.

.
.

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Τώρα την έχω στο χέρι τη μαντάμ!



- Άκου κι εμένανε μπρε γυναίκα! Μια χαρά άθρωπος είναι ο πατέρας του και τήνε καλοβλέπει τη δικιά μας! Μυαλωμένο κορίτσι είναι, σάματις δεν ηξεύρει να κρατεί τη θέση τση; 
Η Λούλα έτριβε το νεροχύτη με λύσσα. Το χθεσινό της είχε κοστίσει πολύ και φοβόταν τα χειρότερα. Παραμόνεψε την ώρα που έστειλε την Αννίκα στο φούρνο και είδε το Στάθη που την ακολούθησε. Βγαίνοντας της πρόσφερε ένα ζεστό κουλούρι κι έπιασε πάλι κουβέντα μαζί της. Την υπόλοιπη μέρα την πέρασε κλαίγοντας πεσμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι, κρατώντας τα μάγουλά της πού είχαν κοκκινίσει κι έκαιγαν απ' τα δυνατά χαστούκια της μάνας της... 
- Χαρίτο, μη με διαολίζεις τώρα κι εσύ! Επειδής ο μπαμπάς του τήνε καλοβλέπει όπως λες, πρέπει να τήνε βγει το όνομα; Στο κάτω κάτω αυτός έχει γιο, ποιος θα πει κουβέντα, ε;
Τσ' είπα χίλιες φορές να μη κάθεται να μιλάει μαζί του κι αυτή εκεί, το χαβά τση! Αύριο - μεθαύριο θα φύγουνε να πάνε στο δικό τους σπίτι κι ούτε γάτα, ούτε ζημιά! Θα σε ιδώ μετά πως θα τήνε παντρέψεις άμα τση έχουνε κρεμάσει τα κουδούνια! Θαρρείς πού δεν τόνε καλοβλέπουνε κι άλλες μανάδες για γαμπρό; Μοναχογιός, με μέλλον, με παράδες, καλομαθημένος σαν πασάς, ποια δε θα τόνε ήθελε; Να τήνε ξελογιάσει και μετά μη τόνε είδατε τον ασίκη;
- Σους μπρε γυναίκα κι εσύ, έφτασες στα ξελογιάσματα! Αμέσως την καταστροφή ήφερες! Δυο κουβέντες αλλάζουνε σα γειτόνοι που είμαστε μες στον κόσμο, δεν τήνε ξεμονάχιασε!
- Καλά... Κάμεις σα να μη ξεύρεις κι εσύ! Πολύ θέλει μπρε Χαρίτο; 



Η Σασώ έβαλε τη μπροστοποδιά κι ανέβηκε στην ταράτσα με μια λεκάνη. Τα μικρά έπαιζαν ολημερίς στο δρόμο και κάθε μέρα τούς έπλενε τα ρούχα. Ο πατέρας τους δούλευε απ' το ξημέρωμα. Καλός κι εργατικός άνθρωπος, αγωνιζόταν για τη φαμίλια του.
- Μπρε τα παλιόπαιδα, τα τζιέρια με φάγανε πάλι σήμερις! Ούλο μαλώνουνε, τι να τα κάμω;
Κοίταξε στην αυλή και είδε τη μάνα της Λούλας να πλέκει. Κάθε τόσο σήκωνε τα μάτια στον ουρανό κι αναστέναζε.
- Ε! Κυρά-Διονυσία! Τι στενάζεις καλέ, τα τυράννια σ' ηπνίξανε; Η κόρη σου πού είναι και δεν τήνε είδα καθόλου;
- Μέσα Σασώ μου, την κουζίνα παστρεύγει!
- Καλά, απλώνω κι εγώ των μικρώνε τα ρούχα, μέσα στη λάσπη ήτουνε! Καφεδάκι θα πιούμε πες τση; Αμά σε μένανε, γιατί έχω τα φασούλια στη φωτιά και να είμαι από πάνω πρέπει! 
- Να πιείτε! Εγώ θα ξαπλώσω κομμάτι, τα ποδάρια μου πολύ με πονούνε πάλι, δεν τα ορίζω... 



Βγαίνοντας στην αυλή η Λούλα, ένιωσε το βλέμμα της μαντάμ πάνω της. Σήκωσε το κεφάλι τάχα να δει αν στέγνωσε ένα πεσκίρι της κουζίνας και είδε μια Νάνσυ αλλιώτικη, πολύ αγριεμένη. Δυο σχισμές τα μάτια και τα χείλη της, έτοιμη να της επιτεθεί.
- Αυτό που βάλατε στο νου σας να το ξεχάσετε κυρά μου! Και κοίτα να μαζέψεις την κόρη σου πού ούλο νάζια και σκέδια είναι και κουνιέται στο γιο μου, για να μη τήνε μαζέψω εγώ!
Η Λούλα όρθωσε το κορμί της και πέρασε στην αντεπίθεση.
- Την κόρη μου δεν είσαι άξια να τήνε πιάνεις στον στόμα σου μαντάμ! Δεν είναι απέ κείνες που κουνιούνται τσι άντρες, έγνοια σου! Ο γιος ο δικός σου την ηπαίρνει από πίσω άμα ξεμυτίσει να πάει στα θελήματα πού τήνε στέλνω! Εκείνονα μάζωξε κι άμε στα κομμάτια που θα μ' ηζητήξεις και τα ρέστα! Και να ηξεύρεις ένα πράμα, χρυσή να τήνε κάμεις κι εκείνηνα κι εμάς, δεν σας τήνε χαλαλίζω πού να σε ιδώ να κρέμεσαι ανάποδα! Ακούς εκεί ηβάλαμε με το νου μας το γιο σου! Όχι δα! Αξίζει καλύτερη τύχη το κορίτσι μου! 
Καμαρωτή βγήκε για το δίπλα σπίτι, αφού έταξε στη Σασώ ότι θα πάει για τον καφέ. Η σύγχυση την έκανε να τρέμει ολόκληρη αλλά δεν ήθελε να τη βλέπει η Νάνσυ, ούτε οι άλλες γυναίκες της αυλής πού είχαν βγει στις πόρτες ακούγοντας τον καβγά. Έτσι κι αλλιώς, όλοι έβλεπαν το Στάθη που ακολουθούσε την κόρη της, ήταν λοιπόν από πάνω. 
- Πιε το κονιακάκι Λούλα μου να σε ηρεμήσει, έλα κοκόνα μου! Έλα μπρε και μη σεκλετίζεσαι, δεν ηξεύρουμε ούλοι τη Νάνσυ; Φοβάται μπα και χαλάσει ο γιος τση τα λογοδοσίματα... 
- Ποια λογοδοσίματα, τι λες μπρε Σασώ;
- Κάτσε μάτια μου, ηρέμησε κομμάτι και θα σε τα πω ούλα! 


Η Λούλα αέριζε το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο με μια εφημερίδα. Η Σασώ είπε με όλες τις λεπτομέρειες όσα συζήτησε με τη Νάνσυ για την πλούσια νύφη, κρύβοντάς της όμως το φίλεμα. 
-<< Σιγά μη την δώκω κι αναφορά σε πράμα που δεν τήνε γνοιάζει! Εμένα η μαντάμ κακό δε μ΄έχει κάμει, γιατί να μη τα 'χω καλά μαζί τση; Άσχημα μ' ήπεσαν αυγά και κρέας; Πάει να πει που πολύ μ' εκτιμάει η Νάνσυ και θα με δώκει κι άλλα πράματα... Έχει αυτή λένε πολλοί παράδες κι ένα σπίτι φορτωμένο με του κόσμου τα καλά!>> 
Γέμισε ένα ακόμα ποτήρι με κρύο νερό. Η Λούλα ήπιε το μισό και με το υπόλοιπο έβρεξε το κεφάλι της.
- Κι αφού είναι σχεδόν τελειωμένο, γιατί αυτός να κυνηγάει έτσι την Αννίκα μου μπρε Σασώ, με λες; 
- Τι να σ' ειπώ, δεν ηξεύρω... Αμά είναι και κάτι άλλο που με ήρτε στο μυαλό μου τώρα! Στου Παρασκευά την ονομασία, ο κύριος Μάνθος έδειχνε να χαίρεται με τα παιδιά που καθόσαντε πλάι πλάι... Και δε με λες μπρε κοκόνα μου, αφού η Νάνσυ λέγει που είναι τελειωμένο το πράμα, δε θα κακοφανιζούτανε ο πατέρας να βλέπει το γιο του να κάμνει κόρτε την κόρη σου; 
- Μπορεί να μην κατάλαβε...
- Σώπα κι εσύ τώρα που δεν το κατάλαβε, λες και μωρό είναι! Εδώ το είδαμε ούλοι μπρε χριστιανή μου!
- Το είδατε, ε; Αχ... Κακά ξεμπερδέματα θα έχομε, όπως σε βλέπω και με βλέπεις... Καλό και τίμιο κορίτσι και να την βγει το όνομα...
- Αμάν πια κι εσύ μπρε Λούλα, ούλο θα τήνε βγει το όνομα και θα τήνε βγει το όνομα! Γιατί να τήνε βγει, ε; Τι ήκαμε η κόρη σου; Όμορφο κορίτσι είναι, τήνε ήβαλε στο μάτι ένας άντρας και τήνε κάμει τα γλυκά μάτια, και; Σήμερις είναι αυτός, αύριο θα είναι άλλος και μεθαύριο παρ άλλος! Στης λεύτερης την πόρτα εκατό κι ο γάιδαρος δε λένε; 
- Ε... Έτσι είναι Σασώ μου...
- Και η Νάνσυ ας κάτσει να σκάει κι ας τόνε μαζώξει το γιόκα τση αφού είναι με άλληνε! Και δε με λες, η νύφη η παραλού πότε τόνε βλέπει, ε; Αυτός μάτια μου, περνάει τσι ώρες του πίσω απ' το παραθύρι κι όξω στο μπαλκονάκι για να βλέπει την Αννίκα! Κι άμα ξεμυτίσει η κόρη σου, τρώεται να τήνε πάρει το κατόπι για να τήνε μιλήσει! 
- Αμ δε θα τήνε ξαναμιλήσει... Τήνε έριξα ένα μπερντάχι και τήνε είπα που όξω μοναχιά τση δεν ξαναβγαίνει! Όπου πάμε μαζί... 


Η Αννίκα έκλαιγε στην αγκαλιά της γιαγιάς της, όταν η Λούλα γύρισε συγχυσμένη.
- Κλάψε κι άλλο να ιδώ τι θα καταλάβεις! Τα νέα που σ' ήφερα είναι για να φτύνεις, όχι να κλαις! Χαρίτο, έλα εδώ κι εσύ και στείλε τσι μικροί όξω με τη μπάλα! Το λοιπόν, έχω νέα άσκημα για ελόγου σου, που έχεις λωλαθεί με δαύτονα... 


Η Διονυσία έσφιξε την εγγονή της ακόμα πιο πολύ.
- Τζιέρι μου! Η ζωή τα έχει αυτά, αμά είσαι μικρή ακόμα κι έχεις πολλά να μάθεις για τσοι άντρες... 
- Δεν το πιστεύω γιαγιά μου, δε μπορεί να μου το έκαμε αυτό...
- Άσε τον καιρό να φανερώσει την αλήθεια. Άμα είναι ταγμένος σ' άλληνα και τήνε αγαπάει, γλήγορα θα σε ξεχάσει. Άμα όμως αγαπά εσένα, στα πόδια σου θα πέσει για να τον ειπείς το ναι... 
Ηξεύρεις Αννίκα μου, τα μιλήματα κακό δεν ηκάμνουνε, τα ξεμοναχιάσματα είναι φόβος και τρόμος γιαβρί μου...
- Γιαγιά μου, εγώ δεν...
- Λες να μην ηξεύρω τι κορίτσι μεγάλωσα; Όμως τα καλά κορίτσια πολλές φορές κακό πολύ μεγάλο παθαίνουνε! Και καλό είναι να ηξεύρουν πάντα τη θέση τους να βαστούνε...
Πριν πολλά χρόνια στη Σμύρνη, ηγίνηκε φονικό για την τιμή μιας κοπέλας. Όμορφη σαν κι εσένανε, φρόνιμη κι απέ σπίτι καλό με παράδες. Ο πατέρας τση ήχασε ούλη του την περιουσία όταν ηγίνηκε σεισμός μεγάλος κι ηπήρε το σπίτι τσους φωτιά. Όσο ήτρεχαν να σωθούνε, τσ' ηνοικοκυρέψανε οι τουρκαλάδες γυρολόγοι... Παράδες και μαλάματα πουθενά δεν ηφανήκανε άμα τα πράματα ηρεμήσανε κομμάτι. Ήπιασαν σπιτάκι μικρό κι ηρχίνισανε το ημεροκάματο για να σταθούνε στα πόδια τσους.
Ένας λεβέντης που ήκαιγε καρδιές τότενες, την ήβαλε στο μάτι την κοπέλα κι ούλο την ηγυρόφερνε. Όμορφος και παραλής, γαμπρός ζηλεμένος που ούλες τόνε θέλανε κι ηστενάζανε στο πέρασμά του. Ηχάρηκε πολύ κι αυτή που η τύχη τση άνοιξε! Με το πες πες την ηξεγέλασε κι άμα τήνε άφηκε με μωρό στην κοιλιά ηγίνηκε καπνός...
Οι γονιοί τση την ηκλείδωσανε στο σπίτι κι ο πατέρας τση ήψαχνε να τόνε εύρη. Τόνε μίλησε με το καλό, τίποτις αυτός, μήτε να ηκούσει, τόνε ήπιασε με το άγριο, τα ίδια αυτός.
Θολωμένος, ήπιασε μια μεγάλη πέτρα και τόνε χτύπησε. Την κεφάλα στα δυο τόνε άνοιξε, πέφτει χάμου αυτός και πάει... Μαρτύροι δεν υπήρχανε που ηγίνηκε το φονικό, όμως ήξευραν ούλοι ποιος το ήκαμε κι ήτουνε με το μέρος του πατέρα! 

<<Καλά τον ήκαμε τον παλιάθρωπο που κατάστρεφε τα κορίτσια του κόσμου και δε τόνε πρέπει να μπει στα σίδερα>> ήλεγαν.
Ένα καφενές ολάκερος ήδωκε την κατάθεση που ήτουνε ο άθρωπος εκεί ίσα με τα μεσάνυχτα κι ηπαίζανε χαρτιά ούλοι μαζί... 
<< Για τα στεφανώματα ήτουνε έτοιμος ο σχωρεμένος, πολλή αγάπη τήνε είχε την κόρη του>> 

Η μάνα ντροπιασμένη κι αυτή, τήνε ήβγαλε νύχτα κρυφά και τήνε ήστειλε σε μια αξαδέρφη τση στην Πόλη, για να γλυτώσει απ' του πατέρα την οργή. Κανείς δεν ήξευρε τι απόγινε κι αυτή και το παιδί τση... Γι' αυτό τα κορίτσια πάντα πρέπει να φυλάγουνται απ' τσι συφορές αυτές Αννίκα μου... 




Η κυρά-Ρήνη άναψε τη μεγάλη καντήλα, έκανε την προσευχή της κι έβαλε το φυλαχτό στον κόρφο της. Οι γιατροί της συνέστησαν να πάει στην Αθήνα για να γιατρέψει το πονεμένο στομάχι της. 
Η κόρη της δεν τη δέχτηκε κι απαίτησε να μείνει στο γιο και τη νύφη της, προφασιζόμενη δουλειές και βεγγέρες σε πλουσιόσπιτα.
- Εκεί θα πας, στον κανακάρη σου το βλάκα! Από τόσες γυναίκες, αυτή τη γύφτισσα εβρήκε να πάρει τρομάρα του!
- Δε σταματάς να τρώγεσαι Θανασούλα; Μια χαρά κοπέλα τήνε πήρε! Και καλή είναι και νοικοκυρά και με το γέλιο στο στόμα τση! Και τα παιδιά τους πολύ καλά, μ' αγαπούνε και με σέβουνται κι ούλο γιαγιάκα μου και γιαγιάκα μου είναι! Πώς και τι κάμει η νύφη μας να πάω εκεί να μείνω! Έλα μάνα κι έλα μάνα είναι!
- Να πας! Θα κάτσεις μια βδομάδα και μετά έρχεσαι σε μένανε!
- Δε χρειάζεται να έρθω, μόνο το Σταθούλη να με στείλεις να τόνε δω λιγάκι που τόνε πεθύμησα...
- Ο Στάθης να έρθει εκεί σε δαύτους; Δεν είσαι με τα καλά σου! Καμιά δουλειά δεν έχει, εσύ θα έρθεις εδώ να τόνε δεις και να σε δει! Θαρρείς πως δε σ' αγαπάει ο γιος μου;
- Το ξέρω πως μ' αγαπάει, του έχω κι εγώ αδυναμία μα δεν το λέω πουθενά μη και πούνε πως ξεχωρίζω τα εγγόνια μου... Για το παιδί και μόνο θα έρθω παλαβή, ε παλαβή! 

Τα ραβασάκια πηγαινοέρχονταν κι η Αννίκα που δε μπορούσε να τα πάρει από το μικρό της Σασώς γιατί φοβόταν, μαράζωνε κάθε μέρα και περισσότερο. Ένιωθε πως την κορόιδευε ο λογοδοσμένος νεαρός, που την κρυφοκοιτούσε κι έλιωνε όσο ένιωθε το βλέμμα του πάνω της. Είχαν αρχίσει και τα πρώτα προξενιά να χτυπάνε την πόρτα τους.
Η γιαγιά Διονυσία καθόταν πάντα τα απογεύματα με το πλεχτό στο χέρι κι αναστέναζε όλο και πιο συχνά... 

- Αχ! Κάμε να έχει καλό τέλος Θε μου...
Ξαφνικές φωνές πόνου από το δρόμο την έκαναν να σηκωθεί ανήσυχη. Πετάχτηκε κι η Λούλα που ετοιμαζόταν να περάσει χένα στα μαλλιά κι έτρεξε έξω να δει τι συμβαίνει.
Η γυναίκα που από την προηγούμενη μέρα είχε έρθει στο σπίτι της διπλανής, είχε πέσει μπροστά από την πόρτα με μια σακούλα αλεύρι χυμένο δίπλα της.
- Χριστός και Παναγιά! Μαμά, φώναξε την Αννίκα να τη σηκώσουμε! 

Μαζί και η Σασώ που βγήκε τρέχοντας, μετέφεραν τη Ρήνη στην αυλή. Το πόδι της δε μπορούσε να το πατήσει και είχε αρχίσει να πρήζεται. Η Διονυσία έφερε κρύο νερό να πιει και να συνέλθει κι ένα πεσκίρι με πάγο για το χτύπημα.
- Σύχασε κυρά μου και θα σε περάσει! Αφού ημπόρεσες να κουνάς τα δάχτυλα, δεν ήσπασε ευτυχώς! Άπλωσέ το εδώ στην καρέκλα να σε το τρίψω κομμάτι!
- Μήτε που κατάλαβα πως έπεσα κάτω! Στο σκαλί ανέβαινα και ξαφνικά εμπλέχτηκα στη φούστα μου και κουβαριάστηκα χάμω! Να είσαστε καλά κυράδες μου, πολύ σας ευχαριστώ που με βοηθήσατε! 
- Στη μαντάμ Νάνσυ μένετε, ε; Συγγενής της είστε;
- Δεν τήνε ξέρω αυτή που λες κόρη μου... Εδώ δίπλα στην κόρη μου τη Θανασούλα πάγαινα. Επήρα αλεύρι απ' το φούρνο, να κάμω μια πίτα με τυρί και χόρτα για τον εγγονό μου...
Οι γυναίκες κοιτάζονταν απορημένες. Πρώτη πήρε το λόγο η Σασώ. 

- Καλέ, την κόρη σου Θανασούλα τήνε λένε;
- Ναι! Αθανασία το βαφτιστικό τση δηλαδή. 
- Που έχει άντρα τση το Μάνθο και γιο το Στάθη;
- Ναι παιδάτσι μου!
- Κι εμάς γιατί μας είπε που τη λένε μαντάμ Νάνσυ;
- Δεν ξέρω... Νάνσυ πρώτη μου φορά ακούω... Μήπως εδώ πέρα, έτσι  φωνάζουνε τσι Αθανασούλες;  Κοίτα που δε μποράω να κουνηθώ ακόμα, θα γυρίσει και θα ανησυχήσει άμα δε με βρει σπίτι... 
- Κάτσε να συνέλθεις κομμάτι και μη γνοιάζεσαι, άμα έρτει θα τη μηνύσουμε που είσαι εδώ.
Η Λούλα την κοίταξε με συμπάθεια.
- Ένα καφεδάκι κι ένα σάμαλι θα σε γλυκάνει τον πόνο! Να ιδείς που ίσα με το βράδυ θα είσαι μια χαρά!
- Την ευχή μου να 'χεις κοπέλα μου χρυσή, μα σε φασαρία άλλη μη μπαίνεις! Το νεράκι με φτάνει...

- Καμιά φασαρία δεν είναι! Σε πέντε λεφτά θα πιούμε καφεδάκι όλες!
Λούλα και Σασώ κρατούσαν την κοιλιά τους από τα γέλια στην κουζίνα.
- Είδες τη Θανασούλα; Χα χα χα! Τώρα την έχω στο χέρι τη μαντάμ! Θα τα μάθουμε ούλα απ' την κυρά-Ρήνη!
- Φτάνει να μη γυρίσει γλήγορα η κόρη τση... 


Τα βασανισμένα χέρια των γιαγιάδων κρατιόντουσαν σφιχτά πάνω στο τραπέζι.
- Αχ... Κανένανε δεν αφήνει ο Θεός... Τυραννίστηκες πολύ μ' ένα μωρό στην αγκαλιά σε ξένο τόπο και σκοτωμένους τον άντρα και το γιο σου κυρά-Διονυσία μου... Κι εγώ θαρρείς που κατάλαβα νιάτα; Ούλη μέρα στα χωράφια από μικρό κορίτσι, μήτε να παίξω δεν επρόλαβα... Μετά η παντρειά, οι γέννες, αγώνα συνέχεια για το καθημερινό μας... 
- Έτσι είναι η ζωή κυρά-Ρήνη μου, ένας αγώνας... Αμά η κόρη σου τουλάχιστον ηκαλόπεσε και δεν έχεις την έγνοια τση... Οι γιοί σου παντρεμένοι κι αυτοί, ε;
- Ο γαμπρός μου είναι ένα κομμάτι μάλαμα! Νύχτα και μέρα παρακαλάω τον Άι-Νικόλα να γαληνεύει τσι θάλασσες. Και οι νυφάδες μου καλές κοπέλες, ο ένας μου ο γιος μένει στο νησί κι ο άλλος στην Αθήνα. Με κοίταξε πολύ κι αυτός κι η γυναίκα του που μπήκα στο νοσοκομείο για τις αχτίνες. Τώρα πια παρακαλάω να με βαστήξουνε τα ποδάρια μου να δω τσι χαρές των εγγονιών μου... Κι αυτός ο Σταθούλης μου, πολύ καλό παιδί, τυχερή θα είναι όποια τόνε πάρει, δε θα ξέρει το όχι του! Ίδιος ο πατέρας του είναι!
- Καλότυχος να είναι κι ούλα τα παιδιά του κόσμου! Τι άλλο μας ήμεινε, τσι χαρές τους να ιδούμε άμα μας αξιώσει... Κι εσύ γερή και σιδερένια να τα καμαρώσεις ούλα! 
Η Λούλα μάζεψε πιατάκια και φλυτζάνια από το τραπέζι κι έβγαλε λικέρ βύσσινο με στραγάλια αφράτα στο μπολάκι.
- Τυχερή η κόρη μου που 'χει τέτοιοι καλοί γειτόνοι! Έτσι είμαστε κι εμείς στο Βουρβούλο, το χωριό μας στη Σαντορίνη. Καθούμαστε στις αυλές μας, μιλούμε, τρατάρουμε... Είδατε πόσο μοιάζουμε; Ακόμα και η μιλιά μας ίδια είναι! Πολύ θα το χαρώ άμα έρθετε καμιά φορά στο νησί! Κοπιάστε όποτε θέλετε! 
- Να 'σαι καλά κυρά-Ρήνη μου! Αμά κάτι θα σε πω και να με συμπαθάς... Η κόρη σου δε μας καταδέχεται! Ούλο φασαρίες μας κάμνει κι ηρχίνισε το πράμα από όταν ήρτανε εδώ... Μια πιατέλα τηγανίτες τήνε ήστειλα με την κόρη μου για τα καλωσορίσματα, το γιο τση ένα σωρό λόγια είπε και με τη γύρισε στα μούτρα, που τήνε ήκαμα λέει και προσβολή...
Η Διονυσία προσπάθησε να σταματήσει την κόρη της, ενώ η Ρήνη κατέβασε το κεφάλι και κατακοκκίνισε ντροπιασμένη.
- Σους μπρε Λούλα!
- Απ' αγάπη την είπα τη γυναίκα μαμά... Τόσο δα στην καλοσύνη να την ήμοιαζε η κόρη τση και θα ήμαστανε μια χαρά... 
- Δε σε παραξηγάω κοπέλα μου, τι φταις εσύ... Πάντα της ήτανε παράξενη η κόρη μου κι ακόμα ψάχνουμαι να βρω σε ποιόνα έμοιαξε. Απλοί αθρώποι ούλοι είμαστε, αμά εκείνη άλλαξε πιο πολύ με το που ήρθε στην Αθήνα. Σου ζητάω συγγνώμη για λόγου τση...
- Μη ζητάς συγγνώμη κυρά μου, μια χαρά γυναίκα είσαι! Η πόρτα μας πάντα ανοιχτή θα είναι για σένανε! Άλλο εσύ κι άλλο η κόρη σου! 

Ο Στάθης γύρισε στο σπίτι χωρίς να προσέξει το χυμένο αλεύρι στην εξώπορτα και δε βρήκε τη γιαγιά του. Σκέφτηκε ότι θα πήγε στο φούρνο να πάρει την πίτα. Βγήκε στο μπαλκονάκι κοιτώντας δεξιά κι αριστερά, όταν τον είδε η Σασώ. Σκούντησε με τρόπο τη Λούλα και βγήκε να τον ενημερώσει. Σε λίγο έμπαινε φουριόζος μαζί της στην αυλή με τον ιδρώτα να τρέχει ποτάμι.
- Τι έπαθες γιαγιά μου, πώς είσαι τώρα; Σήκω να δω αν το πατάς καλά!

Δυσκολεύτηκε αλλά τα κατάφερε. Ο εγγονός τη στήριξε πάνω του και κοίταξε τις γυναίκες δειλά.
- Σας ευχαριστώ πολύ όλες που τη βοηθήσατε! 
- Ένα καλό εκάμαμε παιδί μου, έτσι χάμου θα τήνε αφήναμε τη γιαγιά σου; Κομματάκι να ξαπλώσει κι αύριο θα είναι καλύτερα.
- Κυρία Διονυσία... εγώ...
- Καλά να είσαι γιόκα μου και να τήνε προσέχεις. Είσαι πολύ τυχερός που 'χεις τέτοια χρυσή γιαγιά... 

Για κακή ώρα της Ρήνης, συναντήθηκε στην πόρτα με την κόρη της που γύριζε με μια τσάντα από την αγορά...





22 σχόλια:

  1. καλημέρα..πολύ ωραία και ενδιαφέρουσα η συνέχεια σ αυτή την ανάρτηση..περιμενω και τις επόμενες , να δω τελικά πως θα μαθευτεί το ψέμα ότι δεν ειναι αρραβωνιασμένος ο Στάθης...αλλά και γενικά την συνέχεια σε όλα τα θέματα...
    αυτή η προφορά ποιας περιοχής είναι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δελφινάκι μου σ' ευχαριστώ!
      Η προφορά Σαντορίνης και Σμύρνης είναι. Οι παλιές γυναίκες μιλούσαν σχεδόν όλες έτσι.

      Φιλάκια, καλές βουτιές!!!

      Διαγραφή
  2. ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ ΠΑΝΤΑ. ΣΕ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ ΚΑΙΡΟ ΚΑΙ ΤΡΕΛΑΙΝΟΜΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΟΥ Η ΠΡΟΦΟΡΑ ΜΟΥ ΘΥΜΙΖΗ ΤΗΝ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΥΗΝ ΣΜΥΡΝΗ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πολύ Σοφία!
      Να είσαι καλά και να θυμάσαι τη Σμυρναία γιαγιά σου, θα έχεις πολλές ωραίες αναμνήσεις σίγουρα!

      Φιλάκια!

      Διαγραφή
  3. Λοιπόν, μόλις είδα ότι έβαλες την συνέχεια, είπα "ΣΤΟΠ"
    Πήγα κι έφτιαξα καφεδάκι, άναψα τσιγάρο, και κάθισα να απολαύσω, αμ πως??
    Οσο πάει και πιο ενδιαφέρουσα γίνεται η ιστορία Μαιρούλα μου!!!
    Πολλά πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλά έκανες Ελενάκι μου!
      Χαίρομαι που σε ξεκούρασα ωραία μου μαγείρισσα!

      Φιλάκια πολλά στα ρόδινα μαγουλάκια!

      Διαγραφή
  4. Καλώς σε βρήκα!!!
    Αχ με έβαλες σε τριπάκι, θα κάτσω να διαβάσω όλη την ιστορία από την αρχή για να μπορώ να παρακολουθώ!!!
    Φιλάκια πολλά! Καλό βράδυ! :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς ήρθες Ροζ Άγγελε!
      Η ιστορία της αρχίζει από το "Θα χωθώ εκεί μέσα με τσι τσίκνες;" πριν δώδεκα αναρτήσεις. Έτσι θα δεις πως ξεκίνησε η Θανασούλα - Αθανασία - Νάνσυ...

      Σ΄ευχαριστώ πολύ!
      Καλή σου μέρα, φιλάκια πολλά!

      Διαγραφή
  5. Καλημέρα...διαβασα το σχόλιο και την απάντηση σας στον ροζ άγγελο...θα τα διαβάσω και γω από την αρχή :) ευχαριστώ,καλό σ/κ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να είσαι καλά Δελφινάκι μου, σ' ευχαριστώ κι εγώ!

      Καλό Σ/Κ!

      Φιλάκια!

      Διαγραφή
  6. Αμ.. δεν μας αφήνουν έτσι Μαιρούλα μου στα κρύα του λουτρού;; πως την κόβεις έτσι απότομα παιδί μου την ιστορία;;; και εμείς πως θα περιμένουμε την συνέχεια;;.. πω..πω... τι έχει να ακούσει η κυρά Ρήνη!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δίκιο έχεις Σμαραγδένια μου...πολύ απότομα, αλλά είναι ίσως επειδή αισθάνομαι ότι ακούω ξανά την ιστορία και ταυτίζομαι...χα χα χα!
      Άκουσε η καημενούλα...χαμός έγινε!

      Αγκαλίτσα μεγάλη και φιλάκια σου στέλνω!

      Διαγραφή
  7. Κάπου εδώ κλείνει κι η δική μου μέρα!
    Ώρες (αφότου είδα ότι έχεις καινούργια ανάρτηση) την περίμενα τη στιγμή να κάτσω ν' απολαύσω τη συνέχεια!
    Γλυκύτατη η κυρα-Ρήνη, θα της έχουν πέσει τα μούτρα της καημένης από τα καμώματα της θυγατέρας της!!!
    Περιμένω πώς και πώς το ξέμπλεγμα του κουβαριού, μπας και δουν άσπρη μέρα τα ερωτευμένα!...

    Φιλάκια πολλά, να 'σαι καλά που μου χάρισες τούτη τη συντροφιά!
    Καλό Σαββατοκύριακο!!! :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να είσαι καλά κι εσύ Μέλανι, σ' ευχαριστώ πολύ!
      Της κυρά-Ρήνης που ήταν απλή και καταδεκτική, όχι απλά της είχαν πέσει τα μούτρα, αλλά ντρεπόταν και στο νησί όλο τον κόσμο...

      Φιλάκια, καλό Σ/Κ!

      Διαγραφή
  8. υπέροχη διαβάζω και σαν να βλέπω κιόλας.....
    να σαι καλά ..αναμένουμε συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Υπέροχε Παναγιώτη μου, σ' ευχαριστώ πολύ!

      Καλή Κυριακή!!!

      Διαγραφή
  9. Μαιρούλα μου, αγαπημένη μου. Περίμενα πως και πως,μια Κυριακή που δεν θα είχα δουλειές, ούτε φίλους στο σπίτι. Γύρευα ησυχία για να κάτσω και να διαβάσω τρεις παρακαλώ συνέχειες που κρατιόμουνα και δεν διάβαζα για να τις απολαύσω μαζεμένες. Και σήμερα επιτέλους ήρθε η ώρα να απολαύσω την Νάνσυ και τις άλλες γειτόνισσες.
    Μαράκι μου, μια ακόμα φορά με πήρες μαζί σου. Θυμήθηκα τις παλιές Αθηναικές γειτονιές και γέλασα με τα καμώματα της Θανασούλας.
    φιλάκια κορίτσι μου
    καλό ξημέρωμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς το γλυκό μου Μαράκι!
      Να είσαστε πάντα καλά και να περνάτε με τους φίλους σας ωραία και χαρούμενα!
      Η Νάνσυ και οι γειτόνισσες θα σε συντροφεύουν όταν μπορείς, καλύτερα να τις διαβάζεις μαζεμένες!
      Όσον αφορά τις παλιές Αθηναϊκές γειτονιές, τέτοιο νούμερο δεν είχαν ξαναδεί...χα χα χα!

      Καλό βράδυ αγάπη μου, πολλά φιλάκια!!!

      Διαγραφή
  10. Τι απόλαυση είναι αυτή καθώς διαβάζω τις συνέχειες !!!
    Υπέροχο είναι !!!!!
    Πολλά φιλιά και καλή δύναμη να συνεχίζεις !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σοφάκι μου σ' ευχαριστώ πολύ!
      Απολαμβάνω τις αναρτήσεις σου και χαίρομαι επίσης για τις δραστηριότητές σου!

      Καλή δύναμη και σε σένα γλυκιά μου, φιλάκια πολλά!

      Διαγραφή
  11. http://onirokosmos-art.blogspot.gr/2013/06/blog-post_20.html: έχεις...πακέτο!!! χαχαχα...βραβείο, εννοώ!!! Και το αξίζεις 1000%, γιατί μας καθηλώνεις σε κάθε σου ανάρτηση!!!! Είσαι σκέτη απόλαυση! Πολλά φιλιά, μαζί με μια καλή και δημιουργική συνέχεια, σου εύχομαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς το μου!
      Βραβείο από ένα κόσμο ονειρικό; Μα αυτό είναι υπέροχο!

      Σ' ευχαριστώ πολύ πολύ για τα τόσο καλά σου λόγια γλυκιά μου! Να είσαι πάντα γερή, χαρούμενη και ονειρικά δημιουργική! Φιλάκια πολλά!!!

      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή