.

.
.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Μαγειρέματα και ομορφάδες





Ένας χρόνος είχε περάσει από την άφιξή τους. Ο Ιάκωβος τους βρήκε το σπίτι που ήθελαν, με δυο μεγάλες κρεβατοκάμαρες και σαλοτραπεζαρία.
Και πολύ καινούργια η πολυκατοικία δεν ήταν, γιατί τα καινούργια διαμερίσματα κόστιζαν πανάκριβα. 
- Να μη μείκουνε και χωρίς φράγκο μπρε γιόκα μου, δίκιο έχει η Ραλλού... Ο έτοιμος παράς, γλήγορα ξοδεύεται!  Σε λέγει, να μπούμε σ' ένα σπιτάκι της προκοπής, αμά να έχουμε και να περνάμε... Πάντως, άμα βρεθεί γαμπρός για την Τριανταφυλλιά, να διεις που θα ξετινάξει ούλο της το κομπόδεμα η μάνα! Έγνοια σου, έχει κάμει καλά τα κουμάντα της, εκατομμύρια έχει απέ τα ακίνητα που πούλησε! Αμά, κατά πως το βλέπω, γαμπρός για κείνη θα βρεθεί πρώτα κι η κόρη της θα κοιμάται όρθια! Χα χα χα!
- Έλα βρε μάνα, πόσους άντρες πια θα πάρει; Εδώ είναι Ελλάδα, μετρημένους ανθρώπους ξέρει... 
- Μπρε συ, άκουε που σε λέγω! Φιρί φιρί το πάει, αρώτηξε και την πεθερά σου να διεις τι θα σε πει!
- Ναι, άλλη έννοια δεν είχα... 
Σύντομα έπιασε φιλίες με τις γειτόνισσες. Μετά τη λειτουργία της Κυριακής, καλούσε όσες είχε επιλέξει για καφεδάκι στο σπίτι της. Όταν έψηνε γλυκά και μεζεδάκια τις φίλευε κι όσο εκείνες να προσπαθούσαν δεν κατάφερναν την αξεπέραστη μαγειρική της.  Κάθε Παρασκευή αντάλλαζαν επισκέψεις για τις ομορφάδες τους. Έβραζαν στα κατσαρολάκια για ώρες τα βότανα και τα ξερά λουλούδια, γέμιζαν τα λεκανάκια μυρωμένο νερό κι άνοιγαν με τους ατμούς τους πόρους του προσώπου τους. Μετά το δροσερό ροδόνερο στα ζεστά και ιδρωμένα δέρματα, απλώνονταν οι πομάδες. Σε παράταξη τα βαζάκια και τα μπουκαλάκια με τις ετικέτες και τις χρωματιστές κορδελίτσες, έτσι όπως είχε μάθει από μικρή. Καμιά τους δεν έβαζε τα υπέροχα και πολύτιμα για την επιδερμίδα υλικά οπουδήποτε! Ξεχώριζαν τα γυναικεία είδη σε κάθε σπιτικό, φτωχό ή πλούσιο. Γιατί μπορεί κάποιες να μην είχαν ούτε ψωμί καλά καλά να φάνε που λέει ο λόγος, όμως για την ομορφιά τους δεν υστερούσαν τίποτα! Προνοητική η φύση, πάντα χάριζε απλόχερα όλα όσα χρειάζονταν! Το απαραίτητο 
 κραγιονάκι που τέλειωνε πιο γρήγορα λόγω της καθημερινής χρήσης, δεν χαλούσε δα κι ο κόσμος αν δεν είχες παράδες να το αντικαταστήσεις! Λίγα ώριμα κεράσια άνοιγες και τα στέγνωνες καλά στον ήλιο ανάμεσα σε τουλπάνι, τα κοπανούσες αφού είχαν πλέον ξεραθεί και τ' ανακάτευες με μια στάλα βούτυρο. Στο γυάλινο μικρό βαζάκι κρατούσε πολύ καιρό κι έδινε το κατακόκκινο χρώμα του στα χείλη! Κι όπως ήταν φτιαγμένο με υλικά αγνά, τα έτρεφε και δεν έσκαγαν, διπλό το καλό του! Τα παντζάρια τριμμένα στο ρεντέ και καλά στραγγισμένα, έμπαιναν στο φούρνο κι αφού στέγνωναν καλά ανάμεσα σε καθαρά πανιά τα έκαναν σκόνη και ήταν το καλύτερο ρουζ για τα μάγουλα! Κάμποσα ξερά και κοπανισμένα φύλλα σπανάκι, έδιναν το χρώμα τους στα βλέφαρα! Οι μελαχρινές γυναίκες περνούσαν με καρβουνάκι προσεκτικά τα φρύδια για να τα τονίσουν! Πόσα και πόσα δεν είχε μάθει από μικρό κοριτσάκι κοντά στη συχωρεμένη τη μάνα της που ψάρευε με τρόπο την θεία Καλλιρρόη... Κι η Σουλτάνα όλο και κάτι θυμόταν όταν έβλεπε τα λαχανικά και τα φρούτα στον καιρό τους και της μάθαινε νέα κόλπα. Συνταγές ποτέ δεν έδινε, έλεγε ότι τα είχε φέρει όλα από τη Σμύρνη κι ας έκοβε κλώνους και ανθούς από τις γλάστρες της κι από τις νεραντζιές στους δρόμους της Αθήνας... 
 - Ενθυμούμαι πολλά κι απ' τη Σμύρνη τότενες κι άλλα απ' όταν ήρτανε εδώ... Γούστο είχενε...
Κι αυτό που άμα περίμενε τσι μουσαφίρισσες, ήβγαζε νωρίς νωρίς κάποιες γλαστρίτσες απ' τη φάτσα που τσ' είχενε κει δα στο μπαλκονάκι και τσ' ήκρυβε πίσω απέ σεντόνι απλωμένο για κάνα τραπεζομάντιλο, να μην τσ' ιδούν οι άλλες! Έτσι ήκαμνε και στο μοναχικό το σπίτι μετά που είχενε το ωραίο το σιαγμένο μπαχτσεδάκι κι ούλο κει ηκαθούνταν ένα γύρω ημαζωγμένοι κι ήτρωγαν το θέρος.  Στριμωγμένα τα φύλλα ντως ανάμεσα στ' άλλα, δεν ηφαίνουνταν και καλά... Χα χα χα χα! Την άτιμη όμως, ούλα τα πρόσεχε! Τίποτις δεν την ηξέφευγε! Βασιλικά, ρίγανη, μαντζουράνα, γαρούφαλα και γεράνια, που ήντουσαν ομπρός δεν την ήγνοιαζε, οι πιο πολλές είχανε...
 Αν και ήταν γυναίκα που δεν την συμπαθούσες με την πρώτη ματιά έτσι σοβαρή και σωματώδης που ήταν, πολύ γρήγορα αγαπήθηκε απ' όλες. Δεν προλάβαινε τις καθημερινές επισκέψεις σχεδόν, γιατί όλες επιθυμούσαν τη συντροφιά της.
- Έτσι τη γνώρισε η Νικολέτα, που την έκαμε τελικά νέα της συννυφάδα! Μπαϊλντισμένη απ' το σύρε κι έλα και τη λάτρα του κουνιάδου της, ήθελε από χρόνια να τον βρει μια γυναίκα για να νοικοκυρευτεί... Αμά έτσι μίζερος που ήτονε, μόνο με μια πολύ μερακλού θα τον κατάφερνε!

Ανύπαντρος στα εξήντα του χρόνια ο Μηνάς, αγαπούσε τις ωραίες γυναίκες που περνούσε τον καιρό του, το κρασάκι και τον καλό μεζέ. Καμία απ' όσες είχε σχετιστεί δεν τον κατάφερε να την πάει στην εκκλησία. Μια φορά είχε αρραβωνιασθεί στα εικοσιέξι του αλλά την παράτησε σύξυλη όταν εκείνη του έκανε σκηνή ζηλοτυπίας.  Άδικο δεν είχε, γιατί φλέρταρε μια ξαδέρφη της... 
- Ούλα εκείνη η Νικολέτα τα ήκαμνε! Να η πλύση, να το σιδέρωμα κάθε μέρα που ήθελε δυο πουκάμισα, να το σιστάρισμα* του σπιτιού... Κάθε μεσημέρι ήτρωγε στου αδερφού του κι ήθελε το φαγί στην ώρα του. Τα βράδια ήβγαινε όξω με τσοι φίλοι και τρωγωπίνανε... Του κόσμου ούλου τσι καλές κοπέλες τον ηπροξενεύγανε αμά αυτός ούλο κουσούρια τσ' ήβρισκε! Η μια κοντή, η άλλη άσκημη, παρ άλλη άγαρμπη, τέτοια... Άμα την ηγνώρισε όμως η Νικολέτα κι είδε που ήτονε γυναίκα μερακλού, το ήβαλε πείσμα να τον νοικοκυρέψει! 
Έβγαινε η Ραλλού καλοντυμένη, φορτωμένη με τα βαριά χρυσαφικά που δεν αποχωριζόταν ποτέ και με τα πάντα κατακόκκινα χείλη και νύχια κι η γειτονιά θαύμαζε την αρχοντογυναίκα που περπατούσε αργά, με το κεφάλι ψηλά. Κάθε Σάββατο πρωί πήγαινε στο κομμωτήριο και με το φιλέ που φορούσε όταν ξάπλωνε διατηρούσε το χτένισμά της όλη την εβδομάδα. Μαγείρευε με το φρέσκο αγελαδινό βούτυρο κι η μοσχοβολιά ξεσήκωνε την πολυκατοικία. Όπως και όλες οι Σμυρνιές είχε έμφυτο ταλέντο να βγάζει προς τα έξω τη γυναικεία της φύση. Ήξερε να μιλάει και να συμπεριφέρεται ευγενικά, γνώριζε και πολλές γαλλικές λέξεις που χρησιμοποιούσε κατά κόρον στις συζητήσεις με τους άλλους. Η Νικολέτα που εκτίμησε τις χάρες της, έβαλε μπρος το σχέδιό της.
- Μια γυναίκα ο,τι πρέπει για σένα Μηνά μου! Θεωρητική, πολύ κοκέτα, πεντακάθαρη, καλονοικοκυρά απ' τις λίγες! Όσο για τη μαγειρική της, έχει να το λέει όλος ο κόσμος! Σμυρνιά βλέπεις... Σαν πασά θα σ' έχει και θα περνάς ζάχαρη μαζί της! Κι εδώ που τα λέμε, τον έχει και τον τρόπο της, δεν είναι καμιά τυχαία! 
- Ναι, αλλά τον άντρα της τον έθαψε! Να θάψει κι εμένα θέλεις; Έχει και μια κόρη ολόκληρη γυναίκα...
- Σώπα καλέ και μη σκέφτεσαι τέτοια πράγματα! Από το κεφάλι του πήγε ο άντρας της που δεν την άκουγε! Αν πήγαινε στο γιατρό θα ζούσε εκατό χρόνια! Γιατί Μηνά μου, κακά τα ψέματα, η καλή ζωή κι η περιποίηση βαστάει τον άνθρωπο... Όσον αφορά την κόρη της, δεν είναι μωρό να τη θέλει από πάνω, γρήγορα θα βρει κάποιον και θα παντρευτεί... Εγώ σκεφτόμουν να τη δεις, να μιλήσετε, έτσι τυχαία βέβαια, η γυναίκα δεν έχει ιδέα απ' όλα αυτά. Πού ξέρεις, μπορεί και να σ' αρέσει...
Το σκέφτηκε για λίγο κι αποφάσισε ότι δεν είχε να χάσει τίποτα. Άλλωστε μια τέτοια γυναίκα θα ήταν σίγουρα ενδιαφέρουσα... 
Η Νικολέτα την κάλεσε για καφέ στο σπίτι της. Η Ραλλού ετοίμασε ένα καλοψημένο χαλβά με χοντρό σιμιγδάλι, καβουρδισμένα αμύγδαλα και κουκουνάρι.Τον έβγαλε από τη φόρμα κι αφού τον πασπάλισε με κανέλα, τον στόλισε περίτεχνα με γαρίφαλα. Το σπιτικό γλυκάκι για τη γειτόνισσα είχε άλλη αξία κι ήταν σίγουρη ότι θα άρεσε. 





Στις πέντε το απόγευμα χτύπησε την πόρτα. Ο Μηνάς είδε τη λουσάτη γυναίκα με την κεντημένη με χρυσοκλωστή και χάντρες κόκκινη μπλούζα και τη μπλε φούστα να κάθεται στην πολυθρόνα με την πλάτη στητή και σε λίγη ώρα βγήκε απ' την κουζίνα. Έγιναν οι συστάσεις κι η νύφη του πήγε να ψήσει τους καφέδες. 
- Κάτι ωραίο μυρίζει που μάλλον εσείς το φέρατε... 
- Ναι, έψησα ένα χαλβαδάκι μια που θα ερχόμουν, έτσι για το καλό... Δεν είναι τίποτα σπουδαίο βέβαια, μα νομίζω πως τον αγαπάνε ούλοι...
- Δεν είναι σπουδαίος ο χαλβάς; Το αγαπημένο μου γλυκό! Κι απ' όσο φαίνεται, είναι υπέροχος!
Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία τους. Τρία κομμάτια έφαγε και δεν τον χόρταινε. Σιροπιασμένος όσο έπρεπε για να είναι σπυρωτός και να μη λασπώσει, με τη μυρωδιά του βουτύρου, των μπαχαρικών και του λεμονιού που τρέλαιναν τον ουρανίσκο. Η Νικολέτα μπαινόβγαινε στην κουζίνα πότε για να φέρει κι άλλα βουτήματα, πότε για νερό, έτσι μπόρεσαν ν' ανταλλάξουν λίγες κουβέντες με τις σκόπιμες καθυστερήσεις της. 
- Αφού τόσο πολύ σας άρεσε ο χαλβάς, θα σας στέλνω όποτε τον ψήνω! Όπως και να το κάμουμε, το φαγητό και το γλυκό είναι μια απόλαυση! 
- Αν είναι και καλοφτιαγμένα...
- Θα σας ειπώ κάτι... Το φαΐ θέλει αγάπη! Υλικά τση καλύτερης ποιότητας κι αγάπη! Μη ψουνίσεις ένα κιλό άμα είναι ακριβό πολύ κι η τζέπη σου δεν ηβαστάει, πάρε μισό, αμά καλό να είναι! Όχι πράμα πολύ και σκάρτο, αυτό άστο για τσοι σκύλοι! Άμα έχεις παράδες, ψουνίζεις μπόλικα ωραία και τρυφερά πράματα κι ηκάμνεις το κουμάντο σου για πολλοί μήνες! Μα παστώνεις, μα στο ξίδι ηβάνεις το κάθε ένα, μα ηξεραίνεις στον ήλιο για στο φόκο... Εμείς στη Σμύρνη, έτσι το είχαμε πάντα στα σπίτια μας, με το φαγάκι τσ' ημέρας και λίγοι μεζέδες πάντα στο τραπέζι, ανάλογα με τα "έχει μας" βέβαια... Και πολλοί παράδες άμα δεν έχεις, πάλι ηγιομίζεις το τραπέζι και με τα λίγα, μόνο κουμάντο καλό στην κουζίνα θέλει να κάμνεις και να γνοιάζεσαι το κάθε πράμα... Βάλε στην άκρη κάμποσα αγγουράκια άμα τα έχεις μπόλικα και πες πως τα ήφαγες. Τουρσί τα κάμνεις και τα έχεις κρυμμένα άμα δεν σ' ηβρίσκεται άλλος μεζές για ένα ουζάκι! Μα καμιά μελιτζανούλα, καρότα, σέλινο, λάχανο, ούλα ωραία είναι! Κουνουπίδι άμα ειπείς που θες να κάμνεις με τα κρομμυδάκια γιαχνί, βγάλε όσα μπουκετάκια μπορέσεις, ρίχτα στο καβανόζι, τουρσί ωραία κι αυτά κι έχεις να πούμε ποικιλία... Σαν τον κουμπαρά είναι, μαζώχνεις όσα μπορείς για μια ώρα ανάγκης! Μια ντοματούλα να έχεις κι ένα κομμάτι τυράκι, δεν ηξεύρεις τι τρως άμα ψηθούνε αγκαλιά στο φούρνο! Κι άμα σ' ηβρεθεί καμιά πιπερίτσα, τόση δα μικρή να είναι και τη βάλεις μαζί κομμένη ψιλά, δε σ' ηλέγω τίποτις για τη νοστιμιά! Ωραία και καλά φαγιά κάμνεις, μόνο πρέπει και να τα μιλάς... Άμα κρατείς  ένα λεμόνι, το χαϊδεύεις κομμάτι και το λες που μυρίζει ωραία... Κι αυτό θα κάμει τα πάντα για να σ' ηδώκει ούλο το ζουμί του να σ' ανταμείψει... Τα μπαχάρια πάλι τ' ανασαίνεις κι ηγιομίζει το μέσα σου απ' τη μυρουδιά πριν τα ρίξεις στο τσουκάλι. Κι ιδές κάτι, όσο γένεται, μην ψουνίζεις τα έτοιμα στσι σακουλίτσες που είναι σκόνη! Ολάκερα τα παίρνεις και τα τρίβεις κείνη την ώρα στο μικρούλι το ρεντεδάκι που είναι για αυτή τη δουλειά. Μα μπαχάρι, μα πιπέρι στο μύλο του, να σ' ηβγάλει ούλο του το άρωμα! Κείνη τη στιγμή τρίψε μπόλικο το κύμινο στα σουτζουκάκια σου και θα ιδείς που ούλος ο μαχαλάς θα ξεύρει τι μαγειρεύεις! Η έτοιμη σκόνη ξεθυμαίνει κι ηβάνεις πιο πολύ για να σ' ημυρίσει το φαγάκι, αμά χάνεις το λογαριασμό έτσι και χάνει την ουσία του... Και τα μυρωδικά ματσάκια τα παίρνεις, όχι στο σακουλάκι... Βγάλε καμπόση ρίγανη απ' το κλωνί τση και τσίμπα λίγη λίγη για τα λεμονάτα ή τη σαλάτα σου. Την κάθε μια σου τσιμπιά  ήτριψέ τη καλά με τα τρία δάχτυλα που κάμνεις το σταυρό σου και θα βγει ούλο τση το άρωμα! Ήτριψε κείνη τη στιγμή το δυοσμάκι στον κιγμά για τσοι κιοφτέδες κι ούλα τα υπόλοιπα, ηζύμωστο πολύ κι άστο κάμποση ώρα να πάει παντού πριν τσ' ηρίξεις στο τηγάνι για να ηγίνουνε μοσκοβολιστοί! Άμα ηκάμνεις το πλάσιμο, κι ηπαινεύεις τη νοστιμάδα ντως, οι καλύτεροι του κόσμου ηγίνουνται! Λέγε τα ούλα από μέσα σου άμα θες, τα φαγιά όμως λες και καταλαβαίνουνε... Λωλαμάρες δεν είναι ούλα αυτά, παρά ο έρωτας που έχει η νοικοκυρά με την κουζίνα!
Μηνάς και Νικολέτα την κοιτούσαν με θαυμασμό! Ποτέ ξανά δεν άκουσαν γυναίκα να μιλάει με τόση αγάπη για το μαγείρεμα!
- Να γιατί όλα σας τα φαγητά είναι τόσο πολύ νόστιμα και πετυχημένα! Όσα λέτε είναι σωστά και να σας πω κάτι; Κάποιες φορές κι εγώ έτυχε να μιλήσω έτσι αυθόρμητα στα λαχανικά και τα φρούτα! Την περασμένη εβδομάδα μου έφερε ο άντρας μου από την αγορά ντομάτες για τα γεμιστά που ήθελα να φτιάξω. Όταν άνοιξα τη σακούλα και τις είδα έτσι ωραίες και μεγάλες ενθουσιάστηκα! <Πω πω πω, ντοματούλες μου καλές, πω πω τι όμορφες που είσαστε και μοσχοβολάτε!> Ακόμα να σας πω κι όταν άδειαζα τη σάρκα τους που ήταν σφιχτή και κατακόκκινη, πάλι λόγια τους έλεγα... Όπως και με τις φράουλες πρόσφατα πάλι, που ήταν ωραίες, γλυκές και ζουμερές! < Τώρα θα σας πλύνω καλά, θα καθίσω στο σκαμνάκι να ξεκουραστώ και θα σας ευχαριστηθώ!> Αυτό με τα μπαχαρικά δεν το ήξερα, όλες έτοιμα τριμμένα από το μπακάλη τα παίρνουμε για ευκολία... Θα πω στον άντρα μου που πάει τακτικά στην αγορά, να μου φέρει άκοπα... Ο κουνιάδος μου είναι καλοφαγάς πολύ, όπως κι ο αδερφός του, που αγαπάει κι αυτός τα μεζεδάκια! Και σε ποιον δεν αρέσει βέβαια το καλό φαΐ; Να μου πείτε αν θέλετε και μερικές συνταγές δικές σας να τις φτιάχνω, ε; 
- Πως, ευχαρίστως! Δεν ηβάνουμε δα και τίποτις άλλο μέσα που να μην έχουνε ούλες οι κουζίνες στα ντουλάπια ντως... Το ζήτημα ούλο είναι να ταιριάξεις στο κάθε φαγάκι το μυρωδικό του! Και να ξεύρετε που το βουτυράκι κάμει θαύματα άμα πέσει! Θα χαρώ πολύ, να πάρετε το σύζυγο και τα παιδιά, να έρθετε και σε μας! Κύριε Μηνά κι εσείς βεβαίως, θα σας περιμένω όλους να πιούμε ένα κρασάκι! 

