.

.
.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Η Σμυρνιά


Η Θοδωρούλα μεγάλωνε κι άνθιζε σαν το μπουμπούκι.
Ψηλή κοπέλα, με σταράτο δέρμα και πλούσια μακριά μαύρα μαλλιά που κατέληγαν σε μπούκλες. Πάντα καθαρή και περιποιημένη, έκανε τ' αρσενικά να στενάζουν στο πέρασμά της και τα θηλυκά να τη ζηλεύουν όσο καμία άλλη.
- Αυτή είναι χειρότερη κι από την κόρη του φαναρτζή που γυρίζει! 
- Από κείνη και της Μαρουλίας την κόρη φοβόμαστε, από τούτη τη βρίσκουμε! Άντε να χαθεί από δω η Σμυρνιά!
- Πάνω που ήταν έτοιμος ο Λάκης να έρθει να σε ζητήσει, αυτή του πήρε τα μυαλά και τρέχει πίσω της!
- Σε παράτησε μετά από δυο χρόνια επειδή λέει δεν είναι ακόμα έτοιμος για γάμο...
- Κι εγώ τον πίστεψα; Έμαθα πώς κάνει για τα μούτρα της ο βλάκας!
- Ρεζίλι των σκυλιών έχει γίνει! Πλακώθηκαν και με το Μίλτο για δαύτη!
- Κι ο αδερφός σου που στηνόταν στη γωνία για να βλέπει την ξαδέρφη μου όταν έβγαινε στο παράθυρο, πάει, καπνός έγινε! Άσχημα θα του έπεφτε; Και σπίτι δικό της κι ένα σωρό λεφτά έχει ο θείος μου, την ήθελε κι η μάνα σου! 
- Θα γινόμαστε κι εμείς συγγενείς...
- Βέβαια! 
- Στραβομάρα έχουνε όλοι πια; Τι παραπάνω έχει αυτή κι αρπάζονται για χάρη της, επειδή πλένεται όλη την ώρα λες κι έχει ψώρα; 
Αυτή παιδί μου τους κοροϊδεύει όλους! Σμυρνιά! Ποιος ξέρει τι κόλπα κάνει και τους ξελογιάζει για να καμαρώνεται! Σου λέει ας τους έχω στα πόδια μου και θα διαλέξω τον καλύτερο! 
- Είναι αυτές, ο Θεός να σε φυλάει!
- Έτσι λέει κι η μάνα μου! Όπου ακούς Σμυρνιά, έχεις τον άντρα σου χαμένο! Γι αυτό αρωματίζονται και φτιάχνονται όλη μέρα!
- Κι η μάνα της η σιγανοπαπαδιά κάνει ότι δεν καταλαβαίνει!
- Ναι μωρέ, κάνει πως στεναχωριέται κιόλας άμα ακούσει ότι χάλασε κάνα προξενιό... 
Έβγαινε η Θοδωρούλα για τα ψώνια της ημέρας και κοκκίνιζε όταν άκουγε τα σφυρίγματα και τα κοπλιμέντα που της φώναζαν τα παλικάρια. Επέστρεφε στο σπίτι και τα έλεγε στη μητέρα της.
- Έτσι είναι τούτα κόρη μου, για ούλα τα κορίτσια του κόσμου! Και θα σ' ηπειράξουνε και θα σ' ημιλήσουνε και θα σ' ητραγουδήσουνε, αμά να προσέχεις μη σ' ηζυγώσει κανένας! Από μακριά άσε τοις να λέγουν... 
- Μη φοβάσαι καλέ μαμά, ηξεύρω να προσέχω! 
- Παράπονο δεν έχω, μα σ' ορμηνεύω... Όποιος έχει καλό σκοπό, τσι σοβαρές και καλές κοπέλες ηβλέπει, όχι τσι λωλές που κάμουν χα χα και χου χου με τον ένα και με τον άλλο... Μεγάλο πράμα η τιμιότης για τη γυναίκα, μα μικρή είναι, μα μεγάλη... Μακάρι να έχεις τύχη καλή κι ο γαμπρός θα καμαρώνει ότι σε πήρε αφ' την αγκαλιά τση μάνας σου! 
- Καλέ μαμά... Είναι κι ένα άλλο πράμα που με στεναχωράει πολύ... 
Η Ευρύκλεια την κοίταξε ερωτηματικά αν και ήξερε το παράπονο της κόρης της. Τα σωθικά της καίγονταν τα τελευταία χρόνια... 
- Τα κορίτσια τση γειτονιάς δε με καλοβλέπουνε... Ούλες που παίζαμε και στην αυλή μας και στο δρόμο από μικρές, με μισό μάτι με κοιτάνε τα τελευταία τρία χρόνια, χωρίς να τσι κάμω τίποτα! Καμιά τους δεν ηπείραξα, κούκλες τσι χάρισα, φουστάνια που μ' ήστελνε ο αδερφός μου και δε μ' ήκαμαν άμα μεγάλωσα, τόσα γλυκά και φαγιά τσι δίναμε και πάντα ήστελνες και τσι μανάδες τως! Τι έχουνε μαζί μου; Φιληνάδα καμιά δεν έχω κι ηπεριμένω τσι ξαδερφάδες μου μόνο άμα έρθουνε μια στο τόσο ή πάμε εμείς για να κάμω λίγη παρέα... Κι οι μανάδες τως τα ίδια, μισή την καλημέρα θα μ' ειπούνε κι ούλο μέσα στα σπίτια τως τσ' ηστέλνουνε μη κι ηχαιρετηθούμε! 
- Ούλα αυτά που μ' ηλέγεις τα ξεύρω Θοδωρούλα μου... Θαρρείς που κι εγώ δεν σεκλετίζομαι μ' αυτές τσι συμπεριφορές; Δεν ήθελα να σε τα ειπώ για να μην ημαραζώνεις... Τσι προάλλες που ήπιαμε καφέ με την Αστερόπη, αυτή την κουβέντα είχαμε γιαβρί μου. 
- Η Αστερόπη είναι η μόνη που μας αγαπάει και μας θέλει μαμά! Αφ' την ώρα που γιάτρεψες το γιο τση τότενες, στα όπα όπα μας έχει! Κι άμα χάσαμε το μπαμπά, στην αγκαλιά τση μέσα μας είχε ούλους! Είναι τόσα χρόνια πιο μεγάλη από μένα όμως... Για πες με λοιπόν, τι σ' ήλεγε για τσι τρόποι τως; Ηξεύρει τι έχουνε μαζί μου; 
- Μας αγαπάει πολύ κι είναι σαν τσι συγγενείς μας, ναι! Τσ' ήκαμα κουβέντα εγώ για τούτα ούλα κι ηξεύρει καλά τι γίνηκε... Και μάτια έχει κι αυτιά, μα και γλώσσα σωστή άμα πρέπει! Αφ' ότου ηξεπετάχτηκες κι ηγίνηκες  έμορφη κι αψηλή, οι άλλες ζουλεύουνε... Τα μάτια ούλων είναι απάνω σου και πιο πολύ των άντρηδων που ήθελαν καλά και σώνει να τσ' ηκάμουνε γαμπροί! 
- Μα εγώ δεν...
- Ηξεύρω παιδί μου που δεν ησήκωσες ποτέ το κεφάλι για κανένα! Η ζούλια όμως, πάντα ζούλια είναι! Έχομε μάθει κι αλλιώς εμείς στα μέρη μας, οι άλλες δεν έχουνε τσ' ίδιες συνήθειες... Τον πρώτο καιρό που ήρθαμε εδώ, ούλο κουσέλι ήκαμαν πότε για το ένα και πότε για το άλλο... Ήβλεπαν τον αδερφό σου, καλή του ώρα κει που είναι, μέσα στη σκάφη κάθε βράδυ για να καθαριστεί αφ' τα χώματα που ήπαιζε ούλη τη μέρα με τ' άλλα παιδιά κι ηξίνιζαν... Μια φορά μ' αρώτηξε η κυρά Παρασκευούλα γιατί το κάμνουμε κι άμα τσ' είπα για να μην ηπέφτει έτσι βρόμικος στο κρεβάτι, μ' είπε που είμαι παράξενη! Κι αφού ηγίνηκε αυτή η κουβέντα, ήβαζε μετά το γιο τση να τόνε πετάει το χώμα με τσι χούφτες στο κεφάλι του!
- Τι λες καλέ μαμά; Γιατί να το κάμει αυτό το πράμα;
- Γιατί κόρη μου, ο κόσμος κάθε τι που είναι αλλιώτικο απ' αυτά που κάμει, το περιγελάει, να γιατί! Τα ίδια λένε και για σένα, επειδής είσαι προκομμένη και καθαρή! Εδώ οι ανθρώποι δεν έχουνε πολλή αγάπη για το νερό. Πλένουντε ολόσωμα κάθε Σάββατο μόνο κι ηλούζουντε, χειμώνα και καλοκαίρι... Τσι κάμουνε ούλες τσι δουγειές τως με το σφουγγαρόπανο και σαπουνάδα τσι αυλές δεν πέφτει... Μη θαρρείς που δεν ηκοιτάζανε κι εμένα λοξά, αμά ποτές δε με το είπανε στα μούτρα! Τσ ήβλεπα όμως που ήδειχναν τον κουβά κι ήλεγε ο στόμας τους... Ούλο ψου και ψου ήντουσαν...
- Κι αυτό η Αστερόπη σε το είπε; 
- Ναι, από παλιά... Η νοικοκιουρά ηφοβήθηκε λέει που θα τσ' ηχαλάσουμε το σπίτι τση με τα νερά και τα σαπούνια, ακούς; Αίμα ήφτυσα κι εγώ κι ο μπαμπάς κι ούλοι οι συγγενείς που ήρτανε εδώ για να το σιάξουμε κομμάτι που ήτουνε ένα αχούρι κι ήμπαζε από παντού! Μήτε κι εσείς τα παιδιά μου δεν ήθελα να το ιδείτε σ' αυτό το χάλι γιατί είδα κι ήπαθα να ειπεί το ναι ο σχωρεμένος και να έμπουμε μέσα! Ήθελα να έχετε απλάδα, να παίζεται στην αυλή, να στρώνουμε και το τραπέζι με τσι ζέστες που μέσα ήβραζε ο τόπος και δεν ημπορούσε να σταθεί άθρωπος! Οι παράδες μας πολλοί δεν ήντουσαν για πιο καλό σπίτι κι εγώ δεν ήθελα να τσ' ηξοδεύουμε ούλοι στο μηνιάτικο... Ημάζωχνα όσοι ημπορούσα για να έχω κάτι στη μπάντα κι είδες η ζωή πώς τα ήφερε, να χαθεί ο μπαμπάς σας νωρίς... Κι ο αδερφός σου που τόνε τρώγει η θάλασσα, για να μην υστερηθούμε τίποτις το ήκαμε και για να σιάξουμε την προίκα σου κατά πως πρέπει, ηξεύρεις παιδί μου... 
- Ναι μαμά...
- Σε καμιά εικοσαριά ημέρες που θα μας έρτει πάλι η κούτα, άιντε να ιδούμε τι ωραία πράματα θα μας έχει στείλει! Μη σεκλετίζεσαι κόρη μου για τον κόσμο, έχομε το κεφάλι αψηλά κι αυτή είναι η πιο τρανή προίκα σου, που μακάρι να την είχανε ούλες οι κόρες στο ντουνιά! 
Παρηγορήθηκε λίγο η Θοδωρούλα σκεπτόμενη τα καλούδια που θα τους έδιναν τόση χαρά και βγήκε στην αυλή να ποτίσει τα αγαπημένα τους λουλούδια. Η Ευρύκλεια που με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυά της, τα άφησε να κυλήσουν ελεύθερα...  
                                                                                                        


<<Ο μανάβηηηηηης! >> 
Πετάχτηκαν έξω οι νοικοκυρές αφού έριξαν λίγα λεφτά στην τσέπη της ποδιάς τους. Το φορτωμένο λαχανικά και φρούτα γαϊδουράκι στεκόταν υπομονετικά για να διαλέξουν απ' τα κοφίνια.
Ανάκατες μυρωδιές σκόρδων, κρεμμυδιών και ιδρώτα που είχε ποτίσει τις φανελένιες ρόμπες.
Όταν άνοιξε η αυλόπορτα και βγήκε σβέλτα η Θοδωρούλα με την καφέ στενή φούστα και την κίτρινη μπλούζα, ο μανάβης έστριψε τη μουστάκα του κι οι γειτόνισσες την κοίταξαν με μισό μάτι κι άρχισαν το κουτσομπολιό σχεδόν μέσα απ' τα δόντια τους για να μην ακουστούν. Αν είχαν αυτιά τα αγγούρια, οι ντομάτες, τα χόρτα κι όλη η μαναβική, θα μαραίνονταν αμέσως από το δηλητήριο. Ο γάιδαρος τη γλύτωσε γιατί ήταν αφοσιωμένος στο άχυρο που μασούλαγε και ποσώς τον ενδιέφεραν οι κακές γλώσσες. Πάλι καλά ο έρμος που τη σκαπούλαρε.
- Να κι η Σμυρνιά μέσα στα λούσα...
- Χτες αργά, μπανιαριζότανε πάλι...  
- Το πετσί της θα βγάλει με το τρίψιμο όλη την ώρα!
- Κάθε μέρα βρακιά απλώνει! 
- Κι η μάνα της το ίδιο! Βάζουν μπροστά τις πετσέτες για να μη τα βλέπουμε! Τρομάρα τους! 
- Τέτοιο πράμα δεν έχω ξαναδεί! Τόσα χρόνια που μένουνε εδώ, τα ίδια κάνουν, βρέξει - χιονίσει!
- Α πα πα πα! Μωρέ, κοίτα ντύσιμο! Δεν κοιτάει που δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα, ο νους της όλο στο λούσο είναι! Μπας και χάσει τα χρυσά δαχτυλίδια, τα σκουλαρίκια και την ταυτότητα στο χέρι...
- Όλη μέρα έτσι είναι, ακόμα κι όταν πλένει στη σκάφη! Μ' αυτά κοιμάται... Έτσι δεν ήταν κι η μάνα της πριν χηρέψει; Ο,τι ώρα και να τη φώναζες, τα χρυσά της κρεμόντουσαν! 
- Μμμμμμ... 
- Και πάντα με τις κάλτσες τις ψιλές παρακαλώ! Οι παντόφλες της καινούργιες φαίνονται...  
- Κάποιον έχει βάλει στο μάτι αυτή κι όλο πλένεται κι αλλάζει... Να φιλάτε τους γιους σας, γιατί απ' αυτούς κάποιον θα τυλίξει!
- Αυτό μας έλειπε! Φτου! Φτου! Φτου!
- Εμ για ποιον λέτε να βγήκε έτσι στολισμένη, για το μανάβη;
- Έλα ντε! Λες να της γυάλισε ο μπάρμπας; Χα χα χα!
- Τους γιους σας να προσέχετε σας είπα! 
- Όποια την κάνει νύφη θα προκόψει! 
- Οι φίλοι του δικού μου να δεις που την κοιτάνε και τους τρέχουν τα σάλια... Κι είναι όλοι τους ένας κι ένας, τους ξέρετε! 
- Μπα! Γι αυτό την αράζουν στα σκαλιά σου, μη και χάσουνε τη θέα; 
- Αμ, γιατί άλλο; Κι όσο τους βλέπω συγχύζομαι...
 Ακολούθησε η μάνα, πεντακάθαρη κι εκείνη μέσα στη μαύρη της ρόμπα με τα κουμπιά. Και κάλτσες και παντόφλες μαύρες ακόμα λόγω του βαρύτατου πένθους της χηρείας που κρατούσε χρόνια. 
Καλημερίστηκαν κι άρχισε το διάλεγμα. Το δίχτυ γέμισε ζαρζαβατικά και φρούτα. Πλήρωσε η Ευρύκλεια κι αφού χαιρέτισαν ευγενικά μπήκαν στο σπίτι τους. Οι υπόλοιπες συνέχισαν να θάβουν την κόρη με την ησυχία τους... 

- Ωραία και φρέσκα πράματα είχε ο μανάβης και σήμερα μάνα!
- Ούλα πολύ καλά κόρη μου! Τα κολοκυθάκια πάρα πολύ τρυφερά, ηφχαριστήθηκα! Να τα ψήσουμε με τα κρομμύδια που 'ναι ωραία, ε; 
- Ναι, ναι! Καιρό έχομε να τα φάμε!
- Και τσι ανθοί τως αύριο τσ' ηρίχνουμε στο τηγάνι που θα έχομε τσι μουσαφιραίοι, για το ουζάκι! 
- Καλά τα λες...
- Τση Σταυροπροσκύνησης αύριο, μεγάλη μέρα!
Η Ευρύκλεια έβαλε την ποδιά και το φιλέ στα μαλλιά. Έτρεμε μην πέσει καμιά τρίχα στο φαγητό κι όταν μαγείρευε ήταν το απαραίτητο αξεσουάρ. Η Θοδωρούλα φόρεσε μια φαρδιά κορδέλα για τον ίδιο λόγο και σαπούνισε καλά τα χέρια της.
Ένα κιλό κολοκυθάκια είχαν πάρει που πλύθηκαν και σκουπίστηκαν προσεκτικά. Απλώθηκαν σε καθαρό πεσκίρι για να μη μείνει ούτε στάλα νερού. 
Η μάνα τα έκοψε κάθετα και τα ένωσε ξανά για να τα τεμαχίσει σε μικρές μπουκίτσες.
Η κόρη ανέλαβε να καθαρίσει και να κόψει πέντε μεγάλα κρεμμύδια.
- Όχι πολύ ψιλά όπως τσι σαλάτες Θοδωρούλα μου, ε;
- Ηξεύρω καλέ μαμά, πιο χοντρούτσικα! 
- Άιντε γιαβρί μου! Και μπόλικο μαϊντανό που του πάει!  
Έβαλαν αρκετό λάδι στον τέντζερη κι έριξαν τα κρεμμύδια αφού πριν είχαν πασπαλιστεί με δυο μεγάλες κουταλιές ζάχαρη.
Όταν χρύσισαν ελαφρά και καραμέλωσαν, βγήκαν με τρυπητή κουτάλα στραγγιστά σε βαθύ πιάτο.
Ανέβηκε ξανά η θερμοκρασία του λαδιού κι έπεσαν τα κολοκύθια.
Όταν ψήθηκαν καλά, παίρνοντας χρώμα, πρόσθεσαν τα κρεμμύδια, ένα κουτί ντομάτα, μια τσιμπιά κανέλα και το μαϊντανό.
Αλάτι και πιπέρι από το μύλο φρεσκοτριμμένο που έβγαλε όλο του το άρωμα κι αφού η μάνα το ανακάτεψε ελαφρά και το σταύρωσε, ο τέντζερης σκεπάστηκε. 
Η Ευρύκλεια το κούνησε δυο φορές όταν η μυρωδιά που απλώθηκε έδειξε ότι σε λίγο θα ήταν έτοιμο. Το σερβίρισαν στα πιάτα όταν είχε πέσει ο βρασμός κι είχαν μελώσει με την πηχτή σαλτσούλα. 
Πόση νοστιμιά σ' ένα λαδερό φαγάκι με λίγα και απλά υλικά! 

                                                                                                       


Οι πρώτες ξαδέρφες της Θοδωρούλας με τη μητέρα τους, τις επισκέφτηκαν την επόμενη μέρα. 
Το πρωί είχαν πάει όλες στην εκκλησία κι ευλογήθηκαν να συνεχίσουν με δύναμη τη νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής που τηρούσαν αυστηρά. Τα κορίτσια λιαζόντουσαν στην αυλή τρώγοντας φρούτα κι οι μητέρες έπιναν το απογευματινό τους καφεδάκι στην καλή κάμαρη.
- Έχω κάτι να σ' ειπώ Ευρύκλεια! Η τύχη τση μεγάλης μου ηχτύπησε την πόρτα μας!
- Α! Τι καλό μαντάτο μ' ήφερες μπρε Νικούλα μου! Για πες με να χαρώ! 
- Έχει δικό του αυτοκίνητο (ταξί) κι ηβγάνει του κόσμου τσι παράδες! Ο παππούς του, άφηκε κλερονομιά μεγάλη περιουσία τσι γονιοί του κι επειδής είναι το μόνο εγγόνι που ήβγαλαν τ' όνομά του, γιατί τα άλλα του παιδιά ήκαμαν κορίτσια, είχενε το πιο πολύ μερτικό! Έδωκε πολλά και τσι άλλοι, τούτος όμως ήντουνε ο πιο τυχερός! Δεν ήπαιρνε και τόσο τα γράμματα κι είπανε να κάμει αυτή τη δουγειά, που δεν χρειάζεται να είναι και σπουδαγμένος... Αγοράσανε λοιπόν το αυτοκίνητο και βγάνει παράδες με ουρά! Έχει και κάτι πλούσιοι που τσι πάει και τσι φέρνει κι αυτοί και τσι γυναίκες τως κάθε μέρα και να ιδείς μπαξίσι κάθε φορά, όξω αφ' την κούρσα! Αν ειπείς στα κέντρα τα βράδια που είναι ούλοι στα κέφια τως κι έχουνε πιει πολύ, διπλά τόνε πλερώνουνε! 
Η Νικούλα ήπιε μια γουλιά καφέ πριν συνεχίσει.
- Την ήβαλε στο μάτι τη δικιά μου κάμποσοι μήνες τώρα κι ούλο την ήφερνε γύρα! Μια μέρα που είχα στείλει να μ' ηφέρει τουλπάνι αφ' την αγορά, ήτονε στη στάση κι ηπερίμενε το λωφορείο να έρτει στο σπίτι. Ήντουνε αφ' τσ' ημέρες που τουρτουρίζαμε ούλοι, πολύ κρύο! Είδε το λοιπόν ένα αυτοκίνητο που στάθηκε κι εκείνονε να βγαίνει! Τση λέγει <<έλα να σε πάω στο σπίτι σου γλήγορα, μη στέκεις εδώ κι ηπαγώσει η καρδιά σου, κρίμας είναι!>>
- Κι η κόρη σου μπήκε; ρώτησε έντρομη η Ευρύκλεια. 
- Όσκε νύφη μου! Λωλή είναι; Μιλιά δεν ήβγαλε κι υπήγε πιο πέρα! 
- Κι αυτός τι ήκαμε;
- Τσ' ήλεγε ένα σωρό, που φαίνεται καλή κοπέλα, είναι κι έμορφη πολύ και τέτοια, ηξεύρεις...
- Ναι, ναι... Και μετά;
- Ε, ήρτε το λωφορείο κι ανέβηκε μ' ένα σάλτο! Χα χα χα! Με τα είπε στο σπίτι  και να σ' ειπώ, κατάλαβα ότι την άρεσε... Την αρώταγα πώς είναι, μα έμορφος μα άσκημος κι αφ' τα πολλά πια το μολόγησε!
Την ήπαιρνε το κατόπι κι άλλες φορές, δεν ηξεύραμε στην αρχή ότι αυτός έμνησκε τρία σοκάκια πιο πάνω! Και μια μέρα, μ' ήπιασε την κουβέντα η θεία του όξω αφ' το φούρνο, γνωστή μου ήτονε. Μ' είπε για τον ανεψιό τση, τη δουγειά του κι ούλα τα σχετικά κι ηκατάλαβα αμέσως πού πάει το πράμα! Είπα τση κόρης μου το και το κι ηγυάλισαν τα μάτια τση! Ε, απέ κει και μετά τση μίλησε κάμποσες φορές, ήκαμαν κι ένα περίπατο καλά και φρόνιμα και τώρα θα έρτουνε λέγει μετά τη Λαμπρή με τσι γονιοί του και το δαχτυλίδι! 
- Αχ μπρε Νικούλα μου, με το καλό! Πολύ χαρά μ' έδωκες! Δε με είπες όμως, απέ δω είναι, Αθηναίοι;
- Ο γαμπρός ναι, αφ' το σόι του όμως δικοί μας είναι, Σμυρνιοί! 
- Α! Το καλύτερο μ' άφηκες για το τέλος!  
Η κουνιάδα της συνέχισε λέγοντας το πόσο ευχαριστημένοι ήταν οι δικοί του που θα έκαναν νύφη απ' τα δικά τους μέρη, τίμια, νοικοκυρά και καθαρή. 
Η Ευρύκλεια συγκινήθηκε με την καλή τύχη της ανιψιάς της. Τα τελευταία λόγια της κουνιάδας της όμως, έκαναν ένα στεναγμό να βγει απ' τα φυλλοκάρδια της. 
- Τι γίνηκε μπρε νύφη μου κι ησυννέφιασες έτσι άξαφνα;
- Αχ Νικούλα μου... Δεν είναι μόνο που θα κάμεις καλό γαμπρό, είναι που κι η φαμελιά του τη θέλει κι είναι στσι χαρές τως και πολύ ωραία είναι όλα τούτα. Η τύχη τση δεν ήτονε μόνο στην παντρειά, αλλά που έχετε δικοί μας αθρώποι στη γειτονιά σας κι ηξεύρουν κι εχτιμάνε τσι καλές κοπέλες... 
- Δεν ημπορώ να καταλάβω, ποιος είναι αυτός που δεν τσι εχτιμάει; 
- Θα σ' ειπώ κοκόνα μου, να ιδείς καημοί που έχομε...
Η Νικούλα την άκουγε και δεν πίστευε τ' αυτιά της. Αμάθητη σε τέτοιες συμπεριφορές, αφού έμεινε από την αρχή σε φιλόξενη περιοχή που κατοικούσαν πολλοί Μικρασιάτες, έτυχε αγάπης κι αλληλεγγύης τόσα χρόνια. Κι οχτώ μήνες που είχε φιλοξενήσει τον αδερφό της με τη γυναίκα και τα παιδιά τους, πολύ της κακοφάνηκε όταν μετακόμισαν. 
- Τι λες μπρε Ευρύκλεια; Μακάρι σαν τη Θοδωρούλα μας να ήτονε κι άλλες κοπέλες! Αχ το τζιέρι μου, που έχει και τση μάνας μου τ' όνομα κι όσο μεγαλώνει ούλο και πιο πολύ τση μοιάζει!
- Ώρες και φορές ίδια σουσούμια κάμνει, θαρρώ πως βλέπω τη νενέ τση, ίδια είναι... 
- Και πόσο σ' αγαπούσε η μάνα μου! Ευρύκλεια ήλεγε κι ηκολνούσε ο στόμας τση... Σ' ηλάτρευε η σχωρεμένη... 
- Κι εγώ την αγαπούσα πολύ, δεν την ηξεχώρισα ποτές αφ' τη μάνα που μ' ηγέννησε και τση το είπα ακόμα μια φορά στα υστερνά... 
- Κι άμα μας ήκαμες το κορίτσι μας κι είπες που θα τση βγάλετε τ' όνομα, τσι στριγκλιές που ήβαλε αφ' τη χαρά τση! Για θυμήσου που τσ' ηκρέμασε τα μαλαματικά τση... 
- Ενθυμούμαι τα πάντα... Όπως τα φόραγε εκείνη, έτσι τα φορεί πάντα κι η εγγόνα τση... Και να ιδείς πώς καμαρώνει και λέει που είναι τση γιαγιάς μου... Θεοδώρα την ήλεγαν κι εγώ έχω και τ' όνομα και τσι χάρες τση ούλες! 
- Το δικό μας το παιδί ήκαμαν πέρα και δεν το μιλάνε, ε; Να τσι μπούνε σκόρδα στα μάτια σε κόρες και μανάδες! Τον καλύτερο θα πάρει γιατί τσ΄αξίζουν ούλα τα καλά του κόσμου κι αυτές να σκάσουνε αφ' το κακό τους! Ένα λάθος μεγάλο ήκαμες νύφη μου, που δεν με τα είπες τόσο καιρό! Πολύ με πίκρανες, πάρα πολύ! 
- Ε... Τι να λέγω μπρε Νικούλα μου, θαρρείς που ήξευρα κι εγώ αφ' την αρχή τι γίνεται; Ούλες εδώ, μ' έχουνε με το καλό πάντα, χαρά μεγάλη κάμουν οι πιο πολλές άμα με ιδούνε...
- Και γιατί να μη σ' ηκάμουν; Μια ζωή σ' αγαπούνε και συγγενείς και γειτόνοι! Πόσα καλά έχεις κάμει και κακό λόγο δεν ήβγαλε ο στόμας σου ποτές για κανένα! Χάθηκε ο αδερφός μου κι εσύ αμπάρωσες το σπίτι κι ο ήγιος δε σ' ήβλεπε! Φόβο από σένα να τση πάρεις τον άντρα δεν έχει καμιά! Το κορίτσι σου ναι, το φοβούνται! Κι επειδής είναι κι αυτό στεναχωρημένο πολύ, θα το φέρνεις πιο ταχτικά σε μας, ακούς; Άλλος κόσμος κει απάνω, θα κάμει και κάνα περίπατο με τσι δικές μου και το γαμπρό και με τα κορίτσια αφ' του αντρός μου το σόι, ούλες τσ' ηξεύρεις, ξαδερφάδες τως είναι! Γιατί άμα δε βγει κομμάτι κι όξω, πώς θα την ιδεί και κάνας άθρωπος; Εδώ σφάζουντε με λέγεις οι άντρηδες για ελόγου τση κι οι άλλες ητρώγουντε που δεν τσ' ηδίνουνε σημασία ή τσ' απαρατάνε! Κι άκου ένα πράμα, θα την πάρομε απόψε κιόλας μαζί μας, όσο θέλει να κάτσει ίσα με να σ' ηπεθυμήσει! 
Λαχτάρησε η καρδιά της Ευρύκλειας... 
- Ο Θεός να σ' ηστείλει χίλια καλά γι αυτό που κάμεις Νικούλα μου! Μεγάλη παρηγοριά μ' έδωκες, δεν ημπορείς να φανταστείς πόση...
Την αγκάλιασε και τη φίλησε. Τα δάκρυά τους έτρεχαν ποτάμι.
- Ούλα καλά θα πάνε νύφη μου!
- Θοδωρούλααααα! Ελάτε να βάλομε το τηγάνι στη φωτιά!
- Έλα ανεψούλα μου κι έχομε νέα να σ' ειπούμε!
- Ποια καλέ θεία, για το γαμπρό; Ούλα με τα είπε η Λίτσα!
- Και θα σε τα ειπεί καλύτερα τσι μέρες που θα μνήσκετε μαζί! Θα σ ' ηπάρουμε στο σπίτι μας γιαβρί μου κάμποσες ημέρες, να ξεσκάσεις κομμάτι που σ' ηστρώνει η μάνα σου ούλη μέρα στα θελήματα και τσι δουγειές! Χα χα χα!
Οι φωνές και τα γέλια των τριών κοριτσιών ξεσήκωσαν την αυλή, αφήνοντας πολλές απορίες στις γειτόνισσες...  




  





                                                                                                                                                                                              

21 σχόλια:

  1. Πανέμορφα δοσμένο το κείμενό σου καλή μου φίλη με τους χαρακτήρες των ανθρώπων ν΄αποτελούν μια χαρακτηριστική εικόνα που σε συναρπάζει.
    Υπέροχο μεε μια λέξη.
    Νάσαι καλά καλή μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ Denni σ' ευχαριστώ από καρδιάς για τα τόσο ωραία σου λόγια!
      Αδημονώ να βρω χρόνο για να χαθώ και στα δικά σου κείμενα με τις υπέροχες εικόνες και πληροφορίες.

      Να είσαι πάντα καλά κι εσύ!
      Την αγάπη μου!

      Διαγραφή
  2. Αγαπητή μου φίλη σου εύχομαι απο καρδιάς!! Καλό Πάσχα και καλή Ανάσταση με υγεία !Να περάσεις όμορφα αυτές τις Αγιες μέρες.Πολλά φιλιά!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή Ανάσταση Μεταξία μου!
      Να περάσεις χαρούμενο Πάσχα με υγεία και να χαίρεσαι τους αγαπημένους σου!

      Φιλάκια πολλά πολλά!!!

      Διαγραφή
  3. υπεροχη η συνεχεια μαιρουλα μου ελπιζω οτι εχει και αλλο? φιλια πολλα αγαπη μου καλο πασχα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εννοείται η συνέχεια Σοφούλα μου αγαπημένη!
      Καλό κι ευλογημένο Πάσχα να περάσετε, να χαίρεσαι την οικογένειά σου!

      Φιλάκια πολλά κι αγκαλιά σφιχτή!

      Διαγραφή
  4. Τί έγινε μικρή ροζουλιά...???...Θα περιμένουμε πολύ ακόμα την συνέχεια...???
    ( κάνε βόλτα και στο Salon De Beaute' μας...http://www.spirtowebradio.com/index.php/industrial-services/467-salon-de-beaute-me-ta-roda-tou-magioy
    Πάλι έγραψε η Αιώνια ♥ )

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς τη Μπουμπού!
      Ο,τι και να πεις έχεις δίκιο, αλλά δεν έχω προλάβει ακόμα ούτε τις επισκέψεις μου στα σπιτάκια σας να κάνω...
      Θα ετοιμάσω ελληνικό καφέ σε...κουβά, θα διαβάσω, θα καμαρώσω τις δημιουργίες για να ξεκουραστώ και μετά ένα φραπέ σε...ανθοδοχείο για να γράψω τη συνέχεια...
      Θα βολτάρω και στο σαλόνι ομορφιάς που το επισκέπτονται πολλές φίλες και χαίρουν ομορφιάς και φρεσκάδας αλλά σου επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά μικρή ξανθούλα ξεχασιάρα ότι δεν είμαι εγώ η Αιώνια Γυναίκα (θα γελάνε κι οι μαρίδες) αλλά γράφω γι αυτήν!

      Σε φιλώ, σε χαιρετώ και θα σ' επισκεφτώ!!!

      Διαγραφή
    2. Τί με νοιάζει εμένα μικρή ποιά είναι Αιώνια...???...Εμένα με νοιάζουν τα τερτίπια και τα σκέρτσα της,η γλώσσα και τα μυστικά της...Ανεπανάληπτα...!!! ( α...και μιά που δίνει - η Αιώνια ντε - συμβουλές και συνταγές,κάνε ένα χρώμα διαφορετικό στις συνταγές να ξεχωρίζουν...Είτε είναι ομορφιάς είτε τσουκαλιού...Και πού θα μου πάει,θα σε βάλω να " εκδοθείς ",δεν θα γλυτώσεις ) ♥ ♥ ♥

      Διαγραφή
    3. Σε νοιάζει και πολύ μάλιστα!
      Κόπτεσαι για τα τερτίπια, τα σκέρτσα και δεν είσαι θηλυκό; Ναζιάρα και τσαχπίνα είσαι εκ φύσεως, αυτά κι άλλα πολλά δεν κάνει ανέκαθεν η Αιώνια Γυναίκα;
      Όσον αφορά τις συμβουλές και τις συνταγές, έχεις τόσες μαζεμένες στο μποτέ που εμπλουτίζεται με διαφορετικό χρώμα, άντε που όλο απαιτήσεις είσαι! Μη γελάς, σε βλέπω!
      Για του τσουκαλιού έχουμε τόσα κορίτσια εξειδικευμένα που μαγειρεύουν τα πάντα! Αν δεν τα γνωρίζεις να σου στείλω link να τα μάθεις! (Εξακολουθείς να γελάς, ε;)

      Να εκδόσεις εσύ τ' απομνημονεύματά σου μικρή και τριανταφυλλένια, εγώ ούτε σαν ιδέα δεν το σκέπτομαι είπα και γνώμη δεν αλλάζω! Μόνο να προσέξεις μην πέσει η παρουσίαση μαζί με άλλη γιατί δεν διακτινίζομαι, στο λέω εκ πείρας...

      Σήκωσες πάλι την πολυκατοικία στο πόδι από τα γέλια, σε βλέπω είπα!!!

      Διαγραφή
    4. Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος...Σ'αγαπάω πολύ πολύ...Μα πολύ όμως...♥ ♥ ♥

      Διαγραφή
    5. Να και οι απειλές! Ωχ ωχ ωχ! Φοβάμαι!!!

      Κι εγώ σ' αγαπώ πολύ πολύ κοριτσάκι μου!

      Διαγραφή
    6. Μου έφτιαξες το blog και το νοικοκύρεψες αλλά θέλω να μου μάθεις να βάζω κι εγώ καρδούλες και νότες Βιβουλίνι!

      Διαγραφή
    7. Καλημέρααααααααααααα...Έχεις mail...♥

      Διαγραφή
  5. Α.πα!α πα ! Οι σκρόφες την έφαγαν την κοπέλα!
    Ακου να δεις οι βρόμες τι κάνουν στο κορίτσι!
    Ελπίζω να'χει καλή τύχη Μαιρούλα μου και να της μπούν στο μάτι.

    Αναμένω τη συνέχεια.

    Φιλάκια πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ζουζούκα μου υπέφερε πολύ κι ήταν το καλύτερο κορίτσι.
      Μέχρι να παντρευτεί πέρασε πολλά...

      Φιλάκια πολλά κι από μένα!!!

      Διαγραφή
  6. Καλέ;εδώ εγινε της αιώνιας και εγω ακομα να ερθω; αααα δεν παιζω.! ήρθα παλι να διαβασω...μεταμεσονύχτια... ευτυχως βαζω κουταλακια στην καταψυξη..χα..χα.εχω χαθει τωρα τελευταια γιατί δεν μου φτανει ο χρονος φιλεναδα.. γινονται τόσα δρωμενα στην γειτονια .. και να μην χασω.χα..χα.. παιρνω μερος σε όλα σχεδόν εεεεε πως να μου μεινει χρονος οταν έχεις και ολη την οικογενεια κοντα σου....Πολύ την χαρηκα την Ευρύκλεια σου Μαιρούλα μου και την κόρη της... εχω αγωνια τι θα γινουν .. μακαρι να βρει καλο γαμπρό για την κορη να τους μπει στο ματι των κουτσομπόλιδων..χα..χα..να περνας ομορφα οτι και να γραφεις .. περιμενουμε την συνέχεια... καλο ξημερωμα... φιλακιααα!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πού να σου φτάσει ο χρόνος με τόσα που κάνεις για να διαβάζεις ιστορίες Ρουλίτσα μου;
      Αυτό με χαροποιεί πολύ γιατί συμμετέχεις παντού και είσαι άξια συγχαρητηρίων, άσε που από το blog σου μαθαίνω κι εγώ τα δρώμενα!
      Βάζε τα κουταλάκια στην κατάψυξη και γράφε, κατασκεύαζε, πλέξε, κέντησε, να τα βλέπω και να τα καμαρώνω!
      Την Ευρύκλεια και την κόρη της τις είδα σε φωτογραφία σ' ένα άλμπουμ της Ανθούλας και δε θα ξεχάσω τη γλυκύτητα που εξέπεμπαν.
      Καλοπαντρεύτηκε η κόρη αφού πέρασε πολλά με τις φαρμακόγλωσσες...

      Να είσαι καλά αγάπη μου, πάντα δημιουργική και γελαστή! Φιλάκια πολλά!!!

      Διαγραφή
  7. "Γιατί κόρη μου, ο κόσμος κάθε τι που είναι αλλιώτικο απ' αυτά που κάμει, το περιγελάει, να γιατί!". Μεγάλη αλήθεια! Όσο κι αν αλλάζουν οι καιροί, δυστυχώς δεν αλλάζουν οι άνθρωποι και οι συνήθειές τους. Κρίμα για την Θοδωρούλα!
    Ελπίζω η συνέχεια της ιστορίας σου να δικαιώσει μαμά και κόρη! Τους αξίζει, σε πείσμα της κακίας όλων!
    Καλή εβδομάδα, Μαίρη μου! Πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όντως είναι μεγάλη αλήθεια Μαριανάκι μου!
      Οι άνθρωποι είναι ίδιοι και δε μπορούν να δεχτούν τη διαφορά σε ο,τι εκείνοι θεωρούν δεδομένο.
      Η Θοδωρούλα ήταν άξια σε όλα και καθαρή σαν τη μητέρα της γιατί έτσι είχαν μάθει. Δικαιώθηκαν βέβαια αλλά η κακία κι η ζήλια τις ταλαιπώρησε πολύ και δεν ήταν οι μοναδικές που κατηγορήθηκαν τότε λόγω της υπερβολικής τους αγάπης στο νερό και το σαπούνι...

      Καλή, δημιουργική κι ονειρεμένη να κυλήσει η εβδομάδα αγαπημένη μου!
      Φιλάκια πολλά πολλά!!!

      Διαγραφή