.

.
.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Διαβόλου κάλτσα!


 - Με τη Λαμπρινή τι έγινε τελικά;
Γέλασε η Σουλτάνα και κοίταξε το ρολόι της. Πόσες ώρες απολάμβανε τις ιστορίες της η Μυρτώ, ούτε που κατάλαβε πότε νύχτωσε. 
Μιλούσε γρήγορα και χειρονομούσε με τα πολλά βραχιόλια να κουδουνίζουν στο χέρι της, σκέτο περιβόλι ήταν! Σταματούσε λίγο μόνο για να πιει και να φάει, μιλούσε ακόμα και μπουκωμένη, πότε για να παινέψει τη μαγειρική της Ανθούλας, πότε για να κακοχρονίσει την κουνιάδα της... Τι γέλια έκαναν και οι τρεις τους εκείνη τη μέρα! 
Ο Γιάννης ο γαμπρός της είχε καθίσει μαζί τους μόνο την ώρα του φαγητού χωρίς να πολυμιλήσουν και τον καφέ  μετά τον ήπιε στην αυλή μόνος του. Είπε στη Μυρτώ ότι είχε κάτι μαστορέματα να κάνει, πηγαινοερχόταν μασουλώντας συνέχεια κι ο Αλέκος, μετά έβλεπε τηλεόραση στην κρεβατοκάμαρα. Το καμάρι τους ντύθηκε, στολίστηκε, λούστηκε με μισό μπουκάλι κολόνια και βγήκε για την απογευματινή του βόλτα.
 - Θα σε πω κι αυτό και να πηαίνω, μαύρη νύχτα θα φτάσω στο σπίτι μου απόψε. Όχι, όχι Άνθω μου, δε θα μείκω εδώ, τα χάπια μου τα βραδινά δεν τα 'χω μαζί μου για και πως θα γένει; Η πίεσή μου στα δεκαοχτώ προχτές και κόντευα να κρεπάρω, είχα φάει και κάτι σαρδελίτσες και κομμάτι λακέρδα με ταραμοσαλάτα κι άστα να πάνε! 
Που λες Μυρτώ μου σκοτωθήκαμε με τον άντρα μου γιατί είχε φαγωθεί η τρελή να έρτει να ξεκαλοκαιριάσει μαζί μας. Φαντάσου τώρα εμένα μωρομάνα να θηλάζω και τη τζαναμπέτα στο κεφάλι μου να ψέλνει όλη μέρα! Πως τόνε έψησε τον αδερφό της που του κλαιγούντανε ότι άμα δεν τήνε πάρει ο Θανάσης πίσω θα πέσει να πνιγεί, χτίκιαζε και τη μάνα της, κάθε μέρα στο μαγαζί μπίρι μπιρι μπιρι τι να σε λέω. Ευτυχώς που η Άνθω αν και μικρούλα ήταν ήρεμη και δεν αντέδρασε που κόντεψα να γκρεμίσω το σπίτι. 
Είπα παίρνω το παιδί και φεύγω αδερφή, πάμε στης Φωτεινής ή στης Αθηνάς κι ας κάτσει αυτός με την τρελή εδώ. Μάζωξα τα ρούχα κι η μικρή έτρεξε στο Γιώργο και τον είπε κλαίγοντας το και το! 
Τρελάθηκε ο Γιώργος και μπήκε μέσα με παρακάλια. Η Σουλτάνα ανένδοτη, η Ανθούλα σα χαμένη δεν ήξερε τίνος το μέρος να πάρει. 
- Και ξαφνικά με κατέβασε το μυαλό μου μια ιδέα, θα την έκανα το βίο αβίωτο αν ερχούντανε και θα τηνε έστελνα απέ κει που ήρθε. Τον είπα λοιπόν ότι θα δεχόμουνα με έναν όρο, να ερχούντουσαν για παραθερισμό και οι άλλες μου αδερφές για να μη με πολυφανεί η τρελέγκω!



Δέχτηκε ανακουφισμένος ο Γιώργος χωρίς να ξέρει τους πραγματικούς λόγους του καλέσματος. Σε τρεις μέρες κατέφθασαν η Φωτεινή με τον άντρα της και τα δυο κοριτσάκια της που ήταν γκρινιάρικα κι έκλαιγαν όλη μέρα. Την επομένη η Αθηνά με τον άντρα της και το βαφτισιμιό του που ήταν ένα χρόνο πιο μεγάλος, θηριάκι σωστό για να έχουν παρέα οι μικρές να παίζουνε. 
Είπε και σε μια γειτόνισσα ότι τους περίμενε και να έρχονταν και τα δικά της παιδάκια να μαζεύονται όλα μαζί και κρυφογελούσαν Σουλτάνα και Ανθούλα για το ευφυές σχέδιο. 

- Όταν αριβάρισε η Λαμπρινή γινούντανε χαμός! Το σπίτι γεμάτο, τα παιδιά να χαλούνε τον κόσμο μέσα έξω, φωνές, κλάματα, τσιρίδες. Αν πήαινε να πει κάτι για το Θανάση δεν προλάβαινε, ήταν όλοι μιλημένοι και τη διέκοπταν πότε για το ένα και πότε για το άλλο. Σε δυο μέρες τα μάζεψε όπως όπως και ξεκουμπίστηκε μην αντέχοντας τόση φασαρία. Την ήξερα που δε θα μπορούσε και η ιδέα μου επέτυχε! Στο Γιωργάκη μου είπα τι να τήνε κάμω, ήθελε να φύγει κι έφυγε, δεν τήνε διώξαμε εμείς! Εγώ βέβαια δεν είχα πρόβλημα μεγάλο. Το σπίτι ευρύχωρο ήτουνε κι εκτός τις ώρες του θηλασμού πρόσεχαν οι άλλοι το μωρό που το είχαμε στη μέσα κάμαρη για ησυχία. Φεύγαμε περίπατο κι αφήναμε τις άλλοι να βολοδέρνουνε με τα παιδιά! Χα χα χα χα!
- Κυρία Σουλτάνα μου θα πνιγώ, δεν αντέχω άλλο από τα γέλια! φώναζε ξεκαρδισμένη η Μυρτώ. 
- Διαβόλου κάλτσα είναι Μυρτούλα μου, άτιμο θηλυκό! χαχάνιζε η Ανθούλα. 
- Το γούστο είναι ότι μετά τόσα χρόνια ακόμα λέει ο άντρας μου κι ο άντρας μου σα να τόνε έχει σπίτι. Και τι καλός, μπερεκετλής, που παντού μ' έχει γυρίσει, τι δε με έχει  ψουνίσει κι όλο τέτοια. Όποιος δεν τα ξέρει άμα τηνε ακούει πιστεύει ότι είναι παντρεμένη για! 
- Με το Θανάση και την κοπέλα τι απέγινε; 
- Αυτά θα τα πούμε όταν ξαναειδωθούμε! Θα σε καλέσω σπίτι μου και όχι δε θα με πεις! Ελάτε όποτε θέλεις με την Άνθω απέ το πρωί να περάσουμε μαζί όλη την ημέρα!
- Ευχαριστώ πολύ! 
- Θα πω και την κόρη μου να με φέρει σουτζούκια και λουκάνικα που ψουνίζει απέ δικό μας άθρωπο και να διείς νοστιμιά! Μμμμμμ! Έχει ένα παστουρμά, άλλο πράμα!
Διες: 
Τόνε βάνεις στο τηγάνι με κομματάκι βούτυρο και ροδίζει
Σπάζεις αβγουλάκια μέσα αμά με προσοχή να μη σε χαλάσουνε τα κροκάδια.
Ρίχνεις με το κουτάλι κομματάκι απέ το βουτυράκι που τσιτσιρίζει από πάνου να ψηθούνε. 
Όπως είναι έτσι ζεστούτσικο το σερβιρίζεις με φρέσκο ψωμάκι, αμά το τέλειο και με ουζάκι μαζί, τρέλα είναι!
- Και πάει η πίεση δεκαοχτώ! 
- Πάει αλλά πίνεις μετά το χάπι για! 
Σηκώθηκε αργά, έστρωσε τα ρούχα της, μέχρι να έρθει το ταξί που κάλεσαν ήταν ντυμένη κι αφού μας φίλησε πέρασε βιαστικά το κόκκινο κραγιονάκι στα χείλη της. 
- Λες στα γεράματα να με διεί κάνας γκαβός στο δρόμο να με ερωτευτεί; 
Το γάργαρο γέλιο της έκανε και τον ταξιτζή να χαμογελάσει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου