.

.
.

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Διε φωτιά που την άναψε την κοπέλα!


- Χαμπάρι δεν επήρε ο άντρας της! Είναι αυτό που λένε, ο κερατάς τα μαθαίνει τελευταίος! 

Άξιος ο Χρήστος, περνούσε τους μήνες μεταξύ Αθήνας - Θεσσαλονίκης και είχε τον έλεγχο σε όλα. Η Νανά, ήταν δίπλα του τις περισσότερες ώρες, για να μάθει καλά τη δουλειά και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Ανοίχτηκαν και στους εκεί κοσμικούς κύκλους, που τους δέχτηκαν με πολλή χαρά και τους καλούσαν στις βεγγέρες.
Από κοντά κι ο Σωκράτης τις περισσότερες φορές, προσπαθούσε να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των εμπόρων. Με τον καιρό, άρχισε σιγά σιγά το εργοστάσιο να βρίσκει κάτι από τη χαμένη του αίγλη. Η μητέρα του, είχε κλονισμένη υγεία μετά την καταστροφή που έφερε ο μοναχογιός της κι έμενε με την κόρη και το γαμπρό της.
Ένα αμυδρό χαμόγελο φώτισε το κουρασμένο της πρόσωπο, όταν της είπε η κόρη της ότι τα πράγματα πάνε καλά. Χίλιες ευχές έδινε στον άνθρωπο που το πήρε στα χέρια του και δεν πήγαν οι κόποι του συζύγου της χαμένοι. Ίσως ο γιος της παίρνοντας το μάθημά του, άλλαζε μυαλά και ζωή.

 Το στήσιμο απ' την αρχή, απαιτούσε μόνο κεφάλαια, που έριχνε ο τετραπέρατος Χρήστος. Για πολύ καιρό, δεν έβαλε ούτε μια πεντάρα στην τσέπη του ο Σωκράτης. Το πάθος του όμως για την πράσινη τσόχα και τα τυχερά παιχνίδια, τον έκαναν να πουλήσει κρυφά το μεγάλο κτήμα που είχαν σε κάποιο προάστιο. Φαγώθηκαν τα λεφτά, αφήνοντάς τον ως συνήθως χρεωμένο. Ακολούθησαν όσα πράγματα αξίας είχε το πατρικό του, μπλέχτηκε και με μια μικρή, άβγαλτη κοπέλα, κόρη γνωστού μεγαλοεργολάβου, που την έβλεπε όσες ώρες η Νανά ήταν καθηλωμένη στην καρέκλα του γραφείου, βλέποντας και υπογράφοντας στοίβες χαρτιά.

- Μπρε τον παλιάθρωπο! Αμά, έτσι το διεις κι απ' την άλλη πλευρά, το κοριτσάκι που ητανάνε κοντά στα χρόνια του θα τόνε τράβαε για! Να τα 'χει όμως και με τις δυο, εκεί αυτός! Όλο με δυο ήθελε να 'ναι ο ασίκης!  Σαν μετά πάλι που ητανάνε και με τη Φωφώ και με τη Βούλα! Μπρε Σουλτάνα, δεν τον στράβωνε να ησυχάζανε του κόσμου οι κοπέλες για; 
- Αμ δε! Που τέτοια τύχη; Έγκυο τήνε άφηκε τη μικρά! Μάλιστα! 
- Ηβοί! Τι λες μπρε συμπεθέρα; Με το κοριτσάκι το αγνό, που ήτουνε απέ τση μάνας τση την αγκαλιά υπήγε κι ήβγαλε τα μάτια του; Δεν ηκοίταζε μπα κι ηγκαστρώσει αυτήνε τη Νανά τουλάχιστον, να ήλεγε του αντρούς τση ότι θα ηγίνουνε γονιοί επιτέλους, που παιδιά σκυλιά δεν είχανε;
- Εκεί έπιασε ο σπόρος του, δυστυχώς. Αμά το παιδί, η Νανά το επήρε τελικά! 

Εμβρόντητος ο Σωκράτης από την ομολογία της μικρής, προσπάθησε να σκεφτεί ψύχραιμα. Μετά το πρώτο σοκ και τα κλάματα του κοριτσιού που δε σταματούσαν με τίποτα, έκανε ό,τι μπορούσε για να την ηρεμήσει. Να παντρευτούν δεν υπήρχε καμία περίπτωση, της αράδιασε ένα σωρό δικαιολογίες που θα καθυστερούσαν το γάμο τους για τρία τουλάχιστον χρόνια. Το κορίτσι βέβαια ήταν ανήλικο κι αυτό δυσκόλευε πολύ τα πράγματα. Μία λύση μόνο υπήρχε, έπρεπε ν΄απαλλαχθεί το συντομότερο από την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Ρώτησε, έψαξε, έμαθε τελικά από ένα φίλο του, που είχε μεγάλη εμπειρία σ' αυτά, για κάποιο γιατρό στην Ξάνθη. Όσο πιο μακριά, τόσο το καλύτερο, δεν έπρεπε κανείς να μάθει το παραμικρό και δε θα ρισκάριζε να γίνει η επέμβαση στην πόλη τους. Σε λίγες μέρες, αντί να πάει το πρωί στο σχολείο, θα έφευγε μαζί του να βρει τη λύτρωση στο κακό που έπαθε.

- Αυτός, έκαμνε όνειρα, να ρίξει το παιδί και να τήνε "ράψει" ο γιατρός, να ξεμπερδεύει μια κι όξω! Έλα όμως που η μικρή, είχε κλείσει τον τρίτο μήνα και δε μπόραγε τίποτις να την κάνει; Τον είπε που είναι πάρα πολύ επικίνδυνο αυτό και δεν τήνε αναλάμβανε, ούτε αυτός, αμά ούτε κι άλλος γιατρός. Τους ευχήθηκε και η ώρα η καλή, να συντομέψουνε το γάμο, επειδής σε λίγο θα φούσκωνε για τα καλά το κορίτσι. Εκεί πια ο ασίκης, είπε τετέλεσθαι! Στα σίδερα θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου, έτσι που 'μπλεξα!

Όλα μαύρα τα έβλεπαν στο δρόμο της επιστροφής. Η κοπέλα έκλαιγε μ' αναφιλητά, φωνάζοντας ότι θέλει να πεθάνει. Ο Σωκράτης με μυαλό θολωμένο, δεν έβλεπε καμία λύση, μέχρι που η μικρή ανέφερε ότι την Κυριακή θα πήγαιναν στη νονά της, που μόναζε εδώ και χρόνια σ΄ένα ορεινό χωριό.
- Στο μοναστήρι μένει δηλαδή; Σπίτι δεν έχει; 
Και σπίτι είχε και ζώα και χωράφια που έβγαζαν πολλούς καρπούς κι έτρωγαν όλες στη μονή. Περνούσε πολλά καλοκαίρια μαζί της, απολαμβάνοντας τη δροσιά και τον καθαρό αέρα του βουνού. Η νονά, μοίραζε τις μέρες μεταξύ σπιτιού και κελιού, άρμεγε τις αγελάδες, έφτιαχνε τυρί και βούτυρο, μάζευε τις ελιές, τα λαχανικά, τα φρούτα.
Μαζί τα καλοκαίρια έφτιαχναν μαρμελάδες και γλυκά κουταλιού, ξέραιναν στον ήλιο τις ντομάτες και τα σύκα, τις πιπεριές, τις μελιτζάνες. Αγαπούσε πολύ τη νονά της κι εκείνη τη μοναδική βαφτιστήρα της, μιλούσαν ατέλειωτες ώρες για όλα τα θέματα, αφού ήταν και πολύ μορφωμένη, με δύο πτυχία. Όταν έχασε τον άντρα και το γιο της σε δυστύχημα, αφιέρωσε τη ζωή της στο Θεό κι έκανε πολλές φορές μαθήματα αφιλοκερδώς σε αδύναμα στα γράμματα παιδιά, που μάζευε σπίτι της. Χάριζε απλόχερα αγάπη και βοήθεια με την πάντα σε όλους ανοιχτή αγκαλιά της.
Άλλη λύση δεν βρισκόταν, έπρεπε να τη δει και να της πει την αλήθεια. Η μικρή έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι της, υποτίθεται απ' το σχολείο. Σταμάτησαν κάπου, έπλυνε το πρόσωπό της, την καθησύχασε με αγκαλιά και λόγια παρηγοριάς. Τα κλαμένα της μάτια, ήταν μια καλή αφορμή για να πει στους γονείς της ότι είχε αναπνευστικό πρόβλημα. Θα δικαιολογούσε και το χάλι της και την όποια αδιαθεσία της έφερνε η εγκυμοσύνη.

- Αναθεματισμένος, ελεεινός, παλιάνθρωπος! Διε φωτιά που την άναψε την κοπέλα!


Χιλιάδες σκέψεις γύριζαν στο μυαλό του, όσο ανηφόριζε για το μοναστήρι. Δίστασε για λίγα λεπτά μπρος στη βαριά σιδερένια πόρτα, πήρε βαθιά ανάσα και μπήκε με βήματα δειλά στον προαύλιο χώρο.
Σε λίγη ώρα, καθισμένος στο γραφείο της ηγουμένης, έπινε καφέ με κρύο νερό, έχοντας απέναντί του την πιο αγγελική μορφή που είχε δει ποτέ. Χαμογελώντας, του προσέφερε λουκούμι περγαμόντο με αμύγδαλο και τον παρότρυνε να της μιλήσει.
- Για να ζητήσετε να με δείτε, κάτι σας απασχολεί και ζητάτε τη βοήθειά μου. Πείτε μου, σας ακούμε μόνον εγώ κι ο Θεός.
Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της κι ένα βλέμμα τρόμου σκίασε το πρόσωπό της. Ήπιε λίγο νερό και παίρνοντας βαθιά ανάσα τον κοίταξε ερευνητικά στα μάτια.
- Δεν την αγαπάς, έτσι δεν είναι; Αλλιώς, θα μου ζητούσες να μεσολαβήσω για να καλμάρω τους γονείς της, να επιτρέψουν να παντρευτείτε. Δε θα σε ρωτήσω το πως και γιατί φτάσατε σ' αυτή την κατάσταση, είναι ανήλικη και το ήξερες. Σ' αγάπησε το άμοιρο και σου δόθηκε, δε μπορεί κανείς να την κατακρίνει γι' αυτό. Αφέθηκε να ζήσει τον πρώτο της έρωτα και να τώρα η συμφορά. Είναι τόσο μικρή, αθώα και άβουλη, κρέμεται από σένα και είναι λογικό.  Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι θα την κάνεις φόνισσα. Αυτή η αμαρτία, είναι μεγαλύτερη. Ο Θεός προνόησε, να γλυτώσει το μωρό από τη σφαγή και να σε στείλει μετά σε μένα. Το παιδί θα γεννηθεί και θα το ξέρουμε μόνο οι τρεις μας. Θα παρουσιαστεί σαν έκθετο και θα δοθεί σε κάποια καθώς πρέπει οικογένεια. Αν ήταν κάποιας άλλης δυστυχισμένης γυναίκας, θα μεγάλωνε στα χέρια μου, μακάρι να ήταν. 
Η βαφτιστήρα μου, δε θα το δει, θα είναι η καταστροφή της και είναι πολύ μικρή για να χαλάσει τη ζωή που ανοίγεται μπροστά της. Η δυσμενέστατη θέση σας, δικαιολογεί απόλυτα τη θέλησή σας να απαλλαγείτε το συντομότερο από το παιδί. Εσύ, δεν παύεις να έχεις όλη την ευθύνη απέναντί της, θα μείνεις όμως μακρυά της και ο Θεός ας τη βοηθήσει να ξεχάσει. 
Την Κυριακή που θα έρθουν να με δουν, θα της πω τι θα κάνει...