 Τρία κρεμμύδια, μαϊντανός, ρίγανη, δυο σκελίδες σκόρδο, αλατοπίπερο κι ένα κουταλάκι ξύδι, ζυμώθηκαν καλά με φρέσκο χοιρινό και μοσχαρίσιο κιμά. 
Μπήκαν στο ψυγείο σκεπασμένα καλά, παρέα με το αρνίσιο μπούτι που απολάμβανε για ώρες το μπάνιο του στη μαρινάδα με λάδι, φέτες λεμονιού, αλατοπίπερο, σκορδάκι και μπόλικη ρίγανη. Η Ραλλού το γύρισε από την άλλη μεριά.
Το απόγευμα, ενώ το κρέας ψηνόταν σε σιγανό φούρνο τυλιγμένο στη λαδόκολλα, έπλασε τα κεφτεδάκια και τα τηγάνισε χωρίς να τ' αλευρώσει. Λίγο λαδάκι και περισσότερο βούτυρο στο τηγάνι. Η σάλτσα σιγόβραζε με τη φρέσκια ντομάτα, μια γεμάτη κουταλιά ζάχαρη, κρεμμύδι,  ένα μεγάλο ξύλο κανέλα, μπαχάρι κι αρκετό παστουρμά. Μόλις οι κεφτέδες ετοιμάστηκαν τους έριξε μέσα, μαζί και όλο το λίπος του τηγανιού. Η μυρωδιά ήταν πικάντικη και γαργαλιστική.
Σε μεγάλο μπολ χτύπησε αβγά, προσθέτοντας γάλα, κίτρινα τυριά, πιπεριές, ντομάτα και σουτζούκι. Θα τα έψηνε στο μακρόστενο σκεύος και θα τα πασπάλιζε με τριμμένη παρμεζάνα. Στη φαρδιά κατσαρόλα έλιωσε δυο γεμάτες κουταλιές βούτυρο κι όταν μύρισε σοτάρισε το ρύζι μέχρι να γίνει διάφανο. Πρόσθεσε ζεστό, σουρωμένο ζωμό που είχε κρατήσει όπως πάντα από το παχουλό μοσχαράκι όταν έβραζε. Χαμήλωσε τη φωτιά κι ετοίμασε το λεμονάτο. Η τυρόπιτα είχε ήδη ψηθεί από νωρίς,  ζέσταμα ήθελε μόνο. Η Τριανταφυλλιά έκοψε τη σαλάτα και ξεκίνησε να στρώνει το τραπέζι. Σε μισή ώρα οι καλεσμένοι έφτασαν. 
Τα αυγά με δυο πιατέλες πικάντικα αλλαντικά, τεσσάρων ειδών τυριά και λεπτές φέτες ζεστό σκορδόψωμο, ήταν για το ξεκίνημα. Ένα ουζάκι για ν' ανοίξει η όρεξη. Μετά το πλούσιο δείπνο και τα συγχαρητήρια για τη μαγειρική της, βγήκαν τα ρετσέλια κι η κρέμα με τη μαστίχα, που ήταν δροσερή και χωνευτική. 
Έβραζε το παχύ γάλα με μισή κούπα ζάχαρη, νισεστέ διαλυμένο στο κρύο νεράκι και τα καλά κοπανισμένα πολύτιμα δάκρυα της μαστίχας που έδινε όλο της το άρωμα. Με διακριτικό τρόπο η Νικολέτα κοιτούσε τον κουνιάδο της που σιγοτραγουδούσε ευχαριστημένος.
- Τση καλάρεσε ο Μηνάς! Ευγενικός, καλοντυμένος, κύριος με τα ούλα του! Ένα χρόνο ήκαμαν σχέση και μετά την ηστεφάνωσε! 
- Αναμεταξύ αυτός ετοίμασε και το σπίτι που είχε. Έμεικε η Τριανταφυλλιά μόνη της  στο διαμέρισμα το δικό τους κι η μάνα με το νέο άντρα της πήγε μαζί του. 
Μοναχικό σπίτι με τρία δωμάτια, κληρονομιά από τον πατέρα του, που είχε μοιράσει δίκαια ο,τι είχε στους δυο γιους του. Ανακαίνισε την κουζίνα με νέα ντουλάπια κι αγόρασε όλα όσα χρειαζόταν η νοικοκυρά. Άλλαξε τις κουρτίνες, πήρε και κρεβάτι διπλό, βάφτηκε όλο με χρώματα ζεστά, τα πάντα με το γούστο της Ραλλούς που πήγε και κάποια δικά της μικροπράγματα κι έτσι ξεκίνησαν τη νέα τους ζωή. 





Σε ιδανική θερμοκρασία οι τυλιγμένες με πετσέτες μπύρες για να μη σπάσουν τα μπουκάλια στην κατάψυξη, ήταν απολαυστικές και τα ποτήρια τσουγκρίζονταν συνεχώς.
Η τσιροσαλάτα με λαδόξιδο, ψιλοκομμένο άνηθο και φρέσκο κρεμμυδάκι, τα τουρσί, τα τηγανητά μπουρεκάκια με λεπτό φύλλο και μπόλικο τυρί, τα αχνιστά μύδια με το μαϊντανό και το σκορδάκι, η ταραμοσαλάτα, τα πικάντικα τυριά, γέμισαν το τραπέζι της αυλής. Τριγύρω οι γλάστρες με τα μυρωδικά γέμιζαν τον αέρα ρίγανη, λεβάντα, μαντζουράνα, μέντα, δυόσμο και βασιλικό. Η Ραλλού έριξε μπόλικη φέτα στο μεγάλο σαχάνι, που έβραζαν οι γαρίδες στη σάλτσα με μια καυτερή πιπερίτσα και χαμήλωσε τη φωτιά. Όταν έλιωσε το σερβίρισε στο τραπέζι με το μεγάλο κουτάλι και συμπλήρωσε φρέσκο ζυμωτό ψωμί και τραγανές τηγανητές πατάτες.
Οι φίλοι του Μηνά απολάμβαναν περιποιήσεις και γεύσεις πρωτόγνωρες. Τα κουτούκια της πέρα γειτονιάς έχασαν την τακτική αντροπαρέα που πλέον πήγαιναν στο σπίτι του φίλου τους που ήταν ανοιχτό κι η αρχοντονοικοκυρά πάντα πρόσχαρη και καλοδεχτική. Κάθε Σάββατο έβγαιναν οικογενειακώς για κρεατικά στα κάρβουνα, όμως δεν άφηναν τον άντρα της να πληρώσει. Ήταν κέρασμα αγάπης, ευχαρίστησης κι εκτίμησης για τη Ραλλού που τους καλούσε τόσο συχνά για φαγοπότι. Τις Κυριακές  πήγαιναν απαραιτήτως κινηματογράφο, θέατρο, ή σε κάποια επίσκεψη. 
- Στο σπίτι δεν τσ' ήβρισκες ποτές αυτές τσι μέρες! Ούλο όξω ήβγαιναν! Τον ήστρωσε για τα καλά όπως εκείνη ήθελε, τον είχενε όμως και κορώνα στο κεφάλι τση! Σ΄ούλους πια ήλεγε που δεύτερη μέρα το ίδιο ρούχο δεν ήβαζε. Πουκάμισα, μπλούζες, κάλτσες, εσώρουχα, τα ήβανε για πλύση άμα τα ήβγαζε αυτός! Μετά τον ήδινε τα ωραία σιδερωμένα με την τσάκιση κι ήτουνε στην τρίχα άμα ήβγαινε! Και μέσα στο σπίτι ακόμα έτσι τον είχενε! Και να σ' ειπώ, οι γυναίκες των φίλων του ηζηλεύγανε που ήτουνε στα πάντα η πρώτη! Εκατό σταυροί την ημέρα ήκαμνε η Νικολέτα που τον ημάζωξε η νύφη κι ησύχασε κι αυτή κομμάτι... Αλλά είχενε πάντα τον καλό το λόγο και σ' εκείνη και τον άντρα τση που ήτονε πια συννυφάδα και κουνιάδος τση. Κάθε δεκαπέντε τσ' ητραπέζωνε, χώρια που ήπιναν τα καφεδάκια τως οι γυναίκες, χώρια τα ξαφνικά με τσοι ωραίοι μεζέδες... Καλή ζωή, πολύ καλή!
Βαρεμάρα δεν έδειξε ποτέ. Τα στρωμένα με άσπρη κόλλα ντουλάπια της κουζίνας ήταν φορτωμένα βάζα. Στη σειρά τα γλυκά κουταλιού και μαρμελάδες, τα σύκα που ξέραινε στον ήλιο και γέμιζε με καρύδι, παστέλι που μοσχοβολούσε μέλι καλό κι έλιωνε στο στόμα, τουρσί, ελιές που είχε με περίσσια υπομονή και κέφι τσακίσει, σαρδελίτσες παστές στο χοντρό αλάτι, όλα φτιαγμένα από τα χέρια της, βαλμένα με τάξη. Χώρια τα αλμυρά, χώρια τα γλυκά. Στο μεγάλο ψυγείο το ένα ράφι είχε κι αυτό όλα όσα χρειάζονταν για μια ξαφνική επίσκεψη. Λακέρδα, ντοματούλες άγουρες που είχαν "ψηθεί" στο ξύδι και γέμιζε με κάπαρη, μαϊντανό και μπόλικο σκορδάκι, βούτυρο με ψιλοκομμένη καυτερή πιπερίτσα, γιατί <Αθρώποι είμαστε και πες ότι δεν έχομε σαλάμια και τυριά που χαλνάνε κιόλας, μην έρτει μουσαφίρης πρωινός κι ηκαθίσει ως η ώρα δώδεκα και δεν έχεις κάτι για να τον ηβγάλεις ένα ουζάκι! Μήτε αν κοπιάσει απόγιομα κι ο ήλιος πέσει, να τον έχεις με καφέ και ρετσέλι...> 
Οι περισσότερες γυναίκες προσπαθούσαν να της μοιάσουν, αγοράζοντας έτοιμα ο,τι έβρισκαν. Καμία δεν είχε το μεράκι και την υπομονή της. Ένα φαΐ κι έξω απ' την πόρτα, άντε καμιά τυρόπιτα με φύλλο έτοιμο τις Κυριακές και τις γιορτές οι πιο καλοφαγούδες... Τηγανίτες, ρυζόγαλο και λουκουμάδες ήταν το συνηθισμένο γλυκό που γεύονταν οι φαμίλιες τους και τα παιδιά τρελαίνονταν τα Χριστούγεννα και τη Λαμπρή με τα μελομακάρονα, τους κουραμπιέδες και τα κουλουράκια που γέμιζαν ιδιαίτερη μοσχοβολιά το σπίτι. Σαν τα δικά της όμως, τίποτα δεν ήτανε! Με το μάτι και τη μυρωδιά ξεχώριζες ανάμεσα στις τόσες λαμαρίνες του φούρνου της Σμυρνιάς Ραλλούς τα αμέτρητα φοινίκια με τις στρωτές γραμμούλες, τους αμυγδαλωτούς κουραμπιέδες  πριν "Του Χριστού τη μέρα," τη στολισμένη βασιλόπιτα για την πρώτη μέρα του Νέου Χρόνου που ήταν η πιο σημαντική και τα κουλουράκια σε σχήμα βαρκούλας  που στολίζονταν δίπλα στα κόκκινα αυγά τις Άγιες Ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας και περίμεναν την Ανάστασή Του για να τα γευτείς. Κι αυτές οι περίτεχνες λαμπροκουλούρες και τα τσουρέκια με τη μαστίχα και το μαχλέπι που έβγαιναν με το μακρύ φτυάρι ζεστά  και λαχταριστά από το μεγάλο σκοτεινό θάλαμο, ήταν κόλαση! Δεν υπήρχε θρησκευτική γιορτή που να μη συνόδευαν τα πρέποντα γλυκά. Αξημέρωτα σηκωνόταν και ξεκινούσε τα ζυμώματα!
Στο μπουφέ είχε τα μπουκάλια με τα λικέρ. Ο,τι φρούτο αγόραζε το εκμεταλλευόταν, δεν άφηνε τίποτα να πεταχτεί. Μάζευε τα κουκούτσια, τις φλούδες, τα έπλενε προσεκτικά και τα άφηνε για βδομάδες στον ήλιο με κονιάκ ή καθαρό οινόπνευμα, ζάχαρη και μπαχάρια. Έβραζε τα άσπρα πανάκια που είχε ειδικά γι αυτή τη χρήση ν' αποστειρωθούν καλά κι όταν σούρωνε δυο και τρεις φορές το μυρωδάτο υγρό έβγαινε διάφανο με χρώμα έντονο. Ηρεμούσε λίγες μέρες στο μπουκάλι και σερβιριζόταν σε ωραία καράφα. 
- Βολή με το τουλπάνι δεν έχω, ούλο και κάτι περνάει μέσα... Πανί και πάλι πανί γι αυτή τη δουλειά!
Με το κραγιονάκι και τις φανταχτερές μπλούζες, τα πολλά χρυσαφικά που τη στόλιζαν, υποδεχόταν τους πάντες με χαμόγελο. Παρά τα επιπλέον κιλά που είχε πάρει και πολύ δυσκολευόταν να βρει ρούχα έτοιμα σε τόσο μεγάλο νούμερο που να της αρέσουν, ξεσήκωνε τα καλύτερα σχέδια από τις βιτρίνες και τα πήγαινε στη μοδίστρα. Πολύ παχιά, αλλά πάντα κοκέτα, την καμάρωνε ο άντρας της.
- Γιατί να μη σ' είχα γνωρίσει πιο νωρίς; 
- Το τυχερό ήτονε να σμίξουμε τώρα... Καλά θέλω να περνάς, να χαίρουμε κι εγώ κοντά σου! 
- Τα καλύτερά μου χρόνια ζω! Καρδιά δε μου κάνει να φεύγω από το σπίτι! Όλοι μου οι φίλοι με ζηλεύουν!
Αυτό ήταν το μυστικό κάθε καλονοικοκυράς στα μέρη της! Η ευχάριστη ατμόσφαιρα, το καλό φαγητό και η πάντα ωραία και περιποιημένη γυναίκα να έχει τον άντρα της στα πούπουλα! Αυτές ήταν κι οι συμβουλές που έδινε στην κόρη της, όμως δεν έδειχνε να πιάνουν τόπο δυστυχώς... Η Τριανταφυλλιά πήγαινε από προξενιό σε προξενιό και στο τέλος δεν γινόταν τίποτα... Μεγάλο καημό είχε η μάνα που έβλεπε τα χρόνια να περνούν και την κόρη της να ζει παρέα με τα αισθηματικά βιβλία... 
- Καμιά φιληνάδα σου ανύπαντρη δεν ήμεινε να βγείτε κομμάτι παραέξω; Να σ' ιδεί και κάνας άντρας που λέει ο λόγος παιδάκι μου πριν ημαραθείς σαν το πούλουδο, να σιάξεις κι εσύ τη ζωή σου... Μαζί μας να έρχεσαι ούλο όχι ηλέγεις, στα τόσα χρόνια πέντε για έξι φορές στο κέντρο ήρθες... Οι τέσσερις τοίχοι που τσ' ήφαγες πια απ' την πολύ πάστρα και το τρίψιμο ούλη την ώρα λες κι είναι με τσι μουτζούρες σ' ηβλέπουνε μονάχα και μια στάλα ο ήγιος* άμα υπάγεις στα ψούνια τσ' ημέρας! 
Ο Μηνάς πέθανε μετά από πολύχρονη ασθένεια στα ογδόντα του χρόνια, αφήνοντας το σπίτι στη Ραλλού που τον έκανε νοικοκύρη και τον κοίταξε μέχρι την τελευταία του ανάσα. 
- Η Νικολέτα δεν ήβγαλε μιλιά... Τσ' είχε γράψει το εξοχικό που αγόρασε με την αποζημίωση που τον ήδωκαν απ' την παλιά, την άλλη του  δουλειά τότενες κι είχενε σιάξει τα δυο μικρά καμαράκια, κι ηπάγαιναν για παραθερισμό πολλά χρόνια. Παιδιά σκυλιά δεν είχενε, αυτή μια ζωή τον κοίταζε που ήτονε μπεκιάρης, ένα ξερό κορμί κι άμα δεν την ήπαιρνε θα τσ' ήφηνε  και το άλλο. Δικαιωματικά βέβαια το ήγραψε τση γυναικός του... 
- Και παράδες την άφηκε συμπεθέρα! Κρυφό λογαριασμό είχε που δεν ήξευρε μήτε ο αδερφός, μήτε η νύφη του τίποτις! Αμ πως θαρρείς επήρε και το άλλο διαμέρισμα, ε; Σε λέει άμα φύγω κι εγώ, μόνη της θα μείκει η κόρη μου, να νοικιάζει και να έχει εισόδημα κάθε μήνα να περνάει, χώρια τοις τόκοι που θα παίρνει βέβαια! Με τη σύνταξη που της άφηκε μια χαρά τα φέρνουνε βόλτα! Χώρια που απέ την αρχή την έδινε ούλα τα λεφτά στα χέρια της κι έκαμε εκείνη το κουμάντο. Και την Τριανταφυλλιά έδινε παράδες και την ψούνιζε για το σπίτι, έκαμνε και και λούσα της... Η Νικολέτα στάθηκε τυχερή, γιατί έτσι κατάκοιτος στο κρεβάτι που έμεικε πέντε χρόνια, αυτή θα έπρεπε να τον νταντεύει...
- Βέβαια, πολύ τυχερή κι ας ήλεγε στην ξαδέρφη τση καμιά φορά ότι τον μασουλάνε μάνα και κόρη... Και την έγνοια του δεν ήθελε, το παραδάκι όμως... Με είχε πετάξει αυτή κάνα δυο κουβέντες, με τρόπο βέβαια, μα τσ' είπα ότι είναι το πρέπον να τα δίνει τση γυναικός του... Σερσέμω είμαι να μη καταλάβω πως ήτονε τση αλληνής λόγια; Μπρε τη Ραλλού... Καλά θα ήτονε να την είχε παντρέψει, να είχενε την κόχη τση μ' έναν άθρωπο... Ακόμα έχει ελπίδες μπας κι ηβρεθεί γαμπρός... Κι εδώ που τα λέμε, άμα πει αυτή το ναι, ούλο και κάνας μεσήλικας θα φανερωθεί... 
- Ναι για! Αμά να σε πω, κομματάκι δύσκολο με φαίνεται τώρα πια, μακάρι όμως... Βέβαια, άμα η γυναίκα θέλει να παντρευτεί, θα βρει το γαμπρό! Είδες η μάνα της πως επήρε τρεις άντριδοι; Μήτε στο νυχάκι της δεν την έμοιαξε η κόρη μπρε παιδί μου... Και να πεις που ήτουνε καμιά χαμένη; Μια χαρά κοπέλα, γράμματα ξεύρει, εμφανίσιμη, καλοπροικισμένη, νοικοκερά, τον καλύτερο θα έπρεπε να είχε πάρει! 
- Μ' αυτόν τον καημό θα φύγει η μάνα τση... Κρίμας είναι...
- Τι να πεις... Θυμάμαι τη Γεσθημανή που έκαμνε τα προξενιά στις μεγαλοκοπέλες... Αυτή την χρειαζούτανε, να την κουκούλωνε μάνι μάνι!
- Γνωστή σας ήτουνε;
- Βέβαια, καλή γειτόνισσα, δε ζει πια... Χωρατατζού, πες και γέλα, συντρέχτρα, νοικοκυρά, καλής καρδιάς γυναίκα... Σαν τώρα τη βλέπω μπροστά μου με την κουτάλα στο χέρι... 







Σιστάρισμα - Νοικοκυριό 

Ήγιος - Ήλιος

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Ούλα τα καλά σ' αξίζουνε άντρα μου!


Τα καυτά φιλιά που του έδινε η Ραλλού κρατώντας την ανάσα της για να μην αηδιάζει από τη βαριά μυρωδιά του, είχαν τρελάνει τον Κωτσή.
- Κι εγώ σ' αγαπώ αλλά δεν ημπορούμε να προχωρήσουμε... Και να, ήθελα να σ' ειπώ ότι σήμερα είναι η τελευταία φορά που βλεπούμαστε...
- Γιατί; Σήμερα αρχίζουμε τη ζωή μας μαζί, θα σε στεφανώσω!
- Να, υπάρχουν πράματα για μένα που δεν τα ξεύρεις... Δεν είμαι κορίτσι... Είχα παντρευτεί πριν λίγα χρόνια αλλά ο άντρας μου βγήκε σκάρτος... Έχω κι ένα παιδάκι, κορίτσι είναι, με τη μάνα μου μένει το πιο πολύ...
Ο Κωτσής ξαφνιάστηκε. Ξαναμμένος από τα χάδια της, έχοντας πιει και μπόλικο ούζο για να πάρει θάρρος, νόμιζε ότι τα άκουγε σαν σε όνειρο. Γάμος, διαζύγιο και παιδί; 
Η Ραλλού κατάφερε να κλάψει ψεύτικα βέβαια, κάνοντάς τον να νιώθει τύψεις.
- Έδιωξα ούλα τα προξενιά που μ' ήστειλαν... Με γυρεύουνε πολλοί που ήμαθαν για την ατυχία μου κι η μάνα μου με ζορίζει πολύ... Γραφιάδες, αξιωματικοί, από μεγάλα τζάκια! Με λέγει που πρέπει να σιάξω τη ζωή μου, επειδής είμαι νέα.  Αλλά εγώ απέ τη μέρα που σ' ηγνώρισα, μυαλό για άλλον άντρα δεν έχω... Εσύ δεν ήξευρες τίποτις κι αγάπησες εμένα, την κόρη μου όμως... 
Το παραμύθι που του πούλησε το πίστεψε ο αθώος Κωτσής. Αφού τέτοιοι άνθρωποι τη θέλουν κι ας είναι χωρισμένη και με παιδί, γιατί να μη την πάρει αυτός να τον ζηλεύουν οι άλλοι; 
- Εγώ γράμματα πολλά δεν ηξεύρω... Παιδάκι ήρθα απ' το χωριό κι ηγίνηκα παραγιός του θείου μου... Οι γονιοί μου στα χωράφια δουλεύανε και τ' αδέρφια μου, αμά εγώ πρόκοψα πιο πολύ! Ήμαθα τη δουλειά κι ηγίνηκα ο πρώτος εδώ πέρα. Άμα σχωρέθηκε ο θείος, με τσοι παράδες που είχα μαζώξει ήδωκα μπροστά κι είχα μερτικό απ' το μαγαζί. Με τη δούλεψή μου ήβγαλα και τα υπόλοιπα, ηγίνηκε το μισό δικό μου. Εκεί πλάγιαζα κι ήτρωγα. Τα παιδιά του δεν το κράτησαν, ήκαμαν τη μεγάλη ζωή κι έτσι το πουλήσανε. Με τοις παράδες ήκαμαν γραφείο, μεγάλοι και τρανοί ηγινήκανε! Με ήδωκαν όσα μου ήπρεπε, αδικία δεν ήκαμαν. Τυχεροί ούλοι ήμασταν γιατί ήπιασε φωτιά ένα βράδυ κι ηγίνηκε στάχτη! Παράδες άλλοι να το σιάξει απ' την αρχή δεν είχενε αυτός που το πήρε, τα είχε ρίξει στην αγορά του. Αυτό εδώ το μαγαζί απέ μια τρούπα το ξεκίνησα με λίγα πράματα κι άμα ηπιάστηκα το μεγάλωσα. Στη μπάνκα έχω παράδες μπόλικοι που θα πάρω σπίτι για να ζήσω με τη γυναίκα που θα πάρω και τα παιδιά μας! Γιατί θα στεφανωθούμε και θα κάμεις κι άλλο παιδί μαζί μου, ε; Όχι παιδί, παιδιά πολλά, να γιομίσει το σπίτι απ' τσι φωνές τους! 

Οι γονείς και τ' αδέρφια του ξεκίνησαν πόλεμο. Καβγάδες και φασαρίες καθημερινά, μπλέχτηκε και το υπόλοιπο σόι μήπως και του αλλάξουν μυαλό. Σε καμία περίπτωση δε μπορούσαν να δεχτούν ότι ο ακόμα ανύπαντρος  γιος τους που τον ήθελαν οι καλύτερες κοπέλες του χωριού, τίμιες κι αγνές, θα έπαιρνε γυναίκα από δεύτερο χέρι και με παιδί. Δεν του άξιζε τέτοιος γάμος. Ο μεγάλος του αδερφός ρώτησε κι έμαθε για τη Ραλλού κι η κατάσταση χειροτέρεψε... 
- Το φίλο του αρρεβωνιάρη τση που απόθανε πήρε! Το χώμα που τον σκέπασε ακόμα φρέσκο ήτουνε κι αυτή τον ηκαπάρωσε! 
Χαμένα τα είχε ο Κωτσής. Η λογική του έλεγε ότι έπρεπε να τους ακούσει και της ζήτησε το λόγο για όσα ακούγονταν.
- Ούλα τα αρνήθηκε αυτή! Τον Τίμο ήθελε να πάρει είπε, αμά η μάνα τση την ήδινε το σχωρεμένο! Τελικά είχε δίκιο κι ήφταιγε που δεν την ήκουσε κι ηκακόπεσε με δαύτονε! Και τον ήκαμνε εκβιασμό που θα πάρει ένα συμβολαιογράφο νέο κι έμορφο, που η φαμίλια του την ήθελε πολύ! Γιατί εκείνοι δεν ήντουσαν χωριάτες, μα αθρώποι μορφωμένοι με άλλα μυαλά που δεν ήδιναν σημασία σε τέτοια πράματα. Κι άμα είχενε στην πλάτη τση γάμο και παδί καθόλου δεν τσ' ήνοιαζε, εκείνη ήθελαν που ήτουνε γυναίκα ωραία, καλή και νοικοκερά. Με τα πολλά που τον ήκαμνε, να κι αυτός σώγαμπρος στο σπίτι! Περιποιήσεις, φαγιά, ρούχα πλυμένα και σιδερωμένα κάθε ημέρα, σα γαμπρός ηπήγαινε στο μαγαζί! Ήβγαινε με το πούλουδο στο πέτο, ήβαλε κι έναν ακόμα μικρό στο μαγαζί κι ούτε ήπιασε ποτές ξανά τσι ρέγγες και τσι σαρδέλες στα χέρια του! Μόνο στο μπεζαχτά* που μέτραε τσοι παράδες και τσ' ήδινε μπόλικοι να ετοιμάσουνε το γάμο! 
Έξι μήνες ήταν αρκετοί για τον συνηθίσει και να τον αγαπήσει η μικρή Τριανταφυλλιά. Το σπίτι της γιαγιάς ήταν γεμάτο με ο,τι λαχταρούσε η παιδική ψυχή της! Ο φούρνος έψηνε καθημερινά λαμαρίνες με πίτες που τα φύλλα τους ήταν γεμισμένα με πολλών ειδών τυριά κι αλλαντικά, που μοιράζονταν απλόχερα ακόμα και στις γειτόνισσες. Ο Κωτσής, ορμηνεμένος από τη μάνα της, γύριζε  το βράδυ με τα χέρια πάντα γεμάτα. Και ζηλευτά γλυκά και παιχνίδια κι ωραία ρούχα που είχε από πριν διαλέξει η Ραλλού. Έτσι το κοριτσάκι δεν άργησε να τον συμπαθήσει. Στο μεταξύ ο πατέρας της είχε μπλεχτεί με μια πολύ μικρότερή του κι επειδή οι γονείς της δεν τον ήθελαν την είχε πάρει μακριά και συζούσαν. Ντροπή μεγάλη τότε, να ζει μαζί ζευγάρι αστεφάνωτο και πού να τολμούσε εκείνος να γυρίσει που θα τον ξέσχιζαν οι δικοί της! Η Ραλλού έτριβε τα χέρια της από χαρά που δε θα τον είχε στα πόδια της, να βάζει λόγια και στο παιδί τους. 
Ο γάμος έγινε χωρίς κανείς από τους δικούς του να παρευρεθεί κι οι νιόπαντροι πήγαν στο δικό τους σπίτι. 
Ο Κωτσής χαλάλισε πολλούς παράδες για να στεγάσει τον έρωτά του με τη γυναίκα που πήρε και καμάρωνε. Ωραία έπιπλα, κάδρα, ασημικά, χαλιά, όλα βαλμένα με τάξη. Γούρλωσε τα μάτια όταν είδε τα μεταξωτά σεντόνια στο κρεβάτι που ξάπλωσαν. 
- Πω πω πω! Μήτε στον ύπνο μου δεν είχα ιδεί τέτοια πράματα!
- Ούλα τα καλά σ' αξίζουνε άντρα μου! Άμα είχες πάρει καμιά απ' αυτές που σ' ηπροξενεύγανε, στην κακομοιριά θα σ' είχενε!
 Η μικρούλα τους πρώτους μήνες κοιμόταν στη γιαγιά, τάχα για να χαρεί το αντρόγυνο ξένοιαστο το μέλι του γάμου. Η αλήθεια ήταν βέβαια ότι το κοριτσάκι μέσα στο σπίτι τους θα έβαζε αμέσως το γαμπρό μπροστά στις ευθύνες του κι ήθελαν να το αποφύγουν με κάθε τρόπο. Τα είχαν συμφωνήσει μάνα και κόρη όταν τον διπλάρωναν. Με τον Κωτσή σχεδόν όλη μέρα στο μαγαζί, η Ραλλού έπαιρνε την Τριανταφυλλιά από το σχολείο που την πήγαινε η γιαγιά κάθε πρωί και περνούσαν τις υπόλοιπες ώρες μαζί. 

- Βάλε την κυρία Μαρίκα απέ τσι καβουρμάδες που ήφερα σήμερα και την κυρία Σουλτάνα τα φασούλια τα βραστερά! Τα άλλα που θέλουνε εγώ θα τσοι τα δώκω! Χα χα χα! Δεν το ξεχνάω μπρε συμπεθέρα που επήγαμε κείνη τη μέρα να ψουνίσουμε! Τυποδεμένος* και καθαρός με τις άσπρες κάλτσες και το γελέκο του! Κι άμα ο μικρός δε μπόραγε να βγάλει το βαρέλι από πίσω κι ο άλλος εξυπερετούσε τον κόσμο όξω, έβανε τη μακριά ποδιά να βοηθήσει μη και λερώσει τα ρούχα του και τον φωνάζει η Ραλλού που βρομάει! 
- Τον είχενε στρώσει όπως ήθελε αυτή! Ούλη την ώρα στο μπάνιο τον ήχωνε και τη βδομάδα μια φορά στο χαμάμ! Χα χα χα! Τίποτις δεν έχω μπρε γυναίκα, καθαρός είμαι την ήλεγε, αμά εκείνη δεν ήθελε να ξαπλώνει μαζί τση άπλυτος! Μα τα χέρια μου ήπλυνα, το μούτρο μου σαπούνισα, το χαβά τση αυτή! Μπουκάλια τον ήπαιρνε τσι κολόνιες απέ το μυροπωλείο και τον ήλουζε απέ πάνου ως κάτου! Η αλήθεια ηγίνηκε αγνώριστος κι άμα ήβγαινε ούλοι τον κοιτάζανε καλά καλά! Τση δουλειάς του τα ρούχα τα ήδωκε πλυμένα στσι κατσιβέλες, μήτε να τα ιδεί πια δεν ήθελε! Στσι βολτέτζες με το κουστούμι του, ηκαμάρωνε κι αυτή δίπλα του κι ήλεγε σε ούλοι που ο άντρας τση είναι μεγαλέμπορος! Ήβγαζε πάντως λίρες με ουρά, έτσι ήκαμαν περιουσία! 
- Καλά που τον είχανε δώκει νωρίς και τα χωράφια οι γονιοί του να λέγεις και μάζωξε πιο πολλά! Έτσι που γινήκανε άστα να πάνε... Θα τον αποκληρώνανε που τήνε πήρε! Κι άλλοι τότες κάμανε τα ίδια στα παιδιά τους και στο τέλος παρατούσανε τις κοπέλες μη και χάσουνε σπίτια και χωράφια...
Με τα χρόνια χαλάρωσε λίγο η Ραλλού. Κακά τα ψέματα, με τέτοιο μαγαζί που δεν προλάβαινε να πουλάει ολημερίς και τα σακιά και τα βαρέλια πηγαινοέρχονταν συνεχώς, ο άντρας της δε μπορούσε να μη συμμετέχει. Του έθεσε όμως τον όρο όταν κυκλοφορούσε έξω να φοράει πάντα τα ρούχα που του ετοίμαζε. Η "στολή εργασίας" που δεν υστερούσε και πολύ σε γούστο, ήταν μόνο για μέσα στο μαγαζί. 
Το σόι του πεισμωμένο δεν πάτησε ξανά. Μια φορά που πέρασε η αδερφή του να τον δει την καλοδέχτηκε αλλά εκείνη πάγωσε όταν είδε τη Ραλλού όρθια στο μικρό καμαράκι να την κοιτάζει με βλέμμα μοχθηρό. Είχε πάρει κι αρκετά κιλά από την καλοφαγία, ήταν και ψηλή γυναίκα κι όταν μίλησε ακούστηκε η φωνή της βροντερή κι αυταρχική. 
- Το βράδυ να μην αργήσεις Κωτσή, έχομε βίζιτα! Ούλος ο καλός κόσμος θα έρτει πάλι στο σπίτι μας! 
Σπόντα για να διώξει την αδερφή του ήταν. Να καθυστερήσει δε μπορούσε, έπρεπε να ετοιμάσει τα τραταμέντα.
- Η μάνα τση ήτουνε απ' το πρωί χωμένη στην κουζίνα κι ήστηνε το τραπέζι τση σάλας. Μακάριζε την τύχη τση κόρης τση που είχε του κόσμου τα αγαθά κι ένα τόσο καλό σύζυγο. Κείνη τη μέρα θα αριβάριζε η Καλλιρρόη με τα παιδιά και το γαμπρό τση κι ήθελαν να τσ' ηκάμουνε εντύπωση! 
Νωρίς το πρωί την είχε συναντήσει στο φούρνο η Μαρίκα και παραξενεύτηκε που αγόρασε τόσα καρβέλια.
- Μουσαφιρλίκια έχει η κόρη μου Μαρικάκι! Πάρε τη συμπεθέρα σου και περάστε!
Πολιτικός Μηχανικός ο γιος της Σουλτάνας, μορφωμένος πολύ κι ο άλλος γαμπρός της Μαρίκας, ήταν πάντα καλοδεχούμενες στο σπίτι της Ραλλούς. Ο Κωτσής τις είχε σε μεγάλη εκτίμηση, πάντα υποκλινόταν στους ανθρώπους που ήξεραν πολλά γράμματα και στους γονείς τους φυσικά. Καμάρωνε για τον κύκλο της γυναίκας του, το ωραίο τους σπίτι που έλαμπε από πάστρα χάρη στην αξιοσύνη της και τη βοήθεια της πεθεράς του και μακάριζε την τύχη για τη νέα του ζωή.
- Όταν γύριζε κι ήβγανε τα ρούχα του κι ηπλενούντανε, τον είχε έτοιμη τη ρόμπα και τσι παντούφλες! Τέτοια περιποίηση για κείνον που δεν τα ήξευρε αυτά, μήτε που θα μπορούσε να τη φανταστεί! Το παιδί ήμενε πια μαζί τως και τα βράδια κι η αλήθεια τον είχενε αγαπήσει πολύ!
- Να τον κάμεις κι ένα δικό του παιδάκι μπρε κόρη μου, κρίμας είναι! Θα σ' ιδεί αλλιώς και το σόι του...
- Σιγά μη τον κάμω! Να λωλαθεί μαζί του που θα είναι αίμα του και να χάσει η Τριανταφυλλιά μας τα χάδια και την περιουσία; 


Τα χρόνια περνούσαν κι αυτός ήταν ο μόνος καημός που έτρωγε τα σωθικά του Κωτσή. Η πανέξυπνη Ραλλού είχε λάβει τα μέτρα της κι έριχνε με τρόπο το φταίξιμο σ' εκείνον. Ορμήνεψε και το παιδί που τον φώναζε μπαμπά κι έπεφτε στην αγκαλιά του με φιλιά και χάδια.
- Δεν πειράζει άντρα μου, εμείς να είμαστε καλά! Εγώ παιδιά κάμω, αλλιώς δεν θα είχαμε το κορίτσι μας! Και να μην το είχα, πάλι θα σ' ηγάπαγα και χωρίς εσένανε δε θα ζούσα! Άλλη γυναίκα αν είχες πάρει, δε θα σ' ηκράταγε βέβαια... Κι εγώ μπορεί να μη σ' ηλέγω τίποτις, αμά έχω καημό μεγάλο μέσα μου... Θαρρείς που δεν ήθελα να ήκαμνα κάνα δυο παιδιά ακόμα, να γιομίσει το σπίτι μας; Αλλά, τι να γένει, αυτά είναι απ' αλλού, συ να είσαι καλά τζάνουμ*. Ούλα τυχερά είναι στη ζωή και δεν είναι στο χέρι μας πάντα να κάμουμε αυτό που θέλουμε... Να λέγεις πάλι καλά που βρήκες κόρη έτοιμη, να σ' ηδώκει κι ένα ποτήρι νερό. Πολλή αγάπη σ' έχει, μη σ' ειπώ που πιο πολύ εσένα έχει αδυναμία παρά εμένανε! Θα σ' ηκάμει κι αγγόνια, θα βγάλει και τ' όνομά σου και θα έχομαι διπλό το χαιρέτι!* Εκεί να ιδείς γλέντια και χαρές πασά μου! Την υγειά μας να έχομε μόνο, αυτό να λες! 
Η ψυχή του γλυκαινόταν όσο την άκουγε...
- Μπαμπά μου λέγει και η ψυχή τση τρέμει! Τον άλλονε το χαϊρσίζη μήτε που τόνε βάζει ο νους τση... 
Με τη σκούπα τον απείλησε η μάνα της όταν τόλμησε να φτάσει στο κατώφλι της για να δει το παιδί του. 
- Ο μαχαλάς στο ποδάρι ησηκώθηκε απ' τσι φωνές κι ο Τίμος ηγίνηκε καπνός μη και τον ήριχνε τίποτις στο κεφάλι! Πού να σκεφτεί να πάει ξανά!
Όταν παρακολούθησε την πρώην σύζυγο που είχε βγει βόλτα με το κορίτσι για θαλασσινό αέρα και παγωτό κι έκανε νόημα στη μικρή να πάει κοντά του, η Ραλλού μπήκε μπροστά με σθένος και του απέκλεισε κάθε επαφή.
- Να πας με τη μικρή που ξελόγιασες και να σ' ηκάμει άλλο παιδί! Πόσο καιρό είχενε η κόρη μου να ιδεί τον παρά σου, ε; Πατέρας τση δεν είσαι συ μα αυτός που τήνε κοιτάζει! Το καλύτερο σκολειό πλερώνει κι ούλα τα καλά έχει! Μαγαζί - σπίτι είναι, όχι σαν ελλόγου σου που ήτρεχες πίσω απ' τσι ποδόγυροι! 
Ησύχασε κι απ' αυτόν... Παντρεύτηκε την κοπέλα που είχε κλέψει με την απειλή των γονιών της κι απέκτησε νέα οικογένεια. 
- Οι γονείς και τ' αδέρφια του Κωτσή δεν ηχώνεψαν ποτέ που ήτουνε κουσουράτος! Ηντρεπούσαντε τον κόσμο που η κοιλιά τση Ραλλούς δεν ηφούσκωσε ξανά. Καλό θα ήτουνε να είχενε παιδί δικό του, μη πάνε τα κόπια του αμόντε* στο ξένο αίμα... Αυτή πάλι πανέξυπνη, τον ήβαλε κι ήγραψε στ' όνομά τση και στση κόρης τση το βιος του! Τον είπε μια μέρα που ήτουνε στα τρυφερά μαζί του, <αθρώποι ήμαστε και δεν ηξεύρουμε τι μας συμβαίνει, μη και βρεθούμε στσι δρόμοι καμιά ώρα... Μπορεί κι εγώ να υπάγω στο ταξίδι μου πρώτα, η έγνοια μ' ητρώγει να έχω το παιδί ηξασφαλισμένο!> Κι όσο ήβαζεν και τον εαυτόν τση μέσα, ούλο ξύλο ηχτυπούσε... 
Η Τριανταφυλλιά είχε φτάσει στα δεκαεπτά της χρόνια όταν ερωτεύτηκε ένα γόη του μαχαλά. Ανεπρόκοπος κι από οικογένεια που δεν είχε καλό όνομα, βρήκε αντίθετους τη μητέρα της και τον Κωτσή. Πρώτη φορά έζησαν τέτοια ταραχή στο σπίτι.
- Την προίκα σου ήβαλε στο μάτι ο χαϊρσίζης, φύγε μακριά! Η τύχη σου δεν ηφανερώθηκε ακόμα!
- Εγώ τον θέλω και με θέλει! Άτυχος είναι, όχι τεμπέλης!
Η μια φασαρία πάνω στην άλλη... Η νεαρή ερωτευμένη είχε βρει τη λύση, να τον έπαιρνε ο Κωτσής στο μαγαζί κι αργότερα θα γινόταν δικό τους. Ο γόης ενθουσιάστηκε όταν το άκουσε κι όταν τόλμησε εκείνη να το πει στους γονείς της, έγινε χαμός! 
Τα νέα δεν άργησαν να φτάσουν από στόμα σε στόμα παντού. Εκείνος καμάρωνε που βρήκε νύφη με προίκα τρανταχτή, παράτησε και τις δυο κοπέλες που σχετιζόταν παράλληλα κι έπεσε κατευθείαν στο μέλι. Τριανταφυλλιά, Ραλλού και Κωτσής, έγιναν μαλλιά κουβάρια... 
- Όταν ηπήρε τα μούτρα του να υπάγει σπίτι να την ζητήξει, με τσι κλωτσιές τον ήδιωξαν! Καλά που δεν την είχε "χαλάσει" να λέγεις και τον ήδωκαν το πανί του... 
Πέρασε τρία μαρτυρικά χρόνια η οικογένεια μέχρι να ξεκαθαρίσει το μυαλό της. Ο Κωτσής παραπονιόταν συχνά για δυνατούς πόνους στην κοιλιά που γιατροπόρευε κάνοντας εντριβές με ζεστό λάδι και πίνοντας μαντζούνια. Όταν διπλώθηκε στο μαγαζί κι έχασε τις αισθήσεις του, τον πήγαν στο νοσοκομείο αλλά ήταν πλέον αργά... Ανεύρυσμα που θα μπορούσαν να το είχαν προλάβει... 
- Τον ήσπασε άξαφνα το σουληνάκι στην κοιλιά του και πάει ο χριστιανός... 

Ραλλού και Τριανταφυλλιά κλείστηκαν στο σπίτι θρηνώντας το χρυσό άνθρωπο. Κάποια στιγμή το μαγαζί άνοιξε πάλι κι οι δυο τους έκαναν το κουμάντο.
Το "φευγιό" του χαροποίησε τον προικοθήρα που πίστεψε ότι ο δρόμος άνοιξε κάπως χωρίς την παρουσία του πατέρα. Τις πλησίασε για παρηγοριά και βοήθεια, η μάνα όμως τον έστειλε από κει που ήρθε ξανά. Η κόρη όμως που δεν είχε γνωρίσει άλλον άντρα, δεν ήθελε και πολύ για να κολλήσει πάλι πάνω του. Καινούργιες φασαρίες, μούτρα και κλάματα. Όπου έβρισκε την έστηνε αυτός κι όλο νοήματα της έκανε, ραβασάκια έστελνε... Δε μπορούσε όμως ν' απομακρυνθεί από τη μάνα που δεν ξέφευγε ούτε στιγμή το βλέμμα της. Η μελαγχολία άρχισε να μαραζώνει το δροσερό της προσωπάκι...
Οι δυο βοηθοί του μαγαζιού την έβλεπαν να κοιτάζει τη μεγάλη μαχαίρα και να γυαλίζουν τα μάτια της.
- Κυρά μου, η κόρη σου δεν είναι καλά... Πρόσεχέ την μη κι ηκάμει κάνα κακό... Να την πάρεις και να φύγετε, να ξεχάσει... Εμείς το μαγαζί σαν τα μάτια μας θα το προσέχουμε, μη σκας και μη σεκλετίζεσαι... 
- Εύκολο πράμα δεν είναι αυτό... Δεν είναι μια βδομάδα, άιντε δέκα μέρες να σ' ειπώ ναι... 
- Όσο χρειάζεται κυρά μου, το κορίτσι σου να γίνει καλά μόνο! 
Η λύση στο πρόβλημα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Από δω τα έφερνε, από κει τα πήγαινε, άκρη δεν έβγαζε... Η πρόταση της νύφης της, γυναίκας του αδερφού της που ήταν εξ Αθηνών, φάνηκε λογική.
- Να την πάρω μαζί μου! Θα πάω με τη μητέρα μου την άλλη βδομάδα να δούμε τους δικούς μας, θείους, ξαδέρφια... Πάντα λαχταρούσε να δει την Ελλάδα, να δεις που θα την καταφέρουμε! 
Με το ζόρι την έστειλε. Γέμισε τις βαλίτσες της με τα καλύτερα ρούχα και το πορτοφόλι της λεφτά, να έχει να ψωνίζει ο,τι θέλει. 
- Το πρώτο που ήκαμε άμα ήφυγαν, υπήγε στο σπίτι αυτουνού κι ηγίνηκε μεγάλο πατιρντί! Μέχρι και στον καδή* τσ' είπε που θα τρέξει κι αυτοί που είχανε από παλιά προβλήματα με το νόμο να πούμε, ήβαλαν την ουρά στα σκέλια... 
- Τα θυμούμαι συμπεθέρα! Πόσες φορές είχανε βάλει το μπαμπά του στα σίδερα από τις απάτες που έκαμνε... Μπρε δε λες που γλύτωσε η κοπέλα τότενες, μαύρη ζωή θα πέρναγε με δαύτον!
- Κι εδώ που τα λέμε, της ήκοψε και την τύχη τότες αυτό το πράμα... Κάμποσοι που την ήστειλαν προξενιές, για το συμφέρον μοναχά το ήκαμαν...
- Ναι, ναι... Άμα πια ήρτανε στην Ελλάδα, πατημένα τα είχε τα τριάντα... Ο ένας την ξίνιζε κι ο άλλος την μύριζε! 
- Η μάνα όμως, δεν ήχασε τον καιρό τση! 
Μόλις κατέφθασαν, η Ραλλού εξομολογήθηκε τις σκέψεις της στις συμπεθέρες.
- Το σπίτι για να στεριώσει θέλει έναν άντρα! Μονάχες μας δυο γυναίκες στον ξένο τόπο,  χωρίς προστασία, πράμα πολύ δύσκολο είναι... Πέφτουμε κι ησηκωνόμαστε με το φόβο...
Σουλτάνα και Μαρίκα κατάλαβαν ότι ήταν έτοιμη να ψάξει για τον τρίτο υποψήφιο γαμπρό...










Μπεζαχτάς - Το συρτάρι που έβαζαν τα λεφτά, το ταμείο

Τυποδεμένος - Περιποιημένος 

Τζάνουμ - Καλέ μου 

Χαιρέτι - Ονομαστική γιορτή 

Αμόντε - Άδικα, χαράμι 

Καδής - Δικαστής

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Η Ραλλού



Το άλμπουμ με τις παλιές, κιτρινισμένες φωτογραφίες, ήταν ανοιχτό πάνω στο μικρό καναπέ. 
- Θυμάσαι τη Ραλλού μπρε συμπεθέρα; Εδώ διες τη, με τον ταφτά το μπλε και την καπελίνα με το φτερό! Ήτουνε τη μέρα που αγιάζανε τα νερά κι είχαμε πάει στο μαλεμπιτζίδικο μετά...
Η Μαρίκα ήπιε μια γουλιά λικέρ και κούνησε το κεφάλι γελώντας. 
- Άμα σε πω που την είδε η κουνιάδα μου στην εκκλησία την περασμένη Κυριακή! Καλά που με το θύμησες! 
- Τι με λέγεις! Βαστιέται καλά, τη μίλησε;
- Μια χαρά είναι σε λέει! Με το καμηλό παλτό και μια καρφίτσα μεγάλη, ίσια με το πιατάκι του καφέ! Την είπε που ήκαμε τάμα μια λαμπάδα στη Χάρη Τση για την τύχη τση κόρης τσης... 
- Ακόμα δεν παντρεύτηκε η Τριανταφυλλιά; Τι κακό κι αυτό, μια χαρά κοπέλα... Τώρα πια, την επήρανε τα χρόνια...
- Εμ... Δεν ήμοιαξε τη μάνα τση βλέπεις που ήκαμε τρεις γάμοι τον ένα πίσω απέ τον άλλο... 
- Α πα πα! Για θυμήσου μπρε συμπεθέρα... Ήτουνε κοπέλα μικρή τότες που πέθανε ο αρρεβωνιάρης της... Και στα σαράντα του μακαρίτη εγνώρισε τον Τίμο, τον πρώτο της άντρα! Κι άμα τον έχασε κι αυτόν, πήρε το δεύτερο, τον Κωτσή! 
- Ενθυμούμαι, πως δεν ενθυμούμαι... Πράμα αρσίζικο ήτουνε! Ηβούηξε ο κόσμος τότενες με τα αρρεβωνιάσματα και καπάκι το στεφάνωμα!
Η Σουλτάνα γέμισε ξανά τα ποτηράκια με το βαθυκόκκινο λικέρ κι οι μνήμες άρχισαν να ζωντανεύουν ξανά... 

Είκοσι χρονών ήταν η Ραλλού όταν συνάντησε τον όμορφο νέο στο βαποράκι. Με την οικογένειά της πήγαιναν στο Μπουρνόβα, να περάσουν λίγες μέρες στο εξοχικό της πλούσιας ξαδέρφης του πατέρα της. Η παρέα των νέων με τις κιθάρες γελούσε κι έριχνε κλεφτές ματιές στις κοπέλες που κρατούσαν τα μάτια χαμηλά φοβούμενες τους γονείς τους. 
Το δίπατο σπίτι της θείας ήταν έτοιμο να τους υποδεχθεί. Η νεαρή κοπέλα που έκανε τις δουλειές, είχε γεμίσει τα βάζα σε κάθε δωμάτιο με μυρωμένα λουλούδια από τον κήπο και είχε στρώσει το τραπέζι στη σκιερή πλευρά, κάτω από το μεγάλο δέντρο. 
Όλων των ειδών τα φρέσκα φρούτα και πολλά γλυκά στις ωραίες άσπρες φαγιάντσες, κι οι κανάτες γεμάτες σπιτική λεμονάδα για να τους δροσίσουν.
 Η ζεστή ακόμα μπουγάτσα με τα τραγανά φύλλα μοσχοβολούσε καλό φρέσκο βούτυρο, γάλα κατσικίσιο, βανίλια και τριμμένη κανέλα. Στριφτές πιτούλες γεμισμένες με λιωμένα κεράσια, γάλα, ζάχαρη και νισεστέ πασπαλισμένες με γλάσο και κομμάτια του φρούτου, τους ενθουσίασαν με την πρώτη μπουκιά. Τα μικρά κουλουράκια με μπόλικο ξύσμα πορτοκαλιού κι η λεμονόπιτα που ήταν σιροπιασμένη όσο έπρεπε για να μη λιγώνει, τα μπισκότα ντυμένα με σοκολάτα και τριμμένο καβουρδισμένο αμύγδαλο, άφηναν στο στόμα γεύσεις μοναδικές. 
Οι γονείς έπιναν τον καφέ τους όταν οι ξαδέρφες πήγαν βόλτα στη θάλασσα. Τα αγόρια δεν τις ακολούθησαν, προτίμησαν να πάνε από την άλλη μεριά, να πουν τα δικά τους. Δυο γιους και μια κόρη είχε η θεία, έναν αδερφό λίγο μικρότερο η Ραλλού. 

​Καμάρωναν και ζήλευαν το όμορφο σπίτι της θείας Καλλιρρόης που ήταν σαν βγαλμένο από παραμύθι!
Βαμμένο με χρώματα ανοιχτά, ξεχώριζε ανάμεσα στα δέντρα και τα λουλούδια του μεγάλου κήπου.​ Οι λεπτές, σχεδόν διάφανες κουρτίνες, άφηναν το φως της μέρας να λούζει τις μεγάλες κάμαρες και το σαλόνι. Η πάντα γεμάτη αγαθά κουζίνα ήταν ευρύχωρη κι επικοινωνούσε με την τραπεζαρία χάρη στη μικρή διακριτική πόρτα.
Καμιά έννοια δεν φαινόταν ν' απασχολεί την οικογένεια. Η θεία πάντα χαμογελαστή, καλοντυμένη, τα παιδιά της χαρούμενα, γελαστά, καλοαναθρεμμένα κι ευγενικά, απολάμβαναν τα καλοκαίρια στο δικό τους παράδεισο που είχε φροντίσει να τους χαρίσει ο εύπορος πατέρας τους. 
- Κληρονομιά ήτουνε απέ τον παππού του, ε συμπεθέρα; Θυμούμαι άμα επήγε ο γιος μου να το διει για τις αλλαγές που θέλανε να κάμουν... Πολλή δουλειά έχει μάνα, με είπε. Αμά αφού οι παράδες υπάρχουνε, αγνώριστο θα γένει! Λίρες πολλές σε λέει τον άφηκε, κάτου απέ το στρώμα ήτουνε! Και το σπίτι και τσι παράδες να το σιάξει, να το κάμει και ανακαίνιση! Θυμάσαι κείνο το καλοκαιράκι άμα επήγαμε μαζί τότενες; Είπα που δε φύγω για την Ελλάδα άμα δεν πάω να το διω!
- Βέβαια! Πόση χαρά μας ήκαμε η Καλλιρρόη... Κοπιάστε, περάστε, ούλα τα καλά να μας τρατάρει... Καλή γυναίκα ήτουνε... Μπρε, τσι ομορφάδες τση ενθυμήθηκα! Που τσ΄ήλεγες να κοπανά τα κουκούτσια στο χαβάνι με το αμυγδαλόλαδο και να κάμνει τριβή, τσι φράουλες στο μούτρο τση... 
- Που την είδανε τα παιδιά της και νομίζανε τα καημένα που έχει αρρώστια και γιόμισε κόκκινα σπυριά! Χα χα χα χα! 
- Ναίσκε! Τση τρελής ηγίνηκε κείνο το μεσημέρι, τσιρίδες και κακό! Χα χα χα! Ούλα που την ήλεγαν στο τετράδιο τα ήγραφε... Τόσο πράμα απέ κει, δυο στάλες απέ δω, τα πάντα! Η άλλη πια η ξύπνια, η μάνα τση Ραλλούς, το ήψαχνε κρυφά γιατί λέξη δεν την ήλεγε η Καλλιρρόη! Ήβγαζε το διπλωμένο χαρτί από την τσέπη τση κι ήγραφε όσα προλάβαινε... Μετά ήκαμε και το δικό τση τετράδιο κι ήβαλε κορδελάκια απάνου, μάζωξε κι άλλες συνταγές!  Η Ραλλού το είχε καταχωνιάσει στο μπουφέ και το φύλαε σαν τα μάτια τση άμα σχωρέθηκε η μάνα... Αχ... Ήθελε μεγαλεία για την κόρη τση, γαμπρό τον καλύτερο να ήπαιρνε...
- Πλάκες είχε, ναι... Πλέρωνε όσοι παράδες κι αν είχανε οι ευρωπαϊκές κρέμες και τα κραγιόνια! Κι άμα δεν έβλεπε να σιάχνει το δέρμα της, έκαμνε και τα σπιτικά! Χα χα χα! Την κόρη της πάστωνε απέ το πρωί ως το βράδυ, να έχει πρόσωπο άσπρο και λαμπερό για να λωλάνει το γαμπρό με τα κάλλη της. Τα φρούτα στο μούτρο της και στης Ραλλούς παγαίνανε τα πιο πολλά και στο στομάχι τους τα πιο λίγα. Θα με πεις και ποια μάνα δε θέλει τον καλύτερο για το κορίτσι της, έτσι είναι... 
- Αμά τότενες ήτουνε που η Καλλιρρόη είχενε βάλει μπρος το προξενιό για την κόρη τση και ζούλεψε την τύχη τση... 

Ο όμορφος νέος που είχε δει στο βαποράκι και της άρεσε, κάθε απόγευμα σεργιανούσε με τους φίλους του στην ακρογιαλιά. Δεν άφησε φυσικά αδιάφορη τη Ραλλού. 
- Μάνα, αυτός με κοιτάζει και χαμογελάει! 
- Το νου σου! Μπορεί να είναι κάνα κελεπούρι, θα μάθω με τρόπο! 
Καλής οικογενείας ήταν,  με δουλειά που άφηνε μπόλικους παράδες. Η μητέρα του με την Καλλιρρόη γνωρίζονταν από παλιά. Είχαν αλλάξει και συνταγές για φαγητά και γλυκά.
- Μακάρι να σε θέλει! Γαμπρός απέ τους λίγους είναι! Άμα σε μιλήσει την κουβέντα να πιάσεις μαζί του, ε; Κοίτα μόνο μη σ' ηξεμοναχιάσει κακομοίρα μου! 
Πήγαιναν οι δυο τους περίπατο και κουβέντιαζαν για διάφορα θέματα.  Σύντομα έδωσαν το πρώτο φιλί, η σχέση τους προχώρησε και το λογοδόσιμο έγινε τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη στο ωραίο σπίτι της θείας που ήταν κοντά στο δικό τους. Η Ραλλού είχε ξεκαλοκαιριάσει σκόπιμα με τη μάνα της στο Μπουρνόβα. Όταν επέστρεψαν, ετοιμάστηκαν για τον επίσημο αρραβώνα που έγινε τα Χριστούγεννα. 
- Τα στεφανώματα ετοιμάζανε μετά τη Λαμπρή  αμά δεν προλάβανε... Την καρδιά του είχενε το καημένο το παιδί και πάει, έφυγε... Κι οι πέτρες ακόμα τον κλάψανε...
Κανείς δεν ήξερε αν η Ραλλού τον είχε αγαπήσει. Οι γείτονες κι οι συγγενείς που μαζεύτηκαν στην αυλή τους για παρηγοριά μετά την είδηση του θανάτου, την άκουσαν από μέσα να κλαίει και να φωνάζει στη μάνα της... 
- Ένα καλό γαμπρό εβρήκα να πάρω και με πέθανε! Τώρα πού θα βρω άλλον, με λες; 
Το κουσέλι έδινε κι έπαιρνε από εκείνη τη μέρα. Κι όταν η λογικά βαρυπενθούσα μνηστή άρχισε να βγαίνει και να βολτετζάρει πριν το μνημόσυνο του μακαρίτη, θέριεψε... Η μάνα του που τον θρηνούσε την κοιτούσε με μισό μάτι στην εκκλησία όταν ο φίλος του παιδιού της την κρατούσε αγκαλιά στοργικά τάχα για να την παρηγορήσει. Τα λόγια του κόσμου που τους είχαν δει κάμποσες φορές μαζί βγήκαν αληθινά... 
Δεν πρόλαβε να χρονίσει ο αδικοχαμένος λεβέντης κι η Ραλλού τον παντρεύτηκε. Χωρίς αρραβώνα, λόγω του πένθους είπαν, αλλά η αλήθεια ήταν ότι ήθελε να πάει στην εκκλησία όσο πιο σύντομα γινόταν. 
- Πότε τον ήμπασαν στο σπίτι, χαμπάρι δεν ηπήραμε! Σώγαμπρος ο Τίμος! Ένα βράδυ που γυρνούσαμε απέ τη γιορτή του κουνιάδου μου, είδα τη μάνα τση να τον καλωσορίζει στην πόρτα! Το πρωί η ώρα επτά που ηπήγαινε στη δουλειά ο άντρας μου τον είδε να βγαίνει και να σιάχνει το σεκέτι του! Η πεθερά τον ησταύρωνε και τον ήφτυνε να μην αβασκαθεί!
Χα χα χα! Σε λίγοι μήνες ηγίνηκε και το στεφάνωμα, θυμάσαι; 


Μια κόρη απέκτησε η Ραλλού από το γάμο της με τον Τίμο. Καλά περνούσε τα πρώτα χρόνια μαζί του, μέχρι που ανακάλυψε το μεγάλο του ελάττωμα.
- Γυναικάς απέ τσοι λίγοι! Μήτε γάτα θηλυκιά δεν ήφηνε σε ησυχία! Ούλο δουλειά έχω και δουλειά έχω την ήλεγε κι ούλο πίσω απέ τσι φούστες ήτρεχε! 
Στα πέντε χρόνια χώρισαν. Η Ραλλού αφού έμαθε από πρώτο χέρι τα καμώματά του, κλείδωσε την πόρτα ένα βράδυ και τον σκυλόβρισε πίσω από τα κλειστά παντζούρια του παραθύρου που έβλεπε στο δρόμο. Η γνώμη της θείας Καλλιρρόης όταν της ανακοίνωσαν το γάμο τους δεν είχε ληφθεί υπόψιν τότε.
- Αφού ήπεσε πάνω σου με τόσο θράσος που ήτουνε νωπό ακόμα το πένθος και δεν σεβάστηκε μήτε το φίλο του μήτε τίποτις, καλός άνθρωπος δεν είναι! Άσε να περάσει ο καιρός κομμάτι και θα βρεις άλλο γαμπρό, δεν χάθηκαν οι άντρες πια! Θα φας κέρατο απέ δαύτον και να το θυμάσαι! 
Η μάνα απελπίστηκε που η κόρη της χώρισε μ' ένα μικρό παιδί. Αλλά δεν το έβαλε κάτω, έπρεπε να αποκατασταθεί και να κυκλοφορεί κυρία στο μπράτσο ενός άντρα. Όχι οποιουδήποτε άντρα βέβαια... 
- Παράδες την έδινε συνέχεια! Τον παράγγελνε ούλη την ώρα που πότε ήθελε το ένα και πότε το άλλο! Κι άμα αυτός την έκαμνε νούμερα, τον απειλούσε που θα πάρει το παιδί και θα φύγει στην Ελλάδα και δε θα το διει ποτέ ξανά! 
Με την τσέπη φουσκωμένη έβγαινε στα μαγαζιά κι αγόραζε τα καλύτερα. Ποτέ δεν έπαιρνε μαζί την κόρη της, γιατί είχε το σκοπό της. Την έκρυβε και κυκλοφορούσε σαν κοπέλα ελεύθερη.
- Έτσι ξελόγιασε τον Κωτσή! Ούλη μέρα αυτός κουβαλούσε τα ροβύθια και τα φασούλια κι ήκοβε τοις παστουρμάδες και τα σουτζούκια! Μπήκε στο μαγαζί του μοσκοβολιστή και ντυμένη στην τρίχα και το χωριατόπαιδο θαμπώθηκε! Κάθε μέρα πάγαινε πότε για τυριά και πότε για παστράμια κι ούλο κουρασμένη ήτουνε απέ τα ψούνια και στρογγυλοκαθούντανε δίπλα του. Ξετρελάθηκε αυτός, που δεν είχε διει άλλη φορά τέτοιο κελεπούρι να τον κάμνει νάζια!
Οι μεγαλοκυράδες αγόραζαν ο,τι ήθελαν τυπικά κι έφευγαν. Τις κοιτούσε με λαχτάρα κι ονειρευόταν διάφορα, όμως δεν ήταν της δικής τους σειράς...
Γυναίκες ωραίες, μορφωμένες, μοσχομεγαλωμένες, έβρισκαν ανθρώπους με ανάλογα προσόντα. Στα τριανταπέντε του χρόνια όσα θηλυκά είχαν περάσει ήταν κορίτσια απλά κι εργατικά που πάλευαν για το μεροκάματο. Μια απ' αυτές θα του έπεφτε κι είχε το νου του να διαλέξει την καλύτερη. Η καρδιά του χτύπησε για μια κοπέλα που έλαμπε από νιάτα κι ομορφιά αλλά πριν στείλει το προξενιό εκείνη είχε κλεφτεί μ' ένα λεβέντη που φορούσε καθαρό πουκάμισο όλη μέρα κι είχε χέρια απαλά κι αδούλευτα. Η τόση συμπάθεια που του έδειχνε η Ραλλού με τα κομψά ταγέρ και την αλεπού να τυλίγει το λαιμό της τον έκανε να τη θέλει τρελά. Ας έλεγε εκείνη το ναι και θα την είχε κυρά κι αρχόντισσα!
- Για να πούμε και την αλήθεια, το συμφέρον της κοίταξε αυτή! Σε λέει αθώος είναι σχετικά με τοις άλλοι άντριδοι που ξεύρω, βγάζει πολλοί παράδες το μαγαζί, θα καλοπερνάω και θα τον κάμνω ο,τι θέλω! Όχι μόνο καλός ήτουνε ο Κωτσής, αμά δε ζυγιζούτανε ούτε με το μάλαμα! Οι πιο πολλές ήθελαν άντρα γραμματιζούμενο με τη μεγάλη τσάντα φορτωμένη χαρτιά και με την κουστουμιέρα, δεν τον εβλέπανε και με καλό μάτι για γαμπρό... 
- Είδαμε και τσι προκοπές τση με τον Τίμο... Κι η Καλλιρρόη που μπήκε στη μέση για να τση τα χαλάσει τότενες, είχε προαίσθημα! Άμα την είπε για τον Κωτσή, χαρά μεγάλη ήκαμε! Δύσκολο πράμα ήτουνε γυναίκα χωρισμένη με παιδί να βρει άντρα καλό που να την ηστεφανώσει, να είναι και τίμιος που είχενε κορίτσι...  

Όλα τα είχε υπολογίσει η Ραλλού. Τα έβαλε κάτω με τη μάνα της κι αποφάσισε να του κουνηθεί λίγο περισσότερο. 
Τα κουμπιά του πουκαμίσου της άνοιγαν περισσότερο όταν πλησίαζε στο μαγαζί κι άφηναν να φανεί το απαλό αρωματισμένο της δέρμα και μια ιδέα από το δαντελένιο εσώρουχο όταν έσκυβε. Τα μαλλιά της λουσμένα με σαπούνι από αγνό λάδι, βότανα και γάλα, μύριζαν φρεσκάδα και ροδόνερο που έβαζε όταν τα ξέβγαζε. Κι αυτή η θαυματουργή κρέμα από μελισσοκέρι, τριμμένη φλούδα λεμονιού και λαδάκι λεβάντας, έκανε τα χέρια απαλά και τρυφερά...
Θολωμένος ο Κωτσής, ένα βράδυ που έβαλε μέσα τα σακιά με τα όσπρια, τη λακέρδα, τις ελιές και τα σαλάμια, κατέβασε τα ρολά και της εξομολογήθηκε δειλά τον έρωτά του... 


​
​
​​
​