.

.
.

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020

Ο Γάμος



- Για πότε τση κόπηκε ο αέρας όμως, ε;
- Χα χα χα! Μας είδε oύλους εδώ και σε λέει πού να τα βγάλω πέρα; Κι άμα την άρχεψα με το γιο της που δεν κάμει για τη Θοδωρούλα, είδατε πώς γίνηκε; Ήξευρα πού να τη χτυπήσω μπρε! 
- Μα και το άλλο, να τσ΄ειπείς που δεν ηξεύρουμε άμα τόνε θέλει η κόρη μου; Πώς και σ' ήρτε καλέ Σουλτάνα; 
- Πάει μαζί με το άλλο, ότι την πέφτει λίγος! Χα χα χα! 
- Με λωλάνατε την έρμη! Μια την ήκλεψε, μια ο γαμπρός τση κουνιάδας μου τσ' ήχωσε στ' αυτοκίνητο, μια υπήγαν στο σπίτι τως... Οπίσω αφ' τσι πλάτες μου πότε τα κανονίσατε; Ούλοι στο κόλπο κι εγώ να μην έχω χαμπάρι...
- Μα θα μας σταμάταγες Ευρύκλεια, γι αυτό δε σε μιλήσαμε. 
- Αυτό θα ήκαμα βέβαια!
- Το λέγεις και μόνη σου! Σους τώρα κι άμε φέρε κομματάκι νερό να χαρείς, που στέγνωσα. 
- Αμέσως! 
- Άλλα τόσα να έλεγε ο στόμας μου και δε θα έμενε μήτε σάλιο... Σάματις αργήσανε, για με φαίνεται συμπεθέρα;
- Ε, θα τσ' ηλέγει τα νέα... 
- Μπράβο Ευρυκλάκι μου! Άιντε στην υγειά των παιδιών και γλήγορα τα στέφανα! 
- Αμήν! Πολύ σας ευχαριστώ για ούλα, δεν έχω λόγια πια... 
Η κομπανία έφτασε κι ο Ιάκωβος τραβολογούσε το χέρι της Θοδωρούλας για να τους δείξει το χρυσό δαχτυλίδι. 
- Ορίστε, επίσημα πράγματα! Τα παιδιά είναι πλέον αρραβωνιασμένα!
Τους φίλησαν με τη σειρά και το σπίτι γέμισε ευχές και γέλια. 
- Οι γονείς μου;
- Φύγανε αγόρι μου, καταλαβαίνεις... 
- Ναι, βέβαια, απλά περίμενα να τους βρω εδώ και...
- Ίσαμε να το χωνέψουνε και να τα μιλήσουνε, θέλει κάμποσο. Φαντάσου ότι ήρταν να τα χαλάσουνε ούλα, η μαμά σου δηλαδή γιατί ο μπαμπάς σου δεν είχε πρόβλημα και γυρίσανε τα πάνω κάτω. 
- Ναι, μου τα είπε ο γιος σας.
- Όλα τους τα είπα μαμά, όλα! Γελάσαμε τόσο που η κυρά-Νικούλα παραλίγο να κατουρηθεί, ίσα που πρόλαβε! 
- Καλά...
- Σου θυμίζει κάτι αυτό; 
- Σους! 
- Έλα, πες μου!
- Σους είπα! 
Ο Ιάκωβος με τις γυναίκες και το Χαρίση έπεσαν κάτω από τα γέλια κι ο Μίλτος κοιτούσε απορημένος. 
- Τίποτα, κάτι δικά τους απ' την Πόλη λένε. είπε δειλά η Θοδωρούλα προσπαθώντας να κρύψει τα γέλια που δεν σταμάταγαν. 
- Καλά, εσείς ξέρετε. Τι να κάνω τώρα, να πάω στο σπίτι που δε θέλω;
- Να πας παιδάκι μου, μην ειπούνε οι γονιοί σου ότι σε βαστήξαμε εδώ, σώγαμπρο... Πέστε τα ήσυχα κι ο,τι σε ορμήνεψε ο Ιάκωβος. Το "ναι" δεν το είπανε, έτσι έμεικε το πράμα... 
- Θα πρέπει να έρθετε επίσημα να τη ζητήσετε όπως πρέπει. Δε μου λες, κουμπάρο έχετε ή να ετοιμάζομαι, αν με θέλετε φυσικά; 
- Αυτό δεν το σκεφτήκαμε καθόλου. Σε θέλουμε πολύ, ε Θοδωρούλα;
- Αλίμονο, καλύτερο δε θα βρίσκαμε! Ευχαριστούμε για όλα! 
Χειροκρότησαν όλοι κι ήπιαν στην υγειά των μελλονύμφων και του λεβέντη κουμπάρου.
Η Σουλτάνα τους έκλεισε το μάτι.
- Αυτό κι αν μας ήρτε κουτί! 

Ο Μίλτος ήπιε τον πρωινό του καφέ προσπαθώντας να ξυπνήσει καλά για να πάει στη δουλειά του.
Μέχρι τις τέσσερις συζητούσαν οι τρεις τους και για πρώτη φορά η μάνα του ανέφερε το όνομά της χωρίς να την αποκαλεί με τα γνωστά, κοσμητικά επίθετα που συνήθιζε. Όταν της είπε για την πρόταση του Ιάκωβου, το πρόσωπό της έλαμψε από χαρά. 
- Άμα σας παντρέψει κιόλας, πιο πολύ θα σε προσέξει, πλούσιο θα σε κάνει και θα σε δείχνουν όλοι!
- Βρε γυναίκα, περίμενες τέτοια μεγαλεία για το γιο μας; Πολιτικός Μηχανικός ο κουμπάρος μας! Μορφωμένος, εύπορος, ωραίος άθρωπος! Θα σκάσουν όλοι απ' τη ζήλια τους άμα τα μάθουνε! Μπράβο παιδί μου, με το καλό!
- Ευχαριστώ. Τώρα τι πρέπει να κάνουμε;
- Θα πάμε στο σπίτι τους να τη ζητήσουμε επίσημα. Θα την ασημώσουμε και θα ετοιμαστούμε σιγά σιγά. 
- Εγώ ήθελα να τελειώνουμε γρήγορα, αλλά ο αδερφός της όμως θα φύγει για να...
- Μας τα είπε ο κουμπάρος, να της φέρει κι άλλα προικιά λέει. Σπιτάκι μπορεί να μην έχουνε αλλά η μαμά της έχει το μπαούλο φορτωμένο, τα μάθαμε από τη θεία σου που άκουσε την Αστερόπη. Και να μη της φέρει άλλα κανένα πρόβλημα, αλλά θα θέλουνε να φτιαχτούνε για το γάμο, νοικοκυρεμένη οικογένεια είναι. Και να ντυθούνε και να της πάρουνε κάνα επιπλάκι... Η κρεβατοκάμαρα είναι δικιά μας, του γαμπρού. Δείτε το σπίτι και να βοηθήσουμε σε ο,τι χρειάζεται, τα είπαμε με τη μαμά σου. 
- Ναι μπαμπά, αυτό σκεφτόμουν κι εγώ. 
Η μάνα με γυρισμένη την πλάτη στράβωσε τα μούτρα αλλά δεν είπε τίποτα. Ποια πεθερά δεν ήθελε νύφη με σπίτι προίκα άλλωστε; 
Περίμενε με φοβερή ανυπομονησία την αδερφή της, να της πει τα γεγονότα, να βγάλει το άχτι της. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα κι ένιωθε σα να ήταν παγιδευμένη. 
<<Πώς καταπίνεται όλο αυτό; Απ τη μια θέλω να του σπάσω το κεφάλι για τις παλαβομάρες που έκανε και γίναμε ρεζίλι κι απ' την άλλη ανοίγει η τύχη του με τον κουμπάρο... Μήπως τελικά ήταν για καλό του, αλλιώς πώς θα κάναμε τέτοια γνωριμία, να φτιάξει το μέλλον του; Βρε μπας κι έκανα λάθος;>> 

- Θα με τρελάνεις βρε αδερφή, πότε έγιναν όλα αυτά;  
- Εμείς καφέ πίναμε κι ο ανιψιός σου τα κανόνιζε! Τα μούτρα μας δεν ξέρουμε πού να κρύψουμε, να καλέσει όλο τον κόσμο στο γάμο του προκαταβολικά και να εύχονται στον άντρα μου που δεν είχε ιδέα; Κι από πάνω να πει ότι δεν τόνε δέχεται για γαμπρό η Ευρύκλεια κι εγώ εκείνη για νύφη;
- Δίκιο έχετε βέβαια, αλλά είχε απελπιστεί κι αυτός... Σου λέει θα την πάρω θέλετε δε θέλετε...
- Θηλιά! Ας μην έλεγε τίποτα σε κανένα, ανάγκη ήτανε; 
- Αυτό τώρα πάει, πέρασε! Πες μου πώς τα είδες από κοντά!
- Να σου πω την αμαρτία μου, δεν είναι όπως τα φανταζόμουν... Πήγα έτσι όπως σου είπα κι ήμουν έτοιμη να γκρεμίσω το σπίτι τους μ' αυτές μαζί! Μούνταρα τη μάνα  στις κουβέντες κι είχα κι όλα τα δίκια αλλά η Ευρύκλεια μίλησε με μεγάλη αξιοπρέπεια, άσε που είδα και τους άλλους κι ένιωσα άσχημα. Τι άνθρωποι, τι χαρακτήρες, πάρα πολύ ανώτεροι! Άμα τις άκουγα να λένε ότι δεν της κάνει το παιδί μου, τι να σου πω, να φάω σίδερα! 
- Βρε δεν ήθελαν να πουν αυτό απ' ο,τι κατάλαβα, που δεν την ήθελες κι αυτά... 
- Και για τη δουλειά του σου είπα, ότι και καλά θα κυνηγάει με το τουφέκι κάνα μερεμέτι! 
- Είδες όμως τελικά τύχη που είχε; Δεν την ήθελες και την ξόρκιζες κι εδώ ανοίγεται δρόμος που ούτε στα όνειρά σας... 
- Η αλήθεια το σκέφτομαι πολύ αυτό κι όταν μαζεύτηκε πια και μου είπε ότι ο Ιάκωβος ζήτησε να τους παντρέψει, χάρηκα πολύ.
- Μωρέ τούμπες να κάνεις! Αν δεν ήτανε ο γιος σου σ' άλλον θα άνοιγε η τύχη! Να η Θοδωρούλα τέτοια κουμπαριά, κανείς δεν το περίμενε!  
Όσο τ' άκουγε η μάνα η ιδέα της καλάρεσε ακόμα πιο πολύ.
- Ποιος θα τ' ακούσει και δε θα μείνει με το στόμα ανοιχτό; Μπράβο, με το καλό! Κι εσείς ο,τι μπορείτε να κάνετε, αμαρτία είναι...
- Ε! Θα δούμε το σπίτι πρώτα για να πάρουμε την κρεβατοκάμαρα όπως είναι το πρέπον, ο γαμπρός σου ξεσηκώθηκε και θα του δώσει τα λεφτά που είχαμε στην άκρη για το μαγαζί κι ας πορευτούνε.
- Έλα τώρα κι εσύ που θα κάνεις τσιγκουνιές! Ένα παιδί το έχεις και τόνε περιμένει τέτοια ζωή, να σταθείτε και με το παραπάνω! Θα δείτε και τι σκοπό έχει η μάνα της, πώς τα σκέφτεται, μα και τι να σου κάνει φτωχιά γυναίκα; Κείνο το αγόρι της βγήκε στη θάλασσα το κακόμοιρο από μια σταλιά κι έχει το νου του και στην αδερφή του να της πάρει το ένα και το άλλο... Άστα πίσω όλα, σε καλό βγήκε! 

Ευρύκλεια, Θοδωρούλα και Χαρίσης δε μπορούσαν να σηκώσουν τα μάτια τους από τον εξαιρετικό ρουχισμό. Με τις φασαρίες και την τόση στεναχώρια ποιος είχε νου και κέφι ν' ανοίξει τις τσάντες που έφεραν οι συμπεθέρες; Η Μαρίκα εκτός από τα αριστουργήματα με το βελονάκι που έφταναν να στολίσει ακόμα και την εξώπορτα η Θοδωρούλα. είχε αγοράσει ύφασμα, το έδωσε σε μια φίλη που είχε ραπτομηχανή και της έφτιαξε κάποια σετ σεντονιών με ύφασμα σατέν στα τελειώματα κι όταν τα παρέλαβε τα στόλισε με πλεκτή δαντέλα από πάνω. Ήδη είχε ξεκινήσει και την κουβέρτα που θα έκανε ασορτί τελείωμα. Μερακλού σε όλα της! 
Η Σουλτάνα ανέλαβε τη νυφική ρόμπα με το νυχτικό και τα πασούμια. Της έδωσαν παράδες ο γιος κι η νύφη της για να μη ξοδευτεί πολύ, να ναι καλά! Θα της έπαιρνε κι ένα ωραίο βάζο που είδε όταν πήγε να κοιτάξει για τα πιάτα. Απαλά λουλουδάκια τα στόλιζαν,  θα τα έπαιρνε με τη σαλατιέρα και μια πιατέλα για τους μεζέδες.   
- Ένα πράμα σκέπτουμαι... Άμα καλέσει τσι γειτόνισσες στο γάμο με τσι κόρες τους βέβαια, θα ιδούν τσι φίλοι του κουμπάρου που κάμνανε τσι γαμπροί... 
- Α! Συμπεθέρα μου, δίκιο έχεις, δεν πήγε ο νους μου για!
- Και πώς θα γένει;
- Να τη μιλήσουμε, να διούμε τι σκοπό έχουνε... 
Ο Χαρίσης αν και μικρότερος, ήταν αποφασισμένος! 
-  Σιγά μη τσι θέλουμε! Τόσα ήκαμαν τσ' αδερφής μου, θα τσι καλέσουμε κιόλας; Κουφέτα ας δώκει η μάνα μου και πολλά τους είναι! Αν κι απ' την άλλη, πολύ θα ήθελα να ιδώ πού θα βάζανε τα μούτρα τους ούλες άμα τσ' ηβλέπανε! 
Η Ευρύκλεια κάθισε στο σκαμνάκι και σταύρωσε τα χέρια σκεπτική. Η Σουλτάνα της χάιδεψε τον ώμο.
- Καλά λέγει το παιδί κοκόνα μου... Οξών κι άμα αφήκεις το κορίτσι σου να το ματιάξουνε και να το φάνε απέ τη ζούλια τους! Γιατί να σε πω, αυτό είναι που φοβούμαι πιο πολύ με δαύτες... Κι ας μη περιμένουμε καλά και σώνει να έρτει το καλοκαίρι, καλύτερα πιο γλήγορα, μη και κάμουνε τίποτις, δεν ηξεύρεις... 
-Σαν τι να κάμουν;
-Ε! Πολλά γένουνται... Άσε που δεν κρατιέται κι ο γαμπρός... χα χα χα!
- Τα φιτίλια αφ' τσι λαμπάδες να προσέξεις, στα χέρια σου να τα πιάσεις μόλις τα κόψουνε!
- Αυτό ναι, το ηξεύρουμε μια ζωή, τση μάνας τα δίνουνε! Για να ιδούμε στο άλλο τι θα πούνε κι οι γονιοί του... 



Το συμπεθεριό με το γαμπρό χτύπησαν την πόρτα φορτωμένοι λουλούδια και γλυκά, λίγες μέρες αργότερα. 
Τόσες, όσες χρειάστηκε η μητέρα του για να βγει στις αγορές, να κοιτάξει στα κοσμηματοπωλεία το "καπάρο" για τη νύφη και να διαλέξει ο Μίλτος το δαχτυλίδι. Ένα βαρύ μενταγιόν με την εικόνα της Βρεφοκρατούσας κρεμασμένο σε χοντρή αλυσίδα, περάστηκε στο λαιμό της Θοδωρούλας κι ένα μεγάλο σμαράγδι στόλισε το δάχτυλο του αριστερού της χεριού. Ο μπαμπάς του έκανε την έκπληξη με ασορτί σκουλαρίκια που αγόρασε κρυφά με το γιο του. 
Συγκινημένη η Ευρύκλεια, δώρισε στο γαμπρό το σκούρο δαχτυλίδι του συζύγου της και την περίτεχνη καρφίτσα για τη γραβάτα. Καλά κι ακριβά, φτιαγμένα από τεχνίτες της Σμύρνης. Το ρολόι και την ταυτότητά του, τα είχε δωρίσει στο Χαρίση, ενθύμιο του πατέρα του. 
Ο γάμος ορίστηκε στις αρχές του νέου χρόνου, γιατί ο μικρός θα έφευγε. Δήλωσε ο γαμπρός ότι δεν του άρεσαν οι μακροχρόνιοι αρραβώνες, αφού με τον τρόπο του τον είχε πείσει ο Ιάκωβος. Στη μητέρα του είπε ότι βιαζόταν για να τακτοποιηθεί στη δουλειά του κουμπάρου που θα τον απασχολούσε αρκετές ώρες και δε θα είχε χρόνο για γαμήλιες προετοιμασίες. Όλα έγιναν καταπώς τα υπολόγισε η ξύπνια και προνοητική Σουλτάνα!  
Το διαμέρισμα ετοιμάστηκε, διάλεξαν τα χρώματα που θα βαφόταν και παραδόθηκε αστραφτερό στην ώρα του.
Θυσίες έκανε η πεθερά που είχαν "υποτιμήσει" το γιο της! Και κρεβατοκάμαρα και σαλόνι και ηλεκτρικές συσκευές, ψυγείο και κουζίνα, που πολύ λίγα σπίτια είχαν τότε.  Ο κουμπάρος τους δώρισε πλυντήριο κι η σκάφη έγινε παρελθόν. Ο πεθερός κρυφά πάντα απ' τη γυναίκα του, συμπλήρωσε κάμποσες χιλιάδες για την τραπεζαρία, το μπουφέ, τη βιτρίνα, που αγόρασε αφήνοντας λίγες δόσεις ο γιος του, αλλά στη μητέρα του είπε ότι τα πήρε η Ευρύκλεια που κάτι είχε στην άκρη, χρεώθηκε κιόλας για να παντρέψει την κόρη της. 
Η ντουλάπα και τα συρτάρια γέμισαν με τα προικιά της νύφης. Δαντέλες και μεταξωτά, κουβέρτες και σεντόνια. Η πεθερά συμπλήρωσε αρκετά, μπήκε και βγήκε στα καλύτερα μαγαζιά διαλέγοντας με προσοχή ο,τι πιο φίνο είχαν, μαζί και κάποια αχρησιμοποίητα  απ' την δική της προίκα φτιαγμένα με περισσή τέχνη απ' τη χρυσοχέρα γιαγιά της κι όσα κέντησε κι έπλεξε τα τελευταία χρόνια για τη μέλλουσα νύφη της. Νοικοκυρά γυναίκα, έτσι θα έδινε το μοναχογιό της; 
Τα χειροποίητα της Μαρίκας, ήταν καταπληκτικά! Η νυφική στρώση έπεφτε πλούσια στο γύρω του κρεβατιού που έραναν με άσπρα ροδοπέταλα και ρύζι για να έχει το ζευγάρι "Βίον Ανθόσπαρτο" και να "Ριζώσει".  Η Θοδωρούλα καμάρωνε με τα καινούργια ρούχα και παπούτσια που της είχε πάρει η πεθερά κι είχε δώσει εντολή να γυρίσουν όλα τα μαγαζιά με τα νυφικά και να διαλέξουν το καλύτερο. 
Δώρισε στη ζαλισμένη από ευτυχία κοπέλα έναν ωραιότατο σταυρό να τον φορέσει στην εκκλησία. Μετά από πολλή σκέψη, αποφάσισαν να μη βγει από το φτωχικό της μάνας της νύφη, μη τυχόν τους εμποδίσει ο άσχημος καιρός που ήταν απρόβλεπτος κι  επειδή η εκκλησία έπεφτε μακριά, κοντά στο καινούργιο σπίτι που θα πήγαινε μελλοντικά η Ευρύκλεια με το Χαρίση. Βέβαια, ο πραγματικός λόγος ήταν ο φόβος του φθόνου και η αποφυγή του καλέσματος. Στα πεθερικά εννοείται, δεν έδωσαν δικαίωμα, ήταν ένα απ' τα μυστικά τους κι αυτό. 
Ο Ασημάκης και η Νικούλα, στάθηκαν πολύ στην ανιψιά τους και στόλισαν το σπίτι τους για να τη βγάλουν νύφη. Είχε προηγηθεί ο γάμος της κόρης τους κι ήταν φρεσκοβαμμένο και πεντακάθαρο. 

Στα μέσα Ιανουαρίου του χίλια εννιακόσια εξήντα ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου μέσα στη στολισμένη από λουλούδια λαμπερή και μεγάλη εκκλησία. 
Ο Ιάκωβος τους άλλαξε τις βέρες και τα στέφανα ψιθυρίζοντας αστεία κι οι μάνες δεξιά κι αριστερά σκούπιζαν διακριτικά τις άκρες των συγκινημένων ματιών. Ο Χαρίσης καμαρωτός χαμογελούσε ανακουφισμένος στη μητέρα του. 
Οι ξαδέρφες μοίραζαν τις μπομπονιέρες που είχαν φτιαχτεί και δεθεί με μεγάλη προσοχή, κάτω από το βλέμμα της Αστερόπης που πρόσεχε τα δώρα. Χαιρόταν τόσο πολύ κι εκείνη που συμμετείχε! 
Ο κυρ-Φανούρης με τη φαμίλια του, αγκάλιασε κι ευχήθηκε από καρδιάς, αν κι ήταν καλεσμένος στο τραπέζι, δικός τους σχεδόν άνθρωπος. Έκανε πάντα το καλύτερο για να τους υποστηρίξει. 
- Και στην άκρη του κόσμου να παγαίνατε ακόμα, εγώ θα ερχόμουνα! Και που έχει ψόφο, τι έγινε; Θα πιω κρασάκι μπόλικο και θα ζεσταθώ, καλά δε λέω βρε γυναίκα;
Αυτοί από τη γειτονιά της Ευρύκλειας παρευρέθησαν, λέγοντας στους συμπεθέρους ότι οι υπόλοιπες ήταν μαλωμένες μεταξύ τους και δεν ήθελε να φέρει κανέναν σε δύσκολη θέση. Έγινε πιστευτό, δεν τις χώνευε κι η μάνα του και μάλλον ευχαριστήθηκε. Οι γείτονες και φίλοι του Μίλτου καλέστηκαν όλοι εκτός από το Λάκη που δε μπόρεσε ποτέ του να χωνέψει ο,τι έγινε κι η σχέση των παιδικών φίλων είχε παγώσει εντελώς.
Οι κουτσομπόλες, μανάδες και κόρες, το φύσαγαν και δεν κρύωνε!
- Να πάρει η Σμυρνιά στο τέλος το Μίλτο από τόσα προξενιά που λέγανε, να χάσουμε τέτοιο παιδί από τη γειτονιά, να μη τη δούμε ούτε νύφη; Κοίτα πράματα! 
- Μμμμ...Καλός ήταν κι αυτός, με το έτσι θέλω την έκλεψε! Η μάνα της ήθελε καλύτερη τύχη αλλά αυτουνού άνοιξε!
- Ο κουμπάρος να 'ναι καλά, τα έμαθα όλα! Φαντάσου τι γάμο θα τους κάνει, ε; Και τραπέζι μετά στο σπίτι του παρακαλώ!
- Μπα! Ορίστε, τους έφεξε! Αλλά είδες κι αυτές, μόνο το μπακάλη καλέσανε και την Αστερόπη με το Βλάση φυσικά που είχανε πάντα μεγάλες φιλίες... 
- Έτσι είναι, εμάς δε μας καταδεχτήκανε... Έχει κι ένα κρύο!
- Κρύο ξεκρύο, θα πηγαίναμε! Αλλά είπαμε, πολλά πολλά δεν είχαμε λόγω της Θοδώρας, άσχετα άμα τα πράματα γυρίσανε αλλιώς...  
- Μια χαρά βολεύτηκε αυτή, εμείς τι θα κάνουμε πού βούιξε ο τόπος και ποιος θα βρεθεί που είναι να μη σου βγει τ' όνομα και σε πιάσουνε στο στόμα! Κι αυτοί, άφαντοι!
- Δεν έγινε και τίποτα... 
- Αυτό μόνο έλειπε! Καλά λένε πως όποιος μπαίνει για μαλλί βγαίνει κουρεμένος! Άι στα κομμάτια να πάνε! 

Η ευρύχωρη σάλα με το ανοιγμένο τραπέζι υποδέχτηκε νεόνυμφους, γονείς, συγγενείς και φίλους. 
Από την κουζίνα έβγαιναν γαργαλιστικές, θεσπέσιες μυρωδιές ψητών κι αλλαντικών, φρέσκου βουτύρου που τσιτσίριζε και μπαχαρικών.
Από την προηγούμενη είχαν προετοιμάσει όλες οι γυναίκες τα μπουρέκια, τις πίτες, τα κρέατα να μαριναριστούν κι είχαν συμφωνήσει με το φούρναρη της γειτονιάς να τα ψήσει μετά το μεσημέρι. Καλοπληρώθηκε, πήρε και τα σχετικά μεζεδάκια του κι έτσι είχαν μόνο τις σαλάτες, τα τυριά και τα σαλάμια να κόψουν ανήμερα. Αυτά τα ανέλαβαν οι μαμάδες κι οι κόρες της οικογένειας κι η Νικούλα έφερε όσες αλοιφές όπως τις έλεγαν, που απαιτούσαν σκόρδο. Είχαν βάση το παχύ γιαούρτι και τα μαλακά τυριά. Τα δύο αρνιά, το γουρουνόπουλο, το μοσχάρι, οι κιμάδες, τα λαχανικά, όλων των ειδών τα τυριά, το κρασί και το ούζο, ήταν από τον πατέρα του Μίλτου. Η γυναίκα του έφτιαξε τυλιχτά γλυκά σε μεγάλα ταψιά με μπόλικα αμύγδαλα και καρύδια, με συνταγές της αγαπημένης της γειτόνισσας που ήταν από τα Γιάννινα. Την ορμήνεψε και τη βοήθησε βάζοντας όλη της την τέχνη. Ακολούθησαν οι δίπλες που εθιμοτυπικά κερνούσαν τις ώρες τις καλές. Αγόρασε και δυο ωραίους μεγάλους γυαλιστερούς δίσκους που τα έβαλαν, σκορπίζοντας ανάμεσα φρεσκότατα κουφέτα αρίστης ποιότητας και φύλλα λεμονιάς. Τα υπόλοιπα, σουτζούκια, παστουρμάδες και λουκάνικα, ο,τι καλύτερο έφερνε το αγαπημένο τους μαγαζί απ' την Κωνσταντινούπολη, άφθαστα σε γεύση και μυρωδιά, ήταν του κουμπάρου.
Τα πεθερικά κι η θεία με την οικογένειά της, χάζευαν το ωραίο, μεγάλο κι αστραφτερό σπίτι κι έκαναν νοήματα μεταξύ τους. Η Αγλαΐα μέσα στην κατακόκκινη μακριά της τουαλέτα, συντόνιζε τα πάντα και μπαινόβγαινε στην κουζίνα να δει αν είχαν ζεσταθεί καλά τα φαγητά. Γελαστή κι ευγενική τους γοήτευσε όλους.
Οι γεύσεις της Σμύρνης και της Πόλης κατέφθασαν απλωμένες σε μεγάλες πιατέλες και σε μικρότερες βαθιές από ακριβή πορσελάνη.  
Μεζεδάκια μερακλίδικα που σε προκαλούσαν να τα δοκιμάσεις όλα, με σουτζούκια, τσιγαρισμένο κιμά με κρεμμυδάκι ψιλοκομμένο, σκόρδο και κουκουνάρι, τυλιγμένα σε φύλλα  αέρινα, χοιρομέρι, πιτάκια της μπουκιάς διάφορα, με παστουρμά, λουκάνικα, τυριά, άλλα λιωμένα μέσα στις πίτες κι άλλα σε ομοιόμορφα κομμάτια σερβιρισμένα. Πρωτόγνωρες γεύσεις που τους ξετρέλαναν. 
Το τρυφερό χοιρινό σε φέτες, το μοσχάρι κομμένο σε μπουκιές που είχε ψηθεί τυλιγμένο στη λαδόκολλα, τα αρνιά σε μεγάλα κομμάτια, οι τραγανές ολόκληρες πατάτες και το ρύζι σπυρωτό και μυρωδάτο βρασμένο σε παχύ ζωμό από κρέας και λουσμένο με το εκλεκτό βούτυρο ήταν τα κυρίως φαγητά. 
Το ούζο αρχικά και μετά το κρασί, γέμιζαν τα κρυστάλλινα ποτήρια κι η ευτυχία όλων έρεε άφθονη. 
Ο Ιάκωβος έβγαλε στη βεράντα δυο πολυθρόνες για να χορέψουν άνετα. Η  Αγλαΐα σε λίγο του είπε να πάει τα μικρά τραπεζάκια στα υπνοδωμάτια κι έγινε μια ευρύχωρη πίστα για τους μερακλήδες. Η Σουλτάνα, πρώτη στο χορό, σήκωσε το γαμπρό και τη νύφη, αφού η Ευρύκλεια κι η συμπεθέρα δεν τα πήγαιναν καλά ποτέ με τα κουνήματα. Άιντε ένα συρτό κι αυτόν με το ζόρι, σαν τη δική της, τη Μαρίκα που όμως, χόρευε και ταγκό με τον άντρα της εξαιρετικό. 

- Ωραία περάσαμε όμως, ε;
- Πολύ ωραία συμπεθέρα μου, άξια πάντα τα παιδιά μας να είναι! 
- Μπρε, τα μάτια τους γουρλώσανε οι άλλοι, τις έβλεπα! Μήτε στον ύπνο τους δε θα βλέπανε έτσι πράματα για το Μίλτο!
- Σωστά τα λέγεις. Πιο πολύ για την καημένη την Ευρύκλεια που μόνο τα πόδια μας δεν ήπεσε να φιλήσει... Ούλο ήτρεχαν τα μάτια τση, μούσκεμα το μαντιλάκι τση ήκαμε... 
- Χαλάλι χίλιες φορές, αξίζανε ούλη η οικογένεια!
- Ναίσκε! Αμά να σ' αρωτήσω, έχεις κάτι συμπεθέρα μου; Κομμάτι αδιάθετη σ' ηβλέπω...
- Δεν κοιμήθηκα καλά, να σε πω, άκουσα κάτι που είπε ο Ασημάκης, ο μπατζανάκης της Ευρύκλειας και φοβούμαι...
- Τι είπε, χαμπάρι δεν έχω!
- Μιλάγανε με τον κυρ-Φανούρη για την άλλη του την κόρη, τη λεύτερη, που θα πάγαινε λέει να πιάσει δουλειά σ' ένα εμπορικό πουλήτρια αμά δεν επήε ευτυχώς. Γύρευε αυτός μια κοπέλα γιατί έφυε αυτή που είχε και σύμπτωση ο γαμπρός του ήξευρε το μπαμπά της. Το κορίτσι του έφυε τρεχάλα απέ κει, γιατί αυτός ήτονε παλιάνθρωπος... 
- Πω πω! Τυχαίνουνε αυτά, πολλοί είναι έτσι κι οι κοπέλες να 'χουνε το νου τους! Αμά εσύ γιατί ήσκασες τόσο πολύ αφ' τη στεναχώρια; 
- Αχ... Με ήρτε στο μυαλό ένα πράμα πολύ άσκημο που γίνηκε στην Πόλη, τότες που ήμουνα νιόπαντρη κι ευτυχώς να λες που δε μας χώσανε στα μπουντρούμια κι εμένα και τις αδερφάδες μου... 
- Τι λέγεις τώρα, τι μπουντρούμια με τσι αδερφάδες σου τζάνουμ; 
- Θα σε τα πω συμπεθέρα μου, μοναχά εγώ κι εσύ, μήτε τα παιδιά μου δεν το ξεύρουνε, μαζί μου θα το πάρω... 
- Από μπιστοσύνη και μυστικά ηξεύρεις, πες με! 

Η Σουλτάνα άναψε τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν κι η αγωνία της Μαρίκας κορυφώθηκε... 

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

Πώς τα φέρνει η ζωή...



Ο κυρ- Φανούρης ζύγισε ένα μικρό κομμάτι κεφαλοτύρι και το τύλιξε χαμογελώντας στην πελάτισσα. 
- Ορίστε το τυράκι σας! 
Έβαλε τα λεφτά στο συρτάρι και την ξεπροβόδισε.  
- Να πάτε στο καλό!
Πάντα ευγενικός και χαμογελαστός ήταν με όλους, εκτός κι αν έβλεπε την αδικία. Τότε γινόταν θεριό ανήμερο και δε λογάριαζε τίποτα! 
Η μέρα είχε ξημερώσει βαριά  στα δυο σπίτια της γειτονιάς μετά τα γεγονότα της προηγούμενης. Οι κουτσομπόλες αντί να φροντίσουν το νοικοκυριό τους είχαν ξεχυθεί στους δρόμους κι έκαναν πηγαδάκια έξω απ' το φούρνο και το μπακάλικο. Οι ντροπιασμένες Μαρουλία και Παρασκευούλα δεν τόλμησαν να ξεμυτίσουν, ούτε τις κόρες τους άφησαν να βγουν έξω. Πριν φέξει σχεδόν είχαν ανοίξει τα παντζούρια τους για να μη τις δει κανείς κι αρχίσει να ρωτάει.  Έτσι έκαναν πάντα όλες όσες είχαν θιχτεί, ενώ αν οι ίδιες είχαν δημιουργήσει το θέμα μεσημέριαζαν με τους αγκώνες στηριγμένους στο περβάζι για να συμπληρώσουν στη μια και την άλλη όσα δεν πρόλαβαν να πουν.  
Η μάνα του Μίλτου με το ζόρι βγήκε απ' το σπίτι. Καμία διάθεση δεν είχε αλλά έπρεπε να ψωνίσει τα αναγκαία για το μεσημεριανό.
Φόρεσε το εμπριμέ ρομπάκι της με τις βαθιές τσέπες και έστρωσε τα μαλλιά της.  Μπήκε στου κυρ-Φανούρη και τον καλημέρισε με το ζόρι. Μισή οκά φακές και λίγα κρεμμύδια, σκόρδο είχε. Θα έκανε και μια τηγανιά πατάτες να φάει ο γιόκας της που τόσο φαρμάκι την πότισε. Το χειρότερο ήταν ότι ο άντρας της δεν τον κοντράρισε καθόλου και μάλωσαν άσχημα.
- Ωχ κι εσύ βρε γυναίκα, ολόκληρο θέμα το κάνεις! Ο,τι και να του πω θα μ' ακούσει; 
- Τι πατέρας είσαι εσύ και δε νοιάζεσαι για το παιδί σου, ε;
- Όπως όλοι οι πατεράδες είμαι κι εγώ! Τι ήθελες δηλαδή, να έπαιρνε καμιά σαν τις άλλες που άκουσες τις ντροπές τους; 
- Όχι βέβαια! Μα ντε και καλά γειτόνισσα θα έπρεπε να πάρει λες και χαθήκανε οι άλλες κοπέλες;
- Και πού θα την έβρισκε, στα Παρίσια; Όλοι από δω τριγύρω δε βρήκανε τις γυναίκες τους;
- Άμα είναι καλές δε λέει κανένας όχι, αλλά να πέσει τόσο χαμηλά;
- Χαμηλά ξεχαμηλά του γυάλισε κι έκανε τα πάντα για να μη τόνε προλάβει άλλος, τόσοι ξεροσταλιάζουν σαν το Λάκη! Στο κάτω κάτω της γραφής η Θοδωρούλα δεν ακούστηκε ποτέ να κάνει κάτι, στης μάνας της τη φούστα είναι δεμένη! Στο καφενείο ούτε ένας δεν είπε κακιά κουβέντα για το κορίτσι, ίσα ίσα που την καμαρώνουνε για την προκοπή και την αξιοσύνη της.  Κι οι αθρώποι που τους έρχονται στο σπίτι πολύ εκλεκτοί καταπώς έμαθα από το Βλάση απέναντι που ξέρει, μορφωμένοι, με λεφτά, με  αυτοκίνητο...  Και καλούς γαμπρούς της προξενέψανε και σκάσανε απ' το κακό τους όλες! Από μένα άκουσες ποτέ να πω ένα λόγο για την κοπέλα; Τη φάγανε τόσα χρόνια πια... Αμαρτία μεγάλη τ' ορφανό που του σούρνανε τόσα, τώρα τα πλερώσανε με το παραπάνω! 
Ας είναι καλά ο κυρ-Φανούρης που φρόντισε να φέρει την κουβέντα όσο έπαιζε τάβλι.   

Ο Μίλτος είχε πάρει τις αποφάσεις του.
Ο πατέρας του δεν του έκανε καμία συζήτηση, ούτε θετική ούτε αρνητική. Λες και δεν είχε συμβεί τίποτα, έφαγε, πλύθηκε κι έπεσε κατάκοπος στο κρεβάτι. Η μάνα ξενύχτισε με τα χέρια σταυρωμένα στο τραπέζι της κουζίνας. Το ξημέρωμα πια κι αφού έφυγε ο άντρας της ξάπλωσε δυο ώρες κοιτάζοντας το ταβάνι. Ο γιος της δεν ήπιε τον καφέ του κι ούτε καταδέχτηκε να την κοιτάξει. 
<<Κακό χρόνο να 'χει η ξεβράκωτη! Από όπου και να το πιάσω ένα καλό δε βρίσκω... Ας έλεγε το ναι στο γαμπρό που της κάνανε προξενιό να ησυχάζαμε, όλο και κάποια άλλη θα έβρισκε να παρηγορηθεί... Ο Θεός να με κάψει αν πω κακό για την Ευρύκλεια, αλλά όχι να την κάνω και συμπεθέρα! Και την προκομμένη την κόρη της νύφη μου; Α πα πα! Κι αυτοί που πάνε ταχτικά πάλι, πώς κι έτσι; Δεν έχουνε ανθρώπους της τάξης τους να κάνουνε παρέα; Σηκώνεται η γειτονιά στο πόδι κάθε φορά, έτσι πολύ καθωσπρέπει που είναι... Κι αυτές οι γυναίκες για χάζι είναι, τι λούσα κι αρώματα! Μπορεί να ρίξανε άδικο σ' αυτή, ας μη κολάζομαι, όμως...>> 
Η αδερφή της χτύπησε την πόρτα γελαστή. 
- Ακόμα έτσι είσαι; Άντε ψήσε κάνα καφεδάκι και μη στεναχωριέσαι πια, άντε και σου έχω νέα! 
- Τι νέα;
- Στις Σμυρνιές ήρθανε πάλι επισκέψεις, οι δυο γυναίκες μόνες τους, οι συμπεθέρες!
- Μπα! Πάλι εδώ αυτές;
- Πάλι, ναι! Φορτωμένες γλυκά και τσάντες, πέσαμε μούρη με μούρη την ώρα που έστριβα για να 'ρθω! Καλέ, η ψηλή κυρία τι χάρη έχει! Φοράει μια φούστα στενή στο κρεμ με χρυσά κουμπάκια μπροστά, ίδια και στη μπλούζα που είναι ασορτί και μια φαρδιά ζώνη καφέ, όνειρο! Καφασωτά σκουλαρίκια όχι πολύ μεγάλα κι έναν ωραίο σταυρό, τι να σου πω! Η παχουλή, μπλε φούστα με πιέτες και γκρι μπλούζα με φαρδιά μανίκια, χρυσούς μεγάλους κρίκους και ίσαμε τρεις σειρές καδένες και σταυρό! Το ένα της χέρι φορτωμένο στα βραχιόλια, το άλλο δεν είδα γιατί κάτι έσιαχνε στο σβέρκο της... 
- Τι δουλειά έχουνε μωρέ όλη την ώρα;
- Η Ευρύκλεια φώναξε στην κόρη της να βάλει το μπρίκι. Ε κι εσύ, τι δουλειά έχουν, φιλίες μεγάλες! Το μήνα δυο φορές να μην πιουν κι ένα καφέ, ένα κρασί; 
- Και πού ξέρεις εσύ ότι έρχονται δυο φορές το μήνα μωρ' συ;
- Υπολόγισα... Δεν έρχομαι κάθε μέρα αφού εσύ άντε να έρθεις μια στις δέκα; Και όλες πια βγαίνουν και τις κοιτάνε, κρυφό απ' την αυλή τους δεν είναι! 

Η Σουλτάνα χαχάνιζε μπουκωμένη μ' ένα κουλουράκι βανίλιας. 
- Μπρε σεις, όπως σας τα 'λεγα γινήκανε τα πράματα! Να σκάψουνε τρύπα να χώσουνε τις κεφάλες τους οι σιχαμένες τώρα! Μόλις τοις γυαλίσανε οι αρσενικοί δε χάσανε τον καιρό τους! Χα χα χα!
Η Μαρίκα χτύπησε χαϊδευτικά τον ώμο της μάνας.
- Ήπρεπε να γίνει αυτό Ευρύκλεια, μην ηβάνεις άσκημα με το νου σου. Κακό δεν τσι ήκαμε κανένας, δείξανε το χαρακτήρα τους, ήξευρες τι μούτρα είναι κι ας μη το παραδέχεσαι! Όταν το κορίτσι σου το κάμνανε σκουπίδι και δεν τση μιλούσανε καλύτερα ήτονε; Κάμε το σταυρό σου που τελεύουνε τα πράματα! 
- Τι τελεύει... Άλλοι μπελάδες έρχονται με το Μίλτο... Θέλει να την πάρει κι ας μη τη θέλει η μαμά του, ρεζιλίκια... 
- Πού τα είδες τα ρεζιλίκια μπρε συ; Να τη στεφανωθεί θέλει, όχι να τη σπιτώσει! Φέραμε και τα νυφιάτικα! Χα χα!
Η σιγουριά της Σουλτάνας και το πονηρό χαμόγελο της Μαρίκας έφεραν άλλη αναστάτωση στην Ευρύκλεια. 
- Γένεται κάτι ακόμα που δεν ηξεύρω; Θοδωρούλααα! 
- Τσάμπα τη φωνάζεις, δε σ' ακούει!
- Γιατί; 
- Τσοι πήρε ο αρρεβωνιάρης τση ανιψάς σου με το  ταξί, μαζί με το γαμπρό σου και πάνε τση κουνιάδας σου το σπίτι...
- Τιιιι; 
- Σώπασε μπρε, μη μας πάρουνε χαμπάρι! Τους περιμένει ο γιόκας σου εκεί, μαζί με τον Ασημάκη στήσανε μαγκάλι να ψήσουνε για τα καλορίζικα του ζεύγους! Άμα σε το λέγανε θα τήνε κλείδωνες μέσα!
Κατακόκκινη η μάνα έφερε απότομα το χέρι της στο στόμα για να μην ουρλιάξει με τα κακά μαντάτα. 
- Στην ήκλεψε την κόρη σου Ευρυκλάκι μου, τα είχαμε ούλα κανονισμένα! Θα κοιμηθεί με τσι ξαδερφάδες της κι ο γαμπρός με το γιο σου! Και να σ' ειπώ, χαρές είναι αυτές, αλί στσι άλλες που ηντροπιάσανε τα σπίτια τως! 
- Το πατιρντί τώρα ξεκίνησε μπρε! Θαρρείς που με τα χτεσινά ξεμπερδέψανε; Εκδίκηση θα θέλουνε να πάρουνε και θα διεις που θα βγούνε κι άλλα στη φόρα!
Δεν πρόλαβε ν' αποσώσει η Σουλτάνα και νέος καβγάς ξέσπασε. Αυτή τη φορά για τη λωλή κόρη του ναυτικού που μεγάλωνε χωρίς την προστασία του πατέρα και δεν έμεινε νύχτα που να μη το σκάσει όσο η μάνα και τ' αδέρφια της ροχάλιζαν. Άλλες είπαν ότι τα έκανε με την κόρη του φαναρτζή κι άλλες ότι μάλωσαν για τους αγαπητικούς. Οι καλοθελητές φρόντισαν να ρίξουν λάδι στη φωτιά κι η μισή γειτονιά έγινε μαλλιά κουβάρια. 
Οι τρεις γυναίκες μπήκαν στο σπίτι κι η Σουλτάνα φώναξε τάχα στη Θοδωρούλα να της βάλει ακόμα ένα ποτήρι νερό.
Η Ευρύκλεια συγχυσμένη την κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα γεμάτα απορία. Πώς τη φωνάζει αφού έφυγε; 
- Για να πιστέψουνε πως η κόρη σου είναι εδώ μπρε συ! 
Πήρε μια καρέκλα και στρογγυλοκάθισε κοντά στο παράθυρο να χαζέψει τον καβγά. Μέχρι να πάρει χαμπάρι η μάνα του Μίλτου ότι ο γιος της πέρασε απ' τη δουλειά ίσα για να τους καλέσει στο γάμο του και μετά εξαφανίστηκε, είχαν λίγες ώρες περιθώριο... 
Σε μισή ώρα περίπου βγήκε με το πορτοφόλι στο χέρι.
-  Θοδωρούλαααα! Μη βάλεις ακόμα το τηγάνι στη φωτιά, πάω στο μπακάλη μια στιγμή! 
- Στάσου συμπεθέρα, έρχουμαι κι εγώ μαζί σου! 
Πιάστηκαν αγκαζέ τραβώντας πάνω τους όλα τα βλέμματα και μπήκαν στου κυρ-Φανούρη συμπτωματικά την ώρα που έφευγε η θεία του Μίλτου απ' το σπίτι τους. Τις ακολούθησε μέχρι μέσα στο μαγαζί με την περιέργεια να την έχει κυριεύσει. 
- Να μας βάλετε απ' αυτό το τυρί κάνα κιλό, βάλτε και κείνο το μασούρι το σαλάμι... 
- Ολόκληρο το θέλετε; ρώτησε απορημένος.
- Ναι για! Άμα το ρίξει η Θοδωρούλα με τ' αυγά στο τηγάνι, πέντε βούκες είναι! Ίσαμε να δοκιμάσουμε ούλοι, πάει, τέλεψε!
 Γέλασε ο μπακάλης με τη Σουλτάνα έτσι όπως τα έλεγε. 
- Και βούτυρο του γάλακτος ένα μεγάλο κομμάτι κάνα κιλό και μια οκά φύλο ψιλό άμα έχετε.
- Βεβαίως έχω μαντάμ! Πίτα θα ψήσουνε, ε;
- Πίτα με το κρέας και το τυρί, πολύ ωραία είναι! Και μπακλαβά με το αμύγδαλο και το φιστίκι. 
Η μοσχοβολιά της Μαρίκας ζάλιζε. Παριζιάνικο άρωμα, ακριβό.
- Κι εσείς από τη Σμύρνη σαν την κυρά-Ευρύκλεια είσαστε;
- Εγώ είμαι Σμυρναία, η συμπεθέρα μου Κωνσταντινουπολίτισσα. 
- Α! Γι αυτό ξέρετε και τρώτε καλά! Ακόμα και πατάτες να βράσετε, νόστιμες τις κάνετε! 
- Τσ' ηψήνουμε με αγάπη κύριε, γι αυτό! Τίποτις μυστικά δεν έχουμε, οξών να είναι ούλα φρέσκα και καλά. 
- Ε, ναι, πολύ σωστά τα λέτε, έτσι είναι! 
Η Σουλτάνα λιμπίστηκε το ζαμπόν, ζήτησε ένα τέταρτο. 
- Ούλα εμείς να τα πάρουμε σήμερα συμπεθέρα, η Θοδωρούλα κι η μαμά της ας βάλουνε τα άλλα, να μη τοις χαλάσουνε. Ο γιος μου πάλι παράγγειλε απέ την Πόλη του κόσμου τα ωραία πράματα, πότε να φαγωθούνε για; Α! Και μυτζήθρα απ' τη μαλακιά κάνα κιλό κι ακόμα ένα βουτυράκι, ας τα κάμουμε δυο γιατί θα φύγει πολύ και στα φύλα και στο τηγάνι. Θαρρώ πως τελέψαμε, ε συμπεθέρα; 
Η Μαρίκα συμφώνησε και δεν την άφησε να πληρώσει. Άνοιξε την κομψή της τσάντα κι έβγαλε το δερμάτινο πορτοφόλι με τα χρυσά αρχικά της. Έβγαλε τρία χαρτονομίσματα και με τα ρέστα αγόρασε καραμέλες για το μικρό της Αστερόπης. 
Η θεία κοιτούσε και δεν πίστευε στα μάτια της! 
<< Πω πω ψώνια! Καλέ εμείς τα μετράμε σε δράμια κι αυτές με τα κιλά! Και τι ωραίο, ακριβό πορτοφόλι!>>
Ζήτησε λίγο ταραμά για να δικαιολογήσει την παρουσία της εκεί, αφού πρώτα εξυπηρετούσε τις δυο γυναίκες. Σε λίγο μαζεύτηκαν κι άλλες γειτόνισσες που κι αυτές έσκαγαν από περιέργεια. Πώς σταμάτησε η μεγάλη φασαρία για λίγο αφού βρήκαν επιπλέον ενδιαφέρον! Οι εξευτελισμοί μπορούσαν να περιμένουν, αυτές όχι. 
Βρήκαν την Ευρύκλεια δακρυσμένη να καθαρίζει ρύζι.   
- Τι είναι ούλα τούτα; Πόσοι παράδες δώκατε, ποιος θα τα φάει;  
- Πολλά τα στόματα κοκόνα μου στης Νικούλας και του Ασημάκη! Δυο οι γονιοί, δυο η Λίτσα με τον αρρεβωνιάρη, τέσσερις. Μια η Δέσποινα, άλλη μια η κόρη σου και δυο ο γιος με το γαμπρό σου. οχτώ. Βάλε κι εμάς τις τρεις γινούμαστε έντεκα. Την Αστερόπη με το Βλάση που θα έρτουν όπου να ΄ναι να μας σιάξει η... Θοδωρούλα κάνα μεζέ; Χα χα χα! Βάλε κομματάκι βούτυρο να κάψει ίσαμε να σαπουνιστούμε και να κόψουμε τα σχετικά, να βάλουμε καμιά βούκα στον στόμα μας, να μυρίσει κιόλας! 
Ευτυχώς που μετά τη μικρή τους έξοδο αποφάσισαν να συνεχίσουν οι γειτόνισσες τα λόγια κι έτσι δικαιολογήθηκε το τραπέζωμα μέσα στο σπίτι κι όχι στην αυλή. Αλίμονο αν από τώρα έβλεπαν ότι η Θοδωρούλα έλειπε! 

Η μητέρα του Μίλτου μάδαγε τη ρέγκα ακούγοντας τα νέα από την αδερφή της που όπως ήταν φυσικό επέστρεψε δριμύτερη. 
- Σμυρνιά μου λες μετά και ξινίζεις τα μούτρα σου! Μόνο να τη δεις, το πώς μιλάει, πώς φέρεται, αριστοκράτισσα σωστή! Τη χάζευαν όλες κι ο Φανούρης μαζί! Κι η άλλη τι χαριτωμένη γυναίκα! Μες στην καλοσύνη ένα πρόσωπο και πώς τα λέει, πολύ γούστο έχει! 
- Γλέντια έχουνε και πήρανε τόσα; 
- Όχι καλέ, πίτα θα φτιάξουνε και μπακλαβά, μα βάζουνε πολύ πράμα μέσα. Χώρια που θα φάνε αυγά και σαγανάκια που θα φτιάξει η Θοδώρα... Κι έχουνε λέει κι άλλα στο σπίτι, θα έρθουν κι από την Πόλη, στην Τουρκία δηλαδή! 
- Μωρέ μπράβο, τυχερές είναι... 
- Μη το συζητάς! 
- Ο γιος μου δες που ακόμα δε φάνηκε, πού είναι τόση ώρα; 
- Ε κι εσύ, παλικάρι στον καιρό του, όλα θες να τα ξέρεις πια; Άντε, πάω να βράσω τα μακαρόνια μην έρθουνε πατέρας με παιδιά και φάνε τη σάλτσα σκέτη! Έλα πιο μετά να πιούμε τον καφέ μας, σε χαιρετώ, καλή όρεξη! 
Οι ώρες περνούσαν κι ο Μίλτος δεν εμφανίστηκε. 
- Πού είναι ο γιος σου νηστικός τόσες ώρες; Έκοψε και το φαγητό εδώ εκτός απ' τον καφέ;
- Άμα ήξερα θα σου 'λεγα...
- Αν δεν έρθει σε λίγο, να βγεις να ρωτήσεις, ακούς;   
- Τι να ρωτήσω μωρέ, πού είναι ο μπέμπης;
- Όλα στην πλάκα τα παίρνεις κι είδαμε τις προκοπές σου!
Σκούντα βρόντα τον έστειλε στο καφενείο που ήταν σε πέρασμα. Όλο και κάποιο φίλο του θα έβλεπε και κάτι θα μάθαινε. 
- Η ώρα η καλή! 
- Ε; 
- Μη κάνεις το κορόιδο, κερνάς εσύ σήμερα!
- Τι λέτε μωρέ, τι ώρες καλές;  
- Μυστικό μας το κρατάς; Ο γιος σου κάλεσε τόσο κόσμο!
- Πού τον κάλεσε, θα με τρελάνετε; 
Το γέλιο τους κόπηκε απότομα όταν κατάλαβαν ότι ο πατέρας δεν είχε ιδέα για τα παντρολογήματα του γιου του. Ρώτησε, έμαθε, ζήτησε συγνώμη απ' όλους κι έφυγε ντροπιασμένος με το κεφάλι σκυφτό. 
<< Το μπαγάσα! Και δεν του το 'χα  ότι θα την έκλεβε... Ποιος ακούει τη μάνα του τώρα...>> 

- Βρέξε μια πετσέτα να τη βάλω στο κεφάλι μου, σβήνω...
- Με τόσες φωνές βρε γυναίκα σου ανέβηκε το αίμα όλο πάνω!
- Και τι θες να κάνω, να τραγουδάω; Πού ακούστηκαν μωρέ τέτοια πράματα; Αχ και τα 'λεγα, τόνε τυλίξανε μάνα και κόρηηηη!
- Ποιον τυλίξανε, δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω; Η Ευρύκλεια τον έδιωξε, δεν του την έδινεεεε!
- Τόσο χαζός είσαι κι ο,τι σου λένε τα πιστεύεις!
- Βρε χριστιανή μου, χαμπάρι δεν έχει η γυναίκα λέμε!
- Πού είναι να πάω να τον βρω; Η κόρη της από νωρίς μαγείρευε, πήγαν αυτές οι φιλενάδες τους και σήκωσαν το μισό μπακάλικο, όλα μου τα είπε η αδερφή μου που ήταν εκεί. Και είδε και άκουσε! Όταν ο γιος σου πέρασε για τα καλέσματα, αυτές κάνανε τσιμπούσι και δεν ήταν η πρώτη φορά. Αυτή στο σπίτι της κι ο γιος σου πού;
- Τίποτα άλλο δεν είπε, μόνο ότι θα την πάρει με το ζόρι αφού δεν ήθελε η μάνα της και να περιμένουν ημερομηνία για το γάμο... 
- Θα τρελαθώ, δε θα προλάβω να νυχτωθώ! Και πού να πάω και ποιον να ρωτήσω, ε; Να πάω στης Ευρύκλειας να με πιάσουν κι εμένα στο στόμα τους; Μόνο αυτό μας έλειπε! 
- Πουθενά δε θα πας! Και στο στόμα του κανένας δε σε πιάνει, έχουν άλλα σοβαρά θέματα. Ο,τι είπανε για την κοπέλα ξεχάστηκε, ποιος ασχολείται μαζί της πια; Εδώ γίνονται σημεία και τέρατα, θ' αναλάβουνε οι πατεράδες και δεν τις βλέπω καλά...
- Δεν πάνε να κόψουνε και το λαιμό τους, εμείς έχουμε τα δικά μας εδώ!  Τι θα κάνω... 
- Γυναίκα, μια ιδέα μου ήρθε τώρα!
- Πες τη ν' ακούσω. 
- Η Ευρύκλεια γιατροπορεύει, θα πούμε πως είσαι άρρωστη να σου κάνει κάνα γιατροσόφι και θα μιλήσουμε να δούμε! 

Είχε νυχτώσει όταν ο Ιάκωβος παρκάρισε έξω απ' το φτωχικό σπιτάκι.
Με το γέλιο στο στόμα και τα γνωστά του αστεία ελάφρυνε λίγο την καρδιά της Ευρύκλειας. 
- Θα έρθει κι ο γιόκας σου όπου να ΄ναι, όλα καλά θα πάνε! Θα πει ότι πήγε με την αδερφή του στους θείους με φαγιά που ψήσατε, εντάξει; Μιλημένα όλα είναι και την ευθύνη την παίρνει ο γαμπρός σου. Άντε βρε και στα δικά σας οι ελεύθερες! 
- Καλά λέει ο γιος μου Ευρύκλεια, σειρά μας τώρα οι χήρες! Χα χα χα! 
Η πόρτα τους χτύπησε διακριτικά, ίσα που ακούστηκε.  Ο πατέρας του Μίλτου κρατούσε σφιχτά τη διπλωμένη στα δύο γυναίκα του που έβγαζε αφρούς από τη λύσσα.
- Τι πάθατε, ορίστε, περάστε!
Η μάνα ήρθε στα ίσα της κι έβαλε τα χέρια στη μέση.
- Ρωτάς κιόλας τι πάθαμε; Διπλώθηκα για να νομίζουν ότι θα μου δώσεις κάνα γιατρικό κυρά-Ευρύκλεια, πώς να δικαιολογηθούμε που αναγκαστήκαμε να έρθουμε εδώ; Τι είναι αυτά τα πράγματα, πώς ξελόγιασε η κόρη σου το παιδί μου κι εσύ της κάνεις πλάτες; 
Η Ευρύκλεια αν κι έτρεμε χειρότερα απ' την ταραχή, ίσιωσε την πλάτη κι απάντησε με θάρρος πρωτόγνωρο για το χαρακτήρα της.
- Δεν τα ξέρεις καλά γειτόνισσα! Ο γιος σου ήρθε από την πίσω μεριά κι ηπετούσε πετραδάκια στο παράθυρο. Πρώτη βρήκα εγώ κι η κόρη μου από πίσω, χωρίς να ξέρουμε ποιος είναι. Μ' είπε ότι την αγαπάει και θέλει να την πάρει κι εγώ την έστειλα μέσα κι ηκαθάρισα τη θέση μου, όχι τον είπα!
- Και τώρα θες να σε πιστέψω;
- Την αλήθεια σου λέγω, μ' έχεις για ψεύτρα; Το κορίτσι μου δεν έχει μείνει ούτε λεπτό μονάχο του, στα θελήματα τη στέλνω και πάει τρεχάλα και τα φέρνει! Άλλα πράματα μήτε ξεύρει μήτε κάμνει και μην αμαρτάνεις! Ο Μίλτος σου τση πετούσε στην αυλή λουλούδια και ραβασάκια που εγώ με τα χέρια μου τα ήπιανα! Ακόμα κι όταν λείπαμε τόσες ημέρες στση κουνιάδας μου το σπίτι τσι γιορτές, γυρίσαμε κι ήτονε ένα σωρό εδώ, τα ξεύρεις αυτά; Ποτές δεν άλλαξε μια κουβέντα στα κρυφά, μήτε τόνε είδε πουθενά και να 'ναι μονάχοι τους! Τη μια ο Λάκης, την άλλη ο γιος σου, αρπαχτήκανε κιόλας, ούλα τα μάθαμε! Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα που λέγει κι η παροιμία. Κανένανε δεν γλυκοκοίταξε το κορίτσι μου, τα μάτια της τα έχει εδώ, στο νοικοκυριό μας κι άλλο τίποτις. Σαν κοπέλα φυσικά την κοιτάξανε, όπως κι εμάς στα νιάτα μας, μα δεν ήδωκε αφορμή ποτές! 
- Για το γιο μου σε ρωτάω να μάθω!
- Σου απήντησα! Με την  ηζήτηξε και τον είπα όχι, μήτε να το κουβεντιάσω δε θέλω αφού ήξευρα που εσύ δεν τση έδινες τόπο να σταθεί. Άμα ήτονε αλλιώς θα λέγαμε να το σκεφτούμε αλλά την κόρη μου για πέταμα δεν την έχω! 
- Τι θες να πεις, ότι άμα έπαιρνε το γιο μου θα την πέταγες; Λίγος θα της έπεφτε μια χαρά παλικάρι;
Η Σουλτάνα τινάχτηκε σαν ελατήριο.
- Η Θοδωρούλα είναι παιδί δικό μας και θέλουμε να πάρει τον καλύτερο! Ο γιος μου απ' εδώ τη μίλησε και την είπε που θα την καλοπαντρέψει και θα ζήσει σαν βασίλισσα! 
- Κι εσείς κυρία μου λέτε ότι δεν της ταίριαζε ο γιος μου, ε;
- Ναι, το λέγω! Καλό παιδί μπορεί να είναι, αμά να κακοπεράσει απ' την οικογένεια όχι, δεν την αξίζει! Εσύ τζάνουμ λέγεις Σμυρνιά και γιομίζεις σπυριά, ακούς συμπεθέρα μου; Διες τι πάει να πει γυναίκα απέ τη Σμύρνη μαντάμ! Κι η κόρη της η μια είναι νύφη μου, γυναίκα του γιου μου! Εκεί μας έστειλε η μοίρα για να δουλέψει και τη γνώρισε, που καλύτερη σ' ούλο τον κόσμο δεν υπάρχει! Μα κι αλλιώς να το διούμε το πράμα, τι έχει να την προσφέρει ο Μίλτος, ούλη τη μέρα στα σπίτια θα τρέχει να βγάζει παράδες; Όχι βέβαια! Δύσκολα μια ζωή θα περνάει το κορίτσι μας;  
- Στο γιο μας θ' ανοίξουμε μαγαζί!  
- Και θα περιμένει απ' όξω μπας και χαλάσει καμιά βρύση να πάει για δυο δεκάρες; Άιντε καλέ... Άμα ήτονε αλλιώς τα πράματα, θα τόνε έπαιρνε ο γιος μου στη δουλειά που χτίζουνε πολυκατοικίες και ξενοδοχεία και θα γιόμιζε χιλιάρικα! Εκεί βγαίνει πολύ χρήμα, οι υδραυλικοί που περνάνε τις σουλήνες και τα κιούγκια ξεύρεις πόσα παίρνουνε; Δυο απ' αυτούς, αγοράσανε και διαμερίσματα παρακαλώ! 
Το ζευγάρι αλληλοκοιτάχτηκε. Η Θοδωρούλα μπορεί να μην ήταν η νύφη που ονειρευόταν, ούτε η φτωχιά Ευρύκλεια η συμπεθέρα που λογάριαζε αλλά ο Ιάκωβος θα έστρωνε το μέλλον του παιδιού τους με ροδοπέταλα. Κοίταξε λοξά την κομψότατη μάνα και το γιο της. 
<< Πόσο δίκιο είχε η αδερφή μου... Τι άνθρωποι είναι αυτοί, δεν έχω ξαναδεί, μόνο στο σινεμά...Ντρέπομαι και να μιλήσω...>> 
Ο πατέρας ξέχασε το λόγο της επίσκεψης κι άρχισε να ρωτάει για τις οικοδομές διάφορα.  
Πώς τα φέρνει η ζωή... 
Ο Χαρίσης εμφανίστηκε τάχα ταραγμένος.
- Τι γίνεται εδώ; Γιατί ο γιος σας μας κάνει τέτοια;  
Ο Ιάκωβος έδωσε ρεσιτάλ ηθοποιίας ταυτόχρονα. 
- Τι συμβαίνει αγόρι μου, ποιος σας πείραξε;
- Πήγα με την αδερφή μου τα φαγητά στους θείους κι ο Μίλτος μας πήρε από πίσω μέχρι το σπίτι. Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, τίποτα αυτός! Φώναζε ότι αφού η μάνα μας δεν του τη δίνει, θα την πάρει θέλει δε θέλει και τη ζήτησε από το θείο Ασημάκη... Η Θοδωρούλα λέει όχι, αυτός ναι, έτσι τους άφηκα κι ήρθα να σας τα πω. Θα μείνει στη θεία για να μην έχουμε ιστορίες πάλι εδώ είπε...  
- Τι λες γιε μου; Δεν ήπρεπε να φτάσει ως εκεί, πω πω τι πάθαμε!
Οι γονείς σωριάστηκαν στις καρέκλες κι η μάνα ξέσπασε σε γοερά κλάματα ντροπής κι απελπισίας. 
<< Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο, αυτά που κάνει ο γιος μου ή που δεν τον καταδέχονται; Και ποιος περίμενε τέτοιες φιλίες...>> 
Η Μαρίκα που ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε μιλήσει, ανέλαβε να ηρεμήσει την ομήγυρη.
- Αυτά έχει ο έρωτας... Πολύ τον στοίχισε που δεν ήθελε κανείς αυτό το γάμο, λυπούμαι το παιδί... Εσείς ως γονιοί δεν τη θέλατε, η Ευρύκλεια δεν τον ήθελε, η μικρή θα έπαιρνε κάποιον που τση μίλησε ο γαμπρός μου... Το μόνο που θα τόνε ησυχάσει, να δώκετε την ευκή σας και να πάνε στο δρόμο του Θεού με δόξα και τιμή. 
- Κι ο Μίλτος θα ζήσει καλύτερα απ' όλους! Τελειώνουμε τώρα κάτι διαμερίσματα να ντρέπεσαι να πατήσεις όπως λέει η γυναίκα μου! Αστράφτει το παρκέ και τα μάρμαρα στο μπαλκόνι είναι τα καλύτερα, Διονύσου αν έχετε ακουστά. Γεροί να είναι και σε λίγα χρόνια θα τους βοηθήσω στις δόσεις να το αγοράσουνε κιόλας! 
- Έχει σπίτι ο γιος μας, σ' εκείνον θα μείνει βέβαια. Δεν έχει τις πολυτέλειες που λέτε αλλά... 
- Θα φτιαχτεί κι αυτό, ανακαίνιση θα κάνετε. Δεν χρειάζεται όλο μαζί δεν υπάρχει βία... 
- Είδατε που στρώνουν ούλα άμα υπάρχει αγάπη και ομόνοια; Αλλιώς ηπεριμένεις κι αλλιώτικα ήρχανε!
- Συμπεθέρα είναι και το πιο σοβαρό, η Θοδωρούλα τι θα πει; 
- Ε... Άμα τη μιλήσουμε κι άμα την τάξουμε ότι θα είναι ευτυχισμένη... Κι άμα τον ήπαιρνε ο Ιάκωβος στη δουλειά κι ιδεί την καλή ζωή που την περιμένει, ότι την αγαπάει πολύ κι ήκαμε τόσα και τόσα για να την κερδίσει...  Τι λέτε;  
Σιγή ιχθύος όλοι. 
Ο Ιάκωβος σοβαρός αν και με το ζόρι κρατούσε τα γέλια, ρώτησε τους γονείς. Ο πατέρας κοίταξε τη γυναίκα του που έπαιζε νευρικά με το στρίφωμα της μπλούζας της.
- Μαλάκωσε λίγο, άιντε. Κι εσύ κυρά-Ευρύκλεια, αμαρτία να γίνουνε όλα αυτά. Δίκιο έχεις ο,τι και να πεις, μα η γυναίκα μου δεν είναι κακιά, λάθεψε. Άμα δεν ανοίξει τελικά το μαγαζί, θα του δώσω τα λεφτά στο χέρι να ξεκινήσουνε τη ζωή τους όπως όλοι κι ακόμα πιο καλά. Και πάλι θα τον βοηθάω, ένα τον έχουμε! 
Η Ευρύκλεια σήκωσε τους ώμους κι έπιασε τα μικρά ποτηράκια  απ' το σαραβαλιασμένο μπουφέ. Τα γέμισε λικέρ βύσσινο, σαν αυτό που μέθυσε η Σουλτάνα το Μίλτο. 
- Να πιούμε κομμάτι να τονωθούμε, πόση σύγχυση σήμερα... 
Σαν ηρεμιστικό λειτούργησε το δυνατό ποτό. 
- Ευρύκλεια, ο γιος μου έχει κάτι να σε πει!
- Καλό ή κακό;
- Καλό, πολύ καλό! Σκεφτόμουν το Χαρίση από δω που τον τρώει η θάλασσα από μια σταλιά παιδί και θα κοιτάξω να τον σταματήσω. Θα μπει σε μια σχολή και το απόγευμα θα δουλεύει στην οικοδομή, να μάθει και να γίνει ηλεκτρολόγος. Ας πάει τώρα για τελευταία φορά που θέλει να συμπληρώσει τα προικιά της αδερφής του και θα έρθουν οι καλύτερες μέρες. Να ξέρεις κιόλας ότι από δω θα φύγετε, θα μείνετε σε καλύτερο σπίτι και για το νοίκι μη σε κόφτει, ο κανακάρης σου θα παίρνει καλά λεφτά!
Πόσες συγκινήσεις μπορούσε ν' αντέξει η μάνα σε μια μέρα. Χάθηκαν οι λέξεις στην καρδιά της που φτερούγιζε και τα δάκρυα έτρεξαν ποτάμι στ' αυλακωμένα της μάγουλα. 
- Την ευκή μου γιόκα μου... 
- Άντε καλά, την παίρνω την ευχή σου, άσε τα κλάματα τώρα και πάμε να βρούμε το μελλοντικό ζευγάρι! Χαρίση, φύγαμε! 

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Θα την πάρω!



Η Αστερόπη με το Βλάση έπιναν χαλαροί τον πρωινό καφέ τους, όταν άκουσαν καβγά. 
Δε μπόρεσαν αρχικά να ξεχωρίσουν ποιες μάλωναν, τους εμπόδιζε ο θόρυβος από κάτι σαν τσίγκος που χτυπούσε. Ήταν τα παιδάκια μιας γειτόνισσας, που συνήθιζαν να παίζουν με κομμάτια χαλασμένης σκεπής κοπανώντας τη με πέτρες.
- Αμάν πια κι αυτά, όλη μέρα το κεφάλι μας παίρνουνε!
- Τι γίνεται, φωνές και φασαρία!
Ο γιος τους πετάχτηκε έξω να παίξει με τους άλλους κι η μαμά του βρήκε την ευκαιρία να τρέξει να τον μαζέψει.
- Το γάλα σου πρώτα θα πιεις! 
Με την άκρη του ματιού της είδε τη γυναίκα του φαναρτζή ν' αρπάζεται με τη Μαρουλία.
- Η κόρη μου δεν είναι σαν μερικές όνομα και μη χωριό, ακούς; 
- Ούτε η δική μου! Αλλά βλέπεις, αυτά όλα που της σούρνατε δεν ήταν τίποτα μπροστά στα αίσχη! 
- Ποιος της έσουρνε, εγώ; Εσύ ήρθες και στάθηκες στην πόρτα μου πρωί-πρωί και μου είπες ότι είναι ζωηρή! Για μάζεψε το στόμα σου μην ανοίξω κι εγώ το δικό μου και δε σε ξεπλένει τίποτα!
- Τι να πεις μωρή για μένα; Θα σου βγάλω το μαλλί και δε θα σου μείνει τρίχα!
- Άντε να χαθείς που μ' απειλείς κι από πάνω!
Η Παρασκευούλα ξεπρόβαλε με τη ρόμπα ξεκούμπωτη και την τσίμπλα στο μάτι.
- Τι έγινε, τι πάθατε;
- Ήρθε η τρελή πρωί πρωί να μου πει ότι η κόρη μου είναι ζωηρή και δεν κοιτάει τα χάλια της δικιάς της!
- Σωπάστε καλέ και γίνατε ρεζίλι, ησύχασε Μαρουλία μου... 
- Αμ! Έτσι πάει, κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει! 
- Για μένα το λες αυτό;
- Γιατί, βλέπεις κι άλλη; Ίδια είναι κι η δικιά σου η κόρη, μαζί τα κάνουνε όλα! 
- Μπα που να μη σώσεις! Τα μάτια θα σου βγάλω κουτσομπόλα!
- Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα! 
- Γαϊδάρα είσαι και φαίνεσαι! 
Τα παντζούρια της γειτονιάς είχαν ανοίξει κι απολάμβαναν όλες το θέαμα. Οι μόνες που δεν είχαν βγει να δουν ήταν η Ευρύκλεια κι η Θοδωρούλα που είχαν στήσει το τσουκάλι τσιγαρίζοντας κρεμμύδια για το γιαχνί. Όταν είχαν φαγητό λαδερό, το ετοίμαζαν πάντα νωρίς για να προλάβουν τις δουλειές του φτωχικού τους σπιτιού που δεν ήταν και λίγες. Ανεξάρτητα απ' αυτό βέβαια, ποτέ δεν εμφανίζονταν όταν μάλωναν γείτονες ασχέτως αν οι φωνές ακούγονταν μέχρι μέσα. 
- Μαμά, άρχισαν... Χα χα χα!
- Σώπα κορούλα μου, δεν είναι καλό αυτά να γίνουνται... 
- Δεν είπα ότι είναι καλό γενικά, εδώ όμως πολύ το φχαριστιέμαι! 
- Ωχ... Δεν ημπορώ έτσι λογής πράματα.. 
- Καλά, εγώ πάω στση Αστερόπης!
Πριν προλάβει η μάνα να την εμποδίσει, η κόρη πέταξε τη μπροστοποδιά κι έφυγε σαν το σίφουνα. 

Το σχέδιο πήγε ακριβώς όπως το είχαν προβλέψει όλοι. 
Ήταν ζήτημα λίγων ημερών το ξεμυάλισμα των κοριτσιών με τους ομορφονιούς. Με το πρώτο νόημα που έκαναν, τους πλησίασαν με θάρρος και ρώτησαν τι θέλουν. Μια απλή ερώτηση για ένα δρόμο και μετά τα κομπλιμέντα. Ακολούθησαν τα διακριτικά νοήματα  και τα συνωμοτικά χαμόγελα από μακριά, μέχρι τις ολιγόλεπτες  συναντήσεις πίσω από τα δεντράκια της πλατείας. Καμία δεν έλεγε το μυστικό της στην άλλη, φοβούμενες μην προδοθούν.  Κάτι όμως τα στολίσματα, κάτι τα ξεροσταλιάσματα, κατάλαβαν ότι είναι αρσενικό στη μέση.  Οι κόρες της Μαρουλίας και της Παρασκευούλας  απεδείχθησαν πιο τολμηρές από τη θυγατέρα του φαναρτζή κι άρχισαν να καλύπτουν η μια την άλλη. Κάθε μέρα περίπατο ως το πάρκο παρέα τάχα και χάζι στα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Ξαναμμένες έτρεχαν να χωθούν στις αγκαλιές των ομορφονιών για χάδια και γλυκόλογα. 
- Σε φίλησε;
- Ναι, δυο φορές στα μάγουλα!
- Εμένα κοντά στο στόμα! 
- Κι εσύ τι έκανες;
- Τον φίλησα κι εγώ! 
- Α! Κι αυτός;
- Του άρεσε!
- Σου είπε κι εσένα για το κέντρο, ε;
- Μου είπε αλλά τι να κάνουμε; Αυτά είναι αργά το βράδυ, να πάμε δε γίνεται... Έχω σκάσει!
- Ωραία κατάσταση! Άμα δε μπορούμε εμείς, θα βρούνε άλλες για ντάμες και θα τους χάσουμε... 
- Δίκιο έχεις... 
- Εκτός κι αν κάνουμε το άλλο! Να μείνουμε πιο πολύ μαζί τους, μια το απόγευμα και μια το βράδυ! Έτσι θα τους κοπεί κι η όρεξη για διασκέδαση! Χα χα χα! 
- Πώς μωρέ θα τους δούμε το βράδυ, τι λες τώρα;
- Την ώρα που οι γονείς μας κοιμούνται, πώς τα κάνει η άλλη και γυρίζει εδώ κι εκεί;
- Κι άμα ξυπνήσουν και δε μας δουν θα μας σκοτώσουν, αυτό δεν το σκέφτηκες έξυπνη; 
- Ωχ κι εσύ! Το σκέφτηκα, τι νομίζεις, ότι δεν πρόλαβα όση ώρα μιλάμε; Για λίγο θα είναι...
- Εγώ πάντως φοβάμαι...
- Εσύ μην έρθεις, δε θα σε παρακαλάω κιόλας! 
Μπήκαν στα σπίτια τους με τη σκέψη της επόμενης μέρας. 
Το μόνιμα  αυστηρό ύφος των πατεράδων κι η κοφτερή γλώσσα των μανάδων τους, δεν άφησαν περιθώριο για την κρυφή εξόρμηση που ονειρεύτηκαν. Αποφάσισαν να τρενάρουν τα απογευματινά ραντεβού κι ας περνούσαν εκείνοι λίγο μετά τα μεσάνυχτα για ματιές. Από ολότελα, κάτι ήταν κι αυτό. 
Τα μάτια του κόσμου που είναι πάντα ανοιχτά, έβλεπαν την αλλαγή και τα πονηρά, κρυφά γελάκια τους όταν έτρεχαν σαν έστριβαν το στενό και όχι μόνο. Δυο γειτόνισσες κι ένας νεαρός χασομέρης τις έκαναν τσακωτές πάνω στις τρυφερότητες. Επειδή εκτός από μάτια είχαν και στόμα, το άνοιξαν σαν βαθύ πηγάδι. Η γυναίκα του φαναρτζή ξεκίνησε τις μπηχτές κι απ' την επόμενη μέρα βούιξε ο τόπος. Η Θοδωρούλα είχε πλέον ξεχαστεί, εδώ υπήρχαν τρανταχτές αποδείξεις, όχι μόνο λόγια.
Από κει και πέρα, μπήκε το νερό στο αυλάκι.  



Η μητέρα του Μίλτου σιδέρωνε το πουκάμισο του γιου της και μονολογούσε κλασικά.
<< Χαμένος να πάει; Μια της προκοπής εντέλει δεν υπάρχει εδώ πέρα... Κουνιούνται, λυγιούνται, φτιάχνονται και τρέχουν στους φίλους... Τρομάρα τους, που ρίξανε τα μάτια τους πάνω στο γιο μου! Άμα τους έχουνε μείνει και δεν είναι στραβές κει που πάνε και τα βγάζουνε! Κοπέλες σου λένε μετά...>> 
Ο Μίλτος που είχε ρεπό, μπήκε στη σάλα με το θαλασσί παντελόνι και το άσπρο φανελάκι. 
- Έτοιμο είναι παιδί μου, βάλτο! Θα βγεις έξω, ε; Να προσέχεις, κοίτα μη σε τυλίξει καμιά σαν...
- Τη Θοδωρούλα της κυρά-Ευρύκλειας θες να πεις, ε;
- Όχι παιδάκι μου, πάει αυτή! Για τις κόρες της...
- Τι σημαίνει πάει αυτή μάνα;
- Ε... Όπου να 'ναι θα την κουκουλώσουν και μάλιστα με εύπορο, έτσι ακούστηκε. Τώρα πώς θα την πάρει αυτός, άλλο καπέλο!
- Τι, τι, τι; Ποιος τα λέει αυτά;
- Όλοι τα λένε, τις κουβεντιάζουνε! Κάτι μουσαφίρηδες καθώς πρέπει με κούρσα, τραπεζώματα, η  Αστερόπη που το κουβέντιαζε όξω απ' το φούρνο, ακούγονται αυτά. 
- Κι η Θοδωρούλα τι λέει, θα τον πάρει δηλαδή;
- Ξύπνια είναι, το συμφέρον της το ξέρει! Και τι σε κόφτει εσένα για να 'χουμε καλό ρώτημα; 
- Με κόφτει μάνα, γιατί θέλω να την πάρω εγώ! 
- Τι είπες; Θα με πεθάααααανεις!
Οι επόμενες δυο ώρες πέρασαν με ποτήρια κρύου νερού, ζαλάδες, απειλές, καβγάδες, φουντώματα. Την ωραία ατμόσφαιρα διέκοψε το κουδούνι κι η ανήσυχη παρουσία της θείας του στην εξώπορτα.
- Τι γίνεται καλέ κι εδώ μαλώνετε; Δεν φτάνει έξω ο σκοτωμός! 
- Με χάνεις αδερφούλα μου και να ο αίτιος! 
- Τι πάθατε, η μέρα το 'χει; Οι καβγάδες στις δόξες τους σήμερα!
- Πού, ποιοι, τι έγινε;
- Χαμπάρι δεν πήρες; Στης Ευρύκλειας και στης Αστερόπης πιο κάτω, θα φωνάξουνε άκουσα την αστυνομία! 
Η μάνα ξέχασε προς στιγμή το θέμα του γιου της, σηκώθηκε από την καρέκλα που πριν λιποθυμούσε και πήγε φουριόζα στο παράθυρο ν' αφουγκραστεί. Γείτονες, σχεδόν έτρεχαν για να δουν από κοντά τον καβγά. Ποιος τους έπιανε!
- Πω πω πω!  Μίλτο, τι λες εσύ για τούτα αγόρι μου; 
- Αυτό που λέω εγώ θεία, είναι ότι υπάρχει δικαιοσύνη τελικά! Κατηγορούσαν τη Θοδωρούλα χωρίς λόγο και δες τώρα τα χάλια τους! Κάνας μήνας κοντεύει που...Άντε μην ανοίξω το στόμα μου... Δεν την είδε ποτέ κανείς να κάνει κάτι και για φασαρία δεν βγήκε  η μάνα της, ούτε να τους βγάλει τ' άπλυτα στη φόρα που τα ξέρει πολύ καλά! Τώρα ας δούνε τι αξίζει η...
Η μάνα κρατήθηκε στο περβάζι έξαλλη.
- Το μυαλό σου εσένα εκεί, σ' αυτή! Τίποτα δεν αξίζει, άντε από δω,  σα δε ντρέπεσαι να την υποστηρίζεις κιόλας!
Η αδερφή της μάταια προσπαθούσε να την ηρεμήσει.
- Άσε με στα βάσανά μου! Τι με βρήκε πάλι και δεν είναι εδώ κι ο πατέρας του να του πει καμιά κουβέντα... 
Να δεις άμα έρθουνε οι άλλοι πατεράδες τι έχει να γίνει!
Μέχρι την πόρτα της αυλής βγήκε κι έκανε νόημα σ΄ένα παιδάκι να το στείλει στο φούρνο για ψωμί. Συνηθιζόταν τα μικρά να κάνουν θελήματα όταν δε μπορούσε η νοικοκυρά. Τα βάσανα που είχε δεν την εμπόδιζαν στο να θέλει να έχει πλήρη εικόνα του γυναικοκαβγά, χωρίς όμως να δίνει δικαιώματα. Περιμένοντας το πιτσιρίκι καλυπτόταν, τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Ο Μίλτος με το αίμα ανεβασμένο στο κεφάλι έβαλε λίγη κολόνια στα φρεσκοξυρισμένα του μάγουλα κι έφυγε σαν το σίφουνα χωρίς να χαιρετήσει. Πήγε από τον δρόμο που έβγαζε πίσω από το σπίτι της Ευρύκλειας αποφασισμένος.
Τη Θοδωρούλα δε θα την έπαιρνε κανένας άλλος. 

Η Ευρύκλεια θυμιάτιζε τις εικόνες και προσευχόταν δακρυσμένη. 
- Κάμετε το θάμα σας να έρτουν ούλα κατά πως πρέπει και να ησυχάσει ο κόσμος... Δεν ηζήτηξα ποτές τίποτις για μένανε...
Η Θοδωρούλα επέστρεψε με φλογισμένα μάγουλα. Η Αστερόπη από την ταράτσα που είχε ανέβει να μαζέψει τα σεντόνια που λιάζονταν, είδε το Μίλτο που πλησίαζε στο σπίτι τους. Κατέβηκε γρήγορα και την έστειλε απέναντι σπρώχνοντάς την σχεδόν.
- Τρέξε και δες τι θα σου πει! Κανένας δε θα πάρει χαμπάρι, εδώ είναι όλοι μαζεμένοι! 
Κατατρόμαξε η μάνα όταν έμαθε τι γίνεται. Πολύ βαρύ της έπεσε, έλειπε κι ο γιος της.
- Η μαμά του δε σε θέλει παιδάκι μου, τι γάμους λέγεις; 
- Δεν τόνε νοιάζει λέει, μεγάλος είναι και θα κάμει αυτό που θέλει!
- Και πώς, χωρίς την ευκή των γονέων του θα σ' ηπάρει; Θα μας ηκάμουν μεγάλη φασαρία, ας μαλάκωνε κομμάτι να γένουν ούλα σωστά. Δεν ηπαντρεύουνται έτσι οι αθρώποι με τσι κατάρες και τσι βαρυγκώμιες και ποιος ημαζεύει τα στόματα ουλωνώνε μετά!
- Τα στόματα έχουνε άλλη δουλειά τώρα, αφήκανε εμένα κι ηπιάσανε τσι άλλες καλέ μαμά, δεν ακούς τι γίνεται; Τσι είδανε κιόλας που τσι είχανε αγκαλιά, ήκαμα εγώ τέτοια πράματα ποτές; 
- Όχι παιδί μου, δεν ηξεύρω τι κορίτσι είσαι; 
- Τι να τον πω που περιμένει;
- Να πάει στο καλό και να τα μιλήσει με τσοι δικοί του, άμα θέλουνε ας έρτουνε να σ' ηζητήξουνε όπως είναι το σωστό.
- Δε θέλουνε μαμά... 
- Ας φύει κι ο,τι είναι να... 
Το πετραδάκι που χτύπησε με δύναμη τον τοίχο τη διέκοψε. Βγήκε με τρόπο πίσω από τη βουρκωμένη κόρη της, κρατώντας κι ένα τενεκέ τάχα ότι πετούσε τους πεσμένους σοβάδες. 
Ο Μίλτος κατάλαβε ότι ήταν αρνητική η μάνα.
- Κυρά-Ευρύκλεια, σου ζητάω την κόρη σου! Αν δε μου πεις το ναι, θα την πάρω να φύγουμε!
- Τρελάθηκες παιδί μου; 
- Ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος είμαι που θα κλέψω την κοπέλα που αγαπάω και μ' αγαπάει κι αυτή! Θα την πάρω!
Ο Χαρίσης βρήκε την κατάλληλη στιγμή να γυρίσει από το γραφείο της εταιρείας που είχε κάτι δουλειές. Έστειλε μάνα κι αδερφή μέσα στο σπίτι και πήδηξε τη μάντρα για να βρεθεί μαζί του. Τις προθέσεις του από μέρες τις ήξερε. Τρελός από χαρά αγκάλιασε το Μίλτο και περπάτησαν αρκετή ώρα συζητώντας. 
Επιστρέφοντας τις βρήκε με το Βλάση και την Αστερόπη.
- Τι έγινε ρε αντράκι, πότε με το καλό;
- Γρήγορα Βλάση μου! Θα την πάρει κι άσε τις άλλες να σκοτώνονται!