.

.
.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Βουνό με βουνό μόνο δε σμίγει!


- Η νύφη μου τότενες που μείσκαμε* στη Σμύρνη εργαζούντανε σε δουλειά καλή, μιλάει τα εγγλέζικα φαρσί. 
Είχε όμως έτσι σα μια μελαχολία στα ματάκια της, σα να τήνε βασάνιζε κάτι. Την έλεγα πες με κοκόνα μου, σε συμβαίνει κάτι, σάμπως σε βλέπω κακόκεφη, όχι μ' έλεγε και με χαμογελούσε. Τα μίλησα και με το γιο μου, τον είπα σαν και κάτι έχει το κορίτσι μας και να τη βοηθήσουμε, δικό μας παιδί είναι, κόρη μου τήνε βλέπω. Ήτουνε και το άλλο βέβαια, αφού τα είχανε μιλημένα με τον Ιάκωβο, το πρέπον ήτουνε να πάμε επίσημα να τήνε ζητήσουμε απέ τις δικοί της, τίμια πράματα για! Εκείνη όμως όλο δικιολογίες έλεγε που δε μπορούσανε αυτό τον καιρό και τέτοια. Εμείς όμως στους δυο μήνες θα φεύγαμε και δε μπορούσαμε να το αφήκουμε το πράμα έτσι. Δε μπόραγε να το βάλει ο νους μου ότι μια οικογένεια που ξέρει πως η κόρη βγαίνει με άντρα δε θέλει να γένει επίσημο. Και σε μιλάω για οικογένεια ηθική με όνομα καλό στη Σμύρνη, η νύφη μου ήτουνε η μικρή κι ελεύτερη, η αδερφή της καλοπαντρεμένη και είχε παιδί, θα ερχούντουσαν σε λίγο καιρό εδώ όλοι τους. 

Η Ανθούλα κουνούσε πέρα δώθε το κεφάλι και χαμογέλασε πικρά. 
- Άστα, τι γενούντανε στις αθρώποι, βάσανααααα.... κι άρχισε να γελάει πονηρά.

Η Αγλαΐα αναγκάστηκε με λυγμούς να μιλήσει στον Ιάκωβο. Ο γαμπρός τους είχε ξελογιαστεί με άλλη γυναίκα κι έφυγε από το σπίτι. Η αδερφή της πήρε τα παιδιά και γύρισε στο πατρικό της. Έκλαιγε και χτυπιόταν γιατί τον αγαπούσε, έκλαιγαν και τα παιδιά που βίωναν αυτή την κατάσταση και ήταν όλοι σε πολύ δύσκολη θέση. Πως να ξεκινούσαν τις επαφές με το νέο γαμπρό και τη συμπεθέρα που δεν είχαν που να κρύψουν τη ντροπή τους; 
Ο Ιάκωβος την αγκάλιασε και της είπε να μη το σκέφτονται, αυτά συμβαίνουν. Την πήρε και πήγαν στη μητέρα του. Η Σουλτάνα της άνοιξε την αγκαλιά της όπως πάντα και την άκουσε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.
- Σε τι φταίτε εσείς κορίτσι μου αν ο γαμπρός σας βγήκε σκάρτος; Έλα ησύχασε και μη μου σεκλετίζεσαι, το θέμα είναι πως η αδερφή σου τόνε θέλει κι ας τήνε έκανε τέτοιο πράμα. Άλλη στη θέση της θα τον έριχνε δέκα μουντζιές τον μπερμπάντη κι αυτή τόνε θέλει πίσω. Τώρα ό,τι γίνηκε γίνηκε, θα διούμε πως θα τα φκιάξουμε, που την έκανε και δυο παιδιά, κακός χρόνος να τον εύρη.

Την επόμενη μέρα τους κάλεσε για φαγητό σε παραλιακή ταβέρνα για να κάνουν την πρώτη γνωριμία και να μη νιώθουν άβολα στο σπίτι το δικό τους ή το δικό της. Πάντα συγκαταβατική η Σουλτάνα και πρόθυμη να βοηθήσει δεν κοίταξε τα τυπικά, η οικογένειά της είχε πρόβλημα σοβαρό κι έπρεπε να βρουν μια λύση. 

- Ήρτανε οι αθρώποι μουδιασμένοι και ντροπαλοί. Με τα δίκια τους, δε λέω. Επιάσαμε τα ευχάριστα των παιδιών μας και η κουνιάδα είχε κατεβάσει το κεφάλι κάτου. Λογικό ήτουνε, αυτή παρατημένη με τα παιδιά κι ο άντρας της με την άλληνα. Ωραία κοπέλα, γλυκιά πολύ.Τους μίλησα καθαρά, τα ξέρουμε κι έχετε χίλια δίκια, δυστυχία και χαρά μαζί πως θα γένει; Εμείς, είμαστε αθρώποι τίμιοι και δε θέλουμε το κορίτσι σας να βγάλει κακό όνομα που συναντιέται με το γιο μου ραντεβού. Αν συμφωνείτε κι εσείς, ερχούσαστε για τα λογοδοσήματα στο δικό μας το σπίτι. Δεν είναι ανάγκη σώνει και καλά να γένουνε σε σας, να πληγώνεται η κορούλα σας και να κλαίνε και τα παιδιά. Την επίσημη αρρεβώνα θα τήνε κάνουμε όταν όλα θα είναι καλά. 

Αναστέναξαν ανακουφισμένοι και η συμπεθέρα την αγκάλιασε. Η Σουλτάνα την παρηγόρησε και της είπε ότι δεν απέκτησε μόνο συμπεθέρα αλλά και μια καλή και πιστή φίλη. Θα ήταν στο πλευρό τους και θα αγωνιζόταν μαζί τους για το καλύτερο. Ο συμπέθερος δάκρυσε και την ευχαρίστησε λέγοντάς της ότι ήταν πολύ τυχεροί που η μικρή τους έπεφτε σε τόσο καλούς ανθρώπους. Αφού πέρασε το δαχτυλίδι ο Ιάκωβος κι ένα σταυρό η Σουλτάνα και καπάρωσαν τη νύφη επίσημα, άρχισε να καταστρώνει σχέδια για την επαναφορά του γαμπρού. Καλός και νοικοκύρης ήταν και δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα της είπαν. Αποφάσισε να το πάρει πάνω της και μάθει τι και πως.


-  Είπα τη συμπεθέρα να τόνε παρακολουθήσουμε, να διούμε τι γένεται. Η Βασιλική, η κόρη της, μας είπε που εσύχναζε, τις φίλοι του κι όσα θα 'πρεπε να ξέρουμε. Το αυτί τους είχε πιάσει που αυτή ήτουνε κατά πολύ μεγαλύτερή του, αλλά τίποτις άλλο δεν ξέρανε. Ο συμπέθερος είχε πάει απέ τα λημέρια του αλλά πουθενά δεν τόνε είχε διει. Φίλος του κιχ δεν έβγανε, κομμάτι στα τυφλά θα πηαίναμε αμά κάτι θα 'πρεπε να γένει. Το άσκημο ήτουνε ότι τράβαε συνέχεια παράδες απέ την τράπεζα και θα μείσκανε στον αέρα γυναίκα και παιδιά. 
Είπα, για να χαλνάει τόσοι παράδες απέ τα μαζεμένα που 'χε στην άκρη, πα να πει που αυτή του τα 'τρωγε. Μιστά* καλά έπαιρνε, πως και δεν τόνε φτάνανε για; 
Το οποίον δεν ήτουνε μια απλή γυναίκα αλλά του επαγγέλματος. Κι αυτές δεν ερωτεύουνται, κοιτούνε να τα μασούνε του κορόιδου. Ό,τι είναι να γένει θα γένει τώρα, να ξεκαθαρίσει το πράμα, να έχει και η φαμίλια του το κατιτίς, μη μείκουνε στο άσσο! 

Άγνωστη η Σουλτάνα, με τη φωτογραφία του στην τσάντα της, πήγαινε με το γιο της στα καλά και φημισμένα μαγαζιά. Σε παρακατιανό μαγαζί δε θα την πήγαινε λογικά με τη φουσκωμένη τσέπη του. Όλες αυτές ψοφάνε για μεγαλεία, κάπου θα τους πετύχαινε. Πέρασαν έτσι είκοσι μέρες κι άρχισαν να απογοητεύονται, ζύγωνε κι ο καιρός που θα έφευγαν και τα περιθώρια είχαν στενέψει. 
Ένα πρωί βγήκε η Σουλτάνα στα μαγαζιά να αγοράσει φόρεμα καλό για τους επίσημους αρραβώνες του γιου της. Επειδή φορούσε μαύρα λόγω χηρείας, ήθελε κάτι ιδιαίτερο, με λίγο χρυσό στο μπούστο να σπάει το πένθος. Στην Αθήνα δεν ήξερε αν έβρισκε τόσο καλά υφάσματα, αρίστης ποιότητας, όπως εκεί. Αν δεν της άρεσε κάποιο έτοιμο, θα διάλεγε ύφασμα και θα το έραβε στα μέτρα της, θα έπαιρνε και για το γάμο να το έχει κι ας το έραβε στην Αθήνα. Για την περίπτωση, πήγε σ' ένα από τα καλύτερα μαγαζιά, όλο μετάξι και βελούδο είχε στη βιτρίνα του. Πριν προλάβει να μπει, βλέπει τον άντρα της Βασιλικής να πληρώνει και να φεύγει με αυτοκίνητο. Τρελάθηκε η Σουλτάνα, δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα κι έμεινε αρκετή ώρα κοιτάζοντας το δρόμο. 

Μπήκε στο μαγαζί ταραγμένη και είπε στην υπάλληλο τι περίπου ήθελε. Τα μάτια της περισσότερο στο δρόμο τα είχε παρά στα φορέματα και τα υφάσματα. 
Όλες οι κομψές και εύπορες κυρίες της Σμύρνης ήταν πελάτισσές τους. Έπρεπε να μάθει με κάθε τρόπο χωρίς να φανεί αδιάκριτη. 

- Συστημένη ήρτα από μια κυρία που δυστυχώς δε συγκράτησα το όνομά της. Γνωριστήκαμε σε μια βεγγέρα και τη συνόδευε ο μνηστήρας της νομίζω, δε θυμούμαι ακριβώς, σύζυγός της πάντως δεν ήτουνε. Ένας κύριος με γκριζωπά μαλλιά, που έχει ένα αμάξι μαύρο... 
- Α! Ο κύριος Σελετζίδης! Λίγο πριν έρθετε ήταν εδώ, πλήρωσε τα ταγέρ που παρήγγειλε η κυρία του και θα τα παραδώσουμε στο σπίτι τους. Τρία υπέροχα κομμάτια με ασορτί καπέλα... 

Όσο μιλούσε η υπάλληλος το μυαλό της Σουλτάνας έπαιρνε στροφές. Πλήρωσε βέβαια, άφησε και τη διεύθυνση! Τύχη βουνό είχε, μέχρι να διαλέξει μπήκαν δυο πελάτισσες κι όση ώρα την απασχολούσαν και πέρασαν για λίγο στη διπλανή αίθουσα που ήταν τo δοκιμαστήριο, πήγε στο ταμείο και είδε το πελατολόγιο. 
Χωρίς να πει τίποτα στα συμπεθεριά κι αναστατωθούν, αδημονούσε να ξημερώσει η επόμενη μέρα. Θα πήγαινε το πρωί που σίγουρα ο Σελετζίδης ήταν στη δουλειά. Το θέμα δεν ήταν να μιλήσει μαζί του, ήταν ξελογιασμένος και δεν έβλεπε άλλο τίποτα. Να του έλεγε τι; Για την οικογένειά του, που παράτησε γυναίκα και παιδιά, ή που χάλασε το σπίτι του, δεν τα ήξερε; Άδικος κόπος θα ήταν κι ίσως χειροτέρευαν τα πράγματα. Με την ερωμένη έπρεπε να τα πει, να δει τι συμβαίνει και που σκοπεύει να το πάει. Κάτι της έλεγε ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά, αλλιώς θα την είχε στα κρυφά και δε θα έφευγε από το σπίτι για να μείνει μαζί της. 
 - Μάτι δεν έκλεισα όλο το βράδυ. Απέ την αγωνία μου εντύθηκα πρωί πρωί και περίμενα να περάσει κομματάκι η ώρα. Αυτές βλέπεις, δεν σηκώνουντε νωρίς, ασχολίες και λάτρα δεν έχουνε. Είπα τον οδηγό και με πήγε, αμά την ώρα που έβγαλα να τόνε πλερώσω είδα το ένα παράθυρο να ανοίγει. Ξύπνησε η αρσίζα, λέω, κάτσε να διεις πως θα πιει καφέ τώρα. Χτυπώ την πόρτα και περιμένω, τίποτα. Ξαναχτυπώ πιο δυνατά κι ακούω βήματα, ανοίγει η πόρτα και να ο ταμπλάς! Αγουροξυπνημένη και νευριασμένη έστεκε στο έμπα* η Φιλιώ!  Τρελάθηκα Μυρτώ μου, τον κόσμο έχασα! Αυτή χλώμιασε και τήνε πιάσανε τρεμούλες, κιχ αυτή, κιχ εγώ, κοιταζούμασταν αμίλητες. 

Πήρε τελικά βαθιά ανάσα, σήκωσε το κεφάλι ψηλά και την κοίταξε σα να ήταν ένα σιχαμερό ερπετό.

- Βουνό με βουνό μόνο δε σμίγει Φιλιώ! Κάνε στη μπάντα να περάσω!



Μιστά - Μισθοί 

Μείσκαμε - Μέναμε 

Έμπα - Είσοδος

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Θα σε πω το μυστικό, με αντισυλληπτικά!





- Μπρε καλώς τες μου! Περάστε, ορίστε! 

Η Σουλτάνα γελαστή άνοιξε διάπλατα την πόρτα και την αγκαλιά της και καλοδέχτηκε την Ανθούλα και τη Μυρτώ. Με βυσσινί φόρεμα και μπλε δερμάτινα πασούμια με χάντρες, χρυσό σταυρό και δυο καδένες στο λαιμό, φανταχτερά σκουλαρίκια και τα βραχιόλια να κουδουνίζουν έκανε τις επισκέπτριες να χαμογελάσουν. 
- Έτσι είναι και μέσα στο σπίτι πάντα, διέτηνα τη λουσού! Δεν πα να 'χει τη λάτρα και τα μαγειρέματα, στολισμένη τα κάνει! 
Η Μυρτώ βρήκε το ταίρι της. Ήταν κι εκείνη πολύ κοκέτα, όχι φορτωμένη με τόσα χρυσαφικά βέβαια, αλλά και μέσα στο σπίτι της άρεσε να είναι περιποιημένη. 
- Τι έφερες μπρε κοπέλα μου, ανάγκη ήτουνε; Για να διω εγώ!
Κάθισαν στον καναπέ και η Σουλτάνα άνοιξε την τσάντα. Έβγαλε επιφωνήματα χαράς όταν είδε τα σαπούνια, τα μαλακά σφουγγάρια και το λίφι, τη φυσική ελαφρόπετρα, τα μπουκάλια με το αφρόλουτρο και την ίδια κρέμα για το σώμα, τα άλατα μπάνιου, αμπαλαρισμένα σε μια τεράστια αχιβάδα. Αγκάλιασε κατενθουσιασμένη τη Μυρτώ. 
- Αχού! Δεν ξέρω πως να σε ευχαριστήσω γκιουζέλα μου! Πόσοι παράδες έδωκες μπρε παιδάκι μου, παπαπαπα! Διες Άνθω, με τα φύκια της θαλάσσης είναι μπρε, που κάνουνε πολύ καλό στα πάχυτα, ακόμα και στα ρεματικά. Μυρτούλα μου, καλύτερο δώρο δε θα σκεπτούτανε κανένας να με πάρει για! 
- Είναι που σ' έχω καταλάβει κυρία Σουλτάνα μου και σε χαίρομαι που σ' αρέσουν τα ωραία!
Έβαλε και την εσάρπα με τα κρόσσια που της πήγε η αδερφή της να την προβάρει, μας ξαναφίλησε κι άνοιξε το αλουμινόχαρτο με το μεγάλο ρολό λιχούδικα. 
- Άνθω μου γεια στα χέρια σου! Θα το δώσω να καταλάβει, μοσκοβολάει το κονιάκ, για να δοκιμάσουμε κομμάτι. 
Καφεδάκια, κέικ βανίλια, κουλουράκια και χοντρές φέτες γλυκό μωσαϊκό που λάτρευε. Ανοιγόκλεισε τα δάχτυλα με τα χοντρά διπλά δαχτυλίδια και τα κόκκινα νύχια.

- Περάσανε τα χρόνια και ζορίζουμαι, βάρυνα. Κουράζουμαι πολύ και δυσκολεύουμαι με τις χοντρές δουλειές και με τρελαίνουνε τα χέρια μου στις πόνοι. Ευτυχώς που με στέλνει η κόρη μου τη γυναίκα μια στις δεκαπέντε και με κάνει τα τζαμλίκια, τα παντζούρια, τις πόρτες, τη βεράντα... Και πάλι δοξάζω τον καλό Θεούλη που με έχει στα πόδια μου, άλλες σούρνονται οι καημένες...


Η αλήθεια ήταν ότι με τόσο φορτωμένο σπίτι και νέα να ήσουν σίγουρα θα κουραζόσουν. Το σαλόνι κλασικό με σκαλίσματα, κεντημένα πετσετάκια και τσεβρέδες παντού, πολλά, μα πάρα πολλά μπιμπελό, ασημικά, κρύσταλλα, φωτογραφίες, γλάστρες με μεγάλα φυτά μπροστά απ' τη μπαλκονόπορτα. Όλα καθαρά κι αστραφτερά, νοικοκυρεμένα. 

- Διε τον άντρα μου τι λεβέντης ήτουνε. Εδώ είναι η πεθερά μου, Θιός σχωρέστους. Απέ δω ο γιος και η κόρη μου, ζωή και χρόνια να 'χουνε, καλά παιδιά με βγήκανε. Να και τα εγγονάκια μου, ο Γιωργάκης μου ίδιος ο παππούκας του απέ τη μυτίτσα και κάτου. Σπουδάζει το τζιέρι μου, πολιτικός μηχανικός σαν και το μπαμπά του. 
Διε τη νύφη μου, ωραία και καλή κοπέλα, πολύ καθαρή, νοικοκυρεμένη και σεβαστικιά. Σμυρνιά είναι, τήνε  γνώρισε ο γιος μου τότενες που μέναμε στη Σμύρνη για τη δουλειά του.  Τρία χρόνια μείκαμε εκεί που χτιζούντανε ένα πολύ μεγάλο κτίριο και πήρε το παιδί μου την πρώτη του δουλειά. Απέ κει πια ήρταμε εδώ, αφού κουβαλήσαμε ό,τι μπορούσαμε, τα πολύτιμα δηλαδή. Έκανα και κάμποσους μπόγους με ρουχισμό και όλα του σπιτιού,  πεσκίρια,* σεντόνια, παπλώματα, υφάσματα, κουρτίνες, χαλιά, τα ασημικά δίπλα μου μη και χαθούνε και τα μαλαματένια σε πουγκί στον κόρφο μου μέσα.  Τα έπιπλα πουληθήκανε, τα δώκαμε του αδερφού μου και τα κανόνισε αυτός. Μεγάλο ήτουνε το σπίτι στην Πόλη κι εδώ που να χωρέσουνε για! Μόνο τις εταζέρες κι αυτό το μπουφέ εφέραμε, διε τέχνη, σαν κεντημένο είναι, ε; 

Μερακλήδες οι μαραγκοί στην Πόλη. Πραγματικά σαν κέντημα ήταν το έπιπλο, χαρά στα χέρια του τεχνίτη. Μεγάλα πουλιά, λουλούδια, στεφάνια, σαν πίνακας ζωγραφικής ήταν. Στην πάνω μεριά είχε μάρμαρο, είπε η Σουλτάνα, αλλά ήταν ασήκωτο, τρεις φορές το βάρος του επίπλου. Έμεινε κι αυτό στου αδερφού της και τώρα το στόλιζε τσεβρές με χρυσαφί κρόσσια κι ασημένιο σετ του τσαγιού. Δεξιά κι αριστερά δυο περίτεχνα φωτιστικά με ασημένια βάση κι αυτά. 
- Με πόνο ψυχής φεύγεις απέ τον τόπο σου, κει γεννήθηκες, μεγάλωσες, έκαμες τη φαμίλια σου... Τι να πεις, η ζωή όπως τα φέρνει, ξέραμε και λέαμε πάντα πως θα πάμε στην Ελλάδα που είναι η αληθινή μας πατρίδα. Κι εδώ να μας λένε που είμαστε τουρκόσποροι, με μισό μάτι μας κοιτάγανε. Όταν ήρταμε εδώ ο Ιάκωβος μου ήτουνε λογοδοσμένος με την Αγλαίτσα αμά όλες τόνε καλοβλέπανε, δεν τους πείραζε που ήτουνε απέ την Τουρκιά. Αυτός τήνε περίμενε και ήρτανε οικογενειακώς, πολύ καλά και τα συμπεθέρια μου, χρυσοί αθρώποι. Όταν είπα που έρχεται η μνηστή του απέ τη Σμύρνη, πετούσανε μπηχτές και με λέγανε ειρωνικά <<μπαααα, Σμυρνιά νύφη κάνεις;>> Γιατί, τι έχει η Σμύρνη και οι γυναίκες της; Οι καλοί και οι κακοί παντού υπάρχουνε, οι τίμιες και άτιμες γυναίκες σ' όλο τον κόσμο υπάρχουνε, με τα μας γιατί να τα βάνουνε; Τους λέω μαζέψτε πρώτα σεις τα κέρατα που σας φορούνε κι αφήστε τις Σμυρναίες και τις Κωνσταντινουπολίτισσες στα νοικοκεριά τους. Τους αντράδες μας τους περιποιούμαστε και μας αρέσουν τα ωραία, τα πιο λίγα κέρατα εμείς τα τρώμε γιατί ξέρουμε να τους κρατούμε. Και το βουλώσανε μια κι όξω τα παλιοθήλυκα! Μετά πολεμάγανε να πιάσουνε πόδι στο σπίτι μας για καφεδάκια και τέτοια αλλά εγώ έκανα πως δεν καταλάβαινα. Επέρασε χρόνος για να εμπιστευτώ από δω να βάλω γειτόνισσα, το σπίτι μου πάντα γιομάτο ήτουνε με τις δικοί μας αθρώποι. 



- Πολύ ωραίο το σπίτι σου κυρία Σουλτάνα μου, γερή να 'σαι να το χαίρεσαι με τα παιδιά και τα εγγονάκια σου! Μια χαρά άνθρωποι είστε και μακάρι να σας έμοιαζαν κι άλλοι. Μα πες μου, πως τα διατηρείς μέσα στο σπίτι τα φυτά και είναι θηρία; Εμένα δε μου στεριώνει φύλλο μέσα, χαλάνε. 
- Θα σε πω το μυστικό, με αντισυλληπτικά! 
- Τι πράγμα; Τι λες καλέ, ποιος παίρνει αντισυλληπτικά; 
- Εγώ όχι, τις απογόνοι μου τις έκανα κι άντρα δεν έχω να φοβούμαι μη με ξαναγκαστρώσει! χαχαχαχαχαχαχαχα! Παίρνω τα χάπια, κάτι τοσοδούτσικα είναι άμα δεν τα ξέρεις και μια στις είκοσι άμα πρώτα τα ποτίσω,  βάνω δυο και τα παραχώνω να πάνε βαθιά στη ρίζα. Αυτά ορμόνες είναι για, τα θεριεύουνε και τα συντηρούνε. 
- Κοίτα τι μαθαίνει κανείς! Κι αν στο φαρμακείο βάλουν τα γέλια και με κοροϊδεύουν; 
- Τι να σε κοροϊδέψουνε γιαβρί μου, ξέρουνε για! Εγώ όταν πήγα την πρώτη φορά και ζήτησα ένα κουτί, με κοιτάγανε παράξενα και με ρωτήσανε ποια μάρκα θέλω. Θα είπανε μέσα τους τι τα θέλει η γραία να τα κάμει; Αμά όταν τις εξήγησα με είπανε ξέρουμε για τα λουλούδια, αυτά πάρτε, τα πιο φτηνά. 

Βοήθησαν να στρωθεί το τραπέζι. Κοφτό τραπεζομάντιλο της προίκας της, σκαλιστά μαχαιροπίρουνα, ποτήρια και πιάτα με χρυσή ρίγα. Η κουζίνα της με σκούρα ντουλάπια στολισμένα με διάφορα κιούπια και κανάτια, απορούσες πως άντεχαν τόσο βάρος. Είχε παράθυρο με κεντημένο κάτασπρο κουρτινάκι, το ίδιο και η μικρή μπαλκονόπορτα κι ένα τραπεζάκι με σκεπασμένες πιατέλες. 
- Σηκώθηκα πρωί και τα ετοίμασα όλα, ελπίζω Μυρτούλα μου να σε αρέσουνε! 
Άνοιξε το φούρνο κι ο χώρος πλημμύρισε πικάντικη μυρωδιά σκόρδου, παστουρμά και λουκάνικου. Είχε ψήσει αρνάκι με αγκινάρες και γιαούρτι, παστουρμαδόπιτα με ντομάτα και κασέρι, λουκάνικα με αυγά, πατάτες και πιπεριές.  Σαλάτα με άσπρο και κόκκινο λάχανο, τριμμένο καρότο, ραπανάκια κι αγγουράκι. Πιατέλες με τυριά κι αλλαντικά, τουρσιά κι ελιές. Πολλά, πάρα πολλά για τρία άτομα, η Σουλτάνα όμως είχε λογαριάσει κι αυτά που θα παίρναμε σπίτι! 
- Να μην έχετε μαγειρέματα αύριο, θα σας βάλω να τους καλοταΐσεται όλους. Το φαΐ είναι το πρώτο που σκεπτούμαστε να βάλουμε στη φωτιά κι άμα προλάβουμε κάνουμε και τ' άλλα. Άνθω, να πας το πρωί στη φιληνάδα σου τη Γιωργίτσα να πιείτε καφεδάκι για! 

Φουσκωμένη η Μυρτώ ξεκούμπωσε το παντελόνι της. Σίγουρα πήρε ένα κιλό στης Σουλτάνας, το ένα πιο νόστιμο από τ' άλλο ήταν. Το αρνάκι πρώτη φορά το έτρωγε έτσι με τη γευστικότατη κρούστα που ήταν σα μπεσαμέλ και φυσικά ζήτησε τη συνταγή. 

- Παίρνεις το μπουτάκι κι αφού το πλύνεις το βάζεις αποβραδίς σε μια λεκανίτσα με λάδι, αλάτι, πιπέρι, κομματάκι ρίγανη και μπόλικο σκορδάκι ψιλοκομμένο. 
Καθαρίζεις τις αγκινάρες και τις βάζεις στο ταψί με το κρέας και τα ζουμιά του όλα. 
Με αλουμινόχαρτο το σκεπάζεις ωσότου να ψηθεί καλά, μαλακούτσικο αλλά όχι ροδοκόκκινο για να μη σε αρπάξει μετά. 
Σε μπολ γυάλινο θα χτυπήσεις τρία αυγά μ' ένα κιλό γιαούρτι κι ένα φλιτζάνι γάλα. 
Ρίξε και τρεις μεγάλες κουταλιές ψιλό σιμιγδάλι, αλατάκι ακόμα λίγο και κομματάκι μοσχοκάρυδο και χτύπα τα καλά καλά να γένουνε κρέμα. 
Βγάλε το αλουμινόχαρτο και περέχυσε το φαΐ κι άστο να αποψηθεί ξέσκεπο να πιάσει την κρούστα. 
Με το μάτι θα το διεις να πήζει και να ροδίζει και είναι έτοιμο! 

Μετά που θα φας το μπακλαβά, άμα σ' αρέσει θα σε πω τι θα κάνεις για να ξεχωρίζει απέ τους άλλους! 




Πεσκίρια = Πετσέτες


Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα


Μέσα Αυγούστου αποφάσισε η Βιβή να πάει στον Πόρο. Είχε μια φίλη εκεί με ωραίο μεγάλο σπίτι και της πρότεινε να περάσουν λίγες μέρες παρεούλα. 
Ετοιμάστηκε, πήρε όλα τα απαραίτητα και μια μισοάδεια βαλίτσα για να τη γεμίσει εκεί. Η φίλη της διέθετε εκτός από το σπίτι κι ένα μαγαζί με ρούχα, κοσμήματα και διάφορα αξεσουάρ, όλα χειροποίητα. Είχαν γνωριστεί στο καράβι, όταν ταξίδευε σαν σύζυγος του καπετάνιου και η άλλη ως σύζυγος μηχανικού. 

- Πολύ καλή είναι η Ρούλα, κάναμε παρέα στο καράβι, κρατήσαμε τη φιλία μας. Την έχω φιλοξενήσει κι εγώ στο Παρίσι τρεις φορές κι όλο παράπονα είναι που δεν έχω πάει στον Πόρο. Όταν ξανάρθω Στάσα μου στην Ελλάδα, ελπίζω του χρόνου, θα μοιράσω τις μέρες, μη παραπονιέται. 

Χώρισε με το μηχανικό πριν πέντε χρόνια η Ρούλα. Γυναικάς από τους λίγους αυτός, ακόμα και τους μήνες που είχε τη γυναίκα του στο καράβι, το έσκαγε στα λιμάνια κι έτρεχε στις διάφορες. Στρώνονταν για χαρτιά οι κυρίες μετά τις βόλτες τους μέχρι το ξημέρωμα κι έβρισκε αυτός ευκαιρία με διάφορες δικαιολογίες. Η Ρούλα που ήταν δεινή χαρτοπαίχτρα, ούτε καταλάβαινε αν και πόσες ώρες ήταν εκτός καραβιού. Είχε κι αυτή μερίδιο ευθύνης. 
- Ρουλίτσα, πάμε με τα παιδιά για κάνα ποτό. 
- Να πάτε! 
Υποψίες δεν είχε κινήσει, η Βιβή όμως που είχε μάτια παντού κατάλαβε τι συνέβαινε. Ρώτησε με τρόπο και το Μιχάλη κι όταν βεβαιώθηκε τον έπιασε ένα βράδυ και του μίλησε. 
Στο αστείο τα γύρισε αυτός, άλλα της έλεγε, του τα 'χωσε με τη φαρμακερή γλώσσα της κι αποφάσισε να δράσει. Με τη γυναίκα του ασυρματιστή κι ένα ναύτη τον παρακολούθησε κι αφού έμαθε όσα ήθελε, τον ξαμόλυσε δασκαλεμένο. Αμέσως έμαθαν τα στέκια του ότι ο μηχανικός υπέφερε από σοβαρό αφροδίσιο νόσημα. 
Από επιθυμητός, είχε γίνει ο πλέον ανεπιθύμητος. Τον απέφευγαν χωρίς να ξέρει το λόγο, ούτε και καμία βέβαια τόλμησε να τον προσβάλλει λέγοντάς του κάτι τέτοιο. Για τους υπόλοιπους τέσσερις μήνες ήταν υπόδειγμα, η Ρούλα έκοψε το καθημερινό ολονύχτιο παιχνίδι και περνούσε τις ώρες μαζί του. 

- Το άσχημο ήταν ότι έκανε μόνιμη σχέση αυτός, είπε η Βιβή περιφρονητικά. Εγώ δεν είχα πει τίποτα στη Ρούλα για τα παλιά του, φρόντισα να τον απομακρύνουν, αυτός δε θα απομακρυνόταν από μόνος του. Το καράβι έπιανε συγκεκριμένα λιμάνια και ήταν εύκολο, ακόμα κι εκεί που δεν σύχναζε κανόνισα να τα μάθουν. Μη με κοιτάζεις έτσι, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, τι άλλο να έκανα; Όταν όμως εδώ άρχισε να αργεί, να του λιγοστεύουν τα λεφτά και να μου λέει η γυναίκα του διάφορα, είπα εδώ έχουμε θέμα σοβαρό. Ειδοποίησα την Αντιγονίτσα που οδηγεί, να τον παρακολουθήσει. Της έστειλα φωτογραφία, διεύθυνση και σε δυο μέρες μου είπε που πήγαινε και την έβρισκε. Την τέταρτη μέρα βγήκαν μαζί από την πολυκατοικία, την είδε και μου την περιέγραψε. 
- Πω πω πω! Στο σπίτι της πήγαινε Βιβή; 
- Το είχε νοικιάσει για να βρίσκονται. Μετά τα μάθαμε όλα. Τηλεφώνησα εγώ στη Ρούλα, τάχα για να δω τι κάνει, την ώρα που η Αντιγόνη μου είπε ότι επέστρεψε στο σπίτι του. Αφού μιλήσαμε και τη ρώτησα τι κάνουν τα παιδιά κι ο άντρας σου, μου έστειλε αυτός χαιρετίσματα. Της είπα να μου τον δώσει να τον ακούσω λίγο κι όταν τη φώναξε η μικρή της κι απομακρύνθηκε ευτυχώς από το τηλέφωνο, του τα είπα έξω από τα δόντια. Ξέρω αυτό κι αυτό για σένα, αν δεν ξεκόψεις αμέσως τα λέω στη Ρούλα. 
- Κι εκείνος τι είπε; 
- Έπαθε σοκ! Πως εγώ από το Παρίσι ήξερα τι κάνει στην Αθήνα; Ακόμα θα ψάχνεται! Έμαθα και το τηλέφωνό της, να είναι καλά η Αντιγονίτσα, την πήρα και τη στόλισα. Το άσχημο ήταν ότι έκανε μαζί της παιδί, τελικά τα έμαθε όλα η Ρούλα και τον έδιωξε. 
- Καλά έκανε! Βρε τον παλιάνθρωπο, να κάνει και παιδί! 
- Δυστυχώς Στάσα μου, υπέφερε πολύ η γυναίκα του. Ξέρεις πόσες φορές έμενε χωρίς χρήματα; Ούτε αν έχουν τα παιδιά του να φάνε δε νοιαζόταν! Τώρα είναι μια χαρά, βγάζει το καλοκαίρι πάρα πολλά λεφτά, προμηθεύει κι άλλα μαγαζιά σε πολλά νησιά. Βρήκε κι ένα πολύ καλό παιδί και ζούνε μαζί τον περισσότερο καιρό. Στον Πόρο, ευτυχώς που είχε προλάβει να φτιάξει το σπίτι και να πάρει και το μαγαζί, μάζευε τα ενοίκια τόσα χρόνια και τα κατάφερε. Μετά λένε να μην ακούς τις παλιές! Αν δεν είχε φράγκο δικό της θα σου 'λεγα πως θα ζούσε τώρα, η γυναίκα πρέπει πάντα να κάνει το κουμάντο της! 

- Πες μου καλέ θεία, πως κατάφερες και πήρες το σπίτι στο Χαλάνδρι τότε;  Με τα λεφτά από τα σπίτια που πούλησες; 
- Χαζή είσαι; Σιγά μην ακουμπούσα τα λεφτά μου σε σπίτι που δε θα έμενα μόνιμα! Τα έτοιμα τρώγονται γρήγορα, όσο και να κάνεις οικονομία, αν έχεις εισοδήματα όπως τώρα εγώ, έχει καλώς, αν όχι, την έβαψες. Ούτε εγώ, ούτε κανείς γνωρίζει πως θα τα φέρει η ζωή. Ο Ζαν μου άφησε περιουσία, δεν έχω παράπονο, το σπίτι που μένω είναι πολύ ωραίο, το ανακαίνισα κιόλας μετά το θάνατό του. Τα άλλα δύο διαμερίσματα μου αφήνουν λεφτά, τα νοικιάζαμε κι εξακολουθούν να μένουν οι ίδιοι. Του Χαλανδρίου αρχικά το είχαμε νοικιάσει, σκόπευα να ασχοληθώ με το εμπόριο, οι γονείς σου με βοήθησαν πολύ σε όλα. Πάντα ήθελα να κάνω μια δική μου δουλειά στην Ελλάδα, δεν πήγαν καλά τα πράγματα όμως, δυο χρόνια κράτησε μόνο.  Η μάνα σου το είχε βρει και της άρεσε, με ειδοποίησε και ήρθαμε να το κλείσουμε. Το γέμισα πίνακες, γλυπτά, θυμάσαι που σας τα είχα φορτώσει εδώ στο σπίτι σας μέχρι να τακτοποιηθούμε, ε; 
- Φυσικά! Κι αυτά που στολίζουν το μπουφέ, από τότε είναι.
- Βιβή, πες στην κόρη μου με τον επιπλοποιό, που τον τουμπάρισες. 
- Α! Ναι! Ψάχναμε με τη μάνα σου κάτι μικροέπιπλα για να βάλω πάνω τα γλυπτά και ήθελα τα δύο να είναι μεγάλα. Η σαλοτραπεζαρία ήταν η έκθεση κι εμείς θα μέναμε στη μέσα κάμαρα. Πήγαμε λοιπόν σ' ένα καλό μαγαζί που φημιζόταν για την ποιότητα και τις τιμές του, όμως ήταν πολύ ακριβά τελικά. Του λέω καλά, θα το σκεφτώ και θα έρθω αύριο πάλι, σκέψου κι εσύ τι τιμή τελικά θα μου κάνεις. Την επομένη, φόρεσα μια ζιπ κιλότ με βολάν μέχρι εδώ πάνω, βάφτηκα και πήγα. Αυτός, μεγάλη προστυχάντζα, τον είχα κόψει εγώ, με κοιτούσε έτοιμος να με φάει, αλλά και πάλι η έκπτωση δεν ήταν αρκετή, εμένα μου άρεσαν πολύ και τα ήθελα όμως. Ε! Την ώρα που μπήκαν άλλοι πελάτες, κάθισα σ' ένα καναπέ και μόλις έφυγαν μισοξάπλωσα κι έτριβα το γόνατό μου που τάχα χτύπησα σ' ένα έπιπλο. Αυτός άλλο που δεν ήθελε, κόρωσε και φούντωσε!
- Καλά που δεν ήρθα πάλι μαζί σου παλαβιάρα, δεν έχεις το Θεό σου! 
- Χαχαχα! Κοίταγμα ξαναμμένο κι αυτός έριξε μια ματιά έξω να δει αν έρχεται κανείς και με πλησίασε. Πετάχτηκα πάνω εγώ και του είπα ό,τι συμφωνήσουμε τώρα, δεν έρχομαι ξανά. Στήνω το σπίτι μου στην Αθήνα κι εκτός αυτών θα ερχόμουν επίσης για κρεβατοκάμαρα και σαλόνι. Με το μπλα μπλα, τα πήρα στην τιμή που ήθελα κι όταν τα είπα στη μάνα σου έπαθε σοκ! Γελούσαμε για χρόνια με το χοντρομπαλά!


 Ξεκίνησε με τις γνωριμίες του Ζαν και των φίλων μου σε άλλες χώρες και των ξένων καλλιτεχνών εδώ, σε φίλους και συγγενείς. Εκείνος είχε ενθουσιαστεί γιατί λάτρευε την Ελλάδα και μια που σκόπευε ο ιδιοκτήτης να το πουλήσει κάποτε, τον έπεισε να το αγοράσουν. 
- Και να μη πάει καλά η δουλειά, θα έχουμε το σπίτι για να περνάμε εδώ τα καλοκαίρια μας. Δεν έβαλα ούτε δραχμή, εκείνος το πλήρωσε μέχρι την τελευταία δεκάρα. Λεφτά δικά μου, ρισκάρισα για κάποιες αγορές που εκείνος δεν είχε μετρητά αρκετά μετά την αγορά του σπιτιού. Ευτυχώς, μόνο διακόσιες χιλιάδες έχασα, του είπα όμως ένα εκατομμύριο για να μη μου ζητήσει κι αν ζοριστεί. Τελικά δε μας έκατσε η δουλειά, μας είχε μείνει το σπίτι που ερχόμασταν για λίγα χρόνια. Ανέβηκε πολύ και η αξία του με τα χρόνια και το πουλήσαμε, επένδυση καλή ήταν και με παραδέχτηκε ο Ζαν.

 Ξανθός, με πολύ άσπρο δέρμα και ξεθωριασμένο γαλάζιο στα μικρά του μάτια, ήταν επιτυχημένος στη δουλειά του κι αναλάμβανε σπουδαίες υποθέσεις. Η Βιβή ακούραστα δακτυλογραφούσε ατέλειωτες δικογραφίες και πηγαινοερχόταν στα δικαστήρια. Μα μέσα σ' όλα αυτή η γυναίκα! Σχετικά καλά έζησε μαζί του, όσο γινόταν το δικό της βέβαια, αν όχι τον χόρευε στο ταψί. Στις τρεις το ξημέρωμα είχε χτυπήσει το κουδούνι της Στάσας που κατατρόμαξε η καημένη τέτοια ώρα όταν την είδε στην πόρτα με τη βαλίτσα.
- Μαλώσαμε κι έφυγα από το σπίτι, θα με κοιμίσεις εδώ. Εκείνος έπρεπε να γυρίσει στο Παρίσι για μια υπόθεση, εγώ όμως για είκοσι ακόμα μέρες δε μπορώ, περιμένω πελάτες καλούς. Του είπα να πας και σε λίγες βδομάδες θα έρθω και δε συμφώνησε, από τις δέκα η ώρα καβγαδίζαμε. Σηκώθηκα κι έφυγα, να κάτσει να χτυπιέται και να πάει στα τσακίδια!
Ξημερώθηκε η Στάσα μαζί της προσπαθώντας να την πείσει να γυρίσει πίσω. Με τα πολλά την κατάφερε, στις οκτώ το βράδυ πήγε σπίτι και μετά από ένα μεγαλύτερο καβγά, πέρασε το δικό της. Σε δυο βδομάδες παραθέριζαν στη Μύκονο, έκανε κι εκεί πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες με ντόπιους και ξένους. 

Έκανε χαλάουα, τις απαραίτητες μάσκες πριν αρχίσει να εκτίθεται στον ήλιο, πήρε τα πιο ελαφρά ρούχα της κι έφυγε για το νησί. Θα επέστρεφε σε δεκαπέντε μέρες, θα έμενε άλλες δέκα στο σπίτι τους και θα αναχωρούσε για το Παρίσι.


- Ευκαιρία να πάμε στην κυρία Ανθούλα μαμά, μας περιμένει και τις δυο για καφεδάκι. Την άλλη βδομάδα μου είπε να πάμε στην αδερφή της τη Σουλτάνα. 

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Η πανούργα Ερασμία και η γαριδομακαρονάδα της


- Η Ερασμία, ερχόταν μια, δυο φορές το χρόνο, έβλεπε τα αδέρφια και τους άλλους της συγγενείς. Μου τηλεφωνούσαν και πήγαινα να τη δω κι εγώ, ωραία περνούσαμε! 

Η Στάσα είχε σερβίρει τους καφέδες και περίμεναν τη Βιβή που τέλειωνε το λούσιμο. Είχε βάψει με χρωμοσαμπουάν τα μαλλιά της μόλις τόλμησαν να εμφανιστούν αμυδρά οι άσπρες τρίχες. Κάθε δέκα μέρες τα έβαφε, μετά για μια εβδομάδα τους έβαζε καστορέλαιο να τα διατηρεί απαλά. Βγήκε με την πετσέτα τυλιγμένη σε σφιχτό τυρμπάν, από μέσα τα είχε περάσει με διπλή μεμβράνη, όση ώρα θα κρατούσε τη μάσκα. Το μεγάλο τραπέζι ήταν φορτωμένο μπουκαλάκια, βαζάκια, ασετόν, μανό, λίμες, είδη μακιγιάζ, μικρές ειδικές πετσετούλες και χρωματιστά βαμβακάκια. Ο καναπές δε φαινόταν από τα απλωμένα ρούχα, όλα μύριζαν άρωμα. Έψαχνε κάτι κουτιά εγγλέζικο τσάι και σκόνη σοκολάτας για ρόφημα που είχε κάπου στον πάτο μιας βαλίτσας. 
- Το τσάι θα το πίνετε στην υγειά μου στο σερβίτσιο που σας είχα φέρει να με θυμάστε. Εγγλέζικα, πάνε ασορτί! 
Λάτρευε και την Αγγλία η Βιβή, κάθε χρόνο πήγαινε και καθόταν αρκετές εβδομάδες. Είχε φίλες σε πολλές χώρες και περισσότερο έμπαινε στο αεροπλάνο παρά σε ταξί. 
Τα βρήκε και τα έδωσε στη Στάσα, άπλωσε μια κρέμα σε λαιμό και πρόσωπο κι έβαλε τη Μυρτώ να της διαλέξει ρούχα για την απογευματινή βόλτα. 
- Μπακαλιάρο με σκορδαλιά λέω να φτιάξω σήμερα. Τη μάνα σου θυμήθηκα, νοικοκυρά και άξια, δεν την έφτανε καμία στη νοικοκυροσύνη της, Θεός σχωρέστην την...
Και τι ωραία που μαγείρευε! Ποτέ μου δεν κατάφερα αυτή τη γαριδομακαρονάδα της, ωραία τη φτιάχνω αλλά όχι σαν της μάνας σου. 
- Τις γαρίδες πως τις κάνεις Στάσα; 
- Τις φέρνω βόλτα λίγο με το λαδάκι πρώτα, να μυρίσουν. 
- Σχάρα θέλουν, αυτό είναι το μυστικό! Θα σου τα πω όπως τα θυμάμαι, μια δυο φορές την έχω φτιάξει και τρελάθηκαν όλοι, αλλά είναι μπελάς και σιγά μη φάω τόσες ώρες στην κουζίνα! Με το φαγητό αυτό είχε εντυπωσιάσει τους φίλους του δεύτερου άντρα της που τους άρεσαν πολύ τα μερακλίδικα. Έφτιαχνε και μια ψαρόπιτα με κουρκούτι κι άλλα διάφορα μεζεκλίκια και γινόταν χαμός στα τραπέζια της. 
  Μυρτώ, πάρε χαρτί και γράφε για να ξέρεις, η μάνα μου διάλεγε γαρίδες μεγάλες, και πάντα τη σπαγετίνη, να ξέρεις ότι θέλει το πιο λεπτό μακαρόνι αυτή η συνταγή. 

Λάδι, λίγη πιπερόριζα, ελάχιστο σαφράν και ένα κύβο ζάχαρη
Πιπεριές πράσινες, κόκκινες, κίτρινες, πορτοκαλί, ό,τι χρώμα υπάρχει βάζεις 
Καρότα, κρεμμύδια, τρεις σκελίδες σκόρδο λιωμένο
Μαϊντανό μπόλικο, ντομάτες ώριμες χωρίς σπόρια
Ένα μικρό ποτηράκι ούζο
Αλάτι και πιπέρι

- Πλένεις τις γαρίδες και τους βγάζεις μουστάκια και ποδαράκια. Τις βράζεις με λίγο ξύδι και μπόλικους κόκκους πιπέρι μαύρο. Όταν μαλακώσουν λίγο τις σουρώνεις κι αφήνεις να κρυώσουν. Κόβεις τα λαχανικά με το μαχαίρι πολύ λεπτές λωρίδες και μετά κάθετα, σε τετραγωνάκια, το μόνο που δεν κόβεις, είναι το καρότο, αυτό το τρίβεις. 
Αφού έχει πιαστεί το χέρι σου με τόσο ζαρζαβατικό που ψιλόκοψες, τα παρατάς και φτιάχνεις καφέ. Αποφεύγεις να κοιτάζεις τις γαρίδες που θα σου βγάλουν την ψυχή στο καθάρισμα, χα χα χα χα! 
Ξεπλένεις τις γαρίδες και τις καθαρίζεις, βγάζεις μετά και το εντεράκι με μια οδοντογλυφίδα και βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ασχολήθηκες με δαύτες. 
Τις ξαναπλένεις να είναι καθαρές και τις βάζεις να στεγνώσουν από τα νερά τους, μια μια τις σκούπιζε η μάνα μου αφού τις πίεζε λίγο. Ετοιμάζεις σχάρα, ή κάποιο σκεύος για ψητά και τις ρίχνεις να ψηθούν κι από τις δυο μεριές πασπαλισμένες με τζίντζερ, ξέρεις, την πιπερόριζα σε σκόνη. 
Βάζεις εν τω μεταξύ λάδι στην κατσαρόλα και ρίχνεις τα λαχανικά όλα, εκτός από το σκόρδο και το μαϊντανό. Όσο τα ανακατεύεις με προσοχή μη πιάσουν, οι ψητές γαρίδες σου σπάνε τη μύτη και τρως μερικές, σ' ευγνωμονεί ο ουρανίσκος σου και αποτρέποντας την ιδέα να τις τσακίσεις όλες, ρίχνεις τις υπόλοιπες στην κατσαρόλα. 
Αφού τσιτσιρίζουν ομαδικά, χαμηλώνεις τη φωτιά και ρίχνεις το σκόρδο και το μαϊντανό και μόλις μυρίσει τα σβήνεις με το ούζο. Απομακρύνεσαι για να μη μεθύσεις με τις αναθυμιάσεις και μετά ρίχνεις τις ντοματούλες, τη ζάχαρη και τα μπαχαρικά και συνεχίζεις για δέκα λεπτά να τα βράζεις, να δέσει η σάλτσα με τα υπόλοιπα. 
Προσθέτεις ζεστό νερό, ανάλογα με την ποσότητα των μακαρονιών που θα βάλεις, πρέπει να πιουν το νερό και να μη λασπώσουν. Καλύτερα λιγότερο και να συμπληρώνεις, παρά να γίνουν σούπα. Όταν τελειώσει το φαγητό, μη το αφήσεις στο ζεστό μάτι, να κρατάνε πρέπει. 
Εδώ όπου έφαγα γαριδομακαρονάδα, δεν είχε καμία σχέση, ήταν οι γαρίδες με τη σάλτσα πάνω από τα μακαρόνια, κάτι σαν το κοκκινιστό κρέας, όλοι έτσι τη φτιάχνουν. Αυτή, της μάνας μου, είναι πολύχρωμη, τρώγεται και κρύα να ξέρετε. Μόνο που είναι μπελαλίδικη, απαπαπα!
Η Στάσα γελούσε δυνατά και καθάριζε αμπελοφάσουλα να βράσει για σαλάτα, που της άρεσαν πολύ. Ταίριαζαν υπέροχα με τη σκορδαλιά.
- Έλεγα βρε Βιβή στην κόρη μου για τη μάνα σου που ερχόταν, τι ωραίες μέρες ήταν εκείνες! Τι ωραία υφάσματα μου είχε φέρει, ακόμα έχω τρία τόπια καταχωνιασμένα. Κι εκείνα τα βαζάκια τα στολισμένα που έχω στην εταζέρα, τους δίσκους με τις πυραμίδες, τα προσέχω κι όταν ξεσκονίζω, ενθύμια είναι. Και το ταγέρ που μου είχε ράψει σε δυο μέρες; Θυμάσαι που μου έκανε πρόβα και μου το έσφιγγε στη μέση; Της έλεγα θα σκάσω, δε μπορώ να πάρω αναπνοή και μου έλεγε φόρα το και σκάσε, τι με νοιάζει; Θα κάνεις μια βδομάδα δίαιτα αυστηρή και θα το φοράς με γόβες ψηλοτάκουνες και τσάντα ασορτί.  Και μια ζώνη από το ίδιο ύφασμα έραψε, όπου το φορούσα στράκες έκανα! Τι γέλια κάναμε, τι αστεία, σαν τώρα τα θυμάμαι. 
- Ναι, σ' αγαπούσε πολύ η μάνα μου και πάντα κρατούσε και τα δικά σου δώρα. Θυμάσαι που σε παντρολογούσε με το χειρούργο, τότε με τη χολή της;




Κρίση χολής είχε πάθει η Ερασμία κι έπρεπε να χειρουργηθεί για ν' αφαιρέσει τις πέτρες. Αφού ήταν στην Αθήνα με τη Βιβή και τους συγγενείς της, ένιωθε κάποια ασφάλεια. 
Η Στάσα τη συνόδευσε στο νοσοκομείο για τις εξετάσεις κι έγινε η εισαγωγή. Το χειρουργείο θα γινόταν σε δυο μέρες. Με το ζόρι βρήκαν ένα κρεβάτι στην άκρη ενός θαλάμου που γινόταν πανικός. Ο χειρουργός που θα την αναλάμβανε, καλοκοίταζε τη Στάσα που δεν είχε καταλάβει τίποτα. Τα παμπόνηρα μάτια μάνας και κόρης είδαν τι συνέβαινε και η Ερασμία αποφάσισε να δράσει για να τύχει καλύτερης νοσηλείας, σε πιο ήσυχο δωμάτιο και με λιγότερους ασθενείς. 
 Όταν λοιπόν έφυγε η Στάσα το μεσημέρι, έπιασε με τρόπο το γιατρό και του μίλησε. 
- Εσύ γιατρέ μου, φαίνεσαι πολύ καλός άνθρωπος. Τι κατάσταση είναι αυτή, να ησυχάσουμε δε μπορούμε. Η ανιψιά μου τόσες ώρες, δεν είχε που να σταθεί, την έχω ανάγκη και ντρέπομαι να την κρατάω εδώ. Μεθαύριο θα χειρουργηθώ, τη θέλω συνέχεια κοντά μου, η κόρη μου εργάζεται.  Μα δεν υπάρχει ένας θάλαμος με λιγότερα κρεβάτια να με βάλεις; 
Το απόγευμα αν έχεις κάνα νέο, να σου στείλω την ανιψιά μου κάτω να της πεις; Είδες τι ωραία κοπέλα είναι; Γυναικάρα! Και μεταξύ μας, δεν ξέρω αν θα έρχεται μόνο για μένα, άλλο τίποτα δε μπορώ να σου πω. Άσε που με τρόμαξε μ' ένα πονάκι στην κοιλιά, ευκαιρία να τη δεις αλλά μετά το χειρουργείο μου, είναι πολύ φοβητσιάρα. 

Αμέριμνη η Στάσα, αφού τακτοποίησε την οικογένειά της και ξεκουράστηκε λίγο, πήγε πάλι στο νοσοκομείο να δει αν χρειάζεται κάτι η Ερασμία.
Τη βρήκε να έχει απλωμένη την τράπουλα στο κρεβάτι και να συμβουλεύει μια κοπέλα σε ερωτικά θέματα. 
- Όταν με το καλό βγει η μάνα σου από δω, θα πας να τον βρεις. Θα του πεις ότι του μίλησες άσχημα επειδή ήσουν πολύ στενοχωρημένη με την εγχείρησή της. Τον άλλο ξέχνα τον, με άλλη είναι και σε κοροϊδεύει, δες το, να!  Θα σε ρωτήσει γιατί δεν του το είπες, λογικό είναι. Τι να πεις, κοίταξα να σε ξεφορτωθώ γιατί ξελογιάστηκα με άλλον; Στο φιλότιμο  ρίχτα, δε στο είπα μη σε στενοχωρήσω. Αν σ' αγαπάει αληθινά θα σε συγχωρήσει.  Πρόσεξε μη σε ξεμοναχιάσει μόνο γιατί μετά πάει, τον έχασες! 
- Στάσα, ζήτησα του γιατρού να με αλλάξει δωμάτιο, άντε κάτω σε παρακαλώ να δεις τι έγινε. 
Κατέβηκε η Στάσα στα ιατρεία αλλά είχε επείγον χειρουργείο. Περίμενε λιγάκι και μίλησε με κάποια υπεύθυνη, η αλλαγή θα γινόταν το βράδυ και θα πήγαινε σε δίκλινο. 
Παρουσία τριών νοσοκόμων και του γιατρού μεταφέρθηκε η Ερασμία που του έκλεισε πονηρά το μάτι. 
- Είδες γιατρέ; Ξανάρθε η ανιψιά μου, σ' ευχαριστώ πολύ. Ό,τι καλό να έχεις, ελεύθερος δεν είσαι; Θα σε καλοπαντρέψω!
Είχε μάθει από τις νοσοκόμες ότι δεν ήταν παντρεμένος. Θα τον χόρευε για τα καλά το γιατρό και θα έκανε μια χαρά τη δουλειά της...


Τη μέρα του χειρουργείου, στήθηκαν απ' έξω Στάσα, Βιβή, Ασημίνα κι Αντιγόνη. Η θεία Ασημίνα είχε τη μέση της και θα έφευγε αμέσως μετά. Όλα πήγαν καλά και η Βιβή έφυγε με τη θεία της, η μια στο σπίτι και η άλλη στο γραφείο. Θα επέστρεφε σε λίγες ώρες. 
Η Στάσα μίλησε με το γιατρό αρκετές φορές εκείνη τη μέρα. Της έκανε εντύπωση για κρατικό νοσοκομείο να είναι ο γιατρός πάνω απ' το κεφάλι τους και το συζητούσε με την Αντιγόνη.  Τα φάρμακα δεν της τα έφερνε νοσοκόμα αλλά ο ίδιος. Κάθε μισή ώρα περνούσε να δει πως πάει. Ο διακριτικός θαυμασμός του δεν την παραξένεψε γιατί  ήταν συνηθισμένη, δεν περνούσε απαρατήρητη. Αφού συνήλθε για τα καλά η Ερασμία, άρχισε να κελαηδάει και να του πετάει σπόντες. Η Στάσα επειδή την ήξερε, φαντάστηκε ότι κάποια θα του προξένευε. Μια μέρα πριν βγει, κάλεσε κόρη και ανιψιά για να δώσει οδηγίες. Η Βιβή έφευγε για το γραφείο κι άφησε τη Στάσα μόνη. 
Ο γιατρός της μιλούσε ευγενικά και σκέφτηκε όταν της έδινε την κάρτα του εκείνο το πονάκι που του είχε πει η πανούργα Ερασμία. Φοβητσιάρα είναι, με τρόπο θα δω. 
Έκλεισε ξαφνικά την πόρτα και ζήτησε της Στάσας να ξαπλώσει και να σηκώσει τη φούστα. 
- Η μάνα σου τα 'χασε στην αρχή και μετά του είπε για ποια με περάσατε γιατρέ και τέτοια. Αυτός της λέει μη φοβάσαι κι έκανε να την πιάσει στην κοιλιά, πες βρε συ μετά τι έγινε! 
Βγήκε η Στάσα από την κουζίνα με το μαϊντανό στο χέρι γελώντας. 
- Αχ αυτή η μάνα σου! Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, λέω τι συμβαίνει εδώ; Που να ήξερα ότι του είχε πει να με εξετάσει και μ' έπιανε με το μαλακό ο γιατρός; Αλλά κι αλλιώς να ήταν τα πράγματα, αφού με είχε βάλει στο μάτι, θα μου ριχνόταν! Πανικοβλημένη εγώ, τρέχω στην πόρτα, αυτός πίσω μου να μη με αφήσει να φύγω, του ρίχνω μια σπρωξιά και πέφτει το βραχιόλι μου το χρυσό. Αυτό θα κοίταζα ή που ανέβαινα συγχυσμένη τα σκαλιά να πάρω τη μάνα σου και να φύγουμε; Και μόλις με βλέπει, σκάει στα γέλια και μου λέει, τι έγινε Στασούλα, μπας και πήγε να σε κουτουπώσει ο γιατρός; Αμ έτσι και δεν ήσουνα εσύ, στο θάλαμο με τα δέκα κρεβάτια θα τη βγάζαμε! Στο δρόμο μου είπε η μάνα σου τα υπόλοιπα και της έβαλα τις φωνές αλλά μετά με πιάσανε τα γέλια κι εμένα, έβγαλα ποτέ άκρη μαζί σας; Και ποιος θα πήγαινε μετά να πάρει το βραχιόλι μου έτσι που τα κάνατε; Μετά από τόσες μέρες που σε πήρε ο πόνος και πήγες, ευτυχώς που το κράτησε και στο έδωσε ο άνθρωπος. 
-Χαχαχα! Το είχε μέσα στο βαλιτσάκι του και σε περίμενε να πας να το πάρεις. Έκανα πολύ κόπο για να τον πείσω να μου το δώσει και του είπα ότι φοβήθηκες επειδή ήσουν άβγαλτη, αλλά θα κανόνιζε η μάνα μου να βρεθείτε. Ακόμα θα περιμένει! Χαχαχα!
- Παλαβές μάνα και κόρη! Από τη μια είχα την ταραχή μου κι από την άλλη στενοχωριόμουν για το βραχιόλι, να το χάσω έτσι;
- Γι αυτό σου έστειλε η μάνα μου από την Αλεξάνδρεια ένα μεγαλύτερο και  πιο καλό, ε; 
- Ναι, ναι! Μου έγραφε στο χρωστούσα για να θυμάσαι το νοσοκομείο και τι να έλεγα στον Ηλία; Υποχρεώθηκε που την κοίταξα!  
Το σπίτι σείστηκε από τα γέλια!
- Μέχρι κι εμένα είχε τάξει η μάνα μου σ' ένα προϊστάμενο που ήθελε να της βγάλει κάτι χαρτιά! Τότε ήμουν νιόπαντρη με το Δημήτρη και της είχα στείλει μαζί με τις άλλες φωτογραφίες και μια που ήμουν στη θάλασσα μ' ένα μαγιό μια σταλιά, ίσα που έκρυβε τα επίμαχα! Την είχε στην τσάντα της για να βρει μια κορνίζα να ταιριάζει κι όταν είδε τα σκούρα στο γραφείο, ζήτησε να μιλήσει στον προϊστάμενο. Τον παρακάλεσε να της κάνει τη δουλειά γρήγορα και του είπε θα στέλνω την κόρη μου αν είσαι εξυπηρετικός, δες την! Αυτός της είπε να τη χαίρεσαι, ωραία κοπέλα είναι και του λέει ελεύθερη την έχω, να σου κάνω κάτι αφού σ' αρέσει. Τσίμπησε αυτός και ξεμπέρδεψε η μάνα μου σε δυο μέρες, άλλο δεν τον χρειάστηκε! Χα χα χα χα! Με το Δημήτρη αρραβωνιασμένη ήμουν τότε που είχαμε πάει για το γάμο και τη βοηθούσα στα τελευταία τρεχάματα που συμπλήρωνε τα προικιά της αδερφής μου κι έλεγε ότι μαζεύει την προίκα μου, όχι στους πωλητές, στους καταστηματάρχες που είχαν τον τελευταίο λόγο στην έκπτωση. Μοστράριζε τα προσόντα μου, τη μόρφωση, τα ακίνητα που θα μου δώσει, ροδάνι η γλώσσα της! Της έλεγαν με τέτοια κόρη, τι τα θέλεις τα προικιά, έτσι θα στην πάρουνε. Καλά, κάνε μου εσύ πιο καλή τιμή κι αν τη θέλεις έτσι τα κρατάω και στη δίνω μόνο με τα ρούχα που φοράει κι επειδή φαίνεσαι καλό παιδί θα πάρεις τα ακίνητα.  Κι άλλη μια φορά που ήθελε να της κάνουν σκόντο σ' ένα μπουφεδάκι, είπε στο μαραγκό κοίτα κόρη που έχω, περιζήτητη, πάνε κι έρχονται τα προξενιά κάθε μέρα, όλοι μου τη ζητάνε. Σε συμπάθησα πολύ εσένα όμως,  να σε κάνω γαμπρό μου; Είναι πολύ όμορφη και με μεγάλη προίκα, για το γούρι που φέρνει το ποδαρικό της που είναι και δυο μέτρα, έχουν να το λένε! Άντε βρε λεβέντη μου, κόψε μου κι άλλο βρε που θα στη δώσω να σου στολίζει το μαγαζί και θα μαζεύεις πελάτες που δε θα τους προλαβαίνεις! 
Εγώ τότε είχα ήδη γεννήσει τον πρώτο μου κι από τα γέλια που κάναμε με την Ποπίτσα όταν τα  διαβάζαμε στο γράμμα της μέχρι το μωρό ξυπνήσαμε! 






Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Άντε στη μαμά σου αγόρι μου!


- Καταδίκη κι αυτή όμως βρε Βιβή, υποχρεωμένος μια ζωή να τους τα ακουμπάει... 
- Στάσα μου, αν το ήξερα, δε θα τον είχα πάρει, για σχέση έτσι απλά καλός ήταν. Αν δεν ήταν τόσο τσιγκούνης, δε θα έκανα τίποτα απ' όλα αυτά. Αλλά να υπολογίζει και το ψίχουλο από το ψωμί και τη σταγόνα του νερού, όχι, θα τον ξεκοκάλιζα για να μάθει! Ας μη παντρευόταν, ας ταξίδευε μια ζωή για δαύτες, εγώ τι του έφταιξα; Μόλις του είπα ότι αυτό το σπίτι μάλλον θα διαλέξουμε, αλλά άκουσα και για κάποιο άλλο και θα πήγαινα να το δω, τον ξαπόστειλα στο καράβι. Οι λογαριασμοί που είχε έγιναν κοινοί για να τραβάω λεφτά για τον εργολάβο και τα υπόλοιπα του σπιτιού. Αν μπορούσε, ας έκανε κι αλλιώς ο καπετάνιος, με το παιδί του είχα βάλει το μαχαίρι στο λαιμό. Ούτε στις άλλες δεν πρόλαβε να μιλήσει που έσπαζαν τα τηλέφωνα. Η μάνα μου τους είπε ότι δεν προλαβαίνει, έχει τρεχάματα με την εγκυμοσύνη μου, ψάχνουμε τα μωρουδιακά. Λυσσάξανε οι άτιμες! 

Με ένα μαξιλάρι στην κοιλιά κάτω από το καλσόν, πήγαν μάνα και κόρη στη Χίο. Η θεία τις κάλεσε να περάσουν λίγες μέρες εκεί και μετά θα πήγαιναν στην Κέρκυρα, να δουν τα παιδιά. Πρόσκληση δεν είχε γίνει φυσικά, η Ερασμία δήλωσε ότι ήθελε να τους δει πριν επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και θα έπαιρνε και τη Βιβή να ξεσκάσει, πολύ είχε ζοριστεί τον τελευταίο καιρό. Σεργιανούσε η "εγκυμονούσα" καμαρωτή να τη δουν όλοι και παραμόνευε τις κουνιάδες της, έπρεπε να δοθεί τέλος στην αφαίμαξη. Η συνάντηση έγινε με τη μεγάλη, που γύριζε φορτωμένη ψώνια από την αγορά. Λίγο ακόμα και θα της έπεφταν οι τσάντες απ' τα χέρια όταν την κάρφωσε το παγωμένο βλέμμα της Βιβής. 
- Να χαθεί η σιχαμένη! Σαν άγαλμα έμεινε όταν με είδε και μου έδωσε το χέρι ψυχρά. 
- Καλωσόρισες, ο αδερφός μου που είναι; Ούτε ξέρουμε που βρίσκεται, δε μας ειδοποίησε ότι θα έρθετε. 
- Ο αδερφός σου αυτή τη στιγμή είναι στη Βραζιλία, πως να σε ειδοποιούσε;
- Τι; Στη Βραζιλία; Κι εσύ πως ήρθες εδώ μόνη σου, συμβαίνει κάτι; 
- Ναι βρε Γεωργία, ήρθα για να πουλήσουμε τα χτήματα, δεν τα χρειάζεται εδώ, τι να τα κάνει; 
- Τα χτήματα; Δεν είμαστε καλά! Πως θα τα πουλήσει, γιατί να τα πουλήσει; Δική σου δουλειά είναι αυτή, ο Μιχάλης μας δεν ήταν τέτοιο παιδί. Από την ώρα που τον έμπλεξες άλλαξε, μαύρη η ώρα που σε πήρε! Γι αυτό έριξε μαύρη πέτρα πίσω του, σα να μην υπάρχουμε εμείς! 
- Πόσο ηλίθια είσαι λοιπόν! Τα χτήματα είπαμε να τα πουλήσουμε και να σας μοιράσει τα λεφτά, γιατί μετρητά δεν έχει άλλα να σας δώσει. Πρέπει να κοιτάξει και την οικογένειά του, παιδί περιμένει, δε με βλέπεις, ή δεν το ήξερες; 
- Α! Είπα κι εγώ, τρελάθηκε ο αδερφός μας; 
- Δηλαδή δεν έχεις αντίρρηση αν τα πουλήσει και πάρετε το παραδάκι ζεστό ζεστό; 
- Άμα έτσι αποφάσισε, καλώς καμωμένο είναι, δικά του είναι, ό,τι θέλει τα κάμει! Εγώ έτσι δα που το άκουσα, είπα... 
- Ότι τα πουλάει για να τα χαρεί με μένα, ε; Λοιπόν, άκου Γεωργία, ό,τι του φάγατε του φάγατε! Από δω και πέρα, δεν πρόκειται να ξαναδείτε ούτε δραχμή από τον άντρα μου. Επίτηδες στο είπα για τα χτήματα, να δω τις αντιδράσεις σου! 
- Παλιογυναίκα, ψεύτρα, τόνε βρήκες και τόνε εκμεταλλεύεσαι, που μας έκανες άνω κάτω και μας χώρισες από τον αδερφό μας! Καλά σου κάμει η μάνα μας και σε καταριέται μέρα νύχτα! 
- Της τράβηξα δυο μούντζες, είπα αν πάθω κάτι στην κατάστασή μου θα φταίει αυτή και οι κατάρες της μάνας της, την έφτυσα κι έφυγα. Αυτή ακόμα έλεγε, πήγα σπίτι και λέω φεύγουμε, αυτό κι αυτό έγινε. Η θεία μου έκανε τα πάντα για να μας κρατήσει, εγώ όμως της είπα ότι δεν αισθάνομαι καλά και πρέπει να πάω στην Αθήνα, να με δει ο γιατρός μου. Είχε δεν είχε η αδερφή του με σύγχυσε κι ένας Θεός ξέρει τι θα γίνει! 

Γελούσαν με την Ερασμία για την ταραχή που έδωσε στην κουνιάδα της. Τους χρειαζόταν ένα καλό μάθημα, δε θα μπορούσαν να συνεχίσουν έτσι σαν ζευγάρι. Η μάνα της έμαθε και κάτι άλλο που τις θορύβησε ιδιαίτερα. 
- Ο αδερφός της πεθεράς σου ξέρεις πως πέθανε; Είχε πολύ σοβαρό πρόβλημα στους πνεύμονες κι είχε νοσηλευτεί πολλούς μήνες στο νοσοκομείο. Όταν επιτέλους βγήκε, οι γιατροί του απαγόρεψαν να κουράζεται και να μη σηκώνει καθόλου βάρη, να φυλάγεται από την πολλή ζέστη ή το κρύο και την υγρασία. Η γυναίκα του τον πρόσεχε σαν τα μάτια της μέχρι που άρχισε να συνέρχεται ο καημένος. Η αδερφή τους η μεγάλη που είχε χάσει από χρόνια τον άντρα της, είχε λεφτά με τη σέσουλα αλλά ήταν πολύ τσιγκούνα και δεν ξόδευε να κάνει τη δουλειά της. Όλο στον αδερφό της παράγγελνε να πάει να της κάνει τα χαμαλίκια. Μάζεψε υγρασία η ταράτσα της και πριν χειμωνιάσει τον φώναξε να της στρώσει μονωτικό. Η γυναίκα του της είπε ότι δεν κάνει να κουραστεί και να κρυολογήσει και η στρίγκλα της έστησε καβγά, σκοτώθηκαν νύφη με κουνιάδα. Έβαλε του καημένου το μαχαίρι στο λαιμό, να μην ακούει πολύ τους γιατρούς και είναι μια χαρά, δεν ήταν και καμιά σοβαρή δουλειά που θα τον κούραζε. Με το μουρ μουρ δεν άντεξε και της είπε θα πάει, μάλωσε και με τη γυναίκα του, μαλλιά κουβάρια και οι τρεις. Μέρες τυραννιόταν ο άνθρωπος, ίδρωνε και του ανέβαζε νερό παγωμένο η τρελή χωρίς καν να αλλάξει φανέλα. Έπεσε με σαράντα πυρετό και οι γιατροί δεν κατάφεραν να τον σώσουν, από πνευμονία πήγε. Άρα, το έχουν όντως οικογενειακό τους, από τις αδερφάδες του κανείς να μη γλυτώνει! 


Το γράμμα που έστειλε η Βιβή στον άντρα της, περιέγραφε τη σύγχυση που πέρασε με τη "μεγάλη" και ήταν η αιτία να χάσει το παιδί, που ήταν αγόρι. Ετοιμαζόταν με τη μάνα της να πάνε στην Κέρκυρα για να τη δουν τα παιδιά και να προετοιμαστούν για το αδερφάκι τους. Μια μέρα πριν την πήρε το ασθενοφόρο με ακατάσχετη αιμορραγία, κινδύνευσε κι αυτή λόγω προχωρημένης εγκυμοσύνης. Δεν υπήρχε λόγος να ξεμπαρκάρει για τη γέννα που δε θα γινόταν, την επόμενη φορά θα ήταν πιο τυχεροί είπε ο γιατρός, αρκεί να μη περάσει ξανά τέτοια ταραχή. Ο Μιχάλης έκλαιγε μερόνυχτα, έμαθε από τη γυναίκα του μηχανικού, που ήταν φίλες, κοιτούσε τις φωτογραφίες με τη φουσκωμένη κοιλιά της και οι αναστεναγμοί του ακούγονταν και τους σπάραζαν την καρδιά. 
- Διέδωσε η μάνα μου στη γειτονιά ότι στις δύο τη νύχτα ήρθε και με πήρε το ασθενοφόρο. Έτσι έμαθαν όλοι για την αποβολή μου, να είναι πιστευτό. 
- Θεία, απίστευτα μου φαίνονται όλα αυτά, πως τα καταφέρατε και τους κοροϊδέψατε όλους; 
- Εσύ όταν βλέπεις μια γυναίκα έγκυο, πας και της σηκώνεις τη φούστα; Το μαξιλαράκι έκανε τη δουλειά του μια χαρά. Ο άντρας μου μέχρι τριών - τεσσάρων μηνών που του έλεγα ότι είμαι με είχε δει. Έβραζε και η μάνα μου όσπρια, είχα τρελαθεί στα φασόλια, που τα έτρωγα κρυφά για να πρήζομαι, εσύ αν φας πολλά δεν πρήζεται η κοιλιά σου;  Μετά μόνο από φωτογραφίες, μια κάθε μήνα για να δείχνω πιο φουσκωμένη. 

Η Στάσα κουνούσε το κεφάλι και ξαφνικά ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Θυμόταν σαν σε όνειρο την ιστορία, χωρίς τις ζουμερές λεπτομέρειες. 
- Πούλησα το σπίτι που υποτίθεται θα άφηνα στα παιδιά, γιατί θα έφευγα για το καινούργιο. Πολύ ωραίο διαμέρισμα, μεγάλες βεράντες, το επίπλωσα, το κλείδωσα κι έφυγα να τον βρω. Θα ταξίδευα πέντε μήνες μαζί του και θα γυρίζαμε μαζί. Ήξερε ότι μετακόμισα, όμως δεν έμαθε ότι το είχα πουλήσει βέβαια. Καλά δεν περάσαμε, τον πρώτο μήνα μου έκανε όλα τα χατίρια, μετά άρχισε πάλι τη γκρίνια για τα λεφτά. Και που πήραμε το σπίτι και τα έξοδα και η εφορία και μη αυτό και μη εκείνο. Τον παρατούσα μέσα κι έβγαινα με τους άλλους, τα ξημερώματα μαζευόμασταν στο βαπόρι. Και ψώνια για το σπίτι και για μένα και γλέντια και όλα όσα μπορούσα να κάνω. Στη Γαλλία γνώρισα και τον τρίτο, το δικηγόρο, τον θυμάσαι που είχαμε έρθει, μεγάλη ήσουν. 

Ένας ακόμα καφές κι όσο ψηνόταν, η Βιβή ζήτησε παγάκι για να βγάλει τα φρύδια της. Το ακουμπούσε για λίγα λεπτά πάνω απ' τα μάτια και δεν καταλάβαινε με το τράβηγμα καθόλου πόνο. Ζήτησε το νεσεσέρ της για να βάλει κρέμα μετά και να φτιάξει τα νύχια της. 
- Αφού δεν σεβάστηκε την αποβολή μου, που έφταιγε το παλιόσογό του, αυτά ήξερε κι άρχισε ξανά τις τσιγκουνιές στο δεύτερο μήνα, έμαθα κι ότι έστελνε πάλι λεφτά σ' αυτές, είπα τέλος, ως εδώ ήταν. Πριν γυρίσουμε έκανε προσπάθειες να ξαναμείνω έγκυος κι όταν μπήκαμε πια στο καινούργιο σπίτι άρχισε τα πόσο έδωσες γι αυτό, πόσο πήγε εκείνο, ακριβά τα ντουλάπια, γιατί μάρμαρο κάτω κι όχι πλακάκι και και και... Όταν είδε ότι ήταν όλα στο όνομά μου, άλλη φασαρία. Που να χτυπιόταν κάτω δε θα του περνούσε, έριξα μια λιποθυμία από τις γνωστές, υποψιάστηκε ότι ήμουν πάλι έγκυος και το βούλωσε. Άντε στη μαμά σου αγόρι μου να σε δει και να τη δεις κι άσε με να ηρεμήσω, δε θέλω άλλα προβλήματα, έχω και καθυστέρηση. Θα πω στην Αντιγονίτσα να έρθει να μείνει κοντά μου. 

Το σπίτι μοσχοπουλήθηκε σε γνωστό δικηγόρο των Αθηνών, ακριβώς μετά από ενάμιση χρόνο. Ο Μιχάλης το έμαθε από ένα σύντομο γράμμα της Βιβής, που του δήλωσε ότι φεύγει εκτός Ελλάδος, αγανακτισμένη από την κακομοιριά του και την αδυναμία του στη μάνα και τις αδερφές του. Ήθελε αποκλειστικότητα και δεν ανεχόταν να μοιράζεται τον άντρα της και τα καλά που θα μπορούσαν να έχουν μαζί.
-Τα πούλησα όλα, μη ψάξεις να με βρεις, ούτε η μάνα μου δεν ξέρει που βρίσκομαι. Έφυγα για τον Καναδά, που δε θα με έβρισκε, έμεινα εκεί έξι χρόνια, Εργάστηκα, έκανα και δυο τρεις σχέσεις, μια χαρά ήταν, ακόμα νοσταλγώ εκείνα τα χρόνια. Είχαμε κάτι ξεχασμένους μακροσυγγενείς που δεν είχα μιλήσει ποτέ γι αυτούς στον άντρα μου.
Ηθικόν δίδαγμα, να κρατάς πάντα κάποια μυστικά, γιατί η ζωή δεν ξέρεις πως τα φέρνει!





Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Εσύ σαν πατέρας και σύζυγος τι κάνεις, ε;


- Πως και πως σε περιμέναμε Μιχάλη μου! Αυτή η κόρη μου πια, όλο κρατούσε την κοιλιά της κι έλεγε στο παιδί πως θα έρθει ο μπαμπάκας και θα έχουμε χαρές! Στην υγειά σου αγόρι μου, καλωσόρισες, με το καλό να δεις το γιο σου. Γιατί γιος θα είναι, αγορομάνα η Βιβή!

Ο Μιχάλης καμάρωνε τρισευτυχισμένος για το διάδοχο που περίμενε. Τώρα ήταν η ευκαιρία να τον στριμώξουν μάνα και κόρη. 

- Που λες Βιβή, πολύ ωραίο το σπίτι της Χρυσάνθης. Μεγάλο, διαμπερές, αν πεις πια το δωμάτιο του μωρού, το κάτι άλλο! Μεγάλο καλό για το ζευγάρι να κάνει ποδαρικό το βρέφος όταν με το καλό γεννηθεί! Βασίλισσα την έχει, κορώνα στο κεφάλι του. Σε τρεις μήνες ελευθερώνεται με το καλό, από την κλινική και στο καινούργιο σπίτι, καλορίζικο να είναι! 
- Πολύ χαίρομαι μαμά για τη Χρυσάνθη, έκανε καλό γάμο. Νοικοκύρης και προκομμένος ο άντρας της, όλες ζηλεύουν την τύχη της. Τώρα και με το καινούργιο σπίτι πια, μάτι κακό μη τους πιάσει! Σπουδαία υπόθεση ο καλός γάμος, λαχείο είναι. Με ρωτούσε και η θεία από τη Χίο που τηλεφώνησε προχθές, να της τα πεις να χαρεί κι αυτή. 
- Βέβαια, θα της τα πω. Όσο μαθαίνει τα καλά του, τόσο φωνάζει στην κόρη της ένα τέτοιο να βρει να πάρει, δεν καταλαβαίνεις ότι θέλει κι αυτή να κάνει το κομμάτι της;

Σα να ενοχλήθηκε ο Μιχάλης με τα λεγόμενά τους. Ο άντρας αυτής της Χρυσάνθης τι παραπάνω είχε για να τον παινεύουν τόσο πολύ; Και γιατί η θεία δεν παραδειγμάτιζε εκείνον στην κόρη της; Καλύτερος γαμπρός ήταν ο άλλος; 

- Να τακτοποιήσεις και το θέμα του σπιτιού, κόρη μου, μετά που θα βαρύνεις δε θα μπορείς τα πολλά τρεχάματα. Στα παιδιά πότε θα το πεις; 
- Ποιο θέμα; Τι τρέχει με το σπίτι; 
 - Ε! Αυτό το σπίτι που πήρε η γυναίκα σου, στα παιδιά της δε θα το γράψει; Πρέπει, το συντομότερο, αν γεννήσει και μετά θα είναι δύσκολα τα πράγματα. Να έρχονται τα πουλάκια μου να τα βλέπουμε, λογαριάζει να τα φέρει η γιαγιά τους η Πόπη, να περάσουν λίγες μέρες με τη μαμά. Ακόμα δεν τους έχει πει ότι θα τους κάνει αδερφάκι, μην αρχίσουν τις ζήλιες και τη γκρίνια. 
- Εδώ θα μείνουν δηλαδή με την άλλη τους γιαγιά, τη μάνα του πρώην γαμπρού σου; 
- Εδώ βέβαια, στο σπίτι τους, που αλλού θα πάνε; 
<<Στο σπίτι τους! Στο σπίτι που τους πήρε η μάνα τους! Κι εγώ τι ρόλο παίζω εδώ;>> Πολύ απότομα του ήρθε του Μιχάλη αυτό, ασυνήθιστο, πρωτάκουστο. Η πρώην πεθερά της γυναίκας του με τα παιδιά, θα έρχονται να μένουν όποτε θέλουν. <<Τα παιδάκια είναι ακόμα μικρά, ασυνόδευτα θα ταξιδέψουν Κέρκυρα - Αθήνα; Κι άντε να λείπω εγώ, κάπως βολεύεται το θέμα, όλοι μαζί όμως γίνεται;>> 
Να πάρει η πεθερά του τη θεία στη Χίο και να παινεύουν το γαμπρό που αγόρασε σπίτι. Κι αν ρωτήσει τα νέα της Βιβής και των παιδιών, να της πει ότι θα έρθουν. Άντε μετά να κλείσεις τα στόματα... 
Η Ερασμία έκλεισε το μάτι στην κόρη της και χαμογέλασαν κι οι δυο ευχαριστημένες. 
- Τι έπαθες λεβέντη μου έτσι ξαφνικά, τι σκέφτεσαι; Είπαμε κάτι και σου κακοφάνηκε αγόρι μου; 
Μεγάλη θεατρίνα η Ερασμία! Ο Μιχάλης προσπάθησε με τρόπο να τους εξηγήσει τις σκέψεις του. Με τα παιδιά δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα, η πρώην πεθερά όμως; 
-Ε! Τι να κάνουμε γιε μου, καταδικό σας σπίτι αφού δεν έχετε, πως αλλιώς να γίνει; Βέβαια η Βιβή θα κρατήσει την επικαρπία, όμως των παιδιών είναι. Όταν με το καλό κάνει και τον τρίτο γιο, θα το έχετε στην κάμαρά σας το βρέφος δυο τρεις φορές το χρόνο που θα έρχονται και θα βολεύονται στο παιδικό τα μικρά και η Ποπίτσα στο σαλόνι. 
Όλα τα μελέτησε η γυναίκα σου, καλή μάνα είναι, τα παιδιά να τα έχει από μικρά αποκαταστημένα. Μεγαλώνοντας μπορεί ν' αποφασίσουν να έρθουν εδώ για το Γυμνάσιο, στους συγγενείς θα μένουν τόσα χρόνια; 
- Και η Βιβή είναι καλή μάνα κι ο πατέρας τους καλός. Κι εγώ δηλαδή δεν είμαι, έτσι θα το αφήσω το παιδί μας; Στη Χίο έχω κάτι στρέμματα, δικά του θα είναι! 
- Μιχάλη μου, το παιδί μας στη Χίο θα μείνει; Η ζωή μας είναι εδώ, όταν ξεπεταχτεί θα έρχεται η μάνα μου να το κρατάει κι εγώ στο καράβι μαζί σου. Και που ξέρω εγώ με τη μάνα και τις αδερφές σου εκεί τι γίνεται; Αν το κοιτάζουν με μισό μάτι; Δικό σου παιδί είναι βέβαια και αίμα τους αλλά μ' εμένα το έκανες. Της Χρυσάνθης που λέγαμε πριν, πήρε ο άντρας της το σπίτι αλλά μακριά από τους δικούς του, να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. 
- Ο άντρας της μπορεί να μην έχει άλλες υποχρεώσεις, δεν είναι όλοι το ίδιο. Κι εγώ το σκέφτομαι για σπίτι σε λίγα χρόνια αλλά ακόμα δε μπορούμε. 
- Γιατί δε μπορούμε; Τι υποχρεώσεις έχεις Μιχάλη εκτός από την οικογένειά σου; Πάντρεψες τις αδερφές σου και τις καλοπροίκισες, η μάνα σου μια χαρά είναι στο σπίτι της, καιρός να δεις και τη δική σου ζωή. Δόξα τω Θεώ, λεφτά πολλά παίρνεις και τα μαζεύεις, αντί να τα χαρείς μετράς και τη δραχμούλα. 
Το τηλέφωνο που χτύπησε εκείνη τη στιγμή, τον έσωσε από την απάντηση που έπρεπε να δώσει. Μάνα κι αδερφές του μίλησαν με τη σειρά κι η Ερασμία έστησε αυτί πίσω από την πόρτα όταν χαμήλωσε εκείνος τη φωνή του. Το πρωί θα τους έστελνε τα χρήματα και τα υπόλοιπα σε δεκαπέντε μέρες. Άφρισαν μάνα και κόρη...


Αξημέρωτα σηκώθηκε ο Μιχάλης πατώντας στα νύχια για να μη ξυπνήσει τη Βιβή. Πιο έξυπνη εκείνη, μάτι δεν είχε κλείσει όλη νύχτα για να τον προλάβει. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε σαν τη γάτα κι ο άντρας της έσπευσε να την ξανακοιμήσει. 
- Που πας Μιχάλη μου και ντύθηκες πρωί πρωί; 
- Στην εταιρία πρέπει να πάω, μέχρι να κατέβω στον Πειραιά και να γυρίσω θα έχεις ξυπνήσει. 
- Περίμενε λίγο, έρχομαι κι εγώ, να σου κάνω παρέα. 
- Που να έρθεις Βιβή μου, ύπνο χρειάζεσαι στην κατάστασή σου, πάω κι έρχομαι σε δυο ωρίτσες, κοιμήσου εσύ. 
- Δε νυστάζω, έρχομαι για βόλτα. 
Πανικός τον έπιασε. Τι θα έκανε με τη γυναίκα του από δίπλα; Με ταχύτητα αστραπής η Βιβή ετοιμάστηκε, φώναξε στη μάνα της να ετοιμάσει πρωινό, αλλά δε μπορούσε ούτε μια γουλιά καφέ να πιει. 
- Της λέω να κάτσει σπίτι, μη τραβιέται πρωί πρωί, μα δεν ακούει. Κρίμα είναι  να ταλαιπωρηθεί. 
- Καλό θα της κάνει να βγει λιγάκι αγόρι μου, όσο έλειπες κλεισμένη σπίτι ήταν. Άντε, να πάτε στην ευχή του Θεού, θα βάλω το τηγάνι για τις μελιτζάνες, μουσακά θα ψήσω που σ' αρέσει λεβέντη μου! 
Με κρύα καρδιά κι αμήχανος ο Μιχάλης, πήρε το δρόμο με τη Βιβή αγκαζέ. Σκεφτόταν πως θα το 'σκαγε για να στείλει τα λεφτά που περίμεναν. Κάθισαν σ' ένα ζαχαροπλαστείο μέχρι ν' ανοίξουν τα γραφεία και η Βιβή άνετη πίνοντας την πορτοκαλάδα της, τον ρωτούσε για το επόμενο ταξίδι του. Η ώρα είχε περάσει κι εκείνος καθόταν στα καρφιά. 
- Τον ρώτησα, τι έχεις σήμερα, ακόμα δεν ήρθες κι έχεις αυτά τα μούτρα; Σα να μην ήθελες που ήρθα μαζί σου, μήπως βρήκες καμιά άλλη κι είχες ραντεβού; Τρελάθηκε αυτός, τι είναι αυτά που λες και τέτοια. 
- Βρε Βιβή, ήσουν ήρεμη, δεν είχες φουντώσει;
- Από μέσα μου έβραζα. Είπα ότι πάω τουαλέτα και πήρα κρυφά τηλέφωνο από το μαγαζί στη μάνα μου. Δυο ώρες με είχε εκεί, θα είχε κάνει τη δουλειά του και θα γύριζε σπίτι λογικά. Άρα, οι άλλες οι σκρόφες θα είχαν λυσσάξει, είχα δίκιο, είχαν τηλεφωνήσει σπίτι. 
- Και τι είπε η μάνα σου; 
- Ότι ο Μιχάλης έχει βγει βόλτα με τη γυναίκα του! Και ρωτάει η μεγάλη, σας είπε που πάνε συμπεθέρα; Δεν ανακατεύομαι στο ζευγάρι και δε θέλω να μου δίνουν αναφορά, αλλά άκουσα ότι πάνε παρέα στην εταιρεία, κάτι τέτοιο νομίζω. Καλά, γεια σας, είπε νευριασμένη. Χα χα χα χα! Βγαίνω έξω και μου λέει περίμενε λίγο, πετάγομαι να τηλεφωνήσω στη μάνα μου κι έρχομαι. Να πας, σαν λίγο κουρασμένη νιώθω, άντε και μετά πάμε στην εταιρεία να τελειώνουμε. 

Σαν το σίφουνα έφυγε, μπρος αυτός και πίσω του η Βιβή. Για κακή της τύχη τη φώναξε ο σερβιτόρος, είχε αφήσει ένα χαρτονόμισμα στο τραπέζι, δε θα περίμενε τον άντρα της να γυρίσει και να πληρώσει φυσικά. Με το δυνατό <<κυρία τα ρέστα σας!>> γύρισε ο Μιχάλης και την είδε. 
- Πω πω πω! Και τι έγινε; 
- Της τρελής, καβγάς μεγάλος! Τον είπα ψεύτη, κουτοπόνηρο, τσιγκούναρο, βλάκα που τον μασάνε μάνα κι αδερφές κι ότι τα ξέρω όλα! Έριξα και μια ζαλάδα της γκαστριάς, αχ κι ένας πόνος χαμηλά, με έβαλε σ' ένα ταξί και πήγαμε σπίτι. Κλείστηκα στο δωμάτιό μου, η μάνα μου έκανε την ανήσυχη και την ξαφνιασμένη, αυτός με φώναζε απ' έξω... 
- Βιβή μου, έτσι το έχουμε στην οικογένειά μας, μη νομίζεις ότι μου είναι ευχάριστο. Κανένας αδερφός δεν ησυχάζει ποτέ, όταν έχει κορίτσια η μάνα. Ό,τι τους φτιάχνει είναι τιμή για την οικογένεια. Τις παντρεύει, τις προικίζει, δεν ησυχάζει όμως ποτέ, είναι υποχρεωμένος να παραστέκεται σε ό,τι χρειάζονται. Κανείς μας δεν παντρεύτηκε μικρός, κανείς δεν κάνει σχέση σοβαρή, μέλλον δεν έχει με ανύπαντρες αδερφάδες. Θαλασσοδερνόμαστε για δαύτες και πάνω που λες τέλειωσα, αρχίζει η γκρίνια. Η τάδε έχει μεγαλύτερο σπίτι, ο αδερφός της είδες τι της έφτιαξε; Δε μπορεί να με κοροϊδεύουν ότι ο δικός μου δε με κοίταξε. Και δως του πάλι από την αρχή, δε μπορώ να κάμω αλλιώς. 
- Μάλιστα! Και θα είμαι εγώ υποχρεωμένη να στερούμαι μια ζωή, για να τις κοιτάς, ε; Δεν γίνεται αυτό, θα πω στη μάνα μου να φύγουμε μαζί στην Αλεξάνδρεια, κάτσε εσύ να τις φυλάς μη και τους λείψει τίποτα κι άσε εμένα και το παιδί μου στους δικούς μου! 
- Τι είναι αυτά που λες;
- Την αλήθεια! Τι είναι αυτά που εσύ λες για τα στρέμματα στη Χίο! Ωραία, να κοιτάμε τους άλλους κι εμείς τίποτα.  Και τα παιδιά μου έχουν μεγάλη περιουσία από τον πατέρα τους στην Κέρκυρα, ζουν κι εκεί, όμως θεώρησα σωστό να τους αφήσω κάτι και στην Αθήνα. Εσύ σαν πατέρας και σύζυγος τι κάνεις, ε;
- Βιβή μου, μη νομίζεις ότι δε θα καμαρώσεις κι εσύ για σπίτι δικό μας. Δυο τρία μπάρκα ακόμα και θα δεις! 
- Τι λες Μιχάλη; Θα φτάσει το παιδί τριών χρονών να το ξεσπιτώσουμε και να χάσει τη βολή του; Κι αφού θα είμαι μαζί σου στο καράβι, θα γυρίσουμε και θα κάνουμε μετακόμιση σε σπίτι που δεν καλοείδαμε; Δεν το συζητώ καθόλου! Αυτά τα πράγματα θέλουν ησυχία και μήνες ψάξιμο, έτσι θα δώσουμε τα λεφτά μας; Αν σκοπεύεις να κάνεις κάτι, θα γίνει το γρηγορότερο, το μωρό θα μας φέρει γούρι! Θα βρούμε σπίτι όπως το θέλουμε, θα τρέξει και η μάνα μου, μετά δε θα προλαβαίνει με το γάμο του αδερφού μου. Και τα ψυχικά στις άλλες κομμένα, τέλος!

Μπήκε στη μέση και η Ερασμία, τον έφεραν από δω, τον έφεραν από κει, τον έπεισαν. Σε δυο μέρες γύριζαν ψάχνοντας το κατάλληλο. Οι πονηρές, προτίμησαν τα ημιτελή σε νεόχτιστες οικοδομές, να το κλείσουν στο όνομα της Βιβής, όταν ο Μιχάλης θα λείπει. Βρέθηκε ένα ρετιρέ στους Αμπελοκήπους, που θα ήταν έτοιμο σε επτά μήνες περίπου. Είδαν τα σχέδια, επέμεινε η Βιβή, το αποφάσισε κι ο Μιχάλης εν μέσω ζαλάδας και λιγούρας της "εγκυμονούσας" συζύγου του. 
- Του έκανα κάτι νούμερα! Χα χα χα! Έλα Μιχάλη μου και ζαλίζομαι, αχ το στομάχι μου, φέρε μου μια καρέκλα να καθίσω και μια πορτοκαλάδα! Καρέκλα στην οικοδομή που θα έβρισκε; Πορτοκαλάδα αν έτρεχε να φέρει, στο όρθιο θα την έπινα η μισολιπόθυμη; 

Η Στάσα ρουφούσε κάθε της λέξη και τη διέκοπτε στολίζοντάς την. << Μούτρο, μαφία, μπα που να μη σου πω παλαβή...>>





Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Η Βιβή... σέρνει καράβι



Ο γάμος τους έγινε σε στενό κύκλο, με λίγους συγγενείς του γαμπρού και της νύφης. Η Βικτωρία έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της σα μάνα που δε θέλει τη νύφη. Ανέβασε πίεση, την έπιασε η καρδιά της, έσβηνε, λιποθυμούσε, το στομάχι της, το κεφάλι της, ο κόμπος στο λαιμό που την έπνιγε κι όλα αυτά τα κλασικά νούμερα. Οι αδερφές του έστησαν μεγάλους καβγάδες, τον κατηγορούσαν ότι θα πεθάνει τη μάνα τους, ότι δεν έχουν μούτρα να κυκλοφορήσουν γιατί τους δείχνουν με το δάχτυλο και χασκογελάνε με το γάμο της ντροπής. Ο μεγαλύτερος φόβος τους, απεδείχθη  τελικά ότι ήταν πως ο αδερφός τους θα τις εγκατέλειπε και θα τον έκανε "αυτή" να ξεκόψει. Μίλησαν και στον παπά που τάχα πήγαν για εξομολόγηση, μήπως αυτός κατάφερνε να τον πείσει να μη την πάρει. Η Βιβή που του έπαιρνε λόγια και τα μάθαινε όλα, τον συμβούλεψε να κάνει μια δωρεά στην εκκλησία για να τον έχει με το μέρος τους. Όταν πήγε στη Χίο, ντύθηκε σεμνά και ταπεινά, έγραψε τα ονόματα που θα διάβαζε ο ιερέας "υπέρ υγείας" και του έδωσε ένα χιλιάρικο. Γούρλωσε τα μάτια ο παπάς όταν άνοιξε το χαρτί και είδε το χαρτονόμισμα, τότε χίλιες δραχμές ήταν πολλά λεφτά και είδε τη Βιβή με άλλο μάτι. Καμία σχέση δεν είχε με την ανήθικη που του περιέγραψαν. Θεοσεβούμενη, προσκύνησε όλες τις εικόνες, άναψε κεριά, έριξε λεφτά και για το φιλόπτωχο, του είπε ότι θα έκαναν ό,τι μπορούσαν αυτή κι ο Μιχάλης για να βοηθήσουν το ιερό του έργο.


Την προπαραμονή του γάμου, πήγαν με την Ερασμία ένα τενεκέ λάδι για τα καντήλια, καλοραμμένα σετ από ύφασμα λευκό αρίστης ποιότητας με δαντέλα για το προσκυνητάρι και την Αγία Τράπεζα, δέκα μεγάλα πακέτα καφέ, κουλουράκια, διάφορα βουτήματα κι ένα σπάνιας ομορφιάς μοναστηριακό θυμιατό με σκάλισμα. Με μαύρο ύφασμα η Ερασμία του είχε ράψει ράσο, μαζί και τέσσερις μάλλινες φανέλες και μαλακές δερμάτινες παντόφλες στο πακέτο, ήταν τα προσωπικά του δώρα. Ο ιερέας εντυπωσιάστηκε από τα πλούσια δώρα τους και δάκρυσε από συγκίνηση. Ποτέ δεν είχε ζητήσει χρήματα από τους ενορίτες, αν και οι ανάγκες της εκκλησίας ήταν αρκετές. Ο Μιχάλης και κάποιοι άλλοι θεοσεβούμενοι ναυτικοί, έδιναν κάτι που και που αλλά αυτό με τη νύφη και τη μητέρα της δεν είχε ξαναγίνει.
- Εκατό μετάνοιες έκανε ο παπάς και μας έδωσε ένα σωρό ευχές. Την Κυριακή μετά τη λειτουργία έβγαλε λόγο και μας ευχαρίστησε δημόσια, είχε πάει η θεία μου και μας τα είπε. Ήταν και οι κουνιάδες μου εκεί και πρασίνισαν από το κακό τους. Κυρίως όταν είπε ότι είχε μεγάλη τύχη ο Μιχάλης που βοήθησε ο Θεός να πέσει σε τόσο καλή οικογένεια. Μετά καλέστηκε όλο το εκκλησίασμα για καφέ και μπισκότα κι όλα αυτά που είχαμε πάει. Όλοι γύριζαν και τις κοιτούσαν τις στριμμένες, σκεφτείτε τι θα έγινε μετά στο σπίτι με τη μάνα τους. Ο γάμος έγινε στις οκτώ το βράδυ κι ο Μιχάλης ντύθηκε στου ξαδέρφου μου. 

Η πεθερά δεν πήγε, οι αδερφές και οι γαμπροί του έκοβαν βόλτες έξω από την εκκλησία και μπήκαν στο τέλος μόνο για να ευχηθούν. Δεν ήθελαν να ξεκόψουν για να τον μασάνε κανονικά όπως απεδείχθη αργότερα. Μυαλά κι αυτά! Ήταν υποχρεωμένος να σκίζεται για τα νοικοκυριά τους, που ο ίδιος είχε φτιάξει. Καταδικασμένος ο αδερφός να τραβιέται σ' όλη του τη ζωή. Η Ερασμία κατέφθασε δέκα μέρες πριν το γάμο με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Έμειναν στους εκεί συγγενείς τους που είχαν μεγάλα σπίτια με πολλά δωμάτια. Ετοίμασαν με γέλια και χαρές τη νύφη που σκεφτόταν πεθερά και κουνιάδες και πείσμωνε ακόμα πιο πολύ.
- Είναι αυτές άξιες να υποτιμήσουν εμένα και να λένε ότι δεν κάνω για το γιο τους; Τον παίρνω κι εγώ για να τους μπω στο μάτι! Αυτό έλεγα συνέχεια! 
- Βρε Βιβή, για ένα πείσμα τον πήρες κι εσύ; 
- Γιατί άλλο; Σιγά μην ήθελα καλά και σώνει να ξαναπαντρευτώ. Εγώ Στάσα μου, την οικογένειά μου την είχα κάνει. Αυτός ήταν ελεύθερος κι έπρεπε να το ζήσει. Η μάνα μου έπαιρνε της Βικτορίας το μέρος κάποιες φορές, ότι είχε ελεύθερο γιο κι έκανε άλλα όνειρα, να έκανα τουλάχιστον κι ένα παιδί δικό του και τέτοια. Θύμωνα μαζί της κι είχαμε αρπαχτεί κάμποσες φορές. Αν έκανα κι άλλο παιδί, που δε θα έκανα, είχα κάνει μια επέμβαση και γύρισα τη μήτρα μου, ποια θα ήταν η ζωή μου; Δυο παιδιά στη μια πεθερά κι ένα στην άλλη; Εκεί της το σφύριξα της μάνας μου και με μούντζωσε. Μετά το καλοσκέφτηκε και είπε καλύτερα έτσι, δεν είσαι εσύ για σπίτι και παιδιά, σε άλλους μπελάδες θα μπαίναμε. 
Ο γαμπρός μου μας πάντρεψε, της Βάσως ο άντρας και την επόμενη βδομάδα φύγαμε χωρίς να χαιρετίσει τη μάνα του. Με πήρε μαζί του στο καράβι και κάναμε πολλούς μήνες να ξαναγυρίσουμε Αθήνα, στο σπίτι μας. Μείναμε λίγο και ξαναφύγαμε, στη θάλασσα περνούσαμε τα χρόνια μας. Στη Χίο πήγαμε λίγες φορές για μια δυο μέρες, σε ξενοδοχείο μέναμε κι έσκαγε η γριά. Μετά που του έλεγε να τη φέρεις, δεν πήγαινα εγώ! Η τελευταία φορά που είδα το νησί ήταν όταν έκανα τον καβγά με τις αδερφές του, είπα ή εκεί ή εδώ. 
- Τι είχε γίνει με τις κουνιάδες σου τότε Βιβή; 
- Τις "κουνιές" μου όπως έλεγαν εκεί. Τον ρουφούσαν κανονικά Στάσα, όλο λεφτά ζητούσαν, πότε για το ένα και πότε για το άλλο. Ολόκληρες γυναίκες με οικογένεια, δεν επιβάρυναν τους άντρες τους σε τίποτα, όλα ο αδερφός! Ό,τι ήθελαν κι ό,τι δουλειές είχαν, στο Μιχάλη. Εκεί δεν τσιγκουνευόταν τίποτα, να βλέπουν οι άλλοι τα καλά που τους κάνει και πόσα ξοδεύει! Που ζούμε του έλεγα, τι είναι αυτά;


Ζόρικα τα πράγματα με τον καπετάνιο. Μετρούσε ακόμα και τη δραχμούλα που θα ξόδευε. Η Βιβή αρχικά δεν είχε καταλάβει τίποτα, της έκανε ακριβά δώρα, την πήγαινε σε καλά κοσμικά μαγαζιά, μετά το γάμο όμως είδε άλλον άνθρωπο. Το διάστημα που έμεναν σπίτι άρχιζε τα παράπονα.  Γιατί να πάρεις κι άλλο αφού έχεις, γιατί πάλι κρέας μαγείρεψες κι έχει από το χθεσινό φαγητό περισσέψει, μη μιλάς πολύ στο τηλέφωνο, θα έρθει ο λογαριασμός φουσκωμένος... Τον περισσότερο καιρό που ταξίδευαν τρωγόταν γιατί ψώνιζε όταν έβγαινε με τις άλλες κυρίες. Και γιατί να τρώνε έξω κι όχι στο καράβι που ήταν το φαγητό καλύτερο, τα λιμάνια είναι για να ξοδεύουν όλες τους τους κόπους των ανδρών τους σε μπιχλιμπίδια και περιττά πράγματα. Μετρούσε τα πάντα και μια φορά δε χάρηκε με την καρδιά του ένα γλέντι, γιατί θα ξόδευε λεφτά. Η Βιβή τον πρόσβαλε πολύ άσχημα όταν αρνήθηκε στους άλλους να βγουν ένα βράδυ για φαγητό και ποτό. Όσο έκαναν βόλτες και χάζευαν ήταν μια χαρά γιατί ήταν τσάμπα. Με το ζόρι κάθισαν για ένα καφέ και μετά δήλωσε ότι νυστάζει και θα πάνε για ύπνο. 
- Σκοτωμός έγινε, μας άκουσε όλο το καράβι. Οι άλλες έξω με τους άντρες τους κι αυτός να ροχαλίζει σαν το βόδι; Αυτό έκανε κάθε βράδυ μετά τη βόλτα. Κάπου είδα το λάθος μου που τον πήρα και κατάλαβα ότι δε θα μπορούσα να ζήσω έτσι. Λεφτά είχε σε λογαριασμούς φουσκωμένους κι έβγαζε πολλά, τόσο πια να μετράει και τον καφέ ακόμα, γιατί έξω κι όχι μέσα; Ανακάλυψα με τον καιρό ότι λείπανε πολλά και τον ρώτησα αλλά δε μου είπε. Σκέφτηκα, τσιγκούνης είναι, για εκείνον τι να ξοδέψει; Μου μπήκε η ιδέα ότι πρέπει να τα στέλνει στη Χίο κι άρχισα τα δικά μου. Έγινα κολλητή με τον ασυρματιστή και τη γυναίκα του, της έπλεξα κάτι μπλούζες, της έραψα διάφορα και τους έπαιρνα λόγια. Κάθε μήνα έστελνε στη μάνα και τις αδερφές του, τους είχε κόψει μισθό κανονικό. Η σκεπή της μεγάλης έσταζε στο σπίτι, στείλε να τη φτιάξω. Την αυλόπορτα ήθελε να φτιάξει η άλλη, στείλε ν' αλλάξω τα κάγκελα. Η μάνα του που είχε πολύ καλή σύνταξη, έπαιρνε κι αυτή το μηνιάτικό της. 

Λύσσαξε η Βιβή και με το δίκιο της. Δεν του είπε τίποτα για ό,τι έμαθε κι έβαλε μπρος σχέδιο μελετημένο. Ζαλάδες, ναυτία, καθυστέρηση, μάλλον ερχόταν ο διάδοχος. Θα έμενε σπίτι και θα ερχόταν κι η μάνα της να την προσέχει, όσο κι αν στοίχιζε αυτό. Γιατί το όνειρο του Μιχάλη ήταν να ταξιδεύουν μαζί όσο περισσότερο γίνεται, για να μη τρέχουν τα έξοδα στο σπίτι! Φαγητό, φως, νερό, τηλέφωνο... 
Ο Μιχάλης ξετρελάθηκε με το καλό νέο. Άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά για να μη τη συγχύσει στην "κατάστασή της". Ενημερωμένη η μάνα της έφτασε στην Αθήνα και το πρώτο που θα έκανε ήταν να πάνε στο γιατρό. Ο καπετάνιος περίμενε τηλεγράφημα και σε τρεις μήνες θα ερχόταν.


- Τι γιατρό βρε μαμά, το 'χαψες κι εσύ; Μπορώ να πιάσω παιδί;  Κάτσε να στα πω όλα!
Σοφή και σωστή βρήκε την ιδέα της η Ερασμία. Ο καλύτερος τρόπος να πάρεις από τον άντρα, είναι να του πεις  για το παιδί. Θα έπαιρνε όσα μπορούσε η Βιβή να εξασφαλιστεί μαζί του, αυτό ήταν το σωστό. Μετά θα έβρισκε μια αφορμή να χάσει το παιδί και να είναι κι από πάνω! 
Του είπε ότι ήταν δυο μηνών και όλα πήγαιναν καλά. Θα είχαν πρόβλημα επικοινωνίας γιατί κάποια προβλήματα είχαν οι συνδέσεις και θα μιλούσαν ξανά σε λίγες μέρες. Μάνα και κόρη πήγαν για πέντε μέρες στην Κέρκυρα, να δουν τα παιδιά. Η Βιβή τους υποσχέθηκε ότι σύντομα θα την ξανάβλεπαν. 
- Η αποβολή θα γινόταν στο ταξίδι, Μυρτώ! Τα είχα όλα σχεδιάσει! 

Ο καπετάνιος ήρθε με δώρα, λαχταρώντας. Η Ερασμία στις δόξες της μ' ένα τραπέζι φορτωμένο μεζέδες και τα κεμπάμπ καυτερά όπως του άρεσαν.

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Τι θα κάμω η έρμη;


Πανικός στο σπίτι του Μιχάλη, όλη η οικογένεια ανάστατη βλαστημούσε και καταριόταν τη Βιβή. 
- Ο μοναχογιός μου, το καμάρι μου, να θέλει να πάρει τη ζωντοχήρα με τα δυο παιδιά; Πάρε με Θε μου να μη σώσω να δω αυτό το πράμα! Ο Μιχάλης μου, που τόνε ζητούσανε οι καλύτερες κοπέλες από της μάνας τους την αγκαλιά, όμορφες, νοικοκυρεμένες, πηγαίνανε κι ερχόντουσαν οι προξενιές με την αφρόκρεμα του νησιού και να τον ξελογιάσει αυτή η τσούλα; Που μαύρη ώρα και στιγμή που τήνε πήρε μαζί του από την Αραπιά, που να μη σώσει να τήνε βρει άλλη μέρα! Άντρα καλό παράτησε και δυο παιδιά και θέλει παντρειά με παλικάρι λεύτερο από οικογένεια καλή. Τι του έκαμε, πως τόνε τύλιξε; Κάτι τόνε πότισε, αλλιώς δε γίνεται, ξέρουν αυτές από τέτοια. Ζωντανό τόνε κλαίω το γιο μου! Τι κακό μας εύρε, τι θα κάμω η έρμη; 

Ραπόρτο της έδωσαν οι συγγενείς της για την κυρά Βικτωρία που τραβούσε τα μαλλιά της και μοιρολογούσε το γιο της. Η Βιβή μασουλώντας μια φρυγανιά με μια λεπτή φετούλα τυρί και την απαραίτητη κούπα με τον καφέ, διακωμωδούσε τη Χιώτισσα πρώην πεθερά της κι έκανε το σπίτι να τραντάζεται από τα γέλια. 
- Δεν είχε αφήσει η γριά σπίτι για σπίτι και μαγαζί για μαγαζί που να μη πάει να κλαφτεί. Χτύπησε της θείας μου την πόρτα και της ζητούσε να μεσολαβήσει για να τον χωρίσω. 
- Την κατάρα μου να 'χετε που μου παίρνετε το γιο μου, το στήριγμά μου, το πένθος μου δε σκεφτόσαστε. Αχ! Παύλο μου, αχ που έφυγες και με παράτησες μονάχη κι απροστάτευτη, τον χάνουμε το γιο μας Παύλο μου! 
Το πένθος της κυρά Βικτωρίας κρατούσε πάνω από είκοσι χρόνια. Μαύρα ρούχα, μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, δεν τα έβγαζαν από πάνω τους μέχρι να πεθάνουν κι αυτές, έτσι τιμούσαν οι χήρες το συχωρεμένο. Η θεία της Βιβής και με το δίκιο της, δεν είχε καμία ευθύνη για το δεσμό τους. Παντρεμένη ήξεραν ότι είναι και πολύ τους είχε κακοφανεί τότε που έπιασαν τη νεοφερμένη ανιψιά της στο στόμα τους. Οι περίπατοι με τον καπετάνιο δεν ήταν δυνατόν να μείνουν κρυφοί αλλά η Βιβή της είχε θολώσει τα μάτια ρίχνοντάς τα όλα στη δουλειά. Με τον καιρό μαθεύτηκαν όλα, μα και πάλι δε μπορούσε να κάτι κάτι. 

- Μου είπε ο Μιχάλης να πάμε στη Χίο μαζί. Θα έπρεπε να γνωριστούμε με την οικογένειά του και να μη νοιάζομαι για τίποτα, Αθήνα θα μέναμε εμείς. Αυτό δα έλειπε να εγκλωβιστώ πάλι σε νησί, λίγες μέρες το χρόνο θα πηγαίναμε για διακοπές. Μπήκα στο καράβι χωρίς να είμαι προετοιμασμένη για το τι γινόταν εκεί. Στης θείας μου τα έμαθα και πείσμωσα, δεν είχα ανάγκη το γάμο βασικά, δεν έτρεχε τίποτα και να μη παντρευόμασταν. Αλλά θα τον έπαιρνα έτσι για να σκάσουν που με κατηγορούσαν χωρίς να με ξέρουν. Φόρεσα μια άσπρη φούστα ως εδώ με τα πόδια όλα έξω, μπλούζα εξώπλατη και τακούνια. 
- Καλά κι εσύ βρε Βιβή, μισόγυμνη πήγες στο σόι του; Στις περιπτώσεις αυτές οι κοπέλες ντύνονται σοβαρά, μη τις κακοχαρακτηρίσουν. Στην Αθήνα κι όπου αλλού ήσουν ας φορούσες ό,τι ήθελες... 
-Στάσα δε συμφωνώ μαζί σου. Να ξέρεις ότι εγώ δεν τα κάνω αυτά, όπως μου αρέσει ντύνομαι και σ' όποιον αρέσω! Σκασίλα μου τι θα έλεγε το σόι του, ανάγκη δεν τους είχα, τι λες εκεί!
Η Στάσα φούντωνε και μόνο που την άκουγε... 

-   Έμφραγμα κόντεψε να πάθει ο καπετάνιος όταν με είδε έτσι! Χαχαχαχαχαααα! Βιβή μου τι είναι τούτα που φόρεσες για να σε δει η μάνα μου, οι αδερφάδες και οι γαμπροί μου; Ρεζίλι θα γίνουμε, καμία εδώ δε φοράει τέτοια ρούχα! 
- Ακριβώς! Επειδή δεν τα φοράει καμία, τα φοράω εγώ! Δεν έχεις μάθει τόσο καιρό ότι η Βιβή δεν είναι σαν τις άλλες γυναίκες; 
Συζητώντας στη μέση του δρόμου έτυχε να περάσει μια γειτόνισσά τους που την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Ο Μιχάλης τη χαιρέτισε κοκκινίζοντας κι αφού δεν την κατάφερε να φορέσει κάτι πιο σεμνό, κατέβηκαν προς την παραλία που ήταν το πατρικό του. Η μάνα και οι αδερφές του προκειμένου να μη τον ξαναδούν ποτέ αφού έτσι τους είχε δηλώσει, αναγκάστηκαν να δεχτούν να τη γνωρίσουν, ελπίζοντας να του αλλάξουν τα μυαλά μέχρι το γάμο. 


- Η γειτόνισσα τα είχε προλάβει η κουτσομπόλα στο σπίτι του και οι αδερφές του έκαναν αέρα στη μάνα του που φώναζε ότι πεθαίνει. Καμπαρετζού νύφη είπε ότι τους πάει ο γιος και θα του τα φάει όλα. Καταλαβαίνετε τι γινόταν εκεί πέρα, χαχαχαχαχα! 

Μπήκε η Βιβή με το κεφάλι ψηλά, το μισό στήθος, την πλάτη και τα μπούτια έξω και τους καλησπέρισε φιλικά. Παραπάτησαν όλες μόλις την είδαν κι έβγαλε με άνεση την κολόνια από την τσάντα της, δίνοντάς την στο Μιχάλη. 
- Βάλε κάτω από τη μύτη τους να συνέλθουν, η ζέστη σήμερα έχει πειράξει πολύ κόσμο. 
Κάθισε σταυρώνοντας τα πόδια με άνεση και άναψε τσιγάρο. Ο Μιχάλης ένιωθε το εγκεφαλικό να έρχεται, η πεθερά και οι κουνιάδες την κοιτούσαν με ανοιχτό στόμα. Οι μόνες κουβέντες που αντάλλαξε ήταν με τους γαμπρούς του που θαμπώθηκαν από την εμφάνιση, τη μόρφωση και την εξαιρετική δουλειά που είχε. Όταν ήρθε η συζήτηση στα ακίνητα και η Βιβή τους είπε ότι σκόπευε να αγοράσει σπίτι στην Αθήνα, κράτησαν την αναπνοή τους πιστεύοντας σίγουρα ότι θα το πλήρωνε ο Μιχάλης. 
- Εμείς σπίτια αγοράζομε για τις αδερφάδες μας, αυτά που μένομε είναι των γυναικών μας. 
- Και πολύ καλά κάνετε, συμφωνώ. Είναι σπουδαία υπόθεση να έχει η γυναίκα σπίτι δικό της. Κι εγώ το διαμέρισμα το έβαλα στο μάτι εδώ και πολύ καιρό, καλά λεφτά παίρνω και ο καλύτερος τρόπος είναι οι επενδύσεις. Την προίκα μου την κάνω μόνη μου, ξέρετε. Λογάριαζα να υπογράψω αυτές τις μέρες αλλά το ταξίδι μου εδώ με εμπόδισε, την άλλη εβδομάδα θα το έχω στα χέρια μου. 

Κανείς δε ρώτησε για τα παιδιά, το χωρισμό της, το γάμο με το Μιχάλη. Σοκαρισμένοι από τη γνωριμία περίμεναν να φύγει για να κάνουν οικογενειακό συμβούλιο. Αυτός ο γάμος δεν έπρεπε να γίνει κι αν ο Μιχάλης επέμενε να την πάρει, θα τον αποκλήρωνε η μάνα του...



Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Ανάποδο στεφάνι βλέπω...



Καθισμένη σε μια καρέκλα στην κουζίνα της η Ερασμία, έπλεκε με ζήλο ένα ζακετάκι για το εγγονάκι της. Δόξα τω Θεώ μεγάλωνε φυσιολογικά, η ηρεμία του σπιτιού της κόρης και του γαμπρού της την ανακούφιζε.
- Αχ το μωρό μου, πόσο αγώνα έκανε για να ζήσει! Μεγάλο τ' όνομά Του! Άντε να δω πότε θα αξιωθώ να πλέξω και για της Βάσως, ο καιρός περνάει και για παιδί τίποτα ακόμα... Αμ και τα άλλα μου στην Κέρκυρα, πόσο τα 'χω επιθυμήσει! Να δω πότε θα μου τα φέρει η τρελή η κόρη μου που μου έταξε, ας είναι καλά η Πόπη που τα αγκαλιάζει, στερημένα από τη μάνα τους είναι. Λύσσαξε να τον πάρει γιατί; Για να χωρίσει και να ξαναπαντρολογηθεί με τον καπετάνιο; Τι ήταν κι αυτό, να πάει για να δει τους θείους και να τσιμπήσει κι άλλο γαμπρό; Μπα που να μη σώσει η μουρλή, μέλι έχει; Ελεύθερος αυτός, με δυο παιδιά η δική μου, τι να πω, τυχερά είναι. Αχ βρε Ποπίτσα μου, τα εγγόνια μας θα σου κλείσουν τα μάτια, εκατό χρονών να φτάσεις, καλή σου ώρα. Χρυσή γυναίκα είσαι και τη συμμερίζεσαι την παλαβή την κόρη μου, η καινούρια πεθερά να δούμε τι θα πει...

Το διακριτικό χτύπημα στην πόρτα την έβγαλε από τις σκέψεις της. Η Αφρούλα, μια καλή γειτόνισσα, πήγε για το συνηθισμένο απογευματινό καφεδάκι τους. 
- Τι κουβάλησες βρε Αφρούλα μου; Έλα άστο εδώ πάνω στο ξύλο μη καείς! 
Ένα ταψί σιροπιαστό γλυκό με λεπτό μελωμένο φύλλο έκανε την κουζίνα να μοσχοβολήσει. Η Αφρούλα αγαπούσε πολύ την Ερασμία που πάντα στεκόταν στις δυσκολίες της. 'Οτι κι αν είχε η μια το έλεγε στην άλλη και μαζί προσπαθούσαν να βρουν λύση στο κάθε πρόβλημα. Τώρα η Ερασμία πήγαινε για δυο τρεις ώρες μόνο στην κόρη της αφού πέρασαν εφιαλτικές μέρες με τη λεχώνα και το νεογέννητο. 
- Αφρούλα μου πάω σε ώρες που λείπει ο γαμπρός μου. Καλό παιδί, μ' αγαπάει και με καλοδέχεται, το σωστό όμως είναι όταν σχολάει να βρίσκει σπίτι μόνο τη γυναίκα και το παιδί του. Αυτές τις αρχές έχω εγώ κι έτσι ορμήνεψα και τις κόρες μου, φιλενάδες, γειτόνισσες, ξαδέρφες, τις ώρες που θα λείπουν οι άντρες σας. Σωστό δεν είναι να έρχεται και να τις βρίσκει εκεί συχνά, δεν επιτρέπεται! Τη γυναίκα του να τον περιμένει μόνη, συγυρισμένη και νοικοκυρεμένη και να μαθαίνει στα παιδιά να του κάνουν χαρά όταν τον ακούνε. 
- Έτσι πρέπει Ερασμία μου, όταν η πεθερά είναι σωστή και διακριτική δεν έχει προβλήματα τέτοια το ζευγάρι. Να τους πας αύριο και γλυκάκι, σκόπιμα έψησα και δεύτερο ταψί, μέχρι το πρωί θα έχει πιει όλο το σιρόπι του. Να γυρίσω το κουπάκι να μου το πεις; 

Βάσανα είχε και η Αφρούλα με το γιο της. Τρία χρόνια παντρεμένος και είχαν πέσει μαύρα σύννεφα στο σπίτι τους. Γκρίνια και φαγωμάρα νύχτα μέρα δίχως σοβαρό λόγο. 
- Ανάποδο στεφάνι βλέπω... Είναι κι ένα πράγμα στρογγυλό κοντά, δαχτυλίδι είναι, βραχιόλι είναι, κόσμημα πάντως είναι. Κι αυτό στον πάτο...δικαστικός αγώνας, τι μπλεξίματα να 'χει βρε Αφρούλα άραγε; 
- Που να ξέρω τι κάνουνε, σάμπως πάω σπίτι τους; Η νύφη μου έκλεισε την πόρτα με το γάντι, τα ξέρεις. Η κόρη σου με φωνάζει να πιούμε κι ένα καφέ, η νύφη ποτέ. Ξέρεις δα πως είμαι σαν κι εσένα, διακριτική. Μου φώναζε ο γιος μου γιατί βρε μάνα δεν έρχεσαι καμιά μέρα σπίτι μας που έχεις να πατήσεις από τη γιορτή μου. Τι να του έλεγα, η γυναίκα σου δε με κάλεσε ποτέ; Θα καβγάδιζαν και θα ήμουν εγώ η αιτία και δεν το θέλω. Μια φορά από το πολύ μπούρου μπούρου του, λέω άντε Αφρούλα μπας και φτιάξουν τα πράγματα. Τους φύτεψα ωραία βιγόνια και πήρα κι ένα ωραιότατο κασπώ με πετρούλες γυαλιστερές να τη βάλω, έψησα γλυκό, τα φορτώθηκα και λαχάνιασα για να τα πάω. 
Ποιο το αποτέλεσμα καλή μου; Ξαπλωμένη στο κρεβάτι αυτή, δεν βγήκε ούτε να με χαιρετίσει, τον καφέ ο γιος μου τον έψησε! Εσύ για να ήσουν θα ξαναπήγαινες; 
- Αν την είχα νύφη εγώ θα τη στόλιζα όπως της πρέπει. Αν ερχόταν κι αυτή σπίτι μου θα με έβρισκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι να ρεμβάζω κι ας έψηνε τον καφέ μόνη της! Νομίζεις πως καταλαβαίνουν αλλιώς; Λυτούς και δεμένους έβαλε να πάρει το γιο σου και σήκωσε και μύτη; Κοίτα, θα σου πω κάτι που με τριβελίζει εδώ και καιρό, αυτοί πάνε για χωρισμό. Όταν είχε έρθει η Βιβή για το γάμο και είδε τη νύφη σου που χαιρετούσε τους νιόνυφους στην εκκλησία, δεν της άρεσε. Μου είπε μαμά, κρίμα το παλικάρι, θα τον φάει αυτή, κάτι δε μ' άρεσε στο ύφος και τις κινήσεις της. Και στο τραπέζι μετά που έκανα τις συστάσεις  τα ίδια μου είπε, δεν μιλάει, δεν γελάει, όλους τους κοιτάζει σαν μυρμήγκια, στρίγκλα είναι. Και κάθε φορά που μου γράφει, πάντα με ρωτάει για όλους βέβαια αλλά για το γιο σου περισσότερο. Αν είναι καλά, πως περνάει, αν εξακολουθεί αυτή να φεύγει για Κάιρο και να χάνεται βδομάδες... Κάτσε να δούμε και τα χαρτιά τι λένε!


Μια απ' τα ίδια και τα χαρτιά, χωρισμό έβλεπε η Ερασμία. Κάτι την έτρωγε, σίγουρα αυτή έχει βρει άλλον, όμως δεν το είπε της Αφρούλας. 

Το σκάνδαλο δεν άργησε να ξεσπάσει και πήρε μεγάλες διαστάσεις. Η νύφη της είχε εραστή! Αποκαλύφθηκε λίγες μέρες μετά τη μεγάλη φασαρία που έγινε στο σπίτι τους όταν ο άντρας της βρήκε στο συρτάρι ένα δαχτυλίδι μεγάλης αξίας. Δικαιολογήθηκε αυτή ότι της το δώρισε ο πατέρας της και είχε ξεχάσει να του το δείξει. Ήταν τόσο πειστική που ο άντρας της το έφαγε το παραμύθι, η Ερασμία όμως έβαλε φιτιλιές στην Αφρούλα. 
- Που τις βρήκε ο μπαμπάς της τόσες λίρες και της το πήρε, ε; Με το ζόρι ο καημένος της μάζεψε πέντε ρούχα και σας τη φόρτωσε, μουτρού, στριφνή, οκνή και τεμπέλα είναι η ψωριάρα, ποιος θα την έπαιρνε; Επειδή κορόιδεψε το χαζό το γιο σου και του είπε ότι δεν είναι τόσο ακριβό; Στριφογύριζε το βραχιόλι στα χέρια και κουνούσε το κεφάλι ειρωνικά. Μόνο οι πέτρες κοστίζουν τόσα λεφτά! Να δοξάζεις το Μεγαλοδύναμο που στο έφερε πάνω στην απελπισία του και το κρατάμε στα χέρια μας. Πολύ φοβάμαι ότι θα σας φορτώσει και κάνα παιδί αλλουνού η σκρόφα! Γκόμενος της το πήρε και για να της κάνει τόσο ακριβό δώρο θα πει πως της έχει και...μεγάλη υποχρέωση, Θεέ μου συχώρα με! 

Αφρούλα κι Ερασμία βρήκαν μια δικαιολογία και πήγαν κρυφά στο Κάιρο. Όλοι ήξεραν ότι πάνε σε μια μακρινή εκκλησία να εκπληρώσει η Ερασμία ένα τάμα που είχε κάνει για την υγεία της τότε αιμορραγούσας κόρης της και του πρόωρα γεννημένου παιδιού της.
Μεγάλη στενοχώρια έφερε ο ερχομός των δύο γυναικών.
Οι συμπέθεροι φυσικά είχαν κοντά ένα χρόνο να δουν την κόρη τους και δεν είχε κανείς ιδέα για το βραχιόλι. Γυρίζοντας, η Ερασμία έβαλε έμπιστούς της ανθρώπους να την παρακολουθήσουν και σε δυο βδομάδες ανακάλυψαν την παράνομη σχέση της με τον ανιψιό της της Αφρούλας και δεύτερο ξάδερφο του γιου της. Μπουκάρισαν και οι δυο στο σπίτι και την έκαναν μαύρη από το ξύλο, την πέταξαν έξω με τα μαλλιά στο χέρι  δυο ώρες πριν γυρίσει ο άντρας της και γίνει μεγάλο κακό. 

Σε δύο χρόνια η Ερασμία  καλοπάντρεψε το παλικάρι με την όμορφη και γλυκιά ξαδέρφη του γαμπρού της.