.

.
.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Ανοίξανε τα σκορδάκια της!


- Καλώς το μου! Πέρασε κοκόνα μου, πολύ χαίρουμαι που σε βλέπω! Έλα, έλα!
Η νύφη της Ντουντούς, η Θαλίτσα, πέρασε δειλά στο διάδρομο. Ντροπαλή και συνεσταλμένη, έδωσε τη σκεπασμένη τσανάκα στη Σουλτάνα κοκκινίζοντας. Η μυρωδιά της βανίλιας με την κανέλα και το φρέσκο γάλα πρόδωσε το περιεχόμενο. 
- Ρυζόγαλο! Πολύ σ' ευχαριστώ, αμά δεν ήτουνε ανάγκη να μπεις σε φασαρία γιαβρί μου! Εσύ το έφτιαξες;
- Ναι, εγώ... Η πεθερά μου με είπε που σας αρέσει και σκέφτηκα να σας κάμω...
- Να είσαι καλά, τρελαίνουμαι! Ούλες τις κρέμες να σε πω πολύ τις αγαπώ, αμά τούτο είναι άλλο πράμα! Καλά είσαι τώρα, ε;
- Ναι, τρεις μέρες με κράτησε ο πόνος και με πέρασε... Το ποτό σας με βοήθησε πολύ, με ζέστανε τα μέσα μου... Πολύ, μα πάρα πολύ με υποχρεώσατε κυρία Σουλτάνα, τα είπα και στη μαμά μου και σας ευχαριστεί για όλα, του κόσμου τις ευχές σας έστειλε!
- Σους μπρε, δεν έκαμα και τίποτις το σπουδαίο! Έλα κάτσε, να ψήσω καφεδάκια να πιούμε! Αμά πριν θα κάμω και μια δοκιμή!
Μια μεγάλη κουταλιά έλιωσε ηδονικά στο στόμα της.
- Γεια στα χεράκια σου! Καλέ τι νόστιμο που είναι, μπράβο σου! Και το ρυζάκι ωραία χυλωμένο, γλυκό όσο πρέπει, μοσκοβολάει! Τυχερός ο άντρας σου που πήρε τέτοια νοικοκυρά και τόσο καλή κοπέλα! Να ξεύρεις Θαλίτσα μου, που σ' έχω μέσα στην καρδιά μου, πολύ σ' αγαπώ! Και στεναχωρήθηκα πάρα πολύ άμα με είπε η πεθερά σου που ήσουνε άρρωστη... Μπας κι έφαγες τίποτις και σε πείραξε μπρε κορίτσι μου και σε λιώσανε οι πόνοι;
- Όχι, δεν ήτανε τα άντερά μου, όλη η κοιλιά με πόναγε... Ο άντρας μου που πολύ εφοβήθηκε με πήγε στο γιατρό και με κοίταξε. Κρύο με είπε, που το πήρα απ' τα πόδια επειδής ήμουν ξυπόλυτη στα νερά πολλή ώρα... Το περίμενα να σε πω...
- Α! Γιατί μπρε τζιέρι μου, ακόμα ψύχρες έχει κι εσύ άρχεψες ευθύς να πλατσουρίζεις σάματις να είναι κατακαλόκαιρο; Πρόσεχε κομμάτι μη πάθεις ζημιά... 
Το πρόσωπό της συννέφιασε κι η Σουλτάνα κάτι άρχισε να καταλαβαίνει...
- Ποιος είχε την ιδέα, η Ντουντού; 
Η Θαλίτσα βούρκωσε...
- Αμ ποιος άλλος; Το σπίτι σηκώσαμε για τη Λαμπρή, λογικό πράμα ήτο και τα πάστρεψα όλα! Η πεθερά μου που την ξεύρεις καλά, καμώθηκε που πονεί η μέση της κι έκαμα ακόμα και την κάμαρά της που είναι φορτωμένη πράματα! Και πριν λίγες μέρες με είπε που τα παράθυρα πιάσανε σκόνη και φαινούτανε τάχα κι έπρεπε να τα κάμουμε πάλι... Έβαλε το φακιόλι κι εβγήκε ξανά μανά με το πατσαβούρι και τα πέρασε, καθαρά ητανάνε σας λέω! Κι επειδής έλεγε πάντα που τις δουλειές τις κάμνουμε μισές μισές, μ' έδωκε τον κουβά να τα σαπουνίσω. Καλέ μαμά, καθαρά είναι την είπα, τίποτις αυτή, το χαβά της! Μετά με είπε που πρέπει καλά να τα ξεβγάλω, αμά το νερό να πέφτει μπόλικο απάνω τους... Αυτή η δουλειά φυσικά δεν εγινούτανε μήτε με τα παπούτσια, μήτε με τις παντούφλες κι έτσι δα ξυπόλητη επαγώσανε τα πόδια μου και πήρα απέ κάτου όλο το κρύο...
- Α πα πα πα! Ο άντρας σου επήρε χαμπάρι;
- Είδε τα νερά όξω και με λέει τι εκάματε πάλι και τον είπα. Από το γιατρό όμως και μετά, γίνηκε μεγάλη φασαρία στο σπίτι, είπε τη μαμά του που εκείνη φταίει που αρρώστησα... Η πεθερά μου φυσικά τα έβαλε με μένα όπως κάμει πάντα και...
- Κατάλαβα! Δε με λες μπρε Θαλίτσα μου, πού θα πάει αυτό το πράμα; Ζωή με δαύτη μαζί δε γένεται! Σώπα, μη κλαις και με σκίζεις στα δυο την καρδιά μου! Να σε πω την αλήθεια, πολύ ήθελα να σε διω, να είμαστε μοναχές μας! Ξεύρω πολύ καλά πόσα περνάς και σε σκέπτουμαι συνέχεια, μη θαρρείς γιαβρί μου που δε γνοιάζεται κανείς για σένανε! Η μόνη λύση είναι να φύγει αυτή απ' το σπίτι, να μείκετε μόνοι σας!
- Μια κουβέντα είναι αυτή... Πού να πάει και γιατί; Ποιόν θα 'χει να βασανίζει μετά; Μήτε στην κάμαρά μας δεν έχουμε ησυχία, ανοίγει την πόρτα άξαφνα πότε για το ένα και πότε για το άλλο! Τρώγεται με τα ρούχα της νύχτα και μέρα κι όλα τη φταίνε! Στην κάμαρά μου είμαι και την ακούω γκιρ γκιρ να μιλάει μόνη της και ν' αγαναχτάει! Όλο διες πράματα λέει, πού τα βλέπει τα ζερβά, με λες; Μια η φούστα μου, μια η μπλούζα μου, μια τα μαλλιά μου δεν την αρέσουνε... Χώρια να σε πω που κάμποσες φορές την άκουσα να μουρμουράει που είμαι άχρηστη! Εγώ άχρηστη; Πάει να πει που δεν αξίζω επειδής δεν είμαι νοικοκυρά, για που ακόμα δεν την έκαμα εγγόνι; Αυτή φταίει με τα παλαβά που κάμει και δε μας αφήνει, σε το λέω! Θα φύγω και θα γυρίσω τοις γονιοί μου, άλλο δεν αντέχω... 
- Α! Τέτοια πράματα να μη σ' ακούω να λέγεις! Καλόν άντρα έχεις, στα μάτια σε κοιτάζει, κρίμας είναι για! Να ξεύρεις που γάμοι πολλοί εχαλάσανε ένεκα της πεθεράς κι είναι αμαρτία μεγάλη! Τα ξεύρω καλά και με την αδερφή μου την Άνθω που έμεικε τόσα χρόνια στου αντρούς της το σπίτι με πεθερικά και με κουνιάδες... Μπροστά του η αδικιορισμένη δε λέγει τίποτις, άμα λείπει στη δουλειά σε βγάνει την ψυχή... Κι άμα εσύ τον κάμεις τα παράπονά σου και την πιάνει σαν άντρας να τη ζητήξει το λόγο, βάνει τα κλάματα και τον λέει που δεν τη θέλεις κι είναι ούλα ψέματα... Μήτε η πρώτη νύφη στη ζήση αυτή είσαι, μήτε η τελευταία που τραβάς τέτοια τυράννια κι είσαι χαρά Θεού κοπέλα!
Ο,τι και να πεις έχεις δίκιο κοκόνα μου, με το μέρος σου είμαστε ούλοι! Αμά να ξεύρεις που με τον άντρα σου έχετε ζωή μπροστά σας, αγαπιούσαστε και δε θα χωρίσετε επειδής έχετε αυτή στο κεφάλι σας! Έγνοια σου και της τα έχω πει κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη, εσύ χαμπάρι δεν επήρες βέβαια... Θα σε πω εγώ το καλύτερο που θα γένει και θα ησυχάσετε μια και καλή γιαβρί μου!

Η Θαλίτσα έφυγε χαρούμενη από της Σουλτάνας το σπίτι.
< Γι αυτό η κυρά-Ντουντού δεν ήρθε μαζί μου! Ήθελε να πάει μονάχη της για να τα μιλήσουνε! Μακάρι να βρεθεί άνθρωπος να την πάρει που φτύνουνε όλοι τον κόρφο τους κι εγώ θα πέσω να τον φιλήσω τα πόδια!>
Ξεμονάχιασε τον άντρα της και του τα είπε. Το παλικάρι ξέσπασε σε γέλια κάνοντας τη μάνα του απ' την κουζίνα ν' απορήσει.
- Δε με λέτε κι εμένα το αστείο να γελάσω; Ούλο χάχανα είσαστε! 
- Την πόρτα μας δε σ' έχω πει να μη την ανοίγεις μάνα; Ποιος σε φώναξε και ήρθες;
- Διέτε χάλια αθρώποι! Ο γιος μου να με διώχνει απέ το σπίτι μου!
- Δεν είναι σπίτι σου, είναι και δικό μου! Παράδες μπόλικους έβαλα και το πήρες! Κι άμα παντρεύτηκα, είναι και της γυναίκας μου, χώνεψέ το επιτέλους! 
- Σώστε χριστιανοί! Ακούτε πράματα που με λέει!
- Μάνα τέρμα! Τα μαζώχνουμε και φεύγουμε τώρα με τη Θαλίτσα! Θα πάμε στης θείας να μείκουμε ίσα με να βρούμε άλλο σπίτι! Ο κόσμος όλος σ' έχει πάρει χαμπάρι, ας τα μάθουνε τώρα κι όσοι δεν τα ξέρουνε! Τόπο δε θα 'χεις να σταθείς, μήτε οι σκύλοι στα σοκάκια δε θα σε θέλουνε! Να σε δω μετά άμα έχεις μούτρα να βγεις όξω απ' το σπίτι!
Η Ντουντού κοκάλωσε. Αυτό έλειπε, να δώσουν παραέξω τέτοια δικαιώματα. Με την αδερφή της είχαν μαλώσει άσχημα επειδή έπαιρνε το μέρος της νύφης κι είχαν να μιλήσουν πάνω από μισό χρόνο. Αν πήγαιναν εκεί θα γινόταν χαμός κι όλο τους το σόι θα έπεφτε να τη φάει.
- Να κάτσετε στην κόχη σας! Εγώ να ξεύρετε που  θα φύγω απέ δω και θα διείτε μετά την αξία μου! Επειδής δε μιλάω, θαρρείτε που είμαι καμιά χαμένη και δε με θέλει άθρωπος; Σας γελάσανε! Ένα σωρό άντριδοι με ζητάνε, εγώ φταίω που δεν έσιαξα τη ζωή μου! 
Χτύπησε δυνατά την πόρτα βγαίνοντας, κάνοντας το ζευγάρι να χοροπηδάει πνίγοντας τις φωνές ευχαρίστησης!
- Είδες που σε τα είπα; Να δεις που θα γλυτώσουμε! Μπράβο να λες τη Σουλτάνα! 




Ο τέντζερες έβραζε τα χόρτα στο αλατισμένο νερό. Η Γεσθημανή τα γύρισε με τη μεγάλη πιρούνα και χαμήλωσε τη φωτιά.
Ο γυαλιστερός γαύρος στο νεροχύτη περίμενε να καθαριστεί για να μπει στο τηγάνι.
- Να κάμω και μια ωραία σκορδαλιά κι ας φωνάζουν τα εγγόνια μου που τους μυρίζει... Μάθαμε τώρα, να μη θέλουμε το σκόρδο! Η κόρη μου θα φχαριστηθεί που πολύ την αγαπάει! Να τη βάλω κι ένα πιάτο για τον άντρα της και ξέγνοιασε απ' το φαΐ... 
Έβαλε στο γουδί πέντε σκελίδες σκόρδο κι αλάτι όσο μούλιαζε το ψωμί στο νερό. Κάθισε κι άρχισε να το κοπανάει ρυθμικά για να λιώσει μασουλώντας ταυτόχρονα ένα κομμάτι τυρί, όταν άκουσε τη Χρυσώ να τη φωνάζει απ' την πόρτα.
- Μέσα είσαι κυρά-Γεσθημανή; 
- Ναι! Μπρε μπρε μπρε το κορίτσι μας! Καλώς το μου, έλα, πέρνα μέσα! Στο μαγείρεμα με πέτυχες, θα έρτουνε η κόρη μου με τα παιδιά να φάμε γαύρο. Φρέσκο τον είδα κι είπα να πάρω, ούλο κρέατα τρώμε τόσο καρό... Φτου σου μπρε, μια ομορφιά είσαι! Οι γονιοί σου, ο αδερφός σου, ο αρρεβωνιάρης σου, ούλοι καλά; 
- Καλά είμαστε κυρά-Γεσθημανή μου! Σε αρέσει η τσάντα μου; Ο πεθερός μου δώρο με την πήρε!
- Πολύ ωραία είναι, με γεια σου κοκόνα μου! Είδες μπρε σε τι καλά χέρια έπεσες κι έκαμνες και νάζια; Μάλαμα γαμπρός και πεθερός είναι! Θα  ζήσεις καλά χρόνια μαζί του, εμένα άκουε! Και τίμιος και καλός άθρωπος είναι και πολύ σ' αγαπάει! Σκάσανε κι ούλες αυτές που τον τριγυρίζανε απ' τη ζούλια τους, τα έμαθα εγώ! Να σταυρώνεσαι γιαβρί μου μη και σε πιάσει το μάτι τους! Για τα στεφανώματα πότε λέτε;
- Τον Οκτώβρη λέμε... Ο πεθερός μου ετοιμάζεται να σιάξει το καμαράκι του για να βάλουμε κι εμείς μπροστά το σπίτι... 
- Με το καλό, την ευχή μου να 'χετε! Μπρε Χρυσώ, έτσι μονάχος του θα μείκει ούλη του τη ζωή; Πάνε τόσα χρόνια που χήρεψε κι ακόμα καλά στέκει! Λέει τίποτις για καμιά γυναίκα;
- Όχι, τέτοιο πράμα δεν έχω ακούσει, δεν το νομίζω να θέλει...  Αμά θα σε πω κάτι και κιχ πουθενά μη βγάλεις! Πάει κι έρχεται στο μαγαζί ποια λες; Η Ντουντού! Και να τα γέλια και να τα νάζια και τα πειράγματα, ο Παρίσης με τα είπε! 
Η Γεσθημανή σκεφτόταν τη Σουλτάνα που της έβαλε την ιδέα.
< Μπα που κακό χρόνο να μην έχεις ζεβζέκα! Τη φούντωσες καλά καλά με τον άθρωπο και διες τώρα!>
- Τι με λέγεις μπρε! Από πού κι ως πού έπιασε σούρτα φέρτα και τα κάμνει αυτά το μπαμπά του;
-Τι να σε πω, δεν ξεύρω... Απ' όξω περνάει και κοντοστέκεται για χαιρετούρα κι όλο καρέκλα να ξαποστάσει ζητάει...
- Α! Κι εκείνος τη δίνει να κάτσει και τη μιλάει, ε; Μπρε μπρε μπρε μπρε, διες κάτι πράματα... Να διεις που τον έχει βάλει στο μάτι αυτή! Σε λέει τώρα που θα παντρέψει και το γιο του, υποχρεώσεις δε θα 'χει, καλός είναι για μένανε!
- Αυτό μας έλειπε! Αν και να σε πω, δε νομίζω που γνοιάζεται ο πεθερός μου για δαύτη, σοβαρός άνθρωπος είναι... 
- Το ξεύρω Χρυσώ μου... Αμά θα σε πω κι εγώ κάτι και παραόξω μη βγει, ναι; Η Ντουντού θαρρώ που σκέπτεται στα σοβαρά να βρει άντρα τώρα τελευταία... Κουβέντα στα ίσια να ξεύρεις δεν έχει πει σε κανένανε βέβαια, αμά κάτι μέσες άκρες έχω καταλάβει και δε γελιέμαι εγώ... Θες γιατί έμεικε τόσα χρόνια μονάχη της, θες γιατί μνήσκει με το γιο και τη νύφη της και τρώγεται συνέχεια, πάντως το καλοβλέπει το πράμα... Κι έτσι καλότατος που είναι ο πεθερός σου, γιατί να μη την αρέσει; Το ζήτημα βέβαια είναι να μην αρέσει και σε κείνονα, γιατί βλέπω να την κάμνεις πεθερά... Χα χα χα!
- Αυτό μας έλειπε! Να ξεφορτωθεί την τρελή η νύφη της και να τη φορτωθώ εγώ; Μη με το λες και το αίμα ευθύς στο κεφάλι με ανεβαίνει! Πα πα πα!
- Σους μπρε κι εσύ! Μια κουβέντα σε είπα κι αμέσως η σύχυση! Άμα δεν τη δίνει σημασία εκείνος, να διεις που θα ξεκόψει αυτή, μη σεκλετίζεσαι! Να τα μιλήσεις καλά με τον Παρίση και να πει το μπαμπά του να προσέχει γιατί ο οξαποδώ έχει πολλά ποδάρια...  

Η Σουλτάνα έπινε τον καφέ της στο μαγαζί όσο ο άντρας της εξυπηρετούσε τις πελάτισσες. Οι δυο τσάντες με τα παιχνίδια ήταν δίπλα της και τις άνοιξε να τα περιεργαστεί. Γιόρταζε ο γιος τους, ο Ιάκωβος και για να μη ζηλεύει η κόρη τους  πήρε και μια ωραία μεγάλη κούκλα με δυο επιπλέον φορεσιές. Αρκετά κουτιά με παπούτσια περίμεναν να τα προβάρει, όπως έκανε πάντα. Όλα τα εμπορεύματα περνούσαν πρώτα από τα πόδια της! Τα χάζευε στον καθρέφτη και ήξερε ποια της πήγαιναν καλύτερα, έπαιρνε κι όποιο ζευγάρι της γυάλιζε!
Στις φίλες της έλεγε πάντα ότι η παχουλή και μικροκαμωμένη γυναίκα δεν πρέπει να φοράει παπούτσια με τετράγωνο τακούνι, αλλά ψηλό και λεπτό για να την κολακεύει. Κι όταν αναγκαστικά θέλει καθημερινά κι αναπαυτικά θα διαλέγει τα κάπως μυτερά μπροστά που δίνουν χάρη. 
<Να μάθετε τα πόδια σας στο λίγο ψηλό τακουνάκι! Δίνει μπόι και σας δείχνει πιο κομψές!> 
Η Ντουντού εμφανίστηκε τη στιγμή που έδενε τα λουράκια στα ασημί πέδιλα.
- Μπρε μπρε μπρε! Πως κι απέ δω, για ψούνια εβγήκες;
- Ναι, ύφασμα για φουστάνι επήρα κι είπα να περάσω μια από εσάς να διω και κάνα παπούτσι που είναι τώρα της εποχής...
- Δεν επήρες τις γόβες τις άσπρες για το Πάσχα;
- Ναι, βέβαια, αμά για ξώφτερνα εσκέφτηκα...
- Απάνου στην ώρα ήρτες! Διες ωραία πράματα που φέραμε και διάλεξε με την ησυχία σου! Κι εγώ εδώ θα είμαι, να σε πω και τη γνώμη μου! 
Τα γοβάκια ήταν μπλε με άσπρο φιόγκο. Ταίριαζαν θαυμάσια στα πόδια της, κάτω από το βολάν της εμπριμέ φούστας της. 
- Έχει και τσάντα άμα θέλεις Ντουντού! Διες αυτήν εκεί με τη χρυσή αλυσίδα, πολύ τα πάει! 
Η Σουλτάνα την παρακολουθούσε και μελετούσε κάθε της κίνηση γελώντας από μέσα της.
<Ύφασμα για φουστάνι, άλλα παπούτσια πάλι, πήρε και την τσάντα... Κοίτα μπρε να διεις που θα γένει φιγουρίνι για να βρει γαμπρό η απτάλα!> 
- Διες το, σε αρέσει το εμπριμέ του; Θα το πάω τη Φωτεινούλα την αδερφή σου να με το ράψει. Πες με την ιδέα σου, μεσάτο να το κάμω και κάτω φαρδύ, για στενό; 
- Όπως και να είναι θα σε πηγαίνει! Έχεις σώμα στρωτό, πόδια γεμάτα και σε χαρίζει ο,τι κι αν βάλεις! Στενό να το κάμεις, με το ντεκολτέ τετράγωνο και άσπρη ζώνη, φιγουρίνι θα είσαι! Άιντε να διω πόσες καρδιές θα κάψεις!
- Πααα! Τι πράματα με λέγεις τώρα; Εγώ που έχω ξεχάσει τον άντρα και τα...
- Σους μπρε, τι σε λέγω; Τα είπαμε αυτά, δεν τα είπαμε; Κι έγνοια σου, αυτό το πράμα δεν ξεχνιέται! Μια φορά μονάχα να κάμεις τη δοκιμή και το θυμάσαι σ' ούλη σου τη ζήση! Με την υγειά σου να τα χαρείς τα ψούνια σου, πιο ωραία θα είσαι εσύ απ' τη νύφη σου, θα σε ζουλεύει! Αλήθεια, τι κάμει, καλά είναι; Ο γιος σου;
- Καλά είναι, ανάγκη δεν έχουνε... Εμένανε να κλαις που είμαι ούλη την ώρα στην ταραχή κι αναπαμό δεν έχω... 
- Θα βρεις! Κι αναπαμό κι ησυχία και ζωή καλή! Άμα θα μπεις, θα βγεις, θα σε κρατήσει το χέρι ο άθρωπός σου, ούλα θα σιάξουνε, εμένα που σε λέγω άκουε! 
- Σ' ακούω Σουλτάνα μου...
- Κανένας δε χάνεται Ντουντού μου κι εσύ καιρός είναι να διεις τη ζωή με άλλα μάτια! Δε με λες κοκόνα μου, είναι κάνας άντρας που να σε αρέσει; 
- Όχι βέβαια! Πότε γύρισα τα μάτια μου να διω αρσενικό μπρε Σουλτάνα μου; 
- Απέ δω και πέρα! Και θα διεις και θα διαλέξεις!
Έβραζε από μέσα της!
<Τον κακό σου τον καιρό ζαβέγκλω! Γι αυτό ούλο πας κι έρχεσαι και κορτάρεις το μπάρμπα και μ' έκαμε η Γεσθημανή πέντε παράδες που σ' έβαλα την ιδέα!> σφύριξε μέσα απ' τα δόντια της. 


Το τραπέζι στρώθηκε με σαλάτες, τυριά, τουρσί και τζατζίκι. Ο Γιώργος είχε ανάψει τη φωτιά στην αυλή κι έψηνε πίτες και σουβλάκια, καθιερωμένα στη γιορτή του γιου του. Κάθε χρόνο μαζευόταν η οικογένεια κι ο νονός του να ευχηθούν στο μικρό Ιάκωβο με γλέντι και χαρές.
Μαριναρισμένο σε λάδι με μυρωδικά, μπόλικο αλατοπίπερο και ρίγανη, το κρέας ήταν τρυφερό και πεντανόστιμο.
Τα κεμπάπ πικάντικα, με πολλών ειδών μπαχάρια και λίγη καυτερή πιπερίτσα μέσα, όπως κι η τυροσαλάτα. Οι πατατούλες καλά πλυμένες και σκουπισμένες που κούρνιαζαν στη χόβολη για αρκετή ώρα ανοίγονταν καυτές και δέχονταν στα σωθικά τους γενναίες δόσεις φρέσκο βούτυρο ανακατεμένο με αλατοπίπερο. Ανάρπαστες έγιναν, έλιωναν στο στόμα. Οι καλά παγωμένες μπύρες δρόσιζαν τα φλογισμένα από τις καυτερές πιπεριές στόματα. 
Μερακλής και γλεντζές ο νονός του μικρού, είχε σηκώσει το Γιώργο, τη Σουλτάνα και τη Ζωίτσα, την κουνιάδα της και χόρευαν. Τα γέλια και τα χειροκροτήματα έκαναν το μούτρο της Λαμπρινής να ξινίζει ακόμα πιο πολύ. 
- Αμάν πια μ' αυτή τη νύφη μας, ούλο νταβατούρι είναι! Α πα πα πα! Χριστούγεννα, Καλή βραδιά, Πάσχα, ονομασίες, μπας και χάσει τα κουνήματα και το τσιφτετέλι! Σαντέζα έπρεπε να γένει που δεν τα χορταίνει αυτά... Διες και το γιο σου και την κόρη σου, ίδιους με το μούτρο της τους έκαμε!>
Η τόσο καλή κυρία Δόμνα, μητέρα της και πεθερά της Σουλτάνας, τη χτύπησε με τον αγκώνα της συγχυσμένη.
- Σταμάτα πια να τρώγεσαι! Πάντα χαρές και γλέντια να έχουνε στο σπιτικό τους, αυτό να λέγεις!
Ο φτιαγμένος από της Φωτεινής τα χέρια μπακλαβάς κομμένος σε ρόμβους με τα γαριφαλάκια στο κέντρο και το καλά δεμένο σιρόπι, συνοδεύτηκε από παγωτό καϊμάκι και σπιτική παγωμένη λεμονάδα που ήταν χωνευτική. Εκεί, την ώρα του γλυκού, πέρασε ο Βένιος, φίλος καρδιακός του κουμπάρου τους. Από το ανοιχτό παράθυρο είδε το γλεντοκόπι κι έκανε νόημα στη γυναίκα του να βγει για να της μιλήσει.
- Εδώ είσαστε, στου βαφτισιμιού σας! Πες τον άντρα σου να βγει μια στιγμή που τον θέλω!
Οι παράδες που είχε δανείσει στον αδερφό του έτρωγαν τα χέρια του κι έπρεπε να δώσει το χρέος του.
- Ωχ κι εσύ μπρε άθρωπε! Σιγά το πράμα που έφαγες τα σοκάκια να με βρεις! Στον καφενέ είναι ο Ανανίας;
Η Σουλτάνα ξαναμμένη απ' το χορό βγήκε στην πόρτα.
- Ε, κουμπάρε! Πέρασε τον άθρωπο μέσα να πάρει ένα μεζέ! 
Ο Βένιος ντράπηκε κι έκανε να φύγει, όμως τον πρόλαβε και τον τράβηξε απ' το χέρι.
- Έμπα μέσα που σε λέγω, καλά θα περάσεις μπρε! 
- Ευχαριστώ, να χαίρεσαι το γιο σου! Με περιμένει ο αδερφός μου ξεύρετε και... 
- Άμε κουμπάρε να τον μηνύσεις να έρτει κι όχι μη με πείτε! 
Τα δυο αδέρφια έβαλαν λεφτά στις τσέπες του μικρού, αφού η ώρα ήταν περασμένη και το κοντινό ζαχαροπλαστείο είχε κλείσει. Η Σουλτάνα δεν άφησε τον Ανανία απ' τα μάτια της. Μπασμένος στα χρόνια αλλά καλοστεκούμενος, κύριος, μιλούσε ωραία κι ήταν άνθρωπος του κόσμου. Τα υπόλοιπα τα έμαθε από την κουμπάρα της. Χήρος από χρόνια, χωρίς παιδιά κι υποχρεώσεις, με σπίτι της προκοπής δικό του. 
- Δυο κάμαρες μπροστά και κουζινάκι ωραίο που βλέπει ίσια στο μπαχτσεδάκι πίσω! Και τον καμπινέ έσιαξε τότενες που παντρεύτηκε, γούρνες ωραίες έβαλε, αμά δεν πρόλαβε να τα χαρεί με τη γυναίκα του... Η σχωρεμένη ητανάνε κομμάτι βαριά στο χαραχτήρα και μεγάλη του, να τα λερώνουνε δεν ήθελε! Έτσι καινούργιος και παστρικούτσικος έμεικε, νερό στο μπαχτσέ τον έριχνε για να πλυθεί... Εκεί έβανε και τηγάνι και τσουκάλι στη γκαζιέρα, σε μια σανίδα απάνω τ' ακούμπαγε κι ούλο μη το ένα και μη το άλλο ητανάνε... Οι μουσαφίρηδοι τα χαιρόντουσαν μόνο! Και στο τέλος τι γίνηκε τζάνουμ; Η μούρη της έφαε χώμα κι ούλα μείκανε εδώ... Ο Βένιος απέ την αρχή τον έλεγε να μη την πάρει, αμά εδώ που τα λέμε, μήτε κι η γυναίκα του την έβλεπε να τον ταιριάζει, ένα καλό δεν είχε... Έμεικε κι αυτός τόσα χρόνια μονάχος, κρίμας είναι να βολοδέρνει έτσι για... 
Τορναδόρος στο επάγγελμα, δούλευε πολλά χρόνια σε μαγαζί, έκανε μεροκάματα κι έξω. Μια καλή ευκαιρία βρήκε από ένα φίλο στο καφενείο για ένα καινούργιο εργαλείο που χρειαζόταν κι επειδή φοβήθηκε μη το πάρει άλλος δανείστηκε λεφτά από τον άντρα της και συμπλήρωσε όσα είχε για να το καπαρώσει. Επειδή δεν ήταν μαθημένος στα χρέη, τον έψαχναν τα δυο αδέρφια για να του τα δώσουν, λίγες ώρες μετά. 
- Γιωργάκη μου, να σε πω μια σκέψη που έκαμα... 
- Πες με κοκόνα μου!
- Να, θαρρώ που βρέθηκε γαμπρός για τη Ντουνού...
- Χα χα χα! Ποιος είναι, τον εξεύρεις;
- Κι εγώ κι εσύ... Ο Ανανίας! 

Η φωνή της Γεσθημανής ακουγόταν μέχρι έξω.
- Μπρε συ, ντιπ χαϊβάνι είσαι και δεν καταλαβαίνεις τι σε λέγω τόση ώρα;
- Μη φωνάζεις άλλο καλέ κυρά μου! Πολλά πράματα με είπες και δεν τα θυμούμαι...
- Πολλά τον είπα λέει! Δεν φταίει άλλος κανένας, αμά μονάχα εγώ που ψουνίζω από σας! Πιο πολύ μυαλό έχει ο γάδαρος του μπαμπά σου παρά εσύ! Μπρε, σε είπα να θυμάσαι αμπελόφυλλα, άνηθο, μαϊντανό, ντομάτες, αγγούρια, ένα σακί κρομμύδια και δυο πατάτες, αμά το ένα να είναι απέ τις μικρές για το ψητό κι εσύ με λέγεις ένα σακί πατάτες και δυο κρομμύδια! Για ούλο το μαχαλά να μαγέρευα, πάλι θα έμνησκε το ένα! 
- Και τόσες πατάτες μοναχιά σου θα τις φας;
- Ναι μπρε συ! Τη μια μέρα βραστές, την άλλη ψητές, την άλλη τηγανητές και την παρ άλλη γιαχνί!
- Θα σε φυτρώσουνε μέσα στην κοιλιά σου τόσες πολλές καλέ κυρά-Γεθσημανή, φάε και τίποτις άλλο για! 
- Μπα που να μη σώσεις να διεις κακό μπουνταλά! Μισό κοφίνι καρότα που επήρα, στην κεφάλα θα σε τα φέρω! 
- Τόσο κακιά γυναίκα είσαι; 
- Ναι μπρε συ, πολύ κακιά! Άμε στην ευχή του Θεού τώρα, μπας και γλυτώσεις τα καρούμπαλα! Στάσου! Έλα να σε βάλω μια μαστίχα να γλυκάνει το μέσα σου! Πιε και το νεράκι να σε πάει κάτου! Δε με λες, με το σκολειό πως πας, προχωράς;
- Όλο μπράβο με λέει ο δάσκαλος! Άμα δεν έχω διαβάσματα και πολλά γραψίματα, βγαίνω με το μπαμπά μου που με αρέσει που γυρνάμε τοις μαχαλάδες και πουλάμε τα ζαρζαβάτια! Και να τα ποτίζω με αρέσει και να τα πουλάω!
- Μπράβο κι από μένανε τζιέρι μου! Άξιος είσαι σε ούλα και να διεις, θα προκόψεις στη ζωή σου! Γράμματα πολλά να μάθεις, μεγάλος και τρανός θα γένεις και θα σε καμαρώνουνε οι γονιοί σου! Τη μαμά σου απέ τόση δα την ξεύρω, όπως κι εσένανε!
- Κι επειδή την αγάπαγες την έδωκες το μπαμπά μου;
- Χα χα χα! Πού τα έμαθες μπρε συ αυτά τα πράματα και τα λέγεις;
- Τα μιλάνε με τη γιαγιά... Άμα πήρε ο μπαμπάς και το άλλο μας το περιβόλι, τοις είπε να μη σεκλετίζουνται για το σπίτι μας κι έχτισε τις πίσω κάμαρες σε λίγο καρό, ωραίες δεν είναι;
- Πολύ ωραίες γιόκα μου!
- Κι η γιαγιά μου την είπε ότι είσαι πολύ καλή γυναίκα και να ζήσεις χίλια χρόνια που την έκαμες τα προξενιά, έτσι το ξέρω! 
Η Γεσθημανή του χάιδεψε στοργικά το κεφάλι. Παράδες με ουρά έβγαζε ο πατέρας του που προμήθευε όλα τα μαγαζιά και τις ταβέρνες με φρέσκα λαχανικά και φρούτα! Μετά φόρτωνε το γαϊδουράκι κι έβγαινε στα σοκάκια που τον περίμεναν οι νοικοκυρές. Και κάθε μέρα σχεδόν τη φίλευε κι από κάτι όταν τα ζύγιζε, παραπανίσια τα έβαζε στο σπίτι.  Τις γιορτές χάρισμα ήταν τα πάντα, γέμιζε το τραπέζι της με όλα τα καλά κι εκείνη του έδινε του κόσμου τις ευχές από καρδιάς... 
- Κυρά-Ντουντού! Εδώ έχω τα μαρούλια που με ζήτηξες, έλα!
Βγήκε με τη ρόμπα και τα μπικουτί στο κεφάλι που είχε τυλίξει με φανταχτερό τσεμπέρι. Εκείνη την ώρα έφτανε η Σουλτάνα κρατώντας τα παιδιά απ' το χέρι. Αν δεν έπαιρνε τη γνώμη της Γεσθημανής για τον υποψήφιο γαμπρό θα έσκαγε! 
Χαιρετήθηκαν εγκάρδια κι άφησε τα παιδιά στην αυλίτσα να παίξουν. Σε λίγα λεπτά έπιναν καφέ και συζητούσαν για τον εξ ουρανού γαμπρό.
- Δεν ξεύρω τι να σε πω Σουλτάνα μου... Έτσι όπως με τα λέγεις πολύ καλός με φαίνεται ο άθρωπος και της σειράς της. Πρόσεχε καλά μόνο καημένη μου μη και την πεις τίποτις γιατί τα είδες με το μπαμπά του Παρίση! Ανοίξανε τα σκορδάκια της αυτηνής! 
- Έγνοια σου κυρά-Γεσθημανή μου, έχω βρει τον τρόπο εγώ... Έπειτα, καλύτερα δεν είναι να ρίξει τα μάτια της αλλού και ν' αφήκει τον έρμο τον άθρωπο στην ησυχία του που είναι και γνωστός; Ο Ανανίας δε μοιάζει μ' αυτόνε, είναι αλλιώτικος! Και πιο μικρός είναι και τα 'χει κάμει τα ψυχικά του! Χα χα χα! Πολλά χρόνια τον πέρναγε η σχωρεμένη και να ζήσει δεν ήξευρε... Η Ντουντού όμως άμα την αρέσει και γένει το πράμα, μακάρι, δε θα κάτσει να μιζεριάζει στοις τέσσερις τοίχοι και να μη χαίρεσαι το νοικοκυριό της, γι αυτό τη λέμε να βρει άντρα, να μπαίνει και να βγαίνει! Κι έτσι όπως θέλει να δείξει που τη θέλουνε πολλοί και την αγαπούνε, να διεις που θα γένει η καλύτερη για να τοις μπει στο μάτι! Ήρτε κρυφά και με τα είπε η νύφη της τα καθέκαστα... Τοις άκουσε που γελούσανε και μπήκε στην κάμαρη μπας και χάσει η ζαβή! Την περίλαβε ο γιος της και γίνηκε της τρελής, δεν ξεύρω άμα πήρες χαμπάρι...
- Άμα πήρα χαμπάρι... Ούλη την ώρα καβγάδες κάμνει για... Μπρε συ, δεν τη βάνουμε στα λόγια να σιάξει κείνο το μιντέρι που έχει απ' τη μάνα της; Άκουα πριν κάμποσες μέρες που μιλούσε με μια γειτόνισσα κι έλεγε που λυπάται να το πετάξει αμά θέλει μάστορα!
- Εμ πες το κι εσύ! Θα τόνε στείλουμε να το μερεμετίσει! Αμά θα πρέπει να το φέρει η κουβέντα κι εκεί θα βάλεις κι εσύ το χεράκι σου! Άμα διεις τη νύφη της, πες τη που θέλω κάτι να την πω για την πομάδα κι αυτή θα καταλάβει! Έτσι, για να μην εκτεθείς κι εσύ δηλαδή...
- Άιντε και να διούμε... Για που θα πάνε ούλα καλά, για που μας βλέπω και τις δυο στον τόρνο!



10 σχόλια:

  1. Για να δούμε θα την παντρέψουν την Ντουντού να ησυχάσει το ζευγάρι??

    Φιλάκια πολλά Μαιρούλα μου
    για μια όμορφη εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα δεις Ζουζούκα μου, θα δεις! χα χα χα!

      Καλή εβδομάδα γλυκιά μου, πολλά φιλάκια!!!

      Διαγραφή
  2. Γειά σου Μαράκι μου με τα ωραία σου !!!!!! αντε να δουμε τι θα απογίνει και με την ντουντου !!!!!!! σ'αγαπώ και σε φιλώ πολύ πολύ !!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς την κοριτσάρα μου!
      Την ξεφορτώθηκαν για αρκετά χρόνια κι επέστρεψε δριμύτερη όταν το ζευγάρι με τα παιδιά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα... Θα δεις, θα δεις! χα χα χα!

      Κι εγώ σ' αγαπώ πολύ γλυκό μου Μαράκι, φιλάκια πολλά πολλά σου στέλνω!

      Διαγραφή
  3. χαίρομαι που δημιουργεις!!!!! νασαι καλά!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ χαρά μου, χαίρομαι κι εγώ πολύ για σένα!

      Φιλάκια, να είσαι πάντα καλά κι εσύ!

      Διαγραφή
  4. Καλά Μαιρούλα μου πιό αξιες προξενήτρες .. δεν έχω δει..χι.χι. βρε τι είμαστε εμεις οπι γυναικες!!!!! είναι να μην μας μπεί κατι στο νού...χι.χι. θα την καταφέρουν χωρίς να το παρει είδηση η Ντουντού;; αυτον τονα καιρό πάω και ερχομαι για καθαρισματα στο εξοχικό... για αυτό και εχω χαθει πάλι..χι.χιχ.χ φιλακιααααααααα..!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρουλίτσα μου γλυκιά, ήταν πολύ καλές δασκάλες!
      Να παίρνεις ιδέες κι όπου βρεις καμιά δύσκολη θα την παντρεύεις μέχρι να το καταλάβει! χα χα χα!

      Καλά κουράγια με τις δουλίτσες, πολλά φιλάκια!!!

      Διαγραφή
  5. Καλημέρααααααααααααααααα! Το αποφάσισα να σχολιάσω πριν βγώ στην αυλή με τις πολλές δουλειές!! Πω πω πω τι μαεστρία, τι ντοκτορά,ουτε οι καθηγητές στο Χαρβαντ δεν τις φθάνουν στην πονηροεξυπνάδα!!!!!!τρόμαξα με τις ικανότητες τους.Ο τρόπος της αφήγησής σου είναι φοβερός Αισθ'ανομαι οτι είμαι δίπλα τους αόρατη και ακούω τις κουβέντες τους βλέπω τα καμώματά τους γεύομαι τις νοστιμιές τους Χαίρομαι που σε γνώρισα και απολαμβάνω το γράψιμό σου!Θα ηταν καλύτερα αν είχα πιο πολύ χρόνο να αφιερώνω στο υπέροχο και ταξιδιάρικο μπλόκ σου!!!!Καλή και χαρούμενη εβδομάδα Φιλάκια αγάπηςπολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή εβδομάδα Εφούλα μου καλονοικοκυρά!
      Από μαεστρία, πονηριά και καπατσοσύνη, άλλο τίποτα οι κοκόνες! Άλλοι καιροί τότε βέβαια...
      Δεν βρίσκω λόγια να σ' ευχαριστήσω για τα τόσο καλά σου λόγια αγαπημένη μου, να είσαι πάντα καλά!

      Πολλή αγάπη και φιλάκια σου στέλνω, ιδιαιτέρως βέβαια στην πανέμορφη Άλκηστη!!!
      Καλή δύναμη κι επιτυχία στις δουλίτσες σου!

      Διαγραφή