.

.
.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Η Σεφταλιά



- Ε! Καλημέρα! Κουπέπια* θα σάσεις Ευταλού; 
- Ναι Χρόνα!
Άφησε στην άκρη το ρύζι που καθάριζε κι έπιασε το μπρίκι να ψήσει τον τρίτο καφέ της ημέρας.
- Θα έρθουνε η Βενέτω με τη Σουλτάνα και την Άνθω το απόγεμα.
- Καλό! Αρφές* της είναι;
- Όι, δυο αρφών παιδιά, γαίμα* της! Η Σουλτάνα έχει χάζι!* Χηράτη, έχει γιο και κορούα...
Η ανιψιά της η Δοξούλα, μπήκε φουριόζα κρατώντας μια μεγάλη τσάντα. Κιμάς δυο ειδών και μπόλια για τους ντολμάδες και τις περίφημες σεφταλιές που έφτιαχνε η Ευταλού και συκωτάκια κοτόπουλου για το ιδιαίτερο παστίτσιο της.
Παχιά γυναίκα αλλά ευκίνητη, έπλυνε το ρύζι, ψιλόκοψε κρεμμύδια και ντομάτα και ρίχνοντας μπόλικο λάδι κι αλατοπίπερο άφησε τη γέμιση στην άκρη του τραπεζιού. Τα αμπελόφυλλα ήταν ήδη ζεματισμένα. 
- Την πάννα* να πλύνω!
- Άσε θκειά, εγώ θα σε βοηθήσω!
Η Δοξούλα γέμισε τη μεγάλη λεκάνη με νερό και ξίδι κι έβαλε τη μπόλια να μαλακώσει. Την καθάρισε προσεκτικά από τις τρίχες και την έκανε ακόμα ένα χλιαρό μπανάκι πριν τη στραγγίσει. Η Χρόνα, καλή φίλη και γειτόνισσα, έτριβε τα κρεμμύδια για τις σεφταλιές και το παστίτσιο και σκούπιζε τα μάτια της από τα δάκρυα. 
Ο χοιρινός κιμάς εμπλουτίστηκε με λίγο αρνίσιο λίπος, για να είναι ζουμερές και να μη στεγνώσουν στο ψήσιμο εσωτερικά. Μπόλικος μαϊντανός, ένα μάτσο, αλατοπίπερο και μια μικρή τσιμπιά κανέλα, χωρίς ψωμί αλλά με τρία μεγάλα κρεμμύδια, έκαναν ένα μείγμα απαλό κι αφράτο. 
Η Ευταλού έπλασε μακρουλά μπιφτέκια κι έκοψε τη μπόλια σε λίγο μεγαλύτερο μέγεθος. Τα τύλιγε επιδέξια, όπως τους ντολμάδες και τα σκέπασε. Θα ψήνονταν λίγο πριν στρωθεί το τραπέζι και θα συνοδεύονταν με πιτούλες και γιαούρτι. Στη γειτονιά απλώθηκε γαργαλιστική μυρωδιά όταν τσιγάρισε το κρεμμύδι και τηγάνισε τα συκωτάκια. Έβαλε κάμποσα στο πιάτο κι έριξε αλατοπίπερο, ρίγανη και λεμόνι.
- Φάτε τώρα που εν ζεστά! 
Η Χρόνα τα κοίταξε λαίμαργα.
- Έναν βούκο ψωμί Ευταλού, έπεσε τ' αρφάλι μου!*
Έβρασε τα χοντρά μακαρόνια, τα βουτύρωσε καλά, έριξε μπόλικο τυρί και τα υπόλοιπα συκωτάκια. κι ετοίμασε την παχιά κρέμα που θα τα σκέπαζε. Χτύπησε πέντε μεγάλα αυγά για τη μπεσαμέλ της κι έριξε επιπλέον λιωμένο βούτυρο πριν πάει η Δοξούλα το ταψί στο φούρνο της γειτονιάς. Πρωτότυπο το παστίτσιο της, είχε ξενίσει ακόμα και τη φουρνάρισσα που δεν της ξέφευγε τίποτα από τα ψησίματα των νοικοκυράδων της γειτονιάς. 
- Συκώτια αντί για κιμά; Και είναι νόστιμο;
Ξετρελάθηκε όταν τη φίλεψε δυο μεγάλα κομμάτια η Ευταλού. Και πάντα όταν το έφτιαχνε κρατούσε τη μερίδα της.
Χρόνα και Δοξούλα τύλιγαν τα κουπέπια όσο η Ευταλού ετοίμαζε τη σαλάτα. Τα τυριά ήταν έτοιμα, κομμένα. 
- Ο χαρτωμένος* σου κόρη μου;
- Καλά είναι θκειά! Το βράδυ είπε μου θα πάμε στο θέατρο, έχει κόψει και τα εισιτήρια!
- Στην εκκλησά πότε θα σε πάει, ε; 
- Τον άλλο χρόνο! 
- Κάθε φορά το ίδιο λαλείς! 
- Λεφτά θέλει να μαζέψει είπα σου!
- Με το κουτσοδούλι* ήντα παράες που να έσιει στην πούγκα του, ε;
- Ταράζεις με πολλά θκειά... 
- Το καλόν σου εν που θέλω!
- Άφηέ με τώρα, στεναχωρκάς με...
- Προστατέφκω σε κόρη μου, εν ακούεις; 
Η Χρόνα που τις άκουγε αμίλητη, χαμογέλασε ειρωνικά και σκούπισε τα χέρια της μ' ένα πατσαβουράκι. Η Ευταλού την κοίταξε με νόημα φουρκισμένη. Σαν τρελός έκανε ο γιος της για τη Δοξούλα, αν του έλεγε το ναι θα την παντρευόταν την άλλη Κυριακή. Εκείνη όμως προτίμησε τον Αθηναίο που ανέβαλλε το γάμο τρία χρόνια... 
- Σα με θωρεί αλλάζει την στράτα του!
Απέφευγε να τη συναντήσει, γιατί κάθε φορά τον κοιτούσε στα μάτια αγριεμένη κι ήξερε ότι η θεία της δεν αστειευόταν. Στα κυπριακά του έσερνε ένα σωρό λόγια που δεν καταλάβαινε κι Δοξούλα το αρνιόταν. 
Η καλοσύνη της περιοριζόταν μόνο στους ανθρώπους που δεν έδιναν δικαιώματα κι ήταν σωστοί οικογενειάρχες. Κορώνα στο κεφάλι της είχε τους γαμπρούς, που πήραν με παπά και κουμπάρο τις κόρες της λίγους μήνες μετά τη γνωριμία τους.

Η Βενέτω με τις ξαδέρφες της έφτασαν το απόγευμα. Η Σουλτάνα εκτός από τα γλυκά, πήγε τυλιγμένα σε βρεγμένα πανιά και δυο βαζάκια με κρέμες για το πρόσωπο και το σώμα που είχε φτιάξει πριν λίγες μέρες.
- Στο ψυγείο θα τις βάλεις κυρία Ευταλού μου, μη σε χαλάσουνε απ' τη ζέστη! Έχουνε γιαούρτι και ζαρζαβάτια περασμένα απ' το τουλπάνι, που κάμουνε πολύ καλό στο δέρμα! Με το ροζ κορδελάκι είναι του προσώπου να ξεύρεις! Έχει και λεμονάκι τρίμμα και μαϊντανό για να μη σε κάμει ο ήλιος λεκέδες! Η άλλη θα σε σιάξει χεράκια σαν τα κρίνα και πόδια απαλά!
Η Ευταλού τις μύρισε κι έλαμψε το πρόσωπό της. 
- Ευχαριστώ σε πολλά για ούλα! Και για τα γλυκά και για τις κρεμούες! 
Η Ανθούλα  δε συμμετείχε και πολύ στη συζήτηση. Μέσες άκρες καταλάβαινε κι απορούσε πως η αδερφή της έστω και με το ζόρι μπορούσε να συνεννοηθεί. Οι άγνωστες λέξεις ήταν πολλές κι η λαλίστατη Ευταλού ήταν χείμαρρος.
Χρόνα και Δοξούλα κατάλαβαν κι άρχισαν να την πειράζουν.
- Καλέ θεία, μίλα καλά ελληνικά να σε καταλαβαίνουν οι γυναίκες! Και πού να δείτε όταν μιλάει βαριά τα κυπριακά τι γίνεται! Μια φορά μίλησε λίγο άγρια σε μια γειτόνισσα που έμπαινε η γάτα της στην κουζίνα κι εκείνη νόμιζε ότι τη βρίζει κι ήθελε να φέρει το χωροφύλακα!
- Α! Θαρκούμαι εν η πελλή του χωρκού!
- Νομίζει πως είναι η τρελή του χωριού είπε! Βαστά από κάπου στα Γρεβενά θαρρώ κι όλο μαλώνει άμα έρχεται το σόι της! Έτσι κάμνει και με τη γειτονιά, καλόν όνομα εν έχει... 
Η Σουλτάνα ακολούθησε το βλέμμα της Δοξούλας. Μια γυναίκα μεσόκοπη, με τσεμπέρι στο κεφάλι και τη σκούπα στα χέρια, έκανε τάχα ότι μάζευε τα πεσμένα φύλλα απ' τις γλάστρες αλλά κοιτούσε αδιάκριτα προς το σπίτι.

Μετά τον καφέ τη βοήθησαν στην κουζίνα. Η Ευταλού έψησε τις σεφταλιές στη σχάρα κι έδιωξε το γάτο της γειτόνισσας που λίγο ακόμα και θα έχωνε τη μουσούδα του στην πιατέλα. Το τραπέζι στρώθηκε κι οι Πολίτισσες γλύφονταν από τις νοστιμιές που δοκίμασαν.
- Σουλτάνα, η κυρά- Σεφταλού πώς είπε που το λένε αυτό που τρώμε;
- Ευταλού τη λένε μπρε Άνθω τη γυναίκα! Σεφταλιά είναι τούτο για!
Από μικρή μπερδευόταν η Ανθούλα κι άλλαζε τα ονόματα άθελά της. Σεφταλού της έκατσε, Σεφταλού την έλεγε! Με τον καιρό, της το άλλαξε εντελώς ο χωρατατζής γιος της Σουλτάνας, ο Ιάκωβος, που πείραζε συνέχεια τη θεία του και την αποκαλούσε Σεφταλιά, κάνοντας τη Βενέτω και τη Σουλτάνα να χαχανίζουν όταν το ξεστόμιζε.
Η Δοξούλα έφυγε νωρίς, για να προλάβει να ετοιμαστεί αφού θα συναντούσε τον αρραβωνιαστικό της. Η Χρόνα είχε καθίσει μαζί τους χωρίς ιδιαίτερη πρόσκληση. Δεν υπήρχε περίπτωση να έχει κόσμο κάποιο συγγενικό ή φιλικό σπίτι και να λείπει. 
- Ωραία κοπέλα είναι η ανιψιά σου Ευταλού μου! Κάθε που τη βλέπω, πιο όμορφη είναι!
- Ναι Βενέτω μου! Είναι και πολλά καλό πλάσμα, με καρκιάν σαν του μωρού λέω σου! 
- Πότε θα παντρευτούνε για;
- Τον άλλο χρόνο λαλεί... 
Η Σουλτάνα είδε τη Χρόνα που έκανε μια ειρωνική γκριμάτσα. 
- Ετοιμάζουνται δηλαδή... Καλόπεσε;
- Ε... Αρέσκειν της κι ούλα καλά θωρεί τα... Εγιώ Σουλτάνα μου έχω τη σαν παιδί μου κι ήθελα να καλοτυχηστεί... Προξένια πολλά την επέψανε με γαμπροί που θα ζουλεύκαν ούλες οι κοπελούες! Πλάσματα καλά, με σπίτια και παράες κι ούλο όι κι όι ελάλε...  Στεναχωρκούμαι κι ίντα μπου να κάμω... Θωρώ την κακομάζαλη που μηνήσκει με τα σιέρκα σταυρωμένα κι ο καιρός περνά...  
- Πόσο καιρό την έχει με την αρρεβώνα;
- Πάνε στα τρία χρόνια ξαδέρφη...
- Βενέτω μου, πολύ ετραβήξανε για...
- Αυτό λέει κι η Ευταλού μπρε Άνθω μου! 
- Λαλώ τα, ακούει με κανείς;
Η Χρόνα τις κοίταξε με μάτια που άστραφταν.
- Ο γιος μου, καλοθωρεί την από μιτσιά...Νούσιμο* πλάσμα, με δουλειά καλήν που θα την είχεν τζυρά κι αρκόντισσα, έπεφτε την λίος! Ας κάτσει έσω* της άλλο τόσον τζαιρό να περιμένει την ώρα την καλήν! Όι μάμα, γιαγιούα να την λαλούν τα κοπελούθκια* της!
- Ούσου* κόρη! Στεναχωρκάς τα πλάσματα τζιαί εν κάμνει! Αύριο να συντύχω* με τη μάνα της... 
Ανθούλα και Σουλτάνα κοίταξαν τη Βενέτω. Εκείνη τους μετέφρασε όσα δεν κατάλαβαν. 

- Ωραία περάσαμε στης Ευταλούς! Καλή γυναίκα είναι, φαγιά δικά τους μας έψησε, θυσία γίνηκε η αλήθεια... Κείνες οι σεφταλιές, τι νοστιμιά είχανε! Τις σκέπτουμαι και με τρέχουνε τα σάλια...Την είπα να έρτει και σε μένα όποτε θέλει!
- Και πώς μιλούσε μαμά, κανονικά ελληνικά;
- Ναι μπρε Ιάκωβε, αμά έλεγε και πολλά δικά τους στην κουβέντα πάνω... Άμα νευρίαζε με την ανιψιά της, ουουου!
- Ήθελα να είμαι από μια μεριά να σας βλέπω με την αδερφή σου και να κάνω καινούργιο συκώτι! Εκείνη να μιλάει κι η Ανθούλα να κοιτάει σα χαζή και να κουνάει το κεφάλι! Άκου να τη λέει Σεφταλού! Όσο το σκέφτομαι γελάω μόνος μου! Χα χα χα!
- Κάμποσες φορές έτσι την είπε, αμά παρεξήγηση δεν είχε, μισιακά και ζαβά τα λέει, αμά την αγαπάνε ούλοι! Κι εσύ μπρε ζεβζέκη που τη λες Σεφταλιά, καλύτερος είσαι για;
- Είμαι, ναι! 
- Μπρε συ, άμα ξεχαστεί καμιά φορά η απτάλα η Άνθω και τήνε πει έτσι, ρεζίλι θα γενούμε! Θα πει που την κοροϊδεύουμε τη γυναίκα κι είναι ντροπής πράματα τούτα! 
- Μια χαρά βολεύτηκε η θεία μου με τη Σεφταλιά! Κι άμα θέλεις της βγάζω και χαϊδευτικό, τη λέμε και Σέφη!
- Χα χα χα! Μπα που άδικη ώρα να μη σ' έρτει μπρε τζουτζέ! 

Η ¨Σεφταλιά¨επισκέφτηκε τη Σουλτάνα δέκα μέρες μετά. Παρούσα ήταν κι η Βενέτω κι η Ανθούλα, πήγε λίγο  αργότερα κι η Μαρίκα να τη γνωρίσει. Ο Ιάκωβος πέρασε από το σπίτι τάχα να πει κάτι στην πεθερά του, σκοπός του όμως ήταν να πειράξει τη μητέρα και τη θεία του.
- Συμπεθέρα, σε είπα να μη τον αφήκετε να έρτει! Διες τον που κοιτάει την Άνθω και γελάει!
- Δεν ηβαστιέται σε τέτοια πράματα... Να ιδείς που κάτι σκαρώνει πάλι!
Σε δέκα λεπτά Ιάκωβος και... Σεφταλιά, μιλούσαν για τα σπίτια στο κέντρο της Αθήνας. 
- Καλέ, διες πράματα! Διαμέρισμα πάει να την πουλήσει!
- Γρουσές λίρες εν έχω γιε μου... Δυο κορούες επάντρεψα, μιαν φάουσα ριάλια τον μήνα η καθεμιά... Δίχα προίκα αφήεις τες μια μάνα; Καλόν είναι να χτίζουσι σπιτούθκια, να βάλουν μέσα την κελέν τους κι εγιώ πάλι ο,τι μπορώ κάμνω... Ο τζύρης τους άφηκέ μας χρόνους κι έμεινα γυναίκα μονασά μου να δουλέφκω ούλην τη μέρα... Τ΄αέρκια* μου εν πολλά καλά κι εσταθήκανε... 
- Φάε κι άλλο ένα μπισκοτούι κυρία Ευταλού μου, να πάνε οι πίκρες κάτω! Τι στο καλό, μόνον χαπούθκια θα καταπίνεις; Εγώ σου λέω να το σκεφτείς πάντως, ευκαιρία είναι!
- Πολλά παράες έχουσι Γιακωβάκι μου... 
- Δεν είναι πολλοί για τέτοιο σπίτι...
Η Βενέτω ξεμονάχιασε τη Σουλτάνα στην κουζίνα. 
- Μπρε συ, ξεύρεις πόσοι παράδες είχε η Ευταλού; Τα σπίτια των κοριτσιών της να διεις που τα καπάρωσε! Έλυνε κι έδενε με τοις μαστόροι αυτή που βλέπεις! Μοναχοκόρη, προικίστηκε καλά, είχε κι ο άντρας της του κόσμου τις λίρες! Και τη Δοξούλα να διεις που θα κοιτάξει, γι αυτό η Χρόνα ήθελε αυτό το γάμο! Πιο πολύ στο συμπεθεριό στάθηκε, γιατί είχε να λάβει ο γιος της!
- Και χαραμίζεται με δαύτον που δε λέει να τη στεφανωθεί; 
- Θα σε πω κάτι ξαδέρφη... Η γειτόνισσά της, αυτή που μαλώνει και τη λέει πελλή, επέταξε μια κουβέντα που καθόλου δε με άρεσε... Είπε που οι φρόνιμες και καλές κοπέλες δεν έχουνε καλές τύχες, επειδής λέει οι άντριδοι κολνάνε με τις άλλες, τις ξύπνιες...
- Μπα! Κι αυτό το είπε λες για τον αρρεβωνιάρη της Δοξούλας;
- Ναι σε λέω! Ξεύρει και ποια είναι και πότε πάει και τη βλέπει αυτός! Γι αυτό η Ευταλού δεν κρατιότανε κι ήθελε να έρτουμε για να τα μιλήσετε!
- Κατάλαβα... Να πάει ο γιος μου στο καλό κι έχουμε βεγγέρα απόψε! 
Περασμένα μεσάνυχτα έφυγε από το σπίτι η Ευταλού. Η Βενέτω κοιμήθηκε στης ξαδέρφης της κι η Μαρίκα υποσχέθηκε να πάει πάλι το πρωί για να πιουν καφέ και να μιλήσουν. Έπρεπε να βοηθήσουν τη ¨Σεφταλιά¨ που απειλούσε να κάψει το σπίτι του...















Κουπέπια - Ντολμάδες με αμπελόφυλλα
Αρφές - Αδερφές
Γαίμα - Αίμα 
Πάννα - Μπόλια - Σκέπη του αρνιού
Κρεμούες - Κρεμούλες 
Έχει χάζι - Έχει πλάκα
Έπεσε τ' αρφάλι (αφαλός) μου - Πείνασα
Χαρτωμένος - Αρραβωνιαστικός 
Καρκιά - Καρδιά
Πλάσμα - Άνθρωπος
Κουτσοδούλι - Ψιλοδουλειά 
Έσω - Στο σπίτι
Κοπελούθκια - Παιδιά 
Νούσιμο - Μυαλωμένο - Σωστό
Ούσου - Σώπα 
Συντύχω - Κουβεντιάσω 
Τζύρης - Κύρης, πατέρας
Αέρκια - Αδέρφια 


Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Ο στενός κορσές

- Καλώς σας βρήκαμε! 
- Καλώς ήρθατε! Κυρία Σουλτάνα, πολύ χαίρομαι που σας βλέπω!
- Κι εγώ Ευρυδίκη μου! Φτου σου γιαβρί μου, όμορφη πολύ είσαι!
Μαρίκα, Αγλαΐα και Σουλτάνα, μπήκαν στο σπίτι. Οι γονείς της τις υποδέχτηκαν κι εκείνοι θερμά και σε λίγο έπιναν καφέ στο άνετο και πολύ ωραία επιπλωμένο σαλόνι.
Παιδικές φίλες ήταν οι δυο κοπέλες. Μαζί στα παιχνίδια, μαζί στο σχολείο, μαζί στους περιπάτους. Είχαν να ειδωθούν πάνω από δυο χρόνια αφού είχαν φύγει νωρίτερα κι όταν η οικογένεια ήρθε στην Αθήνα η Αγλαΐα με τους γονείς της ήταν από τους πρώτους που αντάμωσαν. Οι φίλες δεν χωρίστηκαν ποτέ ξανά.
Αριστοκρατική φαμίλια, με παράδες και μόρφωση μεγάλη οι γονείς, φρόντισαν να μη λείψει τίποτα απ' τα παιδιά τους. Ένα γιο και μια κόρη είχαν, που σπούδασαν στα καλύτερα σχολεία και μιλούσαν άπταιστα δυο ξένες γλώσσες. 
Πολύφερνη νύφη η Ευρυδίκη, έκανε πολλούς νέους της σειράς τους να τη θέλουν. Οι κατώτεροι τη χάζευαν από μακριά και δεν τολμούσαν να σηκώσουν τα μάτια τους στην κομψή, εμφανίσιμη κοπέλα που ανήκε σε ανώτερη τάξη. Η μάνα στεκόταν σχεδόν πάντα δίπλα της, δεν κατάφερε όμως να σταματήσει τους τρελούς χτύπους της καρδιάς της όταν ερωτεύτηκε ένα παρακατιανό.
Εκείνος ντυνόταν ωραία και κυκλοφορούσε στα καλά και ακριβά στέκια. Γόης της εποχής, είχε ξετρελάνει πολλά κορίτσια, όμως είχε στόχους και κοιτούσε πάντα ψηλά. Ενθουσιάστηκε η Ευρυδίκη με το στυλ και την ευγένειά του κι έκανε όνειρα, που γκρεμίστηκαν όταν μαθεύτηκε η αλήθεια.
- Μη τολμήσεις να τον ξαναδείς!
- Μαμά...
- Σε γέλασε ο παλιάνθρωπος! Θαρρείς πως δε θα ρωτούσα για λόγου του; Πόσο αφελής είσαι πια;
- Μ' αγαπάει...
- Την προίκα σου αγαπάει, όχι εσένα! Αυτήν έβαλε στο μάτι!
Ο πλούσιος θείος που ζούσε στην Πόλη και θα τον κληρονομούσε, ήταν ένα ακόμα παραμύθι του. Όταν ξέμενε από παράδες κλεινόταν στο σπίτι κι έλεγε ότι θα πάει να τον δει. Περνούσαν έτσι και δέκα μέρες, μέχρι να μαζέψει τα μεροκάματα ο πατέρας του και να τα εξανεμίσει. Μαύρες μέρες περνούσαν οι γονείς του κι οι καβγάδες τους σήκωναν το σοκάκι στο πόδι. Όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο και περιορίστηκε σ' ένα πενιχρό χαρτζιλίκι, άρχισε να ζητάει δανεικά από συγγενείς και φίλους, που δε μπορούσε φυσικά να επιστρέψει. Οι γονείς του ήταν απελπισμένοι.
- Να πιάσεις δουλειά και να δώκεις τοις παράδες που χρωστάς! Σε λίγο ούτε ψωμί δε θα έχουμε να φάμε! Ηντράπηκα τσι θείες σου και τσ' είπα που θα τα δώκουμε άμα πλερωθεί ο μπαμπάς σου, αμά ως εδώ ήταν! Τα χρέγια σου δεν τελειώνουνε, κόψε το λαμό σου!
Έγινε κολλητός με τους πιο δημοφιλείς κομπιναδόρους της περιοχής. Οι παράδες που έδινε στα χέρια της μάνας του, ήταν υποτίθεται από την καλή δουλειά που είχε βρει κι η καημένη τον πίστεψε.
- Ήβαλε μυαλό άντρα μου! Να τσ' ηξεκόψει όμως αυτοί τσι φίλοι που κάμει παρέα, καθόλου δε μ' αρέσουνε... 
Οι τσέπες του ήταν φορτωμένες κι η Ευρυδίκη αμέριμνη ζούσε τον έρωτά της. Μέχρι και το επίθετό του ψεύτικο ήταν και παρέπεμπε σε γνωστή, πλούσια οικογένεια. Χάρηκε κι η μητέρα της στην αρχή, πιστεύοντας ότι βρέθηκε γαμπρός άξιος, εύπορος και μορφωμένος, αλλά οι πολυπληθείς της γνωριμίες φρόντισαν να της προλάβουν τα κακά μαντάτα. Και μόνο που κυκλοφορούσε η κόρη της μαζί του, ήταν μεγάλη ντροπή. Την έκλεισε στο σπίτι και της απαγόρευσε να ξαναβγεί χωρίς να συνοδεύεται από τους γονείς ή τον αδερφό της.
- Μίλησέ της κι εσύ Αγλαΐτσα μου! Είδες το κακό που μας βρήκε... 
- Θα της περάσει, μην ανησυχείτε... Τώρα με τον κόσμο που άλλο δεν κάνει παρά να κουσελεύει, γρήγορα θα βρει άλλο θέμα να βάλει στο στόμα του! Κακώς δεν την αφήνετε να βγει γιατί τους δίνετε δικαίωμα έτσι... Να βγαίνει και με σας βέβαια, αλλά μη την ξεκόβετε κι από τις φίλες της. Θα την παίρνουμε μαζί μας με το μνηστήρα μου και να δείτε που θ' αλλάξουν όλα!
Ένα μήνα σχεδόν προσπαθούσε η Αγλαΐα να τη συνεφέρει. Κλάμα κι απελπισία είχαν ποτίσει οι τοίχοι του δωματίου της. Όταν έπιασαν το λεβέντη με τα κλεμμένα μεγάλης αξίας  κοσμήματα στα χέρια και τον φυλάκισαν, σαν κάτι να άλλαξε στη ζωή τους. 
Η Μαρίκα έπιασε το χέρι της φίλης της στοργικά και της χαμογέλασε με κατανόηση. 
- Ησυχάσατε τώρα! Φόβο δεν έχεις μη τση αλλάξει πάλι τα μυαλά!
- Ντρέπομαι τον κόσμο, τους φίλους μας, τους συγγενείς, τους γείτονες... Εκείνη που ήταν από τις καλύτερες κοπέλες να ξεπέσει έτσι;
- Να βγαίνεις με το κεφάλι ψηλά κι ανάγκη δεν έχετε! Ούλοι δα ηξεύρουν τη φαμίλια σας και πόσο καλή κόρη έχεις! Θα λες ότι εκείνος την κυνηγούσε και δεν την άφηνε να κάμει βήμα, όχι πως το ήθελε κι εκείνη! Την ξεγέλασε, μήτε η πρώτη μήτε η τελευταία είναι!
- Μα να πέσει στα σκουπίδια; Τόσοι την ήθελαν και δε γύριζε τα μάτια της, αυτόν βρήκε ν' αγαπήσει;
- Ο,τι γίνηκε, γίνηκε! Στο θέατρο θα πάνε με την Αγλαΐα και τον Ιάκωβο, θα είναι ούλος ο καλός κόσμος εκεί! Ε, απ' αυτό που ήπαθε, θα έχει το νου τση πια και θα πάρει τον καλύτερο!
- Για να δούμε... 
Κανένας άλλος δεν κατάφερε να τη συγκινήσει. Οι περισσότεροι νέοι του κύκλου τους είχαν αρχίσει ν' απομακρύνονται, αφού οι γονείς τους την κοιτούσαν πλέον με άλλα μάτια.
- Γυναίκα που το όνομά της ακούστηκε, δεν έχει θέση δίπλα σου! 
Οι γονείς της μαράζωναν βλέποντας την κατάσταση. Όσοι είχαν γιους της παντρειάς και τους γυρόφερναν, σταμάτησαν τις επισκέψεις και τα καλέσματα. Η φυγή τους στην Ελλάδα τους ανακούφισε κι έκλαψαν πικρά για όσα άφηναν πίσω τους... 

Η ζωή τους ξεκίνησε απ' την αρχή, αφήνοντας στους κοσμικούς κύκλους της Σμύρνης ο,τι τους είχε στερήσει το ειδύλλιο της ντροπής. Αγόρασαν ωραίο σπίτι, το επίπλωσαν με γούστο κι ακριβά πράγματα και γρήγορα γνωρίστηκαν με ανθρώπους της τάξης τους.
Τα προξενιά δεν άργησαν να έρθουν.
- Άνθρωποι καθώς πρέπει, με όνομα καλό, με παράδες, κανένας δε σε αρέσει; Κι αυτός που λέει η μαμά σου, ο τελευταίος που σε ζήτηξε, ωραίος δεν είναι; Γκιουζελίμ κοπέλα είσαι, μοσχαναθρεμμένη, ένας λεβέντης σε αξίζει! Γιατί μπρε γιαβρί μου ούλο όχι κι όχι είσαι; Πες με τώρα που δε μας ακούει η μαμά σου και μη γνοιάζεσαι, τίποτις δε θα την πω! Κει που πρέπει, ραμμένο έχω τον στόμα μου! 
- Το ξέρω κυρία Σουλτάνα, μου τα έχει πει η Αγλαΐα! Είσαστε πολύ καλός άνθρωπος!
- Και για σένα η νύφη μου τα καλύτερα μ' έχει πει! 
Από δω την είχε, από κει την έφερε, της άνοιξε την καρδιά της όσο ήταν οι τρεις τους στο δωμάτιο κι έδειχνε της Αγλαΐας κάτι καινούργια φορέματα που είχε ράψει. Κι η Σουλτάνα που όταν τη φώναξε η νύφη της τάχα να δει ένα σχέδιο, βρήκε αφορμή να της μιλήσει.
- Δε θέλω να παντρευτώ από προξενιό, ν' αγαπήσω θέλω...
- Α! Ωραίο πράμα η αγάπη! Αμά ν' αξίζει κι αυτός που θα δώκεις την καρδιά σου κοκόνα μου!
Άρχισε να της λέει για τον αποτυχημένο γάμο της Ανθούλας. Και πόσο πέτυχε η Ζωίτσα, η κουνιάδα της, που της γνώρισαν κάποιες θειάδες τον άντρα της και τον λάτρεψε.
- Οι πιο καλοί γάμοι, είναι αυτοί που ξεύρεις απέ πού κρατάει η σκούφια του γαμπρού! Κι εσύ μάτια μου που πέρασες πολλά με κείνον που σε γέλασε, πιο πολύ με καταλαβαίνεις... Ο άθρωπος αγαπιέται με τις χάρες του και μισιέται με τα χούγια του! Θα κάμεις να πούμε μια γνωριμία, δε θα τόνε στεφανωθείς την άλλη μέρα! Θα μπείτε, θα βγείτε, θα διείς άμα σε αρέσει και σε ταιριάζει και θα πεις το ναι! Φτωχό να μη κοιτάξεις γιατί αφού σεις έχετε τον τρόπο σας, μια ζωή θα τρώγεσαι μη και σε ήθελε για την προίκα σου! Κι είναι μεγάλο χτικιό αυτό, πολύ μεγάλο... Γι αυτό πρέπει καθένας να κοιτάζει αθρώποι της σειράς του που μιλούνε την ίδια γλώσσα! Σκέβου την Αγλαΐα μου που είναι μορφωμένη κοπέλα άμα έπεφτε σε κάνα μεροκαματιάρη που δε θα ήξευρε μήτε το όνομά του να γράψει που λέει ο λόγος, καλή ζωή θα έκαμναν; Όχι βέβαια! Την άρεσε ο γιος μου, που και σπουδαγμένος πολύ είναι, έχει και την περιουσία του και κάμανε χωριό! Και ταιριαστοί είναι σε ούλα τους αν τους διείς! Καλά δε τα λέγω μπρε νύφη μου;
- Ναι μαμά! 
- Άιντε καλά... Πάω μέσα και πείτε τα εσείς οι κοπέλες τώρα! 
Έκλεισε το μάτι στην Αγλαΐα και βγήκε χαμογελαστή.
- Ούλα θα σιάξουνε, μη σεκλετίζεσαι τζάνουμ! 
- Λες Σουλτάνα μου;
- Λέγω, λέγω! Σαν κορίτσι κι αυτό, τον έρωτα να τη χτυπήσει την πόρτα περίμενε όπως ούλες μας! Στάθηκε άτυχη με τον παλιάθρωπο που την έτυχε, πάει και τελείωσε αυτό! Μήτε την πείραξε, μήτε τίποτις, θα τα ξεχάσει με τον καιρό ούλα! Ο γιος μου έχει πολλοί φίλοι εδώ, η δουλειά του είναι που γνωρίζει κόσμο, θα μπούνε, θα βγούνε, κάτι θα βρεθεί!  


Λίγο πριν το γάμο των παιδιών, εμφανίστηκε ο κατάλληλος γαμπρός.
- Ιάκωβε, είναι έτσι όπως με τα λέγεις;
- Ναι σου είπα βρε μαμά! Γιατί να σου πω ψέματα, εσένα θέλω να παντρέψω;
- Γιατί μπρε, άμα ήθελα εγώ παντρειά το χειρότερο θα μ' έδινες και θα μ' έλεγες που είναι καλός; Χμμμμ... Πάει να πει που θα ήθελες να με ξεφορτωθείς, ε γιόκα μου; 
- Α πα πα! Για την Ευρυδίκη ξεκινήσαμε, σε σένα φτάσαμε! Μπας και σου γυάλισε κάνας Αθηναίος κυρία Σουλτάνα και το πήρες προσωπικά; Να σε δω νυφούλα κι άλλο τίποτα δε θέλω! 
- Μπα που άδικη ώρα να μη σ' έρτει! Νυφούλα τη μαμά σου; Χα χα χα! Τέτοια είμαι εγώ μπρε, που άλλονε δε γνώρισα απ' το μπαμπά σου; Αυτός ητανάνε για μένα κι άλλος τη θέση του δε θα πάρει!
- Καλά ντε, δε σε είπα να παντρευτείς με το ζόρι!
- Αυτό σ' έλειπε! Χα χα χα! 
- Αλλά θα είχε πλάκα να σε δω στην εκκλησία νύφη! Για παρανυφάκι ποια λες να βάλουμε, τη σερσέμα τη Βιθυνία; Σκέψου να βάλει φωτιά στο νυφικό σου ή να κάψει το κουστούμι του γαμπρού! Ε ρε γλέντια!
Ξεκαρδίστηκε η Σουλτάνα με το γιο της. Χωρατατζής από τους λίγους, ήταν η ψυχή της παρέας όπου βρισκόταν. Διακωμωδούσε τους πάντες χωρίς ποτέ να προσβάλει και τα πήγαινε καλά ακόμα και με τον πιο δύσκολο άνθρωπο.
- Ίδιος η μάνα μου είμαι, σου έμοιασα!
Τον καμάρωνε που ήταν έξω καρδιά. Αξιαγάπητος όπως κι εκείνη, μόνο που δεν είχε νεύρα.
- Σ' αυτό έμοιασα στο μπαμπά μου! Ε, να έχω κάτι κι απ' αυτόν! 
Καλή, χρυσή η Σουλτάνα, αλλά στο δίκιο της χτυπούσε το χέρι στο τραπέζι κι έβαζε τις φωνές. Κοκκίνιζε, ίδρωνε το πρόσωπό της, κουδούνιζαν και τα βραχιόλια όπως έκανε αέρα και μόνο αν της έβαζες κάνα καλό μεζέ ή γλυκό στο στόμα ηρεμούσε προσωρινά. Κατάπινε, ξαναφώναζε, μπουκωνόταν, γελούσε ο Ιάκωβος που είχε έτοιμο το πιάτο, της έδινε να πιει και λίγο ουζάκι για να ηρεμήσει. Το γλυκάκι συνοδευόταν από λικέρ. 
- Δώσε με να πιω έναν τσιγάρο και πες με στα σοβαρά για το γαμπρό τώρα! Άιντε μπρε! 
- Καλός είναι μαμά, ο,τι πρέπει για την Ευρυδίκη! Έχει δική του εταιρεία, συνεργαζόμαστε, αναλαμβάνει μεγάλες οικοδομές κι έχει πολλά λεφτά. Βρήκε τη δουλειά στρωμένη από τον πατέρα του και δε χρειάστηκε να κοπιάσει και πολύ. 
- Είναι κι ο μπαμπάς του στη δουλειά; Αδέρφια έχει;
- Βγαίνει στη σύνταξη ο άνθρωπος αλλά θα πηγαίνει να στέκεται στο γραφείο. Κι αδερφό έχει, αλλά κάνει άλλη δουλειά και δεν έχει σχέση με την εταιρεία. Και μια αδερφή παντρεμένη με δικηγόρο.
- Άρα οι παράδες που βγάζει σ' αυτόνε μόνο πάνε, ε;
- Ναι!
- Κι η Ευρυδίκη τον αρέσει σε είπε;
- Ε, δε μου το είπε αλλά φαίνεται το πράγμα!
- Πώς δηλαδή;
- Με ρωτάει πότε θα βγούμε πάλι κι αν θα έρθει μαζί μας και τέτοια...
- Μπράβο! Κι εκείνη;
- Τη δύσκολη κάνει, λες και δεν την ξέρεις κι εσύ... Αλλά νομίζω πως της αρέσει!
- Αυτό είναι! Να πεις την Αγλαΐα από κοντά να την έχει!
- Αφού μαζί τρέχουν για το γάμο, πιο κοντά δε γίνεται!
Του έδωσε ένα χαϊδευτικό χτύπημα στο χέρι και σηκώθηκε γρήγορα να ετοιμαστεί για το σεργιάνι στα μαγαζιά. Η Μαρίκα την περίμενε για τις τελευταίες αγορές πριν το γάμο. 
- Πάμε συμπεθέρα μου, μπας και προλάβουμε να περάσουμε μια κι από την Ευρυδίκη! Θα δώκουμε την πρόσκληση, θα μάθουμε και τα υπόλοιπα! Να διείς που θα φάμε γλήγορα κι εκείνης τα κουφέτα, σάμπως και την πόνεσε το δοντάκι μ' αυτόν! 

Η Σουλτάνα βγήκε συγκινημένη από το αυτοκίνητο με τον Ιάκωβο, που κρατούσε τη γαμήλια ανθοδέσμη στα χέρια. Ανάσα δε μπορούσε να πάρει με το στενό, ολόσωμο κορσέ που είχε ζωστεί για να της κουμπώσει το μακρύ φόρεμα που είχε ράψει.
- Πάλι πήρες κιλά; Πόσες φορές θα το ξηλώσω και θα το ξαναράψω;
- Κουνουπίδι έφαγα και με φούσκωσε μπρε, δεν πάχυνα!
Κακοχρόνιζε από μέσα της τη μοδίστρα αν και ήξερε ότι είχε δίκιο. Είδε κι έπαθε να το κουμπώσει κι ένιωθε τις ραφές να τσιτώνουν αλλά καμάρωσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και χάιδεψε το μεταξωτό, φερμένο απ' τη Σμύρνη ύφασμα.
Η Ευρυδίκη έφτασε στην εκκλησία συνοδευόμενη από τους γονείς και τον αδερφό της. Οι ματιές που έριξε στο νέο που στεκόταν κοντά στο γαμπρό, έκαναν τον Ιάκωβο να χαμογελάσει πονηρά στη μητέρα του.
- Καλά πάμε!
- Ναι γιόκα μου!
Η Αγλαΐα βγήκε απαστράπτουσα μέσα στο κατάλευκο νυφικό που στόλιζαν γυαλιστερά λουλούδια και δαντέλα. Η Μαρίκα με τη γαλάζια μακριά της τουαλέτα και τα χρυσά αξεσουάρ, βούρκωσε όταν την παρέδωσε ο άντρας της στο γαμπρό. 
Η Σουλτάνα που έκλαιγε από μέρες για το χαμό του Γιωργάκη της, πήρε βαθιές ανάσες.
<< Γιατί να μη σ' έχω δίπλα μου, να καμάρωνες κι εσύ το γιο μας...>> 
Μετά το μυστήριο ακολούθησε γλέντι μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Τα τραπέζια ήταν φορτωμένα μεζέδες μερακλίδικους, με μπόλικο σκόρδο και πιπέρι.
- Φάτε απ' ούλα τώρα που είναι ζεστά! Εγώ είπα τοις μάγειροι πώς να τα σιάξουνε, αλλιώς νηστικοί θα μνήσκαμε για! Ψητά με πατατούλες, πίτες, τυριά και τζατζίκι ξεύρανε μόνο οι αδικιορισμένοι, αυτά λέει ζητάνε! Μπρε, άμα δεν έχει το τραπέζι τον παστουρμά του και τα σουτζούκια του...
Γελούσαν οι συμπέθεροι και το ζευγάρι. Ο Ιάκωβος έκλεισε το μάτι στον κουμπάρο του και την υπέρκομψη σύζυγό του που έτρωγε φιλέτο με σαλάτα. Ειδική παραγγελία για να μη χαλάσει την αιώνια δίαιτά της. Η Μαρίκα έκανε χάζι τη Σουλτάνα που την κοιτούσε με μισό μάτι. 
- Νηστικιά θα μείκει αυτή καλέ; Μια στάλα λάδι δεν έχει το μαρούλι της, κατσίκα είναι;
- Έτσι είναι μαθημένη, τρώει λίγο για να μη παχύνει.
- Μμμμ... Σαν το χτικιό είναι για! Κάτσε να διεις τι θα την κάμω!
Πήγε ακριβώς πίσω της και την αγκάλιασε με το ένα χέρι ενώ με το άλλο κρατούσε το ποτήρι.
- Στην υγειά σας κουμπάρα, να μας ζήσουνε τα παιδιά! Καλέ, κρασάκι δεν πίνεις εσύ; Τι είναι εδώ μέσα;
- Σόδα.
- Τι έφαες καλέ και πίνεις σόδα για να χωνέψεις; 
- Δεν πίνω τίποτα άλλο...
- Α! Κρασάκι θα πιεις κι όχι μη με λέγεις! Κι αυτό το ξερό πράμα πώς το καταπίνεις κοκόνα μου; Φάε κομμάτι να σε πιάσει, να κάμει χαρά κι ο στόμας σου με τόσες νοστιμιές! Κάτσε να διεις εγώ τι θα σε δώκω!
- Όχι, ευχαριστώ, δεν...
Η μεγάλη πιρουνιά με το καλοψημένο κοκορέτσι χώθηκε στο στόμα της πριν προλάβει να μιλήσει. 
- Ωραίο, ε; Έλα και κρασάκι να σε πάει κάτω πιο καλά!
Θέλοντας και μη κατάπινε, αφού η Σουλτάνα δεν την άφηνε να πάρει ανάσα σχεδόν. Σε λίγο τσιμπολογούσε μόνη της τις πρωτόγνωρες γι αυτήν γεύσεις. 
- Έλα και παστουρμαδάκι, φερμένο απέ τα δικά μας τα μέρη είναι! Και το σουτζούκι και το λουκάνικο! Να τα ψήσεις με τ' αυγά στο τηγάνι με βουτυράκι και να διεις χαρά που θα σε κάμει ο άντρας σου! Να τόνε βγάλεις κι ένα ουζάκι κι έλα μετά να με πεις! Είδες που τρώγει απ' ούλα και το χαίρεται; 
Από τραπέζι σε τραπέζι γύριζε με το ποτήρι και μπουκωνόταν. Κάποια στιγμή ένιωσε δυσφορία και νόμιζε ότι θα σωριαστεί. Έκανε νόημα στην κόρη της και πήγαν στην τουαλέτα του μαγαζιού.
- Λιγοθυμιά μ' έρχεται μπρε Δόμνα μου... Άνοιξέ με κομμάτι τον κορσέ να πάρω ανάσα...
Τον χαλάρωσε λίγο κι ένιωσε καλύτερα.
- Σημάδια σε άφησε καλέ μαμά! Όλο σφίξε και σφίξε μ' έλεγες και κόντεψες να σκάσεις! Άντε να δω τώρα πώς θα σε ανεβάσω το φερμουάρ...
- Αυτή η απτάλα η μοδίστρα, δεν άφηκε τράτο καθόλου! 
- Ναι, η μοδίστρα σε φταίει τώρα! Κομματάκι να κρατηθείς δεν ήξερες...
- Σους μπρε κι εσύ! Νηστικιά άμα ήμουν θα έπεφτα κάτω από τη ζάλη!
- Τώρα ρουφήξου να σε κουμπώσω μην ανησυχήσει ο αδερφός μου που χαθήκαμε, άντε!
Με τα χίλια ζόρια ανέβασε το φερμουάρ και καταλάβαινε ότι η μητέρα της δε μπορούσε ν' ανασάνει καλά. 
- Πρόσεχε μαμά, τσίμα τσίμα είναι!
Η ορχήστρα έπιασε τα μερακλίδικα κι η Σουλτάνα λικνιζόταν και τραγουδούσε, όταν ένιωσε κάτι να συμβαίνει στην πλάτη της. Η Δόμνα έντρομη είδε το φόρεμα ν' ανοίγει και ν' αφήνει τον κορσέ σε κοινή θέα. Την κάθισε στην καρέκλα κι έφυγαν με τον άντρα της βιαστικά.
Ο Ιάκωβος με τη γραβάτα λυμένη την αγκάλιασε.
- Σήκω καλέ μαμά να χορέψουμε!
- Σε λίγο...
- Τώρα που ζήτησα να παίξουν το αγαπημένο σου τραγούδι, σήκω!
- Και ποιος σε είπε να το ζητήξεις τώρα μπρε μπουνταλά; 
- Σήκω καλέ και μ' έσκασες! 
- Δε μπορώ σε είπα!
Οι καλεσμένοι χτυπούσαν τα πιρούνια στα πιάτα και την καλούσαν.
- Σου-λτά-να! Σου-λτά-να! 
Το αίμα είχε ανέβει στο κεφάλι της κι ο ιδρώτας την έλουζε. Ευτυχώς που επενέβη η Μαρίκα κι έσωσε την κατάσταση.
- Κράμπα έχει, σε λίγο!
Ο Ιάκωβος έσκυψε να της τρίψει το πόδι.
- Σήκω πάνω μπρε ζεβζέκη κι εσύ! Το φουστάνι με σκίστηκε και πάει η αδερφή σου να με φέρει μια εσάρπα γιατί βγήκανε οι πλάτες μου όξω! Κάμε το κορόιδο τώρα και πάρε τη γυναίκα σου να χορέψετε! Ταγκό πες να παίξουνε και μετά που θα συγυριστώ τα άλλα!
Ξέσπασε σε δυνατά γέλια ο γαμπρός κι άρχισε να λέει αστεία για να ξεχάσουν τη μαμά του και τα τσιφτετέλια της.

Όταν η Ευρυδίκη έδωσε το χέρι της στο νέο για να χορέψουν, πλησίασε η Σουλτάνα τους γονείς της.
- Με το καλό και στης κορούλας σας! Διείτε ένα λεβέντη που θα κάμετε γαμπρό! Γιατί άμα δεν έχουμε τους γάμους τους του χρόνου, να μη με λένε Σουλτάνα! Και με είπε ο γιος μου που είναι τόσο καλός και παραλής, θα περάσει ζωή χαρισάμενη η Ευρυδίκη μαζί του! 
Οι αρραβώνες τους έγιναν σε λίγους μήνες κι ακολούθησε ο γάμος στη Μητρόπολη με εκατοντάδες καλεσμένους να βγαίνουν από πανάκριβα αυτοκίνητα. Η δεξίωση έγινε στην αίθουσα πολυτελούς ξενοδοχείου με ορχήστρα που έπαιζε μελωδικούς σκοπούς. 
Ζωσμένη ξανά με τον ολόσωμο κορσέ η Σουλτάνα, κοιτούσε το πιάτο της με μισό μάτι. Μια λεπτή φέτα μοσχάρι με ρύζι, αρακά και καρότο ήταν φαγητό νοσοκομείου. Νωρίτερα τους είχαν σερβίρει ποικιλία από τυριά και ζαμπόν άπαχο. 
<< Τι ανοστιά είναι τούτη; Του κόσμου τοις παράδες δώκανε για δαύτα; Πα πα πα... >>
Η Αγλαΐα στις αρχές της πρώτης εγκυμοσύνης της είχε στεφανώσει το ζευγάρι. Βλέποντας την πεθερά της ανόρεχτη, κατάλαβε ότι δεν της άρεσε τίποτα.
- Γιατί δεν τρως μαμά;
- Τρώω κόρη μου... Κομματάκι στεγνό είναι όμως, σαν κι αυτό που τρώνε οι άρρωστοι... 
- Χα χα χα! Έτσι είναι τα φαγητά εδώ, χωρίς σάλτσες και μπαχάρια... 
- Μμμμ... Να τα χαίρουνται... Κι εκείνα τα τζιέρια από τις πάπιες και τις χήνες που τα λιώσανε, πώς τα τρώγανε για; Μια αηδία ητανάνε! 
Η Μαρίκα που καθόταν δίπλα της την αγκάλιασε γελώντας. 
- Ο κορσές σου είναι εντάξει; 
- Να σε πω, σάμπως να με σφίγγει πάλι...
- Τι ήφαες σήμερα;
- Ε... Τι έφαγα, τίποτις δεν έφαγα... Κομματάκι μπουρέκι που με περίσσεψε απ' τα χτες, δυο βούκες ητανάνε ούλο κι ούλο... Έψησα λίγες πατατούλες με τ' αυγά στο τηγάνι, έριξα και λίγο τυράκι να με νοστιμίσουνε και βούτηξα ψωμάκι να στυλωθώ... Είχα και τρεις πιρουνιές γίγανες και για να μη τοις πετάξω τσίμπησα ωσότου να τελέψει το τηγάνι... 
Οι δυο μπουκιές κι οι τρεις πιρουνιές που έλεγε η Σουλτάνα, ήταν τουλάχιστον μερίδα εστιατορίου. 
- Πεινάω μπρε συμπεθέρα μου, αμά τούτο το πράμα δε με αρέσει... Μόνο που κολάτσισα πριν...
Την πιατέλα με τα τυριά και τα ψωμάκια με το βούτυρο τα είχε τιμήσει δεόντως αλλά τα είχε ήδη ξεχάσει. Φαγητό βέβαια δεν ήταν, κολατσιό το λογάριαζε αλλά η ποσότητα που είχε φάει ήταν αρκετή. Με το ζόρι έβαζε στο στόμα μικρές μπουκιές από το κρέας που είχε το πιάτο της και το φούσκωμα άρχισε να την ενοχλεί.
- Μαμά, είσαι καλά; Κόκκινη έγινες!
- Στεναχωρεύομαι κομμάτι, σάμπως να μην έχει αγέρα εδώ μέσα... Δεν ανοίγουνε κάνα παράθυρο για;
Η Αγλαΐα κοίταξε με νόημα τη μητέρα της και μίλησε με τρόπο στη Δόμνα, την κουνιάδα της.
- Να ιδείς που θα έχομε τα ίδια με τη μαμά! Ανάσα πάλι δε μπορεί να πάρει, ζορίζεται! 
- Άιντε πάλι! Και την είπα να μη φάει πολύ, δε με άκουσε!
Μάνα και κόρη στην τουαλέτα έπιασαν τον καβγά.
- Σους μπρε σε λέγω, του κόσμου τα λόγια μ' έσουρες! Νηστικιά ήθελες να μείκω; Τρώγουνται τούτα δω τα πράματα;
- Αφού σε είπα να προσέχεις κι ο κορσές πια δε σε κάμει, πιο μεγάλο νούμερο θέλεις!
- Λύσε με μπρε και γένηκα μούσκεμα!
- Αφού σε σφίγγει τόσο πολύ δε θα σ' έκοβε ιδρώτας για; 
Το ταγέρ ήταν εφαρμοστό με τα παραπανίσια κιλά που είχε πάρει.
- Κάτσε να σε ανοίξω και τη φούστα τώρα και να διούμε πώς θα τα κουμπώσουμε!
- Διες την τσάντα μου, έχω παραμάνες μέσα!
- Μμμμμ.... 
- Μαμούνια μπρε! Θα πέσει η ζακέτα από πάνου και τίποτις δε θα φαίνεται!
- Αυτά θα τραβάω κάθε φορά που έχομε γάμο; 
- Σους!
Η φούστα τακτοποιήθηκε αλλά η ζακέτα ήθελε δυο δάχτυλα για να κουμπώσει, το ίδιο και το μεταξωτό της πουκάμισο. Η Αγλαΐα που κατάλαβε ότι έχουν πρόβλημα, έτρεξε με το παλτό στο χέρι.
- Θα βγάλουμε τη γούνα και θα τη βάλεις μπροστά μαμά, σαν το μαντίλι! Έλα μη μπει κόσμος και μας δούνε!
Δεινοπάθησε μέχρι να περάσει η ώρα και να φύγουν. Η ζέστη ήταν αφόρητη κι οι τρίχες την ενοχλούσαν αλλά δεν την έπαιρνε να διαμαρτυρηθεί και πολύ. Έφαγε απ' όλα τα γλυκά κι ένα μεγάλο κομμάτι από την πολυώροφη τούρτα, ενώ η κόρη της την κοιτούσε άγρια.
- Διες χάλια, να μετράει τη βούκα μου... 

Η Αγλαΐα την καλησπέρισε κι αφού αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν, της έδωσε ένα πακέτο.
- Τι με φέρατε μάτια μου;
Ο Ιάκωβος έκανε κωμικές γκριμάτσες κι άρχισε να κουνάει τη μέση του άγαρμπα. 
- Τι κάμεις εκεί μπρε ζεβζέκη; 
- Άνοιξέ το καλέ μαμά μη μου μείνει κάνα κουσούρι!
- Χα χα χα! Στολή που φορούνε οι χανούμισσες είναι;
Έλυσε το φιόγκο κι άνοιξε το πολύχρωμο χαρτί.
- Α! Κορσές είναι! Πού σας ήρτε και με τον πήρατε;
- Αφού μας έβγαλες την ψυχή κυρά-Σουλτάνα με τον άλλο! Σου πήρε η νύφη σου ένα λίγο μεγαλύτερο!
Η Αγλαΐα την αγκάλιασε στοργικά.
- Με γεια σου μαμά! Να μην έχεις τη γκρίνια της Δόμνας άλλη φορά, ούτε κι εσύ να στεναχωριέσαι! 
Η Σουλτάνα τον περιεργαζόταν προβληματισμένη.
- Σας ευχαριστώ πολύ, αμά κομμάτι μεγάλος δεν είναι για μένα; 
- Μαμά!!!
- Καλά, καλά γιόκα μου, θα με φάνηκε... 
- Μεθαύριο θα πας στις ξαδέρφες σου μαμά;
- Ναι Αγλαΐτσα μου. Θα πιούμε τον καφέ μας κι έχομε βίζιτα μετά. Εμάθανε οι φιληνάδες τους οι Κύπριες που ήρταμε και θέλουνε πολύ να με γνωρίσουνε! Για πομάδες θα πούμε, συνταγές θα τοις δώκω! Είναι με λένε πολύ καλοί αθρώποι!
Ο Ιάκωβος την κοίταξε προσπαθώντας να πάρει ύφος σοβαρό.
- Στο λέω και πρόσεχε! Μη βάλεις πάλι κάνα φουστάνι στενό και σε μάθουνε κι εκείνες, ε;
- Όχι γιόκα μου, τα καλά μου θα φορέσω; Μια φούστα που έχω με λάστιχο και τη μπλούζα μου...
- Άιντε καλά...
Η μέρα ξημέρωσε κι η Σουλτάνα έβγαλε ένα φόρεμα και ζώστηκε τον καινούργιο της κορσέ.
- Δε με μαζεύει και πολύ... Να βάλω τον άλλο; Μπα... Έτσι και πάθω τα ίδια, ποιος με σώζει για;

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

320 μίλια χαμένης αθωότητας


Με ένα νέο μυθιστόρημα η Καρμέλα-Αντιγόνη Σώρρου έρχεται να φωτίσει την ξεχασμένη από τη λογοτεχνία των τελευταίων ετών ζωή της Τρούμπας. Η συγγραφέας αναβιώνει με φυσικότητα λίγα χρόνια πριν τη χούντα των συνταγματαρχών τη ζωή στην κακόφημη συνοικία του Πειραιά.
Μέσα από τη ζωή της ηρωίδας, μιας Κρητικοπούλας από τα Χανιά, αναγεννιούνται πτυχές του υποκόσμου της δεκαετίας του '60. Εκείνη μολονότι θύμα στην αρχή γρήγορα αποκτά τον έλεγχο της ζωής της μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο που της όρισε η πορνεία. Ο πληρωμένος έρωτας, η αηδία, τα μυστικά και τα ψέματα από τους οικείους αναπαριστάνονται παράλληλα με τον κεντρικό μύθο.

2η Έκδοση

Πόση να είναι άραγε η απόσταση που χωρίζει την άγνοια
από τη γνώση; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με
βεβαιότητα αν δεν ταξιδέψει πρώτα από τη μια άκρη μέχρι
την άλλη. Κι αν η μετάβαση γίνει ακαριαία και βίαια τότε η
απόσταση αυτή μοιάζει ακόμα μεγαλύτερη.
Ένα κορίτσι από την Κρήτη μπλέχτηκε στα δίχτυα της
Τρούμπας. Προσπαθεί να ελέγξει τη ζωή της με την αίσθηση
του κοινωνικού στίγματος… Ο έρωτας γίνεται εμπόρευμα,
ένα αηδιαστικό μέσο βιοπορισμού που την καταδικάζει να ζει
στο ψέμα...
320 μίλια χωρίζουν τη ζωή της αθωότητας από το θέατρο
του αγοραίου έρωτα και τη σκληρότητα του υποκόσμου.
320 μίλια που όμως φέρνουν τόσο δίπλα κοινωνικές
καταστάσεις που σκεπάζει η σιωπή.
Η Τρούμπα της δεκαετίας του ’60 ξαναζωντανεύει σαν
θεατρικό σκηνικό στη ζωή μιας πόρνης. Στο φόντο κινούνται
οι άνθρωποι της κακόφημης συνοικίας και οι προσωπικές
τους τραγωδίες. Αντιήρωες που στοιχηματίζουν τη ζωή
τους.
Η Βιβή όμως καταφέρνει στο τεντωμένο σκοινί να πατάει
σταθερά… 
Τιμή: 12 ευρώ 







Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Οι γαμπροί της Βιθυνίας


Τα χρόνια περνούσαν κι οι κοπέλες της γειτονιάς παντρεύονταν η μια μετά την άλλη.
Η δική τους πόρτα δεν χτύπησε ποτέ από προξενήτρα, ούτε κανένα αρσενικό έδειξε να ενδιαφέρεται για τη Βιθυνία.  Χασκογελούσαν τα κορίτσια στις πόρτες, στους περιπάτους, αντάλλαζαν μυστικά της καρδιάς, ντύνονταν και στολίζονταν για ν' αρέσουν στους ομορφονιούς.
Καθαρή πάντα και καλοντυμένη ήταν κι εκείνη, με φορέματα που τα στόλιζαν φραμπαλάδες και ωραία κουμπιά, με τα πλούσια μαλλιά της να πέφτουν απαλά στους ώμους. Κάτω από άλλες συνθήκες θα είχε αρκετές κατακτήσεις κι εκείνη, όμως λίγο το όνομα της σερσέμας που της είχε βγει, λίγο που όταν άνοιγε το στόμα της έδειχνε τη χαζομάρα που την έδερνε, έμενε στα αζήτητα.
- Τα μυαλά της μια χαρά είναι όπου θέλει!
- Άιντε καλέ!
- Μπρε σεις, ούλα τα κουσέλια του μαχαλά ξεύρει!
- Εμ! Δεν κάμει κι άλλη δουλειά!
- Τεμπέλα είναι απ' τα γεννοφάσκια της κι έτσι που πάει σαν τη χελώνα ζαβιάζει ώρες και φορές!
- Όπως κι αν είναι, μια ζωή ίδια έμεικε, σερσέμα, δεν αλλάζει!

Η μάνα αφού είδε κι απόειδε, έβαλε μπρος να καλύψει το παιδί της στη γειτονιά και τους συγγενείς.
- Μακάρι κι άλλες να τη μοιάζανε! Τίμια, καλή κόρη, του σπιτιού! Ξεύρετε πόσοι με τη ζητήξανε; Αμά η Βιθυνίτσα μου θέλει να διαλέξει τον καλύτερο και καθόλου δε βιάζεται! Δεν είναι απ' αυτές που λυσσάνε γι άντρα! Ανάγκη καμιά δεν έχει, διπλή και τρίδιπλη γένηκε η προίκα της! Οι γιοι μου τη μαζώξανε του κόσμου τις λίρες και τα ρούχα της δε χωρούνε πια στα μπαούλα! 
- Ε, ναι, όμως τα χρόνια περνούνε και να κοιτάξεις να την παντρέψεις...
- Το γιαβρί μου, είναι και που δε θέλει να ζήσει μακριά μου... Προχτές μια ξαδέρφη μας, απ' του αντρός μου το σόι, ήρτε και με μίλησε για το γιο της κουνιάδας της που είναι ξετρελαμένος με την κόρη μου! Όμορφος, αψηλός, λεβέντης, με δουλειά καλή, βγάζει ένα σωρό παράδες, έχει και χτήματα!
- Και δεν αρέσει την κόρη σου;
- Πως, βέβαια... Αμά λόγω που τόνε στέλνουνε στα εξωτερικά ούλη την ώρα, που είναι τέτοια η δουλειά του και σε λέει η κόρη μου που δε μποράει να φεύγει... Κι άμα κάμει κάνα παιδάκι, ποιος θα τη βοηθάει στα ξένα; Δύσκολο το πράμα...
- Θα μνήσκει εδώ με το παιδί για!
- Αυτά δε γένουνται! Ο άντρας της στα ξένα τόσοι μήνες κι εκείνη εδώ;
- Να βρει ένα που δε θα φεύγει!
- Αμ δεν τα βρίσκεις ούλα όπως τα θέλεις!
Διέλυσε το πηγαδάκι κι η κάθε νοικοκυρά πήγε στο σπίτι της, αφού κουτσομπόλεψαν με μισόλογα και ματιές μάνα και κόρη.
Η αλήθεια ήταν ότι η προίκα της Βιθυνίας ήταν αρκετή και βρέθηκαν κάνα δυο αρσενικοί που έδειξαν κάποιο ενδιαφέρον. Θα την τραγάνιζαν ευχαρίστως και θα έκαναν τη ζωή τους με τη μια και με την άλλη. Η μάνα όμως που φρόντισε να μάθει από πού κρατάει η σκούφια τους, δεν το συζήτησε καν. 
<<Ο ένας έφαε την περιουσία που τον άφηκαν οι γονιοί του στα χαρτιά κι ο άλλος έκαμε τρεις αρρεβώνες κι άφηκε την τελευταία πριν τα στέφανα... Εβούτηξε τις λίρες που τον έδωκε προίκα ο πεθερός του και γένηκε καπνός! Ποιόνε να πιάσεις και ποιόνε ν' αφήκεις που είναι ο ένας χειρότερος απ' τον άλλον; Τα ίδια θα κάμουνε και σε μας οι αδικιωρισμένοι, χαϊβάνια ψάχνουνε... Ακούστηκε στη γειτονιά που έχει παράδες και σπίτι η κόρη μου και μαζωχτήκανε οι χαϊρσίζιδοι... Μα ένας της προκοπής να μη την κοιτάξει; Καημό μεγάλο το έχω...>> 

Εμφανίστηκε κι ένας υπερβολικά αδύνατος λιμοκοντόρος με μύτη σουβλερή κάτω απ' τα γυαλιά του και πεταχτά αυτιά. Μιλούσε ένρινα κι ασχολιόταν μόνο με τον εαυτό του. Εγώ αυτό, εγώ εκείνο, εγώ το άλλο.
Κρατούσε τα λογιστικά βιβλία μιας εταιρίας, έτσι έλεγε, αλλά ήταν το παιδί για όλες τις εξωτερικές δουλειές που έτρεχε όλη μέρα εδώ κι εκεί πηγαίνοντας χαρτιά και έγγραφα, με μισθό μέτριο που δε θα μπορούσε να συντηρήσει σπίτι και οικογένεια αν δεν είχε η νύφη τον τρόπο της. Αυτά ήταν τα όνειρα που έκανε η μάνα του, χωρίς να καταλαβαίνει τους λόγους που καμία κοπέλα δεν είχε ενδιαφερθεί για τον κανακάρη της. 
- Ο γιος μου έχει μόρφωση μεγάλη και τόνε ζητάνε πολλές!
- Να τόνε χαίρεστε!
- Ευχαριστώ! Ακούσαμε που έχετε μια τόσο καλή κοπέλα κι είπαμε... Καταλαβαίνεται... 
- Πως, καταλαβαίνω... Να το διούμε το πράμα, να μιλήσω και με τοις γιοι μου κατά πως πρέπει... 
Μάνα και γιος είχαν πάρει τις πληροφορίες που ήθελαν για την προικισμένη σερσέμα. 
- Όλα θα τους τα φάω και θ' ανοίξω δικό μου γραφείο!
Γνώσεις ιδιαίτερες δεν είχε, έτσι λοιπόν έψαχνε και ρωτούσε σχετικά με τις δουλειές. Εκεί που έλεγε για ασφάλειες τα γύριζε στα εισιτήρια και στα ναυτιλιακά. 
- Βιθυνίτσα μου σε άρεσε;
- Όχι να σε πω... Άσκημος πολύ είναι καλέ μαμά...
- Έτσι και τόνε πάρεις, θα σκάσουνε ούλες απ' τη ζούλια τους που είναι τόσο γραμματιζούμενος! Δεν άκουσες που είναι στα μέσα και στα όξω με τοις πλούσιοι και τόνε έχουνε δεξί τους χέρι; Λύνει και δένει στο γραφείο! Να διεις που θα γένει διευτυντής κει μέσα!  
- Ναι, δε λέω, αμά...
- Τις ομορφιές στον άντρα να μην τις κοιτάς! Ο χαρακτήρας κι η τσέπη του μετράει για να ζήσεις καλά! 
Κάλεσε η μάνα τους γιους να μιλήσουν, μην προλάβει κι αρπάξει καμιά άλλη το κελεπούρι αφού είχε τόση ζήτηση.
Τ' αγόρια αλληλοκοιτάχτηκαν και κατάλαβαν ότι κάτι δεν πάει καλά.
- Πού την είδε την αδερφή μας και τον άρεσε; 
- Εδώ, στο σπίτι μας...
- Ήρτε δηλαδή με τη μαμά του να τη ζητήξουνε, χωρίς να την έχει διει πρώτα, έτσι μας λέγεις; 
Η μάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. 
- Και τι σόι αθρώποι είναι αυτοί;
- Πολύ καθώς πρέπει!
Η κόρη χαμογελούσε με ύφος υπεροχής που την ήθελε άντρας ξεχωριστός. Καθόταν με την πλάτη στητή στην καρέκλα σαν πριγκίπισσα και κοίταζε τον τοίχο. 
- Άσε να το ψάξουμε, να μάθουμε, να διούμε...
Ήπιαν τον καφέ τους κι έφυγαν σκεπτικοί. Ήξεραν τα χούγια της αδερφής τους και τους αλητήριους που είχαν τάχα ενδιαφερθεί. Πολύ θα ήθελαν κι εκείνη ν' αποκατασταθεί και να κάνει τη δική της οικογένεια, αλλά το έβλεπαν δύσκολο ως αδύνατο.
- Ή κάνας αχμάκης* είναι τούτος, ή πολύ έξυπνος! 
- Έτσι απ' το πουθενά να πάνε στο επίσημο; 
- Κι ούλο ακούσαμε κι ακούσαμε τις έλεγε! Από πού όμως δεν είπε!
- Μπρε, μπας και κόλλησε η μαμά μας χαζομάρα απ' τη Βιθυνία; Με αρέσει που το σκέφτεται κιόλας! Κι αυτή η αδερφή μας είδες πως καμάρωνε για το γαμπρό! Σκέψου να την καλάρεσε κιόλας, την Κυριακή θα είχαμε γάμοι! 
- Ε, δεν καταλαβαίνεις κι εσύ; Βλέπει ούλες να παντρεύουνται κι εκείνη να μνήσκει έτσι, σε λέει να κι εμένα που με ζητάει άθρωπος με θέση και που ξεύρει γράμματα πολλά... 
- Καταλαβαίνω... Αμά η γνώμη της δεν πιάνεται μπρε αδερφέ μου... 
- Κάτι με λέει που είναι κομπίνα...
- Κι εμένα το ίδιο... 
Ρώτησαν κι έμαθαν χωρίς ιδιαίτερο ψάξιμο.
- Μόνο λόγια ήτουνε μάνα και γιος! Και τι πράμα είναι καλέ, πόση ασκήμια; Αυτό είναι το λιγότερο βέβαια! Λοιπόν, στην εταιρία που είπε ότι έχει θέση, είναι ψέμα! Ούλες τις δουλειές κάμει, μέχρι και καφέδες ψήνει στον αφεντικό και τοις υπάλληλοι εκεί μέσα! Θεληματάς πάει να πει! Μισή τάξη επήγε στο Γυμνάσιο κι αυτή με το ζόρι, αμά δεν προχωρούσε και τόνε βγάλανε! Τρομάρα του που κάμει και τον πολύ μορφωμένο! Να διείτε αυτοί που δουλεύουνε εκεί πέρα σε καλά πόστα, πως γράφουνε κι είναι με το κεφάλι κάτω στα χαρτιά! Αρωτήξαμε κι εμείς μια κοπέλα κι ένα παλικάρι που ητανάνε δίπλα δίπλα στα γραφεία και τα γέλια εβάλανε! Ξεύρουνε φαίνεται που λέει άλλα στον κόσμο! Είπαμε την αλήθεια στο τέλος γιατί τοις έκαμε απορία που θέλαμε να μάθουμε!
Η μάνα σκούπιζε τον ιδρώτα που έλουσε το πρόσωπό της.
- Και... Και τι άλλο εμάθατε;
- Πως τους είπε ότι θ' ανοίξει δικό του γραφείο, επειδή τόνε θέλει μια κοπέλα με προίκα μεγάλη! Κοκορευόταν κιόλας ο παλιάνθρωπος ότι τον έταξε η πεθερά λίρες για να πάρει την κόρη της που τον έχει νταλκά! Κι εσύ μπρε μαμά σερσέμα σαν την αδερφή μας είσαι;
Κατάπιε τη γλώσσα της και κοίταξε τη Βιθυνία που έπαιζε αδιάφορα με τις άκρες των μαλλιών της... 


- Και τώρα με λέτε που βρήκε γαμπρό;
- Ναι για! 
- Κοίτα να διεις... Χα χα χα! 
- Σουλτάνα, πάμε μια απ' το σπίτι τους μπρε!
- Να πάμε! Θα χαρώ να τις διώ μετά από τόσα χρόνια!
Σε δέκα μέρες, αφού είδε όλους τους συγγενείς της, πήραν το λεωφορείο κι έφτασαν στο σπίτι τους. Χαρά μεγάλη έκαναν, τις κράτησαν και για φαγητό που ευτυχώς το είχε μαγειρέψει η μάνα, γιατί στην κόρη δεν είχαν καμιά εμπιστοσύνη οι δυο ξαδέρφες.
- Έμαθα και τα ευχάριστα Βιθυνίτσα μου, μπράβο κοκόνα μου!
- Ναι, ετοιμαζούμαστε για τοις γάμοι...
- Η ώρα η καλή να είναι! Για πες με τώρα για το γαμπρό!
- Πολύ καλός είναι, μ' αγαπάει, με κάμει ούλα τα χατίρια...
- Μπράβο, πολύ χαρά με δίνεις! Και δε με λες, πού θα μείκετε άμα στεφανωθείτε με το καλό;
- Στο σπίτι του! Έχει τρεις κάμαρες, μας σιάχνουνε και τα έπιπλα τώρα, ούλα καινούργια! 
Η μάνα γελούσε ευχαριστημένη.
- Η κόρη μου τα διάλεξε! Μέρες έτρεχε στα μαγαζιά και τοις μαραγκοί για να βρει τα σκέδια! Και πολύ ωραία τραπεζαρία και κρεβάτι και πολυθρόνες και μπουφέ, ούλα σκαλιστά!
- Καλορίζικα! Έχει κι εκείνη την προίκα της βέβαια!
- Το ρουχισμό της Σουλτάνα μου! Μέχρι και την τελευταία πετσέτα στα μπαούλα μέσα έχω! Τοις παράδες της στην τράπεζα τοις έχουμε, στο όνομά της! Σιγά μη και τα δίναμε στο γαμπρό, που παίρνει τέτοια κοπέλα! Ακόμα είναι τίμια, όπως τη γέννησα κι αυτός απέ χρόνια χηρευάμενος! Πλερώνει και την παίρνει!
Τα έχασε η Σουλτάνα ακούγοντάς την! Εκείνη που ήταν διατεθειμένη να χρυσώσει όποιον άντρα σκόπευε να πάρει τη χαζοβιόλα κόρη της, τώρα πια μιλούσε με αέρα κι εξυπνάδα περισσή!
- Καλά τα λες! 
Η Βιθυνία έβγαλε γλυκό περγαμόντο με κρύο νεράκι.
- Τώρα θα τον διείτε, η ώρα του είναι! 
Η πόρτα χτύπησε διακριτικά σε λίγο κι ο φορτωμένος με σακούλες κύριος τις χαιρέτισε εγκάρδια. Μνηστή και πεθερά τις πήραν, κοιτάζοντας ευχαριστημένες το περιεχόμενο. Γύρω στα εξήντα αλλά καλοστεκούμενος, με καλοσιδερωμένα ρούχα και γυαλισμένα παπούτσια, κάθισε δίπλα στη Βιθυνία. 
- Στην υγειά σας και καλώς ήρθατε κυρία Σουλτάνα!
- Ευχαριστώ, καλώς σας βρήκα! Υγεία κι η ώρα η καλή!
Η μάνα έτρεχε μέσα κι έξω να σερβίρει το γαμπρό και τις μουσαφίρισσες. Η Βιθυνία αμέριμνη κοιτούσε αλλού. Αλλάζει ο άνθρωπος; Δεν αλλάζει! 
Έφαγαν, ήπιαν, γέλασαν, πέρασαν μια όμορφη μέρα.
- Τα είδες Σουλτάνα μου που σε τα έλεγα;
- Αμ δεν τα είδα για; Είπα κι εγώ που θα είχε κάνα κουσούρι και λύσσαξε να πάρει τη σερσέμα, αμά τον είδα μια χαρά κύριο! Και πόσα πράματα τις έφερε! Πολλοί παράδες θα μαζώχνουνε βέβαια άμα δεν ξοδεύουνε τίποτις απ' το κομπόδεμά τους!
- Καλά είπε η μαμά της που πλερώνει και την παίρνει!
- Αμέ, έτσι είναι! Τώρα που το σκέφτομαι μπρε ξαδέρφη, είναι μεγάλο πράμα σ' αυτή την ηλικία να τόνε πέσει γυναίκα που άντρας δεν την έχει αγγίξει, ε; Για σκέψου τι θα λέει τοις φίλοι του, που μήτε το χέρι καλά καλά δεν τόνε αφήνει να την πιάσει... Τι σόι σπίτι θ' ανοίξει όμως, είμαι πολύ περίεργη να διω... 

Και είδε! 
Αμέσως μετά το γάμο που έγινε στην ενορία της νύφης κι όσο το ζεύγος έλειπε για το μήνα του μέλιτος, η μάνα φρόντισε να εγκατασταθεί στο σπίτι τους, τάχα να το φυλάει από τους κλέφτες. 
- Του κόσμου τα καλά πράματα έχουνε μέσα, χώρια πόσοι παράδες!
- Ε, τότενες καλά κάμεις! 
Ήξερε καλύτερα από την κόρη της πού βρισκόταν το κάθε πράγμα. Γεμάτα τα ντουλάπια της με τρόφιμα και γλυκά κουταλιού.
Το βύσσινο που πολύ καλά σφραγισμένο στο βάζο έλιαζε με τη ζάχαρη για να κάνει λικέρ, πήγε στα σκουπίδια.
Η μάνα έστειλε την κόρη της στο ταρατσάκι να το κουνήσει ελαφρά κι εκείνη επειδή βαριόταν θεώρησε καλό να το ανακατέψει με το κουτάλι. Το έκλεισε βιαστικά και γλύκανε όλα τα μυρμήγκια που είχαν μαζευτεί εκατοντάδες μέσα κι έξω.
<<Και πόσο το λαχτάρησε η ψυχή του γαμπρού! Τι να τον πούμε που περίμενε να γένει για να το πιει; Αχ μπρε κόρη μου, πού είχες τα μυαλά σου; Ίσα που πρόλαβα να σιάξω άλλο, ας νομίζει που το πίνει απ' τα χέρια της ο καψερός...>> 
Γέμισε τα καβανόζια με τουρσί και τσακιστές ελιές. Τα γυάλινα βάζα με σύκα που είχε ξεράνει και τα είχε γεμίσει καρύδι και πολλά κομμάτια τραγανό παστέλι με μυρωδάτο μέλι και σουσάμι. 
Το ζευγάρι επέστρεψε κι απόλαυσε τα καλούδια της νοικοκυράς νεόνυμφης. Ο γαμπρός καμάρωνε την αξιοσύνη της γυναίκας του κι όλη μέρα τσιμπολογούσε τις "λιχουδιές της". Η μάνα σηκωνόταν νωρίς το πρωί κι ετοίμαζε νόστιμα φαγητά που τα πήγαινε κρυφά στο σπίτι της κόρης της όσο εκείνος έπινε το δεύτερο καφεδάκι με τους φίλους του παινεύοντας τη γυναίκα του.
- Δυο - τρεις βρασούλες να πάρει, να φοβερίσω και λίγο κρομμυδάκι στο βούτυρο, ίσα να μυρίσει το σπίτι και το πετάμε! Αύριο να βάλεις το κρέας να βράζει ίσα με να πάει στον καφενέ και θα έρτω μετά να σε βοηθήσω! Δώσε με να τον σιδερώσω τα παντελόνια του και τα πουκάμισα, ούλο ζάρες έχουνε μπρε κόρη μου! Απέ το ρούχο του αντρός φαίνεται η νοικοκυρά για! Τόνε βλέπουνε όξω τιποδεμένο και καθαρό και σε παινεύουνε!
Λίγο η Βιθυνία βοηθούσε τη μάνα που τα έκανε όλα στα κρυφά και κατάφεραν να τον κάνουν να νιώθει περήφανος κι ευχαριστημένος για το γάμο του. Πριν το φαγητό τον περίμενε πάντα το ουζάκι με τους ωραίους μεζέδες.
- Τι ωραίο μου έφτιαξες πάλι  Βιθυνία μου;
- Σουτζούκι με τ' αυγά και λίγοι γιαλαντζί ντολμάδες! Κάτσε να φέρω μια και τα τυριά, έκαμα και σαγανάκι!
- Πω πω πω! Εγώ δεν έχω γυναίκα, θησαυρό έχω!
- Πίτα με παστουρμά και μπουρέκι θα σε ψήσω αύριο! 
- Να μου ζήσεις γυναικούλα μου!
- Ο,τι σε τραβάει η όρεξη να με το λέγεις!
- Όλα πολύ ωραία είναι! 
Καλούσε και τους φίλους του και περνούσαν φίνα. 

Η Σουλτάνα χαιρόταν που έστω και μ' αυτό τον τρόπο είχε αποκατασταθεί. Σπουδαία υπόθεση το στεφάνι!
- Μπρε άμα τα λέγω εγώ! Αφού παντρεύτηκε η σερσέμα, μην ακούσω καμιά άλλη να λέγει που δε βρίσκει άντρα να πάρει!
Με τα χρόνια η μάνα της χτυπήθηκε από αρθρίτιδα και δυσκολευόταν να βγαίνει καθημερινά. Η Βιθυνία να κρατήσει μόνη της το σπίτι δε μπορούσε κι έτσι πρότεινε στον άντρα της να μείνει μαζί τους. Δεν έφερε καμία αντίρρηση και τη δέχτηκε με χαρά. Το σπίτι ήταν ευρύχωρο κι εκείνη διακριτική μέχρι να φύγει ο γαμπρός για την καθημερινή του βόλτα στην αγορά και το καφενείο. Τότε έμπαινε στην κουζίνα και μεγαλουργούσε!
- Γεια στα χέρια σας κοκόνες μου, ούλα πολύ ωραία είναι!
Καλεσμένες η Σουλτάνα με τις δυο ξαδέρφες της, απολάμβαναν τα νόστιμα φαγητά τους.
- Εγώ λίγα πράματα έκαμα, η Βιθυνίτσα μου τα έψησε! 
- Μπράβο κοκόνα μου, άξια σε ούλα είσαι! 
Φεύγοντας φουσκωμένες από φαγητά, γλυκά και ροσόλια, χασκογελούσαν στο δρόμο.
- Αφού το σπίτι είναι στη θέση του, πάλι καλά! Χα χα χα! Την άλλη Κυριακή θα πάμε να διούμε μια φιληνάδα της νύφης μου που την έστειλαν ένα προξενιό και το σκέφτεται... 
- Α! Δεν την αρέσει ο γαμπρός;
- Δεν ξεύρω ακόμα,  αμά πού θα πάει, θα την κουκουλώσουμε!








Αχμάκης - Βλάκας