.

.
.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Μπρος να πάω σκιάζουμαι, πίσω να πάω φοβούμαι που λένε...




Ο Γιώργος, ο άντρας της Σουλτάνας, καθόταν στα καρφιά. Αγαπούσε πολύ την Ανθούλα και συμπαθούσε το Γιάννη κι είχε στεναχωρηθεί πάρα πολύ με όσα συνέβαιναν. 
Μάταια προσπαθούσε να κρατήσει τη Σουλτάνα μακριά απ΄αυτή την υπόθεση αλλά εκείνη είχε πεισμώσει.
- Άντρα μου, μη με λες άλλο τίποτις, δε θα σ΄ακούσω! Πολλά την έχει κάμει, στα μνήματα κόντεψε να τήνε στείλει ο χαϊρσίζης*! Και να σε πω, άμα τήνε χάναμε την αδερφή μας, σιγά μη κι έβαφε μαύρο το πουκάμισό του, άλληνα θα έμπαζε στο σπίτι τάχα μου για τον μεγαλώνει το παιδί! Κι αφού κάμει ό,τι κάμει, να την λέει που εγώ έβαλα τη νύφη μας να την πει ψέματα για να τους χωρίσω; Αυτό το πράμα που είπε, πιο πολύ με αγρίεψε σε λέω! Του κόσμου τα καλά έχω κάμει, παράδες, προικιά, μαζί δεν τα χαίρουντε για; 
Κι αυτή άμα είναι  ναμκιόρα* και δεν αναγνωρίζει τίποτις, άμα θέλει να τα λούζεται έχει καλώς! Αμά, να την αρωτήξω και να τήνε κοιτάζω μέσα στα μάτια άμα πιστεύει που θέλω να τήνε χωρίσω απέ τον άντρα της και να με πει δεν ξεύρω τι να πω; Ε! Αυτό μήτε ο Θεός το θέλει, μήτε ο Διάβολος! Α!
- Το ξέρω που έχεις δίκιο μπρε κοκόνα μου, αμά είναι άντρας της, δεν καταλαβαίνεις;
- Όχι, δεν καταλαβαίνω, χαϊβάνι είμαι! Γιωργάκη μου, άσε με να κάμω όπως εγώ ξεύρω, έτσι να χαρείς...

Τις σκέψεις του διέκοψε η άφιξη των δύο αδερφών, της μικρής Σοφούλας και του Κωστή που κουβαλούσε μια μεγάλη τσάντα ανοιχτή με ρούχα. 
- Καλώς τες, ελάτε! Το παιδί να πάει μέσα με τα δικά μου που κοιμούνται, να μερέψει κομμάτι απέ την ταλαιπωρία. 
- Ψήσε μας μπρε άντρα μου τρία καφεδάκια κι είμαι πολύ ταραγμένη. Σεις, πέστε τα χώρια με τον Κωστάκη που ητανάνε μάρτυρας... 
Ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι νερό πριν τον καφέ κι άρχισε να λέει τα καθέκαστα μονοκοπανιά. 
- Άμα με είπε που επήε κι άλλαξε στο φίλο του και μετά είδε την άλληνα, τι να σε πω... Δεν επίστευα τέτοιο πράμα που έκαμε ο Γιάννης! Α πα πα!
- Κι εκεί που τους τσάκωσε;
- Α! Έκαμε το μαγαζί άνω κάτου για να τοις βρει! Μικρά μικρά χωρίσματα είχε άμα κατέβαινες λίγα σκαλάκια κι εκεί να πούμε μπερντέδες και μέσα τα μιντεράκια με τις μαξιλάρες. Απέ τις φωνές που έμπηξε εβγάνανε τα κεφάλια τους οι άντριδοι, να διούνε τι γένεται! Ο αφεντικός εκεί, πού να τήνε κάμει καλά που ητανάνε θεριό ανήμερο! Επήε μια να τήνε πιάσει απέ τα χέρια για να σταματήσει και τόνε δίνει ένα κλότσο που διπλώθηκε στα δυο αυτός! Χα χα χα χα! 
- Μ' αρέσει που γελάς κυρία Ανθούλα!
- Ε! Αυτά πάνε, περάσανε... Όσο να πεις, οι πιο πολλές γυναίκες τα έχουνε ζήσει... Με τα πολλά που λες, τραβάει ένα μπερντέ και τους τσακώνει! Αχού και το τι γένηκε, μέχρι και ο Κωστάκης εφοβήθηκε και μπήκε μέσα! Τον κατέβασε τα μούτρα με τα νύχια της, πρόλαβε αυτός και την έδωκε μια στο μπράτσο, θέριεψε περισσότερο η Σουλτάνα, ξεμάλλιασε και την άλληνα, τον κλοτσούσε, μάνι μάνι εβγήκανε όξω και συνεχίστηκε το πατιρντί. Η άλλη όπου φύγει φύγει, την πιάνει ο Γιάννης απέ τοις ώμοι και να πάλι κλότσο αυτή, τον έριξε κι έπεσε χάμου απέ τις πόνοι! Ισιώνει το πανωφόρι της και λέει τον Κωστή, τώρα πάμε να την πάρουμε με το παιδί να πούμε κι άστονα αυτόνε να βουρλίζεται καταγής! 
- Πρόσεξε καλά τι θα σε πω καημένη μου! Άμα κάμεις πίσω τώρα, χαμένη θα είσαι μια ζωή! Αυτά τα πράματα, κόβουνται απέ την αρχή, κατάλαβες; Πέσε κομμάτι να ησυχάσεις και μη σε νοιάζει, μονάχη σου δεν είσαι στη ζωή. Άμα θέλει ο αδικιωρισμένος ας κοπιάσει, αμά δεν το πιστεύω, με τι μούτρα θα έρτει

Έλα ντε, με τι μούτρα θα κυκλοφορούσε ο Γιάννης, που ήταν σα να είχε μαλώσει με γάτα; Με το κεφάλι κατεβασμένο και το δανεικό κοστούμι λερωμένο και ξηλωμένο σε πολλές μεριές, πήρε το δρόμο για το μπεκιάρικο σπίτι του φίλου και συναδέλφου του. Του έβαλε ένα υγρό για χτυπήματα που τον έτσουξε πολύ και μισοκάθισε στην καρέκλα. Οι πόνοι από τη δυνατή κλοτσιά της κουνιάδας του που είχε σακατέψει δυο άντρες εκείνο το απόγευμα, δεν τον άφηναν να ησυχάσει... 
Είχε βραδιάσει πια όταν έφτασε στο σπίτι τους, προσπαθώντας να βρει δικαιολογίες στην εγκυμονούσα σύζυγό του. 
- Εμ! Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακιά του μέρα... Αμά, να γένω έτσι εγώ, ο Γιάνναρος με τ' όνομα, που με λιμπίζουνται λεύτερες και παντρεμένες; Κι απέ ποια, απέ την τρελή τη Σουλτάνα; Τώρα θα με πεις, αδερφή της είναι, αμά όχι και να δαρθούμε... Με σακάταψε το παλιογύναικο, κοτζάμ άντρα... Μια στην κεφάλα να την έριχνα και να έμεισκε στον τόπο... Μπα...φονιάς θα γένω για δαύτηνα
Το σπίτι σκοτεινό και σιωπηλό, έσφιξε περισσότερο την καρδιά του. Κατεβαίνοντας, γλίστρησε στο χυμένο γάλα με τη ζάχαρη κι έπεσε ανάσκελα. 
- Αντίς να χτυπήσω την κεφάλα αυτηνής, εχτύπησα τη δικιά μου...  Τι είναι αυτό το πράμα, γάλα είναι; Τι γένηκε εδώ μέσα μπρε; Με πήρε γυναίκα και παιδί... Κι αυτή η Άνθω με την κοιλιά που επήγε κι άφηκε το σπίτι; Ποιος ξεύρει τι θα την είπε... Και τώρα θα πρέπει να πάω να παρακαλάω; Φτου! 



Με καφέδες και τσιγάρα έβγαλε τη νύχτα ο Γιάννης μέχρι που ξημέρωσε. Πήγε στη δουλειά και δικαιολογήθηκε ότι φύτευε τριανταφυλλιές και σκόνταψε, με αποτέλεσμα τα αγκάθια να γδάρουν το πρόσωπό του. Ο πόνος της κλοτσιάς δεν τον άφηνε να περπατάει ελεύθερα κι έτσι έγινε πιο πιστευτό το "ατύχημα". Μετρούσε τις ώρες μέχρι να σχολάσει και πήγε στο σπίτι του Σταμάτη, του κουμπάρου τους. Η Σωσώ τον καλοδέχτηκε κι ανησύχησε που τον είδε έτσι, αλλά μπήκε διακριτικά στην κουζίνα προφασιζόμενη δουλειές κι άφησε τους δυο άντρες να τα πούνε. Τριανταφυλλιές κι αγκάθια δεν πίστεψε βέβαια, ο κουμπάρος είχε μεγάλο σεκλέτι και φαινόταν από μακριά. Έσκαγε από περιέργεια κι έστησε αυτί στη μισάνοιχτη πόρτα. Μιλούσαν χαμηλόφωνα και μόνο ο τόνος στην έκπληκτη φωνή του ανδρός της την άφηνε να ακούσει μερικές λέξεις. 
- Τι με λες μπρε Γιάννη; Βάι βάι! Πράματα και θάματα γενήκανε! Να πάω, φυσικά και να πάω, να πω και τη Σωσώκα να τη μιλήσει την κουμπάρα! Οι γυναίκες, αλλιώς τα λένε αναμεταξύ τους, μη ντρέπεσαι σε λέω! Κάτσε συ εδώ και πάω στο μπατζανάκη σου αμέσως! 

Με ύφος μισοκακόμοιρο ο Γιάννης μίλησε στη Σωσώ
- Με παραξηγήσανε σε λέω μπρε κουμπάρα! Εγώ, ένα καλό επήγα να κάμω και διε τώρα μπλεξίματα... Ο φίλος μου είχε κάτι να πούμε με την κοπέλα, αμά δεν ήθελε να το τραβήξει άλλο κι έστειλε εμένα να τη μιλήσω. Ε, μας είδανε μαζί και νομίζανε που έχω εγώ κάτι μαζί της, αδικία μεγάλη! Αυτή η Σουλτάνα τα κάμει όλα, απέ την αρχή δε με ήθελε κι όλο στραβά με κοίταζε... Αντίς δηλαδή να με πιάσει και να με μιλήσει σαν άθρωπος, να κάμει τέτοιο σαματά στο καζινάκι και στοις δρόμοι και να με κάμει έτσι κι εμένανε; Τρελή είναι σε λέω, δυο άντριδοι μας έριξε κλοτσές να μας σακατέψει, χάπια για τα νεύρα της πρέπει να τη δώκει ο γιατρός! Εγώ σαν άντρας έπρεπε να την κάμω μαύρη στο ξύλο με τέτοιο πράμα που μ' έκαμε, μεγάλη χάρη με χρωστάει που εκρατήθηκα! Και να σε πω, γένηκε ό,τι γένηκε, την αδερφή της δεν τήνε σκέφτηκε που περιμένει παιδί; Που την επήρε απέ το σπίτι με τη μικρή μαζί και ποιος ξεύρει τι την είπε; Αυτά τα πράματα εγώ, δεν τα σηκώνω και στο λέω! Οι καλές γυναίκες απέ το σπίτι τους δεν φεύγουνε, έτσι είναι! Διε τώρα κι εσύ να τα μερέψεις τα πράματα κομμάτι, αλλιώς θα μείκουμε ο ένας εδώ κι η άλλη εκεί και το παιδί μπαμπά δε θα 'χει... 
- Να τη μιλήσω την κουμπάρα, βεβαίως, αμά είναι σίγουρο που τα πράματα γένηκαν έτσι όπως με τα λέγεις; Σε είδε η Σουλτάνα να τη μιλάς την κοπέλα κι έκαμε τέτοιο κακό; Με το συμπάθιο μπρε κουμπάρε μου, αλλά σάμπως με φαίνεται που κάτι να με κρύβεις...
- Όχι, τι να σε κρύψω, έτσι όπως σε τα είπα είναι! Άμα η Σουλτάνα σε πει άλλα πράματα, ψευτιές είναι, επειδής δε με χωνεύει και θέλει να χωρίσει το αντρόγυνο! 

Ο Σταμάτης πήγε στο μαγαζί του Γιώργου σαν τη βρεγμένη γάτα. Ήξερε ότι ο Γιάννης είχε έφεση στις γυναικοδουλειές, αλλά πίστευε ότι οι άντρες καταλαβαίνονταν μεταξύ τους και θα έβρισκαν κάποια λύση. 
- Άντρας είσαι κι εσύ μπρε Γιώργο μου και καταλαβαίνεις! Η Άνθω με την κοιλιά εκεί και το αίμα του να βράζει, τον κουνήθηκε εκείνη, παρασύρθηκε κομμάτι κι αυτός... Η φκιάξη του αντρός έτσι είναι μια ζωή, πως να το κάμουμε τώρα; Να την πει για το φίλο του επήγε και βρέθηκε μπλεγμένος, τίποτις δεν την έκαμε την κοπέλα, με ορκίστηκε σε λέω! Αμά ξεύρεις τώρα πως γένεται με τις γυναίκες, το τόσο το κάμουν τόοοοοσο! Ένα καφέ κάτσανε να πιούνε για να τα μιλήσουνε και γένηκε το κακό το μεγάλο... Μίλα κι εσύ τη γυναίκα σου και την κουνιάδα σου, να μαζωχτεί κι εκείνη στο σπίτι της, γεννητούρια θα έχουνε σε λίγο καιρό, για τέτοια είναι τώρα για; 
- Σταμάτη μου, οι δυο μας μιλούμε τώρα και ξεύρουμε καλά τι γένηκε! Η Σουλτάνα είχε και μάρτυρα, μη το ξεχνάς αυτό! Καιρό τραβούσε η ιστορία και τόνε είδε η Αρχοντούλα, η Άνθω έβλεπε τα παράξενα αμά ο Γιάννης την έριχνε στάχτη στα μάτια. Να τόνε πεις που τίποτις κρυφό δε μείσκει κι άλλη φορά να το τιμάει το στεφάνι του. Εγώ, τόνε εκτιμάω όπως όλο τον κόσμο, λέξη άσκημη δε μ' έχει πει. Καλώς κακώς ο γάμος γένηκε κι αυτό δεν αλλάζει, έτσι είναι! Θαρρείς που θέλουμε να χωρίσουνε; Μήτε η αδερφή της το θέλει, τα στέφανα που τους άλλαξες στα εικονίσματα να μείκουν για όλη τους τη ζωή, αυτό να το θυμάσαι! 

Μ' ένα μεγάλο κουτί γλυκά στα χέρια, πήγε η Σωσώ στο σπίτι της Σουλτάνας προσπαθώντας να κρύψει το άγχος της. 
- Μπρε καλώς τη Σωσώκα! Πού βρέθηκες εσύ καλέ, πόσο καιρό έχεις να έρθεις βίζιτα;
- Ε... Όλο το σκεπτούμουνα να σ' έρτω κι όλο κάτι με τύχαινε Σουλτάνα μου. Αμά σήμερις είπα θα πάω, ο κόσμος να χαλάσει!
- Φυσικά, ο κόσμος εχάλασε Σωσώ μου και μη με πεις που δεν το ξεύρεις; Έλα, θα ψήσω καφεδάκι να πιούμε με την Άνθω
- Αχ μπρε κοκόνα μου, πολύ στεναχώρια επήρα, τι να σε λέω... Αυτός ο Γιάννης, κλαίει και κοπανιέται, τόνε λυπήθηκα να σε πω...
- Σιγά μην είναι και για λύπηση ο τζουτζές!* Πόσα τέτοια ξεύρει το πετσί του... Αυτήνα εδώ να λυπάσαι που πήε κι έμπλεξε με δαύτονα κι άιντε να διούμε τι έχει ακόμα να τραβήξει! Δεν ξεύρω τι ψέματα σε είπε, αμά τόνε έκαμα τσακωτό με την άλληνα, κάτσε να σε τα πω! 
Η Σωσώ άκουγε στην αρχή ήρεμη, ως τη στιγμή της παρακολούθησης. Εκεί κοκκίνισε και σα να μην πίστευε ό,τι άκουγε, ρωτούσε ξανά και ξανά με γουρλωμένα μάτια. 
- Όπως σε τα λέω γένηκαν τα πράματα! Φυσικά και είμαι σίγουρη αφού τα είδα με τα ίδια μου τα μάτια, είχα και τον Κωστή μαζί μου, συνάδελφο του Παύλου, της Ζωίτσας. Άγνωστο αυτοκίνητο, άγνωστος κι ο Κωστάκης, πως αλλιώς θα κάμναμε δουλειά; Η κοροϊδία που την έκαμε είναι Σωσώ μου, παντρεμένη είσαι κι εσύ και καταλαβαίνεις τι σε λέω. Μα να ντύνεται και να στολίζεται στου αλλουνού το σπίτι και να βγαίνει ραντεβού; Να την ορκίζεται που λάθεψε η νύφη μας κι ότι εγώ τα έκαμα όλα για να τους χωρίσω; Ητανάνε αυτό πράμα να το αφήκω να περάσει έτσι; Όχι πες με, άδικο έχω; 
- Όχι Σουλτάνα μου, χίλια δίκια έχεις, αμά ο κουμπάρος αλλιώς με τα είπε, που δε γένηκε τίποτις κι αδικήθηκε...
- Άδικη ώρα να τον έρτει τον παλιάθρωπο! Μπρε συ, ποιος ξεύρει και πόσες άλλες είχε κι η κουμπάρα σου χαμπάρι δεν επήρε; 
- Τι να σε πω...απέ τα σύγνεφα έχω πέσει... Απέ δω και πέρα να διούμε τι θα γένει, θα γεννήσει σε λίγο καιρό και τούτη, δύσκολα τα πράματα είναι για! Βάι βάι βάι...  Άνθω, ό,τι γένηκε γένηκε, να διούμε πως να σιάξουμε τα πράματα.. Για πες με, εσύ τι λες για όλα αυτά γιαβρί μου;  Μη κλαις μπρε αγάπη μου, αμαρτία είναι που ΄χεις και παιδί στην κοιλιά! Σουλτάνα, αυτός το επήρε το μάθημά του τώρα, άλλη φορά τίποτις δε θα κάμει, θα το διείς! Παρασύρθηκε πες, κακιά ώρα ητανάνε πες, άμα και δεν πάει η γυναίκα του στο σπίτι θα τήνε χωρίσει, θα πει που τόνε εγκατέλειψε για! Ντροπής πράματα είναι αυτά, τη Σοφούλα τι θα την πείτε που θα ζητάει το μπαμπά της; Και να τα πούμε κι απέ την άλλη, θα πάει για γέννα χωρίς τον άντρα της κι αυτός θα λέει που έφυε απέ το σπίτι; Άιντε μετά να μαζώχνεις τα στόματα του κόσμου, ξεύρεις τι γένεται άμα τα ανοίξουνε...
- Ξεύρω, πώς δεν ξεύρω! Αμά, ας το σκεπτούτανε πριν τα κάμει αυτά ο κουμπάρος σου! Η αδερφή μου θα μείκει εδώ, ίσια με να καταλάβει που δεν χωρατεύουμε, έτσι πες τον! Πολύ θα το σκεφτούμε το θέμα, αμά πιο πολύ εκείνη που είναι η γυναίκα του! Άμα τον αρέσουνε τα ξένα, να μείκει μονάχος του και να έχει όποια θέλει, άμα ζητάει γυναίκα και παιδί να πέσει στα γόνατα και να ζητήξει συχώρεση κι απέ την Άνθω κι απέ μένανε που με έσουρε του κόσμου τα λόγια! 

Η μικρή Σοφούλα έπαιζε μελαγχολική με τα ξαδερφάκια της, ενώ η πόρτα της σάλας ήταν κλειστή για να μην ακούσουν κάτι τα παιδιά. 
- Ολόκληρο παιδάκι ητανάνε η κόρη μου, κάτι είχε καταλάβει! Άξαφνα, άφηκε το παιχνίδι κι ήρτε απάνω μου και με τραβούσε να πάμε σπίτι.
- Θέλω να παίξω και με το μπαμπά μου τώρα, πάμε μαμά!
Η Σουλτάνα της μίλησε γλυκά, λέγοντάς της ότι ο μπαμπάς θα αργούσε στη δουλειά και δεν έπρεπε να μείνουν μόνες τους στο σπίτι. 
- Κι εσύ κυρία Ανθούλα;
- Τι να σε πω... Νεύρα πολλά τον είχα, έκλαιγα, αμά για ένα βράδυ ακόμα είπαμε με την αδερφή μου να μείκω εκεί, να διει κι εκείνος που δεν χωρατεύουμε. Αυτή η μικρή όμως, λες και βαλτή ητανάνε, το μπαμπά μου και το μπαμπά μου και κλάμα, τι να σε πω! Αναμεταξύ ο Γιωργάκης μήνυσε το Γιάννη που ήθελε να τον μιλήσει να πούμε, τον είπε πολλά και για το παιδί που τόνε ζήταε και κάπως απέ δω κι απέ κει ήρτε ίσια με την πόρτα να διεί την κόρη του. Ε... Την λέει άιντε να φωνάξεις τη μαμά, καταλαβαίνεις... Μπρος να πάω σκιάζουμαι, πίσω να πάω φοβούμαι που λένε... 




Τα μάζεψε η Ανθούλα και γύρισαν στο σπίτι τους. Μια βδομάδα μούτρα του κρατούσε αλλά ο Γιάννης εξακολουθούσε την ίδια τακτική. Η Σουλτάνα τα έλεγε αλλιώς, δεν είχαν γίνει έτσι τα πράγματα, αλλά νευρική όπως ήταν κι αφού δεν τον χώνευε είχε βάλει μπόλικα λόγια δικά της. 
Η αφελής Ανθούλα, βλέποντας τον άντρα της να φωνάζει και να υπερασπίζεται τον εαυτό του, άρχισε κάπως να μαλακώνει. Έφερε και το φίλο και συνάδελφό του στο σπίτι ο Γιάννης, που τη βεβαίωσε ότι δεν είχε τίποτα με την κοπέλα κι απλά τον πίεσε να τον βοηθήσει, να της μιλήσει.
- Άλλονε να μπιστευτώ δεν είχα Άνθω μου! Αδερφή λεύτερη έχω, ό,τι παράδες βγάνω τοις στέλνω στη μαμά μου να τη φκιάχνει την προίκα της, εγώ θα παντρευούμουνα πρώτα; Αυτή με ζόριζε πολύ και τι να έκαμνα, με λες; Την είπα που θα σε στείλω το φίλο μου τον καλύτερο να σε μιλήσει, αφού δε με καταλαβαίνεις που σε τα λέω εγώ. Ντρεπούμουνα η αλήθεια και τον είπα το Γιάννη να με κάμει τη χάρη αυτή, αμά σε κανένανε μη πει κουβέντα! Και πως να επήγαινε νοικοκύρης άθρωπος, με της δουλειάς τα ρούχα; Τον λέω θα σε δώκω δικά μου να διεί κι αυτή που είσαι πολύ κύριος, σεις οι γυναίκες όλα τα προσέχετε για! Τον έδωκα και παράδες, να την κεράσει και κάτι, στη μέση του δρόμου θα τα μιλούσανε; Παντρεμένος άθρωπος, μη και τόνε κουσελέψουνε άμα τον διούνε να τη μιλάει με τις ώρες... Ρώτηξε και τον κουμπάρο σας να διείς τι θα σε πει κι εκείνος, παρεξήγηση γένηκε σε λέω, άκουε! 
- Κι εσύ τον πίστεψες;
- Να σε πω... Ζαλισμένη ήμουνα με τόσα και τόσα, είπα να δώκω ένα τέλος μπας κι ησυχάσουμε πια... Ο ένας έτσι, η άλλη αλλιώς, στη μέση εγώ με το παιδί που τον είχε κι αδυναμία, τι να έκαμνα; Με είχε μιλήσει κι η Γιωργίτσα, που γένουνται αυτά στις οικογένειες και δεν πρέπει η γυναίκα να χαλνάει το σπίτι της, οι κουμπάροι μας τα ίδια, άιντε λέω... Νοικοκύρης άθρωπος ητανάνε, πολύ καλός πατέρας, τη βούκα του έδινε για μένανε και τα παιδιά μια ζωή... 
- Η Σουλτάνα τι είπε;
- Α! Χρόνια εκάμανε να μιλήσουνε γαμπρός και κουνιάδα! Άμα εμπήκα στο μήνα μου για να γεννήσω τον Αλέκο, με μήνυσε να πάω απέ κει να με δώκει πράματα. Κι απάνου στην κουβέντα με είπε που δε θα με ξαναπεί τίποτις, αμά εγώ χαϊβάνι να μην είμαι και να τόνε προσέχω. Δεν την είπα τίποτις, τι να την πω...

Όσο κοιλοπονούσε η Ανθούλα στο νοσοκομείο, ο Γιάννης είχε στρώσει κουβεντούλα του καλού καιρού με τη ζουμπουρλή νοσοκόμα. Η Σωσώ που είδε τη Σουλτάνα να έρχεται, έτρεξε κι ευτυχώς πρόλαβε το νέο πατιρντί που θα έκοβε ακόμα και το γάλα στις λεχώνες... 

 








Χαϊρσίζης - Ανεπρόκοπος 

Ναμκιόρα - Αχάριστη 


Τζουτζές - Γελοίος  







4 σχόλια:

  1. Απαπα άλλαξε ο Μανωλιος-Γιαννης και έβαλε τα ρούχα του αλλοιώς δηλαδή τι είσαι ΕΣΥ κολυμπά μου φτου φτου να μην σε ματιασω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αμ...αλλάζει ο άνθρωπος κορίτσι μου; Δεν αλλάζει...

      Καλή εβδομάδα, φιλάκια πολλά!

      Διαγραφή
  2. Ο Λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του,μήτε τη γνώση άλλαξε μήτε και το πουλί του...
    Αυτά τα πατάς κάτω από την αρχή γιαβρί μου,μη σου μεγαλώσουνε και μετά βλέπεις τί γίνεται...
    ( η παροιμία τυχαία )

    Σύρε και στο Σαλόνι σου τώρα γιατί έχεις πελάτες με τη καινούρια χαλάουα...

    ( αυτό το " άντριδοι " με πέθανε...λολ )

    φιλιά πολλά πολλά πολλά...-:)))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έτσι είναι Βιβουλίνι μου, από την αρχή, αυτός ήταν ο λόγος που επέμενε η Σουλτάνα.
      Η παροιμία σοφή ( τυχαία σίγουρα) δεν αλλάζει ο άνθρωπος...(κι ο λύκος...χιχιχι )
      Πάω και στο Σαλόνι, ετοιμάζομαι ν' ακούσω "τις άντριδοι" κι έχω ήδη συντονιστεί!

      Φιλάκιααααααααα!!!!

      Διαγραφή