.

.
.

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Πως θα στεφανωθούν; Αφού είναι παντρεμένος μ' εμένανε!



Άστραψε και βρόντηξε η Λαμπρινή! 
Τον κόσμο στο πόδι σήκωσε απ' τις φωνές κι έτρεξε η μάνα της να κλείσει καλά τα παράθυρα. Ο Βασίλης τα είπε στο Γιώργο λεπτομερώς κι έγινε χαμός όταν τα έμαθε η αδερφή του.
- Τι με λες τώρα, είσαι με τα καλά σου κι εσύ, για ζάβωσες ντιπ για ντιπ; Πως θα στεφανωθούν; Αφού είναι παντρεμένος μ' εμένανε! Γάμος με δυο γυναίκες γένεται; Κι αυτή η αρσίζα, η ελεεινή, το παλιογύναικο, πού πάει και μπλέκει με άντρα παντρεμένο; Με τα είπανε τι κουμάσι είναι που 'φαε τον άντρα της και θέλει άλλονε να πάρει! Ποιος ξέρει τι τόνε ποτίζει και τόνε τύλιξε... Άκου στεφανώματα με δαύτηνα ο άντρας μου, πού να τα πω; Το ινάτι του κάμει για να κοκορεύεται, θα τη χορτάσει και θα τήνε διώξει. Μαλώσαμε αμά θα τόνε περάσει ο θυμός και θα με ζητάει πίσω, κει να διεις τι θα τόνε κάμω!
- Λαμπρινή θα τη στεφανωθεί. Άντρας σου για λίγο ακόμα  στα χαρτιά είναι μόνο, θα πάρετε διαζύγιο. Γιατί δε θες να το καταλάβεις; Καλό είναι να τελειώνετε ήρεμα και να τραβήξετε το δρόμο σας.
- Θεέ μου τι ακούω! Τι αδερφός είσαι εσύ να θες με το ζόρι να χωρίσω τον άντρα μου; 

Μέρες τραβούσε η ίδια συζήτηση με τον παραλογισμό της. Πείσμα και ξεροκεφαλιά, τους είχε σπάσει τα νεύρα. Το κακό ήταν ότι πήγαινε σχεδόν καθημερινά στου αδερφού της και τον ακολουθούσε μετά στο σπίτι. Η Σουλτάνα έβραζε, ετοίμαζαν τη βάφτιση και είχε φούριες. Όταν έφτασε στο αμήν, ούρλιαξε και στους δυο να κλειστούν σ' ένα δωμάτιο να μη τους ακούει. Ήταν δε σε τέτοια κατάσταση που δεν τόλμησε κανείς τους να φέρει αντίρρηση...



Ο νεοφώτιστος Ιάκωβος κοιμόταν κουκουλωμένος στην αγκαλιά του νονού του. Βγαίνοντας από την εκκλησία, οι περισσότεροι καλεσμένοι θα πήγαιναν στο σπίτι. Εκεί περίμενε η μαμά να παραλάβει με μετάνοια το παιδί από τον πνευματικό του πατέρα. Είχαν στρωθεί αρκετά τραπέζια στη σειρά με κάτασπρα λινά τραπεζομάντιλα φορτωμένα φαγητά. 
Δύο αρνιά που είχαν είχαν στείλει στο φούρνο με μικρές ολόκληρες ροδοψημένες πατατούλες, χοιρινά μπούτια με μπόλικο σκορδάκι και κρούστα μουστάρδας σε μεγάλες πιατέλες περίμεναν διπλοσκεπασμένα για να μη παγώσουν. Μπουρέκια με κιμά, τυρόπιτες, σαλάτες με όλων των ειδών τα λαχανικά, αλλαντικά, τυριά, όλα στολισμένα με σγουρό μαϊντανό, ραπανάκια κι ελίτσες. Για γλυκά είχαν μπακλαβά, σάμαλι, κουραμπιέδες και μελομακάρονα. Όλα μοσχοβολούσαν φρέσκο καλό βούτυρο και κανέλα .
Όλες οι αδερφές και δυο καλές τους φίλες είχαν επιστρατευτεί δυο μέρες στην κουζίνα. Μέχρι την ώρα της βάφτισης τα είχαν όλα έτοιμα. Ακολούθησε γλέντι μέχρι αργά κι ο κουμπάρος πλησίασε συνωμοτικά τη Σουλτάνα κάποια στιγμή. 
- Μπρε κουμπαρούλα μου, μια ιδέα έχω για τη τζαναμπέτα να τήνε ξεφορτωνόσαστε κομμάτι... 
Η μητέρα ενός φίλου του που υπέφερε από αρθριτικά, είχε πρόβλημα και με τα μάτια της και δε μπορούσε πλέον να διαβάσει. Κλεισμένη στο σπίτι τον περισσότερο καιρό και μόνη, χρειαζόταν μια γυναίκα να την προσέχει, να μιλάνε, να της διαβάζει κάτι για να περνάει η ώρα της ευχάριστα. Ήταν καλόβολη γυναίκα και γενικά της άρεσε να ακούει διάφορες ιστορίες γνωστών και αγνώστων και να σχολιάζει μετά. Κουβέντα να γίνεται και με αληθινά πρόσωπα, όχι μόνο τα παραμύθια των βιβλίων. Σκέφτηκε να της πασάρουν τη Λαμπρινή τάχα για να ασχολείται και να μη σκέφτεται συνεχώς το Θανάση και το διαζύγιο. 
Η πανέξυπνη Σουλτάνα, για να μην αρνηθεί η κουνιάδα της, του είπε να το αναφέρει με τρόπο όταν τις έβλεπε κοντά. Την πλησίασε κι άρχισε την εφαρμογή του σχεδίου της. 
- Κουμπάρε τι να σε πω, μακάρι να μην είχα το μωρό και θα πήαινα εγώ. Ούλο σπίτι στα ίδια και στα ίδια, βαριέμαι κομμάτι... Κι αφού με λες που είναι τόσο καλή γυναίκα και πλερώνει και καλά μη το συζητάς, θα διω να σε στείλω καμιά να κάμει την τύχη της. Τόσες γνωστές έχομε, γιατί να πάει καμιά ξένη; Δουλειά να κάθεσαι και να μιλάς και να μαζεύεις του κόσμου τις παράδες δεν έχω ακούσει ξανά!
Η Λαμπρινή παρακολουθούσε με περιέργεια. Ρώτησε ποια ήταν, που μένει, τι ακριβώς ζητούσε να κάνει η γυναίκα που θα την πρόσεχε. 
Η Σουλτάνα έκλεισε το μάτι στον κουμπάρο γνέφοντας καταφατικά.
- Μπρε Λαμπρινή, μπας και θες να το σκεφτείς, γιατί να μη πηγαίνεις εσύ να ξεσκάς κομμάτι; Καφέ θα πίνετε, θα σεργιανάτε, θα κουσελεύετε, την ώρα σου θα περνάς και θα κάμεις γερό κομπόδεμα. Ξέρεις τι καλή γυναίκα που είναι η κυρά Ζαφείρα; Και πόσα θα 'χει να σε λέει, καρδιά δε θα σε κάνει να φεύγεις το βράδυ. 

Την επομένη το απόγευμα Ζαφείρα και Λαμπρινή έπιναν καφέ και περνούσαν το Θανάση από σαράντα κύματα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου