.

.
.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Θα την πάρω!



Η Αστερόπη με το Βλάση έπιναν χαλαροί τον πρωινό καφέ τους, όταν άκουσαν καβγά. 
Δε μπόρεσαν αρχικά να ξεχωρίσουν ποιες μάλωναν, τους εμπόδιζε ο θόρυβος από κάτι σαν τσίγκος που χτυπούσε. Ήταν τα παιδάκια μιας γειτόνισσας, που συνήθιζαν να παίζουν με κομμάτια χαλασμένης σκεπής κοπανώντας τη με πέτρες.
- Αμάν πια κι αυτά, όλη μέρα το κεφάλι μας παίρνουνε!
- Τι γίνεται, φωνές και φασαρία!
Ο γιος τους πετάχτηκε έξω να παίξει με τους άλλους κι η μαμά του βρήκε την ευκαιρία να τρέξει να τον μαζέψει.
- Το γάλα σου πρώτα θα πιεις! 
Με την άκρη του ματιού της είδε τη γυναίκα του φαναρτζή ν' αρπάζεται με τη Μαρουλία.
- Η κόρη μου δεν είναι σαν μερικές όνομα και μη χωριό, ακούς; 
- Ούτε η δική μου! Αλλά βλέπεις, αυτά όλα που της σούρνατε δεν ήταν τίποτα μπροστά στα αίσχη! 
- Ποιος της έσουρνε, εγώ; Εσύ ήρθες και στάθηκες στην πόρτα μου πρωί-πρωί και μου είπες ότι είναι ζωηρή! Για μάζεψε το στόμα σου μην ανοίξω κι εγώ το δικό μου και δε σε ξεπλένει τίποτα!
- Τι να πεις μωρή για μένα; Θα σου βγάλω το μαλλί και δε θα σου μείνει τρίχα!
- Άντε να χαθείς που μ' απειλείς κι από πάνω!
Η Παρασκευούλα ξεπρόβαλε με τη ρόμπα ξεκούμπωτη και την τσίμπλα στο μάτι.
- Τι έγινε, τι πάθατε;
- Ήρθε η τρελή πρωί πρωί να μου πει ότι η κόρη μου είναι ζωηρή και δεν κοιτάει τα χάλια της δικιάς της!
- Σωπάστε καλέ και γίνατε ρεζίλι, ησύχασε Μαρουλία μου... 
- Αμ! Έτσι πάει, κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει! 
- Για μένα το λες αυτό;
- Γιατί, βλέπεις κι άλλη; Ίδια είναι κι η δικιά σου η κόρη, μαζί τα κάνουνε όλα! 
- Μπα που να μη σώσεις! Τα μάτια θα σου βγάλω κουτσομπόλα!
- Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα! 
- Γαϊδάρα είσαι και φαίνεσαι! 
Τα παντζούρια της γειτονιάς είχαν ανοίξει κι απολάμβαναν όλες το θέαμα. Οι μόνες που δεν είχαν βγει να δουν ήταν η Ευρύκλεια κι η Θοδωρούλα που είχαν στήσει το τσουκάλι τσιγαρίζοντας κρεμμύδια για το γιαχνί. Όταν είχαν φαγητό λαδερό, το ετοίμαζαν πάντα νωρίς για να προλάβουν τις δουλειές του φτωχικού τους σπιτιού που δεν ήταν και λίγες. Ανεξάρτητα απ' αυτό βέβαια, ποτέ δεν εμφανίζονταν όταν μάλωναν γείτονες ασχέτως αν οι φωνές ακούγονταν μέχρι μέσα. 
- Μαμά, άρχισαν... Χα χα χα!
- Σώπα κορούλα μου, δεν είναι καλό αυτά να γίνουνται... 
- Δεν είπα ότι είναι καλό γενικά, εδώ όμως πολύ το φχαριστιέμαι! 
- Ωχ... Δεν ημπορώ έτσι λογής πράματα.. 
- Καλά, εγώ πάω στση Αστερόπης!
Πριν προλάβει η μάνα να την εμποδίσει, η κόρη πέταξε τη μπροστοποδιά κι έφυγε σαν το σίφουνα. 

Το σχέδιο πήγε ακριβώς όπως το είχαν προβλέψει όλοι. 
Ήταν ζήτημα λίγων ημερών το ξεμυάλισμα των κοριτσιών με τους ομορφονιούς. Με το πρώτο νόημα που έκαναν, τους πλησίασαν με θάρρος και ρώτησαν τι θέλουν. Μια απλή ερώτηση για ένα δρόμο και μετά τα κομπλιμέντα. Ακολούθησαν τα διακριτικά νοήματα  και τα συνωμοτικά χαμόγελα από μακριά, μέχρι τις ολιγόλεπτες  συναντήσεις πίσω από τα δεντράκια της πλατείας. Καμία δεν έλεγε το μυστικό της στην άλλη, φοβούμενες μην προδοθούν.  Κάτι όμως τα στολίσματα, κάτι τα ξεροσταλιάσματα, κατάλαβαν ότι είναι αρσενικό στη μέση.  Οι κόρες της Μαρουλίας και της Παρασκευούλας  απεδείχθησαν πιο τολμηρές από τη θυγατέρα του φαναρτζή κι άρχισαν να καλύπτουν η μια την άλλη. Κάθε μέρα περίπατο ως το πάρκο παρέα τάχα και χάζι στα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Ξαναμμένες έτρεχαν να χωθούν στις αγκαλιές των ομορφονιών για χάδια και γλυκόλογα. 
- Σε φίλησε;
- Ναι, δυο φορές στα μάγουλα!
- Εμένα κοντά στο στόμα! 
- Κι εσύ τι έκανες;
- Τον φίλησα κι εγώ! 
- Α! Κι αυτός;
- Του άρεσε!
- Σου είπε κι εσένα για το κέντρο, ε;
- Μου είπε αλλά τι να κάνουμε; Αυτά είναι αργά το βράδυ, να πάμε δε γίνεται... Έχω σκάσει!
- Ωραία κατάσταση! Άμα δε μπορούμε εμείς, θα βρούνε άλλες για ντάμες και θα τους χάσουμε... 
- Δίκιο έχεις... 
- Εκτός κι αν κάνουμε το άλλο! Να μείνουμε πιο πολύ μαζί τους, μια το απόγευμα και μια το βράδυ! Έτσι θα τους κοπεί κι η όρεξη για διασκέδαση! Χα χα χα! 
- Πώς μωρέ θα τους δούμε το βράδυ, τι λες τώρα;
- Την ώρα που οι γονείς μας κοιμούνται, πώς τα κάνει η άλλη και γυρίζει εδώ κι εκεί;
- Κι άμα ξυπνήσουν και δε μας δουν θα μας σκοτώσουν, αυτό δεν το σκέφτηκες έξυπνη; 
- Ωχ κι εσύ! Το σκέφτηκα, τι νομίζεις, ότι δεν πρόλαβα όση ώρα μιλάμε; Για λίγο θα είναι...
- Εγώ πάντως φοβάμαι...
- Εσύ μην έρθεις, δε θα σε παρακαλάω κιόλας! 
Μπήκαν στα σπίτια τους με τη σκέψη της επόμενης μέρας. 
Το μόνιμα  αυστηρό ύφος των πατεράδων κι η κοφτερή γλώσσα των μανάδων τους, δεν άφησαν περιθώριο για την κρυφή εξόρμηση που ονειρεύτηκαν. Αποφάσισαν να τρενάρουν τα απογευματινά ραντεβού κι ας περνούσαν εκείνοι λίγο μετά τα μεσάνυχτα για ματιές. Από ολότελα, κάτι ήταν κι αυτό. 
Τα μάτια του κόσμου που είναι πάντα ανοιχτά, έβλεπαν την αλλαγή και τα πονηρά, κρυφά γελάκια τους όταν έτρεχαν σαν έστριβαν το στενό και όχι μόνο. Δυο γειτόνισσες κι ένας νεαρός χασομέρης τις έκαναν τσακωτές πάνω στις τρυφερότητες. Επειδή εκτός από μάτια είχαν και στόμα, το άνοιξαν σαν βαθύ πηγάδι. Η γυναίκα του φαναρτζή ξεκίνησε τις μπηχτές κι απ' την επόμενη μέρα βούιξε ο τόπος. Η Θοδωρούλα είχε πλέον ξεχαστεί, εδώ υπήρχαν τρανταχτές αποδείξεις, όχι μόνο λόγια.
Από κει και πέρα, μπήκε το νερό στο αυλάκι.  



Η μητέρα του Μίλτου σιδέρωνε το πουκάμισο του γιου της και μονολογούσε κλασικά.
<< Χαμένος να πάει; Μια της προκοπής εντέλει δεν υπάρχει εδώ πέρα... Κουνιούνται, λυγιούνται, φτιάχνονται και τρέχουν στους φίλους... Τρομάρα τους, που ρίξανε τα μάτια τους πάνω στο γιο μου! Άμα τους έχουνε μείνει και δεν είναι στραβές κει που πάνε και τα βγάζουνε! Κοπέλες σου λένε μετά...>> 
Ο Μίλτος που είχε ρεπό, μπήκε στη σάλα με το θαλασσί παντελόνι και το άσπρο φανελάκι. 
- Έτοιμο είναι παιδί μου, βάλτο! Θα βγεις έξω, ε; Να προσέχεις, κοίτα μη σε τυλίξει καμιά σαν...
- Τη Θοδωρούλα της κυρά-Ευρύκλειας θες να πεις, ε;
- Όχι παιδάκι μου, πάει αυτή! Για τις κόρες της...
- Τι σημαίνει πάει αυτή μάνα;
- Ε... Όπου να 'ναι θα την κουκουλώσουν και μάλιστα με εύπορο, έτσι ακούστηκε. Τώρα πώς θα την πάρει αυτός, άλλο καπέλο!
- Τι, τι, τι; Ποιος τα λέει αυτά;
- Όλοι τα λένε, τις κουβεντιάζουνε! Κάτι μουσαφίρηδες καθώς πρέπει με κούρσα, τραπεζώματα, η  Αστερόπη που το κουβέντιαζε όξω απ' το φούρνο, ακούγονται αυτά. 
- Κι η Θοδωρούλα τι λέει, θα τον πάρει δηλαδή;
- Ξύπνια είναι, το συμφέρον της το ξέρει! Και τι σε κόφτει εσένα για να 'χουμε καλό ρώτημα; 
- Με κόφτει μάνα, γιατί θέλω να την πάρω εγώ! 
- Τι είπες; Θα με πεθάααααανεις!
Οι επόμενες δυο ώρες πέρασαν με ποτήρια κρύου νερού, ζαλάδες, απειλές, καβγάδες, φουντώματα. Την ωραία ατμόσφαιρα διέκοψε το κουδούνι κι η ανήσυχη παρουσία της θείας του στην εξώπορτα.
- Τι γίνεται καλέ κι εδώ μαλώνετε; Δεν φτάνει έξω ο σκοτωμός! 
- Με χάνεις αδερφούλα μου και να ο αίτιος! 
- Τι πάθατε, η μέρα το 'χει; Οι καβγάδες στις δόξες τους σήμερα!
- Πού, ποιοι, τι έγινε;
- Χαμπάρι δεν πήρες; Στης Ευρύκλειας και στης Αστερόπης πιο κάτω, θα φωνάξουνε άκουσα την αστυνομία! 
Η μάνα ξέχασε προς στιγμή το θέμα του γιου της, σηκώθηκε από την καρέκλα που πριν λιποθυμούσε και πήγε φουριόζα στο παράθυρο ν' αφουγκραστεί. Γείτονες, σχεδόν έτρεχαν για να δουν από κοντά τον καβγά. Ποιος τους έπιανε!
- Πω πω πω!  Μίλτο, τι λες εσύ για τούτα αγόρι μου; 
- Αυτό που λέω εγώ θεία, είναι ότι υπάρχει δικαιοσύνη τελικά! Κατηγορούσαν τη Θοδωρούλα χωρίς λόγο και δες τώρα τα χάλια τους! Κάνας μήνας κοντεύει που...Άντε μην ανοίξω το στόμα μου... Δεν την είδε ποτέ κανείς να κάνει κάτι και για φασαρία δεν βγήκε  η μάνα της, ούτε να τους βγάλει τ' άπλυτα στη φόρα που τα ξέρει πολύ καλά! Τώρα ας δούνε τι αξίζει η...
Η μάνα κρατήθηκε στο περβάζι έξαλλη.
- Το μυαλό σου εσένα εκεί, σ' αυτή! Τίποτα δεν αξίζει, άντε από δω,  σα δε ντρέπεσαι να την υποστηρίζεις κιόλας!
Η αδερφή της μάταια προσπαθούσε να την ηρεμήσει.
- Άσε με στα βάσανά μου! Τι με βρήκε πάλι και δεν είναι εδώ κι ο πατέρας του να του πει καμιά κουβέντα... 
Να δεις άμα έρθουνε οι άλλοι πατεράδες τι έχει να γίνει!
Μέχρι την πόρτα της αυλής βγήκε κι έκανε νόημα σ΄ένα παιδάκι να το στείλει στο φούρνο για ψωμί. Συνηθιζόταν τα μικρά να κάνουν θελήματα όταν δε μπορούσε η νοικοκυρά. Τα βάσανα που είχε δεν την εμπόδιζαν στο να θέλει να έχει πλήρη εικόνα του γυναικοκαβγά, χωρίς όμως να δίνει δικαιώματα. Περιμένοντας το πιτσιρίκι καλυπτόταν, τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Ο Μίλτος με το αίμα ανεβασμένο στο κεφάλι έβαλε λίγη κολόνια στα φρεσκοξυρισμένα του μάγουλα κι έφυγε σαν το σίφουνα χωρίς να χαιρετήσει. Πήγε από τον δρόμο που έβγαζε πίσω από το σπίτι της Ευρύκλειας αποφασισμένος.
Τη Θοδωρούλα δε θα την έπαιρνε κανένας άλλος. 

Η Ευρύκλεια θυμιάτιζε τις εικόνες και προσευχόταν δακρυσμένη. 
- Κάμετε το θάμα σας να έρτουν ούλα κατά πως πρέπει και να ησυχάσει ο κόσμος... Δεν ηζήτηξα ποτές τίποτις για μένανε...
Η Θοδωρούλα επέστρεψε με φλογισμένα μάγουλα. Η Αστερόπη από την ταράτσα που είχε ανέβει να μαζέψει τα σεντόνια που λιάζονταν, είδε το Μίλτο που πλησίαζε στο σπίτι τους. Κατέβηκε γρήγορα και την έστειλε απέναντι σπρώχνοντάς την σχεδόν.
- Τρέξε και δες τι θα σου πει! Κανένας δε θα πάρει χαμπάρι, εδώ είναι όλοι μαζεμένοι! 
Κατατρόμαξε η μάνα όταν έμαθε τι γίνεται. Πολύ βαρύ της έπεσε, έλειπε κι ο γιος της.
- Η μαμά του δε σε θέλει παιδάκι μου, τι γάμους λέγεις; 
- Δεν τόνε νοιάζει λέει, μεγάλος είναι και θα κάμει αυτό που θέλει!
- Και πώς, χωρίς την ευκή των γονέων του θα σ' ηπάρει; Θα μας ηκάμουν μεγάλη φασαρία, ας μαλάκωνε κομμάτι να γένουν ούλα σωστά. Δεν ηπαντρεύουνται έτσι οι αθρώποι με τσι κατάρες και τσι βαρυγκώμιες και ποιος ημαζεύει τα στόματα ουλωνώνε μετά!
- Τα στόματα έχουνε άλλη δουλειά τώρα, αφήκανε εμένα κι ηπιάσανε τσι άλλες καλέ μαμά, δεν ακούς τι γίνεται; Τσι είδανε κιόλας που τσι είχανε αγκαλιά, ήκαμα εγώ τέτοια πράματα ποτές; 
- Όχι παιδί μου, δεν ηξεύρω τι κορίτσι είσαι; 
- Τι να τον πω που περιμένει;
- Να πάει στο καλό και να τα μιλήσει με τσοι δικοί του, άμα θέλουνε ας έρτουνε να σ' ηζητήξουνε όπως είναι το σωστό.
- Δε θέλουνε μαμά... 
- Ας φύει κι ο,τι είναι να... 
Το πετραδάκι που χτύπησε με δύναμη τον τοίχο τη διέκοψε. Βγήκε με τρόπο πίσω από τη βουρκωμένη κόρη της, κρατώντας κι ένα τενεκέ τάχα ότι πετούσε τους πεσμένους σοβάδες. 
Ο Μίλτος κατάλαβε ότι ήταν αρνητική η μάνα.
- Κυρά-Ευρύκλεια, σου ζητάω την κόρη σου! Αν δε μου πεις το ναι, θα την πάρω να φύγουμε!
- Τρελάθηκες παιδί μου; 
- Ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος είμαι που θα κλέψω την κοπέλα που αγαπάω και μ' αγαπάει κι αυτή! Θα την πάρω!
Ο Χαρίσης βρήκε την κατάλληλη στιγμή να γυρίσει από το γραφείο της εταιρείας που είχε κάτι δουλειές. Έστειλε μάνα κι αδερφή μέσα στο σπίτι και πήδηξε τη μάντρα για να βρεθεί μαζί του. Τις προθέσεις του από μέρες τις ήξερε. Τρελός από χαρά αγκάλιασε το Μίλτο και περπάτησαν αρκετή ώρα συζητώντας. 
Επιστρέφοντας τις βρήκε με το Βλάση και την Αστερόπη.
- Τι έγινε ρε αντράκι, πότε με το καλό;
- Γρήγορα Βλάση μου! Θα την πάρει κι άσε τις άλλες να σκοτώνονται!


4 σχόλια:

  1. Εξελιξεις και τι εξελιξεις.!!Μονο Μαιρη μου μη μας κρατας αλλο.σε αγωνια.ταφιλια μου και να περνας καλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Λίτσα μου υπόσχομαι σύντομα να δοθεί το τέλος και ν' αρχίσεις ν' αγωνιάς για άλλο θέμα! χα χα!

      Φιλιά κι από μένα
      Να είσαι καλά και να περνάς όμορφα γλυκιά μου!

      Διαγραφή
  2. αντε βρε κοριτσι μου μας εσκασες μεχρι να γραψης το επομενο!!!χαχαχα!!!!!! πλακα κανω την αγαπη μου μαιρολα μου απο καυγαδες οι παλιες αλλο τιποτα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σοφούλα μου δίκιο έχεις πέρα απ' την πλάκα!
      Πολλοί οι καβγάδες, ναι ψυχούλα μου, κυρίως οι γειτονικοί για θέματα ηθικής...

      Σε φιλώ και σου κάνω αγκαλιά μεγάλη!

      Διαγραφή