.

.
.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Η Σουλτάνα!



- Άνθωωωωωωω!!!!!!
- Έρχομαι, καλώς τη μου! φώναξε η κυρία Ανθούλα τρέχοντας στην πόρτα και φτιάχνοντας βιαστικά με τα χέρια τα μαλλιά της άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά στην πληθωρική αδερφή της.
Αγκαλιές, φιλιά, είχαν να ειδωθούν καιρό. Η Ανθούλα είχε ετοιμάσει τρία φαγητά για να την ευχαριστήσει.
Έδωσε στην αδερφή της το μεγάλο κουτί που κρατούσε από ανατολίτικο ζαχαροπλαστείο, άφησε και την τσάντα της στον καναπέ κι έβγαλε το σκούρο καφέ παλτό με το γούνινο γιακά και την τεράστια καρφίτσα, το μεταξωτό μαντήλι κι άπλωσε το χέρι να χαιρετήσει και ν' αγκαλιάσει τη Μυρτώ που την κοιτούσε σχεδόν μ' ανοιχτό στόμα κι ευτυχώς που το έσωσε τελευταία στιγμή και χαμογέλασε θερμά.
Τι γυναίκα ήταν αυτή! Πες και γέλα, στολισμένη, βαμμένη, με πολλά χρυσά βραχιόλια από τον καρπό ως τον αγκώνα, δαχτυλίδια, κολιέ κι ένα βαρύ κωνσταντινάτο που τόνιζε το πλούσιο στήθος της. Μαύρα μαλλιά φρεσκοβαμμένα έπεφταν μπούκλες ως τους ώμους της και χρυσοί μεγάλοι κρίκοι κρέμονταν από τα αυτιά της. Πολίτισσα με τα όλα της! 
Χάθηκε η Μυρτώ σ' αυτή την αγκαλιά. Δυο σβουριχτά φιλιά της έσκασε στα μάγουλα η Σουλτάνα και κέρδισε αμέσως την καρδιά της με την καλοσύνη και τον αυθορμητισμό της.
Πράγματι θα ήταν στα νιάτα της όμορφη. Ακόμα και τώρα που κόντευε τα ογδόντα είχε πολύ ωραία χαρακτηριστικά. Στρωτό δέρμα, έναν αέρα αρχοντιάς κι αυτοπεποίθησης, γέμιζε το μικρό σαλονάκι η παρουσία της όχι μόνο επειδή κουβαλούσε αρκετά κιλά αλλά επειδή είχε έντονη προσωπικότητα.
Κάθισε στον καναπέ κι έτρεξε η Ανθούλα στην κουζίνα να ψήσει τα καφεδάκια. Στο μεταξύ ήρθε και το καμάρι της οικογενείας αγουροξυπνημένο να χαιρετίσει τη θεία του και η Μυρτώ ακολούθησε τη μητέρα του στην κουζίνα προσφερόμενη να βοηθήσει. Η κυρία Ανθούλα επέμενε να μείνει για φαγητό, η Μυρτώ δεν άκουγε κουβέντα. Ένα καφεδάκι έτσι για τη γνωριμία και θα έφευγε. Αδερφές ήταν, καλύτερα μόνες να πουν τα δικά τους. Θα ερχόταν κι ο κύριος Γιάννης το μεσημέρι, θα έτρωγαν παρεούλα κάποια άλλη μέρα, θα το κανόνιζαν. 
- Μπρε κοριτσάκι μου αυτή ψοφάει για παρέα και την είπα που θα έρτει και μια φίλη μας καλή και πέταξε τη σκούφια της! Τι δικά μας με λες, στο τελέφωνο με τις ώρες με τα λέει, μη μας κακοκαρδίζεις κι εσύ τώρα! Κάτσε και να διείς γέλια που θα κάνεις με τη γλωσσοκοπάνα!

- Έτοιμα τα καφεδάκια Σουλτάνα και το συκαλάκι πολύ με πέτυχε φέτος!
- Μπρε Άνθω, τι σε πέτυχε φέτος λες, πάντα δε σε πετυχαίνει; Ό,τι κι αν φκιάξουν τα χεράκια σου νόστιμα είναι για! Τα γλυκά σου, τα πιοτά σου, οι πίτες σου, τα πιλάφια σου...Τι ψήνεις και δεν είναι νόστιμο;
Χαμογέλασε καμαρώνοντας η Άνθω όπως καμάρωναν όλες τους για τις μαγειρικές τους επιδόσεις. Δύσκολα έπαιρνες συνταγή τους, αυτές να ήξεραν και καμία άλλη! Συναγωνίζονταν ποια είναι η καλύτερη μαγείρισσα, η πιο μερακλού. Πολλές φορές δεν έδιναν και όλα τα υλικά μιας συνταγής για να βγει άνοστο το φαγητό της άλλης. Έτσι έλεγαν κάποιες νοικοκυρές...
Η Ανθούλα ευτυχώς δεν έδειχνε να ανήκει σ΄αυτή την κατηγορία. Πάντα πρόθυμη ήταν να σου πει πως έφτιαχνε το κάθε τι. Απλά ρωτούσε μετά αν σου πέτυχε κι αν έλεγες ναι εισέπραττες κι ένα μεγαλοπρεπές καμαρωτό μπράβο! 

Η Σουλτάνα άναψε τσιγάρο, πρόσφερε και στους άλλους κι άρχισε να λέει για την κόρη μιας ξαδέρφης του συχωρεμένου του άνδρα της.
- Μα γκιουζελίμ κοπέλα και δεν είναι άξια να 'βρει έναν άντρα που να την αξίζει; Όπως στα είπα και στο τελέφωνο Άνθω μου... Πού πααίνει και πέφτει η σερσέμω;
Παράδες μπόλικοι έχουνε, διαμέρισμα λουξ μεγάλο την πήρανε για προίκα, ούτε να βγει στη δουλειά χρειάζεται και να βρεθεί ο παλιάθρωπος να την τα φάει ούλα;
Ρούφηξε νευρικά μια γουλιά καφέ. 
- Πέστε με μπρε αν έχω άδικο! Να συντηρεί η γυναίκα τον άντρα της, τέτοια κούκλα και πλουσία που πρέπει να την έχει κυρά κι αρχόντισσα ένας παραλής λεβέντης που την αξίζει;
Δίκιο δεν έχουνε οι γονείς της που της τα λένε και κοντεύουν να πεθάνουν απέ τη σκάση τους οι αθρώποι; Ταμπλάς θα τους έρτει καμιά ώρα... Όχι πέστε με, άδικο έχουν κι αυτοί κι εγώ που την μίλησα;
Τώρα πώς καρφώθηκε το βλέμμα της Μυρτώς στο πρόσωπο της κυρίας Ανθούλας... Αυθόρμητα βέβαια λόγω του θέματος και η Ανθούλα τίναξε το χέρι πάνω φωνάζοντας ότι <<έχουν δίκιο, να πάρει κάποιον που την αξίζει, έτσι πρέπει κι έτσι να γένει, μη χαραμιστεί γκιουζελίμ κοπέλα πλουσία!>>
Τι λες σ' αυτήν την περίπτωση λοιπόν... Καταπίνεις τις λέξεις και συγκρατείς το φασκέλωμα... Εσύ κυρά μου τι όνειρα κάνεις για τον αχαΐρευτο το γιο σου, γιατί να χαραμιστεί για πάρτη του μια άλλη γκιουζελίμ πλουσία κοπέλα;
Τελικά οι άνθρωποι φέρονται πάντα όπως τους συμφέρει... 

- Που λες Μυρτούλα μου εγώ είχα έναν άντρα που χατίρι δε με χαλούσε ποτέ! Ξόδευε παράδες και με έκαμε λούσα, ό,τι τραβούσε η ψυχή μου είχα! Σουλτάνα όνομα και πράμα με είχε Θιος σχωρέστονα! Έτσι δα με πήρε με τα λίγα που είχα μαζέψει κι ό,τι με βόηθησαν τα αδέρφια μου, το κατά δύναμη που λένε. Στο μάτι τόνε είχα βάλει το Γιωργάκη μου που είχε το παπουτσίδικο κοντά στη δουλειά! Τέτοιο παλικάρι θα άφηνα να με τον πάρει καμιά άλλη για; 
Είπα τη Φωτεινή διές, εγώ τον άντρα μου τον βρήκα, θα με στεφανώσει και θα γενώ κυρία να με δείχνουνε με το δάχτυλο! Ας με δείξει ένα τέτοιο και η χαϊβάνω η ανεψιά να της τόνε δώκω να καλοπαντρευτεί κι αυτή όπως την πρέπει για! 
- Μα κυρία Σουλτάνα μου πώς είναι δυνατόν να βάζεις άντρα στο μάτι και να τον παντρεύεσαι κιόλας; Γίνεται να σε θέλει κι αυτός ντε και καλά; Πώς; 
- Θα σε θέλει γιαβρί μου*, γιατί να μη σε θέλει άμα κάνεις τα πρέποντα; Όχι μόνο θα σε θέλει μα θα κάνει και σαν τρελός για σένανε και είναι στο χέρι σου για!
- Κι εσύ δηλαδή τι έκανες για να σ' αγαπήσει ο Γιωργάκης σου;
- Θιός σχωρέστονα το μπέη μου!
- Θεός συχωρέστον το μπέη σου...
-Μυρτώ μου άκου να σε πω. Εγώ αν τα ξεύρεις, εργαζούμουνα στο καλύτερο κομμωτήριο της Πόλης και με αγαπούσαν πολύ και τα αφεντικά και οι κυράδες που ερχούντανε εκεί. Είχα την Αθηνά και την Άνθω μας, οικογενειακώς, καταλαβαίνεις...
Τότενες στα κομμωτήρια περνούσανε πολλές ώρες οι γυναίκες. Κανόνιζαν τα φαγιά τους από νωρίς το πρωί να είναι ξέγνοιαστες και το γλεντούσανε, καταλαβαίνεις...
- Καταλαβαίνω... 
-Το μαγαζί του Γιωργάκη ήτουνε κοντά εκεί, σχεδόν απέναντι σα να λέμε και τον έβλεπα πίσω απε τη βιτρίνα. Τι όμορφος άντρας! Αψηλός, λεβέντης, μαύρα σγουρά μαλλιά κι αν πεις από πελατεία... Γιόμιζε το μαγαζί ίσια με δέκα φορές τη μέρα!
- Το γεμάτο μαγαζί πήγαινε παρεούλα με την ομορφιά κυρία Σουλτάνα μου; Χα χα χα! 
- Ναι για! Τον άντρα τον ερωτεύεσαι και με την ομορφάδα του και με τις παράδες του! είπε απλά.
Γύρισε απότομα προς το μέρος της αδερφής της και είπε αυστηρά κουνώντας το κεφάλι της:
- Τώρα θα με πεις... Είναι να έχει και η γυναίκα τα μυαλά στη θέση της! Αν είναι να κοιτάζει μόνο τα απ' όξω και άμα τη μιλάνε να μην ακούει και να περνάει μέσα στη μιζέρια... Άστα να πάνε στο διάβολο!
Χαμογέλασε αμήχανα η Μυρτώ. Ήξερε πως το Γιάννη δεν τον ήθελαν οι αδερφές της Ανθούλας και ποτέ δεν της συγχώρησαν αυτό το λάθος. Της τα είχε πει όλα κάποια μέρα καθώς έπιναν το καφεδάκι τους.
Η συζήτηση είχε ξεκινήσει για τα ζευγάρια που δεν κάνουν υπομονή πλέον και χωρίζουν εύκολα, έτσι εξηγήθηκε και το πώς ο άντρας της δεν πήγαινε ποτέ στις αδερφές της.
- Και που λες κοκόνα μου πριν ανοίξει το κομμωτήριο κάμαμε χάζι κομματάκι τις βιτρίνες με τις αδερφές μου και όλο κοιτούσα τα παπούτσια στη βιτρίνα του που την άλλαζε ταχτικά! Αυτός φυσικά μας έβλεπε και συνήθισε τα μούτρα μας.
- Ε, βέβαια!
- Όσο να ετοιμάσω τα σχετικά μαλαχτικά για τα πόδια τους κι αφού οι πελάτισσες περίμεναν που στέγνωνε το μανό στα νύχια τους, έλεα ότι τα πόδια τους τα έβλεπα κομμάτι σα πρησμένα, σα κουρασμένα και να αλλάξουν παπούτσια γιατί είδα στου Γιωργάκη νέα σκέδια πολύ αναπαυτικά και μαλακά. Μετά να ερχούντουσαν να τα διω κι εγώ και οι άλλες βέβαια και τα έβγανα απέ το κουτί και μισόβγαινα στην πόρτα να τα βλέπω καλύτερα στο φως της μέρας. Κι αυτός με έβλεπε βεβαίως!
Σε κάμποσο καιρό εκτός την πελατεία του που είχε φυσικά, μόνο απέ το κομμωτήριο δεν τις προλαβαίνανε που λέει ο λόγος! Τον έστελνα τη μια πίσω απέ την άλλη με κόλπο βέβαια. Έκανα σε όσες είχαν ψουνίσει απέ κεί κάτι λιγώματα, τι να σε λέω! Αχ και τι ωραίο σκέδιο και τι ποιότητα και πόσες βλέπω να φορούνε απέ κει παπούτσια, οι άλλες μέσα ζουλεύανε και λέανε να πάω κι εγώ να πάρω. Πλούσιες ήντανε και βγαίνανε πολύ και κολνούσε* η μια απέ την άλλη και ψουνίζανε από ίδια μαγαζιά αμά τα πιο ακριβά. Έβλεπαν στην βιτρίνα το σκέδιο που είχε πάρει η άλλη και την τιμή και διαλέγανε ένα πιο ακριβό. 
Αχ και ξαφνικά τον είδα να με γλυκοματιάζει αμά έκανα πως δεν καταλάβαινα, μη με περάσει και για καμιά εύκολη πρώτον κι έτσι για να τον τσιτσιρίσω και να μη πάρει χαμπάρι τη μηχανή για!
- Και τι μηχανή....μωρέ μπράβο σου κυρία Σουλτάνα!

Πόσα μπορεί να σκαρώσει ο νους ενός μικρού, άβγαλτου κοριτσιού που νιώθει την καρδιά να χτυπάει τρελά για έναν άνδρα όμορφο και δυνατό!
Δυνατός γιατί ένιωθε η μικρή τετραπέρατη Σουλτάνα ότι αφού χαιρετούσαν με τόσο σεβασμό το λεβεντόκορμο Γιώργο, ήταν κάποιος ανώτερος άνθρωπος και με τα λεφτά που σίγουρα είχε θα την έβγαζε απ' τη φτωχική ζωή της. Δεν πεινούσε βέβαια αλλά δεν είχε τη δυνατότητα ν' αποκτήσει όλα όσα λαχταρούσε. Χάζευε τις ακριβές βιτρίνες με τα πανάκριβα ρούχα και τα ονειρευόταν στο κορμί της, ένιωθε να την αγκαλιάζει το φίνο βελούδο και το αέρινο μετάξι. Φανταζόταν τις χοντρές αλυσίδες με τα μεγάλα παντατίφ να στολίζουν το λαιμό της, τα χέρια της να φορτώνονται από βραχιόλια και δαχτυλίδια, να έχει προσκλήσεις σε κοσμικά σαλόνια, να κυκλοφορεί στολισμένη, να μυρίζει άρωμα ακριβό...
- Στο μεταξύ επειδή με άρεσαν τα ωραία και ήμουν και όμορφη εδώ που τα λέμε, περπατούσα και τρίζανε τα πεζοδρόμια, σχεδόν ό,τι παραπάνω έβγανα απε κει, στις μοδίστρες τα έδινα, στις χάντρες και στα κραγιόνια. Τα άλλα για οικονομία τα έφκιαχνα μονάχη μου με ό,τι άκουγα απέ τις παλιές. Στο μαγαζί λέαμε ότι τα φέρνουν απ' έξω κι απλώς εγώ τα ανακάτωνα κι έφκιαχνα πολλά πράματα. Με έδιναν τις παράδες τα αφεντικά κι έστελνα την Άνθω και τα ψούνιζε κι έβγανα κι ένα ποσό εκτός του μιστού μου.
Επήαινα που λες και κάθε Σάββατο στο χαμάμ και τριβούμουνα καλά καλά με λίφι και σαπούνι τριαντάφυλλο που δεν υπάρχει καλύτερο για την καθαριότητα, άνοιγαν οι πόροι και μετά αρωματιζούμουνα ίσια με τις φτέρνες. Στα μαλλιά και στα τσίνουρα έβανα δαφνόλαδο πάντα και είχανε μια γυαλάδα....τι να σε λέω...
- Δαφνόλαδο; Για πες κυρία Σουλτάνα μου, πιάνει;
- Ναι κοκόνα μου! Βάλτο και θα διείς και θα με συχωρνάς που σε το είπα για!
- Πες, πες!
- Παίρνεις δαφνόλαδο απέ το φαρμακείο ή κάνα καλό βοτανάδικο. 
Άμα το φτιάξεις σπιτικό ακόμα καλύτερα! Λάδι απέ το καλό και κουκούτσια της δάφνης μέσα κι άστα στον ήλιο κάμποσο σε μπουκάλι όμως σκούρο να είναι.
Πριν λουστείς και μπανιαριστείς άλειψε το κεφάλι σου αμά πιο πολύ στις ρίζες να βάλεις. 
Κάνε τα μασάζ και τύλιχτα με νάιλον σακουλάκι, αυτά του λουτρού, ξέρεις ποιο σε λέγω.
Από πάνω τυλάς μια πετσέτα σφιχτά σφιχτά να το κρατεί ζεστό και κάνεις το μπάνιο σου απέ το λαιμό και κάτω. 
Μετά μια, δυο ωρίτσες, ξεπλένεις τα μαλλιά πρώτα με νερό και μετά με άσπρο καθαρό σαπούνι που βγάνει το λάδι ή αν αγαπάς σαμπουάν καλής μάρκας
Μαυρίζει τα μαλλιά και τα κάνει μεταξένια, το βράδυ πριν κοιμηθείς βάλε στα τσίνουρα προσεχτικά και θα τα διείς να μακραίνουνε! 




* Σερσέμω = Χαζή
* Γιαβρί μου = Μωρό μου
* Κολνούσε = Κολλούσε

2 σχόλια:

  1. ωραιο! Σαν την πολιτικη κουζινα! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Επειδή είναι τάλε κουάλε και απολαυστικότατες όλες τους φίλε Γρηγόρη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή