.

.
.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Σκερτσοπεταχτό!



- Αχ η Γιωργίτσα μου! Δε ζυγίζεται με το μάλαμα, η καλύτερη γυναίκα στον κόσμο είναι! 

Σκούπισε τα μάτια με τα χέρια της.
- Να σε πω, άμα δεν ητανάνε αυτοί οι αθρώποι, στις δρόμοι θα 'χαμε μείκει με τα παιδιά... Πήρε ο χρυσός ο άθρωπος το Γιάννη στο μαγαζί και τον έδινε μεροκάματα παραπάνω, για να τα φέρουμε βόλτα. 
- Μπράβο του!

- Ητανάνε τότες που είχε απολυθεί κι είχε βρει μια δουλίτσα να πούμε και φύαμε πια απέ το σπίτι των πεθερικών μου. Τι τράβηξα κι εκεί τόσα χρόνια, η καρδιά μου το ξέρει...

- Φαντάζομαι μέσα σε τόσα άτομα...
- Καλό αθρωπάκι ο πεθερός μου, μ' αγαπούσε η αλήθεια, αμά η πεθερά κι οι κουνιάδες μου την ψυχή με βγάνανε! Δε με θέλανε βλέπεις, που ήμουνα πτωχή κοπέλα, νύφη με πολλοί παράδες θέλανε να πάρει ο γιος τους. Με μισό μάτι με κοιτάζανε, πιο πολύ αυτή η Πηνελόπη που με ζούλευε κιόλας επειδής έκαμα παιδιά εγώ κι εκείνη δεν έπιανε... Όσο ο Γιάννης ητανάνε σπίτι, κιχ δε λέγανε, άμα όμως έφυε για το στρατιωτικό του, της τρελής γενούτανε κει μέσα... Την Γιωργίτσα πάντα την έλεγα τον πόνο μου, η μαμά της με τη δικιά μου τη μαμά ητανάνε πολύ φίλες και κοντά μας κάνανε σχετικά, δυο χρόνια πιο μεγάλη είναι κείνη, αμά καλά κρατιέται, πολύ καλά.
  
Ερωτεύτηκε η μικρή Ανθούλα το Γιάννη κι έκανε όνειρα για μια ευτυχισμένη ζωή κοντά του.Τσέπη δεν κοίταξε, που είχε στο κεφάλι της τη σκύλα μάνα και τις ιδιότροπες αδερφές του και δε μπορούσε να στήσει δικό της νοικοκυριό δεν υπολόγισε, που περνούσε τη ζωή της καθαρίζοντας γραφεία και κάνοντας την υπηρέτρια στους δικούς του, που δυο τρεις φορές τουλάχιστον το χρόνο ο άχρηστος κι ανεύθυνος τη "φούσκωνε"... Δυο παιδιά άφησε να γεννηθούν κι έκαναν τα πάντα για να μη τους λείψει τίποτα, μα όταν έμαθε η Σουλτάνα ότι κοιμόταν κάποιες φορές νηστική τα βράδια έπιασε το γαμπρό απ' το λαιμό κι έγινε μεγάλος χαμός, τσίριζε και χτυπιόταν! 

Τραβούσε την Ανθούλα απ' τα μαλλιά και φώναζε να πηγαίνει να τρώει στο δικό τους σπίτι μόνο αυτή και τα παιδιά, να κόψει το λαιμό του κι αυτός και η μάνα και οι αδερφές του που πήραν το χαϊδεμένο τους και το βασανίζουν, να ξενοδουλεύει, να πεινάει, να ρίχνει παιδιά... Τα είπε και στη Φωτεινή και την Αθηνά και του την είχαν στημένη, άσε που κάποιος τους είχε πει ότι τον είδε να κρατάει μια τσαχπίνα ξανθούλα αγκαλιά και να την  ταΐζει στο στόμα.
Στα όπα όπα την είχαν την Ανθούλα οι αδερφές της. Μια σταλιά παιδάκι ήταν όταν πέθανε η μητέρα τους κι έκαναν τα πάντα για να μη μαραζώσει το μικρό τους από τη στεναχώρια και την έλλειψη της μάνας. Δεν την φόρτωναν με πολλές δουλειές, ακόμα κι όταν μεγάλωσε, φρόντιζαν να τρώει φαγάκι καλό, κυρίως η Φωτεινή που παντρεύτηκε πρώτη και ήταν η μεγαλύτερη. Την κανάκευαν, τη χαϊδολογούσαν, την πρόσεχαν πολύ. 
- Πτωχικά χρόνια, στο μεροκάματο όλες κι ο αδερφός μας, απέ μικρά παιδιά... Ο μπαμπάς μας άμα είχε μυαλό, θα είχαμε μεγάλα πλούτη, αμά τον έφαε η ασωτία... Εγώ πάγαινα κει δα στης Γιωργίτσας και καθούμουνα. Μ' έβανε η μαμά της κι έπλαθα κουλουράκια για να παίζω κι οι δυο αδερφάδες με βάνανε σεντόνια και με κάμανε πότε μωρό και πότε νύφη για να με ξεγελάνε και να τρώω το φαΐ μου. Με γιομίζανε ένα πιάτο μεγάλο και να τα φρούτα, να τα γλυκά, να τα παγωτά!
Ξεγνοιάζανε κι εκείνες που ήμανε σε καλά χέρια και με προσέχανε όσο λείπανε στη δουλειά. Μετά που μεγάλωσα κομμάτι, με πήρανε στο κομμωτήριο κι εκεί πολύ καλά ητανάνε, όλο με δίνανε οι κυρίες οι πλούσιες να πούμε μπαχτσίσι που τις έβγανα με τη βούρτσα τις τρίχες. Και πολλά δώρα με κάμανε, μα ρούχα, μα παπούτσια, όχι για ελεημοσύνη, αμά σε όλες δίνανε το κατιτίς τις καλές μέρες. Σε μένανε κάμανε τα δώρα επειδής ήμουνα μικρό και ξέρανε και την κατάσταση, αμά χωρίς να προσβάλουνε. Μήτε γδυτή έμεικα, μήτε ξυπόλυτη, μ' έραβε κι η Φωτεινή ένα σωρό. Οι μεγάλες στερούντουσαν για να έχω εγώ, το μικρό... 

Μεγάλωσε η Ανθούλα κι έγινε μια κοπέλα χαριτωμένη και γλυκιά. Πολύ καθαρή, νοικοκυρούλα, ήρεμη και χαμηλών τόνων. Οι αδερφές της είχαν πάντα το νου τους και τη συμβούλευαν να προσέχει πολύ, μη τυχόν και την "ξεγελάσει" κάποιος και χαραμίσει τη ζωή της.
- Κοπέλα που τραβήχτηκε με άντρα, έτσι θα μείκει σ' όλη της τη ζωή! Κανείς δεν τη στεφανώνει μετά, πρόσεχε πολύ! Θα βρεις ένα καλό άθρωπο, νοικοκύρη και μετρημένο, να σιάξεις τη ζωή σου κι εσύ. Κι άμα διείς κανένανε και σε αρέσει, σε μας θα το πεις να το ψάξουμε, να το διούμε το πράμα! 
Είχε μπει στα δεκαέξι της, όταν κατάλαβε ότι ένας ομορφάντρας την ακολουθούσε σχεδόν καθημερινά. Στημένος λίγο πιο πέρα από το μαγαζί του γαμπρού της, του συζύγου της Σουλτάνας, την έβλεπε να φεύγει από το κομμωτήριο με το μεσάτο φουστανάκι και τα χαμηλά παπούτσια της. Τα μαλλιά της κοντά κομμένα, καλοχτενισμένα, στολισμένα με μια όμορφη στέκα κι ένα απαλό ροζ κραγιονάκι που φώτιζε το μελαχρινό πρόσωπό της.
Περνούσε πάντα από το μαγαζί να χαιρετίσει το Γιώργο κι έπειτα βιαστική έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι. 

- Τρεχάλα έπαιρνα το μεσημέρι για να φάω και να ξεκουραστώ κομμάτι και να γυρίσω στη δουλειά μετά πάλι! Μια δυο, είδα που με έπαιρνε εκείνος απέ πίσω, αμά μιλιά δεν έβγαλα στις αδερφές μου, τίποτες δεν είπα. Κι ένα βραδάκι, να 'σου πάλι στη γωνία αυτός! 
Ψηλός άντρας, λεβέντης, της χαμογέλασε για πρώτη φορά όταν συναντήθηκαν οι ματιές τους. Η Ανθούλα ντράπηκε και το 'βαλε στα πόδια τρέχοντας. 
- Στάσου μπρε κοκόνα μου, τι τρέχεις έτσι για; Να σε πω μια θέλω, δε θα σε φάω! Μπρε στάσου που σε λέω!

Λαχανιασμένη έφτασε στο σπίτι κρατώντας το στήθος της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή.
- Άνθω! Τι έπαθες και τρέχεις έτσι γιαβρί μου, σάμπως να σε κυνηγούνε;

- Ένας σκύλος μεγάλος με πήρε το κατόπι Φωτεινή και πολύ φοβήθηκα μη και με δαγκάσει! 
- Σύχασε, είσαι μέσα τώρα για! Η Αθηνά έψησε ωραίοι κιοφτέδες με τη σαλτσούλα, ίσαμε να πλυθείς θα σερβίρουμε, ζεστοί ζεστοί είναι! Ο γαμπρός σου έφερε κιμαδάκι ωραίο, ψιλό ψιλό κομμένο, έφυε στη νυχτερινή κι είπα να μείκω εδώ απόψε. Τα κορίτσια μου θα κοιμηθούνε στης πεθεράς μου. 
Έφαγε με όρεξη τους μυρωδάτους κεφτέδες με το χιονάτο πιλάφι, βούτηξε και δυο φέτες ψωμί στη σάλτσα και στυλώθηκε. Όταν η ώρα πέρασε κι είπαν οι αδερφές τα νέα τους, φόρεσαν τα νυχτικά τους κι ετοιμάστηκαν για ύπνο. 



                      <<Μάγκικό μου νόστιμό μου σκερτσοπεταχτό
                                     με τα ναζάκια σου μ΄ έχεις τρελό
                          σαν σε βλέπω από κοντά μου να περνάς μικρό
                         μου ξετρελαίνεις φως μου το μυαλό>> 


- Μπα! Κανταδούρα κάμουνε; Σε ποιαν άραγες; 

Σηκώθηκε η Ανθούλα κι άνοιξε δειλά το παντζούρι, ενώ την έτρωγε η περιέργεια. Τρεις άντρες κάτω απ' το παράθυρό της, αλλά μες στο σκοτάδι δε μπορούσε να ξεχωρίσει τις  φυσιογνωμίες τους. 
- Γυρνάει μια απάνου και τόνε βλέπω! Χα χα χα! Κεραμίδα με έπεσε! Έμεικα κει και έβλεπα, δεν έμπασα το κεφάλι μέσα και να κλείσω! Αναμεταξύ, ητανάναι και μια κοπέλα παραδίπλα μας, άνοιξε κι αυτή να διεί, που νόμιζε ότι τραγουδούνε για κείνηνα! Κι ίσαμε να τελέψει το τραγούδι, να 'σου η Φωτεινή μες στην κάμαρη!
- Τι γένεται μπρε Ανθούλα εδώ; Στο παραθύρι μας κανταδίζουνε; 

Βγάζει έξω το κεφάλι με τα μπικουτί και το φιλέ η Φωτεινή και τους βλέπει να κοιτάζουν αλλού. Παμπόνηρος ο Γιάννης, όταν την είδε άλλαξε αμέσως θέση.
- Την Κυριακούλα έχει στο μάτι αυτός! Χα χα χα! Διε την πως καμαρώνει! Οι άλλοι φύανε κι έμεικε μόνος του! Χα χα χα! Τρακόσα κιλά σκερτσοπεταχτό! Τι να τήνε λιμπίστηκε για! Έλα, πέσε να κοιμηθείς τζιέρι μου κι είναι περασμένα μεσάνυχτα! 
Πού να κλείσει μάτι η Ανθούλα! Ήξερε καλά ότι εκείνη ήταν το "σκερτσοπεταχτό"... Ευτυχώς που η αδερφή της ήταν αφελής και κατάλαβε άλλα... Αν ήταν η πανέξυπνη Σουλτάνα, σίγουρα θα τον διαολόστελνε και θα του είχε ρίξει νερό με την τσίγκινη λεκάνη μαζί να τον βρει κατακούτελα! 
Την άλλη μέρα, όταν τη σταμάτησε ο νέος άντρας, κοντοστάθηκε κι εκείνη... Μια, δυο, τρεις, την πήρε το μάτι του αφεντικού κι έπιασε τη Σουλτάνα όπως όφειλε... 
- Άνθω, ποιος είναι αυτός που τριγυρνάει κατά δω και σε μιλάει κάθε μέρα; Όχι μη με πεις, σας είδε ο αφεντικός σου και με τα είπε! 

- Κανένας... 
- Τι πα να πει κανένας; Μίλα μπρε συ και πες με τι τρέχει! Ξελογιάστηκες με δαύτονα, σε φαίνεται! Πες με να διούμε τι γένεται!
- Μ' αγαπάει και θέλει να με στεφανώσει... 
- Μπα! Και τι είναι αυτός που θέλει να σε στεφανώσει, για πες με τι ξεύρεις για λόγου του;
- Είναι καλός άθρωπος, θα με σεβαστεί και να πάμε περίπατο με είπε να τα μιλήσουμε με είπε... 

- Σε είπε και σε είπε! Και πού ξεύρεις μπρε συ, άμα καλός άθρωπος είναι; Περίπατο δε θα πας και να το βγάλεις απέ το μυαλό σου, ακούς; Να ψάξουμε, να μάθουμε, να διούμε πρώτα τι καπνό φουμάρει και βλέπουμε μετά! Άιντε έτσι με τον πρώτο που σε μιλάει παίρνουνε τα μυαλά σου αέρα... 

Και έμαθε. Καλή οικογένεια, τίμια και ηθική, μεροκαματιάρηδες οι δυο άντρες του σπιτιού, πατέρας και γιος, συντηρούσαν τη  μάνα και τη μια κόρη, η μεγαλύτερη ήταν παντρεμένη αλλά κλαιγόταν μόνιμα κι όλο ρουφούσε από το πατρικό. Η μικρότερη είχε χηρέψει μετά από δυο χρόνια γάμου. Ο Γιάννης είχε κάνει κάμποσους αρραβώνες, που έληξαν άδοξα. 
- Να τόνε βγάλεις απέ το μυαλό σου, ακούς τι σε λέω; Τόσοι αρρεβώνες έκαμε και χώρισε, άρα χοντρό κι άσκημο κουσούρι έχει αυτός! Μεροκάματο κάμει και τα ακουμπάει στη μάνα του, τρέφουνε και τις αδερφάδες που ξύνουνται όλη μέρα! Που θα πας να πέσεις, με λες; Εμείς στερούμαστανε για να το δώκουμε σε σένανε και θέλουμε να καλοπέσεις, όχι να σε ρίξουμε στη μιζέρια! Σπίτι να μείκετε δεν έχεις, οι παράδες δε φτάνουν να πιάσετε ένα, άρα μαζί τους θα μείσκεις...

Ζωντανή θα σε φάνε κει μέσα κακομοίρα μου οι σκύλες οι αγαρηνές! Έμαθα τα χαμπέρια τους, έγνοια σου! Η μια που παντρεύτηκε, παιδί δεν έχει κάμει και τρώγεται με τα ρούχα της. Οι άλλες, πάρε τη μια και χτύπα την άλληνα, μια μύτη ίσια με κει απάνου έχουνε και θέλουνε να τόνε δώκουνε τον αδερφό τους νύφη με προίκα τρανή, να 'χουνε τα συμφέροντα! Λες κι η παραλού κείνονα θα λιμπιστεί για! Διε μούτρα που κοιτάνε αψηλά τρομάρα τους. Κείνος είναι αστράτευτος ακόμα και δεν έχει μήτε ένα παρά, τόνε μασουλάνε κανονικά ούλες τους! 

Η Ανθούλα κατέβασε το κεφάλι και δε μίλησε. Έτσι που τα έλεγε η αδερφή της, είχε δίκιο. Το Γιάννη όμως τον ξαναείδε... 



                                         

16 σχόλια:

  1. Κοιτα και κανταδες για την Ανθουλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχαχαχα! Ήταν πολύ στη μόδα!

      Φιλάκια!

      Διαγραφή
  2. Καλημέρα Μαιρούλα μου, λίγη ωρίτσα πάντα τη βρίσκω για τις ιστορίες σου. Δεν προλαβαίνω πάντα να σου γράψω τα συγχαρητήρια μου. Περιμένω να μάθω τη συνέχεια για την Ανθούλα και το Γιάννη.
    φιλάκια πολλά φιλενάδα μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαράκι μου, αν είναι δυνατόν να με συγχαίρεις κάθε φορά που διαβάζεις!
      Για να είμαι ειλικρινής το βρίσκω υπερβολικό, δεν είμαι κι άξια συγχαρητηρίων...
      Η Ανθούλα με το Γιάννη έχουν μέλλον, όρεξη να έχεις να διαβάζεις...χαχαχαχα!

      Πολλά φιλάκια σε σένα και τα μωράκια, καλή δύναμη αγάπη μου!

      Διαγραφή
  3. Το πως με ξετρελλανει το σκερτσοπεταχτο .....
    Καλώς σε βρήκα Μαιρουλα μου και τι παλαιού βρεθήκαμε έχτες σε φιλω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς ήρθες Μαριλισάκι μου!
      Το σκερτσοπεταχτό αφιερωμένο σε σένα, με πολλή αγάπη!

      Χάρηκα πάρα πολύ που σε γνώρισα, φιλάκια πολλά κορίτσι μου!

      Διαγραφή
  4. Να δω λοιπόν τι θα γίνει με την Ανθούλα αλλά πρόσεξε κακομοίρα μου μην βγουν αληθινά αυτά που λέει η αδελφή της δεν θα το αντέξω.
    Δώσε ένα ωραίο τέλος, όπου θα ζήσουν πολύ καλά μαζί και θα σκάσουν όλοι οι τριγύρω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φλωρίτσα μου, δίκιο είχε η αδερφή της, αλλά μέχρι τα γεράματα μαζί ήταν.
      Δεν είναι φανταστικές ιστορίες για να δίνω πάντα αίσιο τέλος ματάκια μου, υπαρκτά πρόσωπα και καταστάσεις είναι όλα.

      Φιλάκια πολλά, καλό Σαββατόβραδο!

      Διαγραφή
  5. Τσα ήρθα κι εγώ!!!
    Μια χαρά τα καταφέρνεις με τις εικόνες και μάλιστα είναι και πολύ σκερτσοπεταχτές!!!
    Χάρηκα πολύ που σε συνάντησα!!!!
    Φιλιά!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βρε καλώς το το κοριτσάκι μας το χρυσοχέρικο!
      Δεξιά και κάτω Ρενάκι μου, όντως τα καταφέρνω, το αριστερά πρέπει να μάθω...Χαχαχαχαχα!

      Κι εγώ χάρηκα πολύ γλυκούλα μου, φιλάκια πολλά!

      Διαγραφή
  6. πολύ καιρό ειχα να ερθω και μου λείψανε οι ιστορίες σου με τα κορίτσια...και επειδή εχασα επισόδια τα διαβασα όλα απο εκεί που σου ειχα αφήσει το τελευταιο σχόλιο...ανωτερα βία υπήρχε και δεν παιρνούσα..τωρα ομως θα τα λεμε...πιο συχνα.. Μαιρουλα μου.... εχω περιέργεια... να δώ τι έγινε παρακατω... φιλακια πολλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σμαραγδένια μου, καλά να είσαι αγάπη μου κι αυτά δε χάνονται...
      Θα τραβήξει λιγάκι η ιστορία μιας ζωής ογδόντα χρόνων, κουτσά στραβά τη ζήσανε χάρη στην υπομονή της Ανθούλας.

      Φιλάκια πολλά καρδούλα μου και πολλή αγάπη σου στέλνω!

      Διαγραφή
  7. Γεια σας,
    Είμαι η Αγγελική, καινούρια αναγνώστρια, αλλά ήδη φανατική. Ανακάλυψα το μπλογκ σας την Πεμπτη το βράδυ, διάβασα μονορούφι όλες τις αναρτήσεις σας μέχρι σήμερα και ήδη ανυπομονώ για την επόμενη !!!

    Σας ευχαριστώ που γράφετε τόσο όμορφα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς ήρθες Αγγελική μου!
      Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά και τόσο ευγενικά σου λόγια!

      Καλή Κυριακή!

      Διαγραφή
  8. εμ τι να της πεις!!!! φιρί φιρί πήγαινε η ευλογημένη!!!!

    φιλια Μαίρη μου...σας ζήλεψα!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελενάκι μου, έτσι όπως το λες, φιρί φιρί πήγαινε και τον πήρε!

      Ζούλεψες, ε; Πετώντας να έρθεις, ο χειμώνας θέλει καλή παρεούλα!

      Φιλάκια κοπέλα μου, όμορφη Κυριακή να περάσεις!

      Διαγραφή