.

.
.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Θα την πάρω!



Η Αστερόπη με το Βλάση έπιναν χαλαροί τον πρωινό καφέ τους, όταν άκουσαν καβγά. 
Δε μπόρεσαν αρχικά να ξεχωρίσουν ποιες μάλωναν, τους εμπόδιζε ο θόρυβος από κάτι σαν τσίγκος που χτυπούσε. Ήταν τα παιδάκια μιας γειτόνισσας, που συνήθιζαν να παίζουν με κομμάτια χαλασμένης σκεπής κοπανώντας τη με πέτρες.
- Αμάν πια κι αυτά, όλη μέρα το κεφάλι μας παίρνουνε!
- Τι γίνεται, φωνές και φασαρία!
Ο γιος τους πετάχτηκε έξω να παίξει με τους άλλους κι η μαμά του βρήκε την ευκαιρία να τρέξει να τον μαζέψει.
- Το γάλα σου πρώτα θα πιεις! 
Με την άκρη του ματιού της είδε τη γυναίκα του φαναρτζή ν' αρπάζεται με τη Μαρουλία.
- Η κόρη μου δεν είναι σαν μερικές όνομα και μη χωριό, ακούς; 
- Ούτε η δική μου! Αλλά βλέπεις, αυτά όλα που της σούρνατε δεν ήταν τίποτα μπροστά στα αίσχη! 
- Ποιος της έσουρνε, εγώ; Εσύ ήρθες και στάθηκες στην πόρτα μου πρωί-πρωί και μου είπες ότι είναι ζωηρή! Για μάζεψε το στόμα σου μην ανοίξω κι εγώ το δικό μου και δε σε ξεπλένει τίποτα!
- Τι να πεις μωρή για μένα; Θα σου βγάλω το μαλλί και δε θα σου μείνει τρίχα!
- Άντε να χαθείς που μ' απειλείς κι από πάνω!
Η Παρασκευούλα ξεπρόβαλε με τη ρόμπα ξεκούμπωτη και την τσίμπλα στο μάτι.
- Τι έγινε, τι πάθατε;
- Ήρθε η τρελή πρωί πρωί να μου πει ότι η κόρη μου είναι ζωηρή και δεν κοιτάει τα χάλια της δικιάς της!
- Σωπάστε καλέ και γίνατε ρεζίλι, ησύχασε Μαρουλία μου... 
- Αμ! Έτσι πάει, κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει! 
- Για μένα το λες αυτό;
- Γιατί, βλέπεις κι άλλη; Ίδια είναι κι η δικιά σου η κόρη, μαζί τα κάνουνε όλα! 
- Μπα που να μη σώσεις! Τα μάτια θα σου βγάλω κουτσομπόλα!
- Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα! 
- Γαϊδάρα είσαι και φαίνεσαι! 
Τα παντζούρια της γειτονιάς είχαν ανοίξει κι απολάμβαναν όλες το θέαμα. Οι μόνες που δεν είχαν βγει να δουν ήταν η Ευρύκλεια κι η Θοδωρούλα που είχαν στήσει το τσουκάλι τσιγαρίζοντας κρεμμύδια για το γιαχνί. Όταν είχαν φαγητό λαδερό, το ετοίμαζαν πάντα νωρίς για να προλάβουν τις δουλειές του φτωχικού τους σπιτιού που δεν ήταν και λίγες. Ανεξάρτητα απ' αυτό βέβαια, ποτέ δεν εμφανίζονταν όταν μάλωναν γείτονες ασχέτως αν οι φωνές ακούγονταν μέχρι μέσα. 
- Μαμά, άρχισαν... Χα χα χα!
- Σώπα κορούλα μου, δεν είναι καλό αυτά να γίνουνται... 
- Δεν είπα ότι είναι καλό γενικά, εδώ όμως πολύ το φχαριστιέμαι! 
- Ωχ... Δεν ημπορώ έτσι λογής πράματα.. 
- Καλά, εγώ πάω στση Αστερόπης!
Πριν προλάβει η μάνα να την εμποδίσει, η κόρη πέταξε τη μπροστοποδιά κι έφυγε σαν το σίφουνα. 

Το σχέδιο πήγε ακριβώς όπως το είχαν προβλέψει όλοι. 
Ήταν ζήτημα λίγων ημερών το ξεμυάλισμα των κοριτσιών με τους ομορφονιούς. Με το πρώτο νόημα που έκαναν, τους πλησίασαν με θάρρος και ρώτησαν τι θέλουν. Μια απλή ερώτηση για ένα δρόμο και μετά τα κομπλιμέντα. Ακολούθησαν τα διακριτικά νοήματα  και τα συνωμοτικά χαμόγελα από μακριά, μέχρι τις ολιγόλεπτες  συναντήσεις πίσω από τα δεντράκια της πλατείας. Καμία δεν έλεγε το μυστικό της στην άλλη, φοβούμενες μην προδοθούν.  Κάτι όμως τα στολίσματα, κάτι τα ξεροσταλιάσματα, κατάλαβαν ότι είναι αρσενικό στη μέση.  Οι κόρες της Μαρουλίας και της Παρασκευούλας  απεδείχθησαν πιο τολμηρές από τη θυγατέρα του φαναρτζή κι άρχισαν να καλύπτουν η μια την άλλη. Κάθε μέρα περίπατο ως το πάρκο παρέα τάχα και χάζι στα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Ξαναμμένες έτρεχαν να χωθούν στις αγκαλιές των ομορφονιών για χάδια και γλυκόλογα. 
- Σε φίλησε;
- Ναι, δυο φορές στα μάγουλα!
- Εμένα κοντά στο στόμα! 
- Κι εσύ τι έκανες;
- Τον φίλησα κι εγώ! 
- Α! Κι αυτός;
- Του άρεσε!
- Σου είπε κι εσένα για το κέντρο, ε;
- Μου είπε αλλά τι να κάνουμε; Αυτά είναι αργά το βράδυ, να πάμε δε γίνεται... Έχω σκάσει!
- Ωραία κατάσταση! Άμα δε μπορούμε εμείς, θα βρούνε άλλες για ντάμες και θα τους χάσουμε... 
- Δίκιο έχεις... 
- Εκτός κι αν κάνουμε το άλλο! Να μείνουμε πιο πολύ μαζί τους, μια το απόγευμα και μια το βράδυ! Έτσι θα τους κοπεί κι η όρεξη για διασκέδαση! Χα χα χα! 
- Πώς μωρέ θα τους δούμε το βράδυ, τι λες τώρα;
- Την ώρα που οι γονείς μας κοιμούνται, πώς τα κάνει η άλλη και γυρίζει εδώ κι εκεί;
- Κι άμα ξυπνήσουν και δε μας δουν θα μας σκοτώσουν, αυτό δεν το σκέφτηκες έξυπνη; 
- Ωχ κι εσύ! Το σκέφτηκα, τι νομίζεις, ότι δεν πρόλαβα όση ώρα μιλάμε; Για λίγο θα είναι...
- Εγώ πάντως φοβάμαι...
- Εσύ μην έρθεις, δε θα σε παρακαλάω κιόλας! 
Μπήκαν στα σπίτια τους με τη σκέψη της επόμενης μέρας. 
Το μόνιμα  αυστηρό ύφος των πατεράδων κι η κοφτερή γλώσσα των μανάδων τους, δεν άφησαν περιθώριο για την κρυφή εξόρμηση που ονειρεύτηκαν. Αποφάσισαν να τρενάρουν τα απογευματινά ραντεβού κι ας περνούσαν εκείνοι λίγο μετά τα μεσάνυχτα για ματιές. Από ολότελα, κάτι ήταν κι αυτό. 
Τα μάτια του κόσμου που είναι πάντα ανοιχτά, έβλεπαν την αλλαγή και τα πονηρά, κρυφά γελάκια τους όταν έτρεχαν σαν έστριβαν το στενό και όχι μόνο. Δυο γειτόνισσες κι ένας νεαρός χασομέρης τις έκαναν τσακωτές πάνω στις τρυφερότητες. Επειδή εκτός από μάτια είχαν και στόμα, το άνοιξαν σαν βαθύ πηγάδι. Η γυναίκα του φαναρτζή ξεκίνησε τις μπηχτές κι απ' την επόμενη μέρα βούιξε ο τόπος. Η Θοδωρούλα είχε πλέον ξεχαστεί, εδώ υπήρχαν τρανταχτές αποδείξεις, όχι μόνο λόγια.
Από κει και πέρα, μπήκε το νερό στο αυλάκι.  



Η μητέρα του Μίλτου σιδέρωνε το πουκάμισο του γιου της και μονολογούσε κλασικά.
<< Χαμένος να πάει; Μια της προκοπής εντέλει δεν υπάρχει εδώ πέρα... Κουνιούνται, λυγιούνται, φτιάχνονται και τρέχουν στους φίλους... Τρομάρα τους, που ρίξανε τα μάτια τους πάνω στο γιο μου! Άμα τους έχουνε μείνει και δεν είναι στραβές κει που πάνε και τα βγάζουνε! Κοπέλες σου λένε μετά...>> 
Ο Μίλτος που είχε ρεπό, μπήκε στη σάλα με το θαλασσί παντελόνι και το άσπρο φανελάκι. 
- Έτοιμο είναι παιδί μου, βάλτο! Θα βγεις έξω, ε; Να προσέχεις, κοίτα μη σε τυλίξει καμιά σαν...
- Τη Θοδωρούλα της κυρά-Ευρύκλειας θες να πεις, ε;
- Όχι παιδάκι μου, πάει αυτή! Για τις κόρες της...
- Τι σημαίνει πάει αυτή μάνα;
- Ε... Όπου να 'ναι θα την κουκουλώσουν και μάλιστα με εύπορο, έτσι ακούστηκε. Τώρα πώς θα την πάρει αυτός, άλλο καπέλο!
- Τι, τι, τι; Ποιος τα λέει αυτά;
- Όλοι τα λένε, τις κουβεντιάζουνε! Κάτι μουσαφίρηδες καθώς πρέπει με κούρσα, τραπεζώματα, η  Αστερόπη που το κουβέντιαζε όξω απ' το φούρνο, ακούγονται αυτά. 
- Κι η Θοδωρούλα τι λέει, θα τον πάρει δηλαδή;
- Ξύπνια είναι, το συμφέρον της το ξέρει! Και τι σε κόφτει εσένα για να 'χουμε καλό ρώτημα; 
- Με κόφτει μάνα, γιατί θέλω να την πάρω εγώ! 
- Τι είπες; Θα με πεθάααααανεις!
Οι επόμενες δυο ώρες πέρασαν με ποτήρια κρύου νερού, ζαλάδες, απειλές, καβγάδες, φουντώματα. Την ωραία ατμόσφαιρα διέκοψε το κουδούνι κι η ανήσυχη παρουσία της θείας του στην εξώπορτα.
- Τι γίνεται καλέ κι εδώ μαλώνετε; Δεν φτάνει έξω ο σκοτωμός! 
- Με χάνεις αδερφούλα μου και να ο αίτιος! 
- Τι πάθατε, η μέρα το 'χει; Οι καβγάδες στις δόξες τους σήμερα!
- Πού, ποιοι, τι έγινε;
- Χαμπάρι δεν πήρες; Στης Ευρύκλειας και στης Αστερόπης πιο κάτω, θα φωνάξουνε άκουσα την αστυνομία! 
Η μάνα ξέχασε προς στιγμή το θέμα του γιου της, σηκώθηκε από την καρέκλα που πριν λιποθυμούσε και πήγε φουριόζα στο παράθυρο ν' αφουγκραστεί. Γείτονες, σχεδόν έτρεχαν για να δουν από κοντά τον καβγά. Ποιος τους έπιανε!
- Πω πω πω!  Μίλτο, τι λες εσύ για τούτα αγόρι μου; 
- Αυτό που λέω εγώ θεία, είναι ότι υπάρχει δικαιοσύνη τελικά! Κατηγορούσαν τη Θοδωρούλα χωρίς λόγο και δες τώρα τα χάλια τους! Κάνας μήνας κοντεύει που...Άντε μην ανοίξω το στόμα μου... Δεν την είδε ποτέ κανείς να κάνει κάτι και για φασαρία δεν βγήκε  η μάνα της, ούτε να τους βγάλει τ' άπλυτα στη φόρα που τα ξέρει πολύ καλά! Τώρα ας δούνε τι αξίζει η...
Η μάνα κρατήθηκε στο περβάζι έξαλλη.
- Το μυαλό σου εσένα εκεί, σ' αυτή! Τίποτα δεν αξίζει, άντε από δω,  σα δε ντρέπεσαι να την υποστηρίζεις κιόλας!
Η αδερφή της μάταια προσπαθούσε να την ηρεμήσει.
- Άσε με στα βάσανά μου! Τι με βρήκε πάλι και δεν είναι εδώ κι ο πατέρας του να του πει καμιά κουβέντα... 
Να δεις άμα έρθουνε οι άλλοι πατεράδες τι έχει να γίνει!
Μέχρι την πόρτα της αυλής βγήκε κι έκανε νόημα σ΄ένα παιδάκι να το στείλει στο φούρνο για ψωμί. Συνηθιζόταν τα μικρά να κάνουν θελήματα όταν δε μπορούσε η νοικοκυρά. Τα βάσανα που είχε δεν την εμπόδιζαν στο να θέλει να έχει πλήρη εικόνα του γυναικοκαβγά, χωρίς όμως να δίνει δικαιώματα. Περιμένοντας το πιτσιρίκι καλυπτόταν, τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Ο Μίλτος με το αίμα ανεβασμένο στο κεφάλι έβαλε λίγη κολόνια στα φρεσκοξυρισμένα του μάγουλα κι έφυγε σαν το σίφουνα χωρίς να χαιρετήσει. Πήγε από τον δρόμο που έβγαζε πίσω από το σπίτι της Ευρύκλειας αποφασισμένος.
Τη Θοδωρούλα δε θα την έπαιρνε κανένας άλλος. 

Η Ευρύκλεια θυμιάτιζε τις εικόνες και προσευχόταν δακρυσμένη. 
- Κάμετε το θάμα σας να έρτουν ούλα κατά πως πρέπει και να ησυχάσει ο κόσμος... Δεν ηζήτηξα ποτές τίποτις για μένανε...
Η Θοδωρούλα επέστρεψε με φλογισμένα μάγουλα. Η Αστερόπη από την ταράτσα που είχε ανέβει να μαζέψει τα σεντόνια που λιάζονταν, είδε το Μίλτο που πλησίαζε στο σπίτι τους. Κατέβηκε γρήγορα και την έστειλε απέναντι σπρώχνοντάς την σχεδόν.
- Τρέξε και δες τι θα σου πει! Κανένας δε θα πάρει χαμπάρι, εδώ είναι όλοι μαζεμένοι! 
Κατατρόμαξε η μάνα όταν έμαθε τι γίνεται. Πολύ βαρύ της έπεσε, έλειπε κι ο γιος της.
- Η μαμά του δε σε θέλει παιδάκι μου, τι γάμους λέγεις; 
- Δεν τόνε νοιάζει λέει, μεγάλος είναι και θα κάμει αυτό που θέλει!
- Και πώς, χωρίς την ευκή των γονέων του θα σ' ηπάρει; Θα μας ηκάμουν μεγάλη φασαρία, ας μαλάκωνε κομμάτι να γένουν ούλα σωστά. Δεν ηπαντρεύουνται έτσι οι αθρώποι με τσι κατάρες και τσι βαρυγκώμιες και ποιος ημαζεύει τα στόματα ουλωνώνε μετά!
- Τα στόματα έχουνε άλλη δουλειά τώρα, αφήκανε εμένα κι ηπιάσανε τσι άλλες καλέ μαμά, δεν ακούς τι γίνεται; Τσι είδανε κιόλας που τσι είχανε αγκαλιά, ήκαμα εγώ τέτοια πράματα ποτές; 
- Όχι παιδί μου, δεν ηξεύρω τι κορίτσι είσαι; 
- Τι να τον πω που περιμένει;
- Να πάει στο καλό και να τα μιλήσει με τσοι δικοί του, άμα θέλουνε ας έρτουνε να σ' ηζητήξουνε όπως είναι το σωστό.
- Δε θέλουνε μαμά... 
- Ας φύει κι ο,τι είναι να... 
Το πετραδάκι που χτύπησε με δύναμη τον τοίχο τη διέκοψε. Βγήκε με τρόπο πίσω από τη βουρκωμένη κόρη της, κρατώντας κι ένα τενεκέ τάχα ότι πετούσε τους πεσμένους σοβάδες. 
Ο Μίλτος κατάλαβε ότι ήταν αρνητική η μάνα.
- Κυρά-Ευρύκλεια, σου ζητάω την κόρη σου! Αν δε μου πεις το ναι, θα την πάρω να φύγουμε!
- Τρελάθηκες παιδί μου; 
- Ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος είμαι που θα κλέψω την κοπέλα που αγαπάω και μ' αγαπάει κι αυτή! Θα την πάρω!
Ο Χαρίσης βρήκε την κατάλληλη στιγμή να γυρίσει από το γραφείο της εταιρείας που είχε κάτι δουλειές. Έστειλε μάνα κι αδερφή μέσα στο σπίτι και πήδηξε τη μάντρα για να βρεθεί μαζί του. Τις προθέσεις του από μέρες τις ήξερε. Τρελός από χαρά αγκάλιασε το Μίλτο και περπάτησαν αρκετή ώρα συζητώντας. 
Επιστρέφοντας τις βρήκε με το Βλάση και την Αστερόπη.
- Τι έγινε ρε αντράκι, πότε με το καλό;
- Γρήγορα Βλάση μου! Θα την πάρει κι άσε τις άλλες να σκοτώνονται!


Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

Περιέργεια και υποψίες


Η Αγλαΐα έδενε τη μαρμελάδα κι άκουγε την αντροπαρέα που χαχάνιζε στο σαλόνι. 
Είχε φιλέψει τον άντρα της ένας πελάτης με πολλά κιλά φρούτα. Έχτιζε το εξοχικό του σπίτι μέσα σ' ένα μεγάλο περιβόλι που είχε αμέτρητα δέντρα.
<<Ώρα που βρήκανε να έρθουν κι αυτοί, θα με αρπάξει το πορτοκάλι έτσι και τ' αφήκω μια στιγμή... Αχ! Αυτός ο άντρας μου φταίει που δε με ρώτησε, να τον ήλεγα σε καμιά ώρα να μαζευτούνε... Να χάνω τέτοια πλάκα;>>
Ο Ιάκωβος μπήκε για λίγο στην κουζίνα και της έσκασε ένα ζωηρό φιλί στο μάγουλο.
- Πού έβαλες τις οδοντογλυφίδες κορίτσι μου, άλλαξες θέση;
- Δε σου λέω!
- Και θα μας αφήσεις με τους χουρμάδες και το τυρί στα δόντια;
- Ναι, για να μάθεις! Του κεφαλιού σου έκαμες κι εσείς τα λέτε και γελάτε μόνοι σας, εγώ εδώ, να μην ημπορώ να το κουνήσω και ν' ακούω μισές κουβέντες! Περιμένουμε και την αδερφή σου, άργησαν κομμάτι...
- Μα θα στα πω όλα μετά Αγλαΐτσα μου, θα έρθουν κι η Δόμνα με το γαμπρό μας! Δεν υπολόγισα σωστά, μα πού να ήξερα ότι θες τόση ώρα για τη μαρμελάδα, ε;
- Να την τρως όμως ξέρεις! 
- Ο,τι φτιάχνεις δεν το τρώω;
- Μη με τσιμπάς, άσε με τώρα!
Συνέχισε τα πειράγματα ο άντρας της.
- Μη με γαργαλάς Ιάκωβε, δεν είναι ώρα! Θα καώ σε λέγω!
Πάνω στην ώρα χτύπησε το κουδούνι.
- Βρε καλώς τους!
Συστάσεις δεν χρειάζονταν, όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Πέρασαν στην κουζίνα για φιλιά κι αγκαλιές με την Αγλαΐα. 
- Σ' έψησα κι ένα μπακλαβά και πρέπει να με πέτυχε πολύ!
- Άνοιξε το ταψάκι να μυρίσω! Αχ! Γεια στα χεράκια σου, πολύ σ' ευχαριστώ! Και τι δεν πετυχαίνεις Δομνίτσα μου, άξια σε ούλα είσαι!
- Ενώ εσύ πας πίσω, ε; Πετύχανε οι άντρες μας, χαρά την τύχη τους! Χα χα χα!
 Η Δόμνα κάθισε μαζί της στην κουζίνα. Πρόθυμη, χωρίς να πει τίποτα η νύφη της, σαπούνισε καλά τα χέρια της, πήρε πετσέτες καθαρές και μια τσιμπίδα για να βγάλει τα βάζα που έβραζαν σε σιγανή φωτιά. 
- Κάτσε κάτω καλέ, ακόμα δεν ήρτες κι έπιασες δουλειά!
 - Σιγά την αγγαρεία, χαρά μου είναι για! 
- Τι κουνιάδα έχω εγώ, σαν την αδερφή μου!
- Κι εγώ τι νύφη έχω, σαν την αδερφή που δεν έκαμε η μάνα μου!
 - Τα χάχανα του αδερφού μου πάντως, μέχρι το δρόμο ακούγονται! Θα με πεις κι οι άλλοι δεν πάνε πίσω!
 
 Περασμένα μεσάνυχτα έφυγαν, χορτάτοι από ποτά, μεζεδάκια της μπουκιάς αλμυρά και τον υπέροχο μπακλαβά με το καβουρδισμένο αμύγδαλο και το φρέσκο βούτυρο που μοσχοβολούσε. Πήραν βεβαίως κι από ένα βαζάκι μαρμελάδα τυλιγμένο προσεκτικά, ευχαριστώντας ξανά την  Αγλαΐα.
- Να την τρώτε το πρωί πάνω στο ψωμί ή καμιά φρυγανιά, όχι ξερό καφέ και τσιγάρα! 
- Ε, δεν έχουμε έτσι καλή γυναίκα να μας προσέχει! χα χα χα!
- Μωρά είσαστε να σας βάζουν τη βούκα στο στόμα; Άιντε, στο καλό να πάτε!
Ο Ιάκωβος με μια χοντρή φέτα ψωμί καθάριζε το σκεύος από τη χλιαρή ακόμα μαρμελάδα. 
- Πού είσαι μπρε αδερφέ μου τόση ώρα, τι κάμεις στην κουζίνα;
Βγήκε χαρωπός γλείφοντας τα χείλη του.
- Ήρθα! Βρε συ Δόμνα, γιατί έριξες νερό στην τσουκάλα;
- Για να ευκολύνω την πλύση της, έτσι δεν κάμουμε μια ζωή άμα ψήνουμε μαρμελάδες;
- Κακώς! Να με φωνάζετε να τις καθαρίζω εγώ, λαμπίκο την έκανα! Έχυσα το παλιό νερό κι έβαλα άλλο, τίποτα δε φαίνεται και μια χαρά θα πλυθεί! Δυο μεγάλα βάζα που γέμισες είναι για σας, θα πάρετε και μπόλικα φρούτα! Βάρυνε το αμάξι με τόσο φόρτωμα, να είναι καλά ο άνθρωπος! Κι όποτε φτιάξεις κι εσύ μαρμελάδα, ξέρεις,  θα με φωνάξεις, ε; 
Αφού τέλειωσαν με τα αστεία και τα πειράγματα, η Αγλαΐα πήρε ύφος σοβαρό.
- Τελικά τι θα γίνει; Σαν πολλά είπατε που δεν άκουσα, είχανε καμιά πιο καλή ιδέα;
- Ε, λες και δεν τους ξέρεις κι εσύ! Το μακρύ και το κοντό τους λέγανε! Χα χα χα! Θα ξαμολυθούν οι γαμπροί και θα σηκωθεί στο πόδι η γειτονιά που θα κοιτάνε να μαζέψουν τις κόρες τους και θα ξεχάσουνε τη Θοδωρούλα! 
Η Δόμνα ξεροκατάπιε φοβισμένη.
- Τι έπαθες εσύ βρε;
- Να, φοβάμαι μη γίνει τίποτα και... αμαρτία είναι...
- Σώπα μωρέ, τι βάζει το μυαλό σου; Είπαμε, όχι κι έτσι όμως! Λίγο κοίταγμα, λίγο κόρτε, άντε και σε κάνα ραντεβού ένα φιλάκι στο μάγουλο, ίσα να γίνει σαματάς...
- Ούλα από λίγο Δομνίτσα μου! Χα χα χα! Μπρε συ, είναι καλά παιδιά, δεν κάμνουνε έτσι πράματα που φαντάζεσαι, άμα ήτονε αλλιώς δε θα ανακατευότανε ο αδερφός σου κι η μαμά σας δε θα συμφωνούσε! Κακό δε θέλουμε να πάθει μήτε η χειρότερη του κόσμου, αλίμονο!

Η Ευρύκλεια με την κόρη της πάστρευαν την αυλή. 
Καθάρισαν τις γλάστρες από τα ξερά φύλλα, έβγαλαν τα κιτρινισμένα και κορφολόγησαν τα αρωματικά βότανα. Κόντευε μεσημέρι όταν τελειώνοντας το σκούπισμα η Παρασκευούλα κοντοστάθηκε στην πόρτα τους. Η Θοδωρούλα ετοιμαζόταν να ρίξει νερό και την πέτυχε με τον κουβά στο χέρι.
- Τι κάνετε, δουλίτσες, ε;
- Ναι...
- Ε... Σηκώθηκε αέρας και γεμίσαμε χώμα...
- Ναι...
- Μουσαφίρηδες πάλι θα έχετε; 
- Όχι... 
- Α! Είδα που πιάσατε τη λάτρα από νωρίς και λέω...
- Τη λάτρα την κάνουμε πάντα, όχι όποτε θα έρτει κόσμος στο σπίτι μας! Μη χειρότερα!
- Ε, ναι, βέβαια, ξέρουμε όλοι πόσο νοικοκυρές είσαστε! Τι καλό θα μαγειρέψετε σήμερα; 
- Έχουμε ετοιμάσει από νωρίς! 
Άρχισε να γέρνει τον κουβά ξεκινώντας απ' την πόρτα της κουζίνας τους. Με κινήσεις επιδέξιες καθάριζε ως που έφτασε η σαπουνάδα σχεδόν στα πόδια της γειτόνισσας. Η Παρασκευούλα αφηρημένη, ίσα που πρόλαβε να πισωπατήσει πριν νιώσει τις παντόφλες της να μουσκεύουν. Την έτρωγε να δει την Ευρύκλεια, να πάρει λόγια, να μάθει όσα της τριβέλιζαν το μυαλό. Η Θοδωρούλα από χρόνια συμπεριφερόταν ανάλογα, την αδικούσε όμως για πολλοστή φορά.
<<Μμμμ... Ψωριάρα, δεν καταδέχεται να μιλήσει... Σήκωσε μύτη η παστρικιά που γέμισε πάλι σαπούνια τον τόπο... Μέσα στο σπίτι, κανείς δε μπορεί να τους πει τίποτα, αν τα ρίχνανε στο δρόμο, δε θα γλίτωναν το χωροφύλακα!>>
- Άντε, πάω κι εγώ, χαιρετισμούς στη μαμά σου πες!
- Θα πω... 
Τσαντισμένη που δεν κατάφερε τίποτα, μπήκε στο σπίτι της και στήθηκε κλασικά πίσω απ' την κουρτίνα μέχρι που η κοπέλα τελείωσε τις δουλειές της. 


Ο ψηλός λεβέντης νέος κάθισε στην καρέκλα του καφενείου και παράγγειλε καφέ βαρύ με λίγη ζάχαρη. Άνοιξε την εφημερίδα του κι έδειχνε απορροφημένος διαβάζοντας τα νέα της ημέρας. 
- Ορίστε το καφεδάκι σου παλικάρι μου! 
- Ευχαριστώ! Από τη μυρωδιά και το καϊμάκι φαίνεται καλοψημένος!
- Ε! Όσο γι αυτό, έχουνε να το λένε όλοι! Εσύ δεν είσαι από δω πάντως, δε σ' έχω ξαναδεί...
- Σωστά! Σε μια γειτονιά όλοι γνωρίζονται! Μένω στα Πατήσια. 
- Α! Ωραία είναι από κει... Και πώς βρέθηκες στα μέρη μας αν επιτρέπεται;
- Βοήθησα μια θεία μου που μένει λίγο πιο μακριά από δω σε κάτι χαρτιά κι είπα να κάνω καμιά βόλτα μετά να ξεμουδιάσω. Άμα κοιτάς συνέχεια αριθμούς και κάνεις λογαριασμούς από το πρωί ως το βράδυ ζαλάδα σε πιάνει! 
- Πάει να πει είσαι γραμματιζούμενος, ε; 
- Λογιστής είμαι. 
Κορδώθηκε ο καφετζής που του έτυχε τέτοιος πελάτης. Τόσα χρόνια σύχναζαν ταλαιπωρημένοι μεροκαματιάρηδες και κανείς μορφωμένος με ακριβό κοστούμι και γραβάτα δεν είχε περάσει το κατώφλι του. Και πού να βρεθεί στη φτωχογειτονιά τέτοιος άνθρωπος; Κάνα δυο συνταξιούχοι που έπαιζαν τάβλι, τον κοιτούσαν κι αυτοί με τρόπο. Σα να έλαμψε το μαγαζί από την παρουσία και τ' αστραφτερά παπούτσια του. 
Όταν ήρθε η ώρα να πληρώσει και να φύγει, τρελάθηκε από το πουρμπουάρ που του άφησε!
- Μα να σας δώσω τα ρέστα σας, γιατί δεν τα παίρνετε;
- Γιατί ευχαριστήθηκα τον καφέ σου! Κι επειδή έχω αρκετή δουλειά ακόμα στης θείας μου, θα έρχομαι τακτικά να τον πίνω! Κι αύριο εδώ θα είμαι και μεθαύριο! Θα κάνω και μια γύρα να δω τη γειτονιά εδώ, καλό είναι να μαθαίνουμε όλη την Αθήνα, ε;
- Βέβαια, να πας παλικάρι μου! Έχουμε και ωραία πλατεία με δέντρα, θα σε περιμένω να έρχεσαι όποτε θέλεις!   
Τα μάτια της Μαρουλίας που είχαν καρφωθεί πάνω του, έκαναν τον κυρ Φανούρη να γελάσει πίσω απ' την πλάτη της. Κρατούσε το δίχτυ με το κουνουπίδι, τα κρεμμύδια κι ένα κουτί ντομάτα πελτέ, γιαχνί θα το έκανε. Στο φούρνο θα πήγαινε για ψωμί αλλά η περιέργεια δεν την είχε αφήσει. Πάντα κοιτούσε στα γύρω μαγαζιά ποιες έμπαιναν, τι ψώνιζαν, ποιοι κάθονταν στο καφενείο. Συνηθισμένες έκαναν το ίδιο κι οι όμοιες της κουτσομπόλες. Όταν ο νέος βγήκε και περπατούσε αργά χαζεύοντας το δικό τους δρόμο,  τον πήρε το κατόπι.  
Ούτε από τα μάτια της Παρασκευούλας ξέφυγε, ούτε από των άλλων γυναικών της γειτονιάς. Οποιοσδήποτε ξένος προκαλούσε την περιέργειά τους. Ποιος να είναι, πού πάει, πώς βρέθηκε εκεί, τι θέλει, όλα αυτά που απασχολούν μάνες και κόρες. Γιατί κι οι κόρες ήταν ίδιες, φτυστές! 
- Την είδες την άτιμη; Από πίσω τον πήρε μέχρι που έστριψε πέρα στου μπογιατζή! 
- Βρε μαμά, δεν την ξέρεις κι εσύ; Κουτσομπόλα και περίεργη είναι.
- Αμ δεν την ξέρω μια ζωή λες;
Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα...

Την επόμενη μέρα ο καφετζής είχε τη χαρά να ψήνει δυο καφέδες βάζοντας όλη του τη μαεστρία. 
- Έφερα και το φίλο μου να τους πιούμε παρέα, αφού τον φόρτωσα κάμποση δουλειά!
Η ευεργετική, μεσημεριάτικη λιακάδα μέσα στο καταχείμωνο έβγαλε λίγα τραπέζια έξω, στο πεζοδρόμιο. Ο καφετζής φρεσκάρισε γρήγορα τις καρέκλες μην έχουν κάνα κόκκο σκόνης και λερωθούν τα κουστούμια τους. 
Η κουβέντα τους είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον! Συζητούσαν χαμηλόφωνα, τόσο όσο ν΄ακούγονται στο διπλανό τραπέζι.
Για τις δουλειές τους, για την πλούσια θεία που θα κληρονομούσε ο ένας, για την επιχείρηση του πατέρα του ο άλλος, για επενδύσεις, για καταθέσεις, για ταξίδια. 
Παρήγγειλαν ούζο με μεζέ κι ο καφετζής μη θέλοντας να προσφέρει μόνο το κλασικό πιατάκι με τα ελάχιστα που συνήθιζε, ειδοποίησε τη γυναίκα του κι ετοίμασε ο,τι καλύτερο μπορούσε. Φουριόζα έτρεξε στο μπακάλη για επιπλέον αλλαντικά και τυριά, έριξε στο τηγάνι αυγά με λουκάνικα και φέτα, ακολούθησε ένα μεγάλο κομμάτι κασέρι που ροδοκοκκίνισε κι έτσι ζεστά και λαχταριστά σερβιρίστηκαν στους εκλεκτούς πελάτες. 
Η ώρα πέρασε κι έφυγαν αφήνοντας καλά λεφτά κι ακόμα καλύτερες εντυπώσεις.
Δυο στενά πιο κάτω, η κόρη της Μαρουλίας έτρωγε τον έναν με τα μάτια. Ήταν αυτός, ο πρώτος που παρακολούθησε η μάνα της.

Η Παρασκευούλα ίσιωσε καλά το καινούργιο φόρεμα της κόρης της.
- Ωραία είσαι! Άντε τώρα στο εμπορικάκι κι έχε το νου σου! 
Βγήκε με τα λεφτά στο χέρι καμαρωτή και πριν στρίψει στη γωνία έπεσε πάνω στη Μαρουλία. 
- Πού πας έτσι με το καλό σου φουστάνι; Σε κάνα χορό σε καλέσανε και στολίστηκες από τώρα; 
- Για καλό έχω άλλο! Τρέχω για ψώνια!
- Και κραγιόν κι αρώματα για να πας εδώ γύρω; 
- Γιατί, με τη νυχτικιά θα έβγαινα; 
Πριν προλάβει η Μαρουλία ν' απαντήσει, έγινε καπνός!
<<Μωρέ, κοίτα γλώσσα! Σα να μη τη βλέπω καλά τούτη εδώ...>> 
Ποιος να της το έλεγε ότι πριν τελειώσει η εβδομάδα καμιά τους δε θα ήταν καλά στη γειτονιά... 


Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Άκρως εμπιστευτικό!


- Λίγο ακόμα ζαχαρίτσα...
- Μια κουταλιά;
- Ναίσκε, καλή είναι... 
- Και τη μαστίχα;
- Κόμπο-κόμπο Αστερόπη μου, άμα σ' ηλέγω θα με ρίχνεις.
Κοπάναγε η Ευρύκλεια στο παμπάλαιο γουδί το γιατροσόφι για το πονεμένο στομάχι.
Έξι κουταλιές ζάχαρη και τρία κομματάκια μαστίχα γίνονταν μια αρωματική, θεραπευτική μάζα με ελάχιστο νερό. Τη φύλαγε σ' ένα μικρό βαζάκι κι όποιος είχε ενόχληση έτρωγε λιγάκι και συνερχόταν.
- Δε μου είπες, πότε θα βάλουνε μπρος το σχέδιο;
- Τι να σ' ειπώ, δεν ηξεύρω τέτοια πράματα... Τσι γυναίκες και το παλικάρι κορώνα στο κεφάλι μου, πάρα πολύ καλοί είναι! Να βοηθήσουνε και με το παραπάνω, δεν έχω λόγια να σ' ειπώ... Αυτό το πράμα όμως με τσι γαμπροί και τσι φίλοι του, πολύ το φοβούμαι... 
- Έλα τώρα κι εσύ! Δεν κοιτάζεις πώς έγιναν τα πράγματα και το κλάμα που έχεις κάνει;
- Ναίσκε παιδάκι μου, μα σωστό αυτό είναι;
- Όοοχι! Σωστό είναι να κατηγορούν και να κόβουν την τύχη του παιδιού σου! 
- Ε...
- Ε, δεν έχει! Να αφήσεις τους ανθρώπους να κάνουν τη δουλειά τους όπως πρέπει κι εγώ ξέρω τη δική μου! Ας μην είχα τα χάλια μου κι η προκομμένη η Παρασκευούλα ψόφαγε από περιέργεια να μάθει πρωϊνιάτικα! Της είπα ότι κρύωσα κι έρχομαι να με γιατροπορέψεις, οπότε θα στηθεί για να μάθει πιο πολλά...
- Κομμάτι στο κρεβάτι να πλαγιάσεις για να σ' ημαλακώσει το στομάχι σου... Κατά το μεσημέρι πάλι μια κουταλιά κι άλλη μια το βράδυ χωρίς να πιείς νερό, πρόσεχε! Μη κι ηψήσεις βαριά, αλαφριά να φας. 
- Ναι, ναι! Δεν έχω κι όρεξη έτσι που είμαι... Καμιά μακαρονάδα με σάλτσα λέω να τους κάνω...
- Σκέτα τα μακαρόνια με τυράκι, για σένα. 
- Καλά λες... 
Έφυγε η Αστερόπη με την πομάδα στο χέρι και μπήκε σχεδόν τρέχοντας στο σπίτι της. Στο τσακ πρόλαβε τις γειτόνισσες που τίναζαν τα πατσαβούρια τους με το ένα πόδι στο δρόμο. Από περιέργεια να μάθουν, οι εξώπορτες τους γνώριζαν μεγάλες πάστρες! 

- Βρε, δεν πάει να λέει η Ευρύκλεια μη και όχι και δεν κάνει! Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, αυτό είναι νόμος κι εσύ μαμά το ξέρεις πολύ καλά αυτό! Τις λυπήθηκα που να πάρει η ευχή, κρίμα είναι...
Η Σουλτάνα μπουκωμένη, συμφώνησε με το γιο της. 
- Έτσι είναι τζάνουμ! Βάλε εσύ μπρος και... Γκουχ, γκουχ!
Η Μαρίκα φοβισμένη τη χτύπησε στην πλάτη κι η κόρη της πανικοβλημένη έτρεξε να φέρει νερό.
- Χριστός μαζί σου συμπεθέρα! Καλέ, πνίγεται!
Ο Ιάκωβος την έσπρωξε μπροστά κρατώντας μια χαρτοπετσέτα και το κεφάλι της έφτασε στα γόνατα. 
- Αμάν πια! Μια ζωή φωνάζω να μη γεμίζεις τόσο το στόμα σου, θες να μιλάς κι από πάνω!
Κατακόκκινη η μάνα του πήρε βαθιές ανάσες κι ήπιες δυο γουλιές απ' το ποτήρι με το ζόρι.
- Γκουχ, γκουχ! Μ' έκοψες τη μέση στα δυο μπρε έτσι που μ' έκαμες!
- Δίκιο έχεις, δε σ' άφηνα καλύτερα να πνιγείς, ε; 
- Μπα που άδικη ώρα να μη σ' έρτει! Γκουχ, γκουχ!
Μισό βρασμένο αυγό, ένα κομμάτι τυρί και σαλάμι στη χαρτοπετσέτα, πλησίασαν επικίνδυνα το πρόσωπό της. 
- Στα μούτρα θα με το φέρεις μπρε; 
- Σου χρειάζεται, αλλά έχε χάρη! Μας κατατρόμαξες πάλι, άντε! 
- Δεν το ΄θελα...
- Φιρί-φιρί το πας βρε μαμά! Η ψυχή μου με πιάνει όσο σκέφτομαι ότι μπορεί να σε βρει το κακό και να είσαι μόνη στο σπίτι σου!
- Άιντε μπρε που κάμεις το τόσο, τόοοοσο! Σε ούλοι μπορεί να τύχει να πνιγουριαστούνε καμιά φορά...
- Το λες και μόνη σου, καμιά φορά! Έτσι και μετρήσω πόσες φορές σ' έχουμε γλυτώσει στο τσακ...
- Σους, τέλεψε τώρα αυτό! Βάλε με κόρη μου μια στάλα ουζάκι να συνέρθω κομμάτι... Συμπεθέρα, τσίμπα με κείνη τη φετίτσα τον παστουρμά, τη μύτη μ' έσπασε τόση ώρα για!
Αγανακτισμένος ο γιος της που ενώ κυριολεκτικά πνιγόταν είχε το νου της στο μεζέ, σήκωσε τα χέρια ψηλά. Η  Αγλαΐα μετά την τρομάρα που πήρε κι εκείνη, προσπαθούσε να πνίξει τα γέλια της.
- Γιακωβάκι μου, εγώ σε το είπα απ' την αρχή, έτσι θα γένει το πράμα! Ο καλός, καλό δεν έχει, σωστά το λένε. Η Ευρύκλεια δε θέλει να βλάψει κανένανε και περιμένει μπας και στρώσουνε τα πράματα από μόνα τους. Μα την είπαμε, όσο περνάει ο καιρός και γίνουντε τα κορίτσια της παντρειάς, πιο χειρότερα είναι! 
Η Μαρίκα κούνησε το κεφάλι με απελπισία. 
- Μάνα μιας κόρης εσύ, μάνα δυο κοριτσιών είμαι κι εγώ και μήτε να σκεφτώ τέτοιο πράμα δεν ημπορώ... Να ειπείς που κάτι ήκαμαν και παρακαλάς να τσι κουκουλώσεις και να βουλώσεις τσι κακές τσι γλώσσες, μάλιστα! Αμά τέτοιο κακό, να έχεις σα μάνα αψηλά το κεφάλι σου, όπως το είχαμε κι εμείς εδώ που τα λέμε συμπεθέρα μου και να μην ηδίνουνε τόπο να σταθεί το παιδί σου; Να το κάμεις γιε μου, τα τραβάει ο οργανισμός τους!

Η Αστερόπη άνοιξε το παράθυρο της σάλας και στήριξε τους αγκώνες στο περβάζι. 
Το αεράκι που φυσούσε πηγαίνοντας πέρα δώθε την κουρτίνα της έκανε καλό, ήταν όμως και η αρχή του σχεδίου. Δεν πέρασαν πάνω από δυο λεπτά κι οι γειτόνισσες ξεμύτισαν με τις σκούπες και τα πατσαβουράκια πάλι.
- Πώς πας κοπέλα μου, είσαι καλύτερα; Τι έπαθες κι έτρεχες πρωινιάτικα στην Ευρύκλεια καλέ;
- Χάλια είμαι Παρασκευούλα, άρπαξα γερό κρύωμα και με χτύπησε στο στομάχι, πονάει και το κεφάλι μου...
- Α! Περαστικά σου! Μπας κι έφαγες τίποτα χτες και σε πείραξε;
- Όχι, πατάτες μ' αυγά τηγάνισα που τα τρώμε κάθε βδομάδα.
- Και το βράδυ έφαγες τα ίδια; Λέω, επειδή απέναντι στήσανε τραπέζι με μεζέδες, μήπως σε φιλέψανε τίποτα βαρύ και σε χάλασε... 
- Όχι, όχι! Σάμπως με πείραξε ποτέ κάνα φαγάκι τους; Αυτή η Θοδωρούλα, τα τι φτιάχνει, χρυσά χέρια έχει! Όσο μεγαλώνει, ξεπερνάει και τη μάνα της σε όλα! Και στο μαγείρεμα και στη νοικοκυροσύνη, τι να σου πω! 
- Ε, μπράβο, μπράβο... Δε μου λες, ποιοι ήταν αυτοί που ήρθανε χτες; 
- Το αντρόγυνο λες, με την κούρσα; 
- Ναι βρε συ! Ωραίο παλικάρι αυτός, πολύ κύριος, μα κι η γυναίκα του τι κοπέλα! Σαν ηθοποιός ήτανε! 
- Ο γιος της Σουλτάνας κι η κόρη της Μαρίκας που είναι συμπεθέρες. Σπίτια μεγάλα και καλά χτίζει εκείνος, Ιάκωβο τον λένε, πολύ γραμματιζούμενος είναι! Αν πεις και για τη γυναίκα του, πολύ μορφωμένη κι αυτή! 
- Α! Τι μου λες; Μα πολύ καθώς πρέπει φάνηκαν με το που τους βλέπεις! Κι έχουνε αυτοί φιλίες μαζί τους;
- Μεγάλες καλέ, από τότε που πήγαν από την Κωνσταντινούπολη στη Σμύρνη μάνα και γιος! Εκεί δε γνώρισε τη γυναίκα του; Εκείνες ήξεραν την Ευρύκλεια βέβαια, κοντά τους έμενε! Στα είχα πει μια φορά που με ρώτησες ποιες είναι, για τις συμπεθέρες λέω. 
- Ναι μωρέ, θυμάμαι...
- Και να σου πω (χαμήλωσε τη φωνή της) μη και βγάλεις λέξη, μεταξύ μας τώρα...
- Εγώ να μιλήσω βρε Αστερόπη μου που στόμα έχω και μιλιά δεν έχω; 
- Ε, αυτό δα το ξέρω, γι αυτό σ' εμπιστεύομαι!
- Για πες μου;
- Ήρθανε και για τη Θοδωρούλα! Της φέρανε κάτι προξενιά, τι να σου λέω... Αλλά η μικρή, δεν ξεκολλάει ακόμα απ΄τη μάνα της...
- Μπα! Τι είναι αυτός, πού την είδε, πώς και τη θέλει;
- Αυτοί Παρασκευούλα μου, δεν είναι ένας μόνο! Είναι φίλοι του και τους είχε πει ο Ιάκωβος δε θυμάμαι πώς, ότι θα ερχόντουσαν εδώ η μάνα κι η πεθερά του για βίζιτα σε μια γνωστή τους οικογένεια.  Η μια κουβέντα έφερε την άλλη, αγαπάνε πολύ και τη Θοδωρούλα, είπε πως είναι τόσο καλό και νοικοκυρεμένο κορίτσι και ο,τι τους πρέπουνε τέτοιες γυναίκες, τα γνωστά που γίνονται...
- Και;
- Και ήρθε μια μέρα ένας χωρίς να πει τίποτα σε κανένα, να τη δει. Μπαινόβγαινε στα θελήματα η μικρή, ξετρελάθηκε αυτός μαζί της!
- Πότε ήρθε αυτός βρε Αστερόπη εδώ και δεν πήρε κανείς χαμπάρι, τι μου λες τώρα;
- Δεν είπα εδώ, εδώ! Κάπου πιο πέρα στάθηκε, κάτι θα ψώνισε, μπορεί και στο καφενείο, τι να σου πω; Τα καλύτερα πάντως άκουσε για το κορίτσι! Και τίμια και πολύ καθαρή και όμορφη, την αλήθεια δηλαδή! 
- Ναι, ε;
- Σκέψου ότι ρώτησε αν έχει και καμιά-δυο φιλενάδες σαν κι εκείνη, γιατί είναι όλοι οι φίλοι τους ελεύθεροι και πολύ καλοστεκούμενοι από λεφτά και δουλειά, το είπε ο Ιάκωβος! Να γίνουνε λέει όπως είναι όλοι μια παρέα, όχι μόνοι τους πια, με τις γυναίκες τους! 
- Και τι του είπανε;
- Ότι καλά και τίμια κορίτσια υπάρχουν βέβαια, αλλά φιλίες και κουβέντες δεν έχει εδώ για να τις ξέρει καλά κι έτσι θα κοιτάξουν μάνα και κόρη κατά πάνω, στης κουνιάδας της, με τόσα κορίτσια που κάνουνε παρέα. Γιατί να μην ανοίξουνε οι τύχες κι αυτών των κοριτσιών βρε Παρασκευούλα μου; Θες και το καλύτερο; Με τα ρούχα που φοράνε μόνο τις παίρνουνε, ούτε προίκες κοιτάνε, ούτε σπίτια, τίποτα! Έχουνε χρήμα μπόλικο, δικά τους διαμερίσματα με ξύλο που γυαλίζει στο πάτωμα και μπάνια μαρμάρινα που τρέχουνε τα ζεστά νερά... Ο,τι πρέπει για τις κοπέλες, να τα χαρούνε και να τις χαίρονται κι οι άντρες τους, έτσι δεν είναι; Σκέφτομαι τι ωραία που είναι να το γεμίζεις νερό τέτοιο μπάνιο και να βάζεις από κείνο το μπουκάλι μέσα που κάνει αφρό και μοσχοβολάει, που τα βλέπουμε στο σινεμά... 
- Άλλο πράμα, κι εγώ χάζι τα κάνω... 
- Ο,τι έχουνε οι πλούσιοι, είναι καλό, άλλη ζωή... Κι αυτοί όλη την ώρα μπανιαρίζονται, ντους το λένε. Άλλο να γεμίζεις τη μπανιέρα, αυτά είναι για τις  γυναίκες που αρωματίζονται συνέχεια και ντύνονται ωραία όλη μέρα στα καλά σπίτια. Χαρά σ' αυτές που θα πάρουν τέτοιους άντρες να λέμε!
Οι αφροί ήταν έτοιμοι να βγουν όχι σε κάνα μπάνιο, αλλά από το στόμα της Παρασκευούλας! Έσκαγε από ζήλια και δε μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι στη Σμυρνιά  που θεωρούσαν ότι έκανε διάφορα και ξεσήκωνε τους άντρες άνοιξε τέτοια τύχη! Θα έκανε τόσο καλό γάμο είτε τώρα είτε αργότερα και θα γνώριζε τέτοια μεγαλεία; Καλύτερη ήταν από την κόρη της που κατά πως έβλεπε θα έπεφτε σε κάνα μεροκαματιάρη της γειτονιάς και θα αγκομαχούσε για να τα φέρει βόλτα; Όσες προσπάθειες κι αν έκαναν, τα παλικάρια που είχαν καλύτερο μέλλον είχαν ξελογιαστεί με κείνη. Της σειράς τους βέβαια. Γιατί οι εύποροι γαμπροί δεν ήταν εύκολο καθόλου να βρεθούν, δεν είχαν υψηλές γνωριμίες.
-Η Θοδώρα δε θέλει; Γιατί, δεν της κάνει; Χα χα!
- Της είπανε να διαλέξει όποιον της αρέσει πιο πολύ, κάναμε με την Ευρύκλεια γέλια, τι να σου λέω!
- Ναι, ε; Κοίτα πράματα...   
Η Μαρουλία που είχε ζαλίσει πια το τσιμέντο στο πεζοδρόμιο από το πολύ σκούπισμα πέρα - δώθε, δεν άντεξε άλλο να το παίζει αδιάφορη. Πλησίασε προς τα κει, με τα χέρια στη μέση.
- Τι κάνετε; Σας βλέπω τόση ώρα που λέτε, λέτε... 
- Τι να κάνουμε, εδώ, διάφορα, να περνάει η ώρα... απάντησε η Αστερόπη σχεδόν αδιάφορα.
Η Παρασκευούλα που είχε αρχίσει να κοκκινίζει επικίνδυνα, χαμογέλασε μηχανικά. Την κατάσταση έσωσε ο μικρός που άρχισε τη γκρίνια γιατί φώναζε τόση ώρα τη μαμά του κι η Αστερόπη δεν πήγαινε. Τις καλημέρισε κι έκλεισε το τζάμι. 
Παραμιλώντας πήγε στο σπίτι της. Σε λίγο θα ερχόταν η γειτόνισσα να μάθει και το αίμα ανέβαινε πιο πολύ στο κεφάλι της. Έριξε μια ματιά στη σάλα, εκεί που κοιμόταν η κόρη της. Έπινε κακάο και ξεφύλλιζε μ' ενδιαφέρον ένα περιοδικό, που πήγαινε από χέρι σε χέρι. Δεν της είπε κουβέντα, είχε μέλλον η συζήτηση. 
<<Κοίτα εσύ τις φωτογραφίες και μη σου ξεφύγει τίποτα, μετά θα τα πούμε! Το καλό είναι που δεν άκουσε τίποτα η άλλη να ξεσηκωθεί... Βρε δεν το χωράει ο νους μου να γίνονται τέτοια πράματα στης Ευρύκλειας και να γυρέψουν αλλού νύφες! Κι εμείς εδώ μια γειτονιά δεν είμαστε; Είμαστε!>>
Η Μαρουλία κατέφθασε ζητώντας λίγο άνηθο για να δικαιολογηθεί. Αυτό έκανε συστηματικά όταν ήθελε να χωθεί σε καμιά πόρτα για να μάθει κάτι και δεν ήταν η μόνη. 


- Τι έπαθες καλέ, ζεσταίνεσαι;
- Φούντωση έχω βρε Μαρουλία απ' την ώρα που έπιασα την πλύση... 
- Α! Δε σε είδα έτσι πιο νωρίς!
- Με το σκύψιμο μου ήρθε έτσι μια ζάλη, τ' άφησα κι εγώ στο μούσκιο... Βγήκα όξω, με χτύπησε κι ο ήλιος...
- Εμ! Τόση ώρα κουβέντα... Για πες, τι βεγγέρα είχανε χτες στης Ευρύκλειας, έμαθες τίποτα;
- Ναι, αυτά μου ' λεγε η Αστερόπη. Σπουδαίοι άνθρωποι ήτανε! 
Μέχρι να τελειώσει το βιογραφικό τους, έφτασε μεσημέρι και τσουκάλι στη φωτιά δεν είχε μπει.
Ανέφερε στη Μαρουλία αόριστα για ένα καλό προξενιό και τίποτα παραπάνω. Μετρημένες κουβέντες. 
<<Χαζή είμαι να της τα πω, να έρθει πάλι κάνας καλός από δω και να τον βουτήξουνε μάνα και κόρη, να κοκορεύεται κι από πάνω; Ας έχω εγώ το νου μου μπας κι ανοίξει καμιά καλή τύχη στη δικιά μου...>>
-Τέτοιοι άνθρωποι με κύκλο καλό και προσπέσανε στη Θοδώρα; 
- Ε, τώρα κι εσύ! Να της βρούνε κάνα καλό παιδί είπανε, την αγαπάνε που είναι απ' τα μέρη τους, δεν δώσανε και κάνα λόγο! 
- Και λες να γίνει τίποτα με κάνα πλούσιο και γραμματιζούμενο; Αυτό πια να δω... 
- Τι να σου πω βρε Μαρουλία μου, καμιά φορά δεν ξέρεις πώς τα φέρνει η τύχη. Λίγα ακούμε;
- Βρε, πολλά ακούμε, μη το συζητάς! Είδες όμως κάτι γνωριμίες η Ευρύκλεια, ε; 
- Αμ, δεν είδα λες; Εκτός από τους συγγενείς τους που εντάξει, νοικοκυρεμένοι είναι κι αυτοί, ποιος περίμενε να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι της τέτοιοι άνθρωποι; Τι λούσα, τι αρώματα, μοσχοβόλησαν ως εδώ και που ήρθανε και που φύγανε! 
- Και με αυτοκίνητο δικό τους! Πώς σταμάτησε, πώς άνοιξε εκείνος τις πόρτες για να βγούνε η μάνα, η πεθερά κι η γυναίκα του! Και να οι αγκαλιές, να τα δώρα, να τα τραπέζια! Όλοι τα χάσαμε Παρασκευούλα μου εδώ που τα λέμε!  
- Βέβαια! Λίγο πράμα είναι; Α! Να η κόρη φουριόζα, πού πάει; 
- Στον κυρ-Φανούρη μάλλον... Όχι, στον ψαρά!
- Μπα! Χτες κρέατα και σήμερα ψάρια θα φάνε; Άλλο και τούτο πάλι! 
- Μωρ' συ, θα σκάσω άμα δε μάθω! Πάω να δω!
- Άντε, τρέχα κι έλα να μου πεις!
Σε λιγότερο από τρία λεπτά, η Μαρουλία στήθηκε μπροστά στις ψαροκασέλες και καλοχαιρετούσε για πρώτη φορά τη Θοδωρούλα.
- Ψαράκια σήμερα, ε;
- Ναι. απάντησε τυπικά η κοπέλα.
- Η μαμά σου, καλά;
- Καλά.
- Ο αδερφός σου;
- Πολύ καλά.
- Στο τηγάνι θα κάνετε το γαύρο, ε;
Η Θοδωρούλα έγνεψε καταφατικά κι αφού πλήρωσε και χαιρέτισε ευγενικά έγινε καπνός. 
Ο ψαράς μάταια περίμενε την παραγγελία της γειτόνισσας. 
-Κυρά-Μαρουλία, δε μου είπες τι να σου βάλω!
- Καμιά μαριδούλα ήθελα, αλλά δεν έχεις... 
- Μεσημέριασε πια, τις πήρανε! Ο,τι έχω μετρημένο είναι, θες κάνα κολιό, που είναι φτηνός; 
- Μπα, όχι... Και δε μου λες, το γαύρο πώς και δεν τον πήρανε απ' το πρωί κι είχες για την Ευρύκλεια;
- Από χτες μου τον είχε παραγγείλει ο Χαρίσης και τον είχα κρατημένο στον πάγο.
- Μάλιστα... Από τόσο φαγοπότι χτες, ήθελε γαύρο σήμερα;
- Γιατί να μη θέλει; Κι εσύ καλέ, τις μπουκιές τους κοιτάς και μετράς;
- Τι είναι αυτά που λες χριστιανέ μου, κάνω εγώ τέτοια πράματα; Άντε τώρα, σε χαιρετώ...
Ο ψαράς κούνησε κοροϊδευτικά το κεφάλι και της έστειλε φρέσκα φάσκελα που σπαρταρούσαν σαν τα ψάρια που διαλαλούσε. 
<< Και τέτοια και χειρότερα κάνεις!>>  

Τρωγόταν η Παρασκευούλα και μετά τη συζήτηση που έκανε με την κόρη της.
- Τα μάτια σου ανοιχτά να έχεις, ακούς τι σου λέω;
- Θα τα έχω βρε μαμά σου είπα!
- Και πρόσεχε κακομοίρα μου, μη σου ξεφύγει λέξη! Η Μαρουλία έτσι και πάρει χαμπάρι, θα την πιάσει λύσσα και με τα τούτα και τα κείνα θα τυλίξουνε τον καλύτερο! Γιατί να μην προλάβουμε εμείς, ε; 
- Κι άμα της τα πει κι αυτηνής η Αστερόπη;
- Αφού σου είπα ότι εμπιστευτικά  μου τα είπε, καταλάβαινε πια! Κι ότι θα βρούνε για τους γαμπρούς κοπέλες από της θείας της τη γειτονιά, που είναι πολλές και λεύτερες κι έχουνε φιλίες!
- Μ' εκείνες που έχουνε φιλίες, το λες και μόνη σου... Εμείς δεν έχουμε τίποτα άλλο με τη Θοδωρούλα, εκτός από μια καλημέρα, άμα την πούμε κι αυτή δηλαδή... Τις πιο πολλές φορές δεν κάνουμε ότι δεν τη βλέπουμε τα τελευταία χρόνια;
Η μάνα κατάπιε τη γλώσσα της για λίγο. 
- Τι έχεις να μου πεις τώρα, ε; Γνωριμίες με τέτοιους ανθρώπους θα μας κάνουνε στα καλά καθούμενα; Άμα δε μου φώναζες κι εσύ όπως οι άλλες να μη της μιλάω γιατί δεν είναι σόι, πρώτη και καλύτερη θα με είχανε! Έγιναν τόσες φασαρίες, να με το Λάκη, να με το Μίλτο, αυτή όμως τίποτα δεν έκανε τελικά με κανέναν και θα πάρει κάναν απ' τους πλούσιους στο τέλος! 
- Και πού ξέρουμε ότι δεν έκανε, ε;
-Ωχ κι εσύ καλέ μαμά! Του κλότσου και του μπάτσου την είχαμε όλες και να τώρα που μας μπαίνουν και στο μάτι! Ποια απ' όλες στη γειτονιά έχει τέτοιες επισκέψεις στο σπίτι της με ανθρώπους σαν κι αυτούς; Τα αγόρια πες ότι τα ξελόγιασε και πέσανε με τα μούτρα πάνω της, οι άλλοι όμως;
- Ε, ναι, δε λέω...
- Είδες που έχω δίκιο; Θα κανονίσω να την πιάσω από κοντά, αυτό πρέπει να κάνω! 
- Ναι παιδάκι μου! Κι εγώ τη μάνα της! 

Το επόμενο απόγευμα βγήκε η Αστερόπη με το μικρό στο σεργιάνι. 
Τα παιδάκια που έπαιζαν στη γειτονιά φωνάζοντας και γελώντας, έριξαν στα πόδια τους μια ταλαιπωρημένη μπάλα, που πέρασε πριν ξυστά από το κεφάλι του μικρότερου.
- Άντε, δώσε της μια κι εσύ αγόρι μου που είσαι δυνατός!
Στο λεπτό μπήκε κι εκείνος στο παιχνίδι. Αυτό ήταν που ήθελε κι η μάνα του!
-Πώς πας Αστερόπη, καλύτερα είσαι;
- Ναι Μαρουλία! Η Ευρύκλεια να είναι καλά! 
- Τι σου έδωσε;
Μέχρι να της πει το γιατροσόφι, μαζεύτηκαν δυο-τρεις ακόμα.
Αυτές οι ώρες ήταν που περίμεναν όλες, να βγουν στις εξώπορτες καθισμένες στα σκαλάκια, για κουβέντα κι ενημέρωση.
Η Αστερόπη ξύπνια, έδωσε διακριτικά τις πληροφορίες που ήθελε όσο ψόφαγαν οι άλλες να μάθουν. 
Και να η λάτρα, τα παιδιά, η υγρασία, η σκάφη, το μαγείρεμα, οι ευκολίες που έχουν κάποιες και πόσο τυχερές είναι, να έχουν καλή τύχη οι κόρες τους για να ζήσουν σαν αρχόντισσες κι όλα αυτά που απασχολούσαν τις μάνες όλες. Ποια δεν θα ήθελε να τη δει κυρία, φορτωμένη χρυσαφικά και λούσα, σαν την Αγλαΐα;  Και ποια δεν ζήλευε τη Μαρίκα με τις δαντέλες και τα μεσάτα φορέματα;  Αλλά κι η Σουλτάνα με τα πολλά παραπανίσια κιλά και το γελαστό, σαν φεγγάρι ολοστρόγγυλο πρόσωπο, ήταν ξεχωριστή. Και τι μελωδικά ακουγόταν το κουδούνισμα από τα βραχιόλια της όταν σήκωνε το χέρι με τα κόκκινα νύχια και τους έστελνε φιλιά φεύγοντας!
- Μα φαίνεται ο άνθρωπος από μακριά! Ποιος ξέρει και τι προίκα θα πήρε ο επιστήμονας, ε;
- Δεν ξέρω, αλλά σιγά μην είχε κι ανάγκη ο Ιάκωβος! Βγάζει χρήμα μπόλικο, χτίζει ξενοδοχεία, κάτι σπίτια παλάτια... Έτσι κι οι φίλοι του, καλές και καθαρές κοπέλες θέλουνε, τίμιες, να τις κάνουν βασίλισσες! Οι προίκες, κακά τα ψέματα, βοηθάνε το αντρόγυνο να φτιάξει τη ζωή του, άμα όμως έχουνε τον τρόπο τους οι γαμπροί, δεν τα κοιτάνε ποτέ αυτά... Ξοδεύουνε και καμαρώνουν! 
Τους "ήξεραν" πλέον ονομαστικά όλες και την ξεζούμιζαν για να τους πει όλα όσα ήξερε. 
Η Παρασκευούλα ήταν η μόνη που απουσίαζε με την κόρη της. Όση ώρα έδινε κι έπαιρνε η κουβέντα, εκείνη έκανε παζάρια στον ιδιοκτήτη ενός κεντρικού καταστήματος στην αγορά, προκειμένου ν' αγοράσει η κόρη της καινούργιο φουστάνι.
Πού να πάει ο νους της ότι η Αστερόπη παραμόνευε; Γιατί είπαμε, ο,τι συζήτησαν ήταν άκρως εμπιστευτικό! 
Βέβαια, δεν τους τα είπε κι εκείνη ευθέως, άφησε όμως να εννοηθεί ότι κάποιοι εύποροι έδειχναν ενδιαφέρον στα κορίτσια της γειτονιάς κι είχε πολλά παραδείγματα. Έτσι, όταν διαλύθηκε το πηγαδάκι μαζεύοντας η Αστερόπη το γιο της για να τον πάει περίπατο, χώθηκαν αυτές στα σπίτια τους με κάποια δικαιολογία, για να σκεφτούν καλά και να μιλήσουν με τις ανύπαντρες κόρες τους. 

Η Θοδωρούλα χασκογέλαγε με τον αδερφό της, προσέχοντας μη λερώσει τη μπλούζα της. 
Ο Χαρίσης τους είχε αγοράσει παγωτό χωνάκι από τον ασπροντυμένο πλανόδιο που διαλαλούσε το καϊμάκι με σιρόπι βύσσινο.
Η μάνα ήταν όπως πάντα επιφυλακτική κι αντίθετη με όλα αυτά.
- Άσε μας βρε συ Ευρύκλεια που θα τα βάλεις τώρα με την κόρη σου!
-Αστερόπη μου, σωστό δεν ήτονε που τση μίλησε έτσι ξερά...
- Μπα! Κι όταν την έβλεπε αυτή και της γύριζε τα μούτρα απ' την άλλη ήταν καλύτερα;
- Ε, όχι, δε σ΄ηλέγω έτσι, μα κι αυτό...
-Μαμά, αυτό είπαμε κι αυτό θα γίνει! Άσε την αδερφή μου να κάμει αυτό που πρέπει μπας κι ιδούμε καμιά άσπρη μέρα, άντε! 
- Κακό να μην ηκάμετε, αυτό φοβούμαι σας είπα!
- Κανένα κακό δεν κάνουμε! Άσε τα παιδιά κι εμένα να χαρείς! Ο Βλάσης δυο-δυο πίνει τα κρασάκια απ' τη χαρά του! Να φάμε τα παγωτά μας και πάμε όλοι στο σπίτι, να του κάνουμε παρέα! Λουκάνικα θα ρίξει στο τηγάνι είπε, τα μακαρόνια του ξίνισαν...
- Δίκιο έχει ο άνθρωπος! Το κρασάκι θέλει μεζέ! Πάμε και θα σιάξει η Θοδωρούλα σαγανάκι, ε;
- Αμέ! Θα συμπληρώσουμε τσι μεζέδες! 
Έριξε από μια χαϊδευτική καρπαζιά στα δυο αδέρφια και κράτησε τα χέρια του μικρού που ήταν μες το χώμα και το σιρόπι μη λερώσει την παστρικιά, ασβεστωμένη αυλή. Όταν τον πήγε στη βρύση για πλύσιμο, είδε τις γειτόνισσες με τα μάτια στυλωμένα πάνω τους.
<<Τώρα που θ' αρχίσουν τα όργανα, να δω πού θα βρείτε τρύπα να χωθείτε κουτσομπόλες!>> 






Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Ο κόσμος καλό δε χρωστάει!


- Γεια στα χέρια σας, πολύ ωραία όλα!
- Να είσαστε καλά, ηφχαριστούμε!
- Εμείς κυρά-Ευρύκλεια σας ευχαριστούμε! Τόσες ετοιμασίες όμως να κάνετε, για ένα καφεδάκι ήρθαμε!
- Σιγά το πράμα παιδάκια μου! Ο,τι είχαμε, έτσι στα γλήγορα...
Ο Ιάκωβος πλακατζής όπως ήταν, τους πείραζε.
- Την επόμενη φορά δηλαδή που θα έρθουμε, να σας ειδοποιήσουμε για να φτιάξετε πιο πολλά, ε; Καλά που μου το είπες, κούκλα μου εσύ!
Η Ευρύκλεια ξέσπασε σε γέλια που την αποκάλεσε έτσι.
- Μπα σε καλό σου! Χα χα χα! Κούκλα μ' ηβλέπεις αφ' το κρασί;
- Όχι καλέ, με τα μάτια βλέπω, όχι με το στόμα και το λαρύγγι! Άντε βρε Χαρίση, μεγάλη η χάρη της Ευρυκλείτσας που παραλίγο θα μου έφερνε τη σκούπα στο κεφάλι και θα μ' άφηνε ξερό! Θα στα είπανε φαντάζομαι, ε;
Η Αγλαΐα του έδωσε μια με τον αγκώνα της πνιγμένη στα γέλια όπως κι οι άλλοι.
- Σους μπρε συ μη μας ακούσουνε, πιο σιγά μίλα!
- Τα έμαθα και λωλάθηκα Ιάκωβε! Τι ήτονε κι αυτό καλέ, άλλοι να μου το λέγανε δε θα τσι πίστευα! Χα χα χα!
- Εσύ τα άκουσες, για ρώτα κι εμένα τι τράβηξα με τη μάνα μου κι όλο το γυναικομάνι εδώ μέσα, ζωή να ΄χουν όλες! Σουλτάνα, Μαρίκα, Θοδωρούλα, Ευρύκλεια, Αγλαΐα, φτου μη τις ματιάσω! Και καλά, η μάνα κι η αδερφή σου δεν ήξεραν και δεν ανακατεύτηκαν εδώ που τα λέμε, αλλά τους βγήκε η ψυχή για να ντύσουν τη χαριτωμένη τη μάνα μου... Βόγκηξε το αυτοκίνητο, αν είχε χέρια θα με μούτζωνε! 
- Α! Δεν το ξέρω αυτό που λες, τα άλλα μόνο έμαθα!
Το ραδιόφωνο έπαιζε δυνατά πλέον για να καλύψει τη βροντερή φωνή του Ιάκωβου που τα είπε με το νι και με το σίγμα στο Χαρίση με το δικό του, μοναδικό τρόπο. Τα γέλια όλων έκαναν τα μάτια τους να τρέχουν ποτάμι.
- Είναι να μη σου τύχει τέτοια μάνα, δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει με δαύτη! Πώς δεν έφαγα ξύλο, τυχερός είμαι!
Η Σουλτάνα μπουκωμένη του έκανε νάζια.
- Γιατί μπρε, λίγη σε έπεσα; Στα όπα όπα δε σε μεγάλωσα; Δεν είμαι καλή μάνα εγώ; Πόσα πράματα δε σ' έπαιρνα και σε καλοτάιζα και σε φωνάζω ακόμα και τώρα να βάζεις το σακάκι σου για να μη κρυώσεις; Τι λέγεις που δεν ξεύρεις τι σε ξημερώνει με μένα;
- Όχι και να μου πέσεις λίγη... Δηλαδή να μη μου πέσεις γιατί είσαι πολύ, πάρα πολύ...
- Καλή, ε γιαβρί μου;
- Βαριά βρε μαμά, πολύ βαριά! Πόσα κιλά έφτασες, ξέρεις ή δε ζυγίστηκες γκιουζέλα μου;
- Χα χα χα! Λογαριασμό θα σε δώσω μπρε, το ψωμί σου τρώω;
- Για να πούμε την αλήθεια, μου γονάτισες τη φρατζόλα μες στον παστουρμά με τ' αυγά!
- Να σε φέρω δυο μπρε απέ το φούρνο, να βγάλω την υποχρέωση!
Η Αγλαΐα διέκοψε τα γέλια υπερασπιζόμενη την πεθερά της.
- Μη τον ακούς καλέ μαμά το γιο σου, σε πειράζει! Οι μεζέδες τραβούνε το φρέσκο ψωμάκι, άστονε!
- Σιγά μη τον ακούω! Δεν το ξεύραμε να τόνε βάλω κεχαγιά στον στόμα μου!
Με τα γέλια και τα πειράγματα πέρασαν ευχάριστα οι ώρες. 
Στο ίδιο περίπου κλίμα συνεχίστηκε η κουβέντα για το Μίλτο και τη Θοδωρούλα. Πόσο πιο απλά φαίνονταν όλα κοντά τους... 

- Αχ! Τι έχω να περάσω ακόμα μέχρι να σε παντρέψουμε βρε μικρό! Χαλάλι σου όμως, αξίζει τον κόπο! Καλή ήταν η ιδέα της μαμάς μου να έρθουμε για να δουν άλλα πρόσωπα. Μας έβαλε βέβαια να στολιστούμε για να κάνουμε εντύπωση! Σιγά μην έβαζα κουστούμι για να έρθω να σας δω!
- Χα χα χα! Πολύ πλάκα έχεις Ιάκωβε!
- Και πλάκα έχω και τη Σουλτάνα μάνα έχω, άστα να πάνε Χαρίση μου! Βρε Θοδωρούλα, άσε τα πιάτα κορίτσι μου καλό κι έλα να πούμε δυο κουβέντες. Είναι κάποια πράγματα που πρέπει να τα ξέρετε...
Κάθισε η κοπέλα δίπλα στη μαμά της και κρεμάστηκαν απ' τα χείλη του. Καταλάβαινε ότι θ' άκουγε κάτι που τις αφορούσε. 
- Ένα θα σας πω και να το ξέρετε: Ο κόσμος καλό δε χρωστάει σε κανέναν! Με τη δουλειά που κάνω, έχω μπει παντού, σε πλούσιους, σε πάρα πολύ πλούσιους, σε ανθρώπους που δεν ξέρουν από λεφτά τι έχουν και ζουν όχι σε σπίτια, σε παλάτια! Νομίζετε ότι όλη μέρα ασχολούνται μόνο με τον εαυτό τους; Λάθος! Θα φάνε, θα πιουν, θα φορτώσουν τσέπες και τσάντες πολλά χιλιάρικα να ψωνίσουν ο,τι δε θέλουν συνήθως, περιττά πράγματα, μόνο και μόνο για να μπουν στο μάτι του άλλου. Καλούν κόσμο ή πάνε εκείνοι και μετά τις χαιρετούρες πιάνουν το κουτσομπολιό. Όποια δεν είναι μπροστά, από σαράντα κύματα την περνάνε, βάζουν και μπόλικα ψέματα από πάνω. Πριν λίγο φιλάκια και χαρές και κομπλιμέντα και μόλις γυρίσει το πρόσωπο απ' την άλλη κάνουν νοήματα μεταξύ τους. Αν τύχει να πάει καμιά στην τουαλέτα, εκεί να δείτε σούσουρο και κακό! Τα τηλέφωνα χτυπάνε όλη μέρα στα σπίτια τους και γίνεται η ίδια δουλειά! Να, μια φορά με σύστησε μια αξιοπρεπέστατη κυρία που αγόρασε ένα μεγάλο διαμέρισμα σε μια άλλη που επίσης ήθελε να μετακομίσει γιατί εννοείται ότι αυτά πάνε αλυσίδα, δε μπορεί να μένει σε μεγαλύτερο η τάδε, εγώ θα πάρω με πιο πολλά δωμάτια, καταλαβαίνετε... Πήγα λοιπόν από κει, γιατί σκέφτηκε αντί ν' αλλάξει σπίτι, καλύτερα θα ήταν να έριχνε από πάνω έναν όροφο να το κάνει διπλό, με σκάλα μέσα, μεζονέτα το λένε. Όσο μετρούσα κι υπολόγιζα λοιπόν, της τηλεφώνησε κάποια κι άνοιξε ένα στόμα για την κυρία που με σύστησε, τι να σας πω! Αυτή δεν ξέρω αν κατάλαβε ότι άκουγα, αλλά ήθελα τόσο πολύ να της φέρω στο κεφάλι ένα μεγάλο βάζο που είχε στο τραπέζι! 
- Έτσι γίνηκε, με τα είχε πει ο γιος μου μια φορά!
- Να ξέρετε λοιπόν ότι οι άνθρωποι δεν είναι άγγελοι πουθενά! Και στα πλούσια και στα φτωχά, παντού όλοι είναι ίδιοι. Δεν υπάρχει γειτονιά που να μην κατηγορούν κάποιους, μη σας πω όλους πίσω απ' την πλάτη τους. Η ζωή δεν είναι μόνο μέσα στο σπίτι μας και πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για τον παλιόκοσμο. Η κουνιάδα σου με τη φαμίλια της κι εσείς που μείνατε τόσο καιρό μαζί τους κυρία Ευρύκλεια, δε μπορεί να ξέρει τι μπορεί να λένε για τα κορίτσια της παραπέρα. Ζει στην ασφάλεια των συγγενών και των φίλων απ' τα μέρη σας, έτυχε κι ο γαμπρός να βαστάει απ' τα ίδια χώματα κι όλα καλά πήγαν μέχρι τώρα. Με τα προσόντα που έχει απ' ο,τι έμαθα, παραδάκι μπόλικο βγάζει και είναι και λεβέντης, νομίζεις πως δε θα τον είχαν βάλει στο μάτι ένα σωρό κοπέλες; Σίγουρα! Αυτός όμως έτυχε ν' αγαπήσει την ανιψιά σου που τι είναι παρακαλώ;
- Τι είναι παιδάκι μου, δεν ηκατάλαβα;
- Σμυρνιά! Αυτό είναι! Βάζω στοίχημα ο,τι θέλετε, πως θα έχει βουίξει ο τόπος από τις τσαπερδόνες που τον θέλανε σαν τρελές! Κι απ' αλλού να ήτανε βέβαια η κοπέλα, πάλι θα της έσερναν ένα σωρό και θα της έβρισκαν όλα τα ελαττώματα του κόσμου, έτσι είναι αυτά! Και το χειρότερο που μπορούν να κάνουν γενικά, είναι να θίξουν την τιμή της κοπέλας, για να βγαίνουν από πάνω! 
- Καλά τα λέγει ο γαμπρός μου... Όσα δε φτάνει η αλεπού...
- Η Αγλαΐα Σμυρνιά δεν είναι; Ξέρετε πόσες τη μίσησαν γιατί διάλεξα εκείνη κι όχι κάποια άλλη; Και μούτρα της έκαναν και την καλημέρα της έκοψαν στο γραφείο, τι νομίζετε; Και δεν το λέω για να κάνω τον ωραίο γαμπρό, μια κατάσταση σας εξηγώ. 
Η γυναίκα του τον κοίταξε τρυφερά.
- Ε! Ότι ήσουν και είσαι ωραίος, αλήθεια είναι... Πώς και πώς κάνανε όλες για σένα...
- Ναι, αλλά εσύ ήσουν η τυχερή! Χα χα χα! Είναι και το άλλο, δε σας είπε η μαμά μου όταν ήρθαμε ότι μας κοιτούσαν με μισό μάτι κι εμάς;
- Ναι, ναι, μας τα έχει πει!
- Έβγαινε έξω κι άκουγε το σούσουρο κι εκείνη. Μετά της κολλήσανε μπας και πάρω καμιά απ' τις κόρες τους κι όταν τους είπε για την Αγλαΐα κατάπιαν τη γλώσσα τους. Ακόμα και τώρα που πάμε στο σπίτι της, τα μάτια τους καρφωμένα πάνω της είναι! Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να έχετε στο μυαλό σας. Αυτοί που που κατηγορούν περισσότερο απ' τους άλλους, έχουν να κρύψουν τα πιο πολλά! Κάτι κακό κάνουν τα παιδιά τους και προσπαθούν να βγουν από πάνω!
Η Θοδωρούλα που τον άκουγε μαγεμένη απ' την ευφράδεια και τις ωραίες λέξεις που χρησιμοποιούσε, τινάχτηκε απότομα σα να τη χτύπησε ρεύμα.
- Δίκιο έχεις! Κι ο αδερφός μου πάρα πολύ καλά τσι τα έσουρε μέσα στου κυρ-Φανούρη!
Ήταν η σειρά του Χαρίση να μιλήσει. Τους τα είπε λεπτομερώς κι έβγαλε το άχτι του.
- Ν' αγιάσει το στόμα σου, μπράβο! Δεν κοιτάνε τις κόρες τους να μαζέψουν, την αδελφούλα σου έχουν στο στόμα! Πήρε το μάτι μου κάτι μούτρα που μας κάρφωναν όταν ήρθαμε που δεν αξίζουν ούτε φτύσιμο, το σάλιο σου θα χαλάσεις! Λοιπόν, οι στεναχώριες τέλος, ως εδώ ήταν! Και στο μάτι θα τους μπείτε και οι χαρές του κοριτσιού γρήγορες θα είναι!
Βάλσαμο τα λόγια του στην πονεμένη ψυχή της μάνας... 
- Για να έχουμε καλό ρώτημα, σ' αρέσει ο Μίλτος Θοδωρούλα μου; 
Κατακόκκινη έγινε η κοπέλα.
- Εγώ... Δεν ξέρω...
Ο Ιάκωβος τη βούτηξε, την κάθισε στα γόνατά του σαν παιδάκι κι άρχισε το ταχτάρισμα. 
- Ωχ μωρέ το μικρό μας που δεν ξέρει! Κι άμα δε μάθει θα τον πάρει καμιά άλλη, γιατί άντρας είναι και βράζει το αίμα του! Όπα, όπα! Και τσάμπα τράβηξα τόσα με τη μαμά μου την παλαβή για το λεβέντη, τον υδραυλικό! Που μόνο το σωλήνα της δεν έφτιαξε και τον κατούρησε!
Γέλια μέχρι δακρύων ξανά.
- Θα μου πεις Θοδωρούλα γιατί πιάστηκαν τα γόνατά μου να σε παίζω;
- Ε... Η μαμά μου ο,τι πει...
- Άσε βρε τη μαμά σου, εσύ θα ζήσεις μαζί του! Πες ένα ναι ή ένα όχι να δούμε τι θα κάνουμε τελικά!
- Δεν ηξεύρω...
Η Σουλτάνα άρχισε ν' αγριεύει κωμικά. 
- Α! Για να σε πω, δε θα μας βγάλεις την ψυχή! Μίλα μπρε, άδικη ώρα να μη σ' έρτει!
- Κι άμα ειπώ ναι, τι θα γίνει δηλαδή; Αφού η μαμά του δε με θέλει...
- Άμα σε θέλει αυτός θα σε πάρει, πάει και τελείωσε! Μίλα μπρε!
- Καλός είναι, δε λέω...
- Μόνο καλός; Παιδί μάλαμα! Άιντε μπρε, ούλα θα τα σιάξουμε! 

Ο Ιάκωβος, ξύπνιος άντρας και περπατημένος, ενίσχυσε το σχέδιο της μάνας του απρόβλεπτα. 
- Το θέμα δεν είναι μόνο να τους κάνετε εντύπωση με τα τάχα προξενιά που σας φέρνουμε. Το καλύτερο είναι να πάψουν ν' ασχολούνται εντελώς με τη Θοδωρούλα! Τότε θα μπει σ' εφαρμογή αυτό που σκέφτηκε η μαμά μου!
- Τι πράμα μας λέγεις μπρε γιόκα μου και δεν καταλαβαίνουμε γρι;
- Θα σας πω. Δε λέτε πως οι περισσότερες απ' τις κόρες τους κάνουν κρυφά διάφορα και πολλές φορές οι μανάδες είναι από πίσω για να καταφέρουν τους άντρες που τους γυάλισαν;
- Ναίσκε.
- Για σκεφτείτε λοιπόν, άμα ξεσπάσει κάνα σκάνδαλο τι έχει να γίνει! Θα μοστράρουμε τους καλούς γαμπρούς, θα πέσουν πάνω τους σαν τις λυσσασμένες αυτές που κάνουν τις τσαχπινιές κι η άλλη που το σκάει απ' το παράθυρο και θα βουίξει όχι μόνο η γειτονιά, αλλά όλη η περιοχή! Εκεί να δείτε!
- Α! Και πώς θα γίνουν αυτά;
- Με αρχηγό τη γειτόνισσα που σας άνοιξε τα μάτια και που τα έχει καλά με όλους! Εκτός απ' αυτά που θα πει περί καλού κόσμου και προξενιών, τους κοπανάει και κάμποσους ελεύθερους φίλους μας που ψάχνουν για νύφη...
- Μπρε γιόκα μου, ούλα καλά τα λέγεις όπως τα είχα σκεφτεί, αμά πού θα βρούμε τοις άντριδοι για τα σκάνταλα;
- Έλα τώρα καλέ μαμά κι εσύ! Τους δυο τους ξέρεις, που κάνανε εκείνες τις πλάκες και λύθηκε ο αφαλός σου όπως μας φώναζες!
- Ναι για, τοις θυμάμαι! Λες να δεχτούνε πασά μου;
- Ψοφάνε για κάτι τέτοια τα ρεμάλια! Χα χα χα! 
Μέχρι αργά τη νύχτα έκαναν σχέδια και πλάνα. Περασμένα μεσάνυχτα πια, καληνύχτισαν με φιλιά κι αγκαλιές. 

Η μάνα του Μίλτου συγχυσμένη, σέρβιρε τον καφέ στα δυο φλιτζανάκια.  
- Ακούς εσύ πράματα; Ακούω να λες!
Η αδερφή της αναστέναξε.
- Δε λέω, άντρας είναι, θα μπει και θα βγει, θα γλεντήσει, θα πάει και με καμιά... Αλλά να με βρει τέτοιο πράμα, δεν το περίμενα! Ένα κουβάρι έμεινε όλη νύχτα και παραμίλαγε σου λέω! Πώς βρέθηκε μπρουμουτισμένος στην πόρτα τύφλα στο μεθύσι; Βρομοκόπαγε οινόπνεμα και κάτουρο! Έλα όμως που δεν τα 'κανε πάνω του κι ήτανε η μπόχα στην πλάτη και τα μανίκια! Πού στα κομμάτια κυλίστηκε; Στο μαγαζί του γιου σου πήγε να σταθεί να τον εξυπερετήσει κι από κει πού βρέθηκε, ε; 
- Τι να σου πω, δεν ξέρω βρε αδερφή... Απ' τη μέρα που μου το 'πες σπάει κι ο γιος μου το κεφάλι του αλλά δε μπορεί να καταλάβει... Εκατό φορές τον ρώτησε τι έγινε και λέξη δεν του πήρε... 
- Μωρ' σε δουλεύει μια χαρά! Κι εμένα δηλαδή που πήγα και τον βρήκα! Όλο δεν ξέρω θεία και δεν ξέρω θεία! Ξεράδια του! 
- Ε, δε νομίζω...
- Κοιμάσαι όρθια, άκου δε νομίζεις! Τα μπλεξίματα φέρνουνε κακά τέλη κι αυτό φοβάμαι! Είδα κι έπαθα να τόνε κάνω καλά που έγινε ρεζίλι των σκυλιών με τους καβγάδες για τη σουρλουλού της Ευρύκλειας! Τόσες κοπέλες της προκοπής ξεροσταλιάζουνε για χάρη του και να πέσει με τα μούτρα κι αυτός στη Σμυρνιά; Αυτό μας έλειπε! Κακό χρόνο και μαύρο να 'χει, τη γειτονιά μας άνω κάτω την έκανε! Πού ακούστηκε καλέ να σκοτώνονται οι φίλοι που μεγαλώσανε μαζί απ' τις φασκιές και να πιάνονται στα χέρια; Βγαίνει αυτή όξω και τους τρέχουνε τα σάλια...
- Η αλήθεια είναι όμως ότι δεν έδωσε δικαιώματα στα φανερά, με τα μάτια κάτω είναι... 
- Καλά λένε τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι! Όλο πλυσίματα, αρώματα και λούσα είναι τρομάρα της! Είδες εσύ καμιά άλλη να τα κάνει αυτά; Αλλά σου λέει, ας είμαι εγώ αλλιώτικη να ξεχωρίζω, να βουτήξω τον καλύτερο! Κι οι άντρες μάτια έχουνε και βλέπουνε, κακά τα ψέματα... 
- Μπορεί να είναι καλή κοπέλα όμως και...
- Δε με παρατάς κι εσύ; Για να στην έφερνε ο γιος σου και θα σου ΄λεγα! Αλλά βέβαια, εσύ έχεις δεμένο το γάιδαρό σου! Βρήκε ο κανακάρης σου ένα κορίτσι καθώς πρέπει, προικισμένη με σπίτι δικό της κι έχεις το κεφάλι σου ήσυχο! 
- Βρε συ, κόρτε της κάνει ακόμα, δεν την έφερε για νύφη!
- Από ώρα σε ώρα θα στη φέρει, έννοια σου!
- Ε... Άμα είναι το τυχερό του, μακάρι, τι να πω... Σάμπως κι η κάθε μάνα δε θέλει το καλύτερο για το παιδί της;
- Αυτό λέω κι εγώ, το καλύτερο! Κι εμείς γιατί αγωνιστήκαμε τόσα χρόνια και παλεύουμε να κάνει και μαγαζί δικό του, να φτιάξει οικογένεια και να καλοπερνάει, για να πέσει στη χειρότερη; Να βρει μια καλή κοπέλα, να 'χει και κάνα σπιτάκι να βάλουνε το κεφάλι τους, όχι καμιά που να την κουβεντιάζει όλος ο κόσμος, να μην έχει δεύτερο βρακί και να περιμένει το γιο μου να την κάνει κυρία!
- Εσύ καλά τα λες, αλλά τα παιδιά κάνουνε τα δικά τους... 
- Γι αυτό είμαστε οι γονείς, να προλαβαίνουμε τις κουτουράδες τους!
- Αναλόγως... Για σκέψου πόσοι πήρανε φτωχές γυναίκες και κάνανε μια χαρά οικογένειες... Καλό είναι βέβαια να έχει κι η νύφη το κατιτί της αλλά δεν τα βρίσκουμε πάντα όπως τα θέλουμε... Καλές και τίμιες να είναι, αυτό να λέμε... Και να σου πω, του δικού μου του γυάλισε κοπέλα που έχει και σπίτι, αυτό όμως έτσι έτυχε. Μπορεί να ήτανε καμιά άλλη που δεν είχε στον ήλιο μοίρα, τι θα έκανα άμα την ήθελε καλά και σώνει; Δεν πα να μαδιόμουν και να χτύπαγα το κεφάλι μου, τι θα κατάφερνα;
- Κοίτα τι μου λες τώρα! Ξεχνάς την κουνιάδα σου που μπήκε στη μέση και τα χάλασε τότε που ο γιος της είχε παλαβώσει με μια που δεν του ταίριαζε; Ή δεν έκανε μετά καλό γάμο μ' αυτή που του προξενέψανε; Και μικρή και καλή και σπίτι εδώ και στο χωριό της και τόσες ρίζες ελιές παρακαλώ! Άσχημα του έπεσε;
- Ε, όχι, δεν του έπεσε άσχημα βέβαια... Αλλά εδώ που τα λέμε, είναι ένα βόδι και μισό. Χρυσό τον κάνανε τον ανιψιό μου να την πάρει, του κόσμου τα λεφτά κι από πάνω! Καλή κοπέλα, δε λέω, όμως δεν έχει βρε παιδάκι μου και κάτι να σε τραβήξει... Στολίστηκε τότε που κάνανε τη γνωριμία, μαλλιά, ρούχα, όλα στην πένα. Τη θυμάσαι στο γάμο, ε;
- Πώς δεν τη θυμάμαι! Τι βόδι μου λες μωρέ, μια χαρά την είδα! Σοβαρή, μετρημένη, λίγα λόγια...
- Αυτά τα λίγα λόγια αδερφούλα μου... Ζήτημα είναι ν' αλλάξει πέντε κουβέντες με άνθρωπο, άκου που σου λέω... Μπορεί να της λες ας πούμε κάτι κι αυτή ή να κουνήσει το κεφάλι της ή να πει ένα "ααααα..." κι αυτό είναι όλο... Σάμπως να χαζοφέρνει, τι να σου πω... Στην κουνιάδα μου όσες φορές είμαστε κι ήταν κι αυτή, σαν τη γριά ντυμένη, με μια φούστα και μια μπλούζα σκέτη, τα μαλλιά της πιασμένα πίσω... Πού τα βάζει τόσα λεφτά τρομάρα της; Χαθήκανε τα ωραία ρούχα και τα στολίδια, να καμαρώσει κι ο άντρας της τη γυναίκα του; Ίδια η μάνα της είναι, χωριάτα! Και καλά, μεγάλη γυναίκα είναι, στα χωράφια δουλεύει όλη τη μέρα, τα ζώα κοιτάει, πού μυαλό για ντυσίματα; Και στους αρραβώνες και στο γάμο, σαν ξένα ήτανε πάνω της τα φορέματα, αμάθητη βλέπεις. Αλλά η κόρη που ζει εδώ, έτσι έπρεπε να είναι; Μεταξύ μας, αν ήτανε δικιά μου νύφη, θα ντρεπόμουν να την παρουσιάσω...
- Η κουνιάδα σου τι λέει;
- Ε, τι να πει; Ότι είναι απλή κοπέλα και δεν της αρέσουνε τα πολλά πολλά κι έχει το νου της μόνο στον άντρα και το παιδί της. Όλο μοστράρει την προίκα της και καμαρώνει σαν το γύφτικο σκεπάρνι! Κι όσο που δε μιλάει πολύ, τυχερός είναι λέει ο γιος της που δεν του έτυχε καμιά γλωσσού! Χα χα χα!
- Κι ο ανιψιός σου;
- Μμμμ... Μια χαρά βολεύτηκε αυτός! Ο,τι ώρα θέλει μπαίνει, ο,τι ώρα θέλει βγαίνει, χαρτιά και τάβλι στο καφενείο, αυτή όλο ναι λέει σε όλα! Είπαμε, καλά είναι και τα λεφτά και τα χωράφια και τα σπίτια, αλλά να είναι και ζωντανός ο άνθρωπος, όχι κι έτσι! 
- Βέβαια... Καλά κι αυτή, ντιπ μυαλό δεν έχει; 
- Μπα! Γι αυτό σου λέω, βόδι!
- Θα βρει καμιά φιλενάδα ο άντρας της έτσι που πάει και θα βαράει το κεφάλι της στον τοίχο μετά! 
- Καλά τα λες! Φιρί φιρί το πάει...
- Πόσες καπάτσες κυκλοφορούνε και μόλις τους κουνήσουν το δάχτυλο πάνε μαζί τους και δε λογαριάζουνε τίποτα! 
- Γι αυτό πρέπει να είναι ξύπνια η γυναίκα! Καλά τα σπίτια, τα χωράφια, τα λεφτά κι οι πίτες που ζυμώνει όλη την ώρα με τόσα που της στέλνουν οι γονείς της απ' το χωριό, αλλά οι ξερές προίκες και τα ζυμάρια δε φτάνουν! Κοπέλα πράμα και να είναι σαν το φυτό στη γλάστρα; Θα μου πεις τώρα, ότι το φυτό έχει και μια χάρη, αυτή τι έχει τρομάρα της; 
- Τι να πω, άμα δεν είναι σε θέση να κρατήσει τον άντρα της... Κι ένα καφέ να πιούνε μαζί και να μιλήσουνε σαν όλα τ' αντρόγυνα του κόσμου, να ντυθεί και πιο καλά με τόσα που έχει, να μη τη βαριέται κι ο άλλος...
- Κατάλαβες τώρα γιατί όλοι κάνουνε έτσι για τη Θοδώρα της Ευρύκλειας; 
- Μη μου τη μελετάς και μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι!
- Κουβέντα κάνουμε μωρέ, αμάν πια κι εσύ αμέσως! Εκεί θέλω να καταλήξω, στην εξυπνάδααα! Θυμάσαι την Ευρύκλεια πριν πεθάνει ο άντρας της;
- Καλέ πώς δεν τη θυμάμαι τη γυναίκα τόσα χρόνια εδώ!
- Ε! Στον ήλιο μοίρα μπορεί να μην είχανε, όμως ήτανε πάντα στην πένα φτιαγμένη! Φτωχικά, αλλά με προσοχή το κάθε πράμα! Και τα χρυσά της και τα μαλλιά της και όλα της! Πώς την κοιτάζανε όλοι που ξεχώριζε; Πολύ καθαρή, όχι ότι εμείς είμαστε τίποτα βρομιάρες βέβαια, αλλά σε τέτοιο βαθμό καμιά μας εδώ που τα λέμε... Κι η κόρη της δε θα έμοιαζε στη μάνα; Και τα σόγια του άντρα της που εδώ ερχόντουσαν μια ζωή, πίσω πηγαίνανε; 
- Ίδια φάρα δεν είναι; Σμυρνιές! 
- Μαθημένες έτσι είναι! Δε μου λες, πόσα χρόνια έχει χήρα η Ευρύκλεια; Πολλά! Μαύρα που φοράει χωρίς άλλα πάνω της, γιατί η αλήθεια είναι ότι πολύ τον τιμάει το συχωρεμένο, μια φορά λερωμένη δε θα τη δεις! Μήτε άσπρη τρίχα στο γιακά της ρόμπας της δεν έχει που κάνει τη λάτρα της! Από πίσω στέκεται η κόρη, μπας και δει ψεγάδι! Και τα μαλλάκια της φτιαγμένα όμορφα τα έχει, λάμπει ολόκληρη! Ο άντρας της πάντα με γραβάτα και σακάκι ήτανε το χειμώνα και το καλοκαίρι πια φόραγε μπλούζες κοντομάνικες. Τις Κυριακές όμως στην εκκλησία κουστουμαρισμένος! Άστραφτε ολόκληρος κι αυτός!
- Πώς, όλα τα θυμάμαι... Καλός άνθρωπος κι αυτός κι η γυναίκα του, δε μπορώ να πω...
- Είδες που στα λέω; Έχουνε μέσα τους βρε παιδί μου ένα πράμα αλλόκοτο... Ψοφάνε στις δουλειές, αλλά όποια ώρα και να τις δεις είναι φτιαγμένες!
- Μμμμ... Χαρά στα κέφια τους... 
- Άμα σου πω τώρα κάτι... Πολλές φορές τις ζήλεψα λιγάκι... 
- Α, να χαθείς κι εσύ, με συγχύζεις! 
- Μην αρπάζεσαι μωρ' συ! Άμα λέω τις ζήλεψα, για το κέφι τους να είναι πάντα έτσι λέω!
- Άμα έχουνε αυτές το χαβά τους, να μη σε νοιάζει εσένα! Αυτό μας έλειπε, να σηκώνεσαι απ' τις εφτά και να στολίζεσαι για να φέρεις το σπίτι βόλτα, να σε κοιτάει ο κόσμος και να γελάει! Γιατί όποιες τα κάνουνε αυτά, φίλο ψάχνουνε, ακούς;
- Άσε μας κι εσύ τώρα! Η Ευρύκλεια δηλαδή φίλο έψαχνε;
- Ε, δε λέω για τη γυναίκα τέτοιο πράμα, προς Θεού!
- Αδελφούλα, άλλα σου λέω κι άλλα καταλαβαίνεις...
- Μια χαρά καταλαβαίνω! Νοικοκυρεμένη δεν είσαι, καλή οικογένεια δεν έχεις;
- Κι εσύ το ίδιο. Απλώς έλεγα ότι...
- Να μη λες! Αυτή τη φάρα, ούτε να την ακούω δε θέλω, όχι να ζηλέψουμε κι από πάνω! Τσάμπα κουβεντιάζουνε την προκομμένη την κόρη της; Με τα τούτα και τα κείνα που λες, σηκώνεται η γειτονιά στο πόδι! Κι αν θες να ξέρεις, καλύτερα η κουνιάδα σου που έκανε νύφη βόδι όπως λες, παρά να είχε κακό όνομα! 
- Αν είχε προίκα όμως...
- Και λίρες να κατούραγε που λέει ο λόγος, μακριά από μας! 

<<Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μη λες>> σκέφτηκε η αδερφή της που καταλάβαινε ότι ο Μίλτος δεν είχε μάτια για άλλη. Ευτυχώς που ο δικός της γιος δεν πρόλαβε να σηκώσει τα μάτια του πάνω της, λόγω του ερωτευμένου εξαδέλφου του και τη γλίτωσαν...