.

.
.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Μες στης Πόλης το χαμάμ


Η Ευθυμία ζέσταινε νερό για το τσάι της Άννας κι είχε στήσει αυτί. Οι γονείς της συζητούσαν για τον Ανδρέα και θα είχε πολλά να πει στην αδερφή της, που καθόταν στα καρφιά. Δυο τρία γιουβαρλάκια είχε φάει κι αυτά με το ζόρι, είχε κλείσει η φωνή της εντελώς.

Πολύ εντάξει άθρωπος με φαίνεται μπρε γυναίκα! Κύριος σε όλα του σε λέω! Σκέψου που με είπε να δώκει όλοι τις παράδες κι όχι μια μπροστάντζα* που γένεται πάντα. Τον είπα όχι βέβαια και να με πλερώνει όποτε μπορεί κι αυτός με λέει μα τι λέτε, τα χρήματά σας θα τα πάρετε αμέσως, κιμπάρης* άντρας σε λέω! 
- Λεωνίδα μου, μακάρι να κάμεις καλή δουλίτσα με το δάσκαλο. Το σπίτι γένηκε μες στην πάστρα! Η Ροδίτσα τον άναψε μέχρι και τη μεγάλη σόμπα και γένηκε το σπίτι φούρνος, να πάει και να το 'βρει ζεστό. Εφώναξε τον άντρα της και τήνε καθάρισε μέσα, όσο πολέμαγε τις άλλες κάμαρες. Να διεις τα ρούχα που 'χει φέρει, τι να σε πω! Βαλίτσες και μπαούλο φορτωμένο με ασπρόρουχα, πλυμένα και σιδερωμένα στην τρίχα! Και τις παράδες της ημέρας όχι μόνο όλοι τις έδωκε, αμά και παραπάνω! Θα τελειώσει αύριο με το καλό και τα υπόλοιπα, μέχρι και στο σπίτι της επήρε για πλύση και σίδερο για! Και κάθε βδομάδα τήνε είπε να παγαίνει να τον καθαρίζει κι εκείνη τούμπες μόνο που δεν έκαμε απέ τη χαρά της! Ας είναι, καλό μεροκάματο θα βγάνει η καημένη που δεν καλοδουλεύει ο άντρας της... Τεμπέλης πρέπει να είναι, πως βρίσκουν οι άλλοι άντριδοι δουλειά; Με δυο μεροκάματα τη βδομάδα, προκοπή γένεται; Δε γένεται! 
- Τον είπα και για την Άννα και τήνε στέλνει τα περαστικά του. Ευθυμία, πες την αδερφή σου τις ευχές του δάσκαλου που εξέχασα να την πω!

- Θα της τα πω μπαμπά! Να σε βάλω κι εσένα λίγο τσάι να κάνεις παρέα στη μαμά;

- Όχι κορίτσι μου, κομματάκι κρασάκι πίνω ακόμα. Γιωργίτσα, τσιπουράκι θα πιούμε αύριο με τον κουμπάρο, είπα και την κουμπάρα να φέρει, που όλο αρώταγε για το παιδί πως είναι, έκαμα καλά; 
- Καλά έκαμες! Μεζέ έχω κανονισμένο, μη σεκλετίζεσαι! Να με κάμει και παρεούλα, καιρό έχω να τη διω. Δε με λες, τις σιδεριές του Αντρέα πότε θα τις έχετε έτοιμες; Με το χιόνι τώρα, δουλειά δε γένεται εκεί...
- Θα βάλουμε μπρος αύριο, τρεις τέσσερις μέρες τις θέλουνε κι άμα κόψει κομμάτι η χιονιά θα βγάλουνε τα παλιά και θα μπούνε τα καινούργια. Και την πόρτα ένα σκέδιο ωραίο εδιάλεξε, γιαβάς γιαβάς όλα θα γένουνε... 


Οι νονός της Άννας έφθασε μόνος τελικά την επόμενη μέρα, με τα καλούδια του όπως πάντα. Η νονά της πήγε στη μητέρα της που αρρώστησε ξαφνικά, αλλά της  έστειλε ένα μεγάλο κουτί μπισκότα κι ένα φρεσκοψημένο κέικ με σοκολάτα. Αγκάλιασε τη βαφτιστήρα του με στοργή και τη φίλησε. 
- Τζιέρι μου! Χλόμιασε το προσωπάκι σου, σ' έφερα μπισκοτάκια απέ αυτά που σε αρέσουνε κι έψησε κι ένα κέικ η νουνά σου, τι να σε πω! Να φας κομματάκι να δυναμώσεις, έρχουνται και τα Χριστούγεννα και να διεις πάλι τι θα σε πάρουμε! Ευθυμίτσα μου, βράσε την ένα γαλατάκι ζεστό, να βουτήξει και να φάει! 
Οι άντρες κάθισαν στο τραπέζι της σάλας κι η Γιωργίτσα με την Ευθυμία μπαινόβγαιναν στην κουζίνα ετοιμάζοντας τους μεζέδες. Πήγαιναν και  στην Άννα διάφορα, είχε γεμίσει το κομοδίνο με φαγώσιμα, μήπως και τραβήξει κάτι η όρεξή της. 
- Πολύ στεναχωρέθηκα κουμπάρε μου για την πεθερά σου, μεγάλο βάσανο μ' αυτά τα νεφρά της... Θα μείκει τελικά το βράδυ κοντά της η κουμπάρα, ε;
- Ναι, βέβαια! Πάνου που τα 'χε κανονισμένα να 'ρτουμε να σας διούμε κι έψησε το κέικ και ντύθηκε, να 'σου ο αδερφός της έρχεται και την λέει τρέχα, η μαμά μας πάλι πονάει πολύ. Μπορεί κι ο καιρός να τήνε έφερε τις πόνοι, τι το ΄θελε κι εκείνη μεγάλη γυναίκα να βγεί όξω με τα χιόνια; 
- Σωστά τα λες...Ας είναι περαστικά τη γυναίκα, με τα γιατρικά και το ζουμί της τσουκνίδας, θα διεις που θα συνέρθει!


Στο τέλος της βδομάδας, η Άννα είχε γίνει εντελώς καλά. Κάθε βράδυ, περνούσε ο Ανδρέας και κοιτούσε το παράθυρό της από μακριά κι η Άννα του έγνεφε πίσω απ' την κουρτίνα. Ο χιονιάς είχε υποχωρήσει κι ο Λεωνίδας με τους άλλους ανθρώπους του μαγαζιού τοποθέτησαν τις σιδεριές και την πόρτα. 
Ο Ανδρέας για να τους ευχαριστήσει, τους έκανε το τραπέζι με φρέσκα θαλασσινά, που είχε ψαρέψει και ψήσει ο πιο μερακλής ταβερνιάρης της περιοχής. 

- Πες τον να έρτει μια και σε μας, να πιείτε ένα κρασάκι Λεωνίδα μου, πόσο καλά σας φέρθηκε όμως, ε; 

- Και μπαχτσίσι γερό τους έδωκε, τα χέρια τους τρίβανε! Ήθελα κι εγώ να σε το πω μπρε Γιωργίτσα μου, με πρόλαβες! Να τον μηνύσω για την Κυριακή να 'ρτει που με είπες που έχετε δουλειές πολλές μες στη βδομάδα; Χώρια που τις καθημερινές όλο στο σκολειό παγαίνει κι αυτός να συνηθίζει και τα παιδιά να τόνε μάθουνε για! 
- Να τον πεις, έγινε! Μόνο που θέλω μια χάρη να με κάμεις, για το Σαββάτο το πρωί. Στο χαμάμ θα πάμε, αμά επειδής φοβούμαι μη μετακυλίσει πάλι η Άννα, να κουκουλωθεί και να μπει στο αυτοκίνητο αμέσως, μη και τήνε πιάσει πάλι το κρύο. 
- 'Οπως αγαπάς μπρε γυναίκα! Και θα σας πάω και σας φέρω! Θα διεις και την κουμπάρα, αμά πολύ πρωί λέει θα πάει, να γνοιαστεί μετά τη μάνα της, που τον μυαλό της όλο στη λακέρδα τον έχει και δεν κάμει να τρώει για!




Όλοι οι άνθρωποι που αγαπούσαν την καθαριότητα, πήγαιναν στο χαμάμ κάθε βδομάδα. Το Σάββατο ήταν η καλύτερη μέρα τους, γιατί μαζεύονταν όλες οι γνωστές και φίλες, με τα φαγητά και τα γλυκά τους κι απολάμβαναν ένα θαυμάσιο χαλαρωτικό κι αρωματισμένο πρωινό με γέλια και κουσέλι. 

Εκεί μάθαινες όλα τα νέα της πόλης. Ποια παντρεύεται, ποια γέννησε, ποια βγήκε κρυφό ραντεβού και με ποιον, ποιες μάλωσαν και για ποιο λόγο, τι έραψαν, τι μαγείρεψαν, τι ψώνισαν, που πήγαν, τι είδαν, τι έμαθαν, ποια λέει καλύτερα τον καφέ και τα χαρτιά, τι χτίζεται και τι γκρεμίζεται και πάει λέγοντας...

Η Γιωργίτσα με τις κόρες της, φόρτωσαν το καλάθι με τα φαγάκια τους, όλα στεγνά, χωρίς ζουμιά και σάλτσες και τα χρειαζούμενα του λουτρού.

Ντολμαδάκια γιαλαντζί, καλαμάρια γεμιστά και σπανακόπιτα χωρίς τυρί για εκείνη που νήστευε, φρούτα, κοτόπουλο ψητό και κεφτέδες για τις κόρες της, όλα θα μοιράζονταν με την υπόλοιπη γυναικοπαρέα, αφού θα έμεναν εκεί αρκετές ώρες. 

Άσπρα χοντρά μπουρνούζια, καρώ πεστεμάλ, τα ξύλινα τσόκαρα με τα τακούνια για να μη γλιστράνε, γαλέτζες τα έλεγαν, λίφια, σαπούνια, αρωματικά λάδια, πομάδες, ελαφρόπετρες και τ' ασημένια τάσια για να ρίχνουν σιγά σιγά το ζεστό νερό.
Απαραίτητο το δαφνέλαιο, που εκτός από μακριές και πυκνές βλεφαρίδες, απλωνόταν και στα μαλλιά τουλάχιστον δυο ώρες πριν το λούσιμο και τα έκανε λαμπερά και μεταξένια. Οι ζεστοί ατμοί άνοιγαν τους πόρους του δέρματος και η τριβή με το χοντρό λίφι, απομάκρυνε τα νεκρά κύτταρα πριν το σαπούνισμα με την πλάκα σαπουνιού που ήταν φτιαγμένη με λάδι, γιασεμί και τριαντάφυλλο. 


Η νονά της Άννας, είχε ήδη τελειώσει το ζεστό λουτρό της κι έτριβε τα πόδια της με ελαφρόπετρα. 

- Πα πα πα! Τι με λες μπρε κουμπάρα, μέρα που βρήκατε για να κάμει το σπίτι τις πάστρες του! Με τέτοια χιονιά, πως και δεν άρπαξες κι εσύ κάνα κρύο για η Ροδίτσα; Τώρα θα με πεις βέβαια, αφού ήρτε μέσα στο χειμώνα, τι άλλο να γενούντανε... Ώστε θα τον έχουμε δάσκαλο τον ανεψιό της Αριστέας, μπράβο, ας είναι... Τέτοια σύμπτωση όμως, ε; Να τόνε διορίσουνε εδώ, που έμεισκε κι η θεία του; Πως και δεν εβάλανε την κόρη της Κλεονίκης, που 'χει σπουδάξει δασκάλα κι αυτή, είναι και το σκολειό μέσα στο σπίτι της που λέει ο λόγος, μα μηνύσανε τον Αντρέα; 
- Τι να σε πω, δεν ξεύρω κουμπάρα μου... Μετάθεση μας είπε τόνε δώκανε εδώ, τι άλλο να τον αρώταγα, σάμπως ξεύρω απέ δαύτα; Και πάλι να σε πω, δικό του σπίτι κληρονόμησε, τίποτις δεν του λείπει, σε λέει ας πάω να μείκω μη σαπίζει κιόλας χρόνια κλειστό, εκεί και να εργάζουμαι...
- Κι άφηκε τη μαμά του μπρε; Ποιος τήνε κοιτάζει στην άλλη άκρη; Θα με πεις, άντρας μονάχος του τι να την προσφέρει, αμά είναι μια παρηγοριά να 'χεις το παιδί σου κοντά σου στα γεράματα... Δε με λες, βλέπεις καθόλου τα κορίτσια, την Άνθω, τη Σουλτάνα...
- Ναι, πως, όλες τους καλά είναι! Η Φωτεινούλα στο βελόνι, η Αθηνά έφυε πια απέ το κομμωτήριο, ξέρεις, η Σουλτάνα καλά είναι κι αυτή, η Άνθω τον περασμένο μήνα είχε έρτει σπίτι με τα παιδιά. Κείνο το μικρό, το αγόρι, θερίο σκέτο είναι για, ησυχία δεν έχει μια στιγμή! Με τη Σουλτάνα τα τσουγκρίσανε πάλι ο Γιάννης, τα 'λεγε το Λεωνίδα και πολύ τήνε έβριζε. Κι εκείνη η Άνθω, βλέπει που η αδερφή της έχει δίκιο, αμά τι να πει; 
- Έγκυος πάλι έμεικε και μαλώσανε;

- Ναι... Τήνε πονάει την αδερφή της η Σουλτάνα, σε λέει κάθε τρεις και λίγο παιδιά θα ρίχνεις; Κείνος φταίει που δεν προσέχει τη φωνάζει και λόγο το λόγο τόνε έπιασε το γαμπρό της και τόνε ξαναμίλησε, σκοτωθήκανε πάλι...
- Μα κι αυτός... Δίκιο έχει βέβαια, σε λέει θα πάθει ζημιά μεγάλη στο τέλος, χώρια και την αμαρτία, που τήνε πας κι αυτή; Θα έρτω σπίτι να τα πούμε κουμπάρα μου, κομματάκι καλύτερα πάει η μαμά μου τώρα και δε χρειάζεται να μείσκω τα βράδυα εκεί. Να φιλήσω τη βαφτιστήρα μου και την Ευθυμούλα μας και πάω πάλι να τη διω. Καλά που 'χω απέ τα χτες ένα τέντζερη σαρμάδες κι έχουνε να φάνε σπίτι! 


Η Άννα, ξαπλωμένη στο ζεστό μάρμαρο κι αφημένη στα έμπειρα χέρια της Τουρκάλας, απολάμβανε την περιποίηση περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Το ζεστό νερό και τα αρώματα, ετοίμαζαν το κορμί της να ντυθεί με τα κάτασπρα, δαντελωτά εσώρουχα και τα μαλακά, ολόμαλλα ρούχα της, που μοσχοβολούσαν καθαριότητα και φρεσκάδα. 'Ολα τα συρτάρια και οι ντουλάπες τους, έκρυβαν πολλά μικρά πουγκάκια με λεβάντα, ανάμεσα στα ρούχα.
Δυο κυρίες, γειτόνισσες, μιλούσαν για τις Χριστουγεννιάτικες δουλειές τους, που είχαν ήδη ξεκινήσει κι η κουβέντα έφερε την αξιοσύνη της Ροδούλας. 
- Μα να την έβλεπες και μόνο πως μπαινόβγαινε με το πατσαβούρι στο χέρι, μες στη χιονιά! Σβέλτη και με το γέλιο στον στόμα, πετούσε σε λέω! 
- Και τι δουλειές θα 'χε το σπίτι, κλειστό τόσα χρόνια, ε; 

- Βέβαια θα είχε! Εδώ παλεύεις όλη μέρα που ζεις μέσα και τελειωμό δεν έχουνε για! Άμα πέθανε όμως η Αριστέα, ήρτε ο ανιψιός της μετά λίγες μέρες, με μια κοπέλα, τους είδα γιατί ετίναζα τις κουρελούδες κείνη την ώρα! 
Η Άννα τέντωσε τ' αυτιά της, μη της ξεφύγει λέξη... 

- Στην κηδεία της όμως, δεν ήξευρε να πατήσει! Μόνο η αδερφή της ήρτε με τη μαγκούρα, κάτι ξαδερφάδες της και του αντρός της το σόι. Και ποια ητανάναι αυτή, καμιά γιαβουκλού; Τι κάμανε κει μέσα οι δυο τους, ε;
- Η μαμά του είπε τότες, που ητανάναι μακριά ο γιος της, μετάθεση τόνε είχανε δώκει πάλι και δε μπόραγε να έρτει, γράμμα τόνε στείλανε αμά το πήρε πια μετά την κηδεία... Τίποτες δεν εκάμανε με την κοπέλα μπρε, που ο νους σου όλο στο πονηρό είναι! 
- Κι εσύ που το ξεύρεις, μέσα στο σπίτι ήσουνε;

- Όχι, αλλά πες που ήμουνα! Όλα τα έβλεπα απέ το μπαχτσέ, τα παραθύρια ανοιχτά ητανάναι για! Σηκώσανε τα μακάτια, τα σεντόνια, απέ κάτου μουσαμάδες  χοντροί είχε βάλει η Γιωργίτσα, για να μη περνά η σκόνη. Πολύ νοικοκερά αυτή η γυναίκα, μπράβο της που το σκέφτηκε! 
- Και τι κάμανε; 

- Ε! Τι θες να κάμανε; Τις κάμαρες είδανε, τα πράματα είδανε, αυτός άνοιξε τα συρτάρια όλα και τήνε έδειχνε κάτι κεντίδια, κείνη χάζευε τα μπακίρια, μείκανε κάμποσο εκεί. Μετά μαζώξανε κάτι σερβίτσια και πορτσελάνες και μπακίρια, όλα της προικός της ητανάναι, τα κοφτά όλα τα πήρε κείνη σε χώρια τσάντες μεγάλες, αμά αφήκανε κι άλλα πράματα μέσα για! Η Ροδίτσα με είπε, που πήρε κάμποσα στο σπίτι να τα τρίψει κομμάτι και να βάλει και πλύση. Τι να κάμει η καημένη κι αυτή, παιδεύεται στα ξένα σπίτια η κακορίζικια...
Στη σάλα της μέσα τ' άπλωσε που όξω έπεφτε το χιόνι, που να τα πήαινε... 

Το χαμόγελο της Άννας είχε φτάσει ως τ' αυτιά της. Άρα ο Ανδρέας, τους είχε πει την αλήθεια σχετικά με την κοπέλα, ξαδέρφη του ήταν. Η κουτσομπόλα γειτόνισσα δεν είχε χάσει καμία σκηνή, τα έβλεπε όλα απ' την αυλή της που είχε μπαστακωθεί μη τυχόν και της ξέφευγε τίποτα. 
- Είναι όμως ομορφάντρας, ασίκης! Ε ρε και να 'μουνα καμιά τριανταριά χρόνια πιο μικρή και θα σου 'λεγα τι θα τόνε έκαμα το δάσκαλο... 
- Καλά μωρ' σύ, τσίπα δεν έχεις πάνω σου; Γιος σου είναι, τι βάνεις πάλι με το νου σου, που μη και διείς σερνικό, αμέσως πονηρεύεσαι;
- Τι είπες μωρ' κουσελιάρα, που δεν αφήνεις άθρωπο να μη τόνε πιάσει η γλώσσα σου; Κυνηγάω τα σερνικά εγώ; Εγώ;

- Εσύ μωρή καλτάκα!* Τα μούτρα σου στον κατρέφτη τα 'χεις διει, που 'χεις απάνω σου όλες τις μπογιές του κόσμου και βγαίνεις στα σοκάκια σαν το καραγκιόζη; Που όλο τη φούστα σου σηκώνεις να διείς άμα σ' έφυε πόντος απέ την κάλτσα μες στις δρόμοι; Που πας και ρίχνεις τα μάτια σου στα νεαρούδια μπα και σε λιμπιστούνε, κακό χρόνο να 'χεις μεγάλη γυναίκα!  Βρεμένη είσαι ακόμα και τα φτιασίδια στη μούρη σου έβαλες, μπα και σε διούμε άβαφτη που κακό χρόνο να 'χεις, λες και δεν τα βλέπουμαι τα μούτρα σου που 'ναι σαν το ακορντεόν απέ τις ζάρες! Ούλος ο μαχαλάς γελάει με τα σένανε πίσω απέ την πλάτη σου! Μη κοιτάς που εγώ είμαι καλή γυναίκα και ποτές δε σε είπα τίποτες, αμά καλά να τα πάθωωωω! Ο καλός, καλό δεν έχει, να τώρα και το φχαριστώ!! 

Πρώτα με περνάς απέ το κόσκινο για να τα μάθεις όλα και μετά με λες και κουσελιάρα; Κοίτα μη σε πιάσω στον στόμα μου και πω τα όσα ξέρω για ελόγου σου σ' ούλο το ντουνιά! Άμε να χαθείς που θα με πεις εμένα κουσελιάρα!


Μέσα σε πέντε λεπτά όλες οι γυναίκες έτρεξαν να τις χωρίσουν που είχαν πιαστεί μαλλί με μαλλί. Με τα πεστεμάλια, τα τσόκαρα, τις σαπουνάδες, πανδαιμόνιο! Η Άννα και η Ευθυμία, είχαν πέσει στα μάρμαρα από τα γέλια, η Γιωργίτσα στάζοντας πήγε όπως όπως να σταματήσει τις κόρες της, αλλά βλέποντας την "καλτάκα" να έχει πασαλειφτεί με την πράσινη μπογιά και το κόκκινο κραγιόν, όσο της πετούσε η άλλη τα λάδια και το τάσι με το ζεματιστό νερό, έπεσε κι εκείνη δίπλα τους γελώντας με την πλάτη γυρισμένη. Οι άλλες που πήγαν να τις χωρίσουν έφαγαν αρκετές αδέσποτες, γιατί ήταν κι οι δυο χοντρές, είχαν και κάτι  χερούκλες μεγάλες και βαριές σαν φουρναρόξυλα κι οι χαμαμτζούδες έτρεξαν στις καμπίνες να κρυφτούν. 
Άρον άρον τα μάζεψαν και βγήκαν στον προθάλαμο ξεκαρδισμένες. Προσπάθησαν να ντυθούν μισοβρεγμένες ακόμα και τύλιξαν το κεφάλι της Άννας με μια στεγνή πετσέτα για να βγουν έξω. Ο Λεωνίδας ήταν σ' ένα παραδιπλανό μαλεμπιτζίδικο* και τις περίμενε αμέριμνος πίνοντας το καφεδάκι του και διαβάζοντας εφημερίδα. Όταν άκουσε τη Γεωργία να τον φωνάζει και την είδε με τα μαλλιά βρεγμένα, να κρατάει το μπουρνούζι στο χέρι, πανικοβλήθηκε. 
- Τι γένηκε μπρε γυναίκα, πως είσαι έτσι;

- Θα σε τα πούμε στο αυτοκίνητο, της τρελής γένηκε κι όπου φύγει φύγει εμείς! Η Άννα είναι παπί, με την πετσέτα στο κεφάλι, την πόρτα άνοιξε να μπει γλήγορα μέσα, μη μας βρούνε κι άλλα! Χα χα χα χα! Μπρε τι έχασε η κουμπάρα!
- Μα θα με πείτε τι γένηκε κει μέσα; Μια καβγά λέτε, μια η καλτάκα λέτε, αμά έτσι που γελάτε δε μπορώ να καταλάβω μπρε!

- Σκοτωμός μπαμπά! Δαρθήκανε για έναν άντρα...

- Μπα! Και ποιος ητανάναι αυτός για; 
- Ο Ανδρέας, ο δάσκαλος! 

Λίγο ακόμα και θα έφευγε το τιμόνι απ' τα χέρια του Λεωνίδα... 












Μπροστάντζα - Προκαταβολή


Κιμπάρης - Ο άνθρωπος που φέρεται εντάξει, ο άρχοντας, ο καλοπληρωτής, ο ευγενικός 

Πεστεμάλ ή πεστεμάλι - Είδος πετσέτας σαν παρεό, που τυλίγει το σώμα στα χαμάμ 

Καλτάκα - Πρόστυχη, ντυμένη προκλητικά


Μαλεμπιτζίδικο - Ζαχαροπλαστείο

6 σχόλια:

  1. Μαίρη μου!μόλις τελειώσω τα ιντερνετικά μου καθήκοντα μαίρνω τον υπολογιστή ξαπλώνω στο κρεββάτι και διαβάζω αυτήν την συνονόματη Ευθυμία,καλό σου βράδυ ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή ξεκούραση Εφούλα μου με τη συνονόματή σου!

      Καλό βράδυ και φιλάκια πολλά!!!

      Διαγραφή
  2. είδες την ώρα; και ακόμα έχω να ετοιμάσω βαλίτσα μάνα μου...αλλα έλα που ήθελα να δω τα χαΐρια του αχαΐρευτου!!!ΧΑ! μαλλιά κουβάρια γενήκανε για πάρτη του!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χίλια συγγνώμη σου ζητώ Ελενάκι μου, δε μου είπες πως θέλεις να ετοιμάσεις βαλίτσα μάνα μου...
      Θα μου λες ποιες ώρες μπορείς να διαβάσεις, να κάνω το κουμάντο μου κι εγώ...Χα χα χα χα!

      Καλό ταξίδιιιιιιι!!!

      Διαγραφή
  3. Μαίρη μου νάσαι καλά η ιστορία σου μου μου άφησε γεύση ευχαρίστησης.. Τα του χαμάμ,.... έχω κάτι λίγες αναμνήσεις από αυτό το είδος πλυσίματος αλλά οχι με γιορτές και φαγοπότι... μέχρι το 196ο υπήρχε στην Κομοτηνή Το χαμάμ. περνούσα και το έβλεπα ,όπως και τις αραδιασμένες γαλέντζες (έτσι τις λέγανε ,οι τουρκάλες τις λάτρευαν..)
    τον ήχο τους μπορώ και να το ξεχωρίζω ακόμη.....βρέ τι θυμήθηκα!!
    Φιλάκια πολλά....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εφούλα μου χαίρομαι πολύ που σου χάρισα λίγη ευχάριστη ώρα!
      Υπέροχη κι αρχοντική πόλη η Κομοτηνή, έχει και μια αύρα από το παρελθόν!

      Τότε στην Κωνσταντινούπολη, επειδή μαζευόταν πολύς κόσμος στα χαμάμ, περνούσαν πολλές ώρες εκεί κι έπαιρναν μαζί τους και στεγνό φαγητό, χωρίς σάλτσες, έτσι λένε όλες οι παλιές. Τις περισσότερες φορές γύριζαν στα σπίτια τους μετά το μεσημέρι και δε μπορούσαν να είναι νηστικές βέβαια.
      Γαλέντζες λένε τα τσόκαρα του λουτρού, ναι, με τακουνάκι για να μη γλιστράνε. Είδες τι σου αναμνήσεις σου έφερα; Χαχαχα!

      Φιλάκια πολλά, όμορφη μέρα να έχεις!

      Διαγραφή