- Αμάν! Και πως τα κάμανε για; Μπρε Σουλτάνα, αυτά δε με τα είχες πει! Ο μικρός σα να λέμε, γιος του ητανάνε; 
- Σίγουρα, αν κι αυτό δεν αποδείχτηκε ποτές. Πως και δε στα είπα, αμά δε θα τα θυμάσαι με τόσες μπερδεψούρες που 'χε η Ζαφείρα.Τώρα, θ' ακούσεις και τα υπόλοιπα!
Ήπιε και τις τελευταίες σταγόνες λεμονάδας, σερβίρισε κι ένα λικεράκι με ξηρούς καρπούς. Η συζήτηση είχε πάρει φωτιά! 
- Μπρε, τυχερός ήτουνε αυτός! Ήκαμε την κακιά δουλειά στο κορίτσι, ηβρήκε και συμπαράσταση! Και η καλογραία όμως, ε; Μεγάλη ευθύνη ηπήρε! Και τι απόγινε, πως τα ηκαταφέρανε;
- Το κοριτσάκι, ήτουνε κομμάτι δεμένο, όχι παχύ αμά όχι και λεπτό. Όταν επήγανε λοιπόν, η νουνά την έδωκε ένα κορσέ και την ορμήνεψε που και που να βήχει, για να χρειάζουνται καθαρό αέρα τα πλεμόνια της.
Τον βήχα την είχε πει κι ο αδικιωρισμένος κείνη τη μέρα, για να δικιολογήσει τα μάτια της, που ήτουνε κατακόκκινα απέ τα κλάματα. Αμά, βρήκε η νουνά σωστή τη σκέψη, για να τήνε πάρει εκεί τελικά. Μια στις δεκαπέντε, παγαίνανε να τη διούνε και το είχανε σαν εκδρομή να πούμε.
Ζώστηκε τον άλλο μήνα τον κορσέ, τόνε είχε η νουνά πριν καλογερέψει. Για τα έμμηνα που δεν είχε, δεν τήνε πήρε χαμπάρι η μάνα της, ένεκα που τα μπέρδευε με τις αδερφάδες της η μικρή σκόπιμα. Και βήχα, μια στο σπίτι, μια στο σχολείο κι άμα παγαίνανε πάνου δεν έβγανε κιχ! Είπε η νουνά που την χρειάζεται καθαρός αέρας κι άμα κλείνανε τα σχολεία να τήνε έπαιρνε εκεί όλο τον καιρό, ίσιαμε να σιάξει, στο βουνό.

Έτσι κι έγινε. Στον πέμπτο μήνα, ζωσμένη, κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Η νονά, πήγε στο σπίτι τους, προφασιζόμενη κάτι ψώνια κι εξετάσεις που έπρεπε να κάνει. Κοιμήθηκε το βράδυ, συνεννοημένη με τη βαφτισιμιά της να την πιάσει κρίση. Ξύπνησαν όλοι στο σπίτι κι ετοιμάστηκαν να την πάνε στο νοσοκομείο. Τέτοιος βήχας, δεν είχε ξανακουστεί. Η μικρή, έβαλε τα κλάματα και φώναζε ότι φοβάται και δε θέλει να πάει. Μεσολάβησε η νονά, που δίνοντας εντολή να της φτιάξουν ένα ζεστό ρόφημα, υποσχέθηκε ότι θα την καλόπιανε και θα την έπαιρνε μαζί της το πρωί στους γιατρούς.

- Έκαμε την πολύ στενοχωρεμένη. Την είπανε τάχα που έπρεπε να πάει σε καθαρό αέρα, επειδής μπορεί να τήνε γύρναγε σε πνευμονία. Την έδειξε και κάτι γιατρικά* που την δώκανε και καλά για να γένει πιο σοβαρό το πράμα να πούμε.Τα μάζωξε μάνι μάνι η μάνα της τα ρούχα της και πήανε απάνου. Κάθισε δυο μέρες μαζί η μάνα, αμά είχε και τα άλλα της τα κορίτσια από πίσω και δε μπορούσε να μείσκει εκεί.

Η εγκυμοσύνη της, δε μπορούσε να μείνει κρυφή για πολύ πλέον. Γλιστρούσε αργά τη νύχτα στο κελί της και μετά το μεσονυκτικό* η ηγουμένη έφευγε κρυφά για το σπίτι της. Η βαφτιστήρα της ξυπνούσε κι έβρισκε το φρέσκο γάλα ζεστό ακόμα να την περιμένει, με ψωμί ζυμωτό, τυρί και βούτυρο. Σε λίγες ώρες, η νονά ήταν δίπλα της. Είχε ανέκαθεν τα ζώα, που ήθελαν τη φροντίδα της και τα χωράφια. Με χίλιες δυο δικαιολογίες, έλειπε παραπάνω ώρες από τη μονή. Πηγαινοερχόταν για να βλέπει τη μικρή εγκυμονούσα, που έτρεμε μη πάθει κάτι.
Τις Κυριακές που πήγαιναν οι γονείς, φορούσε τα ριχτά πλισέ φορεματάκια που ήταν ευτυχώς της μόδας, ήταν και ζωσμένη σφιχτά και δεν φαινόταν σχεδόν τίποτα. 
- Τα φάρμακα, την πείραξαν λίγο στο έντερο κι έχει συνέχεια τυμπανισμό. Όλο πρήζεται η κοιλιά της και πρέπει να μην τρώει συγκεκριμένες τροφές, όμως κρυφά πάει και κόβει τα λαχανικά και τα τρώει! Χα χα χα! Ας τρώει να δυναμώνει κι ας τη φουσκώνουν, περαστικό είναι!
Ο καθαρός αέρας, της είχε ανοίξει γενικά την όρεξη και είχε πάρει κιλά. Το προσωπάκι της είχε στρογγυλέψει αρκετά και οι γονείς ήταν πανευτυχείς. Πόση αγωνία, πόσα ψέμματα...
- Θα επισκεφθούμε τις μονές των Βαλκανίων, όπως πριν τρία χρόνια που είχαμε πάει, θυμάστε; Συμφωνήσαμε λοιπόν, να την πάρω μαζί μου! Θα της κάνει πολύ καλό η αλλαγή, το είπε κι ο γιατρός. Θα τη δουν κι εκεί οι καλύτεροι επιστήμονες, καλό είναι να πάρουμε κι άλλες γνώμες. Δεν της το έχω πει βέβαια, γιατί δε θα θελήσει να έρθει. Λαχτάρισα πολύ κι εγώ, τρέμω για την υγεία της.
Έτσι κι αλλιώς, δεν υπάρχει περίπτωση να πάει στο σχολείο από την αρχή της σεζόν. Υπάρχει φόβος να κολλήσει κάτι και θα είναι ολέθριο αυτό. Ευτυχώς που τη φέραμε εδώ να λέτε, αλλιώς...ούτε να το σκέφτομαι δε θέλω...


Το μωράκι, γεννήθηκε υγιέστατο και πανέμορφο σ' ένα από τα καλύτερα νοσοκομεία της Κωνσταντινούπολης, χάρη στη μαία που πληρώθηκε αδρά. Με ψεύτικο όνομα η μητέρα, συνοδευόμενη από τη "γιαγιά" μια κομψή κυρία με ταγέρ, που δε θύμιζε σε τίποτα την τυλιγμένη στο μαύρο ράσο ηγουμένη της μονής.
- Είπε, ότι την εγκατέλειψε ο αρρεβωνιάρης της κι έφυε με μια σαντέζα* του καμπαρέ και τη μήνυσε που δε θα ξαναγυρίσει! Και ήτουνε εξ Αθηνών κι επήανε να διούνε κάτι συγγενείς τους εκεί και τήνε πιάσανε οι πόνοι πρόωρα. Τότες, δεν υπήρχανε τα υπέρηχα που κάμνουνε τώρα και σε μετράνε και τις μέρες σου! Μάνα και κόρη να πούμε, μοναχές τους στην Πόλη, παρατημένη απέ τον παλιάθρωπο που τη γέλασε μικρή κοπέλα,, να γένει κομμάτι πιστευτό. Τι να 'κανε η δόλια;
Αμά, έπρεπε να υπάρχει κι ένας σύζυγος να πούμε και πως να τα έφκιαχνε κι αυτή η καημένη; Η ψυχή της έτρεμε, να πάει καλά η γέννα, μη και πάθει το κορίτσι, το κεφάλι της έπαιζε για! 

- Πω πω πω! Τραγωδία, ε; Στην Πόλη απέ που κι ως που ηβρεθήκανε; 
- Ήτουνε το πιο κοντινό μέρος όξω απέ τη Θεσσαλονίκη, με πολύ πληθυσμό να πούμε. Βουλγαρίες και Ρουμανίες, φοβούτανε για να πάνε, λόγω που πολλοί απέ κει παγαίνανε για διάφορα, ακόμα και για γιατροί τρέχανε.
Φαντάζεσαι να γινούτανε κάνα συναπάντημα; Εθόλωσε τα νερά στις γονιοί της και το 'ψαξε για εκεί, με ψεύτικα χαρτιά ήντουσαν. Χαμπάρι δεν τις επήρανε, ένεκα που επήε με τα ράσα της κουκουλωμένη κι έντυσε καλογριά και τη μικρά! Συνηθισμένο ήτουνε να ταξιδεύουνε απέ τα μοναστήρια και μόνο τα μάτια και κομματάκι απέ το πρόσωπο αφήνανε οι πιο πολλές.
Η ανάγκη να γλυτώσει το κορίτσι, τήνε έκανε να σκεφτεί ολάκερη σκευωρία, για λύπηση ήτουνε για! 

Η μάνα, δεν είδε το παιδί καθόλου. Θα "πέθαινε" τη δεύτερη μέρα, όπως πολλά νεογέννητα. Μίλησε η "γιαγιά" με το γιατρό, λέγοντάς του σχεδόν την αληθινή της ιστορία, με πολλές παραλλαγές βέβαια. Μία και μοναδική φορά γνώρισε άντρα, τη διακόρευσε κι έμεινε έγκυος. Ήταν άδικο να χαραμίσει τη ζωή της, ανύπαντρη μ' ένα παιδί στην αγκαλιά. Κορίτσι μικρό, με παιδί παράνομο, ήταν καταδικασμένο και η οικογένεια δε θα άντεχε την κατακραυγή του κόσμου και να τους δείχνουν όλοι με το δάχτυλο. Παρελθόν ερωτικό δεν είχε, έπρεπε να θαφτεί αυτό που της συνέβη. Η "κόρη" της, μόνο σαν κοπέλα αγνή θα μπορούσε να βρει στο μέλλον ένα καλό άνθρωπο, να φτιάξουν τη δική τους οικογένεια. Θα το έδινε σ' ένα πολύ καλό σπίτι που ήταν άκληροι  και θα ξεκινούσαν τις διαδικασίες για την υιοθεσία του.

- Σωκράτη, ήρθε η σειρά σου τώρα! Θα αναλάβεις τις ευθύνες σου, θες δε θες! 






Γιατρικά - Φάρμακα 

Μεσονυκτικό - Μοναστηριακή ακολουθία που γίνεται τα ξημερώματα 

Σαντέζα - Τραγουδίστρια

8 σχόλια:

  1. και μετά σου λένε..μα που σκέφτονται τέτοια σενάρια για τις ταινίες...τα σενάρια της ζωής Μαιράκι μου (όπως καλύτερα εσύ το ξέρεις) κανενός σεναριογράφου η φαντασία πολλές φορες δε φτάνει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όπως τα λες Ελενάκι μου είναι!

    Πολλές οικογένειες κρύβουν μυστικά, που προκειμένου να τα καλύψουν, με το δικό τους τρόπο βέβαια, σκαρφίζονται χίλια δυο. Η ανάγκη, κάνει κάποιες φορές τον άνθρωπο να υπερβαίνει τα όρια της λογικής κοπέλα μου...

    Δεν είναι λίγες οι φορές που αναρωτήθηκα, ότι αν όντως τα έβλεπα σε ταινία θα πίστευα ότι είναι αληθινές ιστορίες ζωής ή η φαντασία του σεναριογράφου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. είμαι σίγουρη πως θα έλεγες...τς τς τς κοίτα φαντασία ο άλλος...

      φιλια Μαιρούλα μου

      Διαγραφή
    2. Έτσι! Σε ό,τι ακραίο έβλεπα ή άκουγα, αυτό έλεγα, όπως όλοι μας.

      Τελικά όμως, τίποτα δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση, η ζωή είναι απίστευτα απρόβλεπτη κι οι άνθρωποι ακόμα πιο πολύ...

      Φιλάκια πολλά κορίτσι μου!

      Διαγραφή
  3. τι ωραια ιστορία. ,,η αλήθεια είναι ότι η ζωη ξεπερνάει κάθε είδους φαντασία

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολλές φορές γίνεται αυτό φίλε μου.

    Και πόσα μυστικά υπάρχουν μέσα στις οικογένειες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. τι έγινε; χαλαρώσαμε;...δεν είναι να σε αφήνουμε μονη σου...ξεχνιέσαι...
    καλή βδομάδα Μαιράκι μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ελενάκι μου σε σκεφτόμουν, ειλικρινά! Καθόλου δεν ξεχάστηκα καλή μου.

    Είμαι δυστυχώς με φοβερούς πόνους και στα δυο χέρια, λόγω τενοντίτιδας. Μέχρι αύριο, ευελπιστώ να τελειώσω αυτό που ξεκίνησα από μέρες να γράφω, υπέρβαση βέβαια έκανα...

    Καλημέρα και καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή