.

.
.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Η Αμορόζα


Οι πρώτες δειλές αχτίδες του πρωινού ήλιου βρήκαν αγκαλιασμένο το ζευγάρι να κοιμάται κάτω από πουπουλένιο γαλάζιο πάπλωμα.
Ο Θανάσης άνοιξε τα μάτια και θαύμασε το τρυφερό πλάσμα που κοιμόταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στο στήθος του. Ανάσανε την ευωδιά των μαλλιών της και σηκώθηκε προσεκτικά για να μη την ξυπνήσει. Η ώρα περνούσε κι έπρεπε να φύγει για τη δουλειά. Ντύθηκε, ετοιμάστηκε χαρούμενος και πριν φύγει έσκυψε και φίλησε απαλά τα ροδαλά χείλη της. 
Είχε χειμωνιάσει και το κρύο ήταν τσουχτερό. Έριχνε χιονόνερο και λίγους ανθρώπους έβλεπες αυτή την ώρα κουκουλωμένους να περπατάνε βιαστικά για τις δουλειές τους.
Η Ειρήνη τεντώθηκε νωχελικά και χουζούρεψε λίγο στο ζεστό κρεβάτι σκεπτόμενη τι θα μαγειρέψει. Κρύα μέρα και μια ζεστή κρεατόσουπα ήταν ό,τι έπρεπε.
Φόρεσε τη ζεστή βελούδινη ρόμπα της κι άνοιξε τα παράθυρα να αερίσει το σπίτι. Απόλαυσε στην κουζίνα το πρωινό της καφεδάκι, συγύρισε το σπίτι κι άρχισε να ετοιμάζει το φαγητό. Όσο έβραζε το κρέας ψιλόκοψε τα λαχανικά για τη σούπα σιγοτραγουδώντας κι έπιασε να καθαρίσει μήλα για πίτα. Άναψε τις σόμπες να είναι τα δωμάτια ζεστά, φόρεσε το χοντρό κόκκινο καφτάνι της με τα χρυσά σιρίτια, έβαλε λίγο άρωμα πίσω απ' τα αυτιά. Διόρθωσε το κραγιόν της, έβαλε λίγο ρουζ στα μάγουλα και μάζεψε τα μαλλιά της με ασημένιο χτενάκι. Το τραπέζι ήταν έτοιμο στρωμένο, η καράφα με το κρασί, τα ποτήρια, το ψωμί στο μικρό φουρνάκι ζεσταινόταν. 
Το πρώτο που μύρισε ο Θανάσης όταν άνοιξε την πόρτα ήταν τα κανελογαρίφαλα και το ψημένο μήλο. Μέχρι να κλείσει την πόρτα πίσω του πρόβαλε γελαστή η Ειρήνη και τον καλωσόρισε φιλώντας τον στο μάγουλο τρυφερά. 
- Κρύο πολύ σήμερα Θανάση μου, έλα στη φωτιά να ζεσταθείς πασά μου μέχρι να σερβίρω. 
- Πωπωπωωωω γιαβρί μου, τι έφτιαξαν τα χρυσά σου τα χεράκια πάλι και μοσχοβολάει το σπίτι; 
- Κρεατόσουπα και μηλόπιτα! 

Θαύμαζε την αξιοσύνη και το γλυκό της στόμα ο Θανάσης. Τι σχέση είχε η Ειρήνη με την πρώην γυναίκα του τη Λαμπρινή... Καμία απολύτως! Και μόνο που τη σκεφτόταν αηδίαζε. 
Του φαινόταν πια πολύ μακρινό εκείνο το ξερό <<μπα, ήρθες;>> της γρουσούζας κι ας είχαν περάσει μόνο λίγοι μήνες. Το τραπέζι του ήταν γεμάτο νοστιμιές μερακλίδικες, τον ρωτούσε τι ήθελε να μαγειρέψει και σχεδόν πάντα συμπλήρωνε κάτι ορεκτικό. Το καφεδάκι του βαρύ γλυκό όπως του άρεσε, το έπινε στην αναπαυτική πολυθρόνα του σαλονιού καμαρώνοντας το σκαλιστό μπουφέ στολισμένο με τα ασημικά που άστραφταν.
- Ο νοικοκύρης πρέπει πρώτος να τα χαίρεται Θανάση μου, καλύτεροι είναι οι μουσαφίρηδες; Τα σαλόνια είναι για να τα χαιρόμαστε κάθε μέρα κι όχι μονάχα τις γιορτές.
Το κρεβάτι ζεστό κι όμορφα στρωμένο με ωραία καλύμματα. Απολάμβανε την ξεκούραση στα μαξιλάρια και τα σεντόνια με δαντέλα στις άκρες που  μοσχομύριζαν λεβάντα. 
Η Ειρήνη όμορφη πάντα, θελκτική, καλοφτιαγμένη, θερμή και τρυφερή τον είχε ξετρελάνει. Χαιρόταν μαζί της την κάθε στιγμή. Όπου κι αν πήγαιναν άφηνε τις καλύτερες εντυπώσεις με τη φινέτσα και την ευγένειά της. Πρόσχαρη πάντα με τους φίλους και συγγενείς, τους καλούσε στο σπίτι κι έκαναν γλέντια αξέχαστα!


Στα εικοσιδύο της παντρεύτηκε από προξενιό αλλά πριν κλείσουν τρεις μήνες σκοτώθηκε ο άντρας της στο καράβι που επισκεύαζαν. Κλείστηκε στο σπίτι θρηνώντας τον άνθρωπό της που χάθηκε, το γάμο που δε χάρηκε, το παιδί που δεν πρόλαβε να αποκτήσει... 
Πέρασαν έτσι τρία χρόνια μέχρι ν' αρχίσει να βγαίνει με συγγενείς ή φιλικές παρέες για φαγητό ή γλυκό. Αν κανόνιζαν να πάνε κάπου για διασκέδαση με μουσική δεν ακολουθούσε. Ένα βραδάκι μόλις άρχισε να καλοκαιριάζει γνώρισε το Θανάση μέσω των εξαδέλφων της. Δεν ήξεραν ότι η γνωριμία τους δεν ήταν και τόσο τυχαία. 
Ξέροντας ο κύριος και η κυρία Αντωνόγλου το χαρακτήρα και των δύο, πίστεψαν ότι θα ήταν πολύ ταιριαστό ζευγάρι. Κανόνισαν λοιπόν μια συνάντηση στην παραλιακή ταβέρνα που σύχναζαν.  Κουβέντα σε κανέναν τους δεν είπαν για το σκοπό που είχαν βάλει.
Πήραν την Ειρήνη να ξεδώσει λιγάκι, είχαν πει και στο φίλο τους να περάσει για μπυρίτσα και συναντήθηκαν. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε το ενδιαφέρον του Θανάση για την όμορφη κοπέλα. Όταν έμαθε τι της είχε συμβεί αποφάσισε να την πλησιάσει. Αγαπήθηκαν με πάθος και σε δυο μήνες την πήρε σπίτι του για να ξεχάσει το παρελθόν όσο πιο γρήγορα γίνεται. 
Άφησε το σπίτι που είχε ζήσει ελάχιστα με τον άντρα της. Άλλη περιοχή, άλλες εικόνες, ένας άντρας που ερωτεύτηκε και την έκανε να νιώθει γυναίκα ολοκληρωμένη. Μέχρι να βεβαιωθεί ότι ο γάμος του είχε τελειώσει οριστικά ένιωθε ανασφάλεια, όμως ξαλάφρωσε η ψυχή της όταν τον άκουσε να το λέει στον πρώην κουνιάδο του. 

Ήταν εκεί όταν πήγε ο Γιώργος να εξηγηθεί με το Θανάση. Την ενημέρωσε πριν του ανοίξει και τα άκουσε όλα κρυμμένη στην κρεβατοκάμαρα. Έκλαιγε από χαρά και ευτυχία. 
Μπορούσε να αφεθεί ολοκληρωτικά σ' εκείνον, να ζήσουν τον έρωτά τους και δε θα χρειαζόταν να κρύβονται μέχρι να βγει το διαζύγιο που θα χάριζε την ελευθερία στον αγαπημένο της...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου