.

.
.

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Φθινοπωρινοί περίπατοι


Με το εμπριμέ φόρεμα που έδενε σφιχτά στη μέση, το λεπτό  άσπρο ζακετάκι και τις νάυλον κάλτσες που φόρεσε για πρώτη φορά η Θοδωρούλα, με φόβο μη τις σκίσει, καμάρωνε στο σεργιάνι όμορφη και φρέσκια. Ο Χαρίσης  κάθε λίγο κοντοστεκόταν και χαιρετούσε γνωστούς και γείτονες.
Όλοι  σχεδόν, εκτός απ' τις φαρμακόγλωσσες βέβαια που πίστευαν ότι η Θοδωρούλα δεν άξιζε ούτε δεκάρα, αγαπούσαν το νέο παλικάρι που προτίμησε να ξενιτευτεί για να βοηθήσει τη μάνα και την αδερφή του, όταν οι συνομήλικοί του έπαιρναν το χαρτζιλίκι από τους γονείς και τριγύριζαν άσκοπα. 
- Καλωσόρισες! Θα κάτσεις καιρό εδώ; 
- Μπα, όχι πολύ... Όσο βρίσκω μπάρκο θα φεύγω! 
- Μικρός είσαι ακόμα για τέτοια δουλειά...
- Καλός είμαι! Χα χα χα! Έχω αδερφή να παντρέψω κι η μάνα μου πώς να τα βγάλει πέρα;
- Λεβέντης και δουλευταράς! Μπράβο παλικάρι μου!
Η πλατεία είχε κόσμο αρκετό με παιδάκια που έπαιζαν ανέμελα και φώναζαν όσο οι γονείς τους έτρωγαν ζεστό πασατέμπο στο χωνάκι. Η Αστερόπη άφησε το μικρό να κάνει τσουλήθρα και να κυλιστεί μαζί τους στο χώμα με τη μπάλα. 
- Κρίμας να μην έρθει κι ο Βλάσης μαζί μας...
- Άντε καλέ! Σιγά μην έχανε το τάβλι με τον ξάδερφό του! Θα έρθει στη μάνα σας για ούζο και μεζέ μετά!
Γέλασαν τ' αδέρφια μαζί της και κάθισαν αναπαυτικά στο απέναντι ζαχαροπλαστείο για πάστα. Ο μικρός της την έφαγε λαίμαργα και γύρισε στο παιχνίδι.
Τα μάτια όλων ήταν καρφωμένα πάνω τους. Η Αστερόπη όμορφα ντυμένη κι εκείνη, φορούσε γαλάζια φούστα και μπλούζα με ρίγες λευκές και μπλε ζακέτα. Η έξοδος σε ζαχαροπλαστείο ήταν επίσημη, αντίθετα με το παγκάκι. 
Πόσο ωραία ήταν αυτά τα χρόνια! Χαιρόταν ο κόσμος τα ρούχα του, ανάλογα με το πού είχε να πάει. Ο κινηματογράφος, οι επισκέψεις στις ονομαστικές γιορτές, οι γάμοι, τα βαφτίσια, οι ταβέρνες... Αν κάποιοι τυχεροί είχαν τη δυνατότητα να πάνε στο θέατρο, συνήθως οι πιο ευκατάστατοι, ντύνονταν και στολίζονταν στην πένα. Κομμωτήριο οι κυρίες, καλό παλτό, λουστρίνι τριζάτο με τακούνι, κολιέ και μενταγιόν, κοστούμι οι σύζυγοι, φρέσκοι από τον κουρέα που πρόσεχε την παραμικρή λεπτομέρεια από σβέρκο μέχρι μάγουλο. Και την επόμενη μέρα μαζεύονταν οι άλλες να μάθουν για την υπόθεση, αρχή, μέση και τέλος, κυρίως όμως πώς ήταν οι ηθοποιοί από κοντά. 
Η Αστερόπη με το Βλάση είχαν πάει τον πρώτο καιρό του γάμου τους, πριν γεννηθεί το παιδί τους. Μα κι η Θοδωρούλα θα πήγαινε με την ξαδέρφη της τη Δέσποινα και το μνηστήρα της, έτσι της είχαν υποσχεθεί. Αχ και πώς το περίμενε! 
Πέρασαν δυο ευχάριστες γλυκαμένες ώρες κι άρχισε η μάχη με το μικρό που δεν ήθελε να φύγει. 
- Πάμε βρε και να δεις η θεία Ευρύκλεια τι ωραία φαγάκια θα μας έχει! Και χαλβά με πολύ αμύγδαλο που σ' αρέσει! Άμα πάλι δε θες, κάτσε εδώ να το φάνε άλλοι και να κλαις μετά... Έλα, χεράκια θα πλύνεις μόνο και θα κάτσουμε μέχρι αργά.
Με κλαψούρισμα και μύξες που του σκούπιζε συνέχεια, έφυγαν για το σπίτι. Ολόκληρο θα τον έπλενε η μάνα του κι ας έλεγε μόνο τα χέρια. 

Όμορφα πέρασε το βράδυ. Με μπόλικο ουζάκι, μεζέδες, γέλια και τραγούδια απ' το Βλάση που ήταν γλεντζές κι έξω καρδιά. 
Περασμένα μεσάνυχτα έφυγαν με το μικρό κοιμισμένο πια στην αγκαλιά του πατέρα του.
- Αύριο να μηνύσουμε τους θείους και τα ξαδέρφια σου που ήρτες παιδάκι μου! 
- Ναι μάνα! Τσ' ήφερα κι εκείνο το δώρο που πολύ χαρά θα κάμουνε!
- Τσι ευκές μου να έχεις γιόκα μου, που ούλα τα μετράς καλά και σωστά! Τσι ευκές μου! 
- Δεν τσοι κάμουμε καλύτερα έκπληξη; Να μπείτε πρώτα εσείς κι εγώ θα κρυφτώ στο πλάι να μ' ιδούνε άξαφνα; 
- Ναίσκε γιε μου! Τση τρελής θα γίνει αφ' τσι χαρές! 
- Ο θείος Ασημάκης άμα ιδεί τα τσιγάρα... Θα κάθεται να τα πίνει με το γαμπρό του... Αμερικάνικα βλέπεις, ωραίος καπνός! Με τσι κούτες τα παίρνουνε μάνα και κάμουνε αμάν ούλοι για δαύτα! Λέγω να δώκω και τον κυρ-Φανούρη κάνα δυο πακέτα, που πολύ εχτίμηση τον έχω.
- Μα κι εκείνος μας αγαπά και μας εχτιμά Χαρίση μου κι ούλο την έγνοια σου έχει! Πολύ καλός και πονετικός! Και πόσες φορές μας ήβανε παραπάνω πράμα χωρίς να μας ειπεί τίποτις... Και καλά το ζύγιαζε στα δράμια του αμά σωστό δεν ήτονε, ήβλεπες το κομμάτι πιο μεγάλο... Χρυσός άθρωπος! 
- Είδες μάνα; Κι άλλοι κάμουνε το ανάποδο κι ηκλέβουνε τον κοσμάκη. Παλιαθρώποι!
- Τα ζήσαμε και με το μπαμπά σου το σχωρεμένο και μετά που μας άφηκε... Τι να ειπείς... 
- Α! Να πείτε και τη μαντάμ Μαρίκα και τη συμπεθέρα τη Σουλτάνα να έρτουνε, να τσ' ιδώ κι εγώ, ε;
- Βέβαια! Να ιδούμε και τι θα γίνει με την αδερφή σου παιδάκι μου, πολύ τσι έχω εμπιστοσύνη...
- Μη σεκλετίζεσαι κι ούλα θα γίνουν κατά πώς πρέπει. Αλλά να ξεύρεις ένα πράμα: Από δω δεν θα φύγω, άμα δεν τσ' ηβάλω στη θέση τους ούλους που ήβγαλαν τα κακά τα λόγια!
Τρέμουλο έπιασε τη μάνα. Αυτό που φοβόταν, δε μπορούσε μάλλον να το αποφύγει.
- Ησύχασε παιδάκι μου μη κι ηγίνει κάνα κακό. Ταραχές και φασαρίες, πάντα έχουνε άσκημο τέλος... Μη σε μουτζουρώσουνε τα χαρτιά σου και μετά δε θα σ' ηθέλει κανένας μήτε στη δούλεψή του, μήτε καλό θα ιδείς ποτές στη ζωή σου! Τι θα κάμουμε; 
- Μη κλαις και μη φοβάσαι μανούλα μου! Κάτι κακό δε θα κάμω...
- Ναίσκε λεβέντη μου, σάματις δεν ηξεύρω το παιδί μου; Αλλά να, λόγο στο λόγο... 
- Σώπασε είπαααα!
Κουτούλαγε από τη νύστα ο Χαρίσης. Το ταξίδι της επιστροφής, το κρασί το μεσημέρι και το άφθονο ουζάκι με την παρέα το βράδυ, τον μισοκοίμισαν στην καρέκλα. Η Θοδωρούλα του είχε στρώσει καθαρά σεντόνια και μια λεπτή κουβέρτα και τον βοήθησε να ξαπλώσει. Ήταν τόσο χαρούμενη κι ευτυχισμένη εκείνη τη μέρα! 
Έβγαλε με τα γάντια τις κάλτσες για να μη φύγει κάνας πόντος και τις άπλωσε στην καρέκλα. Οι ζαρτιέρες που τις συγκρατούσαν ήταν της μαμάς της, που τις είχε στο κάτω συρτάρι με τα καλά εσώρουχα και μοσχοβολούσαν λεβάντα. Μάζευαν τα άνθη και τα ξέραιναν στον ήλιο, μετά τα έτριβαν κι η μυρωδάτη σκόνη έμπαινε σε τριπλά τούλια από μπομπονιέρες που ποτέ δεν πέταγαν. Έτσι αρωμάτιζαν τη ντουλάπα και το μπαούλο με τα ρούχα. 
Η σκέψη της ταξίδεψε ξαφνικά. Φαντάστηκε πως ήταν σ' ένα σπίτι άλλο, που δεν είχε υγρασία και σημάδια στους τοίχους, ούτε παλιά ντουλάπια ετοιμόρροπα στην κουζίνα. Καμάρωνε το νοικοκυριό της με τα καινούργια γυαλιστερά έπιπλα κι ασπρόρουχα που ήταν στολισμένα με δαντέλες. Κι εκείνα τα φαγητά στο τραπέζι όμορφα στολισμένα στις πιατέλες και την κανάτα με το κρασί στη μέση, δεν τέλειωναν ποτέ. Μπαινόβγαινε κρατώντας δίσκους με αχνιστές νοστιμιές και σερβίριζε κόσμο πολύ, γιορτή θα ήταν. Δεν είχε άγχος ότι δε θα φτάσουν και τα λιγοστά λεφτά της δεν επέτρεπαν παραπάνω έξοδα. Ήταν όμορφη, ήρεμη κι ευτυχισμένη. Έκανε τη βραδινή προσευχή της και κοιμήθηκε χαμένη στο όνειρο... 


Ο Χαρίσης ήπιε το πρωινό του καφεδάκι απ' τα χεράκια της μάνας.
- Δεν είναι καλά η Αστερόπη σήμερις γιε μου... Το στομάχι της χάλια αφ' το ξημέρωμα είπε ο Βλάσης...  
- Καλέ μάνα, σάματις κι εγώ την είδα κομμάτι χλωμή λίγο πριν φύγουνε τη νύχτα... Στον περίπατο μια χαρά ήτονε πάντως!
- Τι να την ηπείραξε την κοπέλα; Μπα κι έχει πάρει κάνα κρύο τον είπα, να την ηδώκει λίγο χαμόμηλο, να κάμει και κάνα τρίψιμο με το σπίρτο να ζεσταθεί...
- Ζακέτα φόραγε πάντως χτες. 
- Θα πεταχτώ μια να την ιδώ άμα δε συνέρθει.
- Να πας μάνα, να πας.
Ξεκούραστος και φρέσκος, πήρε τα τσιγάρα και βγήκε για το μπακάλικο με το χαμόγελο ως τα αυτιά.
- Βρε, βρε, βρε! Καλώς τον μου, καλώς ήρθες αγόρι μου!
- Καλώς σε βρήκα κυρ-Φανούρη μου; Τι κάμετε, καλά;
Του έδωσε ένα σκαμνάκι να καθίσει και λουκούμι να τον γλυκάνει. Άνοιξε το πακέτο με χαρά παιδιού, έβγαλε τσιγάρο και το άναψε απολαμβάνοντας το μυρωδάτο καπνό. 
- Να ΄σαι καλά παλικάρι μου! Πολύ συγκινήθηκα που με θυμήθηκες!
- Σε ξεχνάω και ποτέ μου νομίζεις; Κι εγώ συγκινήθηκα με το λουκούμι που με τράταρες όπως τότες που ήμουνα μικρός και μ' έσερνε για η μάνα για η αδερφή μου και χτύπαγα τα ποδάρια μου με κλάματα και φωνές που μάλωνα με τσ' άλλοι στο δρόμο. Με το που το ήτρωγα γλύκαινε το μέσα μου...
- Και τώρα μικρός είσαι κι όποτε θες θα έρχεσαι να σε γλυκαίνω! 
- Οι στεναχώριες δε λείπουνε κυρ-Φανούρη μου ποτές... Μεγάλωσα πριν την ώρα μου επειδής έτσι ήπρεπε, μα δε βαρυκομώ. Τυραννισμένη πολύ είναι η μάνα μου, τα ξεύρεις δα... Και ξέρω πώς έχεις φερθεί τόσα χρόνια για ο,τι χρειαζούμαστε... Είδες τι παθαίνω τώρα; Μισά λόγια σαν τη μάνα μου και την αδερφή μου και μισά σαν ούλους εσάς μιλάω! Χα χα χα! Για να νιώθουνε τη γλώσσα τση πατρίδας μας, αμά μπερδεύομαι! Χα χα χα! 
- Πλάκα έχεις βρε! Χα χα! Να μη νιώθεις υποχρέωση και να μην τα λες αυτά! Νοικοκυρά γυναίκα η Ευρύκλεια και πιο καλή απ' όλες εδώ στη γειτονιά! Αίμα έφτυσε που λέει ο λόγος για να σας αναστήσει... Κι αυτή η αδερφούλα σου, στο ένα πόδι στέκεται το πουλάκι μου, πρώτη και καλύτερη σε όλα! Χαρά σ' αυτόν που θα την πάρει! 
Πριν προλάβει ν' απαντήσει ο Χαρίσης, η μια φαρμακόγλωσσα που είχε κρυφτεί πίσω απ' τα κοφίνια στην πόρτα του μαγαζιού, τάχα πως στρώνει την κάλτσα της, εμφανίστηκε με μάτια που πετούσαν φωτιές.
- Ε! Δε θ' αργήσει κατά πώς φαίνεται... Καλημέρα κυρ-Φανούρη!
- Τι φαίνεται που δεν το βλέπω δηλαδή;  
- Εεεε... Καλωσόρισες, καλωσόρισες!
- Τι εεεε, κυρά-Μαρουλία, δεν κατάλαβα;
- Δεν κατάλαβες! Λέω, μικρή είναι, πεταχτή είναι, όλο και κάποιον θα βρει να τυλίξει!
- Και τι είναι η αδερφή μου, μηχανή του τσιγάρου για να τυλίξει άντρα αντί για καπνό; Και πεταχτή που τη λες, μόνο στις δουλειές και τα θελήματα είναι! Όχι σαν μερικές που τη στήνουνε στις πόρτες μπας και χάσουνε κάναν άντρα απ' τα μάτια τους!
- Α! Δεν ξέρω τι κάνει καθεμιά  κι ούτε που με νοιάζει δηλαδή... 
- Μωρέ ξέρεις και παραξέρεις! Και καλά θα κάνεις να κοιτάζεις την κόρη σου κι όχι τη Θοδωρούλα!
Θηρίο ανήμερο έγινε η Μαρουλία! 
- Τι είπες βρε για την κόρη μου; Είσαι εσύ άξιος να την πιάσεις στο στόμα σου;
- Γιατί, είσαι εσύ άξια να πιάσεις την αδερφή μου στο δικό σου στόμα;
- Τι σου είπα βρε; Πεταχτή την είπα κι άλλο τίποτα δε βγήκε απ' το στόμα μου γιατί είμαι καλή γυναίκα εγώ! Μπας και θες να μάθεις τα τι σούρνει η γειτονιά κι ο κόσμος όλος για δαύτη; 
- Ναι, θέλω! Αλλά όχι απ' το δικό σου στόμα, εδώ είμαι κι όποιος θέλει ας έρθει να μου πει! Και να δεις τι έχω να πω κι εγώ για τις δικές τους!
Η Παρασκευούλα εμφανίστηκε φουριόζα. κρατώντας ένα κουνουπίδι. Από ώρα ήταν στο πλάι της πόρτας κι άκουγε με τα αυτιά τεντωμένα.
- Ορίστε μας! Ήρθε κι ο Χαρίσης απ' την άλλη άκρη, να κατηγορήσει τα κορίτσια μας!
- Εσείς τρωγόσαστε με την αδερφή μου! 
- Μμμμμ... Άλλη δουλειά δεν έχουμε...
- Αυτό λέω κι εγώ, δεν έχετε;
Ο κυρ-Φανούρης επενέβη για να ηρεμήσουν τα πνεύματα.
- Άφησέ τες  βρε παιδάκι μου κι ησύχασε! Αμαρτία να συγχύζεσαι ακόμα δεν έπιασες στεριά!
- Μα να της κάνουνε πόλεμο κι εγώ να μην έχω χαμπάρι; Μήτε τη μάνα μου δε σεβαστήκανε που τσ' έχει κάμει του κόσμου τα καλά; Φεύγω, θα πάμε στης θείας μου πιο μετά κι έχουμε δρόμο... Χαιρετώ!
- Στο καλό παιδί μου και σ' ευχαριστώ πολύ, πάρα πολύ!
- Τίποτις δεν κάμει κυρ-Φανούρη μου, να 'σαι καλά! 
Οι συγχυσμένες κουτσομπόλες αφού παίνεσαν τις κόρες τους για την τιμή και την προκοπή τους, έτσι για να φύγουν οι υποψίες, έπρεπε να μάθουν τι έδωσε του μπακάλη και τον ευχαριστούσε με τόση χαρά. Εκείνος κράτησε κλειστό το στόμα του, έτσι για να σκάσουν! 

Ωραία πέρασαν στης θείας το σπίτι. Νικούλα, Ασημάκης και ξαδέρφια, δάκρυσαν και ξεφώνιζαν από χαρά όταν τον είδαν!
Ο γαμπρός της Δέσποινας τους πήγε ένα μεγάλο περίπατο με το ταξί και γνώρισαν άλλες περιοχές. Έφτασαν σε βουνά γεμάτα δέντρα κι ανάσαναν τη φρεσκάδα του καθαρού αέρα. Οι νέοι γύρισαν αργά με τα μάγουλα ροδοκόκκινα και τις αγκαλιές γεμάτες λουλούδια.
Η Νικούλα έκλεισε συνωμοτικά το μάτι στην Ευρύκλεια.
- Δεν τσι αφήνω να πάρουνε μονάχοι τα βουνά, την ητρώγουμαι την ανιψιά σου, φοβούμαι...
- Χα χα χα! Και καλά κάμεις! Τα ξεμοναχιάσματα μετά τα στέφανα! 
- Ναίσκε νύφη μου! Καλά που ήρτατε κι υπήγαν ούλοι μαζί και τσι πρόσεχε ο γιος σου!
- Κι ηγιομίσανε αγέρα τα πλεμόνια τους που έχομε χειμώνα μπροστά για τσι πούντες! Χα χα χα!
Ο γαμπρός αφού ανανέωσε το ραντεβού τους, άφησε την οικογένεια στο σπίτι. Επέμενε πολύ να τους πάει πάλι, ήταν εξαιρετικά ευγενικό και φιλότιμο παιδί. Αυτή τη φορά δεν έμεινε για γλυκό ή μεζεδάκι στης Ευρύκλειας, έφυγε του σκοτωμού για το μεροκάματο. Είχε χάσει λίγες ώρες με τον περίπατο αλλά χαλάλι τους! Η μαυριδερή κόρη της Παρασκευούλας έδωσε μια με τον αγκώνα στην κόρη της Μαρουλίας. Μασούσαν τσίχλα αδιάκριτα, σαν κατσίκες, ξεροσταλιάζοντας στο παράθυρο. Οι μάνες βγήκαν τρέχοντας όταν άκουσαν το αυτοκίνητο.
- Είδες τύχη η ανιψιά; Ωραίος είναι, ε;
- Αμ δεν είδα; Σμυρνιές παιδί μου, τους καλύτερους βουτάνε! 
- Μωρέ καλά τα λένε...
- Εσείς να τα βλέπετε, είναι ξύπνιες! Τα μάτια σας ανοιχτά να τα έχετε, μετρημένα τα καλά παιδιά είναι και θα μας τα πάρουνε μέσα από τα χέρια μας!
Κατά βάθος υπήρχε βέβαια ανταγωνισμός. Καθεμιά ήθελε να πάρει ανώτερο η δική της κόρη, για να μπει στο μάτι της άλλης κι ας κρατούσαν τα προσχήματα όταν συζητούσαν. Μόνες στα σπίτια τους μαμάδες και κόρες, κατηγορούσαν τις άλλες και τις υποβίβαζαν. Κλασικά πράγματα. 


Η Μαρίκα ζήτησε από τη Σουλτάνα να της κουμπώσει το κολιέ για να μη χαλάσει τα φρεσκοβαμμένα νύχια της.
- Σε δυο λεφτά ηφύαμε συμπεθέρα μου!
- Ναι για! Ίσα που να προλάβει ο γιος μου με την Αγλαΐτσα να μας πάει, καλύτερα θα είναι!
- Για τη δουγειά που θέλομε, βέβαια! Καλύτερα να μας ιδούνε πολλοί μαζί! Χα χα χα!
- Ωραίο μπούγιο κάνομε όμως, ε; Φτου σκόρδα, μάτι μη σε πιάσει συμπεθέρα μου!
Τι όμορφα που είχε ντυθεί κι εκείνη τη μέρα η Μαρίκα!
Με τη στενή βυσσινί μακριά της φούστα που άνοιγε προς τους αστραγάλους με χάρη, το μαύρο πουκάμισο με τις δαντέλες και την επίσης βυσσινί ζακέτα με τις μαύρες μανσέτες και τα χρυσά κουμπάκια, στεκόταν στητή στις γόβες της. Όλα της τα ρούχα ήταν προσεγμένα και ταιριαστά.Ο,τι αγόραζε, είχε πάντα συμπλήρωμα. Λίγο ύφασμα για το λαιμό, τα μανίκια, έφτιαχναν σύνολα ασορτί.  Τα χρυσά της χέρια κρατούσαν συχνά ένα τόσο δα μικρό βελονάκι που βύθιζε στη λεπτή κλωστή κι έφτιαχνε αριστουργήματα που στόλιζαν τα ρούχα της. Κολλάριζε τις όμορφες δαντέλες, άλλες με άκρες μυτερές, άλλες με στρογγυλεμένες και τις έραβε με μεγάλη προσοχή, κάνοντας μοναδική τη γκαρνταρόμπα της. Δεν άφηνε τίποτα στην τύχη σχετικά με την εμφάνισή της. Είχε όμως πάντα κι ένα καλό λόγο για όλους. 
- Σκόρδα και σ' εσένανε, κούκλα είσαι! Πολύ σε πάει το φουστάνι, έχεις κι έμορφα τα μαλλάκια σου, ηχτυπάει και το φλουρί κι ο σταυρός απάνω, στράκες κάμνεις! 
Η αλήθεια ήταν ότι αγκομαχούσε το φόρεμα στο παχουλό σώμα της Σουλτάνας. Την τραβούσε μπροστά στο στήθος, στα μπράτσα και στην περιφέρεια, αφού τα κιλά της είχαν πάρει πάλι τον ανήφορο επικίνδυνα. Μπρος στην απόλαυση του καλού φαγητού όμως, ήταν λεπτομέρεια. Χαλάλι μπρε, μια ζωή την έχουμε!
- Του Γιωργάκη μου το καπάρο μαζί με το δαχτυλίδι... Πάνε τόσα χρόνια που δεν τα έχω βγάλει απέ πάνω μου συμπεθέρα... Έτσι με είχε πει κι έτσι έκαμα! Όταν τον έχασα το είχα από μέσα μου σαν φυλαχτό ένα πράμα... Και το σταυρό της συχωρεμένης της πεθεράς μου που με τόνε πέρασε στην αρρεβώνα με το βραχιόλι μου το καλό και τα μεγάλα σκουλαρίκια με τις ίδιες πέτρες... 
- Κι αυτά που ήβαλες πολύ ωραία και καλά είναι όμως!
- Ε! Είπα να βάλω παραπάνω μαλαματικά για να τους μπούμε στο μάτι, να κάμουμε τις πολύ πλούσιες και να σκάσουνε απ' το κακό τους οι άλλες! Χα χα χα! 
Ήταν γενικά φορτωμένη με χρυσαφικά η Σουλτάνα όπως όλες οι Κωνσταντινουπολίτισσες. Όταν επρόκειτο να πάει κάπου, έβαζε και κάτι επιπλέον, έτσι για να της φανεί η έξοδος. 
Η Αγλαΐα κομψή και καλοντυμένη κι εκείνη, βγήκε από το αυτοκίνητο του Ιάκωβου. Γλώσσα μέσα δεν είχε βάλει ο άντρας της κι έβγαλε το άσπρο μαντιλάκι της να σκουπίσει με την άκρη του τα μάτια της.
Η Σουλτάνα την κοίταξε ανήσυχη.
- Τι έπαθες παιδάκι μου, κλαις; 
- Από τα γέλια καλέ μαμά! Αυτός ο γιος σου με τρέλανε και φοβούμαι μη με φύγει το ρίμελ κι ηγίνουνε τα μάτια μου μουτζούρες!
- Χα χα χα! Τι λέει πάλι ο στόμας σου μπρε τζουτζέ; 
- Ωραία μάνα έχω, να με λέει έτσι! Δε φτάνει που κάνουμε τα μυαλά σου και μας τρέχεις πάλι, άντε! Πρόσεχε καλά καημένη μου, μη κάνεις πάλι καμιά παλαβομάρα γιατί δε σε κουβαλάω ποτέ πια! Και για να 'χουμε καλό ρώτημα, λογαριάζεις μήπως να κατουρηθείς σε κάνα μαγαζί; Αν είναι έτσι, ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις, τελεία και παύλα! 
Συμπεθέρα και νύφη έσκασαν στα γέλια. Έψαξε κι η Μαρίκα το μαντίλι της για να προλάβει το μακιγιάζ της.
- Σους μπρε! Γίνηκε ένα πράμα μια φορά και θα με το κοπανάς συνέχεια; Για καλό τα κάμουμε τζάνουμ, μεγάλη αμαρτία το κορίτσι! Ήρτε κι ο αδερφός της απ' τα καράβια το γιαβρί μου...
- Κανόνισε να τον κάνεις να φύγει με το επόμενο για να γλυτώσει, ε;
Έτσι, με γέλια κι αστεία έφτασαν στο σπιτάκι της Ευρύκλειας.
Μάνα, κόρη και γιος, βγήκαν χαρούμενοι να τους υποδεχτούν. Ανάσα ανακούφισης κι ελπίδας ήταν για εκείνες η επίσκεψή τους. Ο Ιάκωβος βγήκε πρώτος κι άνοιξε τις πίσω πόρτες για τις μητέρες. Ο σεβασμός προς τους μεγαλύτερους ήταν αρχή όλων τους. Ακολούθησε η μπροστινή για τη γυναίκα του. Το πρώτο που αντίκρισαν οι γειτόνισσες μετά τον ψηλό, λεβέντη άντρα, ήταν η κομψή γάμπα της Αγλαΐας ντυμένη με φίνα κάλτσα και γόβα δίχρωμη με λουράκι που αγκάλιαζε το λεπτό της αστράγαλο. 
- Μπα! Ποιοι είναι πάλι τούτοι; 
- Α! Να τες πάλι αυτές! Το ζευγάρι τι να τους είναι; Πλούσιοι φαίνονται κι αυτοί!
- Κοίτα αέρα που έχει η κοπέλα! Και τι ρούχα, τι παπούτσια!
- Χμμμ... Σάμπως να μοιάζει με την ψηλή την αδύνατη, κόρη της να είναι άραγε;
Η μυρωδιά του φαγητού που καιγόταν έκανε τη Μαρουλία να βάλει τη φωνή στην κόρη της κι η Παρασκευούλα πήρε τη σκούπα και βγήκε στο δρόμο, μη της ξεφύγει τίποτα. Οι υπόλοιπες κοντοστέκονταν στις πόρτες ψάχνοντας παρέα για κουτσομπολιό.
Αυτό το απόγευμα είχε μεγάλο ενδιαφέρον...




Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Είναι καλή τύχη για το κορίτσι


Η Ανθούλα σκούπιζε τα μάτια της που έτρεχαν δάκρυα απ' τα πολλά γέλια. Η ανάσα της κοβόταν και πνιγόταν με το νερό. 
- Μπα που άδικη ώρα να μη σ' έρτει! Χα χα χα! 
Η Αγλαΐα κι η Μαρίκα περιέγραφαν το πώς ξεκίνησαν όλα.
- Πού να φανταστώ καλέ θεία ότι θα ξημερωνόμουν κάτω, στην είσοδο; Να ξυπνήσω και να μην είναι ο άντρας μου στο σπίτι; Τρελάθηκα σ' ηλέγω, δεν ήξευρα ποιο δρόμο να πάρω να τόνε ψάξω!
- Τρελή, παλαβή! Ούλο τον κόσμο τα πάνου κάτου έφερες πάλι! Έχεις κάμει ένα σωρό, αμά τέτοιο πράμα μήτε που περίμενα! Χα χα χα!
- Εγώ λόγια πήγα να τον πάρω μπρε σεις, πού να ήξευρα το πώς θα έρτουνε τα πράματα για;
Ώρες χαχάνιζαν και περίμεναν τον Ιάκωβο για να συμπληρωθεί ο... θίασος. Αν η τόσο κωμική ιστορία παιζόταν σε θέατρο, θα έκανε δικαίως τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία. 
Αφού σηκώθηκε ξανά η γειτονιά από τα τρανταχτά τους γέλια, προσπάθησαν να σοβαρευτούν όσο μπορούσαν και ν' ασχοληθούν με τα παντρολογήματα της Θοδωρούλας. 
Η Σουλτάνα έβαλε το ένα χέρι στη μέση κι έτριψε τα τρία δάχτυλα του άλλου στον αέρα, κίνηση που δήλωνε λεφτά. 
- Απ' ούλες τις μεριές είναι τύχη καλή για το κορίτσι! Και παράδες καλοί θα βγάνει και παιδί μάλαμα είναι και την αγαπάει. Δε θα πάρει κάνα ρεμπεσκέ που μπορεί να τη γυαλίσει και να σκέφτεται πώς να στήσει το τσουκάλι της κάθε μέρα και πώς να κρύψει τη μιζέρια της!
Το βλέμμα της πέρασε φευγαλέα από την Ανθούλα που είχε καταπιεί τη γλώσσα της για πολλοστή φορά.
- Αφού δεν έχει κανένα στο νου τση, μη χάσει την τύχη την καλή, δίκιο έχεις συμπεθέρα μου...
- Να το σπρώξουμε το πράμα κομμάτι, να ησυχάσει κι η μαμά της, να διει κι αυτή μια ωραία ζωή. Ας τον κάμει στην αρχή νάζια, πιο πολύ θα τη θέλει αυτός. Το ζήτημα είναι με τοις γονιοί του τι θα γένει... Γιατί, να πούμε που το πρόβλημα είναι μόνο σ' αυτοί, σιάχνεται κάπως, αμά αφ' τη Μαρουλία που τον είχε βάλει στο μάτι κι ούλες τις άλλες για τις κόρες τους, ίσα με τις γριές και τοις γέροι, λόγο καλό δεν έχουνε για την κοπέλα. Και πες πες, ούλοι οι μαχαλάδες την κουσελεύουνε. Άμα το πεθερικό δε θέλει μια για νύφη, οι γειτόνοι φταίνε πάντα! Άμα λένε του κόσμου τα λόγια, ποια οικογένεια τη μπάζει στο σπίτι της; Σκέβου όμως να την παινεύουνε πώς καμαρώνει η φαμίλια και βγαίνει με το κεφάλι ψηλά, ε; Κι εγώ άμα δεν τις ήξευρα κι εσείς, το ίδιο θα κάναμε, κακά τα ψέματα... 
- Έτσι είναι, απάντησαν όλες ταυτόχρονα.  
- Πρέπει κάτι να γίνει για ν' αλλάξουμε τα μυαλά τους... Πρώτα της γειτονιάς, αυτό μας κόφτει...  
- Και σαν τι λέγεις να γίνει συμπεθέρα μου; Ηξεύρουμε καλά το πώς μας είδανε, σαν ξένο σώμα... Κι εμείς που είχαμε σιάξει τσι φαμίλιες μας καλά ήτονε, αλί απ' τσι λεύτερες... Μπρε καλά λένε παπούτσι αφ' τον τόπο σου...
- Και πού να βρεθεί καλέ μαμά; Είδες πολλούς δικούς μας να παντρεύονται μεταξύ τους τα τελευταία χρόνια; Οι περισσότεροι νέοι τση Σμύρνης είναι έστω και με το λόγο πιασμένοι! Άξιοι και δουλευτάδες δε τσ' αφήνουνε! Κι ο Μίλτος που είναι από δω κι έχει μέλλον, ανάρπαστος γαμπρός είναι κι όλες τον λιμπίζονται... 
- Σωστά τα λέγεις  Αγλαΐτσα μου. Η κάθε μάνα τον καλύτερο θέλει για την κόρη της, καμιά σ' ούλο το ντουνιά δεν υπάρχει που να ζητάει να κακοπέσει το παιδί της... Αμά, κάτι θα σκεφτούμε, δε μπορεί να μείκει έτσι η κατάσταση...

Ποτέ δεν έκανε λάθος η Σουλτάνα στις εκτιμήσεις και τις ιδέες της.
Μια νύχτα δύσκολη πέρασε στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι ώσπου να βολέψει το γόνατό της που την πονούσε και πριν ξημερώσει σηκώθηκε να βάλει ζεστές κομπρέσες για να ανακουφιστεί λιγάκι. Ο ύπνος δεν την έπαιρνε περισσότερο από μισή ώρα κι έτσι έψησε τον πρώτο καφέ της ημέρας. Έβρασε νερό στο κατσαρόλι και βούτηξε το χοντρό πεσκίρι να ζεσταθεί καλά. Με δυο πιρούνια το έπιασε και το ακούμπησε στο τρυπητό να στραγγίσει πριν το βρέξει με οινόπνευμα και το βάλει στο πονεμένο της πόδι.
Μετά από αρκετά <<ωχ ωχ ωχ!>> ήπιε την πρώτη γουλιά απ' το καφεδάκι. Βαρύ γλυκό τον έπιναν οι Σμυρνιές, με λιγότερη ζάχαρη οι Πολίτισσες αλλά σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να τους πικρίζει στο στόμα. Νόμος απαράβατος! 
<<Πώς το καταπίνουνε μερικοί άντρηδοι έτσι δηλητήριο; Πα πα πα!>>
Οι σκέψεις της ήταν στη Θοδωρούλα. Αν λένε για κάποιους ότι έχουν πείσμα και γνώμη δεν αλλάζουν με τίποτα, ο,τι κι αν τους πεις, τότε πώς αλλάζεις τη γνώμη τόσων ανθρώπων; Εκεί έπρεπε να εστιάσουν για να λήξει το θέμα μια και καλή.
<<Άμα δεν ήτονε ο Μίλτος για ο Λάκης που λέει ο λόγος, κάποιος άλλος θα βρισκότανε... Κι από άλλο μέρος ακόμα, μακριά απ' εκεί, πάλι δε θα ρωτάγανε να μάθουνε τι σόι πράμα είναι εκείνη; Αφού έτσι γίνεται πάντα, καφενέ για καφενέ δεν αφήνουνε που να μην αρωτήξουνε για την καθεμιά... Και τους μαχαλάδες ούλους γύρα φέρνουνε και χαρά σ' αυτήνε που έχει καλό όνομα...>>
Άναψε τσιγάρο και βόλεψε καλύτερα το τεντωμένο πόδι της στην καρέκλα. Η εικόνα από τη γειτονιά τους ερχόταν συνέχεια μπροστά της, σκεπτόμενη και την Αστερόπη με το Βλάση και την καλή τους καρδιά. Χρυσοί άνθρωποι. 
<< Τοις αγαπάνε και τοις σέβουνται ούλοι εκεί πέρα κι εκείνη ξεύρει να τοις κλείνει τα στόματα με τον τρόπο της... Μια φαμίλια ανάμεσα σε τόσες όμως... Μπρε πώς κοιτάνε κι εκεινής τις πάστρες! Να τη λέγαμε μπα και μιλήσει τη μαμά του Μίλτου, αμά και πάλι τι θα καταφέρουμε; Μια τρύπα στο νερό, αυτό! Χώρια που θα θεριέψουνε τα στόματα άμα και πει καμιά κουβέντα αυτή... Μπα, δεν είναι σωστό, πιο χειρότερα θα γένουνε και θα πάει τσάμπα τόσος κόπος που έκαμα... >> 
Αφού βεβαιώθηκε πως έσβησε καλά το τσιγάρο της, άλλαξε πάλι την κομπρέσα. Φοβόταν μην αρπάξει φωτιά. 
<< Έρμη Ευρύκλεια τι τράβηξες και τραβάς κι εσύ στη ζωή σου... Πόσο αγώνα και τυράννια... Να σιάξεις την παράγκα για να χώσετε τα κεφάλια σας, να τρέχεις ούλη τη μέρα εδώ κι εκεί για να μαζώξεις δυο παράδες, χώρια τα ξενύχτια με τοις αρρώστοι... Η καλύτερη είσαι κι ας έζησες πτωχικά πάντα... Και τι παραπάνω έχουνε οι άλλες δηλαδή που θα σας πιάσουνε στη γλώσσα τους; Σιγά τις γυναίκες, που οι ρόμπες τους στάζουνε λάδια και σάλτσες! Έτσι αναμαλλιασμένες και βρόμικες απ' το νεροχύτη βγαίνουνε όξω, μη και τις ξεφύγει τίποτα... Τη Μαρίκα κοντέψανε να τη φάνε με τα μάτια τους που μπήκε στο σπιτάκι σας... Αρχόντισσα συμπεθέρα μου, σαν βρεθήκαμε πώς...>>
Τραντάχτηκε σύγκορμη η Σουλτάνα! Ξέχασε και το γόνατο και την αϋπνία και όλα!
<<Κοίτα μπρε που με ήρτε η ιδέα! Άμα δε σας λωλάνω εγώ, τη μύτη να με τρυπήσετε!>> 

Δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει απαρατήρητη η Μαρίκα.
Ψηλή, κομψή, ντυμένη πάντα με την τελευταία λέξη της μόδας, ήταν καμάρι όποιου περπατούσε δίπλα της. Είχε έναν αέρα αρχοντιάς και υπόληψης που την έκαναν να ξεχωρίζει. Όλο το σόι τους θεωρούσε τιμή την κάθε της επίσκεψη στα σπίτια τους. Κι η Σουλτάνα ήταν περήφανη για το συμπεθεριό περιωπής επειδή κι ο άντρας της δεν υστερούσε. Μορφωμένος, άρχοντας, με σπουδές πολλές και γλώσσες, δουλειά αξιοπρεπέστατη σε μεγάλη εταιρία και κοσμογυρισμένος. Αλλά τις γυναίκες πάντα παρατηρούσαν και σχολίαζαν πιο πολύ, μ' εκείνες κυκλοφορούσες περισσότερο. Στις αγορές το χάζι, στις μοδίστρες, στα ψώνια, στους καφέδες, στις βίζιτες. 
Αλλά κι ο γιος με τη νύφη της δεν πήγαιναν πίσω! Δακτυλοδεικτούμενος ο Ιάκωβος, καλοαναθρεμμένος και σπουδασμένος με τόσο καλή δουλειά, που είχε επαφές με πολύ καλό και πλούσιο κόσμο. Κι η Αγλαΐα ίδια η μαμά της και στις χάρες και στην εμφάνιση. Αυτούς έπρεπε να μοστράρει στης Ευρύκλειας για ν' αρχίσουν να τους βλέπουν με άλλο μάτι. Κι η Αστερόπη με το Βλάση πριν μπαρκάρει, θα φρόντιζαν να τους ενημερώσουν όλους. Πώς τη ρώτησε η πιο θαρρετή κουτσομπόλα << Ποιες ήταν αυτές που ήρθανε στο σπίτι τους;>> και την ξεζούμισε μέχρι να μάθει τα πάντα για να τα μεταφέρει και στις άλλες, έτσι θα προχωρούσαν. Γιατί μια - δυο επισκέψεις τις ξεχνάς με τον καιρό αφού ικανοποιήσεις την περιέργειά σου, τις απανωτές όμως όχι. Γιατί θα μείνεις ακίνητη να παρατηρείς τα πάντα, κυρίως αν τα πρόσωπα είναι ανώτερα από σένα. Και πάλι εδώ και δες τι φοράνε κι από πού κι ως πού και πάει λέγοντας...
<< Έτσι και μυριστούνε κάνα πολύ καλό προξενιό για τη Θοδωρούλα και κάνα γαμπρό παραλή για τις δικές τους κόρες, έχει να γένει! Καταγής θα πέσουνε να τους φιλούνε τα πόδια! Χα χα χα!>> 


Χαράς ευαγγέλια στο σπίτι της Ευρύκλειας!
Ο γιος της ο Χαρίσης, γύρισε από τα μακρινά ταξίδια, κάνοντάς τους έκπληξη, βρίσκοντας και τις δυο ανασκουμπωμένες στην κουζίνα.
Η μάνα με τα μανίκια σηκωμένα ετοίμαζε σταφιδόψωμα, φέρνοντας γύρα το απαλό ζυμάρι στην πήλινη λεκάνη.
Η Θοδωρούλα έριχνε τις αλευρωμένες σταφίδες, όταν άκουσαν τη φωνή του ταυτόχρονα με τα δυνατά χτυπήματα στην αυλόπορτα. Με τα χέρια να μυρίζουν κανέλα και μοσχοκάρφι έτρεξε η μάνα πίσω απ' την κόρη με την καρδιά να χτυπάει τρελά. 
- Γιε μου, γιαβρί μου! Καλώς ήρτες πασά μου! Πώς κι αυτό το ξαφνικό; Τι χαρά μ΄ήδωκες! 
- Καλώς σας βρήκα μάνα!
 Η Θοδωρούλα έκλαιγε από συγκίνηση κι εκείνη, που είχε να δει τον αδερφό της σχεδόν δυο χρόνια.
- Αδερφούλα μου! 
Οι γειτόνισσες έκαναν χάζι από τα παράθυρα και τις πόρτες. Οι χαρούμενες φωνές και τα γέλια τους συνεχίστηκαν και μέσα στο σπίτι. 
- Λεβέντη μου! Πώς σ΄ηπεριμέναμε να ήξευρες! Κρέας θα ψήσουμε σήμερις, όχι τ' αυγά με τσι πατάτες κόρη μου!
- Ο,τι και να φάω αφ΄τα χεράκια σου μάνα, είναι το πιο νόστιμο του κόσμου ούλου! 
- Αχ! Τι παιδί ήκαμα! Να πλάσει τα ψωμάκια η αδερφή σου και να τα τρέξει στο φούρνο. Θα ψήσω εγώ τα καφεδάκια μας!
Μέχρι να πάει και να γυρίσει η Θοδωρούλα, ρώτησε τη μάνα αν υπάρχει κάτι ευχάριστο. Η Ευρύκλεια αισθάνθηκε άβολα, γιατί δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει και πού να καταλήξει. Από τη γειτονιά που την είχε πιάσει στη γλώσσα της ή από τα δυο παλικάρια που μάλωναν για εκείνη... 

- Μάνα δε μ΄έχεις νέα καλά! Πίσω αφ' τσι πλάτες μας τέτοια πράματα και να μη με γράψεις δυο λόγια να ξεύρω τι γίνεται στο σπίτι μου; Και πώς την ήπιασε ο κόσμος στον στόμα του; Το πράμα αυτό είναι ντροπή μεγάλη για ένα κορίτσι τση παντρειάς! Τσι μπουγάδες σας κοιτάζουνε και πόσο νερό ρίχνετε στην αυλή κι ηκατηγοράνε την αδερφή μου λέγεις; Βρόμικες άμα ήσαστε θα τα παγαίνατε μέλι - γάλα; Δε στέκουνε αυτά τα πράματα! Και τι πάει να πει η Σμυρνιά κι η Σμυρνιά κι ηφτύνουνε τον κόρφο τους και κλείνουνε τα παραθύρια; Τι δικαιώματα έδωκε και τα κάμουν αυτά; Οι κόρες τους καλύτερες είναι;
- Αχ! Τι λες παιδάκι μου; Σάματις δεν τα ήξευρα ούλα τους τα καμώματα; Λόγο κακό μπορεί να μην ήκουσες αφ' τον στόμα μου ποτές, μα θαρρείς που δεν είχα μάτια κι αυτιά ούλα μου τα χρόνια; Και τσι γύρες των κοριτσιών τους ήβλεπα και τα κουνήματα κι ούλα... Η Θοδωρούλα ηγυάλισε σ' ούλα τα σερνικά και την ηπαίρνανε το κατόπι, αμά αυτό το καημένο με το κεφάλι κάτω είναι πάντα. Ο,τι πεις εσύ μαμά κι ο,τι θες εσύ μαμά είναι... 
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα γιατί είχε και την έννοια του φαγητού. Ένα τρυφερό αρνίσιο μπούτι κομμένο είχε τσιγαρίσει με σκόρδο και κρεμμύδι η Θοδωρούλα που πήγε τρέχοντας από το φούρνο στο χασάπη. Όσο ρόδιζε, ετοίμασε τη ντομάτα για να το κάνουν κοκκινιστό με μπόλικη κανέλα, μπαχάρι και μοσχοκάρφια. Θα το συνόδευαν με πατάτες τηγανητές και σαλάτα. Είχαν ακόμα κι απ΄τα φιλέματα της Σουλτάνας και της Μαρίκας, τυρί, σαλάμι και σουτζούκι. 
- Καλά που ψήνουμε το αρνάκι κι ηγίνεται γλήγορα κόρη μου! Θα πάρω τσι πατετούλες να τσ' ηκόβω μέσα όσο τα λέμε με τον αδερφό σου. Ρίξε τη σάρτσα κι όσο να γίνει το φαγάκι έλα κι εσύ να ιδούμε τι ωραία πράματα σ' ήφερε! 
- Ναι μαμά! 
Η μια βαλίτσα του είχε κλείσει με το ζόρι. Σε λίγο με φωνές χαράς γέμισε το δωμάτιο πολύχρωμα υφάσματα, σεντόνια, εσάρπες, ζακέτες, τσαντάκια και φακελάκια με νάιλον κάλτσες. Διάσπαρτα έβρισκες μικρά μπουκαλάκια με φίνο άρωμα.
- Γιατί τόσα πολλά πράματα Χαρίση μου; Ηξόδεψες ούλοι τσι παράδες σου, αμαρτία είναι...
- Τι λες Θοδωρούλα μου; Μια αδερφούλα σ' έχω κι όσα να σου κάμω λίγα είναι. Και για σένα μάνα το ίδιο! Να τα φοράτε και να τα χαιρόσαστε! Κι όσο για τις παράδες μη σας νοιάζει, έχω, παραπάνω τσι δούλευα. Τόσα εδώ, τόσα εκεί, και τα άλλα στη μπάντα.
Αγκαλιάστηκαν κι οι τρεις κι έκλαιγαν με την καλοσύνη του. 
Το τραπέζι στρώθηκε κι απόλαυσαν το νόστιμο φαγητό με τους μεζέδες απ΄τα μέρη τους. Ο Χαρίσης τσούγκρισε το ποτήρι του στην υγειά των γυναικών που τις φίλεψαν με τόσα καλούδια κι όταν σερβιρίστηκε η φρέσκια λεμονάδα για τη χώνεψη, η κουβέντα για τα στόματα της γειτονιάς φούντωσε πάλι.
- Μπρε κάτι πράματα... Να 'ναι καλά κι η Αστερόπη κι ο Βλάσης που τσι έχετε παρηγοριά.
Ευρύκλεια και Θοδωρούλα συμφώνησαν και ξέσπασαν ξαφνικά σε γέλια σκουντώντας η μια την άλλη. 
- Θα σ' ειπούμε και για την άλλη βοήθεια γιόκα μου ν' ανοίξει η ψυχούλα σου που σ' ηστεναχωρέσαμε με το έμπα σου! 
- Να λωλαθείς αδερφέ μου! Γιατί δεν είναι μοναχά τα φιλέματα και τα δώρα τους, ήκαμαν κι άλλα! 
Τα έπιασαν απ΄την αρχή. Και τα τριαντάφυλλα και τα ραβασάκια κι η μάνα με τη σκούπα στην εξώπορτα. Μέχρι εκεί όλα φυσιολογικά. Άντε κι η Αστερόπη που πήγε ως το σχολείο να δει ποιος λεβέντης την περίμενε. Όταν έφτασαν στην αρχική κίνηση της Σουλτάνας να επέμβει για να μάθει τους σκοπούς του Μίλτου τις άκουγε σοβαρός. Σε λίγο η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη. 
Είδε κι έπαθε να συνέρθει ο Χαρίσης που έπεσε ανάσκελα στο ντιβάνι και κρατούσε το στομάχι του από τα πολλά γέλια. 
- Άλλοι να μου τα ήλεγαν δε θα τσι πίστευα! 
Κι όσο περνούσε η ώρα συμπληρώνοντας  όλο και κάτι από τα γεγονότα, τόσο δυνάμωναν τα γέλια που τράνταζαν τη γειτονιά. Κι οι φαρμακόγλωσσες κάθονταν στα καρφιά από περιέργεια για το τι έλεγε ο ταξιδιάρης.
<<Άκου τι γίνεται! Μα τι λένε πια και σηκώσανε τον κόσμο;>>
<< Τίποτα ιστορίες απ΄τα λιμάνια θα τους λέει ο μικρός...>>
<<Μμμμ... Κι άλλο που δε θέλει η Σμυρνιά, να μαθαίνει σχέδια πρόστυχα να τα κάνει κι αυτή!>>

Έμειναν εκεί, στα παράθυρα και τις εξώπορτες, ως την ώρα που τα αδέρφια βγήκαν για βραδινό περίπατο, παίρνοντας μαζί τους και την Αστερόπη με το γιο της. 


Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Το στοίχημα



Η νύχτα πέρασε γλυκιά και ήσυχη.
Τα νυχτολούλουδα σκορπούσαν τη μεθυστική τους μυρωδιά κι ο Βλάσης έπαιρνε βαθιές ανάσες γεμίζοντας τα πνευμόνια του με το άρωμά τους. Η Αστερόπη με το παιδί κοιμόντουσαν κι εκείνος μπήκε στην κάμαρα προσεκτικά για να μη την ξυπνήσει. Πόσο λάτρευε τις ώρες που η γυναίκα του παραδινόταν στην αγκαλιά του Μορφέα! Ήταν τυχερός που βρέθηκε στη στράτα του μια τόσο καλή, τίμια κι ευγενική κοπέλα και τους ένωσε η τόσο δυνατή αγάπη, από την πρώτη στιγμή που αντάμωσαν τα βλέμματά τους.
Θυμήθηκε τα λόγια των γονιών του, όταν μάθαιναν τις ερωτοδουλειές του που δεν ήταν και λίγες. 
<<Ταξιδιάρης είσαι γιε μου και πρόσεχε καλά ποια γυναίκα θα πάρεις! Να στέκεται καλά όσο θα λείπεις, μην είναι καμιά γυρίστρα και σε κουβεντιάζουνε! Λίγες μπάζουνε τους φίλους άμα λείπουν οι άντρες τους; Τόσα ακούμε!>> 
Κορώνα στο κεφάλι της τον είχε η Αστερόπη. Μετρημένη σε όλα, νοικοκυρά, αγάπησε κι εκτίμησε τους δικούς του όσο και το δικό της σόι. Οι γονείς του νερό έπιναν στο όνομά της κι όλοι οι συγγενείς που τους καλοδεχόταν με το γέλιο στο στόμα.
<<Την ευχή μας να έχεις κόρη μου!>> 
Με τη δούλεψή του κατάφερε να φτιάξει το παλιό σπιτάκι που της έδωσαν οι γονείς της.
Έφυγε ο τσίγκος που σκέπαζε τις κάμαρες, αλλάχτηκε το φαγωμένο από τα χρόνια μωσαϊκό και μπήκε καινούργιος, μεγάλος μαρμάρινος νεροχύτης στην κουζίνα. Το σουρωτό πανάκι που έκρυβε τον κουβά από κάτω, έγινε παρελθόν. Ο υδραυλικός πήρε κάμποσα λεφτά και πέρασε σωλήνες, έφτιαξε σιφόνι κι ανανέωσαν τα κιούγκια. Πέταξαν τα παλιά ντουλάπια και τη θέση τους πήραν νέα που έκλειναν καλά, με όμορφα πόμολα γεμάτα ανθάκια. Μέρες τα έβαφε ο Βλάσης με το βεραμάν χρώμα που διάλεξε η γυναίκα του. 
Η χρυσοχέρα πεθερά του που της είχε πλέξει πολλά προικιά με σχέδια ζηλευτά, ξεκίνησε με το βελονάκι καινούργιες δαντέλες για τα ράφια και κουρτινάκι για το παράθυρο. Η Αστερόπη πάλι αγαπούσε το κέντημα και καμάρωνε τους πίνακες στους τοίχους με τις φαρδιές κορνίζες. Οι δυο κάμαρες γέμισαν ωραία μπιμπελό που έφερνε από τα ταξίδια του κι η γυναίκα του τα ταίριαξε με γούστο στο τραπέζι και το μπουφέ. Το κρεβάτι τους είχε απέναντι μια στενόμακρη καφετί τάβλα στερεωμένη στον τοίχο, ντυμένη κι αυτή με πλεχτό της μάνας της που φιλοξενούσε τις κολόνιες και τις χτένες. Δυο σκαλιστά βαζάκια δεξιά κι αριστερά με πολύχρωμα βελούδινα λουλούδια που είχε φέρει από την Περσία, έφτιαχναν τη μέρα τους όταν ξυπνούσαν νωρίς το πρωί και τ' αντίκριζαν. Περσικά ήταν και τα τρία μεταξωτά χαλάκια που έστρωνε στις γιορτές και τους υποχρέωνε πατέρα και γιο να μπαίνουν με τις κάλτσες για να μη τα λερώσουν. 
- Βλάση μου τι όμορφα που είναι! Λυπάσαι να τα πατήσεις! Για να κρατήσουνε τη γυαλάδα τους, μήτε παπούτσι, μήτε παντόφλα δεν πρέπει να τ' ακουμπάει! 
Γέλασε στη σκέψη της. Η Αστερόπη είχε τον τρόπο να τον κάνει να προσέχει, χωρίς να νιώθει ότι τον καταπιέζει.
- Υπάρχει καλύτερο πράμα από το καθαρό σπίτι; Και σκουπίζω και σφουγγαρίζω και ξεσκονίζω, να κάθεσαι και να το χαίρεσαι άντρα μου! Αλλά κι όταν λείπεις πάλι τα ίδια κάνω, σα να είσαι εδώ! 
Όταν ο γιος τους έκανε καμιά ζημιά ή λέρωνε με τα βρόμικα από το χώμα χέρια του, σήκωνε το χέρι απειλητικά κι έτρεχε να κρυφτεί κάτω απ' το τραπέζι της κουζίνας. Ζωηρός πολύ ήταν, όπως κι εκείνος στα μικράτα του. 
- Πότε θα του κάνουμε αδερφάκι βρε γυναίκα;
- Να μεγαλώσει λίγο, να φρονιμέψει μια στάλα! Το μωρό θα βυζαίνω ή θα τον κυνηγάω που δεν στέκεται λεπτό σε μια μεριά; Δε θυμάσαι τις προάλλες που κόντεψε να καεί το θηρίο με το νερό που έβραζα για τα μακαρόνια; Μέχρι να τα πιάσω απ' το ντουλάπι, το έκανε το θαύμα του!Κι εκείνη η μάνα μου πόσο μπορεί να μείνει μαζί μου, που έχει πίσω τον πατέρα και τη γιαγιά μου; Η δικιά σου εύκολο είναι να έρθει που έχουνε τα ζώα και τόσες δουλειές στο νησί; Με την ψυχή στο στόμα δεν ήρθανε τότε στη βάφτιση που άκουσε ο μπαμπάς σου τ' όνομά του; Δύσκολα είναι για μένα που δε σ' έχω κοντά μου... Οι άλλες μάνες που είναι στεριανοί οι άντρες τους κι έρχονται κάθε μέρα από τη δουλειά στο σπίτι, άμα δούνε τα ζόρικα με τα παιδιά τους, μια φωνή τους βάζουν ότι θα τα τα πω στον πατέρα σου άμα έρθει και τα πάει ναααα! Εγώ τι να πω στο δικό μας που κάνει πάνω από χρόνο να σε δει... Ξέρει ότι άμα ετοιμάζουμε τις βαλίτσες σου μένει μόνος του μαζί μου! Για να δούμε τώρα που θα πάει στο σχολείο μπας και με τα μαλώματα της δασκάλας που τους ρίχνει στα χέρια με το χάρακα τις ξυλιές φοβηθεί λιγάκι και στρώσει...
Ο Βλάσης καταλάβαινε και δεν την αδικούσε. 


- Ε, νοικοκυράδες! Είσαστε μέσα; 
Ευρύκλεια και Θοδωρούλα βγήκαν στην αυλή στο άκουσμα της φωνής της. Η Σουλτάνα χώθηκε πρώτη στην αγκαλιά τους κι ακολούθησε η κομψότατη Μαρίκα. 
- Μπρε καλώς τες! Τι χαρά μας ηδώκατε! Ελάτε, κοκόνες μου!
Κάθισαν στην αυλή να ξαποστάσουν κι η Θοδωρούλα έφερε κρύα βυσσινάδα να δροσιστούν. 
- Τι είναι ούλες αυτές οι τσάντες καλέ σεις; 
- Για το σπίτι λίγα πράματα Ευρυκλάκι μου και μη μας παραξηγάς, θα σε πω πώς τα πήραμε! 
Γλυκά, ξηροί καρποί και φρούτα σε διάφανα πλαστικά κουτιά, σαλάμια, παστουρμάδες, δυο κεφάλια τυρί, λουκάνικα, σουτζούκια, όλα με σφραγίδες τούρκικες. 
- Θα λωλαθώ! Ποιος υπήγε στα μέρη μας και τα ήφερε; 
- Τον γιο μου τα φέρανε που τόνε έχουνε πολύ μεγάλη υποχρέωση κι ήρτανε εδώ για να διούνε και της Ελλάδος τα ακίνητα! Παραλήδες αθρώποι που έχουνε κάτι σεράγια και μνήσκουνε! Πάρα πολλά πράματα ητανάνε, ούλοι μας πήραμε! Αμά και πόσα να φάμε για; Είπαμε το λοιπόν, τώρα που είναι ακόμα φρέσκα, ευκαιρία να έρτουμε να σας διούμε, να φέρουμε και σε σας! 
- Σουλτάνα μου! Μαρίκα μου! Πόσα ευχαριστώ να σας ειπούμε; 
- Τίποτις καλέ! Τσάμπα είναι για! 
Οι συμπεθέρες χαμογελώντας κοιτάχτηκαν συνωμοτικά. Τα καλούδια είχαν αγοραστεί από τον πατριώτη τους που είχε το φημισμένο μαγαζί με τις ανατολίτικες νοστιμιές και ψώνιζαν τακτικά οι μερακλούδες νοικοκυρές που είχαν μάθει τις πικάντικες γεύσεις και δεν σκόπευαν να τις στερηθούν στη νέα τους πατρίδα βέβαια. Όταν αποφάσισαν λοιπόν να τις επισκεφτούν, ξέροντας από εκείνη την τυχαία συνάντηση ότι έχασε η Ευρύκλεια τον άντρα της, αν και αξιοπρεπέστατες δεν άφησαν κανένα υπονοούμενο ότι ζορίζονταν, συμφώνησαν να  μην πάνε τυπικά με κουλουράκια ή κάνα γλυκό. 
Η Μαρίκα σκεφτόταν από μέρες πώς θα τους τα πρόσφεραν για να μην αισθανθούν άσχημα. Η Σουλτάνα όμως που το μυαλό της δεν ησύχαζε ποτέ κι όλο κατέβαζε τις καλύτερες ιδέες για το όποιο θέμα, είχε βρει κιόλας τη δικαιολογία.
- Πεσκέσι τον Ιάκωβο τα φέρανε! Τόσα κι άλλα τόσα! 
- Δίκιο έχεις συμπεθέρα μου! Αυτό θα τσ' ειπούμε!  
Έτσι γέμισαν οι τσάντες αφού μοιράστηκαν το τελικό ποσό, συν τα λεφτά που τους έδωσε ο Ιάκωβος όταν το συζήτησαν. Θυμόταν πάντα με αγάπη την κυρά-Ευρύκλεια που ήταν η προσωποποίηση της ηρεμίας και της υπομονής και τη μικρή κόρη της που λες και γεννήθηκε με τη σκούπα στο χέρι κι όλο καθάριζε το σπιτάκι τους.
- Πάρτε αυτά κι από μένα και μη βγάλετε άχνα, έτσι θέλω να κάνω κι εγώ! Καλά το σκέφτηκες μαμά να πείτε για το πεσκέσι! Α! και είπε η Αγλαΐα, ότι αυτά σας τα στέλνει για να τους πάρετε κάνα δωράκι, ξέρετε εσείς λέει! Γι αυτό τα έβαλα χώρια! Τη ρώτησα κι όταν άρχισε το λακριντί για μπλούζες, μαγαζιά και δε συμμαζεύεται, πήρα δρόμο γιατί δε θα τέλειωνε ούτε αύριο! Ίδια η μάνα της κι η πεθερά της είναι με τα λούσα για την τύχη μου! Α, πα πα πα! Βρε πού έχω μπλέξει!
Οι δυο γυναίκες που είχαν κατασυγκινηθεί από την προσφορά τους, ξέσπασαν σε δυνατά γέλια. Η Σουλτάνα άρχισε να του κολλάει για να πει περισσότερα ο χωρατατζής κανακάρης της.
- Μπρε συ, άσκημα σε πέφτει η Αγλαΐτσα που είναι γκιουζελίμ κοπέλα; 
- Ε, όχι, δεν είπα τέτοιο πράμα! 
- Αυτό σ' έλειπε!  
- Με τη μαμά της μπροστά κακό θα έλεγα;
- Να ειπείς ούλες τσι αλήθειες κι ας είμαι μπροστά! Χα χα χα!
- Τσ' ηλέγω Μαρικάκι μου! Καλή κόρη ήκαμες, δεν έχω παράπονο! 
- Διες χάλι, να λέγει την πεθερά του Μαρικάκι! Ντροπή σου μπρε, μαμά έπρεπε να τη λέγεις, όπως κι η γυναίκα σου εμένα! 
- Δεν πα να σε λέει και συννυφάδα; Βρείτε τα μόνες σας! Εμένα δε με λένε Αγλαΐα και τη μαμά της θα τη λέω όπως θέλω
- Ορίστε παιδί που έκαμα! Μήτε μέσες, μήτε άκρες βρίσκω μαζί του! Φύε απε δω μπρε να μη σε βλέπω!
Η Μαρίκα γελούσε με την καρδιά της. Δεν είχε καλύτερο από τα αστεία μαλώματα γαμπρού και συμπεθέρας. 
Έχεις παράπονο από μένα πεθερούλα μου; 
- Όσκε παιδάκι μου, κανένα! Κι ηξεύρεις που σ' αγαπώ πάρα πολύ!
- Ορίστε κυρά-Σουλτάνα, άρπα τη! Άντε, πάω τώρα γιατί έχω το ραντεβού με την Ευταλού να δει το διαμέρισμα! Την ψυχή θα μου βγάλει πάλι που "εν έσιει πολλά παράες" αλλά την κόφτει να "εν τζιαι μιάλο!" Από τα σμυρνέικα θα πέσω στα κυπριακά πάλι ο φουκαράς και θα μπερδεύω τη γλώσσα μου στο τέλος!
- Χα χα χα! Πολλούς χαιρετισμούς να τη δώκεις και να την πεις να έρτει να πιούμε καφεδάκι! 


Μάνα και κόρη ενθουσιάστηκαν και με τις μπλούζες που τους έφεραν. 
- Πολύ μας υποχρεώσατε, πάρα πολύ!
- Σους μπρε, τι υποχρέωση μας λέγετε; Μιας που ητανάνε στο δρόμο μας το μαγαζί και παραγγείλαμε για μας σε άλλα χρώματα απέ αυτά που είχε, επήραμε από μια και για σας! Αλλά σας έχομε και κάτι ακόμα που να τα ταιριάσετε ωραία και καλά! 
Όμορφες χτένες με λουλούδια και χρυσαφί φουρκέτες για τα μαλλιά που άστραψαν και μια ακόμα μεγάλη ασημένια για τη μάνα. Τρελάθηκαν απ' τη χαρά τους ευχαριστώντας τες χίλιες φορές.
- Πάει πολύ με τη μπλούζα Ευρύκλεια! Έτσι σταχτερή που είναι με τις ασημοκλωστές, ε; Χάρμα θα σε είναι! 
- Τσι χαρές του κοριτσιού να τα βάλεις, άμα έρτει ο γαμπρός να την ηζητήξει με το καλό!
Η Θοδωρούλα χαμήλωσε το κεφάλι και μπήκε στο κουζινάκι για τους καφέδες. Η μάνα ευχαρίστησε για την ευχή και στέναξε.
- Τι έχεις τζάνουμ; 
- Αχ! Απέ πού να ηπιάσω τα βάσανα... 
- Ούλα να μας τα ειπείς! Θα τα μιλήσομε και θα ιδούμε! 
- Να υπάγομε πιο καλά μέσα, μη μας ηκούσουνε κι οι γειτόνοι... 
Η Θοδωρούλα κρατώντας το δίσκο συμφώνησε.
-  Δεν τσ' είδατε που έχουνε ούλοι τα μάτια τως στυλωμένα εδώ; 
Μπήκαν στη σάλα, χαλώντας τη θέα των κουτσομπόληδων. Μεγαλύτερη εντύπωση τους έκανε η λυγερόκορμη και φινετσάτη Μαρίκα με τη δαντελένια μπλούζα και τα ψηλά τακούνια. 
Το πηγαδάκι δεν άργησε να στηθεί.
- Τι ωραία κυρία που είναι! Και τι λούσο είναι αυτό! 
- Πολύ πλούσια, φαίνεται!
- Η άλλη η χοντρούλα, με πόσα χρυσά στολισμένη, ε; 
- Και πλακατζού, όλο γελάει! 
- Φορτωμένες τσάντες με του κόσμου τα πράματα! 
- Τι είχανε μέσα;
- Δε μπορούσα να δω καλά, είχανε τις πλάτες τους... 
- Ποιες να είναι; 
- Τι να σου πω, δεν ξέρω... 
Όσο οι γειτόνισσες σχολίαζαν, οι τέσσερις γυναίκες συζητούσαν χαμηλόφωνα τα δικά τους. 
Με λίγα λόγια εξήγησαν τα προβλήματα που είχαν, αλλά για μεγάλη τους έκπληξη είδαν ότι τις άκουγαν ήρεμες. 
- Κι εμείς κάτι τέτοια τα είχαμε κοκόνα μου! Τουρκόσποροι μας λέγανε άμα ήρταμε εδώ και μάθανε απέ πού κρατάει η σκούφια μας και με μισό μάτι μας κοιτάζανε οι αδικιορισμένοι! Ε... Γιαβάς γιαβάς μας συνήθισαν κι αυτοί, τοις συνηθίσαμε κι εμείς... 
- Η συμπεθέρα μου έχει δίκιο... Άμα τσι κουσελεύανε που ήτο αφ' την Πόλη, ήβαλε με το νου σου τι μας ήσουρναν άμα τσ' ηλέγαμε εμείς αφ' τη Σμύρνη... Ξένοι μας είχανε μάτια μου...
- Ηξεύρω, καταλαβαίνω... Όμως δεν είχατε τσι κόρες ανύπαντρες, μήτε κι είχατε τα χάλια μας εδώ... 
Έφτασε η κουβέντα και στα τριαντάφυλλα. Στο καπάκι κι ο στημένος Λάκης που περίμενε την όμορφη και ζηλευτή Σμυρνιά.  
- Πάλι καλά που έχετε αυτή την Αστερόπη και σας ήβγαλε αφ' τη δύσκολη θέση... Πώς να υπήγαινες Ευρύκλεια έτσι στα τυφλά χωρίς να ξεύρετε ποιος είναι και τι να τον ήλεγες;  
Η Σουλτάνα συμφώνησε. Ο νους της ήταν πώς θα αποκατασταθεί η κοπέλα με τόσα θηλυκά τριγύρω που την έτρωγαν. Είχε να κάνει και με τις μανάδες τους που ουσιαστικά εκείνες έβγαζαν το καλό ή το κακό όνομα. Έτσι γινόταν παντού. 
- Κι είπε που λέτε, να παραμονεύει ο Βλάσης τσι νύχτες... Και πόσο θα κάθεται χωρίς να πλαγιάσει ο χριστιανός; 
- Έτσι είναι! Ε, συμπεθέρα; 
- Η Αστερόπη είναι ξύπνια και μπράβο της! Δεν τη φωνάζεις μια μπρε γιαβρί μου, να κάμουμε τη γνωριμία και να τα βάλουμε κάτω ούλες μαζί; Ευκαιρία είναι! 
Τρέχοντας η Θοδωρούλα πήγε απέναντι. Σε λίγα λεπτά έγιναν οι συστάσεις και ψήθηκε ακόμα ένας καφές.
- Ψυχή ζώσα δεν πέρασε το βράδυ απ' την πόρτα σας!
Τα έπιασαν πάλι απ' την αρχή κι οι συμπεθέρες κατάλαβαν όσα υποψιαζόταν το ζευγάρι. Η Σουλτάνα ήθελε να ξεκαθαρίσει η κατάσταση το συντομότερο, γιατί η εμπειρία της με παρόμοιες περιπτώσεις τη δίδαξε ότι ήταν χρονοβόρα.
- Δε με βγάζετε απέ το μυαλό ότι είναι δυο οι λεβέντες! Πέταξε κι ήρτε στη στιγμή αυτός ο Λάκης μπρε σεις;
- Τι λέγεις τώρα; Αφού ήτονε αυτός εκεί στο σκολειό που ήγραφε στο χαρτάκι! Πώς ηγίνηκαν δυο; 
- Κι ησφύριζε άλλος; Ήπεσαν κι οι δυο την ίδια ώρα; 
- Ναι μπρε! 
Η Αστερόπη άνοιξε τα χαρτιά της. Τους είπε για την απουσία του Λάκη τότε και όσα συζήτησε με τον άντρα της. Εκεί πια έγινε το έλα να δεις! Μάνα και κόρη έκλεισαν το παράθυρο και προσπαθούσαν να πνίξουν τις φωνές τους. Είχαν χίλια δίκια.
- Θα λωλαθούμε! Γιατί δε μας τα είπες χτες Αστερόπη, ε;
- Το βράδυ τα σκέφτηκα καλέ σεις, εκεί που μιλούσαμε με το Βλάση!
Η Σουλτάνα χτυπούσε τα χέρια της με γέλια και χαρές, σα ν' άκουσε τα καλύτερα νέα.
- Τι με κοιτάτε έτσι μπρε; Που μετρώ σε πόσοι αρέσει το κορίτσι και πιαστήκανε στα χέρια για τα ωραία της μάτια; Να διείτε που ο άλλος την έριχνε τα τριαντάφυλλα κι ο χαζοβιόλης ο Λάκης ή τα είδε, ζούλεψε κι είπε να κάμει τα ίδια, ή καθούτανε ο χαλβάς και τη σφύριζε!
Τώρα μπερδεύτηκαν όλες περισσότερο. 

- Καλώς τη! Τι θα θέλατε;
- Καλό να έχεις πάντα! Ένα πακέτο τσιγάρα θέλω, αμά τη μάρκα δε θυμούμαι μπρε παιδάκι μου... 
- Το χρώμα το θυμόσαστε; 
- Να σε πω, μόνο άμα τα διω θα τα γνωρίσω! Να τα ψάξω κομμάτι, για δεν κάμει τζάνουμ; 
- Βεβαίως μαντάμ, με την ησυχία σας! 
Ο Μίλτος χάζεψε τη γελαστή παχουλή κυρία, που ήταν φορτωμένη χρυσαφικά και κουδούνιζαν τα βραχιόλια σε κάθε της κίνηση. Χαρακτηριστικό της Σουλτάνας ήταν αυτός ο λεπτός ήχος κι οι χαλκάδες που ξεπρόβαλαν κάτω από τις μπούκλες της. 
- Τούτα είναι! Μπρε τι έπαθα η απτάλα, ούλο τα ξεχνάω! 
- Δεν πειράζει, τα βρήκατε! Να σας ρωτήσω, από πού είσαστε; Αθηναία πάντως όχι, ε;
- Απέ την Πόλη είμαι αγόρι μου! Πάνε λίγα χρόνια που ήρταμε εδώ...
- Α! Πολύ ωραία λένε ότι είναι εκεί! 
- Μόνο ωραία; Να μην είχα τον πόνο στη μέση μου και θα σ' έλεγα πράματα και θάματα! Κουράστηκα σήμερα γιατί έκαμα τόσο δρόμο να διω μια φιληνάδα μου και βρήκα το σπίτι κλειστό, λείπουνε ούλοι... Δε βλέπω την ώρα να κάτσω ν' αλαφρώσω κομμάτι... Να πάρω και κάνα δροσιστικό που στέγνωσε ο στόμας μου, να πίνω ίσα με να φτάσω στη στάση... Αχ! Τι σουβλιά μ' έδωκε τώρα! Καταγής θα πέσω! 
Ο νέος έσπευσε να της δώσει την καρέκλα του να ξαποστάσει μόλις είδε το μορφασμό πόνου που έκανε και της άνοιξε μια παγωμένη πορτοκαλάδα. Πήρε ένα σκαμνάκι και κάθισε απέναντί της. 
- Την ευχή μου να έχεις παιδάκι μου! Άμα έχεις οικογένεια, να τοις χαίρεσαι ούλοι! 
- Ελεύθερος είμαι... 
- Αφού είσαι λεύτερος, καλή τύχη να βρεις μπροστά σου! Μια κοπέλα καλή, όμορφη, να σιάξετε σπίτι νοικοκυρεμένο!
- Ευχαριστώ πολύ, να ' σαι καλά! 
- Στα μέρη μας, οι νέοι παντρεύονται νωρίς... Και τα κορίτσια, απέ μικρά μαθαίνουνε μαγείρεμα και δουλειές, να είναι έτοιμες άμα έρτει η ώρα τους... Και να οι καντάδες, οι ματιές, τα γελάκια... Όμορφο πράμα ο έρως!  Μια ζωή έτσι τα θυμούμαι... Αχ κι αν έβλεπες πώς με κοίταζε ο σχωρεμένος ο Γιωργάκης, ο άντρας μου, που είχε το παπουτσάδικο απέναντι απέ το κομμωτήριο που εργαζούμουνα! Πτωχή κοπέλα εγώ, αμά δεν τόνε ένοιαζε τίποτις! Και πεθερικά πολύ καλά είχα, βασίλισσα με είχανε ούλοι! Μόνο η μια μου κουνιάδα η γρουσούζα που ούλο τρώγεται ακόμα και με τ' άντερά της μας έκαμε διάφορα αμά δεν τη δίναμε σημασία... Αριβάρισε κι αυτή εδώ, προίκα μου την πήρα για! 
Ο Μίλτος έκανε πολύ κέφι τη Σουλτάνα κι όλο ρωτούσε για την εκεί ζωή της. Τον άρχισε με τις ατέλειωτες ιστορίες για τα γλέντια, τους χορούς, την καλοπέραση κι όταν είδε ότι ρουφούσε κάθε της λέξη του δώρισε με το έτσι θέλω το μπουκάλι με το λικέρ που θα πήγαινε στης "φίλης της" για να μη το γυρίσει πίσω. Δυνατό, με μπόλικα μπαχάρια, ιδανικό για εξομολογήσεις! 
- Έχω σιάξει πολύ σε λέγω για! Πιες να με πεις άμα σ' αρέσει! 
Γλυκάθηκε ο Μίλτος κι όσο το κατέβαζε χαιρόταν η καπάτσα!
- Έκαμα που λες δυο παιδιά, γιο και κόρη, πολύ καλές τύχες είχανε κι αυτά... Ο Ιάκωβος μου είναι πολύ σπουδαγμένος. σκεδιάζει σπίτια μέσα κι όξω! Ο αφεντικός του είδε που ητανάνε πολύ καλός στη δουλειά του και δυο χρόνια αφού χάσαμε το μπαμπά του με ξεσήκωσε απέ την Πόλη με το έτσι θέλω! Μπρε φώναζα, μπρε τσίριζα, αδύνατο πράμα! Απέ τον τόπο μου έφυα... 
- Πού πήγατε, σε άλλο μέρος; 
- Στη Σμύρνη! 
- Α!
- Σε καλό μας εβγήκε όμως! Παράδες πολλοί έβγαλε, δουλειές με φούντες είχε! Τα τι σπίτια έσιαξε, μήτε που βάζει ο νους σου! Βρήκε και κοπέλα πρώτης τάξεως! Γινήκανε οι αρρεβώνες κι εδώ πια εκάμαμε το γάμο! Να φας απέ τα χεράκια της και να σε τρέχουνε τα σάλια! Να διεις το τι περιποίηση τον άντρα της, τι πάστρα, ούλο με φρέσκα ρούχα τον περιμένει! Κι εκείνη όμως! Στολισμένη τόνε δέχεται, λουσμένη, ούλα κατά πως πρέπει! Γιατί έχουμε τοις άντριδοι κορώνα στο κεφάλι μας! Χαρά σε κείνονε που παίρνει τέτοια γυναίκα! Όχι που θα το πω έτσι επειδής είναι η νύφη μου, αμά είναι η καλύτερη απ' ούλες! Σκέψου κι ότι μας κοιτάζανε στραβά άμα ήρταμε εδώ και σε λίγο καιρό κάθε πρωί δεν προλαβαίναμε τις καλημέρες! 
- Είναι που λένε πολλά για τις Σμυρνιές και γι αυτό... 
- Τον κακό τους τον καιρό να πεις! Τις μοιάζουμε πολύ κι εμείς! Εγώ, μεγάλη γυναίκα και χήρα κι οι αδερφάδες μου με τις οικογένειές τους, θαρρείς που δεν βλέπαμε να κοιτάνε και να λένε; Έχομε μάθει στα καθαρά και τα λουσάτα, μα πτωχοί μα πλούσιοι, όσο μπορεί καθένας! Τούρκα να σε λέγουν και να κοιτάνε την πλύση σου; Η Σμυρνιά γυναίκα όμως είναι αλλιώτικη και ξεύρεις γιατί; Θα σε τα πω! Ήρτανε τότες με την καταστροφή και φέρανε τις συνήθειές τους παιδάκι μου! Με το συμπάθιο κιόλας, αλλά εδώ ο κόσμος δεν τα είχε καλά με την πάστρα και μήτε πλενόντουσαν όπως εμείς που είχαμε μάθει και στα χαμάμ απέ μικρά να παγαίνουμε! Είδανε οι άντριδοι τη διαφορά και πέσανε με τα μούτρα! Ίσα με τότες, αυτά τα βρίσκανε μοναχά στις γυναίκες που δουλεύανε στα "σπίτια τα μεγάλα" ξεύρεις τι σε λέγω...
- Πώς δεν ξέρω! 
- Μοσκοβολιστές και μπανιαρισμένες, με τα εσώρουχα καθαρά και να οι μπουγάδες κάθε μέρα! Γι αυτό τις λένε και παστρικιές, πράμα που καμαρώνουμε εμείς γιατί πάει να πει καθαρή, νοικοκυρά! Εδώ τη μεγάλη πάστρα στο σώμα την έχουνε για τις πρόστυχες! Πού να το βάλει ο νους μας! Άμα η φωτιά κι ούλα αυτά τα κακά που πάθανε γινόντουσαν στο δικό μας τόπο κι ερχούμασταν έτσι, θα λέγανε για την Πολίτισσα γυναίκα, κατάλαβες; 
Ο Μίλτος συμφώνησε σκεπτικός. 
- Πολύ σε συμπάθησα μπρε πασά μου! Δε με λες, τώρα που γινήκαμε και φίλοι, έχεις βάλει καμιά στο μάτι, ή να σε βρω εγώ κοπέλα δικιά μας να σε ζουλεύουν ούλοι; Χα χα χα!
- Ε... Κάτι υπάρχει αλλά... Άστα κυρία Σουλτάνα μου, μεγάλη ιστορία... 
Το μπουκάλι κόντευε να φτάσει στη μέση κι η γλώσσα του λυνόταν.  
- Γιατί σεκλετίστηκες παιδάκι μου; Μια χαρά παλικάρι είσαι, με το μαγαζάκι σου εδώ, ποια είναι αυτή που δε σε θέλει;
- Δεν είναι δικό μου! Του ξαδέρφου μου είναι κι άμα έχει τίποτα δουλειές έξω να κάνει τον εξυπηρετώ. Εγώ είμαι υδραυλικός.
- Μπράβο λεβέντη μου! Καλά κατάλαβα που είσαι καλής καρδιάς παιδί! Η δουλίτσα σου πάει καλά, βγαίνει το μεροκάματο;
- Δόξα τω Θεώ! Μάζεψα και κάτι ν' ανοίξω δικό μου μαγαζάκι.
- Μπράβο, με το καλό λεβέντη μου! Και ποια είναι αυτή που δε θέλει τέτοια τύχη; Έτσι γαμπροί δε βρίσκονται για! 
- Άμα σου πω ότι δεν το ξέρει... Είναι σοβαρή, μετρημένη κι όλοι έχουνε τρελαθεί μαζί της... Ήθελα να την πιάσω και να της μιλήσω τίμια σαν άντρας, αλλά το ίδιο ήθελε κι ένας φίλος μου... Κι αυτός από μικρός αγαπούσε μια κοπέλα κι έλεγε ότι θα την πάρει, όμως γυρίσανε τα μυαλά του και γίναμε εχθροί... Πιαστήκαμε στα χέρια λόγο το λόγο...
- Πω, πω, πω! Τι με λέγεις μπρε παιδάκι μου;
- Υπάρχει και χειρότερο κυρά-Σουλτάνα... Όλες στη γειτονιά δεν έχουνε να πούνε ένα καλό λόγο, το ίδιο κι η μάνα μου βέβαια... Με μισό μάτι την κοιτάνε και φτύνουνε τον κόρφο τους... 
- Γιατί γιόκα μου, αφού με λέγεις που είναι τίμια κοπέλα;
Ο Μίλτος άναψε κι άλλο τσιγάρο, φυσώντας τον καπνό στο ταβάνι. Ήπιε ακόμα μια μεγάλη γουλιά από το λικέρ.
- Σμυρνιά είναι, γι αυτό! 
- Α! Τι με λέγεις τώρα;
- Άστα να πάνε σου λέω... Εγώ όμως ξέρω ότι είναι η καλύτερη κοπέλα στον κόσμο! 
- Κι αυτός ο φίλος σου που μαλώσατε, θέλει να τη γλεντήσει ή έχει καλό σκοπό, τι λέγει;
- Τι να σου πω, δεν ξέρω τελικά... Στην αρχή έλεγε ότι εκείνον θέλει και του έκανε τα γλυκά μάτια... Μου κόλλαγε άγρια όπου μ' έβρισκε... Μ'ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι αρπαχτήκαμε... 
- Κι εσύ τι έκαμες μπρε Μίλτο μου; Λεύτερη κοπέλα είναι, δε θέλουνε και πολύ αυτά, γιατί να μη προλάβεις να τη μιλήσεις και να διεις άμα θέλει εσένα ή τον άλλονε; 
Με το μπουκάλι αγκαλιά, τον είχε πια στο χέρι. 
- Είχα καβγάδες με τη μάνα μου, της το προλάβανε... Χώρια που κάτι πήγε να γίνει παλιά με μια κοπέλα που έκαναν σαν τρελοί οι γονείς μου γιατί είχε και μεγάλη προίκα. Εγώ αυτά δεν τα κοιτάζω, μου άρεσε τότε κι ούτε ήξερα, ούτε μ' ένοιαζε τι έχει και τι δεν έχει... 
- Δουλευταράς είσαι, θα ζούσατε καλά! Και τι έκαμες με τούτη, έτσι τ' άφηκες το πράμα;
- Ε, δεν έκατσα με τα χέρια σταυρωμένα, ήθελα να δω...
- Πώς δηλαδή, τι έκαμες, καντάδα να πούμε; 
Τα λόγια του έβγαιναν μπερδεμένα πια και με δυσκολία. 
- Για... να σηκώσω... τη γειτονιά... στο πόδι; 
- Σωστό και τούτο... Ε, πες με μπρε τι έκαμες, μ' έσκασες! 
- Της έριξα λου...λού...δια...
- Μπράβο, καλά έκαμες! Πολλά ητανάνε;
- Ννναι, πολ...λά... τριαντάφ...υλλα... 
<<Πουλάκι μου! Σε τσάκωσα!>>
- Κι ο άλλος το έμαθε; Μπας και την έκαμε τα ίδια;
- Με...είδε πριν...δυο μέρες...και...
- Και; Ξύπνα μπρε που κοιμάσαι όρθιος, μη με πέσεις καταγής και δεν προλάβεις να με τα πεις ούλα!
- Ε;
- Τι έκαμε όταν σε είδε ο άλλος; 
- Το ήξερα... Μου...είπε άμα της...σφυρίξει θα βγει έξω και...  
- Και δε βγήκε βέβαια!
- Όχι... Το...ήξερα ότι...δεν...
Με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να μάθει τα πάντα! 
Το ίδιο βράδυ που σφύριζε ο Λάκης πίσω απ' το σπίτι, ο Μίλτος πέταξε βιαστικά τα δυο τριαντάφυλλα με το ραβασάκι, παρακαλώντας να μην πήγαινε στο ραντεβού η Θοδωρούλα. Αν και δεν είχε καμία αμφιβολία για το ήθος της, ήθελε να βεβαιωθεί ότι ο φίλος του απλά και μόνο κοκορευόταν. Μέχρι να βγει η Ευρύκλεια έτρεξε ως την πίσω μεριά κι όταν τον είδε του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Προσέχοντας κι οι δυο να μην ακουστούν στη γειτονιά, λογομάχησαν πιο μακριά.
- Τι είναι αυτά που κάνεις ρε; Γιατί να δίνεις δικαιώματα; 
- Κι εσύ τι δουλειά είχες να κόβεις βόλτες έξω απ' το σπίτι της; Για να σε δει και να μη βγει;
- Ούτε με είδε, ούτε θα έβγαινε! Για καμιά σαν την κόρη της Μαρουλίας την πέρασες που κολλάει σε όλους;
- Κι εσύ πώς το ξέρεις, ε; Άμα της έκλεινα ραντεβού θα ερχότανε ρε βλάκα, ε βλάκα!
- Εμένα είπες βλάκα ρε ηλίθιε; Αν θες να ξέρεις, της έγραψα να με συναντήσει αύριο στις πέντε έξω απ' το σχολείο για να δω τι θα κάνει! Πάμε στοίχημα ένα κατοστάρικο ότι δε θα έρθει; 
- Πάμε! Θα έρθει γιατί θα νομίζει ότι την περιμένω εγώ! 
- Άντε από δω ρε μάπα! Τράβα να στηθείς εσύ κι εγώ θα κοιτάω απ' τη γωνία κρυφά να δω τι θα γίνει, γιατί τέτοιος ψεύτης που είσαι σ' έχω ικανό να πεις ότι τη φίλησες κιόλας! 
Ο Λάκης συμφώνησε και δεν έβρισκε μέρος να κρυφτεί όταν φυσικά διαψεύστηκε. Μόλις απομακρύνθηκαν η Αστερόπη με το μικρό, έφαγε μια δυνατή φάπα κι ένα γερό βρισίδι από τον έξαλλο Μίλτο κι έσκασε το κατοστάρικο που του έτριψε τελικά στα μούτρα! 
- Στο ζήτησα για να σε ξεφτιλίσω κι άλλο ρε! 
Άρπαξε στον αέρα το χέρι του άλλου που είχε αφρίσει απ' το κακό του, πριν προλάβει να τον αγγίξει. Τον έσπρωξε δυνατά και τον έστειλε στον αγύριστο ξεμπερδεύοντας μια και καλή μαζί του...


- Τι φταίμε κι εμείς να πληρώνουμε τις παλαβομάρες σου βρε μάνα; 
- Για ιερό σκοπό το έκαμα γιόκα μου...
- Έλα, τι μας λες; Εξαφανίζεσαι ως τα μεσάνυχτα, η γυναίκα μου κοιμάται και δε θέλω να την αναστατώσω, πάω και ρωτάω την πεθερά μου πού είσαι γιατί ήμουν σίγουρος ότι κάτι έπαθες, πετάει η Μαρίκα τα νυχτικά κι έρχεται μαζί μου με τα μπικουτί στο κεφάλι και τα έβγαζε στο αμάξι, με πάει στην Ευρύκλεια, βαράω την πόρτα και βγαίνει με μια σκούπα έτοιμη να μου τη φέρει στο κεφάλι, μπαίνουμε μέσα και μας λένε ότι πήγες στο μαγαζί του ξαδέρφου του Μίλτου λες και τον ξέρω, το οποίο είναι στην άλλη άκρη, παίρνουμε μαζί τη Θοδωρούλα που ήξερε το δρόμο, μπερδεύομαι σε κάτι στενά, το βρίσκω επιτέλους και βλέπω τι; Εσένα γονατιστή να κρατάς το κεφάλι ενός μεθυσμένου που είχε πέσει κατάχαμα και να κοντεύεις να του ξεριζώσεις τα μαλλιά για να σου πει κάτι για ένα Λάκη που πήγε στο σχολείο! Να σε τραβάω που δε μπορούσες να σηκωθείς, να διαμαρτύρεσαι ότι κατουριέσαι και θα σου φύγουνε, δεν πήγες εκεί στην τουαλέτα γιατί δεν ήθελες να τον αφήσεις λεπτό μη τυχόν κοιμηθεί και δε μάθεις γι αυτό το Λάκη που πήγε σχολείο λες κι είσαι κηδεμόνας του και πρέπει να ξέρεις τι βαθμό του έβαλε η δασκάλα, σου φεύγουνε τελικά και βρέχεται ο μεθυσμένος που είπες ότι πρέπει να τον πάω στο σπίτι του επειδή η μάνα του νομίζει ότι πήγε στον κινηματογράφο μετά που έκλεισε το μαγαζί που δεν είναι δικό του αλλά του ξαδέρφου του και θα ανησυχεί η καψερή και να λες κι από πάνω στη Θοδωρούλα να βρει πανί για να σφουγγαρίσει το πάτωμα που κολλούσε παντού από το χυμένο ποτό! 
- Εγώ δε μπόραγα να...
- Το κάτουρο το σφουγγάρισε ο ξαπλωμένος από το τραβολόγημα που του έκανες! Βγάζεις τη φούστα σου που έσταζε και τα πέδιλα, τα βάζεις σε μια από τις δυο σακούλες που πήρες από το μαγαζί αλλά ήταν μικρή και δε σε χώραγε να καθίσεις στο αμάξι, βγάζεις τη μπλούζα και τη βάζεις στο πίσω κάθισμα με τη σακούλα από κάτω γιατί δε μπορούσες να βγάλεις και τον κορσέ και το βρακί σου που ήταν βεβαίως εντελώς μουσκεμένα, μας πάει η Θοδωρούλα στο σπίτι του Μίλτου με το φόβο μη τη δει η μάνα του που δε θέλει ούτε ν' ακούει το όνομά της, αλλά κι η πεθερά μου που δε μπορεί να μιλήσει χωρίς το "τσι" και το "η" πριν από κάθε λέξη και φοβάται επίσης τη μάνα του επειδή δεν γουστάρει τις Σμυρνιές και θα πει ότι πότισαν το γιο της για να τον τυλίξουνε! 
Φορτώνομαι το σουρωμένο που μπλούζα και παντελόνι ήταν βρεγμένα από το κάτουρο, να τον παραδώσω στη μάνα του επειδή δε με ξέρει κι είμαι και άντρας, άρα δεν κινδυνεύει! Και τι να έλεγα στη γυναίκα, έλα πάρε το δέμα σου; Τον ψάχνω, βρίσκω το κλειδί του σπιτιού, ανοίγω όσο πιο σιγά μπορώ και τον ξαπλώνω μέσα, ακούω σε λίγο και τη μάνα του να φωνάζει μόλις είδε το θέαμα! Αν δεν προλάβαινα να φύγω και βγαίνοντας μας τσάκωνε στο αμάξι με τις Σμυρνιές κι εσένα γυμνή φαντάζεσαι τι θα γινόταν; Στις εφημερίδες θα μας βγάζανε! Κι άντε μετά πίσω στην Ευρύκλεια ν' αφήσω την κόρη της και να σου φέρουν να βάλεις κάτι πάνω σου για να μπορέσεις να βγεις απ' το αμάξι και να μη σου χωράει τίποτα! Τρεις γυναίκες να παλεύουν με τις πίσω πόρτες ανοιχτές μπας και σου βγάλουν το φουστάνι που είχες σφηνώσει, γιατί αφού είδες ότι ήταν μικρό σου το τράβαγες να κατέβει κι η ώρα να έχει πάει τρεις το ξημέρωμα! 
Η Σουλτάνα είχε κατεβάσει το κεφάλι και κοιτούσε τα πασούμια της. 
<<Πού επήαν οι δυο χάντρες και τα χαλνάνε το σκέδιο...>> 
- Σου φέρνει η Θοδωρούλα μια ρόμπα φαρδιά κι αφού αφήνω την πεθερά μου και σε πάω στο σπίτι κατουράς πάλι στο πεζοδρόμιο σαν το σκύλο κι όταν σε ανεβάζω πάνω κι επιτέλους πια γυρίζω, βλέπω στην είσοδο την Αγλαΐα έξαλλη που είχε ξυπνήσει και δε με βρήκε να κλαίει απελπισμένη! Είδα κι έπαθα να την ηρεμήσω και μ' αρχίζει λογικά τα πώς και πού και γιατί, ψήνει καφέ και πάω στο γραφείο άυπνος και ταλαίπωρος με τα νεύρα μου τσιτωμένα! 
- Πιες λίγο νεράκι μπρε παιδάκι μου που τα είπες χωρίς ανάσα, δεν κολνάει ο στόμας σου;
- Όχι!!!  
- Σε ζήτησα χίλιες φορές συγνώμη τζιέρι μου... Είχα πιει πορτοκαλάδα που κέρασε ο Μίλτος κι επειδής η ώρα πέρασε ήπια και δυο λεμονάδες να δροσιστώ κομμάτι και με φύγανε τα ούρα... Δεν το ήθελα πασά μου, πόση ώρα τα κράταγα... 
- Αυτό είναι το μόνο πρόβλημα; Όχι βέβαια, θα μου δώσεις λόγο για όλα! Και τώρα για πες μου αρχικά ποιος είναι αυτός ο Λάκης που τόσο πολύ σε νοιάζει αν πήγε στο σχολείο; Τίνος παιδί είναι μαμά;
- Δεν ξεύρω γιόκα μου...
- Πού τα πουλάς αυτά;
- Δε σε πουλάω τίποτα, την αλήθεια σε λέγω...
- Δηλαδή θες να πιστέψω ότι υπάρχει ένα παιδί που χάλασες τον κόσμο να μάθεις για το σχολείο και δεν ξέρεις ποια είναι η μάνα του! Μήπως την ξέρεις καλά, το έκανε χωρίς να παντρευτεί και το άφησε σε κάνα ίδρυμα κι αυτό το έσκασε; 
- Τι με λέγεις καλέ τώρα; Κοτζάμ άντρας εικοστριώ χρονώ στο ίδρυμα; 
- Α! Ενώ εικοσιτριών χρονών μαντράχαλος πάει στο σχολείο, ε; Ποιον κοροϊδεύεις ρε μάνα; 
- Δεν επήε μέσα στο σκολείο για να μάθει γράμματα μπρε μπουνταλά! Απ' όξω ητανάνε και περίμενε τη Θοδωρούλα που νόμιζε ότι θα πάει να διει το Μίλτο που την είχε δώκει ραντεβού!
- Θα με τρελάνεις εντελώς; Άλλος της έδωσε ραντεβού κι άλλος την περίμενε; Βρε μαμά, μπας και κάτι ήπιες και δεν ξέρεις τι λες;
- Καφεδάκι μόνο ήπια πασά μου και καλά στα λέγω, αμά πρέπει να τα πάρω απ' την αρχή για να καταλάβεις... 
- Άσε, κατάλαβα! Γαμπρός για τη Θοδωρούλα είναι στη μέση κι έβαλες το χέρι σου! Πες τα με τη νύφη και τη συμπεθέρα σου, φεύγω γιατί έχω δουλειά και δε θέλω ν' αργήσω!
- Και θα μείκουμε έτσι, μαλωμένοι; Δε τη λυπάσαι κομμάτι τη μαμά σου που θα κλαίει; 
- Η μαμά μου δε με λυπάται με τόσα που πέρασα;
- Πολύ, πάρα πολύ... Σχώρα με Ιακωβάκι μου... 
Βλέποντάς την έτσι σαν βρεγμένη γάτα και σκεπτόμενος ότι αν άκουγε από άλλον όλα όσα συνέβησαν θα του φαινόταν πολύ αστείο, ξέσπασε σε δυνατά γέλια και την αγκάλιασε σφιχτά.
- Τι να κάνω που σ' αγαπάω κι ας είσαι παλαβή! Άντε, συχωρεμένη! 
Η Σουλτάνα τον φίλησε κι άφησε επιτέλους κι εκείνη τα γέλια που με τόσο κόπο συγκρατούσε κάνοντας τη στεναχωρημένη από τύψεις κι ενοχές για όσα δημιούργησε. 
- Παλαβός είσαι και φαίνεσαι! Άμε στο καλό και τόση ώρα βαστιέμαι να μη χαχανίσω έτσι που με τα έσουρες! Μεγάλες πλάκες γινήκανε μπρε, καλύτερες δεν έχει!