.

.
.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Φονικό δε θα γένει, θα σε στεφανώσω!



Το σμαραγδί μεταξωτό φόρεμα με τις χρυσές τρέσες στα μανίκια και το μπούστοταίριαζε θαυμάσια στη λεπτή σιλουέτα της Σωσώς.
Το στόλισμά της συμπλήρωναν ένα χρυσό περιδέραιο και καφασωτά μεγάλα σκουλαρίκια. Στο δεξί της χέρι, μια καδένα μ' ένα κρεμαστό κωνσταντινάτο κι ένα δαχτυλίδι ίδιο με τα σκουλαρίκια της. Τα φρεσκοβαμμένα μαλλιά της σ' έντονο ξανθό χρώμα, έπεφταν σε πυκνές μπούκλες μέχρι τους ώμους και οι λίγες τούφες που ήταν σηκωμένες ψηλά στερεώθηκαν με χτενάκια στο χρώμα του χρυσού κι αυτά, αγορασμένα από το καλύτερο μαγαζί της Πόλης. Βαμμένη κι αρωματισμένη με βαριά, μεθυστική μυρωδιά, που απλωνόταν σχεδόν σ' όλο το δωμάτιο.
- Μπρε δεν τήνε γνώρισα σε λέω! Λούσο και κακό η Σωσώ, άλλος άθρωπος γένηκε! Επάχυνε κομματάκι και την πήαινε πολύ, πριν ρούχο δεν τη στεκούτανε απάνου της απέ την αδυναμία και τα κόκαλα απέ τα μούτρα της την πετάγανε, τόσο πολύ! Κείνα τα χτενάκια, ένα όνειρο ητανάνε, χρυσούλια με ψιλά ψιλά λουλουδάκια απάνου, του κόσμου τοις παράδες θα είχε δώκει, πολύ ακριβό μαγαζί ητανάνε αυτό! Μπεζ σκούρο χρώμα τα παπούτσια της με τακούνια ψηλά, απέ του γαμπρού μου τα 'χε πάρει και τσαντάκι ασορτί. Μήτε ο κουμπάρος μας δεν τήνε γνώρισε για! Χα χα χα χα! 

Την ώρα που μπήκαν στης Σουλτάνας, η Σωσώ καθόταν ανάμεσα σε δυο κυρίες, που μιλούσαν κι έτρωγαν συνέχεια. Γιάννης, Ανθούλα και Σταμάτης, χαιρέτισαν ευγενικά όλους τους καλεσμένους, δίνοντας το χέρι κι ανταλλάσσοντας ευχές. 
- Δεσποινίς Σωσώ, τρόμαξα να σε γνωρίσω, ολάκερη άλλαξες για! Καλή χρονιά! 
- Καλή χρονιά κύριε Σταμάτη, ό,τι επιθυμείτε! 
- Δε με λες μπρε κουμπάρα, τούτη δω φτιασιδώθηκε μπα και κρύψει κάμποσα χρόνια; Χα χα χα χα! 

- Ωραία είναι μπρε κουμπάρε, αμά πολύ αστεία τα λες κι εσύ! Χα χα χα!
Ένα αργόσυρτο τσιφτετέλι ήταν η αφορμή να σηκώσει η Σουλτάνα τη Σωσώ, που μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες δεν είχε αφήσει καθόλου τη θέση της. Είχε βολευτεί γιατί τους έβλεπε όλους.

Με αέρα αυτοπεποίθησης άρχισε να λικνίζεται αργά και προκλητικά, κάνοντας όλα τα βλέμματα να σταθούν πάνω της. Τι κι αν ήταν η μεγαλύτερη σε ηλικία απ' όλες τις γυναίκες εκεί; Αυτό το πλάσμα που έφερνε γύρους τη μέση κι άγγιζε με απαλές κινήσεις όλο σχεδόν το σώμα της από τους γοφούς και πάνω, έμοιαζε εκείνες τις στιγμές σαν την πιο όμορφη και ποθητή γυναίκα. Φωνή δεν ακουγόταν στη σάλα, μόνο οι βαριές ανάσες των αντρών που γέμιζαν ξανά και ξανά τα ποτήρια τους μηχανικά, δίχως να την αφήνουν απ' τα μάτια τους. Δυνατά χειροκροτήματα και μπράβο ακούστηκαν όταν τέλειωσε κι όλοι ήθελαν να της προσφέρουν μια θέση δίπλα τους στο τραπέζι που έπαιζαν χαρτιά, τάχα για να τους φέρει γούρι. Με τρόπο έπιασε το τσαντάκι της για να βγάλει το μαντίλι της και με προσποιητή αφέλεια κάθισε δίπλα στο Σταμάτη που συνέχισε με τους άλλους να παίζει γυρίζοντάς του λίγο την πλάτη και πήρε το ποτήρι με τη σαμπάνια που της πρόσφερε ο Γιώργος. 
- Στην υγειά σου δεσποινίς Σωσώ, πολύ ωραία χόρεψες! Χαρά σ' αυτόν που θα σε πάρει!

- Έλα να τσουγκρίσουμε, άιντε και του χρόνου!
- Στην υγειά σας κύριε Σταμάτη! Είναι το δεύτερο ποτήρι που πίνω, χώρια το κρασί με το φαγητό και ζαλίστηκα κομμάτι... Να διω πως θα πάω στο σπίτι μου... 
- Πώς θα πας για; Τόσοι νοματαίοι με αυτοκίνητα εδώ, δε θα βρεθεί κανένας να σε πάει; 

- Α! Δεν το συζητώ, είναι ζαλισμένοι, έχουνε και τις γυναίκες τους, δρόμο να αλλάξουνε δε θέλω, δεν το δέχουμαι! 
Μια ερώτηση που του έκανε ο Γιάννης και γύρισε το κεφάλι να του απαντήσει και να αστειευτούν κι έβγαλε το σκονάκι με τρόπο μέσα απ' το μαντιλάκι της. Το έριξε με αστραπιαία κίνηση στο ποτήρι του, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν την είδε κανείς. 



Οι καλεσμένοι άρχισαν να φεύγουν όταν η ώρα πήγε τέσσερις. Η Σωσώ σκόπιμα έδειχνε περισσότερο ζαλισμένη κι ο Σταμάτης ένιωθε μια γλυκιά νάρκη σ' όλο του το κορμί. Η Ανθούλα με το Γιάννη έμειναν λίγο ακόμα, κουβεντιάζοντας με την αδερφή και το γαμπρό της, τρώγοντας γλυκά και πίνοντας σερμπέτια. 
- Πρέπει να φύγω Σουλτάνα μου, πολύ ωραία πέρασα κοντά σας! Άμα η Φωτεινή με τον άντρα και τα παιδιά της έμεισκαν μέχρι τώρα, μαζί θα παγαίναμε ως το σπίτι... Αμά, τι να κάμουμε που νυστάζανε τα μικρά; Λες να μη βρω την πόρτα μου με τη ζάλη που 'χω μπρε; 
Αυθόρμητα ο Γιάννης, για να γελάσουν περισσότερο με τη Σωσώ, πρότεινε να την πάει ο κουμπάρος τους ως εκεί. 

- Να ξεζαλιστείς κομμάτι μπρε Σταμάτη κι εσύ, άμε την κοπέλα ίσια με το σπίτι της! Έτσι ωραία που είναι, μη και τήνε κλέψουνε έτσι αξημέρωτα και τη χάσουμε! 
Ο Σταμάτης δέχτηκε μες στην παραζάλη του και βγήκε παραπατώντας σχεδόν με τη Σωσώ να τον κρατάει αγκαζέ... 


- Τι βλέπεις Μπερντού μου, πώς θα πάει το πράμα; Τέτοια αγωνία που έχω, τι να σε πω... 

Η τουρκάλα είχε ανάψει τα κάρβουνα και παρακολουθούσε τα σχέδια που έκανε ο καπνός. Σε ένα λεκανάκι είχε ρίξει το ροδόσταμο και τα κλαδάκια της λεμονιάς. 
Μόλις το ρολόι χτύπησε τρεις το ξημέρωμα, πήρε το μελισσοκέρι και το ζέστανε ελαφρά για να πλάθεται. Το άπλωσε στο τραπέζι αμίλητη κι έκλεισε ανάμεσα τα λεμονόφυλλα, διπλώνοντάς το ελαφρά με τα έμπειρα χέρια της. Όση ώρα έπλαθε τα σχήματα, μουρμούριζε μέσα από τα κιτρινισμένα δόντια της λόγια σαν προσευχή, στα τουρκικά. Σχημάτισε δυο ανθρωπάκια κολλημένα μεταξύ τους στην κοιλιά κι έτσι τα άφησε δίπλα στο ροδόσταμο, πάνω σε μαξιλαράκι κάτασπρο, μεταξωτό. Με τα κλαδάκια τα ράντισε και κοιτώντας τον καπνό μια υποψία χαμόγελου φάνηκε στο σκληρό πρόσωπό της. 
- Δε θα  μπεις στην κάμαρα πριν τις οχτώ και θα κάμεις όπως είπαμε. Ό,τι γίνει, μέσα σε δυο ώρες και πολύ σε βάζω, έτοιμος για ύπνο είναι ο λεβέντης! Τις τρίχες να μη ξεχάσεις να του πάρεις και το ζωνάρι του! Το άρωμα το έριξες παντού που σε είπα;
- Μέχρι και το στρώμα επότισε! Ακόμα και στις καρέκλες όλες έβαλα και στο μπαουλοντίβανο και παντού! Έτσι για να 'μαστε σίγουρες όπου κι αν κάτσει! Εβγήκα αμέσως κι έφυα, ζάλη μεγάλη μ' έφερε! Θα σε τα φέρω κι αυτά, τίποτις δεν ξεχνάω!
- Μάσαλαχ! 




Η Σωσώ, έσυρε με το ζόρι το Σταμάτη ως την πόρτα της. Μισοναρκωμένος από το κρασί και το σκονάκι, έπεφτε κάθε τόσο στην αγκαλιά της χωρίς να καταλαβαίνει ακριβώς τι γίνεται. Περνώντας στη σάλα, έπεσε σε μια καρέκλα κι η Σωσώ βιάστηκε να βγάλει το φόρεμα και τα στολίδια. Με μαύρη κομπινεζόν που άφηνε το μισό της στήθος ακάλυπτο, στάθηκε μπροστά του και του ρίχτηκε, ενώ εκείνος έδειχνε να το απολαμβάνει κι ανταποκρινόταν με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει. Η απόσταση ως την κρεβατοκάμαρα δεν ήταν μεγάλη... 

Η μάνα, πατώντας αθόρυβα μπήκε στην κάμαρα. Ο Σταμάτης κοιμόταν βαθιά στην αγκαλιά της κόρης της, που είχε το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα. Το χαμόγελο ευτυχίας δεν έφυγε απ' τα χείλη της, ακόμα κι όταν σηκώθηκε σιγά κι ανάλαφρα για να μη τον ξυπνήσει και πάνε άδικα κόποι και παράδες.
- Τρέξε γλήγορα και πλύσου, σιάξου καλά να σε διεί έτσι όμορφη άμα ξυπνήσει και πιάσε το ζωνάρι του με τα δικά σου χέρια! Εγώ θα μαζώξω τις τρίχες, για να τα πάω στη Μπερντού! Στον καφέ του μια σταλίτσα να ρίξεις, ίσα που να νιώθει κούραση και να μείκει εδώ, στο κρεβάτι. Τελείωνε με την πούδρα και το ρίμελ και να τα κρύψεις στο συρτάρι, μη τα βλέπει και πονηρεύεται... Αρωματίσου πάλι και μη ξεχάσεις κι ανοίξεις τις κουρτίνες και διεί που μεσημέριασε! 
- Ξέρω καλέ μαμά, άμε στην εκκλησία και μετά στης θείας εσύ κι έρχεσαι το απόγεμα να τον ζητήξεις το λόγο! 

Ναι για, αυτό θα γένει! Ωστόσο, ξεύρεις εσύ πως να τόνε φέρεις βόλτα, ναι κόρη μου; Μπρε συ, τι ωραίο παλικάρι είναι, σαν άγγελος κοιμάται! Άλλη λύση δε θα βρίσκαμε, καλά μας ήρτανε όλα ως τώρα! Το ζήτημα είναι να σε στεφανώσει κι έτσι θα γένει, πάει και τέλειωσε! Σε χάλασε και θα σε πάρει, τέλος! 

Ο Σταμάτης ζαλισμένος άνοιξε τα μάτια, νιώθοντας μια γλυκιά θαλπωρή στο ζεστό δωμάτιο που μοσχοβολούσε. Μέχρι να καταλάβει πού βρισκόταν, είδε τη Σωσώ να κρατάει ένα δίσκο και να τον κοιτάζει γλυκά, ντυμένη ελαφρά μ' ένα άσπρο δαντελένιο νυχτικό και σατέν φιόγκο στα μαλλιά. Παραξενεύτηκε αλλά η χαμογελαστή γυναίκα του σερβίρισε μια κούπα ζεστό καϊμακλίδικο καφέ για να συνέλθει. Υπήρχε κι ένα μπολ με κουλουράκια κι ένα πιάτο με κέικ σοκολάτα και κανέλα. Κρατώντας τον καφέ στο χέρι του, την κοίταξε με απορία. 
- Δεσποινίς Σωσώ; Πού είμαστε, δεν καταλαβαίνω... 

- Στο σπίτι μου Σταμάτη και δεν είμαι πια δεσποινίς! 
- Δεν κατάλαβα...
- Πιε το καφεδάκι σου και τα λέμε... 
- Στο σπίτι σου; Καλά, πώς γίνηκε, τι γίνηκε; 

Ρούφηξε δυο γουλιές καφέ κι η καρδιά της Σωσώς πήγε στη θέση της. Αν μπορούσε, ας έφευγε τώρα!
- Γίνηκε αυτό που ήθελε η μοίρα πασά μου! Με έφερες το ξημέρωμα ίσια με δω και δε με άφηκες απέ την αγκαλιά σου για πολλές ώρες...
- Τι; Δηλαδή θες να με πεις που κοιμηθήκαμε μαζί; 

- Πριν κοιμηθούμε, άλλα πράματα μ΄έκαμες Σταμάτη μου! Και να σε πω κάτι, έτσι έπρεπε να γένει αφού είναι το γραφτό μας!
- Δεν είναι δυνατόν! Εγώ κι εσύ; Δηλαδή θες να με πεις ότι...

- Ναι, αυτό σε λέω κι άμα τελειώσεις τον καφέ σου όλα θα τα θυμηθείς... 
Ξάπλωσε δίπλα του και του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά. Εκείνος ένιωθε αδύναμος ν' αντιδράσει, σαν κάτι να τον κρατούσε εκεί, καθηλωμένο στο κρεβάτι και την αγκαλιά της. Έβλεπε δίπλα του μια γυναίκα επιθυμητή, με δέρμα απαλό κι αρωματισμένο που έλιωνε σε κάθε του άγγιγμα. Υπέκυψε ακόμα μια φορά...  

- Σωσώ; Πού 'σαι μπρε κόρη μου, έλα να με ξεφορτώσεις κομμάτι, η θεία σου μ' έδωκε ένα σωρό πράματα! Πώς επέρασες στο γλέντι γιαβρί μου; Έλα να με τα πεις! Κοιμάσαι μπρε και δε μ' ακούς; 
Πέρασε τη ζώνη στο παντελόνι του Σταμάτη και βγήκε τάχα ταραγμένη η κόρη της.
- Ήρθες μαμά, τι ώρα είναι;
- Απομεσήμερο κόρη μου!

Άλλαξε ξαφνικά ο τόνος της φωνής της και μίλησε άγρια και δυνατά.
- Δε με λες, τι είναι αυτά τα ρούχα; Άντρας εμπήκε σπίτι μας και γδύθηκε; Πες με τι γένεται δω πέρα, τρίχα τρίχα θα σε βγάλω το μαλλί!
- Μαμά, θα σε πω, αμά μη φωνάζεις...
- Τι να μη φωνάζω, ε; Τώρα θα σε πω εγώ!
Μπήκε στην κάμαρα και είδε το Σταμάτη όρθιο, φορώντας μια ρόμπα της. Με το ζόρι κράτησαν οι δυο παμπόνηρες γυναίκες τα γέλια τους. 

- Παναΐα μου! Ποιος είσαι συ που φοράς τη ρόμπα της κόρης μου μπρε; Τι θες εδώ μέσα τσίτσιδος; Θα σας σκοτώσω και τους δυο με το μπαλτά! Πρώτα εσένα παλιάνθρωπε! 

Έπαιζε το ρόλο της τόσο πειστικά, που ο Σταμάτης τα χρειάστηκε. Μέχρι να πάει ουρλιάζοντας η μάνα στην κουζίνα να φέρει το φονικό όπλο, η Σωσώ κρύφτηκε κλαίγοντας στην αγκαλιά του. Πού τα βρήκε τόσα δάκρυα, ένα Θεός το ξέρει... 
- Θα μας σκοτώσει η μάνα μου, καμία στην οικογένειά μας δεν επήγε με άντρα πριν το στεφάνι... Για μένα δε με νοιάζει, εσένα κλαίω που θα σε φάει το χώμα πασά μου... 
Διε που κλείδωσε και την πόρτα για να μη φύγουμε! Η ζωή μας ένωσε για τόσο λίγο και θα μας χωρίσει ο θάνατος αγαπημένε μου!
Η Σωσώ είχε κολλήσει το κορμί της πάνω του και μες στη ζάλη που του είχε φέρει το σκονάκι με τα βοτάνια στον καφέ, ένιωθε να λυγίζει.
- Σώπα, φονικό δε θα γένει, θα σε στεφανώσω! ! 




Στο κρεβάτι άρρωστη έπεσε η μάνα του όταν της παρουσίασε τη νύφη. Αν και τους έκρυψε την πραγματική της ηλικία, η μεγάλη διαφορά τους ήταν φανερή. Δεκατέσσερα χρόνια. Ο Σταμάτης δεν ήθελε να ξέρει, δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα άλλο, γιατί ακόμα και μετά το γάμο τους δε μπορούσε να χωνέψει το πως έγινε αυτό με τη Σωσώ και βρέθηκε μαζί της παντρεμένος σ' ένα μήνα. Η καζούρα που του έκαναν όλοι, κράτησε μόνο τον πρώτο καιρό. Σύντομα σχετικά η Σωσώ έμεινε έγκυος, παρά την προχωρημένη της ηλικία και του έκανε ένα γιο τετράπαχο και όμορφο.
- Χαλάλι τη Μπερντού κόρη μου, τόσα που την έδωκα κι άλλα τόσα που θα τη δώκω πεσκέσι για τη γέννα!

26 σχόλια:

  1. Αχ βρε Σταμάτη πως την πάτησες έτσι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Την πάτησε για τα καλά...χαχαχαχα!

      Φιλάκια, καλό Σ/Κ

      Διαγραφή
  2. εντάξει δεν πειράζει..τέλος καλό όλα καλά..ε..Σταμάτη;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχαχαχαχα! Γεια σου Ελπιδάκι, ωραία τα λες!

      Φιλάκια σε μανούλα και γιοκάκι, να περάσετε καλό Σ/Κ

      Διαγραφή
  3. πάλι καλά που του έκανε και παιδί.....
    πολύ καλή ανάρτηση έκανες να σαι καλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Με τόση διαφορά που είχαν, αυτό είπαν όλοι...

      Κι εσύ να είσαι πάντα καλά φίλε μου, σ' ευχαριστώ πολύ!

      Καλό Σαββατοκύριακο!

      Διαγραφή
  4. Γεια σου Μαιρούλα με την υπέροχη αφήγησή σου!!
    Πολλά φιλιά, καλό Σαββατοκύριακο!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γεια σου Ελενάκι μου με το μεθυσμένο σου κοτοπουλάκι!

      Φιλάκια κι αγκαλίτσα ζεστή, καλά να περάσεις!

      Διαγραφή
  5. απά πα πα πα!!!! έφριξα!!!!!!!!!!!!!! τέτοια καμνανε μάνα μου εκεί;Βαγγελίστρα μου!!!!!! άμα να με πεις και δω πολλές φορες γενήκανε πράματα και θάματα!!!!!!!!ζάβαλη μου!

    μου τελειωσε γρήγορα σήμερα και δεν μου άρεσε!


    ετοιμάσου...δε θα το λέμε 100 φορες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κι εδώ ανέκαθεν γίνονται Ελενάκι μου πράματα και θάματα...αμεεεεε!

      Σου τελείωσε γρήγορα, ε; Τι να σε κάνω τζιέρι μου, άσε να τα διαβάζεις μαζεμένα βρεεεεεε!

      Να ετοιμαστώ...μάλιστα... Απορώ με σένα πως με βάζεις μόνιμα στην πρίζα...απα πα πα!

      Φιλούθκια πολλά, καλό Σ/Κ!!!

      Διαγραφή
  6. Καλά εκείνες οι γυναίκες το τι τερτίπια σκαρφίζονταν και τύλιγαν τους αντράδες τους δεν λέγεται!
    Ο καημένος ο Σταμάτης τι του'μελε να πάθει!

    Καλό ΣΒΚ Μαίρη μου
    με φιλιά θαλασσινά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αιώνιες Γυναίκες Ζουζούκα μου... Είναι να μη βάλουν κάποιον στο μάτι παιδί μου, θα δοκιμάσουν τα πάντα!
      Ο καημένος ο Σταμάτης αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς, ο μπαλτάς δεν είναι παίξε - γέλασε! Χα χα χα!

      Καλό Σ/Κ αγάπη μου, φιλάκια πολλά!!!

      Διαγραφή
  7. Βρε τις Σουρτουκες τι ήταν πάλι τούτο καήμενε Σταμάτη Θα φύσαγες μετα και τη γιαουρτη Όχι μόνο το χυλο εργατα φιλενάδα καλη Κυριακή ψυχη μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μέχρι και το παγωτό μη σου πω...χαχαχαχαχα!

      Καλή εβδομάδα, φιλάκια πολλά Μαριλιζάκι μου!

      Διαγραφή
  8. Χαχα πολύ γέλασα Μαράκι, καθόλου δεν λυπάμαι τον Σταμάτη, ας πρόσεχε. Ανατριχιάζω όμως με αυτά που κάνανε μάνα, κόρη και μάγισσα για να τυλίξουν τον γαμπρό. Περιμένουμε συνέχεια
    φιλιά πολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαράκι μου γλυκό, ο Σταμάτης ήταν το θύμα... Άλλες εποχές, βρέθηκε παγιδευμένος και δε μπορούσε να κάνει αλλιώς...
      Κινδύνευε να φυλακιστεί όποιος αποπλανούσε κοπέλα, έτσι ισχυρίζονταν όλες τότε για να τυλίξουν τους γαμπρούς! Αποπλάνηση! Τώρα θα μου πεις η Σωσώ ήταν πάνω από τα σαράντα, όμως δεν άλλαζε κάτι όσον αφορούσε την...τιμή της ανέραστης δεσποινίδος, μπαλτάς ήταν αυτός!
      Κι εγώ ανατρίχιασα όταν άκουσα όλα αυτά που έκαναν, έχουν γίνει και χειρότερα όμως... Το πότισμα που έλεγαν ήταν ουσίες, καταλαβαίνεις...

      Φιλάκια πολλά, μια καλή εβδομάδα να έχεις!

      Διαγραφή
  9. Και κρασί και σκονάκι,πως να μην την πάθει ο Σταμάτης!!!!!Κακόμοιρα αρσενικά!Πως την παθαίνετε έτσι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είδες Τριανταφυλλένια μου;
      Είναι να μη σε βάλει τέτοιο θηλυκό στο μάτι, κάηκες! Χαχαχαχα!

      Καλή σου μέρα, φιλάκια!!!

      Διαγραφή
  10. Χι ..χι.. τι τούμελε να πάθει τον κακομοίρη τον Σταμάτη....Μαίρη μου.. τόπανε και το κάνανε
    μάνα και κορη.....απε τώρα που του έκανε και τον γιό να διούμε που θα καταλήξει αυτός ο γάμος που δεν ήτανε φισιολογικός αλλα έγινε με τα μαγικά της Μπερτούς..χι..χι.. άργώ να ερθω αλλά ποτε δεν χανω συνέχεια σου...αντε και εχουμε περιέργεια για τα παρατερω...χι.χι.. φιλακια πολλά Μαιρη μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σμαραγδένια μου σιγά μη τους ξέφευγε ο λεβέντης!
      Όσο για το γάμο, μια χαρά στέριωσε, το θέμα ήταν να μπει το στεφάνι!

      Σ΄ευχαριστώ πολύ γλυκιά μου, φιλάκια και μεγάλη καλημέρα!

      Διαγραφή
  11. Γεια σου Μαίρη μου!
    Καταρχήν θέλω να σ' ευχαριστήσω για το πολύ όμορφο σχόλιο που έγραψες για μένα στα top blogs.Δεν είσαι τυχαία Αιώνια Γυναίκα!
    Βρε τον μπουνταλά τον Σταμάτη, τι έπαθε!Αυτό σου το επεισόδιο μου θύμισε το παρακάτω; Στους δρόμους της Λυών προκειμένου να πεισθούν οι οδηγοί δικύκλωννα φορέσουν κράνος υπάρχει μια πινακίδα με το παρακάτω κείμενο:
    Επιστολή προς άνδρες:
    Το προστατευτικό κάλυμμα όρχεων χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1874 στο χόκεϊ επί πάγου... Και η πρώτη προστατευτική κάσκα μοτοσυκλέτας χρησιμοποιήθηκε το 1974. Επομένως οι άντρες χρειάστηκαν εκατό χρόνια για να καταλάβουν πως και ο εγκέφαλος είναι σημαντικός.
    Η αρχική ιδέα, φημολογείται ανήκει σε γυναίκα αστυνομικό.
    Σε όλες τις εποχές λοιπόν ζητούνται καπάτσες γυναίκες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αρετούλα μου καλημέρα!
      Το σχόλιο ήταν απλά η γνώμη μου, πιστεύω ότι έχεις ένα αξιόλογο blog που αποπνέει φινέτσα και ρομαντισμό. Κι εσύ σαν οικοδέσποινα είσαι ευγενέστατη και γλυκύτατη! Να είσαι πάντα καλά και να χαίρεσαι τα κορίτσια σου!

      Ο Σταμάτης, δεν ήταν ο μόνος που την έπαθε, αρκετοί φίλοι που τον πείραζαν μπουρδουκλώθηκαν κι αυτοί σε μια νύχτα...χιχιχιχι!

      Καλά, πινακίδα απίθανη!!!
      Μπράβο στην αστυνομικό, η φήμη μάλλον θα είναι βεβαιότητα...
      Οι καπάτσες γυναίκες υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα, βοηθούν έτσι και τις δειλές βλέπεις!

      Φιλάκια πολλά!!!

      Διαγραφή
  12. Καλησπέρα και πάλι:) Δεν χορταίνω τα όσα γράφεις.εχω και μια ερώτηση( είναι να μην αρχίσω τις ερωτήσεις,χαχα). Είσαι από την Πόλη? Οι γυναίκες αυτές είναι συγγενείς σου? Πως τα ξέρεις όλα αυτά? :) Φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Εύη!
      Καμία απολύτως σχέση δεν έχω με την Πόλη, ούτε καν έχω πάει αν κι ελπίζω κάποτε να την επισκεφτώ.
      Δεν ήταν συγγενείς μου οι γυναίκες αυτές, γνώριζα την Ανθούλα κι έτσι τα έμαθα με τα χρόνια. Ελπίζω να σε κάλυψα! :-)

      Φιλάκια!

      Διαγραφή
  13. Καλημέρα,με καλυψες,καλά πόσο χρονών είναι τώρα η ανθουλα? Είδες τι σου είναι όταν περνας καταστάσεις στη ζωή σου ,σου χαραζονται τα πάντα.:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η Ανθούλα έχει αφήσει προ πολλού το μάταιο τούτο κόσμο...

      Οι καταστάσεις που περνάει κάθε άνθρωπος, σίγουρα χαράζονται στην καρδιά και τη σκέψη.

      Καλημέρα!

      Διαγραφή