισίδι από τον έξαλλο Μίλτο κι έσκασε το κατοστάρικο που του έτριψε τελικά στα μούτρα! 
- Στο ζήτησα για να σε ξεφτιλίσω κι άλλο ρε! 
Άρπαξε στον αέρα το χέρι του άλλου που είχε αφρίσει απ' το κακό του, πριν προλάβει να τον αγγίξει. Τον έσπρωξε δυνατά και τον έστειλε στον αγύριστο ξεμπερδεύοντας μια και καλή μαζί του...


- Τι φταίμε κι εμείς να πληρώνουμε τις παλαβομάρες σου βρε μάνα; 
- Για ιερό σκοπό το έκαμα γιόκα μου...
- Έλα, τι μας λες; Εξαφανίζεσαι ως τα μεσάνυχτα, η γυναίκα μου κοιμάται και δε θέλω να την αναστατώσω, πάω και ρωτάω την πεθερά μου πού είσαι γιατί ήμουν σίγουρος ότι κάτι έπαθες, πετάει η Μαρίκα τα νυχτικά κι έρχεται μαζί μου με τα μπικουτί στο κεφάλι και τα έβγαζε στο αμάξι, με πάει στην Ευρύκλεια, βαράω την πόρτα και βγαίνει με μια σκούπα έτοιμη να μου τη φέρει στο κεφάλι, μπαίνουμε μέσα και μας λένε ότι πήγες στο μαγαζί του ξαδέρφου του Μίλτου λες και τον ξέρω, το οποίο είναι στην άλλη άκρη, παίρνουμε μαζί τη Θοδωρούλα που ήξερε το δρόμο, μπερδεύομαι σε κάτι στενά, το βρίσκω επιτέλους και βλέπω τι; Εσένα γονατιστή να κρατάς το κεφάλι ενός μεθυσμένου που είχε πέσει κατάχαμα και να κοντεύεις να του ξεριζώσεις τα μαλλιά για να σου πει κάτι για ένα Λάκη που πήγε στο σχολείο! Να σε τραβάω που δε μπορούσες να σηκωθείς, να διαμαρτύρεσαι ότι κατουριέσαι και θα σου φύγουνε, δεν πήγες εκεί στην τουαλέτα γιατί δεν ήθελες να τον αφήσεις λεπτό μη τυχόν κοιμηθεί και δε μάθεις γι αυτό το Λάκη που πήγε σχολείο λες κι είσαι κηδεμόνας του και πρέπει να ξέρεις τι βαθμό του έβαλε η δασκάλα, σου φεύγουνε τελικά και βρέχεται ο μεθυσμένος που είπες ότι πρέπει να τον πάω στο σπίτι του επειδή η μάνα του νομίζει ότι πήγε στον κινηματογράφο μετά που έκλεισε το μαγαζί που δεν είναι δικό του αλλά του ξαδέρφου του και θα ανησυχεί η καψερή και να λες κι από πάνω στη Θοδωρούλα να βρει πανί για να σφουγγαρίσει το πάτωμα που κολλούσε παντού από το χυμένο ποτό! 
- Εγώ δε μπόραγα να...
- Το κάτουρο το σφουγγάρισε ο ξαπλωμένος από το τραβολόγημα που του έκανες! Βγάζεις τη φούστα σου που έσταζε και τα πέδιλα, τα βάζεις σε μια από τις δυο σακούλες που πήρες από το μαγαζί αλλά ήταν μικρή και δε σε χώραγε να καθίσεις στο αμάξι, βγάζεις τη μπλούζα και τη βάζεις στο πίσω κάθισμα με τη σακούλα από κάτω γιατί δε μπορούσες να βγάλεις και τον κορσέ και το βρακί σου που ήταν βεβαίως εντελώς μουσκεμένα, μας πάει η Θοδωρούλα στο σπίτι του Μίλτου με το φόβο μη τη δει η μάνα του που δε θέλει ούτε ν' ακούει το όνομά της, αλλά κι η πεθερά μου που δε μπορεί να μιλήσει χωρίς το "τσι" και το "η" πριν από κάθε λέξη και φοβάται επίσης τη μάνα του επειδή δεν γουστάρει τις Σμυρνιές και θα πει ότι πότισαν το γιο της για να τον τυλίξουνε! 
Φορτώνομαι το σουρωμένο που μπλούζα και παντελόνι ήταν βρεγμένα από το κάτουρο, να τον παραδώσω στη μάνα του επειδή δε με ξέρει κι είμαι και άντρας, άρα δεν κινδυνεύει! Και τι να έλεγα στη γυναίκα, έλα πάρε το δέμα σου; Τον ψάχνω, βρίσκω το κλειδί του σπιτιού, ανοίγω όσο πιο σιγά μπορώ και τον ξαπλώνω μέσα, ακούω σε λίγο και τη μάνα του να φωνάζει μόλις είδε το θέαμα! Αν δεν προλάβαινα να φύγω και βγαίνοντας μας τσάκωνε στο αμάξι με τις Σμυρνιές κι εσένα γυμνή φαντάζεσαι τι θα γινόταν; Στις εφημερίδες θα μας βγάζανε! Κι άντε μετά πίσω στην Ευρύκλεια ν' αφήσω την κόρη της και να σου φέρουν να βάλεις κάτι πάνω σου για να μπορέσεις να βγεις απ' το αμάξι και να μη σου χωράει τίποτα! Τρεις γυναίκες να παλεύουν με τις πίσω πόρτες ανοιχτές μπας και σου βγάλουν το φουστάνι που είχες σφηνώσει, γιατί αφού είδες ότι ήταν μικρό σου το τράβαγες να κατέβει κι η ώρα να έχει πάει τρεις το ξημέρωμα! 
Η Σουλτάνα είχε κατεβάσει το κεφάλι και κοιτούσε τα πασούμια της. 
<<Πού επήαν οι δυο χάντρες και τα χαλνάνε το σκέδιο...>> 
- Σου φέρνει η Θοδωρούλα μια ρόμπα φαρδιά κι αφού αφήνω την πεθερά μου και σε πάω στο σπίτι κατουράς πάλι στο πεζοδρόμιο σαν το σκύλο κι όταν σε ανεβάζω πάνω κι επιτέλους πια γυρίζω, βλέπω στην είσοδο την Αγλαΐα έξαλλη που είχε ξυπνήσει και δε με βρήκε να κλαίει απελπισμένη! Είδα κι έπαθα να την ηρεμήσω και μ' αρχίζει λογικά τα πώς και πού και γιατί, ψήνει καφέ και πάω στο γραφείο άυπνος και ταλαίπωρος με τα νεύρα μου τσιτωμένα! 
- Πιες λίγο νεράκι μπρε παιδάκι μου που τα είπες χωρίς ανάσα, δεν κολνάει ο στόμας σου;
- Όχι!!!  
- Σε ζήτησα χίλιες φορές συγνώμη τζιέρι μου... Είχα πιει πορτοκαλάδα που κέρασε ο Μίλτος κι επειδής η ώρα πέρασε ήπια και δυο λεμονάδες να δροσιστώ κομμάτι και με φύγανε τα ούρα... Δεν το ήθελα πασά μου, πόση ώρα τα κράταγα... 
- Αυτό είναι το μόνο πρόβλημα; Όχι βέβαια, θα μου δώσεις λόγο για όλα! Και τώρα για πες μου αρχικά ποιος είναι αυτός ο Λάκης που τόσο πολύ σε νοιάζει αν πήγε στο σχολείο; Τίνος παιδί είναι μαμά;
- Δεν ξεύρω γιόκα μου...
- Πού τα πουλάς αυτά;
- Δε σε πουλάω τίποτα, την αλήθεια σε λέγω...
- Δηλαδή θες να πιστέψω ότι υπάρχει ένα παιδί που χάλασες τον κόσμο να μάθεις για το σχολείο και δεν ξέρεις ποια είναι η μάνα του! Μήπως την ξέρεις καλά, το έκανε χωρίς να παντρευτεί και το άφησε σε κάνα ίδρυμα κι αυτό το έσκασε; 
- Τι με λέγεις καλέ τώρα; Κοτζάμ άντρας εικοστριώ χρονώ στο ίδρυμα; 
- Α! Ενώ εικοσιτριών χρονών μαντράχαλος πάει στο σχολείο, ε; Ποιον κοροϊδεύεις ρε μάνα; 
- Δεν επήε μέσα στο σκολείο για να μάθει γράμματα μπρε μπουνταλά! Απ' όξω ητανάνε και περίμενε τη Θοδωρούλα που νόμιζε ότι θα πάει να διει το Μίλτο που την είχε δώκει ραντεβού!
- Θα με τρελάνεις εντελώς; Άλλος της έδωσε ραντεβού κι άλλος την περίμενε; Βρε μαμά, μπας και κάτι ήπιες και δεν ξέρεις τι λες;
- Καφεδάκι μόνο ήπια πασά μου και καλά στα λέγω, αμά πρέπει να τα πάρω απ' την αρχή για να καταλάβεις... 
- Άσε, κατάλαβα! Γαμπρός για τη Θοδωρούλα είναι στη μέση κι έβαλες το χέρι σου! Πες τα με τη νύφη και τη συμπεθέρα σου, φεύγω γιατί έχω δουλειά και δε θέλω ν' αργήσω!
- Και θα μείκουμε έτσι, μαλωμένοι; Δε τη λυπάσαι κομμάτι τη μαμά σου που θα κλαίει; 
- Η μαμά μου δε με λυπάται με τόσα που πέρασα;
- Πολύ, πάρα πολύ... Σχώρα με Ιακωβάκι μου... 
Βλέποντάς την έτσι σαν βρεγμένη γάτα και σκεπτόμενος ότι αν άκουγε από άλλον όλα όσα συνέβησαν θα του φαινόταν πολύ αστείο, ξέσπασε σε δυνατά γέλια και την αγκάλιασε σφιχτά.
- Τι να κάνω που σ' αγαπάω κι ας είσαι παλαβή! Άντε, συχωρεμένη! 
Η Σουλτάνα τον φίλησε κι άφησε επιτέλους κι εκείνη τα γέλια που με τόσο κόπο συγκρατούσε κάνοντας τη στεναχωρημένη από τύψεις κι ενοχές για όσα δημιούργησε. 
- Παλαβός είσαι και φαίνεσαι! Άμε στο καλό και τόση ώρα βαστιέμαι να μη χαχανίσω έτσι που με τα έσουρες! Μεγάλες πλάκες γινήκανε μπρε, καλύτερες δεν έχει! 

12 σχόλια:

  1. να σου πώ βρε φιλεναδα.. καιεγω μπρευτηκα .. με όλο αυτό το μπερδεμα.. με τα λουλουδια.. αλαλ πως να ξεφυγει κανείς απο τη Σουλτανα...αμα βαλει κατι στο μυαλο της.. δεν τις το βγαζεις μεχρι να καρταφερει αυτό που έχει στο μυαλο της .. μααααα και οι άντρες βρε Μαιρυ μου πολύ σερσέμιδες ειναι για..!!!
    χορτασική αυτήν την φορα η ιστορία σου... θα περιμενουμε την συνεχεια... καλη εβδοαδα να περασεις καλο υπολυπο καλοκαιριού...φιλακιααα!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρουλίτσα μου δίκιο έχεις!
      Συνεργάστηκαν Σουλτάνα (πολύ καπάτσα γενικά) κι Αστερόπη για να βγει άκρη παιδί μου, δυο μεγάλα μυαλά! χα χα χα! Είναι κι οι άντρες σερσέμηδες και στα μαρτυρούν όλα άμα λάχει!
      Χορταστική η ιστορία, διπλή για την ακρίβεια, γιατί έχω κάτι παραπονιάρικα κοριτσάκια κι είπα να ξεκαλοκαιριάσουν....χα χα χα!

      Πολλά πολλά φιλάκια, να περνάς καλά!!!

      Διαγραφή
  2. Απαπαπα!!!! Τι μυαλό κι αυτή η Σουλτάνα! Αλλά Σμυρνιά δεν είναι, τι περιμένεις! Πανέξυπνες και καπάτσες γυναίκες! Δες πως κατάφερε τον Μίλτο και τα ομολόγησε όλα! χαχααχαχαχα!!!
    Μαίρη μου, για άλλη μια φορά ρούφηξα την ανάρτησή σου μέχρι την τελευταία της λέξη! Πραγματική απόλαυση η αφήγησή σου! Και όσο μεγάλη κι αν είναι η συνέχεια της ιστορίας σου, ποτέ δεν είναι αρκετή!
    Χρόνια πολλά, Μαίρη μου, για την ονομαστική σου γιορτή! Γλυκά, ευτυχισμένα, με αγάπη και καθετί που ομορφαίνει την ζωή σου και κάνει την ψυχή σου να χαμογελά!! Πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η απίστευτη Σουλτάνα είχε μυαλό και καπατσοσύνη αλλά ήταν από την Κωνσταντινούπολη κοριτσάκι μου! Μαρίκα, Ευρύκλεια και Θοδωρούλα ήταν Σμυρνιές αλλά δεν είχαν την ευστροφία της και δεν έφταναν ως εκεί! Σιγά μη της ξέφευγε ο Μίλτος, είχε καταφέρει πολλούς! χα χα χα!
      Σ' ευχαριστώ πολύ για τα τόσο καλά σου λόγια και τις ευχές Μαριανάκι μου αγαπημένο! Δεν ξέρω αν γιόρταζες κι εσύ, αλλά οι ευχές είναι πάντα από καρδιάς κάθε μέρα και σου στέλνω άπειρες, για χρόνια πολλά, καλά, δημιουργικά, ευτυχισμένα κι ονειρεμένα όπως ο μαγικός σου κόσμος!

      Φιλάκια αγάπης πολλά πολλά!!!

      Διαγραφή
  3. Χρονια σου πολλα Μαίρη μου...να σε χαιρονται οι αγαπημενοι σου... να περνας ομορφα γραφοντας...θα περιμενουμε την συνέχεια...να διούμε ηντα απόκαμε η Σουλτανα ντε; φιλακιαααα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρουλίτσα μου σ' ευχαριστώ πολύ που άφησες κι εδώ τις ευχές σου! Να είσαι πάντα καλά, γερή και δημιουργική και το όμορφο γέλιο σου να μη λείπει ποτέ!
      Θα μάθεις τι απόκαμε η Σουλτάνα που μετανιώνω επειδή δεν την είχα ηχογραφήσει...

      Πολλά φιλάκια γλυκιά μου!!!

      Διαγραφή
  4. Καλησπέρα σου αγαπητή μου φίλη.
    Μόλις γύρισα από τις διακοπές μου.
    Πέρασα πολύ ωραία.
    Η ανάστησή σου απολαυστική.¨
    Καλό Φθινόπωρο να έχουμε.
    Την αγάπη μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ντένη μου ευχαριστώ πολύ!
      Καλό Φθινόπωρο, χαίρομαι που πέρασες πολύ ωραία, να είσαι πάντα καλά και να χαίρεσαι τους αγαπημένους σου!
      Συγγνώμη που καθυστέρησα να σου απαντήσω αλλά κάποιο πρόβλημα με αποσυντόνισε και δεν είχα καμία επαφή εδώ... Ελπίζω σύντομα να ξεκινήσω τις εδώ επισκέψεις που μου δίνουν τόση χαρά.

      Και τη δική μου αγάπη σου στέλνω!!!

      Διαγραφή
  5. ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ!!!!
    ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ Η ΣΟΥΛΤΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΛΩΜΑ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΗΣ!!!
    ΠΕΘΑΝΑ ΣΤΑ ΓΕΛΙΑ!!!
    ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ!!!!
    ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ Η ΣΟΥΛΤΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΛΩΜΑ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΗΣ!!!
    ΠΕΘΑΝΑ ΣΤΑ ΓΕΛΙΑ!!!
    ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εδώ και τώρα ευχαριστώ πολύ για το θερμό σχόλιο!
      Αυθεντικοί άνθρωποι, που εξιστορούσαν με τόση φυσικότητα ο,τι συνέβαινε και τις αντιδράσεις τους που πέθαινα κι εγώ στα γέλια.

      Χαίρομαι που διασκέδασες, να είσαι καλά!

      Διαγραφή