.

.
.

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Βάσανα...



Το επίμονο χτύπημα του τηλεφώνου ερέθιζε περισσότερο τα νεύρα της Μιράντας. Σταθερό και κινητό είχαν πάρει φωτιά.
- Άσε με βρε μαμά κι εσύ! Άλλο τίποτα δεν ήθελα τώρα από τη γκρίνια σου! 
Τελικά αναγκάστηκε ν΄απαντήσει, αφού δεν υπήρχε περίπτωση να το αποφύγει, προετοιμασμένη βέβαια... 

- Δε φταίω εγώ αν η μάνα του είναι τρελή και κρύβει χρόνια από το γιο της! Τριαντάρης δεν πρέπει να είναι! Με το που γνωριστήκαμε θα τον ρωτούσα για την ηλικία του; Καλέ ποια γιαγιά από την Κωνσταντινούπολη μου λες, τα χάπια σε πείραξαν; Έτσι σου είπε η κυρά-Δέσπω ότι είπα στο γιο της; Και δεν κάλεσες νευρολόγους να τη μαζέψουν; Για δέσιμο είναι! 

Το ένα ψέμα πάνω στο άλλο η Μιράντα και διπλή δόση ηρεμιστικών η Εριέττα που δεν έβγαζε άκρη...

- Τα καλά της Σωσώκας με το Σταμάτη κουμπάρα μου... Μπρε τι κακό μας έλαχε...
   - Ναι κοκόνα μου, αυτό σκεπτούμουνα κι εγώ... Στο σπίτι μας τότε, κείνη την Καλή Βραδιά που ήρτε αλλαγμένη απέ την κορφή ως τα νύχια και τόνε τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί η άτιμη... Τώρα θα με πεις, άλλα χρόνια τότενες... Κοιμήθηκες μαζί της κι είσαι ο πρώτος; Θα τη στεφανώσεις! Η αλήθεια βέβαια είναι, ότι ο Σταμάτης ήξευρε που τον ρίχνει κάμποσα χρόνια, δεν έκαμνε τη μπεμπέκα... Χώρια που τον ποτίζανε ούλη την ώρα μάνα και κόρη, αυτό πού το πας για; 

- Έκαμε κι ένα παιδί αυτή και τον έδεσε καλά τον γάιδαρό της... Τώρα που ούλες με το χαίρω πολύ πέφτουνε και στο κρεβάτι με τοις άντριδοι, υποχρέωση κανείς δεν έχει, έτσι λένε... Αμά εμείς έχουμε αρχές και πάντα τον έλεγα να προσέχει μη πειράξει κοπέλα. Κι άμα γένει τέτοιο πράμα, αμέσως τα στεφανώματα! Αυτά όλα για τα καλά και σεμνά κορίτσια βέβαια, όχι για τις αρσίζες! Θυμάσαι πριν κάμποσα χρόνια που είχε μπλεχτεί με μια απέ το πανεπιστήμιο κι άμα τον έδωκε να παπούτσια στο χέρι δε μιλιούτανε τόσο καιρό; Απέ το φίλο του τα έμαθα, αυτός πού να βγάλει κιχ; Μπρε κουμπάρα μου, να σε πω την αλήθεια μ' αυτό που με είπες για τη Σωσώ και τη μάνα της, πολύ το φοβούμαι κι εγώ... Μπας και τον πότισε τίποτις κι αυτή και στραβώθηκε έτσι ο βαφτισιμιός σου; 

- Σους μπρε και μη βάνεις τέτοια πράματα στο μυαλό σου! Άλλα χρόνια τότενες είπαμε κι αλλιώτικα τοις δένανε τοις άντριδοι... Τώρα κάτι τέτοιες, αλλιώς τοις ξελογιάζουνε με τοις τζιλβέδες και τα κόλπα που μαθαίνουνε από μια σταλιά κορίτσια... Ένας Θεός ξεύρει τι τσαλίμια τον κάμνει, είναι και θεωρητικιά, ωραίο κορμί έχει... Τόνε καλοτάϊζε η άτιμη απ' ούλες τις πλευρές, κατάλαβες; Κατάλαβα να λέγεις! Σε λέει καλομεγαλωμένος είναι, μαθημένος στα ωραία φαγιά, ο έρωτας περνάει απέ το στομάχι, θα έμαθε και κάμποσες συνταγές δικές μας γιατί δεν την έκοψα να είναι και πολύ της κουζίνας, τον κοπάνησε και μια γιαγιά απέ την Πόλη κι ήρτε ταμάμ... Το νόστιμο και μερακλίδικο φαΐ φχαριστάει και με μπόλικο κρασάκι μαζί χαλαρώνει και βλέπεις με άλλα μάτια τη γυναίκα, κακά τα ψέματα... Τον έκαμνε πρώτα το τραπέζι και μετά το κρεβάτι, έτσι πάνε αυτά! Κι αφού βρήκε γυναίκα θηλυκιά, με τις παρφούμες της και τα ωραία της, θερμή και κολπατζού εκεί που πρέπει, άξια νοικοκυρά και καλή μαγείρισσα, γλυκάθηκε ο λεβέντης μας! Η μια φορά ήφερε την άλλη και σιγά σιγά συνήθισε, πολύ θέλει για; Μήτε τα χρόνια της είχε μάτια να διει, μήτε τίποτις, έτσι γένεται άμα περνάς καλά...

- Για την τύχη του ητανάνε η αδικιωρισμένη... Να διούμε τώρα απέ δω και πέρα τι θα γένει...

Η Σουλτάνα κοίταξε το μεγάλο κρεμαστό ρολόι ανήσυχη. Τρεις ώρες είχαν περάσει από την επεισοδιακή συζήτηση που είχαν με τον Τάκη κι εκείνος αφού ξέσπασε στο ανθοδοχείο έφυγε χτυπώντας την πόρτα με δύναμη. Πού να ήταν, τι έκανε; 

Η Δέσπω ακολούθησε το βλέμμα της κάνοντας την ίδια σκέψη. Γέμισε ξανά τα ποτηράκια με κονιάκ κι αναστέναξε... 
- Βάσανα...

Η Μιράντα μπερδεμένη έψαχνε λύσεις. Η πρώτη της σκέψη ήταν να εκδικηθεί τη Δέσπω που της χάλασε τα σχέδια. Ταυτόχρονα έπρεπε να μάθει τι σκεφτόταν ο Τάκης κι αν την ήθελε ακόμα. Όσο περνούσαν οι ώρες κι εκείνος δεν τηλεφωνούσε έστω για να τη βρίσει, καθόταν στα καρφιά.

- Μια η μάνα και μια η νονά του που είναι κολλητές, με βάλανε στη μπούκα... Τις είδα πως με κοίταζαν κι η Σουλτάνα είναι πιο ξύπνια, φαίνεται... Να δεις που του άλλαξαν τα μυαλά οι σακαφιόρες! Θράσος κι αυτή να πάει στη μάνα μου! Αν μιλούσε μαζί μου ήξερα πως να την αντιμετωπίσω... Θα την κάνω να μη βρίσκει ησυχία και να φαγωθούνε με την κουμπάρα της! Μόνο εμάς θα κάνει άνω κάτω; Δε σφάξανε!

Η Λίνα φεύγοντας φίλησε τρυφερά τη μητέρα της κι έκανε νόημα στη Γιαννούλα.
- Τι θα κάνουμε; Δεν ξέρω τι να πρωτοσκεφτώ... Τη μητέρα μου που τραβάει μόνη της το ζόρι για να μη συγχύσει το μπαμπά, τον άντρα μου, την αδερφή μου που τα έκανε θάλασσα ή τους ξένους ανθρώπους, γιο και μάνα; Έλα στο σπίτι Γιαννούλα μου να μιλήσουμε, πες κάτι και στην παλαβή την αδερφή μου που έχει μπλέξει τρεις οικογένειες... 

- Θα έρθω κορίτσι μου, είναι να το συζητάς; Το καλό θα ήταν να με είχες ειδοποιήσει, στο είπα... Θαρρείς ότι πίστεψα αυτά που είπες στη μαμά σου, ότι τάχα είχες ακουστά και μόνο για το παλικάρι;  Μα δε μου λες, από πού έπαιρνε τα φαγιά η Μιράντα και τον τάϊζε το νεαρό; Αυτή μάτια μου βαριέται να βράσει κι ένα αυγό που λέει ο λόγος κι η μάνα του είπε ότι την έμαθε η γιαγιά από την Πόλη!

- Από μένα Γιαννούλα... Κατέβαινα και της μαγείρευα αλλά μετά που είδα ότι σοβαρεύει η σχέση...
  - Καλά το κατάλαβα... Άξια είσαι και νοικοκυρά, αγαπάς την κατσαρόλα κορίτσι μου... Άντε στο καλό κι αύριο εκεί θα είμαι! 
Η Εριέττα είχε βυθιστεί σε ύπνο βαρύ. Τα χάπια άδειασαν τη σκέψη της όταν έκλεισε τα μάτια και της έδωσαν πολλές ώρες ξεκούρασης ψυχικής και σωματικής. Ο Λέανδρος είχε αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα  βλέποντας τηλεόραση κι η Γιαννούλα αφού τον σκέπασε με μια κουβερτούλα έφυγε κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα... 

Η στάση του λεωφορείου ήταν μόλις λίγα μέτρα από το σπίτι της. Κατεβαίνοντας, είδε μια σκιά να κινείται στην πόρτα της.
- Μιράντα; 
- Πού είσαι βρε Γιαννούλα μου και περιμένω τόση ώρα; Η μαμά μου καλά είναι, ε; Πάμε μέσα να μιλήσουμε... 
Το λικέρ μέντας κατάφερε με τη σπιρτάδα του να τις χαλαρώσει λίγο. Η Μιράντα μιλούσε ακατάπαυστα, λέγοντάς της όλη την ιστορία. Βλέποντας τις αντιρρήσεις της, χτύπησε το χέρι στο τραπέζι νευριασμένη.
- Κι εσύ τι κατάφερες με τον άντρα που πήρες; Τόσα χρόνια πιο μεγάλος αυτός, σε πήρε μικρή και όμορφη κι αντί να σε έχει στα πούπουλα μεθοκοπούσε και πήγαινε με άλλες! Μη μου λες λοιπόν ότι ήταν αταίριαστη η σχέση μου με τον Τάκη!

Σταύρωσε η Γιαννούλα τα χέρια στηρίζοντας λες την καρδιά της. Το βλέμμα της έπεσε στο κενό κι η σκέψη της πήγε πίσω, στα δύστυχα χρόνια με το ναυτικό που παντρεύτηκε.

Δώδεκα χρόνια μεγαλύτερος, ομορφάντρας και λεβέντης, τραγουδούσε τα βράδια έξω από το παράθυρό της και της άφηνε λουλούδια στα σκαλιά. Τον ερωτεύθηκε η μικρή κοπέλα κι όταν πήγε στους γονείς της με δαχτυλίδι και τη μάνα του να τη ζητήσουν, είπε το ναι ντροπαλά με καρδιοχτύπι, μάτια χαμηλωμένα στο πάτωμα και φλογισμένα μάγουλα. Οι γονείς της αν και διστακτικοί στην αρχή, έδωσαν την ευχή τους...
- Ταξιδιάρη δε θέλαμε να πάρεις... Αυτός θα λείπει κι εσύ θα βολοδέρνεις μοναχιά σου, χωρίς στήριγμα τον άντρα σου... Αν μένατε εδώ τουλάχιστον θα ήταν αλλιώς... 

Το μικρό χωριό τους λίγο έξω από τη Θήβα δεν βόλευε, έτσι της έλεγε. Θα ζούσαν στην Αθήνα που ήταν γεμάτη ζωή μέρα και νύχτα, θα γλεντούσαν σε μαγαζιά καλά κι όχι στο ταβερνάκι του μπάρμπα της που μάζευε τους παππούδες. Οι γυναίκες δεν πήγαιναν σε τέτοια μαγαζιά, ήταν μόνο για τους άντρες. Η Πρωτεύουσα ήταν εξελιγμένη, ακόμα και στον περίπατο δε χόρταιναν τα μάτια ομορφιές... 

Με το νυφικό της μπήκε στο καινούργιο σπίτι. Ο άντρας της νοίκιασε αυτοκίνητο που πήγε τους νεόνυμφους μετά το γλέντι του γάμου που έγινε στο χωριό.
Δυο καμαρούλες με λιγοστά έπιπλα σε μια μικρή αυλίτσα που μύριζαν έντονα μούχλα την υποδέχτηκαν. Κι όταν ο άντρας της γδύθηκε, κοίταξε με δέος τα μεγάλα τατουάζ που είχε στα μπράτσα του. Πού να ήξερε το άβγαλτο κορίτσι ότι ήταν το σήμα κατατεθέν των ναυτικών... 

Ο πρώτος μήνας πέρασε καλά. Η Γιαννούλα δεν προλάβαινε να θυμηθεί τα τόσα ωραία μέρη που πήγαιναν. Κτίρια μεγάλα με κολώνες περίτεχνες, ταμπέλες που αναβόσβηναν και γέμιζαν τα μάτια της με χρώματα, βιτρίνες με όλα τα καλά, κήποι και πάρκα περιποιημένα με παγκάκια που κάθονταν και χάζευαν τις κυρίες με τα παιδάκια τους, ζαχαροπλαστεία με διάφορα γλυκά και ποτά δροσιστικά, θέατρα... 

Από το δεύτερο μήνα της δήλωσε ότι θα μπαρκάρει. Και μέχρι τη μέρα που έφυγε, γυρνούσε στο σπίτι μεθυσμένος τραγουδώντας. Καθημερινά έβρισκε φίλους του νέους και παλιούς και τα έπιναν παρέα, όχι δε μπορούσε να τους πει. Κι αφού ήταν αντροπαρέα εκείνη δε χωρούσε... 

Η μάνα πήγε για λίγες μέρες κοντά της κουβαλώντας πατάτες, κρεμμύδια, κοτόπουλα, αυγά, μα και κλωστές πολύχρωμες, βελόνες και νήματα. Το τελάρο που κεντούσε τους τσεβρέδες και το ραδιόφωνο της κρατούσαν συντροφιά τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς της. Ξένος τόπος, ξένοι άνθρωποι, οι δικοί της μακριά... Τα τρία χωραφάκια δεν άφηναν περιθώριο στη μάνα να λείψει κι ο πατέρας όλη μέρα στην οικοδομή δεν προλάβαινε. Ο αδερφός της μαζί με τον πατέρα κι αυτός, είχε τα χέρια δεμένα.

Η επίσκεψη του ναυτικού που της έφερε γράμμα του και μια κούτα, της έδωσε χαρά απερίγραπτη! Τον κέρασε γλυκό κυδώνι και δροσερό νερό, ρωτώντας τον ξανά και ξανά για την υγεία του συζύγου της. Αφού βεβαιώθηκε ότι είναι καλά και τον ευχαρίστησε χίλιες φορές, έκλεισε την πόρτα ανυπομονώντας ν΄ανοίξει το φάκελλο. Λίγα χιλιάρικα και λόγια αγάπης την ανέβασαν στον ουρανό. Η κούτα είχε ένα τόπι ύφασμα, κολιέ και βραχιόλια με χάντρες, ξύλινα ζώα με χρυσές τρέσες, μια κολόνια και πολλά μοσχοσάπουνα.

- Όσο λείπει ο άντρας σου Γιαννούλα μου, σεμνή και σοβαρή θα είσαι! Φτιασιδώματα και λούσα δε θα κάνεις, κραγιόνια δε θα βάζεις! Ο κόσμος δε θέλει και πολύ να σου βγάλει τ' όνομα, η γυναίκα του ναυτικού είναι πάντα στο μάτι. Μη πούνε ότι αυτός θαλασσοπνίγεται κι εκείνη στολίζεται για το φίλο της! Άκου με κόρη μου, ξέρω τη ζωή...

Χαμογέλασε στη σκέψη της μάνας της. Τα χέρια της άγρια, το δέρμα της ξερό κι αυλακωμένο κάτω από τον ήλιο που την έψηνε αλύπητα. Σπάνια άφηνε την κόρη της να πάει στο χωράφι καλοκαίρι, μη και χαλάσει το κάτασπρο δέρμα της και πού θα βρισκόταν μετά γαμπρός να ζηλέψει τη φρεσκάδα της... 

Έραψε ένα φόρεμα και μια τσάντα με το λουλουδάτο ύφασμα και τα έκρυψε στη ντουλάπα. Θα τα φορούσε μαζί με τα τζοβαΐρια όταν ερχόταν ο άντρας της, για να τη δει όμορφη και να την καμαρώσει με τα δώρα που της έστειλε. Σκεπτόμενη τις ορμήνιες της μάνας της, ούτε μια στάλα από τη βαριά κολόνια δεν άφησε ν΄ αγγίξει το δέρμα της, μη μπει στα μαγαζάκια της γειτονιάς αρωματισμένη και με τον άντρα της να λείπει... 



Ήρθε η μέρα που ενώ συγύριζε την κάμαρα άκουσε το κλειδί στην πόρτα κι η καρδιά της πετάρισε. Γελαστός ο λεβέντης της, άνοιξε την αγκαλιά του κι εκείνη χώθηκε καλωσορίζοντάς τον χαρούμενη κι ευτυχισμένη. Εκεί έμεινε μέχρι αργά το απόγευμα, όταν εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι κι ετοιμάστηκε να βγει. 

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα όταν της είπε ότι θα συναντιόνταν με τους άλλους που ταξίδευαν μαζί, να πιούνε ένα κρασί για τα καλωσορίσματα στην πατρίδα.

- Μα ακόμα δεν πρόλαβα να σε δω καλά καλά, πού θα πας; Κι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν οικογένεια, γονείς, γυναίκα, παιδιά; 
- Έτσι το 'χουμε εμείς... 
Βουβή κι απογοητευμένη κοιτούσε τη γοργόνα που είχε προστεθεί στο μπράτσο του και τη μισάνοιχτη βαλίτσα με τα μπερδεμένα ρούχα... 

Έτσι κύλησαν οι μήνες... Έφευγε το μεσημέρι και γύριζε το ξημέρωμα τύφλα στο μεθύσι, ακόμα και τη βδομάδα που πήγαν στο χωριό να δουν τους δικούς τους.

- Άντρας είναι κι αυτός κόρη μου, δε θα πάει και στον καφενέ να τα πιει με τους άλλους; Βγες στην αυλή να σε καμαρώσουνε όλοι που μοσχοβολάς, με το φουστάνι σου το ωραίο, κράτα και την τσάντα που είναι ίδια! Κι αυτά στο λαιμό και στα χέρια σου, πολύ σου πάνε! Άντε να πιάσεις κι ένα παιδάκι τώρα που τον έχεις εδώ, να δεις πως δε του κάνει καρδιά να φύγει! 

Το παιδί δεν ήρθε... Οι ευθύνες έπεσαν πάνω της, άχρηστη και στέρφα την έλεγαν όλοι. Η πεθερά την κοιτούσε με μισό μάτι και πετούσε σπόντες συνέχεια. Σε λίγο καιρό έγιναν επίθεση...  

- Εμείς στη φαμίλια μας κάνουμε πολλά παιδιά! Το δεύτερο θα έπρεπε να είχες κάνει κι εσύ ακόμα τίποτα! Να πας στους γιατρούς να σε κοιτάξουνε, πολύ το άργησες. Έτσι κι η ανιψιά μου δυσκολεύτηκε να πιάσει στην αρχή και μετά τη θεραπεία έκανε τρία! Τόσοι γιατροί καλοί είναι στην Αθήνα, μόνο τις βόλτες να μη σκέφτεσαι! 

Ώρες έκλαιγε η Γιαννούλα στης μάνας της την αγκαλιά... Ένιωθε ντροπή κι απογοήτευση και δεν είχε διάθεση να βγει στην αυλή. Πίστευε ότι όλοι αυτό συζητούσαν πίσω από την πλάτη της κι ένιωσε ανακούφιση όταν έφυγαν από το χωριό. Όταν δειλά το είπε στον άντρα της, κατέβασε στη στιγμή μισό μπουκάλι κονιάκ κι έπεσε πάνω της σαν κτήνος... 


Οι μήνες περνούσαν, εκείνος δεν έφευγε κι όλο προβλήματα προφασιζόταν. Πότε με την εταιρεία που δεν πλήρωνε, πότε με τον εφοπλιστή που μπαρκάριζε τους δικούς του, πότε είχαν δέσει τα καράβια... Όταν τα χρήματα τέλειωναν και προκοπή δεν έβλεπε, αποφάσισε να εργαστεί εκείνη.
Ατέλειωτες οι σκάλες και τα γραφεία που καθάριζε... Αξημέρωτα έφευγε και γύριζε κατάκοπη το βράδυ στο μοναχικό της σπίτι να στήσει το τσουκάλι. Ο άντρας της γυρνούσε στα καφενεία κι όταν σουρούπωνε μπεκρούλιαζε στις ταβέρνες. Το σπίτι τον έβλεπε αργά κι εκείνη τον βοηθούσε να ξεντυθεί αφού δεν τον κρατούσαν τα πόδια του...
Το προσωπάκι της άρχιζε να μαραίνεται. Δυο καημούς είχε και την έτρωγε το μαράζι, την ανεργία του συζύγου της και το παιδί που δεν ερχόταν. Κι η θεία του να τη λέει στέρφα, η ξαδέρφη του άχρηστη... Σημασία δεν της έδινε πια κανείς απ' το σόι του...
Το ακριβό και λεπτό παριζιάνικο άρωμα πλημμύρισε το δικηγορικό γραφείο που σφουγγάριζε, χάρη  στην κομψή κυρία που μπήκε στο σαλόνι. 
- Σε μία ώρα είναι το ραντεβού μου αλλά δυστυχώς δε θα είμαι συνεπής. Πέρασα νωρίτερα μήπως βρω τον κύριο Παπαδάκη, έχω ένα φάκελο να του αφήσω.
- Δυστυχώς δεν έρχεται νωρίτερα κυρία, πάντα καθυστερεί στα δικαστήρια. Αν θέλετε μπορώ εγώ να του τον δώσω... 
Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία της με την Εριέττα. Η ευγένεια της Γιαννούλας την κέρδισε κι όταν τη ρώτησε αν είναι παντρεμένη έμαθε μέσες άκρες την οικογενειακή της κατάσταση.
- Αμαρτία να σε τρώει το σφουγγαρόπανο όλη μέρα... Έχω να σου προτείνω κάτι και θέλω να το σκεφτείς!
Οικονόμος δεν ήξερε ακριβώς τι σημαίνει, αλλά και μόνο που θα περνούσε τις μέρες της σε σπίτι καλό, κάνοντας ελάχιστες δουλειές και προσέχοντας τα δυο μικρά κορίτσια της, ένιωσε πως η ζωή της χαμογέλασε. Όταν είπε τα καλά νέα στον άντρα της, κατάλαβε ότι η χαρά του ήταν μεγαλύτερη απ' τη δική της.
- Και γιατί να μην είναι Γιαννούλα μου; Καλό μεροκάματο θα του πηγαίνεις για να μπεκρουλιάζει όλη μέρα! Βρε συ, κοίτα να κρύβεις λεφτά και να μη του τα φανερώνεις όλα, ακούς; Τρώγε και πίνε στο σπίτι το καλό, κάνε και το κομπόδεμά σου! Τεμπέλης είναι, αυτό να ξέρεις! Σαν κι εσάς, πολλοί νοικαραίοι έχουνε περάσει, μεροκαματιάρηδες όλοι!
Δεν έχω σπίτι λουξ να το πιάνουνε παραλήδες, ξέρω απ' αυτά! Το πενηνταράκι του δεν θα το δω, από τη δούλεψή σου με πληρώνεις! Στην πείνα να ψοφήσει ο τεμπελχανάς!
Το επόμενο πρωί, τέλειωσε γρήγορα τις σκάλες και  χτύπησε την πόρτα της Εριέττας, "της τύχης της" όπως έλεγε! 







18 σχόλια:

  1. Πολύ με άρεσε η συνέχεια.. της ιστοριας σου Μερούλα.. ομως δεν με αρεσε ο αντρας της..Γιαννούλας τον αχρηστο.. χι.χιχ. περιμενω να δώ το αποτέλεσμα αυτής της συνβίωσης.. ματια μου...ααααα πως το επαθα και ηρθα αμεσως να σχολιάσω..Μαιρούλα μου;; κανενα φούρνος θα γκρέμισε..χι.χιχ. φιλώ σε... και τα λεμε..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Άχρηστος Ρουλίτσα μου, καλά λες!
      Ευτυχώς που βρέθηκε η Εριέττα και πήρε τη Γιαννούλα στο σπίτι, αλλιώς θα την έτρωγε το μαράζι...
      Το φούρνο τον θέλουμε, μη βιάζεσαι καθόλου αγάπη μου! χαχαχαχαχα!!!

      Φιλάκια πολλά!!!

      Διαγραφή
  2. καλησπερα χαρα μου!!! ετσι σε λεω γιατι παντα αυτα που γραφης μου φερνουν χαρα και ζω και εγω εκεινη την εποχη!!!λοιπον στα δικα μας τωρα .....η μιραντα προβλεπεται να μην καταθεση τα οπλα με τον τακα ετσι πιστευω τουλαχιστον αν και θα υπαρξουν πολλα πολλα προβληματα.......οσο για την γιαννουλα για αλλη μια φορα θα πω γιατι τον κραταει τετοιον αντρα!!!υποτιμαει τον εαυτο της θα μπορουσε να εχει τον καλυτερο(να μου πης τωρα μιλας εκ του ασφαλους)αλλα ετι νιωθω ετσι λεω...φυσικα θα δουμε και την συνεχεια.....φιλια πολλα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σοφάκι μου πάντα χαρά να έχεις!
      Η Μιράντα άφησε στην άκρη τον Τάκη που είχε εξαφανιστεί κι ασχολιόταν με τη μητέρα και τη νονά του.
      Δε μπορούσε να χωνέψει ότι μπήκε η Δέσπω στη μέση και μαθεύτηκε η αλήθεια...
      Η Γιαννούλα κρατούσε τον άντρα της, όπως και οι περισσότερες παλιές γυναίκες που δε χώριζαν εύκολα, το θεωρούσαν μεγάλη ντροπή. Στην Αθήνα ήταν μόνη της σχεδόν, με κάποιους μακρινούς συγγενείς που έβλεπε σπάνια και στο χωριό δε μπορούσε να γυρίσει χωρισμένη, άλλα χρόνια τότε...

      Σε φιλώ γλυκιά μου!

      Διαγραφή
  3. Πολύ ενδιαφέρουσα η συνέχεια, Μαιρούλα! Ανυπομονώ να δώ τί θα γίνει από εδώ και πέρα!!
    Φιλάκια πολλά και καλό μήνα!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαριαννάκι μου σ΄ευχαριστώ πολύ!

      Καλό μήνα, πολλά φιλάκια!!!

      Διαγραφή
  4. ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ....ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ / ΔΙΗΓΗΣΕΩΝ ΣΟΥ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ Τις ΠΑΛΙΕΣ ΕΠΟΧΕΣ..ΠΩΣ ΖΟΥΣΑΝ..ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ..ΤΡΟΠΟ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ...
    ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ....ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΡΑΝΤΑΣ ΟΠΩΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΧΑΡΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
    ΟΜΩΣ ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣΣ
    ΑΓΩΝΙΩ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΝΟΥΛΑΣ
    ΓΙΑΤΙ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ ΜΕ ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ;

    ΝΑ ΡΩΤΗΣΩ , Η ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ; ΤΑ ΤΖΟΒΑΪΡΙΑ ΤΙ ΕΙΝΑΙ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις

    1. Δελφινάκι μου καλό μήνα!
      Χαίρομαι που σ' αρέσει το ταξίδι πίσω στο χρόνο...
      Η Γιαννούλα ήταν ο άνθρωπος του σπιτιού τους, πρόσεχε τις δύο αδερφές και μαγείρευε. Αναφέρθηκα σ' αυτήν πριν λίγες αναρτήσεις.
      Δυστυχώς έτσι γίνεται πολλές φορές, οι καλοί άνθρωποι πέφτουν στους χειρότερους...
      Τα τζοβαΐρια είναι τα μπιζού, τα στολίδια.

      Φιλούθκια!

      Διαγραφή
    2. συγνώμη Μαίρη μου, ξέχασα την αναφορά στις προηγούμενες αναρτήσεις...παω να το δω... φιλούθκια

      Διαγραφή
    3. Όχι να μου ζητάς και συγνώμη Δελφινάκι μου! χιχιχιι!

      Πάρε μια μεγάλη αγκαλίτσα!!!

      Διαγραφή
    4. δελφινάκι ευχαριστεί για αγκαλίτσα και κατανόηση :)
      δε θυμούμαι αν σε ενημέρωσα για το διαγωνισμό με τις χριστουγεννιάτικες μου κάρτες αν ενδιαφέρεσε..

      Διαγραφή
    5. Να είσαι καλά!
      Βεβαίως με ενημέρωσες, μου έστειλες μήνυμα! :-)

      Διαγραφή
  5. Επιτέλους κατάφερα να μπω να διαβάσω την συνέχεια Μαιρούλα μου, γιατί αυτές τις μέρες όπως ξέρεις υποφέρω χωρίς το λαπτοπ μου!
    Ολο και πιο ενδιαφέρουσα γίνεται η ιστορία, ανυπομονώ για το επόμενο!
    Φιλιά πολλά πολλά, καλό μήνα γλυκούλα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελενάκι μου ειλικρινά καταλαβαίνω τον πόνο σου αγάπη μου... Ελπίζω γρήγορα να φτιάξει μωρό μου!
      Θα μου πεις πότε θα είναι εντάξει και θα γράψω τη συνέχεια, ε;

      Καλό μήνα, φιλάκια πολλά κοριτσάκι μου!

      Διαγραφή
  6. Τι όμορφα που διηγείσαι τις ιστορίες Μαιρούλα μου!
    Η μια πιο όμορφη απ'την άλλη !
    Μη πεις ότι δεν συμβαίνουν στη ζωή ακόμα χειρότερα!

    Καλό μήνα γλυκιά μου
    με πολλά φιλιά θαλασσινά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ζουζούκα μου σ΄ευχαριστώ πολύ γλυκιά μου!
      Μα είναι απ' τη ζωή όλες οι ιστορίες, δεν υπάρχει καμία που να γεννήθηκε στη φαντασία μου...
      Πολλά σκαρώνει αλλά εξαρτάται από τον τρόπο που τα αντιμετωπίζουμε, καθένας με το χαρακτήρα, το θράσος και την τόλμη του...

      Καλό μήνα, φιλάκια πολλά!!!

      Διαγραφή
  7. *τις άντριδοι* απολαμβάνω και γελώ με αυτή την λέξη .. την περιμένω πως και πως να την διαβάσω!!!Ομορφη και λυπητερή η εξέλιξη της ιστορίας μέσα στην ιστορία της Μιράντας.... Καλό σου βράδυ και φιλάκια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Οι άντριδοι ανέκαθεν προκαλούσαν γέλια και σε μένα Εφούλα μου! Το έλεγαν τόσο χαριτωμένα!
      Πολύ λυπητερή η ιστορία της Γιαννούλας, ναι... Μου έλεγαν ότι ήταν τόσο καλή γυναίκα, δοτική, ακούραστη και πάντα συμπαραστεκόταν σε όλους.

      Να έχεις καλή και χαρούμενη μέρα, πολλά φιλάκια και στη μικρούλα Άλκηστη να δώσεις αγαπημένη μου!

      Διαγραφή