.

.
.

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Τον άντρα δε φτάνει μόνο να τόνε κερδίσεις, πρέπει να ξέρεις και να τόνε κρατήσεις



- Γίνηκε πολύ ωραίος γάμος μεγαλοπρεπής! Μας εστεφάνωσε ένας γνωστός έμπορας φίλος του που τα είχανε συμφωνημένα, άμα έβρισκε ο Γιωργάκης το ταίρι του εκείνος θα κρατούσε τα στέφανα. Η εκκλησία γιομάτη κόσμο, είχανε έρτει όλοι οι συγγενείς, οι φίλοι, οι γειτόνοι, όλοι μας ετιμήσανε και όλοι εκαθήσανε στο τραπέζι μετά. Είχαμε όργανα και γίνηκε ένα γλέντιιιιιιιι, τι να σε πω! Και ξέρεις, εκεί στο τραπέζι άνοιξε και η τύχη της Αθηνάς μας, ένας αξάδερφος του κουμπάρου την είδε και τον άρεσε κι απάνου στο χρόνο την επαντρέψαμε κι εκείνηνα.

Νιόπαντρη η Σουλτάνα απολάμβανε τη ζεστασιά του Γιώργου της και του ωραίου σπιτικού τους φορώντας τις μακριές μεταξωτές ρόμπες της και τα κεντημένα πασουμάκια της. 
Μαγείρευε  μερακλίδικα φαγητά με μπόλικο λάδι και μπαχαρικά. Τσιγάριζε το φρέσκο βούτυρο κι έφτιαχνε τα μακαρόνια, το ρυζάκι, τα κοκκινιστά της, τις πίτες, τους χαλβάδες, τα σάμαλι,  όλα πεντανόστιμα και καλοσερβιρισμένα. Γύριζε ο Γιώργος από το μαγαζί και την έβρισκε πάντα όμορφη, καθαρή, περιποιημένη, πρόσχαρη και πάντα με το γέλιο στο στόμα. Έτρωγε με ευχαρίστηση τις λιχουδιές της, έπινε και το καφεδάκι μαζί της κι έφευγε πάλι για το μαγαζί ικανοποιημένος και χαρούμενος. Για το βράδυ πάντα φρόντιζε να ετοιμάσει άλλο φαγητό η καλονοικοκυρά για να έχει ποικιλία ο "μπέης" της όπως τον αποκαλούσε, αλλά κι εκείνη άλλαζε ρούχα και χτένισμα για μη τη βαρεθεί όπως έλεγε και ήταν πάντα πρόθυμη και ζεστή μαζί του.
- Τον άντρα δε φτάνει μόνο να τόνε κερδίσεις, πρέπει να ξέρεις και να τόνε κρατήσεις. Άμα η γυναίκα δεν είναι ξύπνια, μετά τις πρώτες γλύκες του γάμου κι αφού περάσει ο καιρός και τηνε χορτάσει θα αρχινίσει ο άλλος να βαριέται κι άιντε τρέχα μετά. Εγώ ένα πράμα είχα μια ζωή! Ήθελα να μαθαίνω τα πάντα και τα καλά και τα κακά και να διαπιστώνω που βρίσκουνται γενικώς τα φταιξίματα. Να ξέρεις ότι ο άντρας όσο καλός και χρυσός να είναι δεν παύει να είναι αρσενικό κι απέ τη φύση του άμα είναι στερημένος θα ξενοκοιτάξει. Εκτός βέβαια άμα το 'χει η κούτρα του ονόματα μη λέμε και τότενες φταις άμα πας και μπλέκεις γιατί αυτό το ελάττωμα δεν αλλάζει για! Τα ζήσαμε με τον προκομμένο της Άνθως που στραβώθηκε και τόνε πήρε μη χάσει! 
Η Ανθούλα κατέβασε το κεφάλι της και γέλασε μάλλον για να μη δώσει η αδερφή της συνέχεια και ξαναμαλώσουν για πολλοστή φορά...
- Δόξα σοι ο Θεός δεν είχα τέτοια προβλήματα. Τίμιος με στάθηκε, μάτια δεν εγύρισε να διεί άλληνα κι ας νταραβεριζούντανε όλο με γυναίκες ένεκα η δουλειά του, μη νομίζεις ότι δεν τόνε γυροφέρνανε. Αμά κι εγώ όμως που ήμουνε κωλοπετσωμένη όπως με λέγανε ψαχνούμουνα πάντα κι όλο εκπλήξεις τον έκανα και θερμή και τρυφερή και νοικοκυρά και τα πάντα. Με άρεσε και να βγαίνω και το χάζι και όλα αμά την ώρα που θα ερχούντανε ο άντρας μου ήθελα να με βρίσκει στο σπίτι να τόνε φροντίσω και να τόνε περιποιηθώ και να τον αγκαλιάζω. Σηκωνόμουνε το πρωί, συγύριζα, μαγείρευα να ξενοιάζω και πολλές φορές πήαινα κομμάτι στο μαγαζί και καθούμουνα. Και στο κομμωτήριο πήαινα και καλαμπουρίζαμε εκεί. Τους έλεα και τον καφέ κι έκαμα γούστο τις πελάτισσες που τις περισσότερες τις ήξερα από όταν εργαζούμουνα κι εγώ εκεί. Αμά το μεγάλο θέαμα ήντουνε η Φιλιώ.  

 Η Φιλιώ ερχόταν πιο τακτικά στο κομμωτήριο, πότε για τις τούφες που ξέφυγαν από τον περίτεχνο κότσο της, πότε για τα νύχια της, πότε για περιποίηση ποδιών. Ειδικά στα πόδια έδινε μεγάλη σημασία. Δυο φορές την εβδομάδα ζεστό ποδόλουτρο, ελαφρόπετρες, λάδια, κάθε δέκα μέρες χαλάουα με το ζεστό κερί σε πόδια και μασχάλες. Τους έκανε εντύπωση βέβαια αυτό, ελεύθερη κοπέλα να είναι πια τόσο μίζερη. Ήταν πάντα ακριβά ντυμένη, φορούσε ωραία κοσμήματα, όλα διαφορετικά, σπάνια την έβλεπες να φοράει τα ίδια κι από του Γιωργάκη αγόραζε πολύ συχνά ακριβά παπούτσια. Τη σέβονταν και τη θαύμαζαν όλοι την κομψή δεσποινίδα της καλής οικογενείας που όταν έμπαινε μοσχοβολούσε άρωμα ακριβό και τη ζήλευαν για τους καλούς αριστοκρατικούς της τρόπους. Μορφωμένη, πολυταξιδεμένη, τη σκέπαζε κι ένα πέπλο μυστηρίου γιατί ενώ είχε πει ότι ο από χρόνια πεθαμένος πατέρας της ανήκε στους εφοπλιστικούς κύκλους δεν τον ήξερε κανείς. Η περιέργεια των άλλων πλουσίων κυριών που συχνά την καλούσαν σε κοσμικές εκδηλώσεις τις είχε κάνει να ψάχνουν το γενεαλογικό της δέντρο αλλά άκρη δεν έβρισκαν...

- Έλεε ότι ήτανε εξ Αγγλίας και τους είχε φέρει η δουλειά του μπαμπά της εδώ και δεν επρόλαβε ο καημένος να ζήσει πολύν καιρό γιατί τόνε βρήκε αρρώστια βαριά και ήντανε κλεισμένος στο σπίτι με γιατρικά αμά δεν γλύτωσε και πριν κάνα δυο χρόνια είχε χάσει και τη μαμά της. Μετά εκείνη έφυε ταξίδι να ξεχαστεί και ξαναγύρισε αφού περάσανε κάμποσοι μήνες! είπε περιφρονητικά η Σουλτάνα και η Ανθούλα χασκογελούσε πονηρά.
Ένα απογεματάκι επήραν η Αθηνά και η Ανθούλα άδεια για να πάμε στην αγορά να ψουνίσουμε προικιά να ετοιμαστεί κι εκείνη για το γάμο της να πάρει και η μικρή κάποια ρουχαλάκια. Όσοι παράδες ζήτησα με τους έδωκε ο άντρας μου με χαρά μεγάλη γιατί προστάτευε τις αδερφές μου και θα στεκούμασταν πολύ στις χαρές τους, κι ο αδερφός μας φυσικά. Ο μπαμπάς μας ήτουνε άφραγκος και περνούσε απέ το μαγαζί και τόνε χαρτζιλίκωνε ο Γιώργος μου και πότε σε μένα πότε στης Φωτεινής έτρωε κι ένα πιάτο φαΐ. Αμά είχε πάθει και το συκώτι του απέ το πολύ πιοτό και ήτουνε κίτρινος σαν το φλουρί ο αδικιορισμένος* κι όσο να το πεις τόνε λυπούμαστανε το γρουσούζη που τον έτρωε η αρρώστια και οι τύψεις που είχε χάσει τη μαμά μας. Παρηγοριά και ησυχία δεν είχε βρει απέ τότε. Να που λένε εδώ πλερώνονται ούλα, αλήθεια είναι κι έχομε πολλά παραδείγματα.

Ξεκίνησαν από τα ασπρόρουχα που ήταν το βασικό προικιό κάθε κοπέλας. Σεντόνια, μαξιλάρια, πετσέτες, τραπεζομάντιλα, πεσκίρια, έφτασαν και στα εσώρουχα. 
Μεγάλη σημασία έδιναν στα νυχτικά, τις ρόμπες, ό,τι θα φορούσε μια νιόνυφη κοπέλα τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον του γάμου της για να είναι θελκτική και να τη λαχταρά ο άντρας της. Οι έξυπνες και καπάτσες τα πρόσεχαν μέχρι τα γεράματά τους, κατά την ηλικία και το σώμα τους βέβαια φορούσαν τα ανάλογα, αλλά στις νέες δεν επιτρέπονταν τα βαμβακερά εκτός κι αν ήταν ελεύθερες. Από τις αγορές τους καταλάβαινες αν είχαν άντρα ή όχι, οι δε επιλογές στη διαφάνεια εξαρτιόταν από το πόσο τολμηρή ήταν η γυναίκα απέναντι στο σύζυγο. Μπήκαν γελώντας σ' ένα από τα πιο καλά μαγαζιά που είχε στη βιτρίνα σατέν και μεταξωτά και κοντοστάθηκαν μυρίζοντας άρωμα σπάνιο αλλά και κάπως οικείο χαζεύοντας την υπάλληλο που δειγμάτιζε ένα κατακόκκινο διάφανο σετ σε μια κυρία που φορούσε κομψό ταγέρ και καπέλο με φτερό. 
Της είπε <<με γεια σας>> και το αμπαλάριζε, η κυρία άνοιξε την τσάντα να πληρώσει και γυρίζοντας ελαφρά είδαν το πρόσωπό της κι έμειναν αποσβολωμένες. Η Φιλιώ! 
- Κεραμίδα την ήρτε και γένηκε κατακόκκινη έτσι δα! είπε η Ανθούλα δείχνοντας τα νύχια της Σουλτάνας. Τρεμούλα τηνε έπιασε αμά την άλλη στιγμή ξεροκατάπιε, σήκωσε το κεφάλι ψηλά και μας εχαιρέτισε τυπικά. Επήρε το πακέτο της και γίνηκε καπνός! Χα χα χα!
- Μπρε Αθηνά, κοπέλα οικογενείας και λεύτερη να ψουνίζει τέτοια αρσίζικα* πράματα; Εδώ εγώ που τα προσέχω τα εσώρουχά μου να είναι ωραία και καλά που με βλέπει ο άντρας μου και ντρέπουμαι μόνο που τα κοιτώ, όχι και να τα βάλω σα να είμαι της βίζιτας!

Από την υπάλληλο έμαθαν με τρόπο βέβαια ότι είναι πολύ καλή και τακτική πελάτισσα η Φιλιώ κι ότι ποτέ δεν αγοράζει ό,τι είχαν στη βιτρίνα. Ήθελε πάντα το προκλητικό που κανένα μαγαζί δε θα μπορούσε να εκθέσει. Διέθετε ωραίο κορμί και της άρεσε να το καμαρώνει μέρα νύχτα. Πλήρωνε χωρίς παζάρια, άφηνε πάντα στο πέρασμά της το μεθυστικό άρωμα που μάλλον θα ήταν Γαλλικό γιατί στα γνωστά μυροπωλείο της Κωνσταντινούπολης δεν πουλιόταν κάτι ανάλογο. Οι κοκέτες ήξεραν πάντα τι κυκλοφορεί στα μαγαζιά.
- Χούγια των πλουσίων και μορφωμένων θα είναι μπρε κορίτσια, είπε η υπάλληλος κουνώντας το κεφάλι. 
Τι χούγια.... Στο κομμωτήριο βέβαια όσες φορές έκανε χαλάουα κι ανέβαζε τις φούστες της μέχρι ψηλά στον αφαλό πάντα ακριβές άσπρες δαντελένιες κιλότες φορούσε, μπούστα ασορτί, φίνες λεπτές κάλτσες με ζαρτιέρες, τολμηρά όμως δε θα τα έλεγες. 
Έφτασαν στο σπίτι και η Σουλτάνα ζέστανε κι αυγόκοψε τους λαχανοντολμάδες. Σε λίγο θα ερχόταν και ο Γιώργος να φάνε όλοι μαζί. 
Στο αβγολέμονο έβαζε όλη της την τέχνη. Πρόσεχε μη της κόψει και γινόταν το φαγητό αριστούργημα.  
- Δεν χτυπούσα τα αυγά έτσι ολόκληρα που κάμνουνε οι νοικοκυράδες και γένεται σαν τη σούπα το φαΐ. 
Ξεχώριζα τα ασπράδια απέ τοις κορκοί, πάντα δυο αυγά για να γένεται νόστιμο να ξεύρεις. 
Τα χτυπούσα πολύ καλά και σε άλλο πιάτο τα ασπράδια ίσια με να φουσκώσουν και να γένουν σα μαρέγκα.
Είχα σφίξει* λεμονάκι μπόλικο γιατί στο ξινό ήτουνε όλη η νοστιμιά κι αφού είχα τα αυγουλάκια στα δυο πιάτα έπιανα να τα ενώσω.
Απαλά χτυπούσα τοις κορκοί κι έριχνα λίγο λίγο τα ασπράδια μη και με ξεφουσκώσουνε.
Μετά εσήκωνα ψηλά το στίφτη κι έσταζα στάλα στάλα το λεμόνι και γινούντανε ένα πράμα σαν το καϊμάκι αμά αφρός!
Τέλος χτυπώντας ακόμα πιο σιγά έριχνα το ζεστό ζουμάκι και μετά στο τσουκάλι με το ένα χέρι και με το άλλο το κουνούσα μη με κόψει. 
Αυτό έπρεπε να μείνει κάμποση ωρίτσα να δέσει με τις ντολμάδες. Δεν το σερβιρίζεις αμέσως, χάνει απέ τη γεύση του.
Η Ανθούλα έγλειψε τα χείλη της και κούνησε νοσταλγικά το κεφάλι. 
- Τριώ λογιώ κιμάδες έβανε, μοσχαρίσιο, χοιρινό και αρνίσιο! Αχ μπρε και να 'χαμε ένα πιάτο τώρα να διείς νοστιμιά!



Αδικιορισμένος - Καταραμένος

Αρσίζικα - Πρόστυχα 

Σφίξει - Στύψει

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου