.

.
.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Διε φωτιά που την άναψε την κοπέλα!


- Χαμπάρι δεν επήρε ο άντρας της! Είναι αυτό που λένε, ο κερατάς τα μαθαίνει τελευταίος! 

Άξιος ο Χρήστος, περνούσε τους μήνες μεταξύ Αθήνας - Θεσσαλονίκης και είχε τον έλεγχο σε όλα. Η Νανά, ήταν δίπλα του τις περισσότερες ώρες, για να μάθει καλά τη δουλειά και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Ανοίχτηκαν και στους εκεί κοσμικούς κύκλους, που τους δέχτηκαν με πολλή χαρά και τους καλούσαν στις βεγγέρες.
Από κοντά κι ο Σωκράτης τις περισσότερες φορές, προσπαθούσε να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των εμπόρων. Με τον καιρό, άρχισε σιγά σιγά το εργοστάσιο να βρίσκει κάτι από τη χαμένη του αίγλη. Η μητέρα του, είχε κλονισμένη υγεία μετά την καταστροφή που έφερε ο μοναχογιός της κι έμενε με την κόρη και το γαμπρό της.
Ένα αμυδρό χαμόγελο φώτισε το κουρασμένο της πρόσωπο, όταν της είπε η κόρη της ότι τα πράγματα πάνε καλά. Χίλιες ευχές έδινε στον άνθρωπο που το πήρε στα χέρια του και δεν πήγαν οι κόποι του συζύγου της χαμένοι. Ίσως ο γιος της παίρνοντας το μάθημά του, άλλαζε μυαλά και ζωή.

 Το στήσιμο απ' την αρχή, απαιτούσε μόνο κεφάλαια, που έριχνε ο τετραπέρατος Χρήστος. Για πολύ καιρό, δεν έβαλε ούτε μια πεντάρα στην τσέπη του ο Σωκράτης. Το πάθος του όμως για την πράσινη τσόχα και τα τυχερά παιχνίδια, τον έκαναν να πουλήσει κρυφά το μεγάλο κτήμα που είχαν σε κάποιο προάστιο. Φαγώθηκαν τα λεφτά, αφήνοντάς τον ως συνήθως χρεωμένο. Ακολούθησαν όσα πράγματα αξίας είχε το πατρικό του, μπλέχτηκε και με μια μικρή, άβγαλτη κοπέλα, κόρη γνωστού μεγαλοεργολάβου, που την έβλεπε όσες ώρες η Νανά ήταν καθηλωμένη στην καρέκλα του γραφείου, βλέποντας και υπογράφοντας στοίβες χαρτιά.

- Μπρε τον παλιάθρωπο! Αμά, έτσι το διεις κι απ' την άλλη πλευρά, το κοριτσάκι που ητανάνε κοντά στα χρόνια του θα τόνε τράβαε για! Να τα 'χει όμως και με τις δυο, εκεί αυτός! Όλο με δυο ήθελε να 'ναι ο ασίκης!  Σαν μετά πάλι που ητανάνε και με τη Φωφώ και με τη Βούλα! Μπρε Σουλτάνα, δεν τον στράβωνε να ησυχάζανε του κόσμου οι κοπέλες για; 
- Αμ δε! Που τέτοια τύχη; Έγκυο τήνε άφηκε τη μικρά! Μάλιστα! 
- Ηβοί! Τι λες μπρε συμπεθέρα; Με το κοριτσάκι το αγνό, που ήτουνε απέ τση μάνας τση την αγκαλιά υπήγε κι ήβγαλε τα μάτια του; Δεν ηκοίταζε μπα κι ηγκαστρώσει αυτήνε τη Νανά τουλάχιστον, να ήλεγε του αντρούς τση ότι θα ηγίνουνε γονιοί επιτέλους, που παιδιά σκυλιά δεν είχανε;
- Εκεί έπιασε ο σπόρος του, δυστυχώς. Αμά το παιδί, η Νανά το επήρε τελικά! 

Εμβρόντητος ο Σωκράτης από την ομολογία της μικρής, προσπάθησε να σκεφτεί ψύχραιμα. Μετά το πρώτο σοκ και τα κλάματα του κοριτσιού που δε σταματούσαν με τίποτα, έκανε ό,τι μπορούσε για να την ηρεμήσει. Να παντρευτούν δεν υπήρχε καμία περίπτωση, της αράδιασε ένα σωρό δικαιολογίες που θα καθυστερούσαν το γάμο τους για τρία τουλάχιστον χρόνια. Το κορίτσι βέβαια ήταν ανήλικο κι αυτό δυσκόλευε πολύ τα πράγματα. Μία λύση μόνο υπήρχε, έπρεπε ν΄απαλλαχθεί το συντομότερο από την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Ρώτησε, έψαξε, έμαθε τελικά από ένα φίλο του, που είχε μεγάλη εμπειρία σ' αυτά, για κάποιο γιατρό στην Ξάνθη. Όσο πιο μακριά, τόσο το καλύτερο, δεν έπρεπε κανείς να μάθει το παραμικρό και δε θα ρισκάριζε να γίνει η επέμβαση στην πόλη τους. Σε λίγες μέρες, αντί να πάει το πρωί στο σχολείο, θα έφευγε μαζί του να βρει τη λύτρωση στο κακό που έπαθε.

- Αυτός, έκαμνε όνειρα, να ρίξει το παιδί και να τήνε "ράψει" ο γιατρός, να ξεμπερδεύει μια κι όξω! Έλα όμως που η μικρή, είχε κλείσει τον τρίτο μήνα και δε μπόραγε τίποτις να την κάνει; Τον είπε που είναι πάρα πολύ επικίνδυνο αυτό και δεν τήνε αναλάμβανε, ούτε αυτός, αμά ούτε κι άλλος γιατρός. Τους ευχήθηκε και η ώρα η καλή, να συντομέψουνε το γάμο, επειδής σε λίγο θα φούσκωνε για τα καλά το κορίτσι. Εκεί πια ο ασίκης, είπε τετέλεσθαι! Στα σίδερα θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου, έτσι που 'μπλεξα!

Όλα μαύρα τα έβλεπαν στο δρόμο της επιστροφής. Η κοπέλα έκλαιγε μ' αναφιλητά, φωνάζοντας ότι θέλει να πεθάνει. Ο Σωκράτης με μυαλό θολωμένο, δεν έβλεπε καμία λύση, μέχρι που η μικρή ανέφερε ότι την Κυριακή θα πήγαιναν στη νονά της, που μόναζε εδώ και χρόνια σ΄ένα ορεινό χωριό.
- Στο μοναστήρι μένει δηλαδή; Σπίτι δεν έχει; 
Και σπίτι είχε και ζώα και χωράφια που έβγαζαν πολλούς καρπούς κι έτρωγαν όλες στη μονή. Περνούσε πολλά καλοκαίρια μαζί της, απολαμβάνοντας τη δροσιά και τον καθαρό αέρα του βουνού. Η νονά, μοίραζε τις μέρες μεταξύ σπιτιού και κελιού, άρμεγε τις αγελάδες, έφτιαχνε τυρί και βούτυρο, μάζευε τις ελιές, τα λαχανικά, τα φρούτα.
Μαζί τα καλοκαίρια έφτιαχναν μαρμελάδες και γλυκά κουταλιού, ξέραιναν στον ήλιο τις ντομάτες και τα σύκα, τις πιπεριές, τις μελιτζάνες. Αγαπούσε πολύ τη νονά της κι εκείνη τη μοναδική βαφτιστήρα της, μιλούσαν ατέλειωτες ώρες για όλα τα θέματα, αφού ήταν και πολύ μορφωμένη, με δύο πτυχία. Όταν έχασε τον άντρα και το γιο της σε δυστύχημα, αφιέρωσε τη ζωή της στο Θεό κι έκανε πολλές φορές μαθήματα αφιλοκερδώς σε αδύναμα στα γράμματα παιδιά, που μάζευε σπίτι της. Χάριζε απλόχερα αγάπη και βοήθεια με την πάντα σε όλους ανοιχτή αγκαλιά της.
Άλλη λύση δεν βρισκόταν, έπρεπε να τη δει και να της πει την αλήθεια. Η μικρή έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι της, υποτίθεται απ' το σχολείο. Σταμάτησαν κάπου, έπλυνε το πρόσωπό της, την καθησύχασε με αγκαλιά και λόγια παρηγοριάς. Τα κλαμένα της μάτια, ήταν μια καλή αφορμή για να πει στους γονείς της ότι είχε αναπνευστικό πρόβλημα. Θα δικαιολογούσε και το χάλι της και την όποια αδιαθεσία της έφερνε η εγκυμοσύνη.

- Αναθεματισμένος, ελεεινός, παλιάνθρωπος! Διε φωτιά που την άναψε την κοπέλα!


Χιλιάδες σκέψεις γύριζαν στο μυαλό του, όσο ανηφόριζε για το μοναστήρι. Δίστασε για λίγα λεπτά μπρος στη βαριά σιδερένια πόρτα, πήρε βαθιά ανάσα και μπήκε με βήματα δειλά στον προαύλιο χώρο.
Σε λίγη ώρα, καθισμένος στο γραφείο της ηγουμένης, έπινε καφέ με κρύο νερό, έχοντας απέναντί του την πιο αγγελική μορφή που είχε δει ποτέ. Χαμογελώντας, του προσέφερε λουκούμι περγαμόντο με αμύγδαλο και τον παρότρυνε να της μιλήσει.
- Για να ζητήσετε να με δείτε, κάτι σας απασχολεί και ζητάτε τη βοήθειά μου. Πείτε μου, σας ακούμε μόνον εγώ κι ο Θεός.
Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της κι ένα βλέμμα τρόμου σκίασε το πρόσωπό της. Ήπιε λίγο νερό και παίρνοντας βαθιά ανάσα τον κοίταξε ερευνητικά στα μάτια.
- Δεν την αγαπάς, έτσι δεν είναι; Αλλιώς, θα μου ζητούσες να μεσολαβήσω για να καλμάρω τους γονείς της, να επιτρέψουν να παντρευτείτε. Δε θα σε ρωτήσω το πως και γιατί φτάσατε σ' αυτή την κατάσταση, είναι ανήλικη και το ήξερες. Σ' αγάπησε το άμοιρο και σου δόθηκε, δε μπορεί κανείς να την κατακρίνει γι' αυτό. Αφέθηκε να ζήσει τον πρώτο της έρωτα και να τώρα η συμφορά. Είναι τόσο μικρή, αθώα και άβουλη, κρέμεται από σένα και είναι λογικό.  Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι θα την κάνεις φόνισσα. Αυτή η αμαρτία, είναι μεγαλύτερη. Ο Θεός προνόησε, να γλυτώσει το μωρό από τη σφαγή και να σε στείλει μετά σε μένα. Το παιδί θα γεννηθεί και θα το ξέρουμε μόνο οι τρεις μας. Θα παρουσιαστεί σαν έκθετο και θα δοθεί σε κάποια καθώς πρέπει οικογένεια. Αν ήταν κάποιας άλλης δυστυχισμένης γυναίκας, θα μεγάλωνε στα χέρια μου, μακάρι να ήταν. 
Η βαφτιστήρα μου, δε θα το δει, θα είναι η καταστροφή της και είναι πολύ μικρή για να χαλάσει τη ζωή που ανοίγεται μπροστά της. Η δυσμενέστατη θέση σας, δικαιολογεί απόλυτα τη θέλησή σας να απαλλαγείτε το συντομότερο από το παιδί. Εσύ, δεν παύεις να έχεις όλη την ευθύνη απέναντί της, θα μείνεις όμως μακρυά της και ο Θεός ας τη βοηθήσει να ξεχάσει. 
Την Κυριακή που θα έρθουν να με δουν, θα της πω τι θα κάνει...

- Αμάν! Και πως τα κάμανε για; Μπρε Σουλτάνα, αυτά δε με τα είχες πει! Ο μικρός σα να λέμε, γιος του ητανάνε; 
- Σίγουρα, αν κι αυτό δεν αποδείχτηκε ποτές. Πως και δε στα είπα, αμά δε θα τα θυμάσαι με τόσες μπερδεψούρες που 'χε η Ζαφείρα.Τώρα, θ' ακούσεις και τα υπόλοιπα!
Ήπιε και τις τελευταίες σταγόνες λεμονάδας, σερβίρισε κι ένα λικεράκι με ξηρούς καρπούς. Η συζήτηση είχε πάρει φωτιά! 
- Μπρε, τυχερός ήτουνε αυτός! Ήκαμε την κακιά δουλειά στο κορίτσι, ηβρήκε και συμπαράσταση! Και η καλογραία όμως, ε; Μεγάλη ευθύνη ηπήρε! Και τι απόγινε, πως τα ηκαταφέρανε;
- Το κοριτσάκι, ήτουνε κομμάτι δεμένο, όχι παχύ αμά όχι και λεπτό. Όταν επήγανε λοιπόν, η νουνά την έδωκε ένα κορσέ και την ορμήνεψε που και που να βήχει, για να χρειάζουνται καθαρό αέρα τα πλεμόνια της.
Τον βήχα την είχε πει κι ο αδικιωρισμένος κείνη τη μέρα, για να δικιολογήσει τα μάτια της, που ήτουνε κατακόκκινα απέ τα κλάματα. Αμά, βρήκε η νουνά σωστή τη σκέψη, για να τήνε πάρει εκεί τελικά. Μια στις δεκαπέντε, παγαίνανε να τη διούνε και το είχανε σαν εκδρομή να πούμε.
Ζώστηκε τον άλλο μήνα τον κορσέ, τόνε είχε η νουνά πριν καλογερέψει. Για τα έμμηνα που δεν είχε, δεν τήνε πήρε χαμπάρι η μάνα της, ένεκα που τα μπέρδευε με τις αδερφάδες της η μικρή σκόπιμα. Και βήχα, μια στο σπίτι, μια στο σχολείο κι άμα παγαίνανε πάνου δεν έβγανε κιχ! Είπε η νουνά που την χρειάζεται καθαρός αέρας κι άμα κλείνανε τα σχολεία να τήνε έπαιρνε εκεί όλο τον καιρό, ίσιαμε να σιάξει, στο βουνό.

Έτσι κι έγινε. Στον πέμπτο μήνα, ζωσμένη, κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Η νονά, πήγε στο σπίτι τους, προφασιζόμενη κάτι ψώνια κι εξετάσεις που έπρεπε να κάνει. Κοιμήθηκε το βράδυ, συνεννοημένη με τη βαφτισιμιά της να την πιάσει κρίση. Ξύπνησαν όλοι στο σπίτι κι ετοιμάστηκαν να την πάνε στο νοσοκομείο. Τέτοιος βήχας, δεν είχε ξανακουστεί. Η μικρή, έβαλε τα κλάματα και φώναζε ότι φοβάται και δε θέλει να πάει. Μεσολάβησε η νονά, που δίνοντας εντολή να της φτιάξουν ένα ζεστό ρόφημα, υποσχέθηκε ότι θα την καλόπιανε και θα την έπαιρνε μαζί της το πρωί στους γιατρούς.

- Έκαμε την πολύ στενοχωρεμένη. Την είπανε τάχα που έπρεπε να πάει σε καθαρό αέρα, επειδής μπορεί να τήνε γύρναγε σε πνευμονία. Την έδειξε και κάτι γιατρικά* που την δώκανε και καλά για να γένει πιο σοβαρό το πράμα να πούμε.Τα μάζωξε μάνι μάνι η μάνα της τα ρούχα της και πήανε απάνου. Κάθισε δυο μέρες μαζί η μάνα, αμά είχε και τα άλλα της τα κορίτσια από πίσω και δε μπορούσε να μείσκει εκεί.

Η εγκυμοσύνη της, δε μπορούσε να μείνει κρυφή για πολύ πλέον. Γλιστρούσε αργά τη νύχτα στο κελί της και μετά το μεσονυκτικό* η ηγουμένη έφευγε κρυφά για το σπίτι της. Η βαφτιστήρα της ξυπνούσε κι έβρισκε το φρέσκο γάλα ζεστό ακόμα να την περιμένει, με ψωμί ζυμωτό, τυρί και βούτυρο. Σε λίγες ώρες, η νονά ήταν δίπλα της. Είχε ανέκαθεν τα ζώα, που ήθελαν τη φροντίδα της και τα χωράφια. Με χίλιες δυο δικαιολογίες, έλειπε παραπάνω ώρες από τη μονή. Πηγαινοερχόταν για να βλέπει τη μικρή εγκυμονούσα, που έτρεμε μη πάθει κάτι.
Τις Κυριακές που πήγαιναν οι γονείς, φορούσε τα ριχτά πλισέ φορεματάκια που ήταν ευτυχώς της μόδας, ήταν και ζωσμένη σφιχτά και δεν φαινόταν σχεδόν τίποτα. 
- Τα φάρμακα, την πείραξαν λίγο στο έντερο κι έχει συνέχεια τυμπανισμό. Όλο πρήζεται η κοιλιά της και πρέπει να μην τρώει συγκεκριμένες τροφές, όμως κρυφά πάει και κόβει τα λαχανικά και τα τρώει! Χα χα χα! Ας τρώει να δυναμώνει κι ας τη φουσκώνουν, περαστικό είναι!
Ο καθαρός αέρας, της είχε ανοίξει γενικά την όρεξη και είχε πάρει κιλά. Το προσωπάκι της είχε στρογγυλέψει αρκετά και οι γονείς ήταν πανευτυχείς. Πόση αγωνία, πόσα ψέμματα...
- Θα επισκεφθούμε τις μονές των Βαλκανίων, όπως πριν τρία χρόνια που είχαμε πάει, θυμάστε; Συμφωνήσαμε λοιπόν, να την πάρω μαζί μου! Θα της κάνει πολύ καλό η αλλαγή, το είπε κι ο γιατρός. Θα τη δουν κι εκεί οι καλύτεροι επιστήμονες, καλό είναι να πάρουμε κι άλλες γνώμες. Δεν της το έχω πει βέβαια, γιατί δε θα θελήσει να έρθει. Λαχτάρισα πολύ κι εγώ, τρέμω για την υγεία της.
Έτσι κι αλλιώς, δεν υπάρχει περίπτωση να πάει στο σχολείο από την αρχή της σεζόν. Υπάρχει φόβος να κολλήσει κάτι και θα είναι ολέθριο αυτό. Ευτυχώς που τη φέραμε εδώ να λέτε, αλλιώς...ούτε να το σκέφτομαι δε θέλω...


Το μωράκι, γεννήθηκε υγιέστατο και πανέμορφο σ' ένα από τα καλύτερα νοσοκομεία της Κωνσταντινούπολης, χάρη στη μαία που πληρώθηκε αδρά. Με ψεύτικο όνομα η μητέρα, συνοδευόμενη από τη "γιαγιά" μια κομψή κυρία με ταγέρ, που δε θύμιζε σε τίποτα την τυλιγμένη στο μαύρο ράσο ηγουμένη της μονής.
- Είπε, ότι την εγκατέλειψε ο αρρεβωνιάρης της κι έφυε με μια σαντέζα* του καμπαρέ και τη μήνυσε που δε θα ξαναγυρίσει! Και ήτουνε εξ Αθηνών κι επήανε να διούνε κάτι συγγενείς τους εκεί και τήνε πιάσανε οι πόνοι πρόωρα. Τότες, δεν υπήρχανε τα υπέρηχα που κάμνουνε τώρα και σε μετράνε και τις μέρες σου! Μάνα και κόρη να πούμε, μοναχές τους στην Πόλη, παρατημένη απέ τον παλιάθρωπο που τη γέλασε μικρή κοπέλα,, να γένει κομμάτι πιστευτό. Τι να 'κανε η δόλια;
Αμά, έπρεπε να υπάρχει κι ένας σύζυγος να πούμε και πως να τα έφκιαχνε κι αυτή η καημένη; Η ψυχή της έτρεμε, να πάει καλά η γέννα, μη και πάθει το κορίτσι, το κεφάλι της έπαιζε για! 

- Πω πω πω! Τραγωδία, ε; Στην Πόλη απέ που κι ως που ηβρεθήκανε; 
- Ήτουνε το πιο κοντινό μέρος όξω απέ τη Θεσσαλονίκη, με πολύ πληθυσμό να πούμε. Βουλγαρίες και Ρουμανίες, φοβούτανε για να πάνε, λόγω που πολλοί απέ κει παγαίνανε για διάφορα, ακόμα και για γιατροί τρέχανε.
Φαντάζεσαι να γινούτανε κάνα συναπάντημα; Εθόλωσε τα νερά στις γονιοί της και το 'ψαξε για εκεί, με ψεύτικα χαρτιά ήντουσαν. Χαμπάρι δεν τις επήρανε, ένεκα που επήε με τα ράσα της κουκουλωμένη κι έντυσε καλογριά και τη μικρά! Συνηθισμένο ήτουνε να ταξιδεύουνε απέ τα μοναστήρια και μόνο τα μάτια και κομματάκι απέ το πρόσωπο αφήνανε οι πιο πολλές.
Η ανάγκη να γλυτώσει το κορίτσι, τήνε έκανε να σκεφτεί ολάκερη σκευωρία, για λύπηση ήτουνε για! 

Η μάνα, δεν είδε το παιδί καθόλου. Θα "πέθαινε" τη δεύτερη μέρα, όπως πολλά νεογέννητα. Μίλησε η "γιαγιά" με το γιατρό, λέγοντάς του σχεδόν την αληθινή της ιστορία, με πολλές παραλλαγές βέβαια. Μία και μοναδική φορά γνώρισε άντρα, τη διακόρευσε κι έμεινε έγκυος. Ήταν άδικο να χαραμίσει τη ζωή της, ανύπαντρη μ' ένα παιδί στην αγκαλιά. Κορίτσι μικρό, με παιδί παράνομο, ήταν καταδικασμένο και η οικογένεια δε θα άντεχε την κατακραυγή του κόσμου και να τους δείχνουν όλοι με το δάχτυλο. Παρελθόν ερωτικό δεν είχε, έπρεπε να θαφτεί αυτό που της συνέβη. Η "κόρη" της, μόνο σαν κοπέλα αγνή θα μπορούσε να βρει στο μέλλον ένα καλό άνθρωπο, να φτιάξουν τη δική τους οικογένεια. Θα το έδινε σ' ένα πολύ καλό σπίτι που ήταν άκληροι  και θα ξεκινούσαν τις διαδικασίες για την υιοθεσία του.

- Σωκράτη, ήρθε η σειρά σου τώρα! Θα αναλάβεις τις ευθύνες σου, θες δε θες! 






Γιατρικά - Φάρμακα 

Μεσονυκτικό - Μοναστηριακή ακολουθία που γίνεται τα ξημερώματα 

Σαντέζα - Τραγουδίστρια

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Βίος και πολιτεία σε λέω!


Η ευχετήρια κάρτα εξ Αθηνών, παραδόθηκε στη Ζαφείρα την Τρίτη το πρωί. Συνοδευόταν από το πολυπόθητο γράμμα, με τις πληροφορίες για το γαμπρό. 

Το άνοιξε ανυπόμονα, με κακό προαίσθημα, μακριά από τα μάτια των παιδιών και της θείας Κούλας. Εκεί, στην κρεβατοκάμαρά της, που ανέκαθεν έκρυβε όλα της τα μυστικά, ένιωσε την καρδιά της να σβήνει και τα πόδια της να τρέμουν. Έπιασε το λαιμό της, προσπαθώντας ν΄ αγγίξει τον κόμπο που την έπνιγε.
<<Αγαπητή κουμπάρα, ήθελα να ήξερα ποιος μεσολάβησε για το προξενιό της ντροπής...>> 

Κατέβηκε με κόπο στο σαλόνι, σέρνοντας κυριολεκτικά τα πόδια της. Η Βούλα, έψηνε καφεδάκια για τη μητέρα και τις θείες της.  Είχε έρθει η Χαρίκλεια, με ένα ταψί πιπεριές, γεμισμένες με διάφορα τυριά.
Διάλεγε πιπεριές κόκκινες, γερές, άνοιγε με κοφτερό μαχαίρι και πολλή προσοχή μια μικρή στρογγυλή σχισμή γύρω από το κοτσάνι, τις έπλενε και τις στέγνωνε. 
Έλιωνε με το πιρούνι τυριά μαλακά και συμπλήρωνε αρκετό γάλα, ώστε να γίνει σαν πυκνή, παχιά κρέμα. Ψιλόκοβε τυρί σκληρό, πικάντικο, μαϊντανό, δυο μεγάλες σκελίδες σκόρδο και λίγο φρέσκο δυόσμο. Τις γέμιζε με κορνέ, επειδή το άνοιγμά τους ήταν ελάχιστο και δεν χωρούσε ούτε το πιο μικρό κουταλάκι. Με το χέρι, έβαζε τα κομμάτια και τα έπρωχνε με οδοντογλυφίδα.
- Οι πιπεριές γιομιστές με το τυρί, ίσα ίσα πρέπει ν' ανοίγονται, αλλιώς στο ψήσιμο χύνεται έξω όλο το τυράκι. Αλάτι δε βάζεις καθόλου, λύσσα θα γένει, είναι αρμυρά τα τυριά. Αμά θέλει πιπέρι μπόλικο, φρεσκοτριμμένο και μια ιδέα μπαχάρι. Στο ταψί λαδόκολλα κι εκεί απάνω ψήνουνται. Να ξέρεις, μήτε βουτύρωμα, μήτε λάδωμα, τίποτα! 
Μετά, άμα γένουνε, τις αφήνεις κομμάτι στο ταψί, να δέσει η γέμισή τους. Άμα τις πιάσεις αμέσως να τις βγάλεις, θα σε χυθεί που είναι πολύ ρευστή. 



Κάθονταν στον καναπέ και συζητούσαν για φαγητά κι ό,τι άλλο είχε σχέση με την κουζίνα. 
Με τις χοντρές μάλλινες μπλούζες τους, τις μακριές φούστες, τις χρυσές τους καδένες, το κόκκινο κραγιόν και τα βαμμένα νύχια, λες κι ήταν έτοιμες να πάνε για επίσημη επίσκεψη. 
Πάντα ήταν περιποιημένες και καλοντυμένες. Τις χρονιάρες μέρες βέβαια, ένα παραπάνω. Οι εορταστικές μέρες των Χριστουγέννων, ξεκινούσαν νωρίς και του Νέου Χρόνου κρατούσαν μέχρι το τέλος του Γενάρη. Ο πρώτος μήνας είχε κι αρκετές ονομαστικές γιορτές κι οι επισκέψεις στα σπίτια συγγενών και φίλων με γλυκά και λικέρ ήταν τακτικές. 


- Τι λες μπρε Χαρικλάκι να βάλω το απόγεμα; Το μπλε μου το φουστάνι με τον άσπρο το γιακά το γούνινο από πάνου, για τη μαύρη φούστα τη σολέι, με τη μπλούζα που με πήρε η αδερφή σου; Πολύ με αρέσει και με πάει, ωραία με στρώνει πάνω μου. Να ρίξω και την εσάρπα, θα πέφτουνε μπροστά και τα κρόσσια τα χρυσούλια.

Που τήνε βρήκες μπρε, τι ωραίο πράμα είναι αυτό! Όλο να με χαϊδεύει το μάγουλο θέλω για! Πάει, τέλειωσε, αυτά θα φορέσω, να διούνε όλες τι ωραίοι μποναμάδες* με κάμανε οι ανιψιές μου και να σκάσουνε απέ τη ζούλια τους! Χα χα χα! Εσύ τι λες να φορέσεις; Εκείνο το φόρεμα το ωραίο που πήρες για την Καλή Βραδιά, πολύ σε πάει! Και η μπουτουνιέρα με το μπεζ το λουλούδι, ένα όνειρο είναι! Αυτό να φορέσεις! 

Η Βουλίτσα, που πήγε χθες στης Αργυρώς με τα παιδιά, την είπε που θέλει να με διεί πριν φύγω. Άιντε και να πάμε αύριο κομμάτι, για θα έρτει εκείνη εδώ; Θα διούμε...

Το απόγευμα της προηγούμενης μέρας που συναντήθηκε το ζευγάρι, έμεινε περισσότερο μαζί. Θεία κι ανιψιές, είχαν πάει στην κοπή της πίτας του συλλόγου. Λόγω της θείας Κούλας, δεν ήθελε η Ζαφείρα να πιέσει την κόρη της να πάει μαζί τους. Έτσι, μετά από πολύ καιρό, έμεινε στο σπίτι με τα αδέρφια της, δίχως φύλακα.
Θέλησαν να πάνε στο σπίτι της θείας τους, να παίξουν με τον ξάδερφό τους και τα συνόδευσε εκείνη. Μετά τις ευχές και τα κεράσματα, έφυγε, προσποιούμενη ότι είχε ραντεβού με δυο φίλες της και είχε ήδη αργήσει.
Σχεδόν μια ώρα έμεινε με το Σωκράτη και χορτασμένη ευτυχία, φιλιά κι αγκαλιές, επέστρεψε να πάρει τα αγόρια.


Οι καφέδες από τα χεράκια της Βούλας, έφτασαν μέσα στο μεγάλο ασημένιο δίσκο με το δαντελένιο πετσετάκι και τα κουλουράκια βανίλιας. Αν και οι ημέρες αυτές, καλούσαν ό,τι γλυκό είχαν να είναι φτιαγμένο με την ξελογιάστρα κανέλα και το εκρηκτικό μοσχοκάρφι, τα κουλουράκια με την απαλή γεύση βανίλιας συνόδευαν τέλεια τον καφέ. 
Απαραίτητα, θα άναβαν οι κυρίες κι ένα τσιγάρο. Καμιά τους δεν ήταν φανατική καπνίστρια, ούτε υπήρχε πακέτο ποτέ στην τσάντα τους. Η κάθε νοικοκυρά, είχε πάντα μια επιτραπέζια τσιγαροθήκη στο σαλόνι, για να προσφέρει στις καλεσμένες της μαζί με τον καφέ τους. Αν η συζήτηση είχε μεγάλο ενδιαφέρον, μπορεί να άναβαν και δεύτερο. 

Αυτή τη συνήθεια είχαν και η Ανθούλα και η Σουλτάνα, με τη διαφορά που η δεύτερη αγόραζε πάντα ένα πακέτο όταν πήγαινε στης αδερφής της. Κάπνιζαν από ένα, το πολύ δύο τσιγάρα και φεύγοντας της το άφηνε, για να έχει πάντα στο σπίτι της, κρυφά από το Γιάννη, τον άνδρα της, που σαν τρακαδόρος που ήταν δεν της τα άφηνε. 
- Είχε έρτει η Πόπη, να πιούμε ένα καφέ. Ανοίγω το κουτάκι και δεν βρήκα μήτε ένα μέσα! Τα πίνει όλα και δε με λέει και τίποτα! Τα παραχώνω κι εγώ στο συρτάρι, κάτου απέ τα τραπεζομάντιλα, να μη φαίνουνται, αμά κι εκεί ψαχούλεψε και τα βρήκε! Χα χα χα! Μουσαφίρισσα άμα έρτει κι έχει τα δικά της, θα 'χει να πιει με τον καφέ της, έτσι πάει καλά!
Όχι μόνο καλά, κάλλιστα! Η καλύτερή του ήταν, να κλέβει από τα ξένα τσιγάρα. Από δω το 'φερνε, από κει το πήγαινε, ζητούσε πρώτα ένα να δοκιμάσει και μετά το 'ριχνε στο αστείο, παίρνοντας κι άλλα κρυφά και φανερά. Όταν δε έβλεπε τη Σουλτάνα, που ήξερε τη συνήθειά της, περίμενε να φύγει κι έχωνε παραπάνω από τα μισά στις τσέπες του, πριν ακόμα κλείσει καλά καλά η Ανθούλα την εξώπορτα. 

- Ζαφειρούλα; Τι έπαθες κοκόνα μου, άρρωστη είσαι;
- Δεν αισθάνομαι και τόσο καλά θεία, το κεφάλι μου πονάει, το στομάχι μου ανακατεύεται... 
- Θα κρύωσες φαίνεται! Και στο 'πα μπρε κόρη μου, που χθες το πρωί στο ρεύμα καθούσουνα! Πιε τον καφέ σου κι άμε να ξαπλώσεις κομμάτι, για το φαΐ μη γνοιάζεσαι, θα τα βολέψουμε με την αδερφή σου εδώ!
Η Χαρίκλεια, κοίταξε την αδερφή της στα μάτια και κατάλαβε ότι κάτι συνέβαινε. Ταραγμένη η Ζαφείρα, πήγε στην κουζίνα τάχα να δει το ψητό κι έκανε νόημα με τρόπο στην αδερφή της να την ακολουθήσει.
- Άμα μιλάω εγώ, κακιά και στρίγκλα γίνουμαι! Πήρα το γράμμα, ευτυχώς που δεν ήταν καμιά τους μπροστά. Να το διαβάσεις και να φρίξεις! Τα πράματα, είναι πολύ χειρότερα απ' όσο φοβόμουνα, αδερφή. Αυτός, είναι ένα ρεμάλι, που έβαλε στόχο την προίκα της ανιψιάς σου και πήγε να την ξεγελάσει. Βίος και πολιτεία σε λέω! Δεν είμαι καθόλου καλά, βουίζει το κεφάλι μου κι έχω ταχυπαλμία, αμά πρόσεχε μη πάρουν τίποτα χαμπάρι.Θα μιλήσω την Βούλα το απόγεμα, που θα πάτε με τη θεία βίζιτα στης Γενοβέφας να την ευχηθείτε. Με αρέσει που λογαριάζαμε να πάμε μαζί... Πάμε να πιούμε τον καφέ, που φαρμάκι θα καταπιώ και θα στα πω πάνω, πιο μετά.

Η Χαρίκλεια, δεν πίστευε σ' αυτά που διάβαζε. Κατάχλομη, σωριάστηκε στην άκρη του κρεβατιού, δίπλα στην αδερφή της, που κρατούσε σκυμμένη το κεφάλι της με χέρια που έτρεμαν.
- Μπρε Ζαφείρα μου, θα παλαβώσω! Πες με ότι με γελούν τα μάτια μου, τι είναι αυτά; 
- Τι είναι αυτά; Η αλήθεια για τον παραλή και καλό γαμπρό είναι! Καλά τα έλεγα ότι δεν τον άρεσα* απέ την αρχή! Κάτι μέσα μου με έλεγε που έπρεπε να προσέξουμε, αμά και τέτοια πράματα, τι να πω; Ο νους μου δεν επήγε!
Αυτός, είναι ένα απόβρασμα της κοινωνίας για! Τήνε είδε, τον άρεσε, θα ΄μαθε και για το σπίτι μας, τι είμαστε και δεν είμαστε και σε λέει, μια που τον έχουνε τον τρόπο τους, κάτσε να την πουλήσω ερωτιλίκι τη μικρή να την φάω τις παράδες! Κατάλαβες; Κατάλαβα να λες! Μια μέρα ήσυχη, δεν έχω περάσει από τότες που την τσάκωσα να τόνε συναντάει. Αχ! Παναγία μου, τι κακό θα παθαίναμε, δε θέλω μήτε να το σκέπτουμαι!
Ευτυχώς να λες, που δεν ξέρει και τα άλλα της, τι την δίνω και τι την δίνεις. Θα μείσκαμε στο δρόμο με δαύτονα, που κακό χρόνο να ΄χει το τομάρι! Πες με την αλήθεια αδερφή, τον ξανάδε από τότες; Πες με και πάω να τρελαθώ!

Η Χαρίκλεια, παρακαλούσε ν' ανοίξει η γη να την καταπιεί. Προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου, αλλά ένιωθε μετέωρη, απελπισμένη και μόνη. Προσπάθησε να μιλήσει, οι λέξεις βγήκαν δειλά, με φόβο.
- Όχι, δεν τον είδε ξανά. Την είπα ένα απόγεμα που μιλήσαμε, ότι έστειλες το γράμμα να ρωτήσεις και περίμενες απάντηση. Το δέχτηκε, λογικό το βρήκε... 
Αστραπιαία πέρασαν από το μυαλό της οι "εξομολογήσεις" που έκανε στο Σωκράτη, τη μέρα που τον είχε καλέσει στο σπίτι της. 
Αυτός πλέον, ήξερε λεπτομερώς τα περιουσιακά της Βούλας. Και τα σπίτια και τα ασημικά και τους παράδες. Και τα κρυφά και τα φανερά, όπως του είχε πει. 
- Τι έκανα Θεέ μου; Πως με ξεγέλασε κι εμένα και του τα είπα όλα; Πως μπλέξαμε έτσι; Και τι θα γένει τώρα με το κορίτσι μας;

- Λυτούς και δεμένους είχε βάλει ο κουμπάρος για να μάθει. Στην Αθήνα, κανείς δεν ήξερε να τον πει τίποτις, το όνομά του ήτουνε άγνωστο. Ανοίχτηκε στη Θεσσαλονίκη, με το γνωστό του γνωστού κι έμαθε πράματα και θάματα!
Αυτός, ήτουνε γιος πολύ καλής οικογενείας, ηθικής και τίμιας. Μεγάλωσε με όλα τα καλά, ο πατέρας του είχε εργοστάσιο που φκιάχνανε συσκευασίες για διάφορα να πούμε και τον άφηκε κληρονομιά τεράστια!. Είχε και μια αδερφή, που παντρεύτηκε το γιο του συνεταίρου του, που είχανε ξεκινήσει μαζί και μετά έκαμε δικό του, δεν ξέρω με τι, δε θυμούμαι μάλλον. Τήνε προίκισε καλά, με δύο σπίτια και έδωκε πολλοί παράδες στο εργοστάσιο του γαμπρού, που του το άφηκε ο μπαμπάς του, καθότι μοναχοπαίδι, για να μπει και η κόρη εκεί, με καταδικό της μερτικό. Ο χριστιανός, εκατομμύρια έβαλε κει στο όνομά της, αμά τα έκαμε η κοπέλα διπλά και τριπλά, πεσμένη με το κεφάλι ήτουνε στη δουλειά. Το κάνανε επέκταση, πήρανε κι άλλες μηχανές και προσωπικό και τήνε βγάνουνε το καπέλο άντρας και πεθερός. Πολύ άξια, δουλευταρού, ατσίδα σε όλα της!

Ήπιε η Σουλτάνα μερικές γουλιές λεμονάδα, ενώ η αγωνία των άλλων ήταν φανερή. 
- Αυτός, μπήκε σαν κύριος κι έκατσε στο γραφείο. Τον έλεγε ο μπαμπάς του, να ζυμωθεί με τη δουλειά, να διει το πως δουλεύουνε και τούτα και κείνα, να μάθει, που μόνο παράδες ήξερε να τον τραβάει.
Ο μπαινάκης κι ο βγαινάκης, έκαμε τάχα που ενδιαφέρεται, αμά το νου του τον είχε αλλού. Χωρίς να τόνε έχει πάρει χαμπάρι κανένας, είχε μπλεχτεί με μια ηθοποιό της κακιάς ώρας. Εκτός από τα σχετικά που κάμνανε μαζί, έβγαινε μαζί της και με όλο το μπουλούκι να πούμε. Μετά τις παραστάσεις, παγαίνανε για φαΐ κι ύστερα το ρίχνανε στο χαρτί. Ξύπνια αυτή, καμιά εικοσαριά χρόνια μεγαλύτερή του, βρήκε την κότα με τα χρυσά αυγά!
- Πω πω πω! Και τι ηγίνηκε μετά, του τα ήφαε όλα, ε; 
- Στον ήλιο μοίρα δεν είχε αυτή, τσίμα τσίμα τη βγάζανε όλοι τους. Ο Σωκράτης, μικρός ήτουνε, αμά τον τραβούσε η αλητεία να πούμε, όλο με χαρτοπαίχτες και τέτοιους έκαμε παρέα, έτσι τήνε γνώρισε κι αυτήνα.
Αρχίνισε να παίζει ποσά μεγάλα, το ένα έφερνε το άλλο, είναι να μη μπλέξεις με δαύτους για! Ο ένας από το θίασο, ήτουνε χαρτοκλέφτης και τόνε μάδαγε κάθε βράδυ. Πήαινε στο εργοστάσιο και δεν ήξερε τι τον γινούτανε, αμά όσο ζούσε ο μπαμπάς του, ρολόι παγαίνανε όλα. Τόνε βρήκε το καρδιακό κι έμεικε απάνου στο γραφείο ο καημένος, είχε βουίξει τότες όλη η Θεσσαλονίκη!
Απέ κει και πέρα, πήρε την κάτω βόλτα τέτοια επιχείρηση! Όλο τραβούσε παράδες, ήτουνε μέσα και κάτι σαΐνια που τόνε δίνανε να βάνει τη τζίφρα του εκεί που είχανε συμφέροντα, με εκατό μασέλες τρώγανε αυτοί!
Άμα πέθανε ο πατέρας, η άλλη η σουρλουλού έπιασε πόδι εκεί. Ακούτε πράματα; Έμπαινε με τον αέρα της κυρίας και καθούτανε σταυροπόδι, με μια πίπα δυο μέτρα! Λίγδωσε το άντερό της, έβαλε γουναρικό και μεταξωτά βρακιά, που δεύτερο δεν είχε να φορέσει, βολευτήκανε και οι άλλοι της παρέας. Όλο δώσε και δώσε ήτουνε αυτή, τόνε έβαλε και υπόγραψε για να παίρνανε θέατρο και να μη γυρνούσε απέ δω κι απέ κει και θα ήτουνε λέει επένδυση για κείνονα και θα τον γιόμιζε παρά!

Αποσβολωμένες την άκουγαν Ανθούλα και Μυρτώ, η Μαρίκα κουνούσε το κεφάλι κι έσερνε τα εξ αμάξης.
- Κι αυτός μπρε Σουλτάνα, έκανε τα μυαλά της; Για δεν έβλεπε που πάγαινε κατά διαόλου το εργοστάσιο; Ντιπ βλάκας και ζωντόβολο ητανάνε για;
- Με τον υπόκοσμο είχε νιτερέσα, η άσωτη ζωή του εκεί τόνε έριξε. Αυτή, η Θε μου σχώρα με, ήτουνε βαθιά χωμένη σε όλα. Αμά να σε πω, ακόμα και πριν τα μπλέξει με τα κείνηνα, είχε μπλέξει με κακές παρέες. Μετά πια, ήρτε κι έδεσε μ' αυτήνανε! Εκεί πέρα που είχε τα σχετικά με δαύτους και οι γυναίκες της παρέας τους τέτοιες ήτουνε για! Κει να διεις ξελόγιασμα!
- Ήτουνε στραβό τ' αγγούρι, το ήφαε και το γαϊδούρι! 
- Ναι για! Τελικά, με τούτα κι εκείνα, αρχινίσανε τα οικονομικά προβλήματα. Το θέατρο και καλά που αγόρασε, ήτουνε ένα ερείπιο με κουφά* γιομάτο. Γιόμισε ο μαχαλάς απέ δαύτα, όταν τα κάνανε έξωση με το γκρέμισμα! Το ρίξανε όλο και το χτίσανε απέ την αρχή. Κι να κολόνες μέσα και να σκάλες, όλα μαρμάρινα! Καρέκλες βελούδινες, φουαγιέ, πολυτέλειες και κακό! Ακούστηκε βέβαια που φκιάχνανε κείνο το ρημάδι για θέατρο και βγήκανε όλα στη φόρα. Τα έμαθε κι η αδερφή του στόμα με στόμα και τραβούσε τα μαλλιά της η κοπέλα! Πήγε και τον μίλησε τον αδικιωρισμένο!


Ανένδοτος ο Σωκράτης. Ανοιγόταν σε θεατρικές επιχειρήσεις, της είπε και δεν άκουγε κουβέντα. Η αδερφή του έκλαψε, παρακάλεσε, μέχρι που τσακώθηκαν άσχημα κι απομακρύνθηκαν τα δυο αδέρφια.
Τα βράδια, προσπαθώντας να πάρει πίσω τα χαμένα του λεφτά, άδειαζαν περισσότερο οι τσέπες του. Ο συνεργάτης της καλλιτέχνιδος, της ακουμπούσε γερό ποσοστό και κοιμόταν μαζί της πίσω απ' την πλάτη του κορόιδου.
Το θέατρο στήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Όταν το χρήμα πέφτει ζεστό και άφθονο, χωρίς παζάρια, ό,τι θέλεις γίνεται γρήγορα. Η συμμορία έκανε τις διαπραγματεύσεις κι αυτός πλήρωνε, Του τα χρέωναν τριπλά κι έβγαλαν μπόλικα κι από κει. Ετοιμάστηκαν για την πρεμιέρα κι ο Σωκράτης κάλεσε όλο τον καλό κόσμο που γνώριζε από την οικογένειά του και πολλούς φίλους του.
Πήγαν οι περισσότεροι, από καθαρή περιέργεια για την άγνωστη καλλιτέχνιδα, που είχε τόσο ταλέντο ώστε να επενδύσει εκείνος τόσα λεφτά για δικό της θέατρο. Μέρες γελούσαν με την ατάλαντη μεγαλοκοπέλα που έκανε τη μπεμπέκα στη σκηνή με τα μπούτια έξω. Είκοσι χρονών ο Σωκράτης, σαράντα αυτή, την κυκλοφορούσε πλέον επίσημα, μπογιατισμένη και με ξανθιά περούκα.

- Έτσι πια τους επήρανε για τα καλά χαμπάρι όλοι! Και όλο το ιστορικό του, που την έγραψε την Ζαφείρα ο άθρωπος, το έμαθε απέ πρώτο χέρι να πούμε, απ' αυτόνανε που δούλευε στο εργοστάσιο, σε μεγάλη θέση. Ήτουνε ο  ξάδερφος της γυναικός του φίλου του, που έμεισκε τη Θεσσαλονίκη και μόλις τον είπε το φίλο του που θέλει να μάθει για τον τάδε, ξαμολύθηκε να ρωτήσει. Αμά επειδής ήθελε να την πει τα πάντα και να στείλει πίσω τα προξενιά, καθυστέρησε κομμάτι με τα γράμματα Αθήνα - Θεσσαλονίκη.

Η καταστροφή δεν άργησε να έρθει. Άδειο το θέατρο, γκρίνια αυτή, χρήματα για τα τρέχοντα έξοδα, χοντρά παιχνίδια στην πράσινη τσόχα και τον ιππόδρομο. Η θεατρίνα της κακιάς ώρας, ήταν στα μέσα και έξω για να μαθαίνει τα πάντα και ο Σωκράτης πήγε στην Αθήνα, προκειμένου να βρει συνεταίρο με κεφάλαια για το εργοστάσιο. Έμεινε αρκετά, γυρίζοντας με το πούρο του στα κοσμικά σαλόνια, παίζοντας πάντα χαρτιά και κάνοντας συχνά "παρέα" σε πλούσιες κυρίες που ασκούσαν επιρροή στους συζύγους τους. Δεν άργησε να τυλίξει στα δίχτυα του έναν από τους πιο γνωστούς επιχειρηματίες των Αθηνών, Σμυρναίος στην καταγωγή, με Κωνστανινουπολίτισσα σύζυγο, είχαν αποκτήσει όλα τα καλά, εκτός από παιδιά. Αυτός ήταν ο καημός του Χρήστου, ένα παιδί.
Στον δεκαπέντε χρόνια μικρότερό της Σωκράτη, η Νανά βρήκε τον τέλειο εραστή, που την έκανε να νιώθει νέα, ωραία, επιθυμητή. Προκειμένου να είναι μαζί του όσο περισσότερο μπορούσε, μεσολάβησε ώστε να γίνει ο συνεταιρισμός, που θα τους έστελνε τακτικά στη Θεσσαλονίκη. Ο σύζυγος έριξε το χρήμα και η κυρία του αποφάσισε να ασχοληθεί ενεργά με τη νέα τους επιχειρηματική δραστηριότητα. 

Η θεατρίνα, είχε ήδη αδιαφορήσει γι' αυτόν. Αφού έκανε το κέφι της με το θέατρο, που είχε πλέον κατασχεθεί και μάζεψε κοσμήματα, γούνες και ρούχα που δεν τα είχε δει ούτε στον ύπνο της, έφυγε με τους άλλους προς άγνωστη κατεύθυνση. Ευτυχώς που του είχαν απομυζήσει ένα σεβαστό ποσό, όταν Σωκράτης κι εργοστάσιο ήταν στις δόξες τους και δεν είχαν πλέον οικονομικό πρόβλημα. Κορόιδα με λεφτά για να μασήσεις, βρίσκεις κι αλλού!

Ο Σμυρνιός, σύντομα κατάλαβε ότι θα έπρεπε να κάνει μεγάλες προσπάθειες, προκειμένου να μπει ξανά σε μια σειρά η άλλοτε χρυσοφόρα επιχείρηση. 
- Μικρός είναι ακόμα Χρήστο μου και δεν έχει πείρα. Είναι που έχασε και τον πατέρα του και πέσανε όλοι εκεί μέσα να τον φάνε.
- Νανά, ρώτησα κι έμαθα, δεν είμαι χθεσινός στην πιάτσα. Παίζει και χάνει πάρα πολλά, είχε κι ένα μπλέξιμο με μια του θεάτρου, που του έφαγε μια περιουσία. Δύσκολο το βλέπω να μπει σε σειρά ο Σωκράτης.
Το μόνο θετικό, είναι που άφησε ο συχωρεμένος καλό όνομα στην αγορά, μόνο αυτό αξίζει. Και σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να αναμιχθεί ο γιος του, θα το πάρω στα χέρια μου. Αφού θες κι εσύ ν΄ ασχοληθείς, δεν έχω αντίρρηση. Θα αποκτήσει ενδιαφέρον η ζωή σου εδώ και θα μπορείς με τον καιρό να έχεις τον έλεγχο. Θα σε αφήνω στο πόδι μου όταν είμαι στην Αθήνα. Με τις σωστές κινήσεις, θα μπει πάλι δυναμικά στην αγορά.

Άλλο που δεν ήθελε η Νανά! Ο σύζυγος στην Αθήνα κι εκείνη στη Θεσσαλονίκη, διευθύντρια στην επιχείρηση και στην αγκαλιά του Σωκράτη! 




Μποναμάδες - Δώρα 

Δεν τον άρεσα - Δε μου άρεσε

Κουφά - Ποντίκια

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Ο λόγος, δεν ανοίγει τρούπα για!


- Να έρθεις θεία κι εσύ, που θα κόψουμε την πίτα στο σύλλογο. Πάμε όλοι, οικογενειακώς. Η Χαρίκλεια έχει πολύ καιρό να ΄ρθει κι η Βούλα το ίδιο, ευκαιρία είναι για! 
Βούλα και Χαρίκλεια, κατάπιαν τη γλώσσα τους φανερά συγχυσμένες. Το μάτι της Κούλας, έπιασε στον αέρα το πρόβλημα.
- Μπρε Ζαφειρούλα, καλά εμείς που 'χουμε πάρει μια ηλικία, σεις μικρότερες βέβαια. Αμά το κορίτσι, τι δουλειά έχει με τις μεγάλοι αθρώποι, με λες; Ένα περίπατο να πάει, με τις φιληνάδες της, να χαρεί κομμάτι. Απ΄τα προχτές  που 'μαι εδώ δεν εβγήκε μήτε στην πόρτα! Χαρικλάκι, πες με, άδικο έχω;
- Δίκιο έχεις θεία, αμά στην αδερφή μου πες τα, μόνο το ράσο τήνε λείπει τη Βουλίτσα, καλογριά κατήντησε πια! 

Απέφυγε να κοιτάξει την αδερφή της που έσταζε δηλητήριο. Η Ζαφείρα, ένιωθε παγιδευμένη κι αυτό καθόλου δεν της άρεσε.
Η Κούλα, βόλεψε καλύτερα την πλάτη της στον καναπέ και ίσιωσε την καινούργια της μπλούζα και την εσάρπα. Λυπόταν το κορίτσι, έτσι που το έβλεπε κάπως αδύνατο και με τα μάτια μια γελαστά και μια θλιμμένα. Μα πιο πολύ, λυπόταν τη Χαρίκλεια, που αν και δεν ήξερε ακριβώς τι συνέβαινε, καταλάβαινε ότι ήταν στη μέση. Ότι η μικρή ήταν ερωτευμένη, δεν χωρούσε αμφιβολία. Ότι η μάνα της ήταν αντίθετη, ήταν ολοφάνερο. Η Χαρίκλεια, ήταν με το μέρος της Βούλας κι αντίθετη στο θέλημα της αδερφής της. Κάπως έτσι πρέπει να είχαν τα πράγματα. Συνηθισμένα κι αναπόφευκτα.  Αχ! Ποια μάνα που έχει κορίτσι, δεν περνάει τα ίδια βάσανα; Και ποιο κορίτσι συμφωνεί με τα θέλω της μάνας; Κανένα...

- Πολύ με αρέσει η εσάρπα μπρε Χαρικλάκι, θα τήνε φοράω για καλή βέβαια. Αμά και η μπλούζα Ζαφειρούλα μου, ζεστή και απαλή, έκτακτη είναι! Σας ευχαριστώ κοκόνες μου, να 'σαστε καλά, πολύ με φχαριστήσατε με τα ωραία σας τα δώρα! Και του χρόνου με υγεία και όλου του κόσμου τις χαρές στα σπίτια σας! Καλή πρόοδο στα παιδιά και μια καλή τύχη στο κορίτσι!
- Κι εσύ να 'σαι καλά θεία! Και τα δικά σου τα δώρα μας ευχαρίστησαν πολύ! Θα φοράμε τις ρόμπες και θα καμαρώνουμε! 
- Εσένα Βουλίτσα μου, δε με είπες, σε άρεσε το δώρο μου;
- Πάρα πολύ θεία, τόσο ωραίο νυχτικό και παντοφλίτσες, είναι δυνατόν να μη μου άρεσε; Σ' ευχαριστώ πολύ και πάλι! 
- Να 'σαι καλά παιδάκι μου, άντε μπρε, σύντομα να σε φέρω και τα νυφικά σου! Τύχη χρυσή να 'χεις και σε το λέω απέ τα τώρα, νυχτικά, ρόμπες και τα πασούμια, από μένανε θα είναι! Ζαφειρούλα, μια καλή τύχη στο κορίτσι μας, αυτό να παρακαλάς!
- Αυτό παρακαλάω θεία. Οι καλές οι τύχες, δεν βρίσκονται εύκολα και το κορίτσι πρέπει να κρατάει ψηλά το όνομά του. Άμα πιάνει τα πολλά γυριολιά, κακό όνομα βγάνει. Η μεγαλύτερη προίκα της, είναι η τιμή της.
- Φυσικά, έτσι όπως τα λες είναι! Δε πα να 'χει η κοπέλα όλα τα πλούτη του κόσμου, άμα δεν έχει όνομα καλό, η πιο φτωχιά γένεται. Κι όταν λέω φτωχιά, δεν βάζω μόνο τις παράδες. Φτωχιά στην υπόληψη!  Όλα χρειάζουνται κόρη μου, αμά με μέτρο βέβαια. Και το σεργιάνι και το κορτάρισμα και όλα. Άμα η φύση προστάζει την καρδιά να πεταρίσει, ποιος τήνε βαστάει για;
- Ναι, αμά τα πολλά κοιτάγματα και τα κόρτε* φέρνουνε και τ' άλλα θεία! Καλύτερα να φυλάμε τα ρούχα μας, όσο μπορούμε. 

Η συζήτηση, είχε πάρει άλλη τροπή χάρη στην έξυπνη θεία, που σκόπιμα προσπαθούσε να μαλακώσει κάπως τη Ζαφείρα. Ήπιε μια γουλιά καφέ και συνέχισε χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής της, ίσα να την ακούνε μόνο οι δυο αδερφές. Η Βούλα, ήταν στην κουζίνα και συμμάζευε.

- Σους μπρε, τι με λες τώρα κι εσύ! Η κάθε κοπέλα άμα τα 'χει τα μυαλά στη θέση της, φόβο δεν έχει! Ο λόγος, δεν ανοίγει τρούπα για! Κι εσύ με το συχωρεμένο, τα ξέχασες τι έρωτα είχατε; Και ραντεβουδάκια βγαίνατε και καντάδες σ' έκανε, αμά απέ τη μέση και κάτου δε σε ήξερε! Κι αυτό, όχι επειδής δεν ήθελε το κοκό, ποιος άντρας δεν το θέλει, αμά είδε με τι κοπέλα είχε να κάνει. Γι' αυτό γένηκαν μάνι μάνι τα στεφανώματα, δεν κρατιότανε για πολύ τέτοιος έρωτας! Και πέρασες ζωή χαρισάμενη απ' όλες τις απόψεις, άλλο που τόνε πήρε ο Θεός τόσο νέο. Έμεικες κι εσύ νέα κοπέλα με τα παιδιά μονάχη, τόνε τίμησες όμως και με το παραπάνω κόρη μου. Να σε πω και κάτι, άμα παντρέψεις με το καλό τη Βουλίτσα, να φκιάξεις ξανά τη ζωή σου κι εσύ. Καλώς έκαμες και δεν έμπασες άλλονε άντρα με το κοριτσάκι στο σπίτι, ξέρεις πόσα γένουνται; Α πα πα πα!
- Τι λες καλέ θεία, μήτε που πέρασε τέτοιο πράμα απ' το μυαλό μου. Παντρεύτηκα, τον έχασα, τώρα η έγνοια μου είναι το κορίτσι να αποκατασταθεί. Τα αγόρια, μωρά είναι ακόμα.
- Δόξα τω Θεώ, έχεις πολύ καλή κόρη, όμορφη, σπουδαγμένη, έτσι και βγει παραέξω, δε θα προλαβαίνει να μετρά τις καλοί γαμπροί! 
Ζαφειρούλα, άκου με και μένα παιδάκι μου, μη το έχεις κλεισμένο το παιδί στο σπίτι, να φυλάγεις την τιμή του. Μια γνωστή μου, σαν κι εσένα ήτουνε. Μη αυτό και μη εκείνο και άστες τις άλλες στις βολτέτζες που θα βγάλουνε κακό όνομα κι όλο μέσα τήνε είχε. Μόνο τις Κυριακάδες και τις εορτές στην εκκλησία και κάνα περίπατο, αμά μονάχα μαζί με τις γονιοί της. Και τώρα η κόρη της, μη τη διεις καλύτερα πως γένηκε το κακόμοιρο. Ένα δράμα είναι! Έμεικε σαν το φυτό, πέντε λόγια τη μέρα κι αυτά με το ζόρι να την πάρεις, υποφέρει απέ νευρολογικά. Και ξέρεις τι με είπε; Καλύτερα να ήτουνε κομματάκι σουρτούκω με δεμένο καλά το ζωνάρι της και να 'χε την υγειά της, παρά που πίνει μια φούχτα χάπια τη μέρα και κατέστρεψε τη ζωή της. Άμα έβγαινε κομμάτι, όπως οι πιο πολλές κοπέλες, όλο και κάποιονα θα τύλιγε, όλες οι φιληνάδες της που τις κατηγορούσε, παντρευτήκανε. Τώρα η μάνα τραβάει τα μαλλιά της κι ο καημένος ο άντρας της, απέ νοικοκύρης πρώτος που ήτουνε, γένηκε ένα ράκος, όλη μέρα πίνει και στενάζει. Κι απέ το βαθύ το αχ που βγάνουνε τα φυλλοκάρδια του, ραγίζει όλος ο μαχαλάς... 


- Προς Θεού, μη και σε ξεφύγει τίποτα στην αδερφή μου θεία, θα με σκοτώσει. 
- Μα τι λες μπρε παιδάκι μου, μωρό είμαι για; Μα να σε βάνει να τη φυλάγεις μη και ξεμυτίσει; Άκου να σε πω κάτι, το θέμα είναι ότι έτσι, τα κάνει τα πράματα χειρότερα. Το απαγορευμένο, σε τραβάει πιο πολύ να το ζήσεις. Και τότες και ψέματα θα πεις και ό,τι σε περνάει απ' το χέρι θα κάνεις, για να τρέξεις σε κείνονα. Θυμούμαι τα δικά σου τότες, που οι γονιοί σου δε θέλανε ούτε ν' ακούσουνε για κείνο το παιδί. Η μαμά σου η σχωρεμένη με τα ΄χε πει, με το δάκρυ ποτάμι να τρέχει.
Ο μπαμπάς σου έκανε τα πάντα για να τόνε διώξει, αμά μόνο στο πρώτο πατιρντί που γένηκε σε είπε που έξω δε θα ξαναβγείς. Μετά, μαλάκωσε κομμάτι που ξενιτεύτηκε αυτός. Και να σε πω, καλύτερα που ήρτανε τα πράματα έτσι. Άμα σ' αγαπούσε αληθινά, θα σ' έδινε σημεία ζωής, εδώ είμαι και σε περιμένω να σε στεφανώσω! Που σου 'πε η μάνα του πως δε σε ξεχνάει και σ' αγαπάει και τέτοια, τρίχες κατσαρές ήτουνε. Που εσύ τήνε πίστεψες και καθόσουνα να τόνε περιμένεις κι έδιωξες τόσες τύχες. Δε σε άξιζε Χαρικλάκι μου, σκέψου το και θα διεις που έχω δίκιο. Η αληθινή αγάπη παιδάκι   μου, όλα τα εμπόδια τα γκρεμίζει, έχουμε πολλά παραδείγματα.

Αναστέναξε η Χαρίκλεια από τον πόνο που της προκάλεσε η αλήθεια. Η αλήθεια, που ήταν βαθιά κρυμμένη στην άκρη του μυαλού της και δεν τολμούσε να βγει. Γιατί εκείνη, δεν την άφηνε...

- Εδώ που τα λέμε, συμφωνείς κι εσύ, έχει κι ένα δίκιο η Ζαφείρα για! Σε λέει κι εγώ ερωτεύτηκα και με στεφάνωσε με δόξα και τιμή. Αμά, τουλάχιστον ξέραμε ποιος είναι, έπεσα και σε τόσο καλό άθρωπο κι όλα με ήρτανε καλά.
Μακάρι να είναι έτσι όπως τα λέει. Και λεβέντης και καλός και με παράδες και να την αγαπάει. Τι καλύτερο μπρε κόρη μου για το κορίτσι; Κι εσύ και ο συχωρεμένος ο μπαμπάς της κι η μαμά της, στα πούπουλα τήνε είχατε, τη μοσχομεγαλώσατε και τήνε έχετε και ζει σαν τη βασιλοπούλα. Φόβος και τρόμος είναι, μη κακοπέσει σε κάνα ομορφονιό που δεν αξίζει. Έρωτας; Το καλύτερο, ποιος λέει όχι; Αμά ν΄αξίζει και τον κόπο για, με τον ξερό έρωτα ζεις; Δεν ζεις! Ο άνθρωπος, πρέπει να ΄ναι καλός και τίμιος, να πεις χαλάλι του! Τόνε βλέπεις και πέφτεις ξερή και λες τόνε θέλω, απέ κει και πέρα όμως τι γένεται; 
Αμά, διε κι ο άλλος απέ την Αθήνα, μήτε γράμμα, μήτε γραφή. Όλες έχετε τα δίκια σας, αμά να σε πω, πάλι καλά να λες που δεν τήνε ζορίζει να πάρει κάποιονα απ' αυτούς που την προξενεύουνε. Εδώ, την λέω και μπράβο την αδερφή σου!
- Ναι, θεία, να είμαστε και δίκαιες. Μπορεί να την λέει που κλωτσάει τις τύχες τις καλές, αμά δεν τήνε πίεσε ούτε μια φορά, ακόμα και στα άσχημα μαλώματα. Το θέμα είναι όμως, ότι ο καιρός περνάει και είμαστε με τα χέρια δεμένα. Η Βούλα πεθαίνει για το Σωκράτη, το ίδιο κι αυτός, αλλά που θα πάει αυτό; Αχ καλέ θεία, δεν ξέρεις πόσο καλό μ' έκανες που μιλήσαμε, ξέρεις τι είναι να πνίγομαι και να μη μπορώ ν' ανοίξω το στόμα μου πουθενά και σε κανένανε; Κι εσύ θες καλά και σώνει να φύγεις, γιατί δεν κάθεσαι λίγες μέρες ακόμα για; Μετά από της Ζαφείρας, έλα να μείκεις κομμάτι και σε μένα! Μη με λες όχι, υποχρεώσεις δεν έχεις, θα γράψω στα παιδιά σου να μην ανησυχούνε, όχι θα πούνε τα ξαδέρφια μου;

- Με το πες πες, τήνε έπεισε τη θεία της τελικά! Δεν την είπε που κάλεσε το Σωκράτη στο σπίτι της και τα μιλήσανε, τα πάνω πάνω μόνο την είπε. 
- Καλά ήκαμε, έτσι κι άνοιγε το στόμα τση η θεία, μαύρη τση μοίρα! Όσο και καλή να ήτουνε, ποτές δεν ηξεύρεις τι ηγίνεται κι εκείνη ήτουνε μπλεγμένη πολύ άσκημα!

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα... 
Παρακαλούσε η Χαρίκλεια, να έρθουν όλα βολικά, να είναι οι τελευταίες λαχτάρες που περνούσε. Καλός και ειλικρινής φαινόταν, όμως αν δε μάθαιναν για να μπορέσουν να τα διασταυρώσουν, δε μπορούσαν να προχωρήσουν. 
Κι αυτός ο άνθρωπος, γιατί δεν είχε στείλει ακόμα το γράμμα; Τόση λαχτάρα για ένα γράμμα... Ακόμα μια φορά, πέθαινε για λίγες λέξεις, όπως τότε, με τον έρωτά της... 
- Βοήθησέ μας Θεέ μου! Δώσε του φώτιση, να στείλει δυο αράδες μόνο, να ξέρουμε τι θα κάνουμε. Αύριο, θα τρέξει πάλι κοντά του, κάθε μέρα τον αγαπάει όλο και πιο πολύ.
Κάνε να δοθεί ένα τέλος, έχω αρχίσει να φοβάμαι, αυτή η σιωπή με πεθαίνει. Εμένα περισσότερο από τη μάνα της. Εκείνη τη μάλωσε, την έκλεισε στο σπίτι και ησύχασε, έτσι πιστεύει βέβαια και απλά περιμένει να μάθει.
Εγώ, τι να πω; Μεσολαβώ και γίνομαι η χειρότερη ψεύτρα, παρά το θέλημά σου, δε μπορώ ν΄αντισταθώ στην τόση αγάπη της. 

Μπροστά στο αναμμένο καντήλι, άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν και τις εικόνες ν΄ακούσουν τον πόνο της. Πονούσε πολύ, η καρδιά της σχιζόταν στα δύο από τη μεγάλη αγάπη της στη Βούλα, που τη μεγάλωσε σαν δικό της παιδί. Την έπιασε στα χέρια της, λίγων μόλις λεπτών λεχουδάκι, ήταν η παρηγοριά της, η μόνη έννοια που αποσπούσε το μυαλό της από το χαμένο της έρωτα.
Μαζί της χαιρόταν, μαζί της έκλαιγε, ξενυχτούσε στο προσκεφάλι της όταν ψηνόταν στον πυρετό, πλάι  στη μητέρα της. Από το χεράκι την κρατούσε την πρώτη μέρα που πήγε στο σχολείο, εκείνη τη διάβαζε, εκείνη την έβαλε στο μαγικό κόσμο της μουσικής, Αν η Ζαφείρα την αγαπούσε πολύ σα μάνα της που ήταν, η Χαρίκλεια τη λάτρευε. Την καρδιά της θα έβγαζε να της δώσει αν έτσι ένιωθε ότι έπρεπε να κάνει.

Κοίταξε τη φωτογραφία της στο κομοδίνο και χαμογέλασε. Ήταν τη μέρα που πήρε το δίπλωμά της στα Γαλλικά και την είχαν γεμίσει λουλούδια. Στο μικρό τραπεζάκι απέναντι, δίπλα στην πολυθρόνα, είχε τις φωτογραφίες των αδερφών της. Εκεί έβαζε και της Βούλας, για να μη δίνει δικαιώματα ότι τα ξεχωρίζει. Τα βράδια όμως, την έπαιρνε δίπλα της, για να βλέπει το χαμόγελό της πριν κοιμηθεί και το πρωί όταν ξυπνήσει.

Σταύρωσε το μαξιλάρι της, έκλεισε το πορτατίφ, τα βλέφαρά της όμως δε σκόπευαν να κλείσουν...




Κόρτε - Φλερτ

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Μπα που να μη σώσω! Θα με τρελάνεις;



- Η ψυχή μου έτρεμε, μη κι έρθει η μάνα σου στο σπίτι! Δε θα την άνοιγα βέβαια, με το φως το μικρό καθίσαμε όσο έμεινε, λες κι είχα μπάσει τον αγαπητικό, ας νόμιζε καλύτερα ότι λείπω. Ευτυχώς που τη γλυτώσαμε, να λες! 
Τι ωραίο παλικάρι που είναι και πόσο ευγενικός! Χαλάλι του Βουλίτσα μου, σε λατρεύει! Με είπε ότι έχει σοβαρό σκοπό και δε θέλει να σε εκθέσει, αμά θα πρέπει να το σκεφτείς κι εσύ που θα πάτε στην Ελλάδα.
- Να πάμε θείτσα μου, μαζί του να 'μαι κι ας είναι και στην άκρη του κόσμου! 
- Αχ! Τι σου είναι ο έρωτας... Κοίτα να σε πω, η μαμά σου σα να το σκέφτεται, τη  μίλησα κι εγώ βέβαια. Θα γράψει στον αδερφό του κουμπάρου που είναι στην Αθήνα, να φροντίσει να μάθει για το Σωκράτη. Άμα είναι έτσι καλά τα πράματα, θα πάρετε και την ευχή της. Φυσικά, δεν του είπα τίποτα, μόνο που έχετε μακροσυγγενή ανέφερα και χαθήκατε με τα χρόνια.

Άλλη άκρη στην Ελλάδα δεν είχε η Ζαφείρα. Το πρόβλημα ήταν, τι ακριβώς θα του έγραφε, δεν ήθελε να εκθέσει την κόρη της ακόμα και στον κουμπάρο. Σίγουρα θα του τα έλεγε ο αδερφός του, λογικό ήταν.
- Το σκέπτουμαι μπρε αδερφή, θα δώκω δικαιώματα. Κοπέλα πράμα, μη τήνε πιάνουνε στο στόμα τους και γένουμε ρεζίλι. Απ' εδώ το πάω, απ' εκεί το φέρνω, άκρη δε βρίσκω για! 
- Πες πως τον κάνουν προξενιό στο παιδί και θες να μάθεις για λόγου του. Αν όντως είναι όπως σε τα 'πανε, να την πεις και καλά να το καλοσκεφτεί. Προξενιό Ζαφείρα μου, μήτε ντέρτι, μήτε έρωτες, τίποτα!
- Μπράβο μπρε Χαρικλάκι! Την καλύτερη λύση μ' έδωκες, δεν το 'χα σκεφτεί! Αυτό θα τον γράψω, θέλω πληροφορίες για το γαμπρό που την προξενεύουνε. 
Η Μαρίκα ενθουσιάστηκε με τη λύση που βρήκανε. Μάνα με δυο κόρες κι αυτή, καταλάβαινε την αγωνία της Ζαφείρας.
- Την καλύτερη δουλειά ήκαμε! Να μην ηδώκει κι αναφορά και τήνε ηκουσελεύουνε μέχρι τσι Αθήναις! Ένα προξενιό που το ήψαχνε η μαμά τση και τέλος!

Ο Σωκράτης βοήθησε το μικρό να βάλει το χοντρό πανωφόρι του. Σκουφάκι, γάντια και κασκόλ και ήταν έτοιμος να βγει στους στολισμένους δρόμους. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και το κρύο στην Πόλη ήταν τσουχτερό. Μέτρησε τις λίρες του, φόρεσε το παλτό του, πήρε το παιδί από το χέρι και βγήκαν χαρούμενοι για να διαλέξει τα δώρα του.
Η κυρία Ευδοκία, είχε ειδοποιηθεί έγκαιρα ότι θα κρατούσε το μικρό Βαγγελάκη κι αυτό το βράδυ. Ήταν η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που έμεναν και δεν είχε αντίρρηση να μένει κάποια βράδια με το μικρό, όταν ο θείος του έπρεπε να βγει. Έτσι κι αλλιώς, μετρημένες ήταν οι μέρες του χρόνου που έμενε το παιδί στο σπίτι. Ο Σωκράτης, φρόντιζε πάντα να την ευχαριστεί με δωράκια και πολλά γλυκά που τα λάτρευε η συμπαθής κυρία.

- Νερό έπινε στο όνομά του! Σε όλους έλεγε, ότι κι αν περάσανε του κόσμου οι νοικαραίοι απ' εκεί, σαν τον κύριο Σωκράτη δεν ήτουνε κανείς! Ήσυχος, τυπικός, τους παράδες στην ώρα τους την έδινε, μέλι έσταζε όποτε μίλαγε για δαύτονε! Κι εκείνο το μικρό, μήτε φασαρίες έκανε, μήτε που ακουγούτανε. Πολύ καμάρωνε, αλλά που να 'ξερε την αλήθεια για;
- Ποια αλήθεια μπρε συμπεθέρα; Έτσι που τα λες, τον ησυμπάθησα κι εγώ! 
- Τώρα, τώρα, να φάμε και λίγο απέ το καϊμάκι που 'φερε ο Ιάκωβος, να δροσιστούμε κομμάτι! Μυρτώ, άμα το δοκιμάσεις, όλα τα άλλα θα σε φαίνουνται άνοστα. Με το φρέσκο το γάλα το φκιάχνουνε, παραδοσιακά!
Η Ανθούλα, έκλεισε το μάτι γελώντας σε Μαρίκα και Μυρτώ και μπήκε ανυπόμονα στην κουζίνα να βοηθήσει. Ο ζαχαροπλάστης, ήταν φημισμένος για τα Πολίτικα γλυκά του και την πήγαινε σε παλιές εποχές.
Όντως η γεύση του, ήταν θεϊκή! Τρεις μπάλες θεσπέσιας δροσιάς που μοσχοβολούσε μαστίχα, περιχυμένες με καλοδεμένο σιρόπι βύσσινο από τα χεράκια της Σουλτάνας και τριμμένο αμύγδαλο. 
Έτρωγε λιχούδικα μεγάλες κουταλιές, γλυφόταν, μιλούσε γρήγορα, ξαναέτρωγε, επαινούσε το ζαχαροπλάστη, ξαναγλυφόταν, κουδούνιζαν και τα βραχιόλια σε κάθε της κίνηση και συνέχισε την ιστορία μόνο αφού τέλειωσε το παγωτό και δεν έμεινε ίχνος σιροπιού στο μπολάκι. Σκούπισε προσεκτικά το στόμα της και ρώτησε αν της είχε φύγει όλο το κραγιόν. Αχ βρε Σουλτάνα, χίλια χρόνια να ζήσεις, έξω καρδιά και κοκέτα, μα καλοφαγού κοκέτα!

- Το λοιπόν, αυτός ο Σωκράτης τελικά, ήτουνε μεγάλο μούτρο, σπιτονούτανε και χαρτόπαιζε που άφηνε το παιδάκι τη νοικοκερά του και την έλεγε που όλο δουλειές είχε με τον αφρό της Πόλης. Τι πολιτικούς, μεγαλεμπόρους, τα έχαβε κι η καημένη η Ευδοκία. Παραλής έδειχνε, ντυμένος με τις κουστουμιέρες του, τις παρφούμες του, όλοι τον περνούσανε να πούμε για πολύ πλούσιο. Έλεγε και που είναι μεγάλος και τρανός στη Θεσσαλονίκη και τόνε ήξεραν όλοι, που είχε αλισβερίσι με τη μισή Ελλάδα και τέτοια.
- Βάι βάι! Τι λες μπρε συμπεθέρα μου; Α πα πα πα! Και με το κορίτσι τι απέγινε; Είχε δίκιο η μάνα τση τελικά, ε; Και τι ηγίνηκε, πως ηβγήκανε στη φόρα τα άπλυτά του; 
- Πέρασε καιρός, κατά το Πάσχα που πήρε το κορίτσι και μετά, πέσανε να πεθάνουνε όλοι, αμά πιο πολύ η Χαρίκλεια, μέχρι να σκοτωθεί ήθελε για!


- Θείτσα μου, θείτσα μου! Είμαι πολύ ευτυχισμένη! Κοίτα τι μου έδωσε, έχεις δει ξανά τόσο ωραίο δαχτυλίδι; Μου το πέρασε εκείνος και μου είπε ότι είναι ο δεσμός της αγάπης μας, κάτι σαν αρραβώνας! Θα τρελαθώ, μ' αγαπάει πολύ, είπε ότι ζει μόνο για μένα! Πετάω θείτσα μου, πετάω! Όμως, δεν ξέρω πως να το δικαιολογήσω στη μαμά μου, σκέφτηκα λοιπόν να το κρατήσεις εσύ και να μου το φέρεις σαν δώρο την Καλή Βραδιά! Μη πεις όχι θείτσα μου γλυκιά, σε παρακαλώ, δε θέλει να το βγάλω από το χέρι μου ποτέ, ούτε κι εγώ θέλω! Και ο αναπτήρας που του έδωσα, πολύ του άρεσε, όταν ανάβει τα τσιγάρα του θα με σκέφτεται! Αχ! Δε μπορώ να το πιστέψω, είμαστε κοντά, πολύ κοντά, μέχρι τη μέρα που θα έρθει να με ζητήσει! Μαζί θα φύγουμε παντρεμένοι και θα μείνουμε στο σπίτι του, από κει θα βλέπουμε όλη τη Θεσσαλονίκη! Άσε που έχει κι άλλο ένα λίγο έξω από την Αθήνα, από μισό χρόνο στο καθένα θα μένουμε!
Η Χαρίκλεια συμμερίστηκε τον ενθουσιασμό της Βούλας, όμως το θέμα είχε κάπου σκαλώσει. Δυο μήνες ήταν που είχε στείλει η Ζαφείρα το γράμμα κι η μόνη απάντηση που έλαβε ήταν να μείνει ήσυχη κι ότι θα συγκεντρώσει τις πληροφορίες και να περιμένει τα νεότερα. Οι ερωτευμένοι, συναντιόντουσαν πάντα για λίγο στα κρυφά, με την ανοχή της θείας, ο Σωκράτης όμως ανυπομονούσε να επισημοποιηθεί η σχέση τους.
Από το Σάββατο έπαιρνε  το παιδί στο σπίτι και επέστρεφε αργά την Κυριακή στο σχολείο, για να μπορεί η Βούλα να πηγαίνει και να βλέπει τα αδέρφια της. Την περίοδο των εορτών, όλα τα παιδιά πήγαιναν στα σπίτια τους και στης Ζαφείρας γινόταν πανικός  με τα ζωηρά βλαστάρια της.

- Χρόνια πολλά κυρά Ευδοκία! Καλά Χριστούγεννα, να χαίρεσαι την οικογένεια! 
Η Ευδοκία στεκόταν στο κατώφλι του σπιτιού και περίμενε την εγγονή της που πηγαινόφερνε από το φούρνο τις μεγάλες λαμαρίνες με τους κουραμπιέδες. Ζυμωμένοι με φρέσκο βούτυρο και καβουρδισμένο αμύγδαλο, περίμεναν στην κουζίνα το ανθόνερο να τα ραντίσει κι ένα μικρό βουναλάκι ζάχαρη άχνη, που έπεφτε πάνω τους με το ψιλό σουρωτήρι. Τα φοινίκια ποτισμένα  σιρόπι με το μέλι και τα κανελογαρίφαλλα, στολίζονταν με τριμμένο καρύδι από πάνω. Οι δίπλες, καλομελωμένες και τραγανές, τα μικρά κέικ με μπόλικη σοκολάτα, όλα βαλμένα προσεκτικά στις ωραίες πιατέλες, πάνω στο μπουφέ, ήταν η χαρά των ημερών.
- Επίσης, κυρ Αριστόδημε! Καλά Χριστούγεννα και πάντα μπερκέτια να ΄χει το σπιτικό σου! Καλές τύχες να έχουνε τα κορίτσια σου!
Ο Αριστόδημος, γύριζε φορτωμένος από την αγορά, Καλός άνθρωπος και νοικοκύρης, είχε κοσμηματοπωλείο με αρκετή πελατεία. Κοντοστάθηκε ανταλλάσσοντας τις ευχές με την εξίσου καλή κυρία Ευδοκία.
- Με έστειλε η κυρά να την ψουνίσω και την άφηκα στο μαγαζί με τα κορίτσια. Δουλειά έχει πέσει αυτές τις μέρες, να φάω δεν προλαβαίνω! Προχτές, ήρτε κι ο νοικάρης σου και πήρε ένα δαχτυλίδι, για τη γιαβουκλού του σίγουρα θα το ΄θελε! Το έβαλε στο χέρι της μεγάλης μου, να διει πως δείχνει, αμά πολλά παζάρια μ' έκανε, την ψυχή μ' έβγαλε για! Κρίμας την κοπέλα πάντως, μακριά από μας τέτοιοι ανθρώποι!
Η Ευδοκία, παράτησε τους κουραμπιέδες κι άνοιξε το στόμα της από την έκπληξη. Παζάρια  που να βγάλει την ψυχή του, ο κύριος Σωκράτης; Και μακριά από μας; 
- Τι με λες τώρα κυρ Αριστόδημε; Ητανάνε σίγουρα ο νοικάρης μου, για λάθεψες; Αυτός είναι κύριος με τη βούλα κι έχει παράδες με ουρά, με πλερώνει τα μηνιάτικα στην ώρα τους, δεν είναι κάνας μπαταχτσής.* Τι παζάρια και γιαβουκλού με λες;
- Μα δε με λες κυρά Ευδοκία, τόνε ξέρεις καλά; Που τις βρίσκει τις παράδες θαρρείς; Και τα παντελόνια του θα πουλήσει καμιά ώρα, το ξέρεις; Στις λέσχες που ξημεροβραδιάζεται, πρώτο όνομα είναι, δεν το 'ξερες που χαρτοπαίζει; Για δεν επήρες χαμπάρι που τόνε σπιτώνει η Φωφώ του τραπεζίτη;
Η Ευδοκία έβλεπε να της γνέφει το έμφραγμα. Ένιωσε την ανάσα της να κόβεται, το σώμα της να μουδιάζει και κάθισε στο κεφαλόσκαλο. 
- Τι με λες χριστιανέ μου; Ο δικός μου ο νοικάρης χαρτοπαίζει και σπιτώνεται με τη Φωφώ; Μπα που να μη σώσω! Θα με τρελάνεις; Κι ο άντρας της που ήτουνε για, τον έμπασε σπίτι και μείσκανε και οι τρεις μαζί; Τι με λες, ε; Πότε γένηκαν αυτά τα πράματα για; Αφού παίρνει και τον ανιψιό του σπίτι, δεν βλέπω τι γένεται που μείσκει εδώ με το παιδί; Αξημέρωτα φεύγει για τις δουλειές του ο άθρωπος κι άμα έχει να βγει βράδυ και είναι εδώ το μικρό, μείσκω μαζί του κομμάτι! Δεν είμαστε καλά, ο κύριος Σωκράτης; Τόνε είδες με τα μάτια σου, για τόνε κουσελέψανε τίποτις μεγαλοκοπέλες λεύτερες που τόνε είδανε και κάηκε το φυλλοκάρδι τους κι εσύ τα 'χαψες;

Ο Αριστόδημος άφησε κάτω τις τσάντες να ξαλαφρώσει από τα βάρη και ξεφύσηξε αγανακτισμένος. Δεν ήξερε τελικά αν έκανε καλά που μίλησε, βλέποντας την Ευδοκία τόσο αναστατωμένη.
- Να με συμπαθάς κυρά μου, δεν ήθελα να σε χαλάσω την καρδιά, μέρες που 'ναι. Απέ την άλλη όμως, καλό είναι και να ξέρεις τι κουμάσι βάνεις στο σπίτι σου. Θα σε πω το πως τα ξέρω, όχι μόνο εγώ, αμά όλος ο πέρα μαχαλάς.
Η Φωφώ, ξέρεις δα που έχουνε το ωραίο το εξοχικό το δίπατο, ε; Πάντα παγαίνανε με τον άντρα της και παραθερίζανε όλο το καλοκαίρι, μέχρι τα πρόπερσι, που τον είπε πως βρήκε τα μάγια. 
- Μάγια; Βρήκε μάγια στο σπίτι τους; Ποιος να της τα κάμει και γιατί; Μπρε τι ακούω η γυναίκα χρονιάρες μέρες!
- Χα! Μη σκας, εξεπίτηδες έτσι τον είπε. Πήγανε στα μέσα του Ιούνη με τη Διονυσού, αυτήνε που τις κάμει τις δουλειές, ξέρεις, να φρεσκάρει το σπίτι για το 'βρουνε έτοιμο. Κι εκεί που σφουγγάριζε η Διονυσού, έμπηξε τις φωνές η Φωφώ από την απάνω κάμαρα. Τρέχει να διει τι έπαθε η κυρά και τήνε βρήκε με κάτι πράματα μαγαρισμένα στο χέρι, φοβήθηκε κι αυτή η άμοιρη. Εφύγανε άρον άρον και η Φωφώ είπε του αντρός της τα σχετικά κι ότι θα πάγαινε σε μια να τα μελετήσει και να τα λύσει. Από τότες, δεν ξαναπατήσανε στο σπίτι να μείκουνε το αντρόγυνο, μόνο η Φωφώ με τη γυναίκα έπρεπε να παγαίνει για τα λυσίματα. Ωστόσο, αρρώστησε ο άντρας της, που τόνε είχε ένα μήνα στο νοσοκομείο να σιάξει το στομάχι του και τον είπε ότι τόνε πιάσανε τα μάγια και θα ξεπαστρεβόντουσανε κι αυτοί και το παιδί τους σιγά σιγά.
- Α πα πα! Τι με λες; Και τα λύσανε τα μάγια; 
- Χα χα χα! Ποια μάγια κυρά Ευδοκία μου; Κόλπο της Φωφώς ήτουνε, για να μείκει το σπίτι έτσι και να μπάζει και να βγάζει, δεν το κατάλαβες; Με την τρομάρα που πήρε ο άντρας της όταν τόνε βρήκε το αιμόρραγο και τα λόγια της, σιγά μη ξαναπάτησε! Και δως του η μαντάμ να μείσκει δυο μέρες εκεί για τα ξορκίσματα και δως του ολονυχτίες κι αγιασμοί γιατί έτσι έπρεπε! Πριν το νοικάρη σου, έμπαζε το γιο του δικηγόρου και πιο πριν τον Ανέστη, αυτόνε που 'χει το μεγάλο εμπορικό. Απέ τη Διονυσού τα 'μαθε η πλύστρα μας και τα 'πε στη δικιά μου! Την έλεγε η Φωφώ να πάνε για καθαριότητα και να μη φοβάται, έφευγε το κακό από μέσα κι έπρεπε να γένει μπόλικο σαπούνισμα για εξαγνισμό! Αυτή όμως δεν το 'χαψε, παρά σκεφτούτανε, αφού  δε μείσκουν εκεί, τι τις ήθελε κάθε λίγο τόσες πάστρες; Και τα σεντόνια και οι κουβέρτες και οι πετσέτες, γιατί να αλλάζουνται; Ε! Παραμόνεψε και είδε τι γενούτανε για!
Τήνε μπούκωσε για τα καλά η Φωφώ! Και παράδες την έδωκε και ρούχα την ψούνισε καλά και τα ντουλάπια της την γέμισε απ' όλα τα φαγώσιμα και λάδια και βουτύρατα, για να 'χει την εμπιστοσύνη της. Αμά η Διονυσού που δεν κρατεί κλειστό τον στόμα της, τα 'πε σε κάνα δυο και βούιξε ο τόπος! Την είπε και που θέλει να έρτει και στο μαγαζί, για σταυρό μεγάλο με χοντρή καδένα! Ποια; Η Διονυσού να σε χαρώ κυρά μου! Κάθε λίγο τήνε μονιάζουνε* για να μαθαίνουνε τα νέα όλες, κατάλαβες;
Τον δικό σου τον έχει στα όπα όπα, την τραβάει λίρες με τη σέσουλα. Παγαίνει και μείσκει τα βράδια ή περνά τη μέρα του μαζί της. Γυρνάνε εδώ κι όποτε πάλι το σκάει η Φωφώ, τρέχει αυτός και κλείνεται κει πέρα, τον έχει δώκει και τα κλειδιά και μπαίνει κύριος!
Και να ξέρεις, παίζει χαρτιά και ποσά μεγάλα, έχει αφήκει στο τραπέζι πολλά πράματα αξίας. Έτσι ξεκλήρισε και την περιουσία που τον άφηκε ο πατέρας του, χαρτιά και άσωτη ζωή τόνε φάγανε. Χρέη πολλά έχει στην Ελλάδα και τον κυνηγούνε να τόνε χώσουνε στη στενή, γι' αυτό ξαφανίστηκε απέ τη Θεσσαλονίκη! Το 'πε την Φωφώ, όταν τον έλεγε να φύγουνε μαζί για την Ελλάδα! Να παρατήσει άντρα και παιδί η αρσίζα και να πάει με τα κείνονα!

Η Ευδοκία έτρεμε σαν το φύλλο. Μα τόσο πολύ γελάστηκε; Αλλά και σε τι έφταιγε, πίστεψε σε ό,τι της είπε και σε ό,τι είδε τόσο καιρό. Η φωνή της βγήκε ξέπνοη, με κόπο προσπάθησε να σταθεί στα πόδια της.
- Και το παιδί; Πως το πήρε το παιδί μαζί του και το έβαλε στο καλό σκολείο; Άλλοι συγγενείς δεν έχει να το προστατέψουνε στην Ελλάδα; Είπε τίποτις γι' αυτό η Διονυσού; 
- Τι να σε πω μπρε κυρά Ευδοκία μου, δεν το γνωρίζω αυτό. Πάντως, την βρωμάει το ζήτημα του μικρού είπε, πως και το σούρνει μαζί του, αυτοί οι αθρώποι δεν είναι για τέτοιες ευθύνες. Έπειτα, ποιόνε έχει στην Πόλη και ήρτανε, με λες; Ρωτώντας έμαθε για το σπίτι σου και το νοίκιασε, να μη μείσκει στο ξενοδοχείο.
- Θεέ μεγαλοδύναμε! Ταμπλάς θα μ' έρτει! Και το δαχτυλίδι που με λες, που θα το 'δωνε; Την Φωφώ; 
- Μπα, όχι! Αυτός την τραβάει παράδες, δώρο μαλαματένιο θα την έκανε; Σε κάποια κοπέλα θα κάμει το γαμπρό και την πουλάει έρωτα! Κρίμας το κορίτσι και τη φαμελιά της, ποιος ξέρει τι φούμαρα την πούλησε...


Η Ευδοκία μπήκε στο σπίτι αναστατωμένη. Της είχε φύγει η χαρά των χριστουγεννιάτικων γλυκών κι απαντούσε μηχανικά στις ερωτήσεις της εγγονής της για το ράντισμα και το άχνισμα.
- Τι έπαθες καλέ γιαγιά; Τι σε είπε ο κυρ Αριστόδημος και στεναχωρήθηκες;
- Διε, άχνισε και τα υπόλοιπα, θα πεταχτώ στης Πολυξένης κομμάτι που 'ναι άρρωστη, αυτό με είπε και συγχίστηκα. Να φας όσα θες απέ τα φοινίκια, αμά από τίποτις άλλο μην αγγίξεις και μαγαριστείς, θα μεταλάβεις και πρέπει να φας μόνο λάδι. Στην άσπρη φαγιάντσα μη πλησιάσεις, με το βούτυρο είναι ψημένα, μόνο απ' αυτά κάνει να φας, τζιέρι μου. Θα διεις που θα πάμε νωρίς νωρίς στην εκκλησία πάλι, σκοτάδια θα 'χει ακόμα, θα βάλεις και τα καινούργια σου τα ρουχαλάκια που θα μεταλάβεις το σώμα και το αίμα του Χριστούλη μας! Και το μεσημέρι, απ' όλα τα καλά θα ψήσω, που θα ΄ρθετε όλοι να φάμε!
Νήστευε η Ευδοκία τη Σαρακοστή των Χριστουγέννων, πρόσεχε και τα εγγόνια της μη γελαστούν και αρτηθούν. Το σπίτι της γιαγιάς που είχε κι από μια λιχουδιά σε κάθε έπιπλο, ήταν σκέτος πειρασμός.
Δεν υπήρχε ντουλάπι που να μη κρύβει βάζα με γλυκά κουταλιού, τραπέζια που να μην έχουν μόνιμα τα διπλά δισκάκια με την ασημένια λαβή, φορτωμένα κουλούρια και μπισκότα, κρυστάλλινα μπολ με σοκολατάκια. Σε όποια θέση να καθόσουν, άπλωνες το χέρι κι έπιανες ό,τι ήθελες. Στο μεγάλο μπουφέ της τραπεζαρίας, είχαν θέση τα γλυκά των εορτών. Χριστούγεννα, Απόκριες, Πάσχα, έβγαιναν τα καλά σερβίτσια με τα παραδοσιακά εθιμοτυπικά γλυκίσματα. Αυτά, τα τηρούσε κάθε νοικοκυρά που έβαζε όλη της την τέχνη για να εντυπωσιάσει εκτός από την οικογένεια και τους μουσαφιραίους. Γιορτές χωρίς κόσμο στο σπίτι, δεν γινόταν!
Η μεγαλύτερη "έκθεση" φαγητών και γλυκών, ήταν όταν περίμεναν το Νέο Χρόνο. Από την παραμονή, την Καλή Βραδιά όπως λένε, όλα τα σπίτια μύριζαν κρέας ψητό, λαχανοντολμάδες, πίτες με τυρί και κιμά, φρικασέ, πορτοκάλι και κανέλα. Οι φρουτιέρες φορτωμένες και οι ξηροί καρποί σε μεγάλη ποσότητα, απαραίτητα και τα  ρόδια που έσπαζαν, επειδή είναι πολύσπορα, για να έχει πάντα το σπιτικό τους μπερκέτια. Η Βασιλόπιτα, είχε την τιμητική της, φορτωμένη ζυμαρένια στολίδια και διάφορα σχέδια που έκαναν με ειδικό τσιμπιδάκι.

Η Ευδοκία, βρήκε την Πολυξένη με το γουδί, να σπάει καρύδια. 
- Καλώς τηνα! Έλα να σε ψήσω καφεδάκο! Διε, ακόμα μια λαμαρίνα έχω και τέλεψα, άντε και του χρόνου! Σε πετύχανε τα δικά σου;
Η Ευδοκία φαινόταν στεναχωρημένη και μάλιστα πολύ. 
- Τι έπαθες μπρε Ευδοκίτσα μου, ποιος σε πείραξε κυρά μου κι είσαι σεκλετισμένη; 
- Ψήσε τον καφέ Πολυξένη μου και θα σε πω, όλα θα σε τα πω. Αμά, να ξέρεις πως για τις δικοί μου, είσαι κομματάκι άρρωστη κι ήρθα να σε διω...


- Τι με λες μπρε Ευδοκία; Ο νοικάρης σου, που τόνε δείχνουνε με το δάχτυλο; Περπατάει και όλοι λένε που είναι τι ευγενικός, τι ωραίος, τι κύριος! 
Απίστευτο με φαίνεται! Τόσο διπρόσωπος είναι για;
- Άστα Πολυξένη μου, το φυσάω και δεν κρυώνει! Ο Σωκράτης τέτοια πράματα, χρέη στα χαρτιά και σπιτώματα με τη Φωφώ, παντρεμένη γυναίκα; Έτσι δα να έκανε όλες τις γυναίκες στα πόδια του θα σερνούντουσαν και γένηκε αγαπητικός με πλερωμή! Και το άλλο με το δαχτυλίδι, πες με που το πας; Ο κουγιουμτζής* επιμένει που είναι για άλλης πάστας κοπέλα, του επίσημου δηλαδή.
- Διε, λογικό είναι, γι' αυτό σε είπε την γιαβουκλού του θα το δώκει. Με τόση προσοχή που το διάλεγε κι ήτουνε και πολύ ακριβό που τον έκανε και τόσα παζάρια, που θα το έδινε, σε καμιά του δρόμου; Και πολύ καλώς σε είπε που σίγουρα δεν ήτουνε για τη Φωφώ, αφού τήνε τραβάει τόσοι παράδες. Αμά κι αυτή η παλιογυναίκα, δε ντρέπεται να κάνει τέτοιας ντροπής πράματα; Άντρα καλό και με τέτοια θέση στην κοινωνία έχει, το παιδί της κοτζάμ παλικαράκι χαρά Θεού, να μπάζει αγαπητικοί και να τον πλερώνει και τα χρέγια* του ετούτονα; Αμ κι αυτό πάλι με τα μάγια, που το σκέφτηκε ο σατανάς; Κόντευε να ψυχοπαραδώσει ο χριστιανός που τόνε πήγαινε το αίμα από πάνου κι από κάτου κι αυτή αντίς να τον πει την καλή κουβέντα, να τον δώκει μια παρηγοριά, τον είπε που πιάσανε τα μάγια; Κακό χρόνο να ΄χει η παλιοβρόμα! Έκανε πορνείο κείνη τη σπιταρόνα που 'χτισε ο άντρας της μπα και χάσει και δεν τήνε έχει με το εξοχικό της και να τόνε ξαποστείλει για να παγαίνει να κοιμάται με τις γκόμενοι; Θα λωλαθώ μπρε Ευδοκία!

Το σπίτι της Ζαφείρας, έλαμπε από τα αμέτρητα στολίδια και τα φώτα των πολυελέων. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες στο πλάι με τις χοντρές χρυσές δέστρες τους, αφήνοντας σε κοινή θέα το μεγάλο έλατο που λαμπύριζε φορτωμένο λαμπιόνια και μπάλες. Στη βάση του η φάτνη και πολύχρωμα πακέτα που περίμεναν ν' ανοιχτούν με ευχές, γέλια και χαρές, από τα αγαπημένα πρόσωπα. Πρώτη φορά άνοιγε το σπίτι μετά το θάνατο του αγαπημένου της συζύγου και ήθελε να είναι όλα στην εντέλεια.
Η Χαρίκλεια είχε πάει από νωρίς, φορτωμένη δώρα και τα καινούργια καλά της ρούχα που θα φορούσε το βράδυ. Το κουτάκι με το δαχτυλίδι που είχε πάρει ο Σωκράτης στην ανιψιά της και υποτίθεται ότι θα της το δώριζε εκείνη, συνόδευε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, που ήταν το αληθινό δώρο της. Στα αγόρια, είχε πάρει κουστούμια από βελούδο, σε μπλε και πράσινο χρώμα και άσπρα πουκάμισα. Για την αδερφή της, τσάντα με γάντια και καπέλο με μεγάλο μπορ και βέλο από φίνα δαντέλα και μια μεταξωτή εσάρπα για τη θεία τους, που είχε να τη δει δυο χρόνια.
Τη βοήθησε ο μεγαλύτερος ανιψιός της νωρίτερα, που έκανε δρομολόγια για να μεταφέρει ταψιά και τεντζερέδια με φαγητά και γλυκά. Πάντα βοηθούσε τη Ζαφείρα στα μαγειρέματα όσο ζούσε ο γαμπρός της. Γέλια και τραγούδια ακούγονταν συχνά όταν είχε κόσμο στο σπίτι κι η αδερφή της υπολόγιζε πάντα στην παρουσία και τη βοήθειά της.
Ήρθε ο καιρός τώρα πια, αφού πέρασαν κάμποσα χρόνια από το χαμό του, ν' ανοίξει επιτέλους ξανά τα σαλόνια της.

- Χαρίκλεια, ακόμα δε ντύθηκες; Άιντε μπρε, τελείωνε, όπου να 'ναι θα ΄ρθουν, πέρασε η ώρα για!
- Τα σαρμαδάκια αβγοκόβω κι ετοιμάζομαι! 
- Γρήγορα κάνε! Κάθε φορά, μαζί τους υποδεχούμαστε, δε θα μείκεις τώρα πίσω σα να ΄σαι δούλα! 

Και οι δύο αδερφές, είχαν μεγαλουργήσει! Το μακρόστενο μεγάλο τραπέζι, είχε στρωθεί με το κάτασπρο λινό τραπεζομάντιλο και τα ασημένια κηροπήγια στις δύο άκρες του, Στη μέση, μια υπέροχη σύνθεση με πρασινάδα,  κουκουνάρια και γκι, έδινε την ακριβή εορταστική νότα. Το καλό σερβίτσιο με τα ασημένια μαχαιροπίρουνα και τις πιατέλες, οι κολλαρισμένες πετσέτες, τα κρυστάλλινα ταγιαρισμένα ποτήρια και οι καράφες, τα ακριβά κρασιά και τα μικρά μπολάκια με λεμονόνερο και πέταλα τριαντάφυλλου για να ξεπλύνουν τα χέρια τους. Ποικιλία θαλασσινών και τυριών ήταν τα πρώτα πιάτα. Απαραίτητες οι καραβίδες στο τραπέζι της Καλής Βραδιάς, γαρίδες, όστρακα, όλα στολισμένα με φέτες λεμονιού και αστεροειδή γλυκάνισο. Ακολούθησαν οι πίτες και τα σαρμαδάκια με χοιρινό και μοσχαρίσιο κιμά, τα μπουρέκια, οι σαλάτες, τα ψητά κρέατα και τα βραστά.  Χοιρινό που κολυμπούσε από το προηγούμενο βράδυ στη μαρινάδα του, με λάδι,  μουστάρδα, κρασί, σκόρδο, πιπερόριζα, μπόλικο αλάτι και πιπέρι, θυμάρι και ξύδι, σιγοψήθηκε σκεπασμένο για πολλές ώρες μέχρι που ρόδισε κι έλιωνε. Αρνάκι μικρό, χρονιάρικο, παραγεμισμένο με τη συκωταριά του, ρύζι, κρεμμυδάκι, κουκουνάρι, σκόρδο, όλα καβουρδισμένα στο φρέσκο βούτυρο. Κατσικάκι φρικασέ, με ψιλοκομμένα μαρούλια, άνηθο και φρέσκα κρεμμυδάκια, νουά σε ρολό με καρότα, πιπεριές, τυρί και μαϊντανό, κομμένο σε λεπτές φέτες με κύβους σωταρισμένων λαχανικών τριγύρω, πατατούλες μικρές, ολόκληρες ψημένες με δεντρολίβανο και ρίγανη και πολλών ειδών σαλάτες κι αλλαντικά.
Στο μπουφέ με το μεγάλο σκαλιστό καθρέφτη, ο δίσκος με τα λικέρ και τα γλυκά. Η Βασιλόπιτα, αφράτη και τέλεια φουσκωμένη με τη σφραγίδα της Ορθοδοξίας και το χρυσό φλουρί στα σπλάχνα της, τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες, ο μπακλαβάς και το ραβανί κομμένα με πολλή προσοχή για να μην έχουν τρίμματα,  τα μικρά κέικ μήλου, όλα βαλμένα με τάξη ανάμεσα στις γιρλάντες και τα στολίδια.


- Καλή Χρονιά! 
Τα παράθυρα άνοιξαν διάπλατα, οι βρύσες άφησαν το νερό να τρέχει, ενώ οι ευχές και τα φιλιά για καλή υγεία και προκοπή έδιναν κι έπαιρναν. 
Ανοίχτηκαν τα δώρα, που είχαν από μια κάρτα με το όνομα κι ευχές, Η Χαρίκλεια, κλείνοντας πονηρά το μάτι στη Βούλα, της έδωσε το δαχτυλίδι και τα σκουλαρίκια. 
- Δε σε το περνάω στο χέρι, περασμένο είναι ήδη,  βάλτο μόνη σου! Θα σε φορέσω όμως τα σκουλαρίκια! Χα χα χα! Άντε, του χρόνου να κάνουμε Καλή Βραδιά στο σπιτικό σου κοκόνα μου!
- Αμήν θείτσα μου! Σ' ευχαριστώ πολύ! Ξοδεύτηκες πάλι, ανάγκη ήταν; Τόσα μου κάνεις... 
- Κι άλλα τόσα, τζιέρι μου, η ζωή μου ολόκληρη είσαι! Για να σε πω την αλήθεια, τυραννίστηκα με τα σκουλαρίκια, έπρεπε να μοιάζουν με το δαχτυλίδι για! Κι επειδή τη φοβούμαι τη μαμά σου έτσι που ΄χει αγριέψει, πήγα στην άλλη άκρη να 'βρω κουγιουμτζίδικο* να σε τα πάρω, Άμα με ρωτήσει, θα πω που έχω ένα μάθημα εκεί. Με γεια σου παιδάκι μου κι Θεός μαζί σου να 'ναι, η ώρα η καλή!


Ο Σωκράτης, φίλησε απαλά το παιδί που κοιμόταν ήσυχο κι έφυγε κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα πίσω του. 
Το παιχνίδι κρατούσε καλά, μέρες τώρα, για καλή του τύχη οι τσέπες του είχαν γεμίσει. Σχεδίαζε να φύγει, αμέσως μετά το κλείσιμο του σχολείου. Η Φωφώ, είχε αρχίσει εδώ και καιρό να τον πιέζει αφόρητα, δυσκολεύοντας τη ζωή του. Ζητούσε επίμονα να μένει περισσότερο μαζί της και χαλιόταν τις μέρες που είχε το παιδί στο σπίτι και του αφιέρωνε κάποιες ώρες. Πρόσεξε κι ότι κάθε Δευτέρα εξαφανιζόταν και της έλεγε πάντα διαφορετική δικαιολογία.
- Πάλι θα φύγεις; Μα κάθε Δευτέρα σε συμβαίνουν τα απρόοπτα; 
Μιλούσε ναζιάρικα, χαϊδεύοντας απαλά το μάγουλό του. Γυναικάρα η Φωφώ! Καλοφτιαγμένη, ψηλή, με ωραία μεγάλα μαύρα μάτια κι ανοιχτή επιδερμίδα.  Αδύνατη δε θα την έλεγες αλλά ούτε και παχουλή. 
 Ήταν ο τύπος της γυναίκας που τρέλαινε τ΄ αρσενικά, με τα παραπανίσια κιλά μοιρασμένα δίκαια εκεί που έπρεπε. Στενά φορέματα με σφιχτή ζώνη, αναδείκνυαν την πολλά υποσχόμενη περιφέρειά της και τη λεπτή μέση της.
 Τα τολμηρά ντεκολτέ και το βαρύ μενταγιόν που κρεμόταν ακριβώς στην αρχή της σχισμής του στήθους της, τόνιζαν το τροφαντό της μπούστο. Φορούσε πάντα παπούτσια με ψηλά τακούνια και λεπτές νάιλον κάλτσες με ραφή, που αγκάλιαζαν τα μακριά της πόδια. Οι γυναίκες τη ζήλευαν και οι άντρες μακάριζαν την τύχη του τραπεζίτη που την είχε δική του, έτσι τουλάχιστον νόμιζαν...

Το πρωινό του Νέου Χρόνου, βρήκε τη Ζαφείρα να σηκώνεται νυσταγμένη από το κρεβάτι της. Όλοι στο σπίτι κοιμόντουσαν, τα παιδιά, η Χαρίκλεια, η θεία Κούλα, χήρα στρατιωτικού, που είχε έρθει να μείνει μαζί τους λίγες μέρες. Πλύθηκε, έβαλε τις πομάδες της, και ξεκίνησε να ετοιμάσει πρωινό για όλους. Το τραπέζι στρώθηκε ξανά με επισημότητα, λόγω της ημέρας, ενώ ο μικρός γιος της ξαδέρφης τους, κατέφθασε σε λίγη ώρα για το ποδαρικό. Κρατώντας την εικόνα του Αγίου Βασιλείου, έριξε με δύναμη το μεγάλο ρόδι, που έσπασε και γέμισε με τους καρπούς του την είσοδο.
- Και του χρόνου αγόρι μου, να 'σαι καλά και να με ξανάρθεις! Θα φας μαζί μας το πρωινό και μετά θα πας και στης θείας Χαρίκλειας να την κάνεις το ποδαρικό σου! 
Πάντα τέτοια νύχτα, έμενε στης Ζαφείρας η Χαρίκλεια. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, δεν έπρεπε να το περνάει κανείς μόνος του στο σπίτι, ούτε η πρώτη μέρα να τον βρίσκει να τρώει μόνος. Το ποδαρικό, που το πρόσεχαν πολύ στην Πόλη, γινόταν από άνθρωπο αγνό και καλό. Η οικογένειά τους, προκειμένου να αποφευχθούν παρεξηγήσεις, έβαζε πάντα τα μικρά παιδιά, συνήθως τα ανίψια. Πρώτα θα έμπαινε ο μικρός με την εικόνα και το ρόδι και μετά η Χαρίκλεια στο σπίτι της. Τρελαίνονταν τα παιδιά για το σπάσιμο του ροδιού και το δώρο που έπαιρναν για το καλό και μάλωναν για το ποιο θα σηκώσει πρώτο το χέρι του.

Γάλα, ζεστή σοκολάτα, καφές, τσάι, κουλουράκια, κέικ, αυγά, φρούτα, γέμισαν το εορταστικό πρωινό τραπέζι τους. Με τα καλά σερβίτσια απαραίτητα, έτρωγαν κι έπιναν τα ζεστά ροφήματα, σχολιάζοντας τη βραδιά που πέρασαν.
- Ζαφειρούλα, η κυρία Μουράτογλου, πήρε διπλή μερίδα φρικασέ, με τρόπο, μη τη διει ο άντρας της. Τον ορκίστηκε που κάνει δίαιτα, μπα και χάσει κάνα κιλό και μπει στα ρούχα της, αμά όσο εκείνος μιλούσε κάμποση ώρα με τον Σωτηριάδη για δουλειές, άπλωνε το χέρι κι όλο έβαζε στο πιάτο της! Αμά, ούτε δυο κουρτίνες δεν τήνε φτάνουνε να ράψει μια φούστα! Χαχαχαχαχα!
Καλόκαρδη και χωρατατζού η θεία Κούλα, έκανε τους πάντες να γελάνε με τον τρόπο που μιλούσε. Βούτηξε ακόμα ένα κομμάτι πίτα στο γάλα της και συνέχισε τα σχόλια για τη Μουράτογλου. 
- Καλή γυναίκα, έβγαλε και δυο παιδιά επιστήμονες, τα καλοπάντρεψε, δόξα τω Θεώ! Με έλεγε χτες, που η συννυφάδα της τους είχε το τραπέζι τα Χριστούγεννα, με όλα τα καλά, αμά σαν τα δικά σας τα φαγιά δεν ήτουνε! Θα 'φαε λιγότερο εκεί λέτε; Χα χα χα χα! Να προσέχει κομμάτι, γιατί το μάτι του αντρός της παίζει, νέα είναι ακόμα κι αυτή για! Θυμούμαι μια φορά, που τον έκανε μεγάλο πατιρντί, την είπανε που γλυκοκοίταζε μια ζωντοχήρα της παρέας τους, που μαζευούντουσαν όλες και πίνανε καφέ. Μωρέ, τήνε έκανε πέρα με το γάντι που λένε. Και να σας πω, καλά την έκανε! Ζωηρή αυτή, ζωηρός αυτός, θα είχανε μπλεξίματα κι ήτουνε κρίμας.
Η Βούλα, άλειφε μια φέτα ψωμί με βούτυρο και μέλι κι ούτε που παρακολουθούσε τη θεία Κούλα. Καμάρωνε το δαχτυλίδι που φορούσε πλέον φανερά και το μυαλό της ήταν στην αυριανή μέρα, που θα συναντούσε τον αγαπημένο της. Τα παιδιά, αφού έφαγαν γρήγορα, είχαν πάει στο δωμάτιό τους κι έδειχναν τα παιχνίδια στο ξαδερφάκι τους.

- Καλά φάγαμε, ας πιούμε τώρα και το καφεδάκι μας μ' ένα τσιγάρο! Ας τελειώσει με την ησυχία της η Βουλίτσα, πάμε στο σαλόνι εμείς. 
- Μπρε κορίτσια μου, κομματάκι αδύνατο με φαίνεται το παιδί για! Δεν τρώει καλά, ή μπα κι είναι ερωτευμένο; Στον καιρό της είναι!
- Όχι καλέ θεία, δεν έχει τέτοια η Βούλα! Σαν κοπέλα, απλά προσέχει, μη γίνει και σαν τη Μουράτογλου και κατεβάζουμε τις κουρτίνες να την ράψουμε φούστα! Κι άντε μετά να βρούμε γαμπρό, κατάλαβες;
Κατάλαβε η Κούλα. Όσο κι αν προσπάθησε η Ζαφείρα, δεν κατάφερε να κρύψει την ταραχή της. 

- Βαλτή είναι κι αυτή; Να την ακούσει η ανιψιά σου, να 'χουμε άλλα! Δεν πρέπει να καταλάβει τίποτα, πόσο θα μείκει εδώ, τρεις τέσσερις μέρες. Διε, θα πας τώρα στο σπίτι σου με το μικρό να σε κάνει το ποδαρικό και μετά πάλι έρχεσαι, αμά μη χασομερίσεις πολύ. Άιντε Χαρικλάκι, θα μαζέψω πρώτα και θα βάλω το πουλί γιομιστό στο φούρνο, έχουμε κι από τα χτες ένα σωρό φαγιά, όλα καλά!









Κουγιουμτζής - Χρυσοχόος / Κουγιουμτζίδικο - Χρυσοχοείο - Κοσμηματοπωλείο

Χρέγια - Χρέη

Αλισβερίσι - Δοσοληψίες, το πάρε - δώσε

Γιαβουκλού - Αρραβωνιαστικιά 

Μπαταχτσής - Κακοπληρωτής

Μονιάσανε (την - τον) - Περικύκλωσαν - Πέσανε από κοντά

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Σαΐνι η θεία!



Ο Σωκράτης, έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και χαμογέλασε ικανοποιημένος. 
Το γκρι κοστούμι του με το σιέλ πουκάμισο και τη σκούρα μπλε γραβάτα, τόνιζαν το σταράτο δέρμα του. Έπρεπε να είναι άψογος στο σημερινό σημαντικό ραντεβού και να κάνει καλή εντύπωση στη θεία της Βούλας. Βεβαιώθηκε ότι τα πλούσια μαλλιά του ήταν καλοχτενισμένα, έβαλε λίγες σταγόνες της αρρενωπής κολόνιας του και βγήκε χαμογελαστός να συναντήσει πρώτα την αγαπημένη του.

- Αν μας πάρει χαμπάρι η μάνα σου, πάει, θα μας θάψει και τις δυο! Ό,τι σε είπα, σε είκοσι λεπτά θα σας περιμένω στη στροφή, ούτε λεπτό παραπάνω! Άντε, γρήγορα ετοιμάσου, δε μας παίρνει η ώρα!
- Ναι θείτσα μου, μην ανησυχείς! Όπως είπαμε! Πως είμαι; Θα του αρέσω; 
Πως να μη του άρεσε η δεκαοκτάχρονη κομψή κοπέλα, με τη φρεσκάδα της νιότης και το στενό στο μπούστο εμπριμέ φόρεμα με τη φαρδιά φούστα... Πήρε την πράσινη εσάρπα της, φόρεσε τα μαύρα της γοβάκια κι έτρεξε να τον ανταμώσει και να χωθεί στην αγκαλιά του. Η θεία της τη σταύρωσε στην πόρτα.
- Η Παναγιά μαζί σου, παιδάκι μου. Πρόσεχε!

Με ένα πάκο χαρτιά στο χέρι, περίμενε η Χαρίκλεια αρκετή ώρα το ζευγάρι, χωρίς να θυμώσει. Είχαν τόσο καιρό να ειδωθούν και λαχταρούσε η ανιψιά της να μείνει όσο περισσότερο γινόταν μαζί του.. Ήταν από τους άντρες που δεν περνούσε απαρατήρητος, ευτυχώς όμως που δεχόταν συχνά επισκέψεις παιδιών και γονιών.  Με τη δικαιολογία των μαθημάτων, θα είχε άλλοθι και δε θα έβαζε σε υποψία τους γείτονες η παρουσία του στο σπίτι της. 
Έφτασε το ζευγάρι και μετά τις συστάσεις η Βούλα έφυγε τρέχοντας για το σπίτι. Η Χαρίκλεια με το Σωκράτη χωρίστηκαν λίγο πριν το σπίτι της και συμφώνησαν να συναντηθούν τυχαία στην πόρτα.

- Καλησπέρα σας, λίγο νωρίτερα αν ερχόσασταν δε θα με βρίσκατε! Πως είναι η κορούλα σας, συνήλθε καθόλου; Θα σας δώσω τα μαθήματα που έχασε, μην ανησυχείτε, περάστε παρακαλώ!
Μιλούσε εγκάρδια και δυνατά για να ακουστεί. Άνοιξε την πόρτα, χωρίς να ανάψει το μεγάλο φως και μπήκαν στο σπίτι, που μοσχοβολούσε πορτοκάλι και βανίλια. Πάντα άφηνε ένα λαμπατέρ αναμμένο, ακόμα κι όταν έλειπε, δεν ήθελε γυρίζοντας να βρίσκει το σπίτι σκοτεινό.
- Με συγχωρείς παιδί μου, που δεν ανάβω τον πολυέλαιο, φοβάμαι μη τυχόν περάσει από δω η αδερφή μου, ας νομίζει ότι λείπω, μην έρθουμε σε δύσκολη θέση. Μη την παρεξηγείς, έχει κι αυτή τα δίκια της σα μάνα που είναι, ανησυχεί για την κόρη της.
Τον κέρασε σιροπιαστή πορτοκαλόπιτα, με δροσερή μπάλα από κρέμα βανίλια και λικέρ. 
Αυγά, βούτυρο, γάλα, ζάχαρη, χυμό και σάρκα βρασμένων πορτοκαλιών, ξύσμα της φλούδας τους, ένα μπουκάλι σόδα κι αλεύρι, τα ανακάτευε καλά κι έψηνε την πίτα. 
Ετοίμαζε το σιρόπι με το ζουμάκι από τα βρασμένα πορτοκάλια, λίγο ακόμα τρίμμα, ζάχαρη και μέλι. 
Κρύωνε η πίτα και την περίχυνε με το ζεστό σιρόπι, αργά και προσεκτικά με μια κουτάλα. Περίμενε τουλάχιστον δυο ώρες, να ρουφήξει τα υγρά του το γλυκό για να κοπεί.

Ο Σωκράτης, θαύμασε τα ωραία έπιπλα, τις βαριές βελούδινες κουρτίνες με τα χρυσά μοτίφ και τις μεγάλες φωτογραφίες των γονιών και των παππούδων που στόλιζαν τον τοίχο. Το απαλό φως, έδινε περισσότερη αρχοντιά στο χώρο κι έκανε την ατμόσφαιρα ζεστή και χαλαρή.
Η Χαρίκλεια, σήκωσε το λεπτό ποτηράκι και του χαμογέλασε τρυφερά.
- Καλώς όρισες Σωκράτη στο σπίτι μου! Στην υγεία σου και ό,τι επιθυμείς! Πες με για την Ελλάδα, πως τα περνάτε εκεί; Κάποτε θα πάμε κι εμείς, θα 'θελα να ξέρω αν θα νοσταλγούμε τη ζωή μας εδώ. Η Πόλη, ξέρεις, μας έχει καλομάθει. Δύσκολα σ' αφήνει να καθίσεις στο σπίτι, περιμένεις να ξημερώσει πάλι η νέα μέρα, για να ζήσεις τις χαρές που σε δίνει!

Ο Σωκράτης, δε μπορούσε να κρύψει την έκπληξή του. Απέναντί του, καθόταν μια ευγενέστατη κυρία κι αντί να τον ανακρίνει όπως περίμενε, τον ρωτούσε για μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους, παρελάσεις, χορούς, μουσική.  Το λικέρ, γλυκό και δυνατό με γεύση πορτοκαλιού κι αυτό, άστραφτε στο σκαλιστό μπουκάλι και γέμισε ξανά και ξανά το ποτήρι του. Αν και δεν ήταν συνηθισμένος στα γλυκόπιοτα ποτά, το απολάμβανε με ευχαρίστηση.
- Η Βούλα Σωκράτη μου, με λέει τα καλύτερα λόγια για σένα. Δεν βλέπω να έχει άδικο το κορίτσι μου, στην καρδιά μου μπήκες! Την έχω η αλήθεια, μεγάλη αδυναμία. Τόσο η αδερφή μου, όσο κι εγώ, θέλουμε να τη δούμε ευτυχισμένη μ' ένα καλό και τίμιο παλικάρι. Εδώ, έχει την περιουσία της, το σπίτι αυτό με τις αντίκες και όλα τα ασημικά και τα κρυφά και τα φανερά, είναι στο όνομά της, ένα άλλο μικρό που νοικιάζω, θα πάει στα αδέρφια της.
Δικό της είναι και το πατρικό, εκεί που μείσκουν, εκτός όλα τα άλλα. Σκεφτόμουν, ξέρεις, αν πάτε στην Ελλάδα, εκτός από παράδες και το ρουχισμό της, δε θα έχει τίποτα δικό της εκεί. Έχετε κάπου να μείκεται, αγόρι μου; Δεν σε ρωτώ από αδιακρισία, μη με παρεξηγείς, να σας βοηθήσω θέλω και να επιμείνω να πειστεί η αδερφή μου. Αγάπησα κι εγώ πολύ κάποτε και ξέρω πως νιώθει η Βούλα για σένα. Γι' αυτό είμαι με το μέρος σας, λατρεύω να βοηθώ ερωτευμένα παιδιά. Δεν είναι της παρούσης να σε ζαλίζω με τα δικά μου, δεν έχουμε και χρόνο αγόρι μου, πρέπει να πάω εκεί το συντομότερο.

Η Ζαφείρα, άκουσε ένα άγνωστο κομμάτι στο πιάνο πλησιάζοντας στο σπίτι. Η Χαρίκλεια την είχε αρχίσει στα εντατικά μαθήματα, σκεφτόταν ικανοποιημένη κι άνοιξε την πόρτα χαμογελώντας.
Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της, όταν είδε την κόρη της να παίζει μόνη. Το βλέμμα της ανήσυχο, έκανε ένα γύρο τη μεγάλη σάλα.
- Μόνη σου είσαι; Που είναι η θεία σου; Που πήγε και πόση ώρα λείπει;
- Πριν λίγο έφυγε μαμά για το σπίτι, να φέρει γλυκό που έφτιαξε το μεσημέρι. Λίγα λεπτά είναι που βγήκε, πως και δε συναντηθήκατε στο δρόμο; 
Η Ζαφείρα την κοίταξε καχύποπτα.
- Γλυκό; Έκαμε γλυκό το μεσημέρι; Και γιατί δεν το έφερε όταν ήρθε και πήγε τα μπρος πίσω, ε; 
- Γιατί το είχε μόλις σοροπιάσει και έτσι καυτό δεν κοβόταν, γι' αυτό! Πέσαμε πάνω από το πιάνο τρεις ώρες  και τώρα σηκώθηκε να πάει να το φέρει να φάμε. Δε σ' αντέχω άλλο πια!
Έφυγε τρέχοντας και χτύπησε με δύναμη την πόρτα του δωματίου της, ανυπομονώντας να έρθει η θεία της, να της πει τα νέα. 

- Εμ είχε τη φωλιά τση λερωμένη, εμ την έκανε και σκηνή, ε; Μια η ανεψιά και μια η θεία! Βάι βάι!


Με μια τεράστια πιατέλα γλυκό και την ψυχή στο στόμα, έφτασε η Χαρίκλεια στης αδερφής της. 
- Βούλααααα!!! Άνοιξε κορίτσι μου, δεν επρόλαβα να βγω και σταμάτησες τη μελέτη; Αχ! Τι θα σε κάνω!
Η πόρτα άνοιξε απότομα και η Ζαφείρα την κοίταξε βλοσυρά. Άφησε το γλυκό στο τραπέζι και προσευχήθηκε μέσα της, παίρνοντας βαθιές ανάσες.  
- Αμάν, αδερφή, τι την ήθελα την τρεχάλα στην ηλικία μου; Η ψυχή με βγήκε να πάω και να ΄ρθω! Και διε, η μικρή σταμάτησε με το έβγα μου. Έχουμε πολλή δουλειά ακόμα, τα μεσάνυχτα θα μας πάρουνε για! Τι με κάνει τώρα! 
Που είναι; Βούλαααααα! 
Την κατάσταση έσωσε η πορτοκαλόπιτα με τις μεγάλες μπάλες κρέμας πάνω σε κάθε κομμάτι του σιροπιασμένου γλυκού και γύρω απ' την πιατέλα. Η Ζαφείρα, άνοιξε το σελοφάν και το κοίταζε ξεροκαταπίνοντας, έτοιμη να ορμήσει.
Η Βούλα εμφανώς εκνευρισμένη βγήκε από το δωμάτιό της, γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη στη μάνα της. 
- Μελετούσα θεία μου, μέχρι που ήρθε η μαμά και μ' έκανε άνω κάτω! Καλά καθόμασταν ήσυχα οι δυο μας, δε με παίρνεις στο σπίτι σου να μένω; Δεν αντέχω άλλο πια εδώ μέσα!
Πρόλαβε την αντίδραση της αδερφής της, μιλώντας γρήγορα και βγάζοντας λεφτά από την τσέπη της.
- Με πλήρωσε τη βδομάδα ο μπαμπάς ενός κοριτσιού, που την κάνω γλώσσα. Αρρώστησε το καημένο κι έχασε μαθήματα, ήρτε και τον έδωκα τις σημειώσεις. Έλα, πάρε αυτά, να ψουνίσεις ό,τι θέλεις, δώρο από μένα!
Ζαφείρα! Άντε, βάλε τη ρόμπα σου που 'μεικες τόση ώρα με τα καλά σου. Φέρε και τα πιατάκια να φάμε, θα λιώσει η κρέμα για! 

- Πες μου θείτσα μου, τι έγινε; Δεν είναι κούκλος; Πως τον είδες, τι λέγατε; Τι σου είπε για μένα, μ' αγαπάει όσο κι εγώ; Θα με παντρευτεί; Κόντεψα να πάθω απ' την αγωνία μου, να ΄χω και τη μαμά να με ανακρίνει.
- Σιγά σιγά παιδάκι μου, ακόμα να συνέλθω έτσι που με κοίταζε η μάνα σου, συμφόρεση θα μ' ερχότανε! Δε μπορούμε να μιλήσουμε τώρα, μη διει ψου ψου και καήκαμε! Θα σε πω όμως τι θα κάνουμε, για να τήνε στείλουμε ίσια στο κρεβάτι με πονοκέφαλο! Άκου!

Η Ζαφείρα, απόλαυσε δυο μεγάλα κομμάτια γλυκού με μπόλικη κρέμα και βολεύτηκε καλύτερα στην πολυθρόνα, φλερτάροντας έντονα το τρίτο. Πάντα την τρέλαιναν τα γλυκά της αδερφής της κι αυτή η κρέμα βανίλια, ταίριαζε υπέροχα με το πορτοκάλι. Η Χαρίκλεια, έβραζε γάλα σε χαμηλή φωτιά κι έλιωνε μαζί ένα μεγάλο κομμάτι βούτυρο κι αρκετή ζάχαρη. Διέλυε ρυζάλευρο, πολύ περισσότερο από όσο έβαζε στο μαλεμπί κι ανακάτευε απαλά με την ξύλινη κουτάλα, μέχρι να γίνει μια σφιχτή πάστα. Το έβαζε σε κρύο μπολ, άνοιγε ένα μεγάλο ξύλο βανίλιας και ρίχνοντάς το στο μείγμα το δούλευε απαλά, βουτώντας τα χέρια σε χλιαρό βούτυρο, για να μη κολλάνε. Έπλαθε μεγάλες μπάλες που τις πάγωνε, για να διατηρούν το στρογγυλό σχήμα τους. Συνόδευαν θαυμάσια  τα περισσότερα σιροπιαστά γλυκά της, τρώγονταν και σκέτες, σαν παγωτό. Τη συγκεκριμένη μέρα, είχε ζαχαρώσει και φλούδες πορτοκαλιού που τις τύλιξε επιδέξια, σαν τριανταφυλλάκια. Το ίδιο έκανε και με τη λεμονόπιτα, εκμεταλευόταν πάντα τις φλούδες, ανάλογα με τη γεύση που έδινε στο γλυκό.

Η Βούλα, έφαγε ελάχιστα από το λαχταριστό γλυκό, με τα μούτρα κατεβασμένα. Με το "πάμε" που της έγνεψε φανερά η θεία της, κάθισε στο πιάνο. Χτυπούσε δυνατά, όπου πήγαιναν τα χέρια της, σαν πρωτάρα.
Η Χαρίκλεια αγανακτισμένη, της φώναζε δυνατά και την έβαζε να επαναλαμβάνει το νέο κομμάτι. 
- Είδες πως το κατάντησες το παιδί; Θα ξεχάσει κι αυτά που ξέρει, τσάμπα οι κόποι μας τόσα χρόνια κι οι δικοί μου κι οι δικοί της. Καμάρωσε τώρα την κόρη σου, να σε πω και μπράβο;
Βουλίτσα, εμένα διε! ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!! Πάμε πάλι, όχι, όχι, τα χέρια μου διε! ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!! 
Σαΐνι η θεία! Άνθρωπος δε μπορούσε να σταθεί με τόσο κακόφωνη φασαρία.
Η Ζαφείρα την κοίταζε με μισό μάτι. Έβγαζε φωνή σαν υψίφωνος, ακριβώς απέναντί της, η κόρη της χτυπούσε με λύσσα τα πλήκτρα και η Χαρίκλεια της έλεγε πιο δυνατά. Τι βράδυ το αποψινό... 

Σε λίγο έφυγε για την κάμαρά της, φωνάζοντάς τους να χαμηλώσουν τους τόνους, κρατώντας τα αυτιά με τα χέρια της. Ευτυχώς που δεν είδε την κόρη της να συγκρατεί με κόπο τα γέλια που τράνταζαν το σώμα της...