.

.
.

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Σιγά μη και ίδρωνε τ' αυτί του για!


Η έντονα μακιγιαρισμένη και προκλητικά ντυμένη κοπέλα, σήκωσε το ποτήρι της κοιτώντας λάγνα το Σωκράτη στα μάτια.
Κανείς τους δεν ήξερε πόσο αλκοόλ κυκλοφορούσε στο αίμα τους εκείνο το βράδυ. Η σαμπάνια έρεε άφθονη, οι ευχές με πονηρά υπονοούμενα και γέλια ήταν μόνο η αρχή για την απομόνωση στο σεπαρέ.* Ο Σωκράτης, με τη γραβάτα λυμένη, παραπατώντας σχεδόν από το μεθύσι, την ακολούθησε.
Στο τραπέζι, είχε αφήσει τα τελευταία του χρήματα, μετά από ολονύχτιο χοντρό παιχνίδι. 

- Το ρεμάλι τση κενωνίας! Ήφυεν ο γάτος κι ηχόρευε το ποντίκι!
- Τις παράδες απέ το εργοστάσιο έφαε; Πα πα πα! 
- Αμ! Στα χέρια του το αφήκανε απάνου στη λαχτάρα τους να πάνε για το παιδί κι έδρασε αυτός πάλι με φουσκωμένες τσέπες! Αμά και που δεν είχε παράδες, δανειζούτανε απέ δω κι απέ κει, πως τα έφαε όλα για; Να σκεφτείτε, που εκείνο το βράδυ ήτουνε αυτόπτης μάρτυς ένας που τον είπε τον παρακούμπαρο της Ζαφείρας τα καθέκαστα, είδε με τα ίδια του τα μάτια πόσοι παράδες με ουρά άφηκε αυτός εκεί! Χαμένος από γνωστό μούτρο μάλιστα, που τις κατάκλεβε τις άλλοι και εφόσον τόνε ξέρανε, δεν εκαθούντουσαν στο τραπέζι μαζί του ποτές των ποτών! Εκεί, όλος ο υπόκοσμος μαζωμένος ήτουνε, οι νοικοκυραίοι παίζανε αναμεταξύ τους, έτσι για το καλό του χρόνου.

Πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας, επέστρεψε το ζευγάρι με το γιο τους, μέσα στη γαλάζια κουβερτούλα του. 
Το σπίτι, ήταν έτοιμο να υποδεχθεί το μικρό πρίγκιπα, χάρη στην ηγουμένη που χρησιμοποίησε τα χρήματα που άφησαν, αγοράζοντας κούνια, κουρτίνα, σεντόνια και σκεπάσματα, ρούχα, παιχνίδια. Η ασημένια εικόνα που κρεμόταν στην κουνίτσα του, ήταν το δικό της δώρο. Ο Χρήστος, ήθελε να είναι όλα έτοιμα και να μπει το παιδί με τη μάνα σ' ένα σπίτι που είχε όλα τα απαραίτητα για το μωρό. Είχαν συμφωνήσει και υποσχεθεί στη μοναχή, πριν τη μεγάλη απόφαση, ότι δε θα έλεγαν ποτέ στο παιδί ότι δεν είναι οι φυσικοί του γονείς. Έτρεμε η δύστυχη, μήπως ξέροντας έψαχνε μελλοντικά να βρει τη βιολογική του μητέρα. Με τα στόματα κλειστά και χάρη στο τέλειο πιστοποιητικό, δεν θα  υπήρχε κανένα πρόβλημα. Μόνο οι τέσσερις ήξεραν την αλήθεια άλλωστε.
Την άνοιξη, θα έκαναν μεγαλοπρεπώς τη βάπτισή του, δίνοντάς του το όνομα του παππού. Ευάγγελος. Ο Χρήστος καμάρωνε για το πανέμορφο παιδάκι που θα είχε το όνομα του πατέρα του. Η Νανά, είχε πιάσει πρώτη το μωρό σα μάνα κι όταν το έδωσε στα χέρια του συζύγου της, του είπε συγκινημένη <<κούκλος είναι ο Βαγγελάκης μας!>>

- Κι αυτός τι είπε που 'δε το σπόρο του; 
- Τι να πει; Να σας ζήσει, είναι πολύ όμορφο παιδάκι! Σιγά μη και ίδρωνε τ' αυτί του για! Άσε που με τα πολλά κόντευε να το πιστέψει που ήτουνε γέννα της Νανάς!
Μπρε, η έγνοια του ήτουνε να το ξεφορτωθεί, απέ κει κι ύστερα σκασίλα του! Κι εκεί στη Θεσσαλονίκη να πούμε, τα μπουρδουκλώσανε όπως στην Αθήνα, που ήτουνε έγκυος αυτή και δεν το λέγανε και γεννήθηκε πρόωρο κι αυτά. Με το μωρό η Νανά, εκλείστηκε στο σπίτι και το κάμανε πιστευτό, βάλε και που δεν είχε εμφανιστεί μήτε ο άντρας της τόσο καιρό... Θαρρώ που είχε βάλει και κάτι να πούμε στην κοιλιά, έτσι κομματάκι να δείχνει σαν πιο παχιά, λίγο πριν φύουνε για την Πόλη. Μωρέ μια χαρά τα φκιάξανε κι όλα καλά!

Η Νανά με το παιδί και το Χρήστο, έφυγαν για Αθήνα. Ο άντρας της απλά τη συνόδευσε και γύρισε να δει τι ακριβώς συνέβη όσο έλειπαν. 
Το παιδί τον είχε ξεμυαλίσει για τα καλά κι εκείνον, το λιγότερο που τον ένοιαζε ήταν οι δουλειές. Μετά την πρώτη εβδομάδα προσαρμογής και τα ατέλειωτα ξενύχτια πάνω απ' το προσκεφάλι του, πήγε στο εργοστάσιο. Κέρασε το προσωπικό και τους έδωσε επιπλέον από ένα δώρο καλό, για τη χαρά της γέννησης του μονάκριβού του.
Οι παραγγελίες την περίοδο των Χριστουγέννων, ήταν πάρα πολλές, οι προκαταβολές είχαν γεμίσει το ταμείο. Έκανε υπολογισμούς, πόσα ακόμα θα είχαν μαζευτεί. Θα είχαν δουλειά με τους συγκεκριμένους πελάτες μέχρι το τέλος του Μάρτη κι αμέσως μετά θα ετοίμαζαν τα Πασχαλινά. Καλοκαιρινό έπεφτε εκείνη τη χρονιά το Πάσχα. Είχε όλο τον καιρό να έρθει η ξαδέρφη της γυναίκας του και να προσαρμοστεί, αφού θα κρατούσε το παιδί, όσο εκείνη θα ήταν στη δουλειά. Στην Αθήνα, πήγαιναν όλα καλά, χάρη στους άξιους και έμπιστους συνεργάτες του.
- Ας έρθει με το καλό η Νανά με το παιδί και τη Λέλα και θα κατέβω κι εγώ. Για πες μου Σωκράτη, τι έχουμε εδώ; 
- Να, περιμένω να μπουν τα χρήματα από τους πέντε...
- Άσε τους πέντε, ξέρω, με τους άλλους που τα είχαν δώσει πες μου, λογικά πρέπει να έχουν εξοφλήσει οι δύο, που ήταν οι παρτίδες μεγάλες. 
- Βέβαια, πλήρωσα όμως και τους εργάτες πριν γυρίσετε...
- Οι πληρωμές ήταν ήδη σε φακέλλους ξεχωριστά! Σωκράτη, τι μου κρύβεις, που είναι τα λεφτά; Μήπως τα έπαιξες; Μίλα!


Κακήν κακώς πετάχτηκε ο Σωκράτης από τη δουλειά, που είχε φτύσει αίμα ο πατέρας του για να στήσει και να τον καμαρώσει στη θέση του. 
Μόνος και κατεστραμμένος οικονομικά, κλείστηκε στο σχεδόν άδειο από έπιπλα πατρικό του, Τα χρέη τον είχαν πνίξει και ήταν σε αδιέξοδο, η Νανά με το παιδί στην Αθήνα κι αυτός δεν είχε σε ποιόν να μιλήσει.
Οι ληστοσυμμορίες της τράπουλας, προσπάθησαν να τον προσεγγίσουν, προκειμένου να του αρπάξουν ό,τι μπορεί να είχε μείνει στο ρημαγμένο πια σπίτι, που σύντομα το μετέτρεψε σε παράνομη λέσχη.
- Εκεί το στήσανε τα αποβράσματα! Ξημερωνούντουσαν κι όλο πίνανε! Όλα του τα 'χε πει του αθρώπου της Ζαφείρας κείνος ο χριστιανός. Χαμπάρι όλοι τόνε πήρανε και βούιζε ο τόπος για!
Κι αφού παράγινε το πράμα κι αρχινίσανε και οι εκβιασμοί, ξεσηκώθηκε για την Αθήνα. Η Νανά θα τόνε μάζευε και θα 'βρισκε κάμποσοι παράδες απέ τα κείνηνα. 

Με την αγκαλιά της ανοιχτή τον υποδέχτηκε. Της είχε λείψει τόσο καιρό, αφού πέρασε ο πρώτος ενθουσιασμός για το παιδί, τον αποζητούσε.
Ήταν πολύ όμορφη, με μια γαλήνια έκφραση στο πρόσωπό της. Τελικά, η μητρότητα αλλάζει τη γυναίκα, από τη στιγμή που πιάνει στα χέρια το παιδί της. Καμία σημασία δεν έχει αν βγήκε από τα σπλάχνα της ή αν βρέθηκε από το πουθενά. Όταν το βάζει με λαχτάρα στον κόρφο της κι αυτό κουρνιάσει στη ζεστασιά του κορμιού της, γίνεται μάνα. Και η κάθε μάνα, δεν παύει να είναι γυναίκα, με τις αδυναμίες και τα θέλω της.
Έμεινε σ' ένα ξενοδοχείο στην Κηφισιά, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Εκεί τον έβρισκε σχεδόν κάθε πρωί, όταν το αγγελούδι της έχοντας πιει το γάλα του κοιμόταν ξανά, υπό το άγρυπνο βλέμμα της γιαγιάς και της ξαδέρφης της. Με πρόφαση τα ψώνια και τις φούριες για τη βάφτιση, έβγαινε στα μαγαζιά αγοράζοντας διάφορα κι επέστρεφε στο σπίτι το μεσημέρι. Ξόδευε αλόγιστα, πλήρωνε και για το δωμάτιο πολλά παραπάνω, εξασφαλίζοντας εχεμύθεια. Η τσέπη του Σωκράτη, γέμιζε και άδειαζε συχνά, το πάθος του για το τζόγο δεν τον άφηνε να ησυχάσει λεπτό. Κάθε βράδυ, τα ίδια κι εκεί. Κι όπου υπάρχει τζόγος, υπάρχουν πάντα και ωραίες πεπειραμένες γυναίκες, που στέκονται δίπλα στους παθιασμένους ανθρώπους.
- Έτσι είναι για! Από μιας εξαρχής τήνε πέφτουνε στο θύμα, ξέρουνε καλά τι κάμουνε! Για πότε τους τα τρώνε τα κερδισμένα οι άτιμες! Από ένα ποτό ξεκινούνε και καταλήγουνε σε μπουκάλες!
Με έλεγε ο Ιάκωβος συμπεθέρα, τότενες που μείσκαμε στη Σμύρνη, για ένανε που είχε ένα χαμαιτυπείο και μάζευε κόσμο πολύ, κορόιδα δηλαδή, που τους τα χρέωνε διπλά και τρίδιπλα. Έβανε και γυναίκες εκεί που τις είχε μόνιμα να πούμε, απάνου απ' τα κεφάλια τους. Μόλις αυτές καθούντουσαν μπάστακες, να 'σου και κέρδιζε το χαϊβάνι, μιλημένα πράματα για! Και βέβαια, επειδής όλοι αυτοί είναι και πολύ προληπτικοί, επίστευαν που τους έφερνε γούρι και δως του τα κεράσματα! Με τα τούτα και τα κείνα, μάζωξε αυτός παράδες με το τσουβάλι και τον είχε πει το γιο μου ο αφεντικός του, που έφκιαχνε μια μαγαζάρα γωνιακιά άλλο πράμα!

Ο Χρήστος, θα έφτανε σύντομα για τη βάφτιση του παιδιού. Η μόνη χαρά που θα έπαιρνε μετά το χοντρό χουνέρι του Σωκράτη, που είχαν χαθεί τα ίχνη του εντελώς.
Δεν έφτανε η μεγάλη ζημιά που έκανε, είχε κι ένα σωρό ανθρώπους αμφιβόλου ηθικής, που του ζητούσαν χρωστούμενα. Με το όνομά του στην τεράστια ταμπέλα, δίπλα στο δικό του, πίστευαν ότι θα έπαιρναν τα λεφτά από την επιχείρηση. Τόσοι κόποι και χρήματα που έβαλε, πήγαιναν χαμένα. Βουτιά στο κενό, δίχως επιστροφή δυστυχώς, θα το έκλεινε αφού πριν τακτοποιούσε τις πάμπολλες εκκρεμότητες.
- Εκεί κι αν αρχινίσανε τα σούσουρα! Με τα πες πες, φτάσανε και στα αυτιά των δικώνε του κι η μάνα του κατάπεσε εντελώς η γυναίκα! 

Γυρίζοντας η Νανά ένα μεσημέρι στο σπίτι, λίγες μέρες πριν τη βάφτιση, βρήκε τον άντρα της να την περιμένει.
Καθόταν σκεπτικός στο μεγάλο τραπέζι της σάλας, ενώ η μητέρα του πηγαινοερχόταν στην κουζίνα, φέρνοντας πιάτα. Η Νανά, άφησε μια τσάντα με παιχνίδια που κρατούσε και τον καλωσόρισε θερμά.
- Χρήστο μου, τι έχεις; Δε σε βλέπω και τόσο καλά, τι συμβαίνει; 
Το εχθρικό μάτι της πεθεράς της την κάρφωνε, ενώ σερβίριζε. 
- Ε! Ρωτάς τι έχει! Μπήκε σε τέτοιες περιπέτειες, να χάσει τόσα λεφτά και να τραβιέται στη Θεσσαλονίκη, που εσύ επέμενες, έρχεται μετά από τόσο καιρό εδώ και δε σε βρίσκει σπίτι! Του κόσμου τα παιχνίδια έχει το παιδί, μισή μέρα πάλι για του αγοράσεις κι άλλα έτρεχες; Δεν ήξερα ότι χρειάζονται για τη βάφτιση, νέα σχέδια είναι αυτά!


Η Νανά ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι. 
- Το τι θα πάρω για το παιδί μου, είναι δικός μου λογαριασμός και δε σου πέφτει λόγος! Και για τη Θεσσαλονίκη που λες ότι επέμεινα, δούλευα κι εγώ μαζί με τον άντρα μου και το στήσαμε απ' την αρχή! Άλλωστε, σε καλό μας βγήκε, εκεί ήρθε και το εγγόνι σου, που τρωγόσουν τόσα χρόνια!
- Ναι, είπες αφού το 'πιασες εκεί, να πας στην Πόλη να το κάνεις, μπας και δεν έχει την υπηκοότητα! Που ακούστηκε αυτό, αντί να το πιάσω εγώ, να το δουν τα σόγια σου, πριν τη γιαγιά και τους στενούς συγγενείς;
- Μαμά, σου είχαμε εξηγήσει, η Νανά γέννησε πρόωρα. Ένα ταξίδι αναψυχής είπαμε να κάνουμε και της έσπασαν τα νερά.Το τυχερό ήταν, γιατί δε θες να το καταλάβεις; 
- Κι έπρεπε να το κρύψετε από μένα ότι ήταν έγκυος; Ξένη είμαι εγώ; Που ακούστηκαν αυτά τα πράγματα, ε; Άν θέλατε να μου κάνετε έκπληξη, όπως είπατε, γιατί δεν ήρθατε εδώ, να τη δω με την κοιλιά φουσκωμένη να χαρώ;
- Μα θα ερχόμασταν τον άλλο μήνα βρε μάνα, να γεννούσε εδώ, τα είπαμε αυτά... 
- Τα είπαμε, ναι, τα είπαμε! Όπως τα σχεδίασε η γυναίκα σου, έτσι ακριβώς! Ένας Θεός ξέρει τι λόγους είχε βέβαια!
Η Νανά, σε έξαλλη κατάσταση, άρχισε να ουρλιάζει εξαπολύοντας βρισιές και κατάρες. 
- Παλιόγρια, ελεεινή! Τι ψυχή θα παραδώσεις; Μια ζωή έβαζες το γιο σου στα λόγια, ότι δεν ήμουν άξια να του κάνω ένα παιδί! Η χαρά σου θα ήταν αν χωρίζαμε, αλλά δε σου πέρασε τελικά! Δε θέλω να σε ξαναδώ ποτέ στα μάτια μου, παίρνω το παιδί και την ξαδέρφη μου και φεύγουμε! Εσύ, Χρήστο, διαλέγεις και παίρνεις! Ή έρχεσαι μαζί μας ή μένεις εδώ, κράτα και τη μάνα σου παρέα! Σπίτι δικό σου είναι, ό,τι θέλεις κάνεις!
Και στη βάφτιση, ή θα 'ρθεις μόνος σου ή μη πατήσεις καθόλου! Αυτή η στρίγκλα, δεν έχει καμία δουλειά μαζί μας!
- Να φύγεις! Αφορμή ήθελες, που κάθε μέρα ντύνεσαι και στολίζεσαι για να παίρνεις τους δρόμους! Για τόσο χαζή με περνάς, που παίρνεις τάχα και κάτι για να μου ρίξεις στάχτη στα μάτια; Να φύγεις και να πας όπου θέλεις, το εγγόνι μου όμως, θα μείνει εδώ, με τον πατέρα και τη γιαγιά του!

Τους χτύπησε την πόρτα κι έφυγε σε άσχημη κατάσταση. Η πρώτη της σκέψη, ήταν να πάει στο Σωκράτη, να ηρεμήσει λίγο συζητώντας μαζί του και να δει τι θα κάνει με το παιδί.
- Πάει στο ξενοδοχείο, αμά είδε τον άθρωπο κει στη ρεσεψιόν να τόνε πιάνει πανικός. Τον λέει καλησπέρα και κάνει ν' ανέβει, αμά αυτός τήνε λέει σταθείτε, δεν είναι μέσα ο κύριος Σωκράτης. Λέει αυτή, καλά, θα ανεβώ και θα τόνε περιμένω, φέρε με κι ένα καφέ. Αυτός την έβαλε αντίσταση να πούμε, να μην ανέβει και γένηκε πατιρντί μεγάλο κάτου εκεί. Με το έτσι θέλω βούτηξε το κλειδί, μόνο ξύλο που δεν τον έδωκε τον άθρωπο!
Αυτά, όπως σας τα λέω, τα είχε πει η Χαρίκλεια στη Λαμπρινή, τότες που είχε βαρύνει η Ζαφείρα και τήνε ξενυχτούσανε. Είχε κάνει την έρευνά της μετά που γένηκε το κακό με τα κείνονα και τη Βούλα.
Ανεβαίνει το λοιπόν, ανοίγει την πόρτα και τόνε τσακώνει με μια, απάνου στο κρεβάτι! 
- Αμάν! Μπρε τι έπαθε, που 'χε και το βαφτίσι στη μέση! Και τι απέγινε;
- Τους άκουσε όλη η Κηφισιά! Ξύλο, μαλλιοτραβήγματα, λόγια αρσίζικα, χαμός γένηκε! Αυτός να πούμε, ήτουνε και φκιαγμένος απέ τα πιοτά και δεν ξέρω τι άλλα έπινε και μετά, την άλλη μέρα τήνε καλόπιασε και κάπως τήνε τουμπάρισε. Και που 'μουνε πιωμένος κι άμα είμαι έτσι δεν καταλαβαίνω τι με γίνεται και τέτοια.

Η βάφτιση του μικρού, έγινε χωρίς την παρουσία της γιαγιάς του, που δεν αξιώθηκε ν' ακούσει στην κολυμπήθρα το όνομα του από χρόνια πεθαμένου συζύγου της...







Σεπαρέ - Χώροι ιδιαίτεροι με κουρτίνα ή δωμάτια, συνήθως για ερωτικές περιπτύξεις.

10 σχόλια:

  1. εμ κάτι τέτοιες χαζοβιόλες βρίσκουνε και κάμνουν τους έξυπνους!!!! Η πεθερά όμως αστέρι...όχι που θα την ξεγέλαγε η αρσιζα!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μα και αφελής να ήταν η πεθερά Ελενάκι μου, τα ξεπορτίσματα της αρσίζας έβγαζαν μάτι! Η αλήθεια είναι βέβαια, ότι όντως φέρθηκε σαν χαζοβιόλα, τη μάσησε για τα καλά ο άσωτος!

      Φιλάκια!

      Διαγραφή
    2. ΧΑ! σε τσάκωσα...ακόμα ξύπνια; πως θα γιάνουνε τα χερια μου λες; E;

      Διαγραφή
    3. Απαπαπαπαπα! Τι είσαι εσύ καλέ; Χα χα χα!

      Μαγειρεύω κοπέλα μου, τα χέρια δεν προβλέπω να γιάνουνε τα άτιμα!
      Αλλά, αν δεις πως γράφω, είναι να γελάς...

      Διαγραφή
    4. μαγειρεύεις; γιατί καλε θα πας στρατό το προείχα!ΧΑ!!!...στέλνω διεύθυνση για τάπερ...όχι που θα τα στέλνεις σε μερικές που δεν ξέρουν να φάνε!!!!!!

      άσε τα αστεία τα χεράκια και τα ματια σου...πως θα μας γράφεις; ΧΑ!ΧΑ!!!! καλο ξημέρωμα Μαιράκι μου ...να μου φιλήσεις τον πασά σου!

      Διαγραφή
    5. Για την κόρη μου, μοσχαράκι με μανιτάρια παρακαλώ, να πάρει το πρωί μαζί της.
      Φυσικά και θα σου στείλω να το τιμήσεις! Σε μερικές μερικές μόνο λαδερά στέλνω κοπέλα μου, άντε και για ποικιλία δυο τρία
      τυροπιτάκια...χαχαχαχαχαχα!

      Καλό ξημέρωμα και σ' ευχαριστώ πολύ!

      Διαγραφή
  2. Μαράκι ανυπομονώ για τη συνέχεια...
    Φιλίίί!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαρουλίτσα μου, δε θα αργήσει αγάπη μου!

      Φιλάκια γλυκά!

      Διαγραφή
  3. Μαίρη ο τρόπος και η φυσικότητα της αφήγησης με την λαλιά που έχεις δώσει στους ήρωές σου είναι ομολογουμένως εξαιρετικά ελκυστικός. H δε υπόθεση είναι από κείνες που η ζωή έχει σμιλέψει τόσες φορές αλλά δεν είναι εύκολο να τις αναπαραγάγεις. Εσύ το διαψεύδεις πανηγυρικά αυτό!
    Εκτός αυτού ο χώρος είναι πανέμορφος και ανάλαφρος. Θα αναμένω την συνέχεια να δω τι θα γίνει.
    Το email μου είναι: chrispap65@gmail.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς τον μου!

      Αχ και να τις άκουγες! Δε σου λέω τίποτα, σκέτη απόλαυση!
      Η υπόθεση αυτή, όντως είχε μεγάλο ενδιαφέρον καλέ μου φίλε, πιστεύω πως άξιζε να βγει, μαθήματα ζωής θεωρώ πως είναι.

      Σ'ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια, ειλικρινά με τιμούν.

      Σου στέλνω την αγάπη μου και mail!

      Διαγραφή