.

.
.

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020

Ο Γάμος



- Για πότε τση κόπηκε ο αέρας όμως, ε;
- Χα χα χα! Μας είδε oύλους εδώ και σε λέει πού να τα βγάλω πέρα; Κι άμα την άρχεψα με το γιο της που δεν κάμει για τη Θοδωρούλα, είδατε πώς γίνηκε; Ήξευρα πού να τη χτυπήσω μπρε! 
- Μα και το άλλο, να τσ΄ειπείς που δεν ηξεύρουμε άμα τόνε θέλει η κόρη μου; Πώς και σ' ήρτε καλέ Σουλτάνα; 
- Πάει μαζί με το άλλο, ότι την πέφτει λίγος! Χα χα χα! 
- Με λωλάνατε την έρμη! Μια την ήκλεψε, μια ο γαμπρός τση κουνιάδας μου τσ' ήχωσε στ' αυτοκίνητο, μια υπήγαν στο σπίτι τως... Οπίσω αφ' τσι πλάτες μου πότε τα κανονίσατε; Ούλοι στο κόλπο κι εγώ να μην έχω χαμπάρι...
- Μα θα μας σταμάταγες Ευρύκλεια, γι αυτό δε σε μιλήσαμε. 
- Αυτό θα ήκαμα βέβαια!
- Το λέγεις και μόνη σου! Σους τώρα κι άμε φέρε κομματάκι νερό να χαρείς, που στέγνωσα. 
- Αμέσως! 
- Άλλα τόσα να έλεγε ο στόμας μου και δε θα έμενε μήτε σάλιο... Σάματις αργήσανε, για με φαίνεται συμπεθέρα;
- Ε, θα τσ' ηλέγει τα νέα... 
- Μπράβο Ευρυκλάκι μου! Άιντε στην υγειά των παιδιών και γλήγορα τα στέφανα! 
- Αμήν! Πολύ σας ευχαριστώ για ούλα, δεν έχω λόγια πια... 
Η κομπανία έφτασε κι ο Ιάκωβος τραβολογούσε το χέρι της Θοδωρούλας για να τους δείξει το χρυσό δαχτυλίδι. 
- Ορίστε, επίσημα πράγματα! Τα παιδιά είναι πλέον αρραβωνιασμένα!
Τους φίλησαν με τη σειρά και το σπίτι γέμισε ευχές και γέλια. 
- Οι γονείς μου;
- Φύγανε αγόρι μου, καταλαβαίνεις... 
- Ναι, βέβαια, απλά περίμενα να τους βρω εδώ και...
- Ίσαμε να το χωνέψουνε και να τα μιλήσουνε, θέλει κάμποσο. Φαντάσου ότι ήρταν να τα χαλάσουνε ούλα, η μαμά σου δηλαδή γιατί ο μπαμπάς σου δεν είχε πρόβλημα και γυρίσανε τα πάνω κάτω. 
- Ναι, μου τα είπε ο γιος σας.
- Όλα τους τα είπα μαμά, όλα! Γελάσαμε τόσο που η κυρά-Νικούλα παραλίγο να κατουρηθεί, ίσα που πρόλαβε! 
- Καλά...
- Σου θυμίζει κάτι αυτό; 
- Σους! 
- Έλα, πες μου!
- Σους είπα! 
Ο Ιάκωβος με τις γυναίκες και το Χαρίση έπεσαν κάτω από τα γέλια κι ο Μίλτος κοιτούσε απορημένος. 
- Τίποτα, κάτι δικά τους απ' την Πόλη λένε. είπε δειλά η Θοδωρούλα προσπαθώντας να κρύψει τα γέλια που δεν σταμάταγαν. 
- Καλά, εσείς ξέρετε. Τι να κάνω τώρα, να πάω στο σπίτι που δε θέλω;
- Να πας παιδάκι μου, μην ειπούνε οι γονιοί σου ότι σε βαστήξαμε εδώ, σώγαμπρο... Πέστε τα ήσυχα κι ο,τι σε ορμήνεψε ο Ιάκωβος. Το "ναι" δεν το είπανε, έτσι έμεικε το πράμα... 
- Θα πρέπει να έρθετε επίσημα να τη ζητήσετε όπως πρέπει. Δε μου λες, κουμπάρο έχετε ή να ετοιμάζομαι, αν με θέλετε φυσικά; 
- Αυτό δεν το σκεφτήκαμε καθόλου. Σε θέλουμε πολύ, ε Θοδωρούλα;
- Αλίμονο, καλύτερο δε θα βρίσκαμε! Ευχαριστούμε για όλα! 
Χειροκρότησαν όλοι κι ήπιαν στην υγειά των μελλονύμφων και του λεβέντη κουμπάρου.
Η Σουλτάνα τους έκλεισε το μάτι.
- Αυτό κι αν μας ήρτε κουτί! 

Ο Μίλτος ήπιε τον πρωινό του καφέ προσπαθώντας να ξυπνήσει καλά για να πάει στη δουλειά του.
Μέχρι τις τέσσερις συζητούσαν οι τρεις τους και για πρώτη φορά η μάνα του ανέφερε το όνομά της χωρίς να την αποκαλεί με τα γνωστά, κοσμητικά επίθετα που συνήθιζε. Όταν της είπε για την πρόταση του Ιάκωβου, το πρόσωπό της έλαμψε από χαρά. 
- Άμα σας παντρέψει κιόλας, πιο πολύ θα σε προσέξει, πλούσιο θα σε κάνει και θα σε δείχνουν όλοι!
- Βρε γυναίκα, περίμενες τέτοια μεγαλεία για το γιο μας; Πολιτικός Μηχανικός ο κουμπάρος μας! Μορφωμένος, εύπορος, ωραίος άθρωπος! Θα σκάσουν όλοι απ' τη ζήλια τους άμα τα μάθουνε! Μπράβο παιδί μου, με το καλό!
- Ευχαριστώ. Τώρα τι πρέπει να κάνουμε;
- Θα πάμε στο σπίτι τους να τη ζητήσουμε επίσημα. Θα την ασημώσουμε και θα ετοιμαστούμε σιγά σιγά. 
- Εγώ ήθελα να τελειώνουμε γρήγορα, αλλά ο αδερφός της όμως θα φύγει για να...
- Μας τα είπε ο κουμπάρος, να της φέρει κι άλλα προικιά λέει. Σπιτάκι μπορεί να μην έχουνε αλλά η μαμά της έχει το μπαούλο φορτωμένο, τα μάθαμε από τη θεία σου που άκουσε την Αστερόπη. Και να μη της φέρει άλλα κανένα πρόβλημα, αλλά θα θέλουνε να φτιαχτούνε για το γάμο, νοικοκυρεμένη οικογένεια είναι. Και να ντυθούνε και να της πάρουνε κάνα επιπλάκι... Η κρεβατοκάμαρα είναι δικιά μας, του γαμπρού. Δείτε το σπίτι και να βοηθήσουμε σε ο,τι χρειάζεται, τα είπαμε με τη μαμά σου. 
- Ναι μπαμπά, αυτό σκεφτόμουν κι εγώ. 
Η μάνα με γυρισμένη την πλάτη στράβωσε τα μούτρα αλλά δεν είπε τίποτα. Ποια πεθερά δεν ήθελε νύφη με σπίτι προίκα άλλωστε; 
Περίμενε με φοβερή ανυπομονησία την αδερφή της, να της πει τα γεγονότα, να βγάλει το άχτι της. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα κι ένιωθε σα να ήταν παγιδευμένη. 
<<Πώς καταπίνεται όλο αυτό; Απ τη μια θέλω να του σπάσω το κεφάλι για τις παλαβομάρες που έκανε και γίναμε ρεζίλι κι απ' την άλλη ανοίγει η τύχη του με τον κουμπάρο... Μήπως τελικά ήταν για καλό του, αλλιώς πώς θα κάναμε τέτοια γνωριμία, να φτιάξει το μέλλον του; Βρε μπας κι έκανα λάθος;>> 

