.

.
.

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Αδέρφια μου Τσιγγάνοι




Η Ανθούλα έβαλε  στο δίσκο τους καφέδες και το τραγανό γλυκό κεράσι μουρμουρίζοντας. 
- Για να διούμε πού θα πάει το πράμα... Μια λέξη να τον πάρω δε μπορώ... Τόσες καλές κοπέλες με τα μυαλά στη θέση τους, στις τρελές πάει και κολλάει! Η μια ζουρλή πάει κι η άλλη έρχεται, κατάλαβες Μυρτούλα μου; Κατάλαβα να λες! 
- Θα του περάσει...
- Πότε για; Νεύρα να διεις! Μήτε να τον μιλήσουμε δε μπορούμε! Στο τελέφωνο από πάνου στέκεται, αμά αυτή μήτε φωνή μήτε ακρόαση! Στα τσακίδια να πάει η αρσίζα που έκαμνε τοις τζιλβέδες της μες στα μάτια μας! Το κεφάλι μου να γύρναγα μια, απάνω του έπεφτε! Κι εκεί που ντυνούτανε αυτός και παρφουμαριζούτανε σαν την καλή χαρά, ποιος ξεύρει τι τον έλεγε στο τελέφωνο και χάλαγε η έξοδος! Κι ο Αλέκος σαν το θερίο στο κλουβί έκαμνε! Έφευγε και χτύπαγε μπαμ μια την πόρτα, να λες πάλι καλά που δεν την έφερε κάτου! Πού επήαινε δεν ξεύρω... 
- Ε... Τώρα πια έληξε το θέμα... Κι εγώ ρώτησα μια δυο φίλες μας και καμία δεν ξέρει πού βρίσκονται. Δεν είχα ιδέα ότι θα μετακόμιζαν, είχαμε χαθεί τον τελευταίο καιρό... Να σου πω, καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα τελικά... Με τον καιρό θα ξεχαστεί, δε θέλει και πολύ ο γιόκας σου, με τρεις βγαίνει τον τελευταίο καιρό! 
- Μμμμμ... Θαρρείς που δεν τα ξεύρω; Για καμιά μπουνταλού με περνάει; Απέ το πρωί κάθε μέρα αυτή η δουλειά γένεται! Ούλο ντριν και ντρουν τα τελέφωνα και ψου ψου ψου είναι! Κάμποσες φορές που το σήκωσα εγώ, αλλιώτικες φωνές άκουα που τον ζητάγανε! Άιντε να διούμε πάλι ποια λωλή θα με κουβαλήσει...
Το δυνατό χτύπημα στην πόρτα διέκοψε την κουβέντα τους.
- Ποιος να 'ναι;  Ο Γιάννης θ' αργήσει κομμάτι με είπε αμά έχει και κλειδιά, κανένα δεν περιμένω...
Σηκώθηκε η Ανθούλα απορημένη ν' ανοίξει την πόρτα και ξαφνιάστηκε βλέποντας την κουνιάδα της.
- Καλώς τη! Πως κι απέ δω μπρε Πηνελόπη; Χρόνια και ζαμάνια... Έλα, πέρασε! 

Μια 
 ​ψηλή ​
τροφαντή σγουρομάλλα με 
​ξινίλα και ​
τουπέ μπήκε στο σαλόνι κοιτάζοντας λοξά τη Μυρτώ. Η Ανθούλα έκανε τις συστάσεις κ
​αι ​της πρότεινε
 να ψήσει καφέ. 
- Δε θέλω καφέ, 
​ήπια! ​Τον
 αδερφό μου θέλω! 
- Δεν είναι εδώ μπρε Πηνελόπη, θ' αργήσει κομματάκι απόψε. Τόνε μήνυσε η ανιψιά μου, της Φωτεινής η κόρη, που θέλει κάτι να τη μερεμετίσει.
  ​..​
 
- Μμμμμμμ... Η ανιψιά σου...
 
μάλιστα! Για τα σόγια σου 
​συνέχεια
 τρέχει, λες κι εμείς δεν έχομε ανάγες...
- Γιατί τα λες αυτά μπρε συ; Τόνε μηνύσατε ποτές για κάτι και δεν ήρτε; Και ποιος σε λέει που τρέχει ούλη την ώρα στα σόγια μου; Αμάν πια!
- Τις προάλλες που τελεφώνησα, πάλι δεν ήτουνε εδώ, στον ανιψιό σου της Αθηνάς με είπες που ητανάνε! Συνέχεια στοις δρόμοι όλη μέρα τρέχει, δε σκέπτεσαι καθόλου που είναι μεγάλος άθρωπος και θέλει κομμάτι ησυχία;
- Πηνελόπη, μη με συχίζεις σε παρακαλώ! Ζωή και χρόνια να 'χουνε τα ανίψια μου, του κόσμου τα καλά τον δίνουνε! Και κουστουμιέρα καινούργια απέ κασμίρι εγγλέζικο καλό και παντελόνια και ποκάμισα και μπλούζες χοντρές μάλλινες και παπούτσια και απ' ούλα! Με τα καρτελάκια τους είναι τα περισσότερα, παχύνανε κομμάτι κι αμέσως στο θείο μας να τα δώκουμε λένε. Κι εμένανε ένα σωρό πράματα με στέλνουνε και σαπούνια και κολόνιες και λάδι απέ το χωριό της νύφης μας και να ξέρεις που τους έχω μεγάλη υποχρέωση!
- Κι εμείς που σε είχαμε τόσα χρόνια κοντά μας, δε μας έχεις υποχρέωση; Και σε ταΐζαμε και σε ντύναμε και τα παιδιά σου κοιτάζαμε. Και τώρα πια να έχεις ανάγκη τον αδερφό σου και να μη τόνε βρίσκεις! 
- Ας τελεφωνούσες πριν έρτεις απέ την άλλη άκρη, να σε περίμενε! Ήρτες να με ζητήσεις πάλι τα ρέστα, που εργαζούμουνα και κοιτάζατε τα παιδιά; Μόνο δικά μου ητανάνε; Και του αδερφού σου είναι, αίμα σας! Μια ζωή έτσι είσαι κι εσύ κι η άλλη!
- Άμα δεν ήθελες να εργάζεσαι και να 'σουνα μεγαλοκυρά, να κοίταζες κι εσύ μπας
 και τύλιζες κάνα παραλή, όπως η αδερφή σου η Σουλτάνα! Αμά τόσο χαϊβάνι ητανάνε κι αυτός ο Γιώργος και τήνε πήρε ξεβράκωτη και τήνε έκαμε αρχόντισσα, τζάμπα πήανε οι παράδες του! 
  ​
​- Τ​ι σ' έκαμε η αδερφή μου μπρε Πηνελόπη και μιλάς έτσι; Γιατί επήανε τσάμπα οι παράδες του γαμπρού μου; Άμα δεν είχα τη Σουλτάνα, θα πεινάγαμε και θα μας πετούσανε όξω απέ το σπίτι, τα ξεχνάς; Πόσα πράματα δεν έκαμνε για μας και τη βρίζεις κι από πάνου; 
- Εσύ μη κι ακούσεις κιχ για το σόι σου! Να πεις τον αδερφό μου να με τελεφωνήσει που τον θέλω!
Έφυγε με ταχύτητα αστραπής κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της. 
 ​Το χοντρό τζάμι έτριξε επικίνδυνα και το κανάρι βουβάθηκε...
Η Ανθούλα κάθισε στην πολυθρόνα κι ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι νερό. 
- Μπα που κακό χρόνο να 'χει! Ίσια με πέντε χρόνια είχε να πατήσει η τρελή το ποδάρι της εδώ, μπα που να το έσπαζε η ελεεινή γυναίκα! 
​Που να τήνε φάνε τα κοκόρια κει δα στο κοτέτσι που πάει και χώνεται! 
- Έχει κότες;
- Όχι, στο διαμέρισμα δε μποράει να βάλει, θα τήνε διώξουνε! Άμα ήτουνε αλλιώς, θα τις είχε ακόμα και στο μπαλκόνι! Αυτή σηκώνεται απέ τα χαράματα και πάει σε μια γυναίκα που έχει σπίτι μοναχικό με μπαχτσεδάκι. Έβαλε η χριστιανή να πούμε λίγες κοτούλες για να τρώνε τα εγγόνια της αβγουλάκια φρέσκα. Η Πηνελόπη παγαίνει και πιάνει το αυγό ζεστό μοναχιά της για να το βάλει στο μούτρο της! Χωρίζει το ασπράδι και το χτυπάει με δυο τρεις σταγόνες λεμόνι και πασαλείβεται. Αυτό τραβάει το δέρμα και φεύγουνε οι ζάρες! Πλένεται καλά καλά μετά με νερό κρύο και βάνει ροδόνερο για να μη μυρίζει αβγουλίλα. Στην τσάντα της πάντα το έχει! Την πλερώνει ένα αυγό τη μέρα και είδες το μούτρο της, από μένα τόσα χρόνια πιο μεγάλη είναι και μήτε ρυτίδες μήτε τίποτις!
- Χαρά στο κουράγιο της! Αφού δε βαριέται τα δρομολόγια κάθε μέρα...
​- Μπα! Συνήθειο το έχει, χρόνια τώρα! Κακό χρόνο να ΄χει η αδικιορισμένη! 
Την πίεσή μου με ανέβασε, πιάσε να διεις
 που καίει το μούτρο μου! 
 ​​
​- Χίλια δίκια έχεις ο,τι και να πεις αλλά προσπάθησε να ηρεμήσεις λιγάκι κυρία Ανθούλα μου σε παρακαλώ... Πάει, ξεκουμπίστηκε! Είναι όμως οι κουνιαδούλες σας, ο Θεός να φυλάει! Μια η Λαμπρινή της Σουλτάνας και μια η Πηνελόπη, μπουμπούκια!
- Δε λες τίποτα! Η άλλη η τρελή τη μήνυσε την αδερφή μου ότι πονεί πολύ πάλι το ποδάρι της. Τη λέει η Σουλτάνα, άμε στο γιατρό που πάω κι εγώ τον ορθοπεδικό, να σε διει κομμάτι, μπορεί και να σε πει να βγάλεις μια πλάκα να διει το πρόβλημα, να σε δώκει γιατρικά να σε περάσει. Αυτή θύμωσε και τη λέει όχι, δεν είμαι σαν ελλόγου σου που άλλη δουλειά δεν έχεις και πας ούλη την ώρα και σε πασπατεύουνε οι γιατροί! Την απαντάει, μπρε συ, ποιος τοις θέλει τοις γιατροί να παγαίνει; Η ανάγκη ούλους μας κάμνει και πάμε άμα πονάμε! Η άλλη, την έσουρε ακόμα κάμποσα λόγια και την κλείνει το τελέφωνο!
  
- Α! Δεν είμαστε καλά! Ψυχίατρο θέλει!
- Έτσι με λέγει κι η Σουλτάνα, για το τρελάδικο ευθύς να πάει είναι, αμά σκέπτεται τοις άλλοι αρρώστοι και τοις λυπάται άμα πάει αυτή εκεί!
- Χα χα χα! 
- Προκόψαμε κι οι δυο, μη συζητάς! Αμά η αδερφή μου είναι και κομμάτι γλωσσού και την δίνει την απάντηση αμέσως! Άμα ητανάνε εδώ τώρα με την Πηνελόπη που με είπε τόσα λόγια, να διεις τι θα την έκαμνε! Όξω θα την πετούσε και θα την έφερνε και τίποτις στην κεφάλα της! 
Μπρε, καλά την ήκαμε η κόρη της τότες με τον κατσίβελο! Στα τσαντίρια να έτρεχε Παναΐα μου και να τόνε έπαιρνε, να παγαίνανε τα συμπεθεριά και ούλη του η φάρα και τα σόγια του και να χτυπούσανε τα τσόκαρα τάκα τούκα στοις παρκέδες της! 
- Κατσίβελο για γαμπρό; Πού τον βρήκε καλέ; 
- Θα σε τα πω. Να πάρω μια ένα χάπι της πίεσης που πονεί το κεφάλι μου, μη μ' έρτει τίποτις με δαύτη, που μ΄έφερε τέτοια ταραχή... Μπα που στα τσακίδια να πάει η γρουσούζα, η αδικιορισμένη!

Πήρε το χάπι, έπλυνε το πρόσωπό της κι έβαλε μια βρεγμένη πετσέτα στο μέτωπο.
- Να με πάρει κομμάτι το κρύο νερό τη θέρμη, που τσιτσιρίζουμαι παιδάκι μου ολάκερη! Αυτηνής της λωλής η κόρη που λες, δυο αρρεβώνες είχε κάμει και χώρισε. Καλά παιδιά κι οι δυο
​ γαμπροί​, είχανε και τον τρόπο τους,
 αμά το φταίξιμο ητανάνε σε κείνη, που είναι ίδια η μάνα της! Γλωσσού και κακιά! Πήαμε στην πρώτη αρρεβώνα, την πήραμε 
 ​βέργα της χειρός ​
 ωραία και μια γλάστρα γαρδένια, είδαμε και το γαμπρό εκεί βέβαια με τοις γονιοί και θείοι του. Καλοί αθρώποι, γελαστοί, το παλικάρι με μισό ταξί δικό του, την κρεμάσανε μαλάματα, ρούχα, πράματα πολλά και καθώς πρέπει όλα. Αυτοί που λες, είχανε σπίτι δικό τους, το δώκανε αντιπαροχή και πήρανε δυο ωραία διαμερίσματα για τα παιδιά τους, δυο γιοι ητανάνε και το αντρόγυνο θα έμεισκε στη Ραφήνα, που 'χανε το εξοχικό τους. Ωραίο σπιτάκι με το μπαχτσεδάκι του, δυο κρεβατοκάμαρες, το σαλονάκι, τίποτις δεν έλειπε, σε λένε στα νοίκια θα μείσκουμε εμείς; Πάμε για μόνιμα εκεί στο μέλλον.
- Σωστή σκέψη. 
- Ναι για! Ο άλλος ο αδερφός, ετοιμαζούτανε για γάμο σε μερικοί μήνες, αμά η κοπέλα είχε δικό της σπίτι και δε θα μείσκανε εκεί. Τον λένε οι γονιοί του, να το νοικιάσουμε παιδάκι μου, να έχετε ένα εισόδημα, καλύτερα να περνάτε.
- Μπράβο τους, πολύ καλά!
- Καλά, βέβαια! Η κουνιάδα μου, σπίτι δεν είχε να τη δώκει την 
 ​Κίτσα​
, την κόρη της και την είπε που θα έψαχνε να βρει κάνα διαμερισματάκι και μ' ένα δάνειο να πούμε να το παίρνανε. Να έβαζε αυτή απέ τη σύνταξή της και να συμπλήρωνε κι ο γαμπρός. Λέει το λοιπόν ο άθρωπος, αφού σπίτι έχουμε, γιατί να ψάχνουμε γι' άλλο και να βάνουμε και χρέος; Εκεί θα μείκουμε, ωραίο κι ευρύχωρο είναι. Κι εκεί απάνου, αρχίνισε η γκρίνια απέ την αρρεβώνα που το έκαμε θέμα η συμπεθέρα με τη χαρά της η καημένη η γυναίκα! Τα ποτήρια τσουγκρίζαμε όλοι και λένε άντε του χρόνου στο σπίτι σας, λέει κι εκείνη έτοιμο είναι και σας περιμένει!
- Και; 
- Και πού να σε τα λέω! Γυρνάει η Πηνελόπη με τον τουπέ και την λέει, άκου να σε πω συμπεθέρα, η κόρη μου δε θα πάει να μείκει στην άλλη άκρη! Δεν ξέρω τι είπατε εσείς με το γιο σας, αλλά εγώ με την κόρη μου άλλα είπαμε! Τη γλώσσα τους κατάπιανε οι αθρώποι, κατακόκκινοι γενήκανε!
- Την ώρα των αρραβώνων; Δεν είμαστε καλά! 
- Ναι για! Τη φωνάζει ο Γιάννης με τρόπο στην κουζίνα και την λέει, τρελάθηκες μπρε, τι πράματα είναι αυτά που λες; Κουμάντο στα δικά σου τα παιδιά να κάμνεις τον λέει, δε θα με πάρουνε αυτοί το κορίτσι μου, να θέλω συγκοινωνίες για να πάω να τη διω! Αναμεταξύ, ο συμπέθερος τήνε καλόπιανε και την λέει, μπρε συμπεθέρα μου, ταξιτζή γαμπρό έχεις, όποτε θέλεις να πας στα παιδιά, θα σε παίρνει απέ τη πόρτα να σε παγαίνει! Σιγά την απόσταση, ένα τέταρτο το πολύ είναι, τι να πούμε κι εμείς που πάμε στην άλλη άκρη; Χαλάλι τους να 'ναι, να ζήσουνε να το χαρούνε το σπιτάκι τους!
Με τα πολλά, μάθαμε που επειδής δεν επέρασε το δικό τους, μάνα και κόρη βαστούσανε μούτρα και το γαμπρό και τα συμπεθεριά κι απέ κει χωρίσανε...
- Μη χειρότερα! Τάλε κουάλε, μαμά και κόρη!
- Ναι, ναι! Μετά, βρήκε άλλονε γαμπρό, πάλι αρρεβώνες και τα σχετικά. Αυτός είχε θέση καλή στο Δήμο, απέ ένα μέρος ητανάνε, δε θυμούμαι, απέ την Πελοπόννησο κάπου και η μάνα του μιλούσε κομματάκι βλάχικα, ο μπαμπάς του πιο πολύ. Τυροκομιά είχανε, χωράφια είχανε, 
ελιές, πράματα, ​
πολύ περιουσία
 ​ σε λέω!​
Φαγωθήκανε και μ' αυτούς, που ητανάνε χρυσοί αθρώποι, που να μην έχουνε λέει πολλά πολλά με τοις βλάχοι. Πράματα παλαβά, ακούς; Ακούω να λες! Στις γιορτές μουτρώνανε άμα παγαίνανε και τον έλεγε η 
​Κίτσα​
, να τους πεις να μη μιλούνε πολύ και μας κάμνουνε ρεζίλι!
Μια δυο, 
​τρεις,
 
​απαντάει​
 κι αυτός μια μέρα και τη μάνα και την κόρη: Δε ντρέπεστε λιγάκι να φερνόσαστε έτσι και να κάμνετε τέτοια προσβολή σε μένα και τοις γονιοί μου; Τι είσαστε σεις δηλαδή, καλύτερα μιλάτε, που τα μισά τα λέτε τούρκικα κι ένα σωρό κοτσάνες αμολάτε; Τα κεφάλια τα τυριά, τα γιαούρτια,
 τα λάδια​
 και τα σφαχτά, τα τρώτε και τα καλοθέλετε, αμά τοις αθρώποι που σας τα κουβαλάνε να μη τις διείτε, ε; Κι ευθύς 
​​
παίρνει 
​τοις
 γονιοί του κι όπου φύγει φύγει!
- Καλά τους έκανε! Και λίγα τους είπε! 



Ήπιε ακόμα ένα ποτήρι νερό κι άρχισε να χαλαρώνει λίγο. Έτσι, έφτασε και στα τσαντίρια...
- Πριν κάμποσα χρόνια, επήε η χαζοβιόλα η κόρη της με τις φιληνάδες της για ψούνια. Μπήκανε να πούμε σ' ένα εμπορικό κι ητανάνε δυο ωραία παλικάρια μέσα, αφεντικά τα νόμιζε. Με τον ένανε ξετρελάθηκε αυτή, όμορφος, μελαχροινός, ασίκης! Την λέει τη μια τη φιληνάδα, πολύ τον αρέσω αυτόν, διε τον που ΄ναι κούκλος! Απέ την Αραβία θα είναι, έτσι μελαχροινός, αμά διε τι ωραία που τα μιλάει τα Ελληνικά! Σερσέμα κι άλλη, την λέει ναι, φαίνεται που 'χει παράδες πολλοί, διε τι χρυσαφικά φορεί στο λαιμό και στο χέρι.
- Χα χα χα χα χα! Άραβας ήταν σίγουρα, ε;
- Έτσι τη φάνηκε αυτήνα. Ψούνισε και την λέει η άλλη μπρε σεις, αυτός για γιούφτος με δείχνει, όχι Άραβας. Με το πες πες, ξαναμπαίνει η 
 ​Κίτσα​
, μονάχη της βέβαια και τον είπε που ήθελε κάτι ακόμα και τον έπιασε την κουβέντα. Τον αρωτάει, σεις είστε Άραβας; Έτσι σε μοιάζω κούκλα μου, μπράβο την λέει, το βρήκες, έχω και πετρέλαια.
- Χα χα χα χα! 
 ​Δε μπορώ, θα σκάσω! ​
 
- Για γέλια είναι μπρε παιδάκι μου! Απέ κείνη τη μέρα σιαχνότανε κι ούλο στο μαγαζί του πήαινε
 ​ και​
 ψούνιζε, ψούνιζε, την είδε αυτός που έπιασε καλή πελάτισσα, την κάμ
ν​
ει δώρο κι ένα μπλουζάκι. Τρελή και παλαβή αυτή, τον κόσμο ξεσήκωσε που την ερωτεύτηκε ο ξένος ασίκης 
 ​ο παραλής​
. Σήκωσε και μια μύτη ίσια
​ 
με κει πάνου κι αρχίνισε τα δικά της, που πέτυχε άντρα 
​ωραίο και λεβέντη με πολλοί παράδες​
  ​
και καμιά άλλη 
​δεν έχει ​
τέτοια τύχη! Την επίστεψε κι η μάνα της να πούμε, μέχρι που την είπε πάμε μαζί και καλά να ψουνίσω κάτι κι εγώ, έτσι για να τόνε διω. Χα χα χα! Εκεί την ήρτε ο ταμπλάς τη φαντασμένη! Κάμποσοι άντριδοι ητανάνε μέσα κι ο ένας πιο μεγάλος στην ηλικία, μπαμπά του τον ενόμιζε.
- Αθίγγανος είναι μπρε 
 ​Κίτσα​
, τι μ' έλεγες, δεν τόνε βλέπεις;
​ Μπα που άδικη ώρα να μη σ' έρτει μουρλή!​
- Όχι σε λέω, απέ την Αραβία είναι
​ και
 με το είπε​
 Πόσο ακριβά χρυσαφικά φορεί, δεν βλέπεις; Περιουσία και παράδες με ουρά έχει! ​Τις φιληνάδες μου ακούς που με ζουλεύουνε;​
 
​- Μπρε συ, ποια Αραβία με λες; Πού είδες εσύ κάποιον απέ κει και ξεύρεις πως είναι;
-  Γιατί να με πει ψέματα, ε;​ Εγώ αυτόν θέλω να πάρω! Κι απέ τα αδέρφια του ο πιο όμορφος είναι! 
- Χα χα χα! Τόση χαζομάρα πια; Δεν το πιστεύω!
​Ήπιε μια γουλιά λικέρ η Ανθούλα και γελούσε με τη Μυρτώ παρ​ά τη σύγχυση που πήρε. 
- Κάπου όξω απέ την Αθήνα μνήσκει αυτός με φαμίλια μεγάλη! Να διεις που απλώνουνε τα ρούχα τους στα σίδερα του δρόμου! Η άλλη μου η κουνιάδα επήε στο μαγαζί τάχα να ψουνίσει και τοις πήρε λόγια να πούμε... Του θείου του ητανάνε και δουλεύανε μεροκάματο οι ανιψιοί. Φορτώνανε τα πράματα, παγαίνανε και στις λαϊκές και στα παζάρια και πουλούσανε. Είδε και τη μάνα του που ητανάνε εκεί με τα παρδαλά ρούχα και το τσεμπέρι κι έπιασε κουβέντα. Ούλα τα έμαθε και μήνυσε το Γιάννη κι επήανε μαζί να διούνε μπας και ξεστραβωθεί αυτή που το 'χε δέσει κόμπο! Απέ δω κι απέ κει αρωτήξανε με τα ονόματά τους και τοις βρήκανε! Ο Γιάννης απέ το περίπτερο την τελεφώνησε την αδερφή του να την πει τα μαντάτα! 
< Πηνελόπη, μάζωξε την κόρη σου που τα μυαλά της δεν είναι στην κεφάλα της μέσα! Στα τσαντίρια θα πάει να μείκει;>
- Και τι έγινε τελικά;
- Η Κίτσα τρελή και παλαβή μαζί του! Η αλήθεια είναι όμορφος  λένε, αμά κι αν ακόμα το δεχούτανε η μάνα της  που λέει ο λόγος, αυτοί δε θα θέλανε για! 
- Λογικό είναι! Της φυλής τους ανθρώπους παίρνουν και καλά κάνουν! Πως την είδε, Μανώλης Αγγελόπουλος κι Αννούλα Βασιλείου; Χα χα χα!
- Ναι για! Η Πηνελόπη την έκλεισε στο σπίτι, γίνηκε πατιρντί μεγάλο! Σε λέει αθίγγανο αγάπησε η κόρη μου; Κατσίβελοι θα κάμω συμπεθεριά; Κι άμα αυτή που ξεκολλημό δεν έχει απέ το μαγαζί κι ούλο κάμνει και ράνει σκέδια γένει και τίποτις, απέ πού θα πάω να ζητήξω τα ρέστα; Η Κίτσα μήτε έτρωγε μήτε έπινε, ούλο κλάμα και φωνή ητανάνε... Είδανε και πάθανε να την αλλάξουν τα μυαλά, η μάνα της κόντεψε να πάει στο μνήμα...
- Καταλαβαίνω... Είδες τελικά ότι υπάρχουν πάντα τα χειρότερα; Μη σκας λοιπόν για τα νεύρα του γιου σου με τη Γιούλα... 

​​ 

6 σχόλια:

  1. Μαίρη μου ωραία και η σημερινή σου ιστορία
    με ταξίδεψε κανονικά!

    Να που την πάτησε η μικρή με τον τσιγγάνο!
    Τελικά ότι κοροϊδεύεις το λούζεσαι ήταν που δεν άρεσαν στη μάννα οι βλάχοι!

    Φιλιά και αγκαλιές γλυκά μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ζουζούκα μου καλημέρα!
      Όπως ακριβώς το λες αγάπη μου! Τα λούστηκαν μάνα και κόρη κι έγιναν ρεζίλι τελικά.

      Πολλά πολλά φιλάκια, η αγκαλίτσα σου είναι ζεστή και τρυφερή!

      Διαγραφή
  2. Δεν...χορταίνω να σε διαβάζω, Μαίρη μου!!!!!! Κι έτσι όπως είχα και καιρό να περάσω, διάβασα τις τελευταίες αναρτήσεις μαζεμένες. Δεν έχω λόγια... πάντα μένω με την προσμονή της επόμενης φοράς. Είσαι απόλαυση και γλυκιά συνήθεια, πλέον! Τα φιλιά μου και καλή σαρακοστή να έχεις (έστω και... με καθυστέρηση η ευχή..)!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Ονειρεμένο μου!
      Ο κύριος Blogger μου έκανε τη χάρη να μπω και να σου απαντήσω επιτέλους! Άντε να δούμε πότε θα μου επιτρέψει να διαβάσω και τα αγαπημένα μου blogs που στερούμαι, συμπεριλαμβάνεσαι κι εσύ...
      Σ' ευχαριστώ πολύ για τα τόσο γλυκά σου λόγια γλυκούλα μου!

      Καλή Σαρακοστή να έχουμε, η ευχή ισχύει όλες τις μέρες!
      Φιλάκια πολλά σου στέλνω!

      Διαγραφή
  3. Mετα απο καιρό λόγο ανηλειμένων υποχρεώσεων Μαιρούλα μου να μαι πάλι εδώ .. να κάνω το ανάγνωσμα μου... τι έγραψες πάλι... τι ιστορία... !!! ο ένες να της μυρίζει και ο άλλος να της ξυνίζει στο τέλος την νπατησε την πεπονόφλουδα.. χι.χιχ. Μαιρούλα μπυ απολαυση είσαι .. και ο τρόπος που τα γραφεις ακόμα πιο απολαυστικός.. φιλάκιααααααααα παω να διαβασω και την επομενη... χι.χιχ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ρουλίτσα μου είχε μεγάλη πλάκα ο τρόπος κυρίως που τα έλεγε η θεία της η Ανθούλα!
    Όλες οι προσβολές που έκαναν στα προηγούμενα συμπεθεριά, τους γύρισαν πίσω!

    Σ΄ευχαριστώ πολύ αγαπημένη μου, φιλάκια πολλά!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή