.

.
.

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Άιντε, με το καλό!




Η Αννίκα ντυμένη με το εμπριμέ της φόρεμα και στολισμένη με όλα της τα χρυσαφικά, πήρε την κομψή της τσαντούλα και το μεγάλο, πλατύγυρο καπέλο και βγήκε στο δρόμο χαρούμενη και γελαστή. Στηριγμένη στο μπράτσο του Στάθη καμάρωνε, με τα μάτια και την ψυχή της γεμάτα ακόμα από τις ομορφιές της Ευρώπης.
Το γαμήλιο ταξίδι τους είχε τελειώσει και οι γονείς της τους είχαν καλέσει για φαγητό. Ο άντρας της κρατούσε τις βαριές τσάντες και τα πακέτα που τους είχαν φέρει από τις ωραίες πόλεις. Κρυστάλλινα μπιμπελό και καδράκια για το σπίτι, παιχνίδια για τα αδελφάκια της, κραγιόν και ρουζ σε φανταχτερές θήκες για τη μαμά, ζακέτες για το μπαμπά και τη γιαγιά Διονυσία. 

Η Νάνσυ είχε πιάσει φιλίες με τις δυο αδερφές του ρετιρέ. Η μία χήρα και η άλλη ανύπαντρη, έμεναν μαζί τα τελευταία πέντε χρόνια. Καλοστεκούμενες από εμφάνιση κι από χρήματα, περνούσαν τις ώρες τους κεντώντας και κουβεντιάζοντας μεταξύ τους ή και με λίγες και καλές γειτόνισσες που τις επισκέπτονταν για καφέ με τα απαραίτητα κουλουράκια. Τις Κυριακές πήγαιναν στην εκκλησία και μετά σε κοσμικό ζαχαροπλαστείο για γλυκό. Εκεί μαζεύονταν όλες οι γνωστές κυρίες δυο φορές την εβδομάδα και οι συναντήσεις τους αυτές είχαν καθιερωθεί. Το ρετιρέ παλιότερα είχε γνωρίσει μεγάλες δόξες! Η γυναίκα που έκανε την καθαριότητα ήταν κι εξαιρετική μαγείρισσα, έφτιαχνε πολλά φαγητά και γλυκίσματα στις εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις. Τραπεζώματα κάθε Κυριακή βράδυ κι ευχές για καλή εβδομάδα. Ρεβεγιόν, αποκριάτικα γλέντια, ονομαστικές γιορτές, πάντα ήταν ανοιχτό το ευρύχωρο διαμέρισμα με όλα τα φώτα αναμμένα, για τις χαρούμενες μέρες του χρόνου.
Όταν πέθανε ο σύζυγος της μικρής αδερφής, όλα αυτά βέβαια σταμάτησαν. Το σπίτι βυθίστηκε στο πένθος κι η χήρα του περιφερόταν στα δωμάτια σαν χαμένη. Τα δυο παντρεμένα παιδιά της πρότειναν στη μοναχική θεία τους να μείνει μαζί της. Η μάνα δέχτηκε τη συγκατοίκηση με ανακούφιση... 

- Πολύ μεγάλο το διαμέρισμα που αγόρασε ο γιος μου, δυο φορές σαν το δικό σας είναι! Να πουλήσουμε κι εμείς το δικό μας λέω στον άντρα μου, τι να το κάμουμε εκεί πάνω που τον περισσότερο καιρό είμαι κι εγώ μόνη; Φοβάμαι... Όλη η Κηφισιά είναι έρημη τις νύχτες, μόνο τα σκυλιά ακούγονται! Ανάγκη από λεφτά δεν έχουμε, ας τα πάρει το παιδί μου, δώρο από εμάς! Αυτός ήταν ο λόγος που κατεβήκαμε στην Αθήνα! Καλύτερα στο ενοίκιο και να είμαι μέσα στον κόσμο, παρά τη βίλα και ν΄ αγριεύομαι μονάχη μου...
Ο εφοπλιστής δεν κάμει χωρίς το Μάνθο, αν δεν επιβλέπει ο άντρας μου τίποτα δε γίνεται! Έτσι έχει και τόσο μεγάλο μερτικό στα δυο καράβια! Πολλά εκατομμύρια έδωσε βέβαια, πάρα πολλά! Όταν θα σταματήσει, θα αναλάβει ο Σταθούλης μου! Αυτά είδανε και μου τον τυλίξανε, χρήμα με ουρά κι ένα λεβέντη ίσα με κει πάνω! Τήνε πήρε μαγεμένος, δεν ήξερε τι έκαμε σας λέω! Πόσες και πόσες τόνε θέλανε για άντρα τους... Ο εφοπλιστής της άλλης εταιρίας παρακάλαγε το Μάνθο να τόνε κάμει γαμπρό το γιο μας! Πήρε την κοπέλα της γειτονιάς και την έκαμε κυρία, μάλιστα! Όλη την Ευρώπη είδε, εκεί τήνε πήγε ταξίδι, μάλιστα! Την έντυσε με τα καλύτερα, τη στόλισε με του κόσμου τα χρυσαφικά, πήρε και το μεγάλο διαμέρισμα στο Πασαλιμάνι και την έκαμε αρχόντισσα! Σιγά μη πατήσω το ποδάρι μου εκεί! Το γιο μου θέλω να τόνε βλέπω, αυτήνε ούτε ζωγραφιστή!
Οι δυο αδερφές κούνησαν το κεφάλι συγκαταβατικά. Η κυρία Νάνσυ είχε περιγράψει με τα χειρότερα λόγια τη μικρή που ξελόγιασε το γιο της. Βρε, τι τραβάνε οι μάνες!
- Και πως γνωρίστηκαν οι δυο τους; Η Κηφισιά με την Κοκκινιά είναι πολύ μακριά... Από πού κι ως πού;
- Α! Είχε ο γιος μου ένα φίλο από τη σχολή πολύ καθώς πρέπει, στην Καστέλα μένουνε σ' ένα αρχοντικό! Αλλά επειδή του άρεσε το μπουζούκι, πήγαινε σ' ένα μαγαζί από εκείνα τα μέρη κι άκουγε ένα τραγουδιστή για το κέφι του. Πήρε και τον δικό μου μια μέρα και πήγανε για να γλεντήσουνε. Εκεί ήτανε αυτή με την οικογένειά της και τον έβαλαν στο μάτι γιατί ξεχώριζε απ' όλους εκεί μέσα! Κάτι του ρίξανε στο κρασί και ζαλίστηκε το παιδί μου! Κι από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε αρραβωνιασμένος με την κόρη τους, καταλάβατε;
- Πω πω πω! Τι λέτε κυρία Νάνσυ μου...
- Μάλιστα, όπως σας τα λέω είναι τα πράματα! Κι ο μπουζουκτσής στο κόλπο βέβαια, τόνε ποτίζανε συνέχεια το γιο μου! Καλύτερο γαμπρό θα βρίσκανε να τήνε κουκουλώσουνε; Μέχρι να προλάβουμε εγώ κι ο άντρας μου να το χαλάσουμε, είχανε κλείσει και την εκκλησία!
- Μεγάλο το δράμα σας μαντάμ... πολύ μεγάλο...
- Δυστυχώς έτσι γινήκαν όλα... Μέχρι και τον άντρα μου ποτίσανε για να μαλώσουμε και να φτάσουμε στα χωρίσματα! Εγώ στο τραπέζι δεν έφαγα τίποτα, μπουκιά κάτω δε μου πήγαινε. Όταν έφευγα, στα καλά καθούμενα ο Μάνθος με χτύπησε...
- Χριστός και Παναγία! Τι λέτε;
- Μάλιστα, όπως το ακούτε! Βγήκα πρώτη εγώ κατασυγχυσμένη και στεναχωρεμένη και με πήρε από πίσω... Αυτός δεν ήθελε να φύγει από το τραπέζι, εγώ όμως δεν άντεχα άλλο να τσι βλέπω να γλεντάνε και να καμαρώνουνε που τυλίξανε τον καλό γαμπρό...


Σκηνές απείρου κάλλους είχαν διαδραματιστεί έξω από το μαγαζί του Παρασκευά το βράδυ του γάμου. Όταν η Νάνσυ έφυγε μετά από την απαράδεκτη συμπεριφορά και τα φαρμακερά της λόγια, ο Μάνθος τη στρίμωξε άσχημα. Την απείλησε όταν είδε ότι δεν σκόπευε να σταματήσει κι εκείνη τον έβρισε άσχημα.
Το χέρι του έπεσε με ορμή πάνω της αρκετές φορές, βγάζοντας το άχτι τόσων χρόνων. 
- Θα σε τσακίσω και θα μου πούνε και μπράβο όλοι! Μακριά από τα παιδιά σου φώναζα τόσο καιρό! Τι πράματα είναι αυτά που έκαμες;
- Εγώ θα τους χωρίσω! 
- Κι εγώ θα σε θάψω ζωντανή! 


Η Λούλα είχε στρώσει το τραπέζι στην αυλή και ντυμένη με το κόκκινο φόρεμα μπαινόβγαινε
φέρνοντας πιάτα. Η Διονυσία κρατούσε σφιχτά τα χέρια των νεονύμφων καμαρώνοντας το ταιριαστό ζευγάρι. Στο ταρατσάκι - παρατηρητήριο της Σασώς οι γλάστρες είχαν γυμνωθεί από τα λουλουδάκια που στόλιζαν από το πρωί τα βάζα της μερακλούς Λούλας. Ήθελε να είναι όλα στην εντέλεια και να τους περιποιηθεί όσο καλύτερα μπορούσε. Τα δώρα είχαν ανοιχτεί με γέλια κι ενθουσιασμό όταν έφτασε ευτυχής και χαρούμενος κι ο Μάνθος που ήταν καλεσμένος, μ΄ένα μεγάλο παγωτό και λιχουδιές για τα μικρά. 
- Ιδές πόσα ωραία πράματα μας ήφεραν καλέ συμπέθερε! Μα ήτουνε ανάγκη να ξοδέψουνε τόσοι παράδες; 
- Χαλάλι σας τόσα κι άλλα τόσα! Καλά εκάμανε, πολύ καλά, να σας φχαριστήσουνε θέλανε! Εγώ έχω αναλάβει τα ποτά, ε συμπέθερε; 
Οι λαδερές ιμάμ μπαϊλντί μελιτζάνες, ήταν από τα αγαπημένα φαγητά του Στάθη. Η πεθερά του τις μαγείρευε τέλεια και δεν τις χόρταινε.
- Η συχωρεμένη η πεθερά μου που ήτουνε Πολίτισσα, ήβαζε κουκουνάρι και σταφίδα μέσα. Εμείς δεν το έχουμε αυτό, ηβάνουμε πολύ πράμα απ' όλα τα άλλα!
Έπαιρνε μελιτζάνες μακρουλές και χοντρές, διαλέγοντάς τες προσεχτικά για να είναι στο ίδιο πάχος, ομοιόμορφες.
Τις έπλενε, τις σκούπιζε και χάραζε ελαφρά τη σάρκα τους. Στο μεγάλο τηγάνι τις έριχνε και κολυμπούσαν στο λάδι που τις μαλάκωνε και τις ρόδιζε ελαφρά.
Έκοβε μπόλικα κρεμμύδια, σκορδάκι σε φετούλες και τα "φοβέριζε" στο τσουκαλάκι με λάδι και μια κουταλιά ζάχαρη. 
Όταν καραμέλωναν έριχνε το  μαϊντανό,  πολύ ψιλοκομμένη ντομάτα, αλάτι και πιπέρι. Έβραζαν μέχρι να σωθούν τα υγρά και να μείνει η γέμιση με το λαδάκι της.
Άνοιγε προσεχτικά τις μελιτζάνες και τις γέμιζε, κλείνοντας ελαφρά από τα πλάγια. Τις έστρωνε σε σειρά στο ταψί, έριχνε λίγη σάλτσα ντομάτας και λάδι κι έπαιρναν το δρόμο για το φούρνο σκεπασμένες με λαδόκολλα. Με τυρί φέτα και φρέσκο ψωμί, ήταν νοστιμότατες!
- Η πεθερά μου σας έστειλε κι απ' τις δικές μας στο νησί, ε;
- Βέβαια! Τι γεύση, τι νοστιμιά! Τηγανητές με το κουρκούτι τσι ήκαμα και πολύ τσ' ηφχαριστηθήκαμε! Και ντομάτες μας ήστειλε και φάβα και κρασί και ζαρζαβάτια κι απ' ούλα τα καλά! Χρυσή πεθερά έχεις συμπέθερε, κρίμας που δεν την ηβλέπουμε πιο ταχτικά... Αμά κι η δικιά σου είναι πάρα πολύ καλός άθρωπος, το ίδιο κι ο μπαμπάς σου! Μακάρι να τύχει να τσοι γνωρίσουμε καλύτερα, στη φασαρία του γάμου πόσα να ειπείς; Τους ηφέρατε δωράκια παιδιά, ε;
- Ναι καλέ μαμά, στις άλλες γιαγιάδες και τους παππούδες στο νησί δε θα φέρναμε; 
Ο Μάνθος τους κοίταξε με στοργή. Κανείς ευτυχώς δε ρώτησε, δεν ανέφερε τίποτα για τη Νάνσυ... 
Η Σασώ κατέβηκε στην αυλή όταν είχαν σχεδόν αποφάει. Ήπιε μαζί τους ένα ποτηράκι, πήρε κι ένα μεζέ από τους πολλούς που είχε το τραπέζι κι ευχήθηκε στα παιδιά να αποκτήσουν γρήγορα μωρό. Η Αννίκα της έδωσε το κόκκινο πακέτο με το μεταξωτό μαντίλι. Δεν το περίμενε κι ενθουσιάστηκε.
- Μέλι και ζάχαρη η ζωή σας ούλη να είναι! Πολύ σας ευχαριστώ παιδιά μου, πάρα πολύ!

Κόντευε να νυχτώσει όταν έφυγαν, χορτασμένοι κι ευχαριστημένοι. Η Σασώ κατέβασε κρύα λεμονάδα για όλους.
- Σωστή κυρία ηγίνηκε η κόρη σου μπρε Λούλα! Τι ωραία ντυμένη, στολισμένη, όμορφη σαν την κούκλα! Είδες που σε τα ήλεγα για το γαμπρό; Στα μάτια την κοιτάζει και λιώνει σαν το κεράκι για χάρη τση! Δε με λες, κάνα νέο απ' τη μάνα του ήμαθες;
- Καλά υπάγουν ως τα τώρα, ευτυχισμένη είναι η Αννίκα όπως τα ήλεγες, ναι... Τώρα όμως που γυρίσανε, πολύ φοβούμαι μπρε Σασώ μου, τι να σε πω...
Δεν είδες το κακό που ήκαμε στο γάμο η γρουσούζα; Και τση Μαγδαληνής οι γονιοί δεν ήθελαν τον Παρασκευά κι η μάνα τση του ήσουρνε τόσα λόγια, αμά το ηπήρανε απόφαση για το γάμο. Μιλιά δεν ήβγαλε κανένας, κιχ δεν ηκούστηκε! Η δικιά μας ήριξε τόσο δηλητήριο που κακό χρόνο να έχει! Μήτε τη μέρα ησεβάστηκε, μήτε τίποτις! Αλλά κι εγώ την ηστόλισα καλά, ε;
- Μωρέ πήρες το αίμα σου πίσω! Τσ' ηχρειαζούτανε τση λωλής το ρεζιλίκι! Κι άμα μας είπε ο μπάρμπας του Μάνθου πως την ηκαταχέρισε όξω απ' το μαγαζί, χαρά μεγάλη ούλοι ηπήραμε! Θυμάσαι τσι γειτόνισσες που είπανε ν' αγιάσει το χέρι σου; Χα χα χα!
- Και πολύ άργησε να την ηπεριλάβει ο χριστιανός... Θα ηκάμει ακόμα κάμποσα μπάρκα και θα ιδεί μπας κι ηκάμει κάτι στη στεριά...
- Ο γαμπρός σου;
- Σε δυο τρεις μήνες θα μπαρκάρει... Να, αυτά είναι τα άσχημα με τσοι ναυτικοί, με τα ρύζια στο κεφάλι ακόμα που λέει ο λόγος και να φύει...
- Τι να πεις... Ε, θα πρέπει παγαίνεις κι εσύ ταχτικά στο κορίτσι σου, μην είναι μοναχό του...
- Όσο μπορώ μπρε Σασώ μου... Σάματις μποράω να τσοι αφήνω συνέχεια πατέρα και γιοι; Αυτά τα μικρά, την ψυχή τση μάνας μου ηβγάνουνε! Κι εδώ που τα λέμε, αυτό είναι που φοβούμαι πολύ, την κόρη μου μοναχιά τση... Όσο είναι οι άντριδοι εδώ, μαζώχτηκε η πεθερά, άμα φύουνε δε θα ηκάμει πάλι τα δικά τση;
Μακάρι να ηρχούτανε εδώ που λέει ο λόγος, αμά τέτοιο πράμα δε λέγεται... Νιόπαντρη, με το σπίτι τση το ωραίο, να εύρη τη βολή τση σα νέα νοικοκερά, έτσι είναι... Να σ' ηρωτήξω και κάτι άλλο, τι λες να τήνε στείλουμε τη συμπεθέρα στο νησί; Νυχτικιά και παντούφλες ήλεγα και πιτζάμες τον παππού...
Πολύ μας έχει υποχρεώσει, πάρα πολύ! Κι εμείς πρέπει να ηκάμουμε το ανάλογο, έτσι δεν είναι; 

Η Ρήνη τους καλοδέχτηκε με δάκρυα χαράς. Αγκαλιά τους συνόδευσε από το λιμάνι ως το σπίτι, που είχε τον κατάκοιτο πλέον άντρα της.
- Επειδή ξέρουμε την κατάσταση γιαγιά, είπαμε να μείνουμε στο ξενοδοχείο, μη μας παρεξηγείς σε παρακαλώ... Και δεν έπρεπε να ετοιμάσεις τίποτα, ολόκληρο τραπέζι γέμισες! Πότε πρόλαβες να τα κάνεις, ε; Σίγουρα θα ξενύχτισες και θα σε μαλώσω!
- Την ευχή μου να έχεις γιόκα μου κι εσύ κόρη μου! Εσείς με το έμπα σας γεμώσατε το σπίτι καλέ! Και του κόσμου τα πράματα φέρατε... Να πάτε νε και στην άλλη σου γιαγιά, ναι; Αννίκα μου, πολύ έμορφη είσαι παιδάτσι μου! Με τα ωραία σου τα άσπρα, σαν τη νεράιδα είσαι!
Ψαράκια, καλαμαράκια, μύδια αχνιστά, χόρτα, σαλάτες, τυριά και τηγανητές πατάτες, φαγώθηκαν με όρεξη.
Η Ρήνη σκέφτηκε να μη μαγειρέψει κρέας κι έστειλε το γιο της νωρίς το πρωί να τα φέρει από τις τράτες. Η πίτα με το τυρί και τα φρέσκα αυγά στη γέμιση, μπήκε στο φούρνο πρώτα, πριν καταπιαστεί με τα θαλασσινά που θέλουν ώρα για να καθαριστούν.
- Πολύ πεθύμησα τσοι δικοί σου κόρη μου! Και να πεις πάρα πολλά ευχαριστώ για τα ωραία πράματα που με στείλανε, ανάγκη δεν ήτουνε να κάμουνε τόσα έξοδα όμως... Κι εσείς στο ταξίδι σας πολλά λεφτά ξοδέψατε για να φέρετε δώρα! Τα αγαθά ούλα στο σπίτι σας να έχετε πάντα, μονοιασμένοι κι αγαπημένοι ως να γεράσετε!
- Κι εμείς σας ευχαριστούμε γιαγιά! 

Η εβδομάδα στη Σαντορίνη πέρασε γρήγορα. Ο Μάνθος τους περίμενε με αυτοκίνητο για να φορτώσει τα καλούδια των παππούδων.
Το ένα καλάθι ήταν για τη Λούλα και σε μια τσάντα λίγα πράγματα είχε βάλει η Ρήνη για την αχάριστη κόρη της. Μπορεί κάτι να κρατούσε για το σπίτι της πριν τα μοιράσει εδώ κι εκεί.
Ο Στάθης είχε αποφύγει να επισκεφθεί τη μάνα του, σύμφωνα πάντα με τη συμβουλή του πατέρα του.
- Άσε να περάσουνε λίγες μέρες αγόρι μου, αμαρτία είναι να σε φαρμακώσει... Θα πάω εγώ τα πράματά της, να της πω και δυο κουβέντες πάλι... Θα το χωνέψει με τον καιρό... Πάμε τε να σας αφήκω στο σπίτι σας να ξεκουραστείτε...
Η Αννίκα σηκώθηκε νωρίς, ιδρωμένη και κακοδιάθετη. Τα τελευταία βράδια δεν κοιμόταν καλά κι ένιωθε γενικά άρρωστη. Κουραζόταν εύκολα, ζαλιζόταν, ήταν ανόρεχτη.
- Οι μεγάλες ζέστες φαίνεται πως με πείραξαν Στάθη μου! Τα πόδια μου δε μπορώ να πάρω, με το ζόρι θα έρθω για να πάμε στη μάνα μου...
Η μυρωδιά από τα συκωτάκια πουλιών που τηγάνιζε για τα παιδιά της η Σασώ, ανακάτεψαν το στομάχι της και ίσα που πρόλαβε να πάει ως τον κουβά στην άκρη της αυλής. Κατάχλομη, κάθισε στην καρέκλα κι ο Στάθης της έκανε αέρα συγχυσμένος.
- Καλά μαντάτα είναι αυτά γιε μου! Άιντε, με το καλό! Μπρε κόρη μου, έβγα όξω γλήγορα!
Η Λούλα βγήκε σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της. Με τη φασαρία που έκαναν οι γιοι της δεν άκουσε το ζευγάρι που ήρθε.
- Καλώς τα μου! Αννίκα μου, τι ήπαθες παιδί μου;
Φέρε τα κεράσματα, γιαγιά θα γένεις κι εσύ κόρη μου! Αντίς να τρέξει στη Σασώ για μεζέ που τρελαίνεται για τα συκώτια, ιδές τι ήβγαλε στον κουβά με τη μυρουδιά!
- Αχού! Θα τρελαθώ! Η Αννίκα μου έγκυα; 
Αγκάλιασε και φίλησε την κόρη της και τον ακόμα απορημένο Στάθη.
- Καλέ, θέση είναι αυτή για σένανε στην παλιοκαρέκλα; Έλα μέσα να ξαπλώσεις γιαβρί μου!

14 σχόλια:

  1. Να και τα ωραία!!!!!!!!! Γιαγιά και η...μαντάμ Νάνσυ!!!?? Ποιος θα της το πει τώρα, να σε χαρώ? χαχαχαχα... Στο καλύτερο μας άφησε πάλι, Μαίρηηηηηηηηηηηηηηηηηηηη!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιαγιά η μαντάμ, βέβαια! Θα τα πω όλα, όλα σου λέω και θα σε αποζημιώσω! Χα χα χα!

      Φιλάκια πολλά Ονειρεμένο μου!

      Διαγραφή
  2. Μαιρούλααααααααααα!!!
    Πες τι γίνεται μετά γιαβρί μου??
    Μην μας κόβεις τώρα χα χα χαααα!!
    Καλέ η Νάνσυ θα γίνει γιαγιά????
    Περιμένω την συνέχεια!
    Φιλιά πολλά πολλά πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελενάκιιιιιιιιιιιιιι!!!
      Της κακομοίρας γίνεται μετά...χα χα χα!
      Μια γιαγιά σκέτη τρέλα (κυριολεκτικά)
      Δε θα περιμένεις πολύ κοριτσάκι μου όμορφο...

      Κι από μένα πολλά πολλά φιλάκια κι αγκαλίτσα μεγάλη!

      Διαγραφή
  3. Μα τι ομορφα που παιρνάει το ζευγάρι και το συγγενολόι του!!! πόση αγάπη..και αγκαλιές!!...η μανταμ Νάνσυ όμως δεν το κόβει το χούι της..χι.χιχι... βρε Μαιρούλα μου..όμως με τίποτα δεν αλλαζουν μερικοί άνθρωποι...!!! θα την καταλάβουνε και εκί που παει και τα λέει.. κανει μπάμ απο μακρυα τι τρελέγκω είναι..χι.χιχ..ταμπλάς θα της έρθει της μανταμ.....αναμένομεν..τα τεκτενόμενα...χι.χχι φιλάκια πολλα Μαιρούλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρουλίτσα μου, μια χαρά περνούσε το ζευγάρι, αγκαλιές, τραπεζώματα, χοροί και τραγούδια.
      Η Νάνσυ παραμόνευε πάντα, δεν άφηνε άνθρωπο που να μη τους κατηγορήσει... Οι κυρίες στο ρετιρέ άργησαν βέβαια αλλά την κατάλαβαν με τον καιρό...
      Ταμπλάς της ήρθε, γιατί πάντα πίστευε ότι θα χώριζαν και το παιδί της χάλασε προσωρινά τα σχέδια...

      Φιλάκια πολλά καρδούλα μου, την αγάπη μου!

      Διαγραφή
  4. Αιντε με το καλό, όπως λέει κι ο τίτλος...όμορφο ζευγάρι, ομορφο παιδάκι θα κάνουν...καλο μωρο να ειναι και υγιες το πιο σημαντικο...θα περιμενω με αγωνια αμα το μάθει η φαρμακόγλωσση η Νάνσυ...ας ελπίσουμε να μη της το πουν μην το φάει με τη γλώσσα της το μωρό και την Αννίκα και τον Στάθη... πάντως όσο παέι και χειροτερεύει αυτή η Νάνσυ...άντε να δούμε που θα καταλήξει :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και όμορφο μωράκι έκαναν και γερό!
      Η Νάνσυ στις... δόξες της με την εγκυμοσύνη...χα χα χα!
      Θα τα μάθεις σύντομα Δελφινάκι μου!

      Φιλούθκια!!!

      Διαγραφή
  5. Καλώς σε βρίσκω!!! Το blog σου είναι πρωτότυπο καί έχει αυτό το κάτι τι που κρατάει τον αναγνώστη μέχρι την επόμενη ανάρτηση!!
    Σ΄ευχαριστώ για την επίσκεψη στο "σπιτικό" μου!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς ήρθες γλυκιά μου!
      Χαίρομαι πολύ που σε γνώρισα, μαγευτικό το σπιτικό σου! Σ' ευχαριστώ πολύ!

      Καλή Κυριακή!!!

      Διαγραφή
  6. Αχ Μαράκι μου γιατί μας κρατάς σε τόση αναμονή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τζινάκι μου είμαι απαράδεκτη, ε;
      Αύριο με το καλό έρχεται η συνέχεια! χα χα χα!

      Σε φιλώ!

      Διαγραφή
  7. Αχ θα τρελαθεί απ'το κακό της η πεθερά,όσο βλέπει το γιό της να δένεται περισότερο τόσο θα σκάει!!

    Φιλάκια πολλά Μαιρούλα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έσκαγε κι έλεγε συνέχεια... άλλο πράγμα σου λέω...
      Θα έπρεπε σίγουρα να τη συμπεριλάβουν στις "θανάσιμες"!

      Φιλάκια και πολλή αγάπη σου στέλνω Ζουζούκα μου!

      Διαγραφή