- Θα με τρελάνεις βρε αδερφή, πότε έγιναν όλα αυτά;  
- Εμείς καφέ πίναμε κι ο ανιψιός σου τα κανόνιζε! Τα μούτρα μας δεν ξέρουμε πού να κρύψουμε, να καλέσει όλο τον κόσμο στο γάμο του προκαταβολικά και να εύχονται στον άντρα μου που δεν είχε ιδέα; Κι από πάνω να πει ότι δεν τόνε δέχεται για γαμπρό η Ευρύκλεια κι εγώ εκείνη για νύφη;
- Δίκιο έχετε βέβαια, αλλά είχε απελπιστεί κι αυτός... Σου λέει θα την πάρω θέλετε δε θέλετε...
- Θηλιά! Ας μην έλεγε τίποτα σε κανένα, ανάγκη ήτανε; 
- Αυτό τώρα πάει, πέρασε! Πες μου πώς τα είδες από κοντά!
- Να σου πω την αμαρτία μου, δεν είναι όπως τα φανταζόμουν... Πήγα έτσι όπως σου είπα κι ήμουν έτοιμη να γκρεμίσω το σπίτι τους μ' αυτές μαζί! Μούνταρα τη μάνα  στις κουβέντες κι είχα κι όλα τα δίκια αλλά η Ευρύκλεια μίλησε με μεγάλη αξιοπρέπεια, άσε που είδα και τους άλλους κι ένιωσα άσχημα. Τι άνθρωποι, τι χαρακτήρες, πάρα πολύ ανώτεροι! Άμα τις άκουγα να λένε ότι δεν της κάνει το παιδί μου, τι να σου πω, να φάω σίδερα! 
- Βρε δεν ήθελαν να πουν αυτό απ' ο,τι κατάλαβα, που δεν την ήθελες κι αυτά... 
- Και για τη δουλειά του σου είπα, ότι και καλά θα κυνηγάει με το τουφέκι κάνα μερεμέτι! 
- Είδες όμως τελικά τύχη που είχε; Δεν την ήθελες και την ξόρκιζες κι εδώ ανοίγεται δρόμος που ούτε στα όνειρά σας... 
- Η αλήθεια το σκέφτομαι πολύ αυτό κι όταν μαζεύτηκε πια και μου είπε ότι ο Ιάκωβος ζήτησε να τους παντρέψει, χάρηκα πολύ.
- Μωρέ τούμπες να κάνεις! Αν δεν ήτανε ο γιος σου σ' άλλον θα άνοιγε η τύχη! Να η Θοδωρούλα τέτοια κουμπαριά, κανείς δεν το περίμενε!  
Όσο τ' άκουγε η μάνα η ιδέα της καλάρεσε ακόμα πιο πολύ.
- Ποιος θα τ' ακούσει και δε θα μείνει με το στόμα ανοιχτό; Μπράβο, με το καλό! Κι εσείς ο,τι μπορείτε να κάνετε, αμαρτία είναι...
- Ε! Θα δούμε το σπίτι πρώτα για να πάρουμε την κρεβατοκάμαρα όπως είναι το πρέπον, ο γαμπρός σου ξεσηκώθηκε και θα του δώσει τα λεφτά που είχαμε στην άκρη για το μαγαζί κι ας πορευτούνε.
- Έλα τώρα κι εσύ που θα κάνεις τσιγκουνιές! Ένα παιδί το έχεις και τόνε περιμένει τέτοια ζωή, να σταθείτε και με το παραπάνω! Θα δείτε και τι σκοπό έχει η μάνα της, πώς τα σκέφτεται, μα και τι να σου κάνει φτωχιά γυναίκα; Κείνο το αγόρι της βγήκε στη θάλασσα το κακόμοιρο από μια σταλιά κι έχει το νου του και στην αδερφή του να της πάρει το ένα και το άλλο... Άστα πίσω όλα, σε καλό βγήκε! 

Ευρύκλεια, Θοδωρούλα και Χαρίσης δε μπορούσαν να σηκώσουν τα μάτια τους από τον εξαιρετικό ρουχισμό. Με τις φασαρίες και την τόση στεναχώρια ποιος είχε νου και κέφι ν' ανοίξει τις τσάντες που έφεραν οι συμπεθέρες; Η Μαρίκα εκτός από τα αριστουργήματα με το βελονάκι που έφταναν να στολίσει ακόμα και την εξώπορτα η Θοδωρούλα. είχε αγοράσει ύφασμα, το έδωσε σε μια φίλη που είχε ραπτομηχανή και της έφτιαξε κάποια σετ σεντονιών με ύφασμα σατέν στα τελειώματα κι όταν τα παρέλαβε τα στόλισε με πλεκτή δαντέλα από πάνω. Ήδη είχε ξεκινήσει και την κουβέρτα που θα έκανε ασορτί τελείωμα. Μερακλού σε όλα της! 
Η Σουλτάνα ανέλαβε τη νυφική ρόμπα με το νυχτικό και τα πασούμια. Της έδωσαν παράδες ο γιος κι η νύφη της για να μη ξοδευτεί πολύ, να ναι καλά! Θα της έπαιρνε κι ένα ωραίο βάζο που είδε όταν πήγε να κοιτάξει για τα πιάτα. Απαλά λουλουδάκια τα στόλιζαν,  θα τα έπαιρνε με τη σαλατιέρα και μια πιατέλα για τους μεζέδες.   
- Ένα πράμα σκέπτουμαι... Άμα καλέσει τσι γειτόνισσες στο γάμο με τσι κόρες τους βέβαια, θα ιδούν τσι φίλοι του κουμπάρου που κάμνανε τσι γαμπροί... 
- Α! Συμπεθέρα μου, δίκιο έχεις, δεν πήγε ο νους μου για!
- Και πώς θα γένει;
- Να τη μιλήσουμε, να διούμε τι σκοπό έχουνε... 
Ο Χαρίσης αν και μικρότερος, ήταν αποφασισμένος! 
-  Σιγά μη τσι θέλουμε! Τόσα ήκαμαν τσ' αδερφής μου, θα τσι καλέσουμε κιόλας; Κουφέτα ας δώκει η μάνα μου και πολλά τους είναι! Αν κι απ' την άλλη, πολύ θα ήθελα να ιδώ πού θα βάζανε τα μούτρα τους ούλες άμα τσ' ηβλέπανε! 
Η Ευρύκλεια κάθισε στο σκαμνάκι και σταύρωσε τα χέρια σκεπτική. Η Σουλτάνα της χάιδεψε τον ώμο.
- Καλά λέγει το παιδί κοκόνα μου... Οξών κι άμα αφήκεις το κορίτσι σου να το ματιάξουνε και να το φάνε απέ τη ζούλια τους! Γιατί να σε πω, αυτό είναι που φοβούμαι πιο πολύ με δαύτες... Κι ας μη περιμένουμε καλά και σώνει να έρτει το καλοκαίρι, καλύτερα πιο γλήγορα, μη και κάμουνε τίποτις, δεν ηξεύρεις... 
-Σαν τι να κάμουν;
-Ε! Πολλά γένουνται... Άσε που δεν κρατιέται κι ο γαμπρός... χα χα χα!
- Τα φιτίλια αφ' τσι λαμπάδες να προσέξεις, στα χέρια σου να τα πιάσεις μόλις τα κόψουνε!
- Αυτό ναι, το ηξεύρουμε μια ζωή, τση μάνας τα δίνουνε! Για να ιδούμε στο άλλο τι θα πούνε κι οι γονιοί του... 



Το συμπεθεριό με το γαμπρό χτύπησαν την πόρτα φορτωμένοι λουλούδια και γλυκά, λίγες μέρες αργότερα. 
Τόσες, όσες χρειάστηκε η μητέρα του για να βγει στις αγορές, να κοιτάξει στα κοσμηματοπωλεία το "καπάρο" για τη νύφη και να διαλέξει ο Μίλτος το δαχτυλίδι. Ένα βαρύ μενταγιόν με την εικόνα της Βρεφοκρατούσας κρεμασμένο σε χοντρή αλυσίδα, περάστηκε στο λαιμό της Θοδωρούλας κι ένα μεγάλο σμαράγδι στόλισε το δάχτυλο του αριστερού της χεριού. Ο μπαμπάς του έκανε την έκπληξη με ασορτί σκουλαρίκια που αγόρασε κρυφά με το γιο του. 
Συγκινημένη η Ευρύκλεια, δώρισε στο γαμπρό το σκούρο δαχτυλίδι του συζύγου της και την περίτεχνη καρφίτσα για τη γραβάτα. Καλά κι ακριβά, φτιαγμένα από τεχνίτες της Σμύρνης. Το ρολόι και την ταυτότητά του, τα είχε δωρίσει στο Χαρίση, ενθύμιο του πατέρα του. 
Ο γάμος ορίστηκε στις αρχές του νέου χρόνου, γιατί ο μικρός θα έφευγε. Δήλωσε ο γαμπρός ότι δεν του άρεσαν οι μακροχρόνιοι αρραβώνες, αφού με τον τρόπο του τον είχε πείσει ο Ιάκωβος. Στη μητέρα του είπε ότι βιαζόταν για να τακτοποιηθεί στη δουλειά του κουμπάρου που θα τον απασχολούσε αρκετές ώρες και δε θα είχε χρόνο για γαμήλιες προετοιμασίες. Όλα έγιναν καταπώς τα υπολόγισε η ξύπνια και προνοητική Σουλτάνα!  
Το διαμέρισμα ετοιμάστηκε, διάλεξαν τα χρώματα που θα βαφόταν και παραδόθηκε αστραφτερό στην ώρα του.
Θυσίες έκανε η πεθερά που είχαν "υποτιμήσει" το γιο της! Και κρεβατοκάμαρα και σαλόνι και ηλεκτρικές συσκευές, ψυγείο και κουζίνα, που πολύ λίγα σπίτια είχαν τότε.  Ο κουμπάρος τους δώρισε πλυντήριο κι η σκάφη έγινε παρελθόν. Ο πεθερός κρυφά πάντα απ' τη γυναίκα του, συμπλήρωσε κάμποσες χιλιάδες για την τραπεζαρία, το μπουφέ, τη βιτρίνα, που αγόρασε αφήνοντας λίγες δόσεις ο γιος του, αλλά στη μητέρα του είπε ότι τα πήρε η Ευρύκλεια που κάτι είχε στην άκρη, χρεώθηκε κιόλας για να παντρέψει την κόρη της. 
Η ντουλάπα και τα συρτάρια γέμισαν με τα προικιά της νύφης. Δαντέλες και μεταξωτά, κουβέρτες και σεντόνια. Η πεθερά συμπλήρωσε αρκετά, μπήκε και βγήκε στα καλύτερα μαγαζιά διαλέγοντας με προσοχή ο,τι πιο φίνο είχαν, μαζί και κάποια αχρησιμοποίητα  απ' την δική της προίκα φτιαγμένα με περισσή τέχνη απ' τη χρυσοχέρα γιαγιά της κι όσα κέντησε κι έπλεξε τα τελευταία χρόνια για τη μέλλουσα νύφη της. Νοικοκυρά γυναίκα, έτσι θα έδινε το μοναχογιό της; 
Τα χειροποίητα της Μαρίκας, ήταν καταπληκτικά! Η νυφική στρώση έπεφτε πλούσια στο γύρω του κρεβατιού που έραναν με άσπρα ροδοπέταλα και ρύζι για να έχει το ζευγάρι "Βίον Ανθόσπαρτο" και να "Ριζώσει".  Η Θοδωρούλα καμάρωνε με τα καινούργια ρούχα και παπούτσια που της είχε πάρει η πεθερά κι είχε δώσει εντολή να γυρίσουν όλα τα μαγαζιά με τα νυφικά και να διαλέξουν το καλύτερο. 
Δώρισε στη ζαλισμένη από ευτυχία κοπέλα έναν ωραιότατο σταυρό να τον φορέσει στην εκκλησία. Μετά από πολλή σκέψη, αποφάσισαν να μη βγει από το φτωχικό της μάνας της νύφη, μη τυχόν τους εμποδίσει ο άσχημος καιρός που ήταν απρόβλεπτος κι  επειδή η εκκλησία έπεφτε μακριά, κοντά στο καινούργιο σπίτι που θα πήγαινε μελλοντικά η Ευρύκλεια με το Χαρίση. Βέβαια, ο πραγματικός λόγος ήταν ο φόβος του φθόνου και η αποφυγή του καλέσματος. Στα πεθερικά εννοείται, δεν έδωσαν δικαίωμα, ήταν ένα απ' τα μυστικά τους κι αυτό. 
Ο Ασημάκης και η Νικούλα, στάθηκαν πολύ στην ανιψιά τους και στόλισαν το σπίτι τους για να τη βγάλουν νύφη. Είχε προηγηθεί ο γάμος της κόρης τους κι ήταν φρεσκοβαμμένο και πεντακάθαρο. 

Στα μέσα Ιανουαρίου του χίλια εννιακόσια εξήντα ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου μέσα στη στολισμένη από λουλούδια λαμπερή και μεγάλη εκκλησία. 
Ο Ιάκωβος τους άλλαξε τις βέρες και τα στέφανα ψιθυρίζοντας αστεία κι οι μάνες δεξιά κι αριστερά σκούπιζαν διακριτικά τις άκρες των συγκινημένων ματιών. Ο Χαρίσης καμαρωτός χαμογελούσε ανακουφισμένος στη μητέρα του. 
Οι ξαδέρφες μοίραζαν τις μπομπονιέρες που είχαν φτιαχτεί και δεθεί με μεγάλη προσοχή, κάτω από το βλέμμα της Αστερόπης που πρόσεχε τα δώρα. Χαιρόταν τόσο πολύ κι εκείνη που συμμετείχε! 
Ο κυρ-Φανούρης με τη φαμίλια του, αγκάλιασε κι ευχήθηκε από καρδιάς, αν κι ήταν καλεσμένος στο τραπέζι, δικός τους σχεδόν άνθρωπος. Έκανε πάντα το καλύτερο για να τους υποστηρίξει. 
- Και στην άκρη του κόσμου να παγαίνατε ακόμα, εγώ θα ερχόμουνα! Και που έχει ψόφο, τι έγινε; Θα πιω κρασάκι μπόλικο και θα ζεσταθώ, καλά δε λέω βρε γυναίκα;
Αυτοί από τη γειτονιά της Ευρύκλειας παρευρέθησαν, λέγοντας στους συμπεθέρους ότι οι υπόλοιπες ήταν μαλωμένες μεταξύ τους και δεν ήθελε να φέρει κανέναν σε δύσκολη θέση. Έγινε πιστευτό, δεν τις χώνευε κι η μάνα του και μάλλον ευχαριστήθηκε. Οι γείτονες και φίλοι του Μίλτου καλέστηκαν όλοι εκτός από το Λάκη που δε μπόρεσε ποτέ του να χωνέψει ο,τι έγινε κι η σχέση των παιδικών φίλων είχε παγώσει εντελώς.
Οι κουτσομπόλες, μανάδες και κόρες, το φύσαγαν και δεν κρύωνε!
- Να πάρει η Σμυρνιά στο τέλος το Μίλτο από τόσα προξενιά που λέγανε, να χάσουμε τέτοιο παιδί από τη γειτονιά, να μη τη δούμε ούτε νύφη; Κοίτα πράματα! 
- Μμμμ...Καλός ήταν κι αυτός, με το έτσι θέλω την έκλεψε! Η μάνα της ήθελε καλύτερη τύχη αλλά αυτουνού άνοιξε!
- Ο κουμπάρος να 'ναι καλά, τα έμαθα όλα! Φαντάσου τι γάμο θα τους κάνει, ε; Και τραπέζι μετά στο σπίτι του παρακαλώ!
- Μπα! Ορίστε, τους έφεξε! Αλλά είδες κι αυτές, μόνο το μπακάλη καλέσανε και την Αστερόπη με το Βλάση φυσικά που είχανε πάντα μεγάλες φιλίες... 
- Έτσι είναι, εμάς δε μας καταδεχτήκανε... Έχει κι ένα κρύο!
- Κρύο ξεκρύο, θα πηγαίναμε! Αλλά είπαμε, πολλά πολλά δεν είχαμε λόγω της Θοδώρας, άσχετα άμα τα πράματα γυρίσανε αλλιώς...  
- Μια χαρά βολεύτηκε αυτή, εμείς τι θα κάνουμε πού βούιξε ο τόπος και ποιος θα βρεθεί που είναι να μη σου βγει τ' όνομα και σε πιάσουνε στο στόμα! Κι αυτοί, άφαντοι!
- Δεν έγινε και τίποτα... 
- Αυτό μόνο έλειπε! Καλά λένε πως όποιος μπαίνει για μαλλί βγαίνει κουρεμένος! Άι στα κομμάτια να πάνε! 

Η ευρύχωρη σάλα με το ανοιγμένο τραπέζι υποδέχτηκε νεόνυμφους, γονείς, συγγενείς και φίλους. 
Από την κουζίνα έβγαιναν γαργαλιστικές, θεσπέσιες μυρωδιές ψητών κι αλλαντικών, φρέσκου βουτύρου που τσιτσίριζε και μπαχαρικών.
Από την προηγούμενη είχαν προετοιμάσει όλες οι γυναίκες τα μπουρέκια, τις πίτες, τα κρέατα να μαριναριστούν κι είχαν συμφωνήσει με το φούρναρη της γειτονιάς να τα ψήσει μετά το μεσημέρι. Καλοπληρώθηκε, πήρε και τα σχετικά μεζεδάκια του κι έτσι είχαν μόνο τις σαλάτες, τα τυριά και τα σαλάμια να κόψουν ανήμερα. Αυτά τα ανέλαβαν οι μαμάδες κι οι κόρες της οικογένειας κι η Νικούλα έφερε όσες αλοιφές όπως τις έλεγαν, που απαιτούσαν σκόρδο. Είχαν βάση το παχύ γιαούρτι και τα μαλακά τυριά. Τα δύο αρνιά, το γουρουνόπουλο, το μοσχάρι, οι κιμάδες, τα λαχανικά, όλων των ειδών τα τυριά, το κρασί και το ούζο, ήταν από τον πατέρα του Μίλτου. Η γυναίκα του έφτιαξε τυλιχτά γλυκά σε μεγάλα ταψιά με μπόλικα αμύγδαλα και καρύδια, με συνταγές της αγαπημένης της γειτόνισσας που ήταν από τα Γιάννινα. Την ορμήνεψε και τη βοήθησε βάζοντας όλη της την τέχνη. Ακολούθησαν οι δίπλες που εθιμοτυπικά κερνούσαν τις ώρες τις καλές. Αγόρασε και δυο ωραίους μεγάλους γυαλιστερούς δίσκους που τα έβαλαν, σκορπίζοντας ανάμεσα φρεσκότατα κουφέτα αρίστης ποιότητας και φύλλα λεμονιάς. Τα υπόλοιπα, σουτζούκια, παστουρμάδες και λουκάνικα, ο,τι καλύτερο έφερνε το αγαπημένο τους μαγαζί απ' την Κωνσταντινούπολη, άφθαστα σε γεύση και μυρωδιά, ήταν του κουμπάρου.
Τα πεθερικά κι η θεία με την οικογένειά της, χάζευαν το ωραίο, μεγάλο κι αστραφτερό σπίτι κι έκαναν νοήματα μεταξύ τους. Η Αγλαΐα μέσα στην κατακόκκινη μακριά της τουαλέτα, συντόνιζε τα πάντα και μπαινόβγαινε στην κουζίνα να δει αν είχαν ζεσταθεί καλά τα φαγητά. Γελαστή κι ευγενική τους γοήτευσε όλους.
Οι γεύσεις της Σμύρνης και της Πόλης κατέφθασαν απλωμένες σε μεγάλες πιατέλες και σε μικρότερες βαθιές από ακριβή πορσελάνη.  
Μεζεδάκια μερακλίδικα που σε προκαλούσαν να τα δοκιμάσεις όλα, με σουτζούκια, τσιγαρισμένο κιμά με κρεμμυδάκι ψιλοκομμένο, σκόρδο και κουκουνάρι, τυλιγμένα σε φύλλα  αέρινα, χοιρομέρι, πιτάκια της μπουκιάς διάφορα, με παστουρμά, λουκάνικα, τυριά, άλλα λιωμένα μέσα στις πίτες κι άλλα σε ομοιόμορφα κομμάτια σερβιρισμένα. Πρωτόγνωρες γεύσεις που τους ξετρέλαναν. 
Το τρυφερό χοιρινό σε φέτες, το μοσχάρι κομμένο σε μπουκιές που είχε ψηθεί τυλιγμένο στη λαδόκολλα, τα αρνιά σε μεγάλα κομμάτια, οι τραγανές ολόκληρες πατάτες και το ρύζι σπυρωτό και μυρωδάτο βρασμένο σε παχύ ζωμό από κρέας και λουσμένο με το εκλεκτό βούτυρο ήταν τα κυρίως φαγητά. 
Το ούζο αρχικά και μετά το κρασί, γέμιζαν τα κρυστάλλινα ποτήρια κι η ευτυχία όλων έρεε άφθονη. 
Ο Ιάκωβος έβγαλε στη βεράντα δυο πολυθρόνες για να χορέψουν άνετα. Η  Αγλαΐα σε λίγο του είπε να πάει τα μικρά τραπεζάκια στα υπνοδωμάτια κι έγινε μια ευρύχωρη πίστα για τους μερακλήδες. Η Σουλτάνα, πρώτη στο χορό, σήκωσε το γαμπρό και τη νύφη, αφού η Ευρύκλεια κι η συμπεθέρα δεν τα πήγαιναν καλά ποτέ με τα κουνήματα. Άιντε ένα συρτό κι αυτόν με το ζόρι, σαν τη δική της, τη Μαρίκα που όμως, χόρευε και ταγκό με τον άντρα της εξαιρετικό. 

- Ωραία περάσαμε όμως, ε;
- Πολύ ωραία συμπεθέρα μου, άξια πάντα τα παιδιά μας να είναι! 
- Μπρε, τα μάτια τους γουρλώσανε οι άλλοι, τις έβλεπα! Μήτε στον ύπνο τους δε θα βλέπανε έτσι πράματα για το Μίλτο!
- Σωστά τα λέγεις. Πιο πολύ για την καημένη την Ευρύκλεια που μόνο τα πόδια μας δεν ήπεσε να φιλήσει... Ούλο ήτρεχαν τα μάτια τση, μούσκεμα το μαντιλάκι τση ήκαμε... 
- Χαλάλι χίλιες φορές, αξίζανε ούλη η οικογένεια!
- Ναίσκε! Αμά να σ' αρωτήσω, έχεις κάτι συμπεθέρα μου; Κομμάτι αδιάθετη σ' ηβλέπω...
- Δεν κοιμήθηκα καλά, να σε πω, άκουσα κάτι που είπε ο Ασημάκης, ο μπατζανάκης της Ευρύκλειας και φοβούμαι...
- Τι είπε, χαμπάρι δεν έχω!
- Μιλάγανε με τον κυρ-Φανούρη για την άλλη του την κόρη, τη λεύτερη, που θα πάγαινε λέει να πιάσει δουλειά σ' ένα εμπορικό πουλήτρια αμά δεν επήε ευτυχώς. Γύρευε αυτός μια κοπέλα γιατί έφυε αυτή που είχε και σύμπτωση ο γαμπρός του ήξευρε το μπαμπά της. Το κορίτσι του έφυε τρεχάλα απέ κει, γιατί αυτός ήτονε παλιάνθρωπος... 
- Πω πω! Τυχαίνουνε αυτά, πολλοί είναι έτσι κι οι κοπέλες να 'χουνε το νου τους! Αμά εσύ γιατί ήσκασες τόσο πολύ αφ' τη στεναχώρια; 
- Αχ... Με ήρτε στο μυαλό ένα πράμα πολύ άσκημο που γίνηκε στην Πόλη, τότες που ήμουνα νιόπαντρη κι ευτυχώς να λες που δε μας χώσανε στα μπουντρούμια κι εμένα και τις αδερφάδες μου... 
- Τι λέγεις τώρα, τι μπουντρούμια με τσι αδερφάδες σου τζάνουμ; 
- Θα σε τα πω συμπεθέρα μου, μοναχά εγώ κι εσύ, μήτε τα παιδιά μου δεν το ξεύρουνε, μαζί μου θα το πάρω... 
- Από μπιστοσύνη και μυστικά ηξεύρεις, πες με! 

Η Σουλτάνα άναψε τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν κι η αγωνία της Μαρίκας κορυφώθηκε... 

4 σχόλια:

  1. Καλημερα.Και ζησανε αυτοι καλα και εμεις καλυτερα.Και εις αλλα με υγεια.Μονο μη μας αργειτε καθως η γραφη σας μας συναρπαζει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Λίτσα μου καλησπέρα!
      Μια χαρά έζησαν όλοι, εμείς ακόμα πιο πολύ βέβαια!
      Ευχαριστώ πάρα πολύ για τα πάντα θερμά λόγια, δε θα αργήσω γλυκιά μου! Φιλάκια πολλά!!!

      Διαγραφή
  2. Καλημερα.Μη εχοντας αλλο τροπο επικοινωνιας σας γραφω απο εδω.Καλη και ευλογημενη Εβδομαδα.Καλο Πασχα παντα με υγεια.Τα φιλια μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πάρα πολύ ευγενική και γλυκιά μου Λίτσα!
      Καλή δύναμη, με το καλό να διανύσουμε τη Μεγάλη Εβδομάδα και να έχουμε Καλή Ανάσταση και Χαρούμενο Πάσχα με Υγεία κι Ευλογία!

      Φιλάκια αγάπης σου στέλνω!!!

      Διαγραφή