.

.
.

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Η...κουνίστρα


Η...κουνίστρα πρώην συμπεθέρα ήταν μια ξανθιά γυναικάρα, αξιοπρεπής, γελαστή και χαριτωμένη. Κομψή, καλοντυμένη, φορούσε φαρδιές ζώνες για να επιδεικνύει τη λεπτή μέση της. Χωρισμένη από χρόνια με τον άντρα της έπαιρνε καλή διατροφή και το ενοίκιο από ένα διαμέρισμα που ήταν προίκα της κόρης της. Ζούσαν αρκετά καλά και νοικοκυρεμένα. 
Η γνωριμία της Μαρίας, της κόρης της, με τον Αλέκο, έγινε σ' ένα πάρτι γενεθλίων ενός κοινού τους φίλου. Χόρεψαν πολλές ώρες μαζί, ήπιαν τα ποτάκια τους και την επομένη βγήκαν  για το πρώτο τους ραντεβού. Ο Αλέκος έφτασε μ' ένα τριαντάφυλλο κι εκείνη έλιωσε όταν της το πρόσφερε. Της είπε ότι είχε νωρίτερα ραντεβού σε μια γνωστή εταιρία για μια πολύ καλή θέση που θα του εξασφάλιζε πολλά λεφτά και ταξίδια και περίμενε να του τηλεφωνήσουν για να ξεκινήσει εκεί να δουλεύει. 
Έτσι άρχισε το ειδύλλιο και η αφελής Μαρία που πάντα τον έβλεπε κουστουμαρισμένο και μ' ένα μικρό βαλιτσάκι μόνιμα στο χέρι πίστεψε ότι θα είχε λαμπρό μέλλον ο τόσο γλυκός κι ευγενικός Αλέκος. Το ίδιο παραμύθι πούλησε και στους γονείς του που καμάρωναν και διατυμπάνιζαν την προκοπή του γιου τους. Το "ωράριό του" ξεκινούσε στις έντεκα το πρωί, είχε και δυο ώρες ελεύθερες το μεσημέρι όπου πεταγόταν στο σπίτι για φαγητό και τέλειωνε αργά το βράδυ. 
- Πολύ καλή αυτή η δουλειά αμά κομμάτι κουραστική για το παιδί. Με τη βούκα στο στόμα τρέχει πίσω κι έρχεται το βράδυ. 
- Ναι, ξεκινάει όμως στις έντεκα το πρωί. Πολύ παράξενο για δουλειά γραφείου βέβαια...
Η Μαρία μίλησε στη μητέρα της την Ελένη και σύντομα τον κάλεσαν στο σπίτι αφού κι εκείνος επέμενε να τη γνωρίσει. 
- Για να θέλει να έρθει σπίτι μας να γνωριστούμε, θα πει πως έχει καλό σκοπό. Μακάρι κορίτσι μου να άνοιξε η τύχη σου, θα μιλήσω και στον πατέρα σου. 
Πήγε ο Αλέκος με μια μεγάλη γλάστρα και σοκολατάκια. Μετά τα χαίρω πολύ, το χειροφίλημα και τα κομπλιμέντα στη νεότατη μητέρα της συζήτησαν για τη σχέση τους. 
Πολύ καλή εντύπωση έκανε της Ελένης, αφού ήταν τόσο καλό κι ευγενικό παιδί με καλή δουλειά και αγαπούσε την κόρη της. Είχαν περίπου ένα χρόνο περιθώριο για το γάμο, θα ενημέρωναν τους ενοικιαστές να βρουν άλλο σπίτι για να ξεκινούσαν οι γονείς την ανακαίνιση. 
- Ο πατέρας της κι εγώ θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε Αλέκο μου, με το καλό οι χαρές σας! 
 
Το πήγαινε - έλα συνεχιζόταν, τη γνώρισε και στους γονείς του και πολύ τους άρεσε η επιλογή του γιου τους. Εμφανίσιμη κοπέλα, προικισμένη, μοναχοπαίδι, τι καλύτερο! Ο Αλέκος τους μίλησε με τα καλύτερα λόγια για τη μητέρα της, νέα, ωραία, νοικοκυρά, καλοσυνάτη. Στο μήνα επάνω πήγε με τους γονείς του με τούρτα, λουλούδια κι ένα δαχτυλίδι για να γνωριστούν τα συμπεθεριά και να τη ζητήσουν επισήμως. Η Ελένη είχε φυσικά καλέσει και τον πρώην σύζυγο, έπρεπε να παραστεί σαν πατέρας. Μπαίνοντας στο σπίτι τα έχασαν από την ακριβή επίπλωση και τα παχιά χαλιά. 
- Μυρτούλα μου τι να σε πω! Να διεις μια σπιταρόνα να τρελαθείς! Κι εκείνοι οι αθρώποι μια χαρά, μας καλοδέχτηκαν, μας περιποιήθηκαν, ένα τραπέζιιιιιιι και τι δεν είχε απάνου! 
Αυτό που καταλάβαμε ητανάνε πως ο μπαμπάς της τήνε αγαπάει πολύ τη γυναίκα του, στα μάτια μέσα τήνε κοίταε! Αμά κι αυτή σίγουρα τόνε θέλει και γι' αυτό δεν έκανε τίποτις με κανένανε τόσα χρόνια. Και να πεις που είναι καμιά άσκημη, άπαπα! Εδώ πατάει κι εκεί βροντάει, ξανθούλα με μπούκλες, καλοκαμωμένη, φόραε μια στενή μαύρη φούστα και κόκκινο πουκάμισο μες στη νταντέλα ητανάνε. Και μια ζώνη από ύφασμα ασορτί, κόκκινο με μαύρο, γόβες ωραίες μ' αψηλά τακούνια, μαλαματένια ωραία σκουλαρικάκια, καδένα, βραχιόλι, κούκλα σε λέω! Και σοβαρή και πάρα πολύ μετρημένη, σε ούλα της νοικοκυρεμένη. 
- Και γιατί χώρισαν αφού λες ότι αγαπιούνται ακόμα; 
Γιατί αυτός, ο συμπέθερος, άκουε πολύ τη μάνα του. Ζούλευε αυτή που σα νέο ζευγάρι βγαίνανε, πηγαίνανε διακοπές, ψουνίζανε, ήθελε να πηγαίνει μαζί τους κι όλο λόγια τόνε έβαζε. Η συμπεθέρα έκανε υπομονή αμά η γριά το λάδι τους έβγαζε, όλο έκανε την άρρωστη. Άμα ήξερε που θα πήγαιναν κάπου τελεφωνούσε τον γιο της κι έλεε πεθαίνωωωωωω η καρδιά μου και τέτοια. Παρατούσε εκείνος τα πάντα κι έτρεχε στη μάνα του, με τα χρόνια δεν άντεξε κι αυτή η κοπέλα. Κανονίσανε να πάνε διακοπές και μια μέρα πριν φύγουνε τον λέει δεν είμαι καλά και να με πας σε κλινική. Την πήγανε κι εκεί είπανε οι γιατροί που ητανάνε μια χαρά αμά αυτή είπε να μείκει για την κάνουνε εξετάσεις. Αγανάχτησε η γυναίκα του και πήρε τη Μαρία και πήγανε οι δυο τους, απέ κει και μετά τον είπε φύγε...

Με τις αγάπες και τα τραπεζώματα πέρασαν τέσσερις μήνες. Ο κύριος Γιάννης λεφτά στην τσέπη του δεν προλάβαινε να βάλει. Ο κανακάρης τους έλεγε ότι δεν ήθελε να ξοδέψει τίποτα από το μισθό του, τα μάζευε για το γάμο. Συντηρούσε ο πατέρας το γιο, πλήρωνε τα συχνά δώρα στη μνηστή, τα λουλούδια και τις τούρτες στην πεθερά, στο σπίτι ίσα που έμπαινε το φαγητό στη φωτιά. Με το ζόρι πλήρωνε τους λογαριασμούς και τις άλλες ανάγκες του σπιτιού. Ο κανακάρης τους έκανε πάντα συγκεκριμένες χειρονομίες κάθε φορά που αρραβωνιαζόταν, η χαρά του ανθοπώλη και του ζαχαροπλάστη ήταν!
- Με τέτοια τύχη καλή που βρήκε το παιδί πρέπει να φέρνεται αναλόγως. Έχουμε στριμωχτεί κομμάτι η αλήθεια, αμά τι να γένει, μπήκε σε μια τέτοια οικογένεια! 
Η Ελένη είπε στους ενοικιαστές για το σπίτι, σιγά σιγά να έβρισκαν κάποιο άλλο. Τοίχο θα γκρέμιζαν, κουζίνα και μπάνιο θα άλλαζαν, άρχισαν να κοιτάζουν στα μαγαζιά και να διαλέγουν. Ο Αλέκος καμάρωνε κι έκανε σχέδια με τους γονείς του πως και που θα γίνει ο γάμος. Είχε μάθει από τη Μαρία τα πάντα για τους θείους της, τι είχαν, τι έβγαζαν, ο δε ένας θείος της ήταν η αδυναμία του κι ας μη τον γνώριζε. Ανύπαντρος εβδομηντάρης με περιουσία που την είχε συμπεριλάβει στους κληρονόμους. 
Σε οκτώ περίπου μήνες σκάει η βόμβα! <<Με απέλυσαν>> Έβαλαν στη θέση μου τον ανιψιό του αφεντικού και μου χρωστάνε και μισθούς!
Μεγάλη στεναχώρια έπεσε και στα δύο σπίτια. Να ετοιμάζουν γάμο και να μείνει ο γαμπρός χωρίς δουλειά; Οι γονείς του χολοσκασμένοι, αφού τον χαϊδολόγησαν και τον καλοτάισαν βρήκαν την άκρη. Πρέπει να τον τακτοποιήσει κάπου το σόι της νύφης, σε καλές δουλειές ήταν, κάτι θα βρισκόταν. Στην τελική ας έλεγαν στον πλούσιο θείο να τους βοηθήσει, ανιψιός του θα γινόταν! 
Η Ελένη άρχισε τα τηλεφωνήματα σε συγγενείς και φίλους, εκεί είδε όμως ότι όσον αφορούσε τα προσόντα του γαμπρού δεν έβγαζε άκρη. Κάπως της τα μάσαγε αυτός με τα διπλώματα που έλεγε ότι κατείχε, τα ίδια βέβαια και στη Μαρία κι άρχισε η φαγωμάρα. Κατάλαβε η κοπέλα ότι της τα είχε φουσκώσει και προσπάθησε να ρίξει στάχτη στα μάτια της μητέρας της.
- Μαμά δουλειά να 'ναι κι ό,τι να 'ναι. Ας τακτοποιηθεί κάπου και βλέπουμε.  
Δουλειά βρέθηκε. Θέση... διευθυντού κενή μπορεί να μην υπήρχε στο εργοστάσιο αλλά θα μπορούσε άνετα να εργαστεί στη συσκευασία.



Τα νεύρα του Αλέκου έκαναν άνω κάτω τους γονείς του. 
Πήγε μια βδομάδα στη δουλειά και σήκωσε το κόσμο στο πόδι. Αχ τα χέρια μου, βαχ τα πόδια μου, τι θα κάνω, δε μπορώ εκεί. Οι γονείς του ως συνήθως έπαιρναν το μέρος του κι άρχισαν να μη βλέπουν πλέον με τόσο καλό μάτι τη Μαρία και τους γονείς της. Ο πατέρας της, έξυπνος άνθρωπος κι αυτοδημιούργητος, είχε ψηθεί στη δουλειά από τα δεκαπέντε του. Άγρια θάλασσα είχε γίνει με το γαμπρό, η μητέρα της προσπαθούσε να τα μπαλώσει γιατί η κόρη τους έπεσε σε μελαγχολία. Τα πικρά γλυκά έκανε η Ελένη μέχρι που πήγαν οι γονείς του στο σπίτι της για να "συζητήσουν". 
Με στόμφο ο κύριος Γιάννης δήλωσε ότι ο γιος τους είχε μια ατυχία και θα έπρεπε να κάνουν το καλύτερο. Να πιάσουν τον εύπορο θείο που παιδιά - σκυλιά δεν έχει και να τον πιέσουν ν' ανοίξει την τσέπη του για να κάνει ο Αλέκος δική του δουλειά. Ήταν για το συμφέρον της κόρης της τους που δε θα έβρισκε άλλο τέτοιο παιδί στον κόσμο. Κι αν εκείνη σα μάνα την αγαπούσε, έπρεπε να σταθεί και να βοηθήσει το γαμπρό.

- Χριστός και Παναγία! Μιλάς σοβαρά κύριε Γιάννη, τόλμησες και είπες στη γυναίκα τέτοια πράγματα; 
- Βεβαίως και τα είπα! Μια κόρη έχουνε, δεν πρέπει να βοηθήσουνε; Αφού το χαϊβάνι το δικό μας δεν την είπε το και το, τα 'πα εγώ! 
Έξαλλες έγιναν μάνα και κόρη όταν άκουσαν το Γιάννη να τα έχει κανονισμένα. Του είπαν ότι αυτά δεν γίνονται κι απόρησαν πως τα σκέφτηκε. Η Μαρία κλείστηκε στο δωμάτιό της κι έκλαιγε, η μητέρα της μπήκε να την ηρεμήσει και τους άφησε σκόπιμα μόνους. Είδαν κι απόειδαν, έφυγαν απογοητευμένοι κι εκνευρισμένοι... 
Ο πατέρας της Μαρίας που είχε κακό προαίσθημα από την αρχή, τηλεφώνησε κρυφά στην εταιρία που έλεγε ο γαμπρός ότι δούλευε. Με πρόφαση ότι ήταν επιχειρηματίας, θέλησε να μάθει το λόγο που απέλυσαν τον υπάλληλο, επειδή ζήτησε να εργαστεί σ' εκείνον. Όταν άκουσε ότι ο συγκεκριμένος τους ήταν εντελώς άγνωστος και δεν πέρασε ποτέ εργαζόμενος από κει, απείλησε να τον σκοτώσει. Φτηνά τη γλύτωσε ο γιαλαντζί νυμφίος, χάρη στο νευρικό κλονισμό που πέρασε η καημένη η Μαρία... 

Ο Αλέκος σαν τεμπέλαρος που ήταν πήγε ακόμα δυο μέρες στη δουλειά για να τους ρίξει στάχτη στα μάτια. Με το ζόρι έσερνε τα χέρια του και περίμενε αδημονώντας τη στιγμή που θα τον έδιωχναν. Η Μαρία αρνήθηκε να τον ξαναδεί, στους γονείς του έλεγε ότι βγαίνουν αλλά δεν τα πάνε πλέον και τόσο καλά. Σκαρφίστηκε ό,τι χειρότερο μπορούσε να βάλει ο νους ανθρώπου κι άρχισε να ρίχνει λάσπη στην οικογένεια. Οι γονείς της δεν σκόπευαν να της δώσουν τίποτα και η μάνα της ήθελε να την παντρέψει για να μη την έχει στα πόδια της και να κάνει τη ζωή της. Ο πατέρας της που τα είχε καταλάβει, φρόντισε με κάποιες γνωριμίες που είχε να τον διώξουν από την καλή δουλειά, να μείνει άνεργος και να μη γίνει ο γάμος. Έτσι, με την κόρη τους στο σπίτι, δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα εκείνη. Επίσης είχε ξοδέψει όλα του τα λεφτά για να κάνει τα κέφια της πεθεράς που ήταν μεγαλομανής και της άρεσαν τα ακριβά εστιατόρια και δώρα. Δεν τους το είχε πει για να μη τους στενοχωρήσει και τα περνούσε μόνος του... 
Το τι κατάρες εξαπέλυσε η Ανθούλα, τρόμαζες που την άκουγες! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου