.

.
.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Διέτηνα που είναι με το νύχι εκεί!


Όταν πήγε τη Σουλτάνα ο Γιώργος να  γνωριστεί με την οικογένειά του την είχε προετοιμάσει για την παραξενιά της αδερφής του.
<<Καλή γυναίκα είναι αμά κομματάκι απότομη κι αγέλαστη. Μη γνοιάζεσαι κοκόνα μου εσύ, στα πόδια μας δε θα την έχομε, άντε δυο τρεις φορές το χρόνο να βλεπούμαστε. Τον άντρα της όμως θα τόνε αγαπήσεις αμέσως, ωραίος άνθρωπος!>> 
Συγκρατημένη η Λαμπρινή της έδωσε ψυχρά το χέρι και την κοιτούσε από το κεφάλι μέχρι τα πόδια επιφυλακτικά. Χαμόγελο στα χείλη της δεν είδε, αντίθετα ο Θανάσης την έκανε να αισθάνεται άνετα με το γέλιο και την καλή του πρόθεση. Όλη η οικογένεια ήταν χαρούμενη, η πεθερά, η άλλη της κουνιάδα, ο άντρας της,  τους αγάπησε και την αγάπησαν από την πρώτη στιγμή. 
Η Σουλτάνα θέλησε με τον καιρό να πλησιάσει την ιδιότροπη κουνιάδα της και πάντα την καλούσε στο σπίτι τους, προσπαθώντας να της φτιάξει τη διάθεση και να της ανοιχτεί, ίσως έτσι άλλαζε κάπως το μυαλό της. Μάταιος κόπος...

- Α πα πα! Χριστέ και Παναγία μου τι άθρωπος, να μη τηνε βρίσκεις πουθενά! Γρουσούζα σε ούλα της!
Ερχούντανε στρυφνή με μια καμιζόλα* κλειστή ίσια με το σαγόνι και της κρεμούντανε ένας σταυρός ξύλινος  μεγάλος που ήτουνε για τον τοίχο κι όχι να τόνε βάλει άθρωπος! 
Κάλτσες ψιλές δε φόραε, μάλλινες ίσια με το γόνατο κι εκείνα τα μαλλιά της ένα κότσο τραβηγμένα που λες και τσίτωνε το μούτρο της, σαν τον κακό χρόνο ήτουνε ένα πράμα. 
Την έλεγα καλώς τη Λαμπρινίτσα μου, έλα και σε περίμενα να πιούμε καφεδάκι, όχι μ' έλεγε, ένα τσάι μοσχομυριστό τότες, όχι μ' έλεγε.
Τι πορτοκαλάδα, τι πιοτά, τι γλυκά, ό,τι είχα να τηνε τρατάρω, όλο όχι και δε θέλω μ' έλεγε. 
Έλα να σε βάλω μια ωραία πομάδα να φρεσκάρει το δέρμα που βάνω κι εγώ κι ύστερα θα σε κάνω ένα πεντικιούρ, να σε βάψω και τα νύχια να σε κάνω και μπούκλες τα μαλλιά να διεις τι ωραία θα περάσουμε, δεν τα κάνω εγώ αυτά τα πράματα μ' έλεγε, άσε με ήσυχη!

Την καλόπιανε όπως μπορούσε αλλά κανένα αποτέλεσμα, μόνο στο κουσέλι* ήταν καλή. Όταν έπιανε το αυτί της ότι θα έρθουν οι αδερφές της ή κάποια φίλη, πρώτη αριβάριζε και στρογγυλοκαθόταν μη χάσει λέξη. Ο Θανάσης άρχισε να παραπονιέται στην πεθερά και τους κουνιάδους ότι πλέον οι καβγάδες ήταν καθημερινοί.
Μόνο στο μυαλό της είχε για τα καλά δεμένο τον άντρα της. Του άρεσα, με διάλεξε, με πήρε, μια ζωή θα είμαστε μαζί θέλει δε θέλει, χωρίς πολλά πάρε δώσε.
Άντε καμιά επίσκεψη που και που στα σόγια, όχι γιατί τους επιθυμούσε αλλά για να μαθαίνει τα οικογενειακά τους και να ρίχνει μετά το φαρμάκι της.  Όταν δεν είχε πρόσβαση πίσω απ' την κουρτίνα της, έριχνε μια ζακέτα πάνω της κι όπως ήταν με τη σκούρα μάλλινη ρόμπα έβγαινε και τριγύριζε στα σοκάκια τάχα για να ψωνίσει. Η περιέργεια την έκανε να παρακολουθεί τις ζωές των άλλων. Ένιωθε καλά στο μικρόκοσμό της και σιγά μην άλλαζε συνήθειες για χάρη του.
Ο Θανάσης ασφυκτιούσε. Αλλιώς περίμενε τον έγγαμο βίο τους. Ήθελε να βλέπει και δυο συγγενείς, φίλους, το Σαββατοκύριακο τουλάχιστον να αφήνει τις σκοτούρες της δουλειάς. Και για τη γυναίκα του το ίδιο σκεφτόταν, θα κοπιάζει όλη την εβδομάδα στο σπίτι, έπρεπε να ξεσκάσει κι εκείνη ανθρωπινά.  Απλά και καθημερινά πράγματα ζητούσε, η Λαμπρινή όμως κάθε φορά τον απογοήτευε. 
- Λαμπρινή πάμε το βράδυ για ουζάκι, κατά τις οκτώ να είσαι έτοιμη!
- Άντε πάλι εσύ με τα ουζάκια σου, δε μπορώ, κουράστηκα με τη μπουγάδα σήμερις...
- Για να ξεκουραστείς σε λέω να πάμε!
- Σε είπα δε μπορώ κι άμα θες πήαινε μόνος σου!  
- Πώς μόνος μου μέσα στα αντρόγυνα; Κι άμα με πούνε που είσαι τι να πω μπρε γυναίκα; 
- Δε με νοιάζει, λέγε άρρωστη είναι και δε μποράει...


- Λαμπρινή πεθύμησα τζιέρια, στου Μαθιού ψήνουνε κοκορέτσια και μαζεύτηκαν ούλοι.
- Κι άμα μαζεύουνται αυτοί καλά κάμνουνε, εγώ τι σε φταίω; 
- Λαμπρινή, να πάμε στο καζίνο* για μπυρίτσα είπαμε με τα αδέρφια μου, μας περιμένουνε! 
- Ωχ κι εσύ, άσε με και πού να τρέχω... Πάγαινε μόνος σου!
- Την άλλη βδομάδα είπανε ο Γιώργος κι η Σουλτάνα να πάμε εκδρομή και να κάτσουμε για ψητά και μετά για παγωτό. Ωραία θα περάσουμε!
-Το μυαλό της όλο στοις δρόμοι το έχει αυτή η νύφη, τραβολογά και τον αδερφό μου που δουλεύει ούλη μέρα στο μαγαζί κι αντίς να τόνε λέει κάτσε σπίτι να ξεκουραστείς τόνε τρέχει. Δεν ξεύρω άμα πάμε, άσε με και θα διούμε... 
- Λαμπρινή, τι να διούμε πάλι με λες;
- Μπρε καλά το έλεα που δεν κάνει αυτή για το Γιώργο μας αμά ποιος να με ακούσει εμένανε; Διέτηνα που είναι με το νύχι εκεί κι ούλο χρώματα αλλάζει και δως του οι πομάδες και δως του τα κραγιόνια και να τα μεταξωτά και τα φουρό... Αμά έτσι τόνε τύλιξε και τόνε έβαλε στο βρακί της μέσα και τήνε κοιτά στα μάτια ο ζαβός... 
- Δεν έχεις τσίπα πάνω σου πια που ούλο πιάνεις την κοπέλα στο στόμα σου; Τι σ' έκαμε και τήνε κατηγορείς; Πολύ ωραία πάντα σε φέρεται, πρόσχαρη είναι, καλοδεχτική είναι, ο αδερφός σου τυχερός είναι που πήρε τη Σουλτάνα. Εσύ ζούσες με όλα σου τα καλά κι έκανες μαύρη τη ζωή των δικώνε σου και μετά τη δική μου κι εκείνη επάλευε τίμια να βγάλει δυο παράδες για να ζήσει. Πάντα ήτουνε με το γέλιο στο στόμα μου 'λεγε ο αδερφός σου που την έβλεπε κι ας σηκωνόταν αξημέρωτα να ετοιμάσει τις πομάδες που κατηγοράς! 
Πομάδες που βάζει όπως όλες οι γυναίκες, κραγιόνια που βάζει όπως οι πιο πολλές γυναίκες, τούλια και μεταξωτά που εσύ τα ΄χεις παραχώσει να τα τρώει ο σκόρος αυτή τα φορά και τα χαίρεται και τήνε καμαρώνει ο άντρας της. Εγώ τι έχω να καμαρώσω από σένα, με λες; Μήτε ένα φαγητό να φχαριστηθώ δε γνοιάστηκες να με κάμεις κι ούλο όσπρια, τραχανά, πατάτες γιαχνιστές, ρύζι με σάλτσα και σούπες με ταΐζεις τόσα χρόνια εδώ μέσα! Ας είναι καλά η κυρά Δόμνα που έφερνε κρυφά κάνα μπουρέκι ή ψητούλι ή ντολμαδάκια ή κάνα ρόστο κι έτρωγα και μη νομίζεις ότι δεν καταλάβαινα που ήτουνε της μάνας σου δουλειά κι ας έμενε ξέσκεπο να μυρίζει το σπίτι σα να το έφκιαξες εσύ! 
Το νύχι εκεί το 'χει η νύφη σου και βαμμένο και πολύ ωραία είναι, άντρα έχει και τήνε καμαρώνει. Ας τα είχες κι εσύ που σε βλέπω έτσι δα και τρομάζω.  Όποτε μας εκάλεσε για τραπέζι περιδρόμιαζες τα πάντα, τα νύχια της δε σε ξινίσανε!
- Μμμμμ... 
- Δυο λογιών φαγιά τη μέρα σιάχνει τον αδερφό σου κι εκείνος τήνε μαλώνει που κουράζεται αμά εκείνη θέλει και τα ψήνει για να τόνε φχαριστήσει. Θαρρείς που δεν τα ξέρω, όλα μαθαίνουνται. Εσένα τι σε έλειψε, ε; Παράδες μπόλικοι σε δίνω, να κάμεις και τα λούσα σου και να καλοπερνάμε κι εσύ τα κάμεις μασούρι. Βάλτα κει που σου πρέπει κι άσε τον κοσμάκη ήσυχο! 

Τα τελευταία λόγια του και το δυνατό χτύπημα στην πόρτα πίσω του προβλημάτισε επιτέλους τη Λαμπρινή... 




Καμιζόλα - Μακριά πουκαμίσα με ψηλό γιακά

Κουσέλι - Κουτσομπολιό

Καζίνο - Αναψυκτήριο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου