.

.
.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Να γυναίκα για σένα!



Οι κυρίες Χατζή, Φερτζίρογλου και Καμανταρίδη, έμειναν με το στόμα ανοιχτό. 
- Με τη Ραμπελία, την κόρη της παραδουλεύτρας μας; Αν είναι δυνατόν! Από πού κι ως πού;
- Μα πότε έγινε, πού τη βρήκε;
- Θα τρελαθώ!
- Δεν το πιστεύω!
- Η μαμά του τι λέει για τη νύφη; Τα αδέρφια του, οι νύφες;
Η μόνη που χαμογελούσε ατάραχη ήταν η αδερφή της κυρίας Χατζή. Έπινε ήρεμα το ποτό της κάνοντας χάζι τις αντιδράσεις τους. Προχωρημένο μυαλό! 
- Πριν πόσες ώρες σας τα έλεγα; Και να που ήταν μέσα στο σπίτι μας η νύφη!
- Μα την περνάει ίσια με εικοσιπέντε χρόνια, μικρούλα πολύ είναι για! Μήτε της τάξης του, μήτε τίποτις! Εμείς τήνε ντύναμε!
- Ας μην βαστιότανε καλά από παράδες και θα σ' έλεγα εγώ...
- Και θα τη στεφανώσει; Κι εμείς θα γίνουμε κουμπάροι; 
- Ναι... Τσάμπα οι φασαρίες που μ' έκαμες, δε μπορούσα να σε πω την αλήθεια επειδή είχα δώκει το λόγο μου στον Παντελή... Απ' το βράδυ που γύρισα να πάρω τον αναπτήρα μου και την είδε, τόνε καρφώθηκε στο μυαλό η μικρή... Αμά είχε και τα μπλεξίματα με τη σαντέζα κι έπρεπε να τον σταθώ... Πάει καιρός που ήθελε να την ξεφορτωθεί κι αυτή δεν έφευγε... Τι να έκαμα, μπήκα στη μέση να τήνε μιλήσω, αμά έχει δρόμο ακόμα η δουλειά... 
- Τόνε μασάει καλά, ε;
- Έρωτας είναι... Τρελή για λόγου του, άλλον άντρα δε βλέπει... 
Η αληθοφανής δικαιολογία έκανε τη γυναίκα του να νιώσει κάπως καλύτερα.
<<Μακάρι να είναι έτσι τα πράγματα και θα τους κάμω εγώ τα στέφανα χρυσά...>>
Το βράδυ πέρασε με τις τρεις οικογένειες να συζητούν το αναπάντεχο. Ο Καμανταρίδης που έψαχνε αφορμή για να κάνει τα δικά του χωρίς να κινδυνεύει η οικογενειακή του γαλήνη, βρήκε στο πρόσωπο της Ραμπελίας τον κατάλληλο άνθρωπο.
Έξω από το μαγαζί κι όσο ήταν συγχυσμένος από τη συνάντηση με την αρχικουτσομπόλα, εκείνη πρόλαβε να του μιλήσει. Του είπε όλα όσα ήθελε με μια ανάσα, όσο ο αμέριμνος Παντελής έδινε γερό μπαχτσίσι στον πορτιέρη.
- Βοήθα με και θα σε βοηθήσω κι εγώ! Η γυναίκα σου θα πάει σε δικηγόρο για να μη την αφήκεις πρώτος εσύ και δεν έχει μούτρα να διει τον κόσμο! 
- Τι είναι αυτά που λες; 
- Άκουσα που τα μιλούσανε οι αδερφές... Βουίζει ο τόπος για σένα και τη σαντέζα, θα σε χωρίσει! Ο Παντελής μ' έβγαλε το κακό όνομα που μας είδανε μαζί και δεν ξεύρω ακόμα τι σκοπό έχει... Πες τον τον καλό λόγο και μη γνοιάζεσαι, θα σώσω το σπίτι σου! 
Δεν ήθελε και πολύ ο Καμανταρίδης...
- Να γυναίκα για σένα! Ξύπνια, μικρή, περήφανη και άβγαλτη! Κανείς δεν έχει τη χάρη σου! 
Κάτι τα λόγια του, κάτι το φοβισμένο της βλέμμα και η δήλωση ότι δε θα την έβλεπε ξανά λόγω των γονιών της, το αποφάσισε! 

- Αύριο θα σε πάει στη μαμά του; 
- Ναι...
- Ωχ... Ποιος ξεύρει τι έχει να γένει... 
- Λες να μείκει ξερή;
- Μπα... Πατιρντί μεγάλο απ' τα τώρα θα γίνεται...
- Άμα δε με θέλει, μη σώσει! Είπε αυτός που θα με πάρει και τέλος, δεν έχει την ανάγκη της!
- Και δε με λες μπρε Ραμπελίτσα μου... 
- Να σε πω μαμά!
- Την αρρεβώνα πως θα τήνε κάμουμε για; 
- Τι να σε πω, το σκέφτουμαι κι αυτό...
Παραλήδες αθρώποι, εδώ θα τοις φέρουμε στις δυο κάμαρες με τα σκοροφαγωμένα έπιπλα; Και πόσα ψούνια θα πρέπει να κάμουμε, ρουχισμό, μαλαματικά...
- Άσε και θα διούμε καλέ μαμά... Άμα πει η γριά το ναι, μπορεί και να πάμε στο δικό τους σπίτι...
- Πα! Αυτό το πράμα δε γένεται! Αρρεβώνα στου γαμπρού;
- Όλα γένουνται μπρε μαμά! Η ψυχή με βγήκε με ούλα αυτά που γίνηκαν, εδώ θα κολλήσουμε;
- Ε, ναι, δίκιο έχεις... Αμά σκέπτουμαι και το άλλο... Η ώρα οχτώ θα πρέπει να πάω για πλύση στη Χατζή και δεν ξεύρω τι να την πω άμα μ' αρωτήξει... Το μεσημέρι θα έρτεις κι εσύ, στη μέση θα μας βάλουνε για!
- Σκασίλα μας για δαύτες! Άμα γένει αυτός ο γάμος μπρε μάνα, θαρρείς που θα ξενοπλένεις στη μια και την άλλη; 
- Εσύ θα ζήσεις μαζί του, εγώ...
- Τέτοιος γαμπρός και θα καταδεχτεί αυτό το πράμα;
- Δεν ξεύρω τι να σε πω παιδάκι μου...
Καμία διάθεση δεν είχε η Ραμπελία να υπηρετήσει ακόμα μια μέρα τις μεγαλοκυράδες. Ο Παντελής που έφτασε λίγο μετά τις επτά το πρωί με τα μάτια κατακόκκινα από την αυπνία, βρίσκοντας τον πατέρα στην αυλή να πίνει τον καφέ του πριν αρχίσει τη δουλειά και τις δυο γυναίκες αγουροξυπνημένες με τα νυχτικά, έδωσε την απάντηση στις απορίες τους.
- 'Ηρθα να πιω τον πρώτο καφέ απ' τα χέρια σου και να μιλήσω με το μπαμπά σου όπως είναι το πρέπον! 
Ο τόσο πολύ συγκινημένος  άντρας δε μπόρεσε να κρατήσει τα καυτά δάκρυα που κύλησαν στα ρυτιδιασμένα του μάγουλα.
- Φτωχοί αθρώποι είμαστε παιδί μου κι απέ το ρουχισμό της δεν έχουμε άλλη προίκα να τήνε δώκουμε... 
- Τίποτα δε θέλω, όλα εγώ θα τα κάνω! Κι εσείς οι γονείς άλλο πια να μη τυραννιέστε στις ξένες δουλειές... Σ' ένα μαγαζί καλό που έχει ένας φίλος μου, με είπε να πας για επίβλεψη κι άμα θέλεις ακόμα να φτιάχνεις τα καλάθια σου κάμε τα και δίνε τα χάρισμα! Παράδες καλοί θα σε δίνει και να μη γνοιάζεσαι για τίποτα! Εγώ είμαι εδώ! Κι η πεθερά μου να ξεχάσει τη σκάφη! 
- Πράμα εύκολο δεν είναι αυτό που λέγεις... Ωραία και καλά ακούγονται αλλά...
- Θα πάτε και σε άλλο σπίτι καλό, να δείτε πόσο θα αλλάξει η ζωή σας! Κι ο μικρός θα μορφωθεί! 
Η μια έκπληξη διαδεχόταν την άλλη! Έβγαλε ένα μάτσο λεφτά και τα έδωσε στη Ραμπελία.
- Να ετοιμαστείτε γρήγορα για τα λογοδοσήματα! Στο σπίτι μας θα γίνουνε, να το εγκαινιάσουμε κιόλας! 
Μάτι δεν είχε κλείσει ο Παντελής. Ξημερώθηκε προσπαθώντας να ηρεμήσει τη μητέρα του που είχε γίνει κατακόκκινη από τη σύγχυση και κατάπινε χάπια.
- Ποια είναι αυτή, πού τήνε βρήκες; Τόσες κοπέλες της σειράς μας σε θέλουνε, αυτήνε την παρακατιανή εδιάλεξες; Τον κόσμο δεν τόνε σκέφτεσαι, τ' αδέρφια, τους συγγενείς μας; Μια σταλιά κορίτσι και τύλιξε ποιον; Εσένα! 
- Τι πάει να πει με τύλιξε μάνα; Με αρέσει και τήνε θέλω, πάει και τέλειωσε! Αύριο θα τη φέρω να τη γνωρίσεις και την Κυριακή θα γίνει η αρρεβώνα!
- Ακούτε πράματα! Φέρε με μολύβι και χαρτί να γράψω τοις άλλοι μου γιοι που έχουνε τα μυαλά στη θέση τους... Αυτά περίμενα από σένανε; Τι θα πω μπρε παιδάκι μου στον κόσμο, που τήνε μάζωξες απέ τοις πέρα μαχαλάδες και θα κάμεις κυρία την κόρη του καλαθά; Τι ντροπή!
- Σιγά μη δώκεις και λογαριασμό! 
Σκόπιμα δεν της είχε πει ότι ξενοδούλευαν μάνα και κόρη γιατί δε θα γλίτωνε το έμφραγμα... 




Η Σουλτάνα μπαίνοντας στο μαγαζί τους, τις πέτυχε την ώρα που πλήρωναν. Έβγαλαν με άνεση τα λεφτά σαν παραλούδες. 
Ένα ζευγάρι άσπρες εξώφτερνες γόβες κι ένα μπεζ με χρυσά λουράκια κι ασορτί τσάντες είχε πάρει η κόρη κι ένα ζευγάρι μπλε κλειστά η μάνα. Η τσάντα που ήθελε ήταν σε άλλο χρώμα αλλά θα ερχόταν την επόμενη μέρα με τις νέες παραλαβές. Της έκανε μεγάλη εντύπωση πως ψώνισαν τόσα πράγματα, χωρίς να λογαριάζουν τους παράδες. 
- Με γεια σας κοκόνες μου! Τι κάμνετε, πείτε με τα νέα σας!
Καμαρώνοντας της είπαν για τον αρραβώνα και τον καλό γαμπρό. Η Σουλτάνα χάρηκε ειλικρινά.
- Μπράβο γιαβρί μου, η ώρα η καλή να είναι! Και θα πας σήμερα στην πεθερά, ε; Δε με λες, είναι γνωστό το παλικάρι;
Ξαφνιάστηκε όταν έμαθε για τον Παντελή. Τον ήξερε από μακριά, χωρίς να έχουν ανταλλάξει ούτε καλημέρα, αλλά γνώριζε καλά τη μητέρα του που ήταν πελάτισσα στο κομμωτήριο που δούλευε πριν παντρευτεί.
<< Μωρέ πού τόνε πέτυχε; Αυτός είναι πιο μεγάλος κι απ' το Γιωργάκη μου κι ετούτη λουλούδι ακόμα... Λεβέντης βέβαια κι ομορφάντρας, δε λέω...>>
- Πολύ καλή οικογένεια είναι κι η μαμά του εξαιρετική γυναίκα! Πόσο χαίρουμαι που άνοιξε η τύχη σου δε φαντάζεσαι! 
Έμεινε λίγο στο μαγαζί σχολιάζοντας το νέο με τον άντρα της και μετά γύρισε στο σπίτι μονολογώντας.
<< Κομμάτι αταίριαστο είναι το πράμα όπως και να το διεις... Άμα δεν την έρτει κάνας ταμπλάς τη μαμά του, τυχερή θα είναι... Και πως τήνε κατάφερε ο γιος της να τη δεχτεί που είναι σόι με όνομα και περιουσίες...>>
Δεν την κατάφερε! Η μάνα ήταν κατηγορηματικά αρνητική και περίμενε τ' αδέρφια του να συζητήσουν. 
Ο Παντελής που είχε δώσει το λόγο του στους γονείς της, δε μπορούσε να τον πάρει πίσω και ν' αναβληθεί ο αρραβώνας. Ο Καμανταρίδης του έδωσε τη λύση και πήγε το ίδιο απόγευμα με τη δικαιολογία έτοιμη.
- Τα αδέρφια μου δε μπορούνε να έρθουν πριν τον άλλο μήνα... 
- Ναι, ε; Ήρτε κομμάτι άξαφνα η αλήθεια...
- Κι η μητέρα μου δεν το δέχεται να γίνει χωρίς εκείνους...
- Ε... Καταλαβαίνουμε, πως...
- Λογοφέραμε επειδή δεν ήθελα να τραβήξει κι έτσι θα γίνει χωρίς επισημότητες... Θα σταθεί ο κουμπάρος κοντά μας!
Μάνα και κόρη κατάλαβαν τι συνέβαινε αλλά έκαναν το κορόιδο. Ο πατέρας κουνούσε απλά το κεφάλι...
- Ο,τι πεις εσύ Παντελή...
Η κυρία Καμανταρίδη δεν παρευρέθηκε. Η συμπεριφορά τους ήταν απαράδεκτη που εξαφανίστηκαν από τα σπίτια που τους "έδιναν ψωμί και ρούχα" και φοβήθηκε να μη χαλάσει τη σχέση με τις φίλες της. 
- Λόγος δε με πέφτει που λένε πως τόνε βάλανε στο μάτι για τοις παράδες του τα δουλικά αμά δε μπορώ και να μαλώσω με τις γυναίκες του κύκλου μας, τι να κάμω... Κάτι θα βρεις να πεις, αρρώστησα εγώ ή κάποιο απέ τα παιδιά...
Ο άντρας της άλλο που δεν ήθελε! Αφού ο Παντελής της πέρασε το δαχτυλίδι κι εκείνος ένα κωνσταντινάτο στο λαιμό για να "δέσει καλά η κουμπαριά", έφυγαν για το μαγαζί που τραγουδούσε η ερωμένη του. 
Η Ραμπελία έλαμπε από ευτυχία στηριγμένη στο μπράτσο του μνηστήρα της πλέον.
Σε κάθε της κίνηση το φουρό από το μεταξωτό φόρεμα θρόιζε κι ακουγόταν στα αυτιά της σα μελωδία. Δε χόρταινε να κοιτάζει το μεγάλο δαχτυλίδι που άστραφτε και το επεδείκνυε κάνοντας χαριτωμένες κινήσεις. Έμειναν εκεί γλεντώντας ως το ξημέρωμα, ανοίγοντας τη μια σαμπάνια μετά την άλλη. Ο Καμανταρίδης ξένοιαστος σχεδόν από τα μάτια που ίσως τον έβλεπαν, αφού η παρουσία του ήταν δικαιολογημένη, πέρασε αρκετή ώρα στο σεπαρέ με τη σαντέζα. Αυτός ο αρραβώνας ήταν ο,τι έπρεπε!

Τα αδέρφια του Παντελή δεν καταδέχτηκαν να τη γνωρίσουν. Την είδαν για πρώτη φορά στην εκκλησία ντυμένη νύφη, συνοδεύοντας τη μητέρα τους που ήθελε να κλείσει κάπως τα στόματα του κόσμου.
<< Γυρίζει με τη γιαβουκλού κι η μαμά του ακόμα δεν την έχει διει! Μήτε στο γάμο βλέπουμε να παγαίνει...>>
Οι συννυφάδες τους ευχήθηκαν τυπικά κι έμειναν για λίγο στο γαμήλιο τραπέζι. Γλεντζές ο γαμπρός, χόρευε με όλους και μοίραζε λεφτά στην ορχήστρα. Η κυρία Καμανταρίδη στάθηκε όπως έπρεπε κι η τελετή έγινε με κάθε επισημότητα. Οι φίλες της Χατζή και Φερτζίρογλου αδημονούσαν να μάθουν τα νέα. Αν και τις είχαν καλέσει με πρόσκληση που έστειλαν μ' ένα παιδάκι, δεν πήγαν. Ήταν πολύ θυμωμένες.
<<Έπρεπε να έρθει στην ώρα της και να ενημερώσει! Η μαμά της μήνυσε που ητανάνε λέει άρρωστη και δε θα ερχούτανε για την πλύση... Καλή κι αυτή! Μέσα στο σπίτι μας τόσα χρόνια, να και το ευχαριστώ! Κανονικά μήτε κι εσύ έπρεπε να πας αλλά και πως ν' αφήκεις τον άντρα σου μονάχο στο γάμο... Κουμπάρος χωρίς τη γυναίκα του δίπλα δε στέκει...>> 
Ασφαλώς και δεν τους έδωσε πλήρη αναφορά για την τελετή. Τα άνθη στα στέφανα ήταν δεμένα με χρυσή κλωστή και το κολιέ με τα μαργαριτάρια που προσέφερε στη νύφη ήταν εντυπωσιακό.
Η χαρά της ήταν απερίγραπτη που στεφανώθηκε ο ζωηρός του φίλος και δεν την ένοιαζε καθόλου για την καταγωγή της νύφης. 
<<Νοικοκυρεμένη είναι και σπίτι της προκοπής θα κάμουνε... Να μη ξελογιάζει και τον δικό μου που δε θέλει και πολύ... Το έχει στο αίμα του, είναι κι ο Παντελής χειρότερος!>>
Το γαμήλιο ταξίδι τελείωσε κι η Ραμπελία μπήκε στο νέο της σπίτι που άστραφτε από καθαριότητα και γυαλισμένα ασημικά. Οι γονείς της χάρηκαν τα πράγματα που τους έφερε. 
- Να ζήσετε χίλια χρόνια παιδί μου! Στεριωμένοι και χαρούμενοι!
Στο τέλος της εβδομάδας έκαναν μια γιορτή για τους φίλους τους. Η Ραμπελία που αγαπούσε πολύ το τραγούδι και το χορό, πέταξε από χαρά όταν της το πρότεινε ο Παντελής. 
- Καλά να είμαστε κι από γλέντια άλλο τίποτα! Θα μηνύσω τη μαμά μου για τα μαγειρέματα! 
Άλλος κόσμος, άλλες συνήθειες, αλλά στο καλό φαΐ και το ποτό ήταν όλοι ίδιοι... Προσαρμόστηκε η νεόνυμφη και τους πήρε τον αέρα αμέσως! Η τσαχπινιά που επιμελώς έκρυβε στην αρχή, έκανε τους άντρες να τη θαυμάζουν και τις γυναίκες να την κοιτάζουν με μισό μάτι αλλά δεν την ένοιαζε. Απολάμβανε τη ζωή που ονειρευόταν και κοιτούσε τον άντρα της στα μάτια με λατρεία. 
Η μάνα καλούσε και κάποιες γειτόνισσες να δουν πως ζει η κόρη της και να ζηλέψουν. Το κουσέλι έδινε κι έπαιρνε. 
- Ντράπηκα να πατήσω στη σπιταρόνα της! 
- Ψήνω καφεδάκι κι ελάτε, ούλα να μας τα πεις! 
- Σαλόνια, πράματα... 
- Σε καλοδέχτηκε;
- Πολύ! Κι η μαμά της κι αυτή! 
- Τι σε τρατάρανε; 
- Τόσα πολλά γλυκά που είμαι ακόμα σκασμένη!
- Τι φόραγε; 
- Σαν την πριγκίπισσα είναι, φορτωμένη στο μάλαμα! 
- Είδατε το Ραμπελιώ; Ποιος το περίμενε...
- Το είπε και το έκαμε!
- Με την τύχη της μίλησε! 
- Είδατε; Πράματα και θάματα! 
Όσο εκείνες κουτσομπόλευαν, η μάνα κι ο πατέρας μάζευαν τα λιγοστά τους πράγματα. Το σπίτι είχε βρεθεί, ένα σοκάκι κάτω από της κόρης τους...



4 σχόλια:

  1. Υπέροχη η νέα σου ιστορία Μαιρούλα μου τη ρούφηξα όλη με μιάς!
    Μπράβο στη πιτσιρίκα που κατόρθωσε και έγινε κυρία με τα ούλα της έκανε το μαχαλά να βουίζει απ'τη ζήλια του.

    Φιλάκια πολλά !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ζουζούκα μου σ' ευχαριστώ γλυκιά μου!
      Είδες η επιμονή και η εξυπνάδα της; Βολεύτηκε όλη η οικογένεια κι ο μαχαλάς... ακόμα βουίζει!

      Καλή εβδομάδα, πολλή αγάπη και φιλάκια σου στέλνω!

      Διαγραφή
  2. Καλό φθινόπωρο Mary μου,φιλάκια πολλά!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαρούμενο και δημιουργικό Ρενάκι μου!

      Σε φιλώ κορίτσι μου!

      Διαγραφή