.

.
.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Βουνό με βουνό μόνο δε σμίγει!


- Η νύφη μου τότενες που μείσκαμε* στη Σμύρνη εργαζούντανε σε δουλειά καλή, μιλάει τα εγγλέζικα φαρσί. 
Είχε όμως έτσι σα μια μελαχολία στα ματάκια της, σα να τήνε βασάνιζε κάτι. Την έλεγα πες με κοκόνα μου, σε συμβαίνει κάτι, σάμπως σε βλέπω κακόκεφη, όχι μ' έλεγε και με χαμογελούσε. Τα μίλησα και με το γιο μου, τον είπα σαν και κάτι έχει το κορίτσι μας και να τη βοηθήσουμε, δικό μας παιδί είναι, κόρη μου τήνε βλέπω. Ήτουνε και το άλλο βέβαια, αφού τα είχανε μιλημένα με τον Ιάκωβο, το πρέπον ήτουνε να πάμε επίσημα να τήνε ζητήσουμε απέ τις δικοί της, τίμια πράματα για! Εκείνη όμως όλο δικιολογίες έλεγε που δε μπορούσανε αυτό τον καιρό και τέτοια. Εμείς όμως στους δυο μήνες θα φεύγαμε και δε μπορούσαμε να το αφήκουμε το πράμα έτσι. Δε μπόραγε να το βάλει ο νους μου ότι μια οικογένεια που ξέρει πως η κόρη βγαίνει με άντρα δε θέλει να γένει επίσημο. Και σε μιλάω για οικογένεια ηθική με όνομα καλό στη Σμύρνη, η νύφη μου ήτουνε η μικρή κι ελεύτερη, η αδερφή της καλοπαντρεμένη και είχε παιδί, θα ερχούντουσαν σε λίγο καιρό εδώ όλοι τους. 

Η Ανθούλα κουνούσε πέρα δώθε το κεφάλι και χαμογέλασε πικρά. 
- Άστα, τι γενούντανε στις αθρώποι, βάσανααααα.... κι άρχισε να γελάει πονηρά.

Η Αγλαΐα αναγκάστηκε με λυγμούς να μιλήσει στον Ιάκωβο. Ο γαμπρός τους είχε ξελογιαστεί με άλλη γυναίκα κι έφυγε από το σπίτι. Η αδερφή της πήρε τα παιδιά και γύρισε στο πατρικό της. Έκλαιγε και χτυπιόταν γιατί τον αγαπούσε, έκλαιγαν και τα παιδιά που βίωναν αυτή την κατάσταση και ήταν όλοι σε πολύ δύσκολη θέση. Πως να ξεκινούσαν τις επαφές με το νέο γαμπρό και τη συμπεθέρα που δεν είχαν που να κρύψουν τη ντροπή τους; 
Ο Ιάκωβος την αγκάλιασε και της είπε να μη το σκέφτονται, αυτά συμβαίνουν. Την πήρε και πήγαν στη μητέρα του. Η Σουλτάνα της άνοιξε την αγκαλιά της όπως πάντα και την άκουσε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.
- Σε τι φταίτε εσείς κορίτσι μου αν ο γαμπρός σας βγήκε σκάρτος; Έλα ησύχασε και μη μου σεκλετίζεσαι, το θέμα είναι πως η αδερφή σου τόνε θέλει κι ας τήνε έκανε τέτοιο πράμα. Άλλη στη θέση της θα τον έριχνε δέκα μουντζιές τον μπερμπάντη κι αυτή τόνε θέλει πίσω. Τώρα ό,τι γίνηκε γίνηκε, θα διούμε πως θα τα φκιάξουμε, που την έκανε και δυο παιδιά, κακός χρόνος να τον εύρη.

Την επόμενη μέρα τους κάλεσε για φαγητό σε παραλιακή ταβέρνα για να κάνουν την πρώτη γνωριμία και να μη νιώθουν άβολα στο σπίτι το δικό τους ή το δικό της. Πάντα συγκαταβατική η Σουλτάνα και πρόθυμη να βοηθήσει δεν κοίταξε τα τυπικά, η οικογένειά της είχε πρόβλημα σοβαρό κι έπρεπε να βρουν μια λύση. 

- Ήρτανε οι αθρώποι μουδιασμένοι και ντροπαλοί. Με τα δίκια τους, δε λέω. Επιάσαμε τα ευχάριστα των παιδιών μας και η κουνιάδα είχε κατεβάσει το κεφάλι κάτου. Λογικό ήτουνε, αυτή παρατημένη με τα παιδιά κι ο άντρας της με την άλληνα. Ωραία κοπέλα, γλυκιά πολύ.Τους μίλησα καθαρά, τα ξέρουμε κι έχετε χίλια δίκια, δυστυχία και χαρά μαζί πως θα γένει; Εμείς, είμαστε αθρώποι τίμιοι και δε θέλουμε το κορίτσι σας να βγάλει κακό όνομα που συναντιέται με το γιο μου ραντεβού. Αν συμφωνείτε κι εσείς, ερχούσαστε για τα λογοδοσήματα στο δικό μας το σπίτι. Δεν είναι ανάγκη σώνει και καλά να γένουνε σε σας, να πληγώνεται η κορούλα σας και να κλαίνε και τα παιδιά. Την επίσημη αρρεβώνα θα τήνε κάνουμε όταν όλα θα είναι καλά. 

Αναστέναξαν ανακουφισμένοι και η συμπεθέρα την αγκάλιασε. Η Σουλτάνα την παρηγόρησε και της είπε ότι δεν απέκτησε μόνο συμπεθέρα αλλά και μια καλή και πιστή φίλη. Θα ήταν στο πλευρό τους και θα αγωνιζόταν μαζί τους για το καλύτερο. Ο συμπέθερος δάκρυσε και την ευχαρίστησε λέγοντάς της ότι ήταν πολύ τυχεροί που η μικρή τους έπεφτε σε τόσο καλούς ανθρώπους. Αφού πέρασε το δαχτυλίδι ο Ιάκωβος κι ένα σταυρό η Σουλτάνα και καπάρωσαν τη νύφη επίσημα, άρχισε να καταστρώνει σχέδια για την επαναφορά του γαμπρού. Καλός και νοικοκύρης ήταν και δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα της είπαν. Αποφάσισε να το πάρει πάνω της και μάθει τι και πως.


-  Είπα τη συμπεθέρα να τόνε παρακολουθήσουμε, να διούμε τι γένεται. Η Βασιλική, η κόρη της, μας είπε που εσύχναζε, τις φίλοι του κι όσα θα 'πρεπε να ξέρουμε. Το αυτί τους είχε πιάσει που αυτή ήτουνε κατά πολύ μεγαλύτερή του, αλλά τίποτις άλλο δεν ξέρανε. Ο συμπέθερος είχε πάει απέ τα λημέρια του αλλά πουθενά δεν τόνε είχε διει. Φίλος του κιχ δεν έβγανε, κομμάτι στα τυφλά θα πηαίναμε αμά κάτι θα 'πρεπε να γένει. Το άσκημο ήτουνε ότι τράβαε συνέχεια παράδες απέ την τράπεζα και θα μείσκανε στον αέρα γυναίκα και παιδιά. 
Είπα, για να χαλνάει τόσοι παράδες απέ τα μαζεμένα που 'χε στην άκρη, πα να πει που αυτή του τα 'τρωγε. Μιστά* καλά έπαιρνε, πως και δεν τόνε φτάνανε για; 
Το οποίον δεν ήτουνε μια απλή γυναίκα αλλά του επαγγέλματος. Κι αυτές δεν ερωτεύουνται, κοιτούνε να τα μασούνε του κορόιδου. Ό,τι είναι να γένει θα γένει τώρα, να ξεκαθαρίσει το πράμα, να έχει και η φαμίλια του το κατιτίς, μη μείκουνε στο άσσο! 

Άγνωστη η Σουλτάνα, με τη φωτογραφία του στην τσάντα της, πήγαινε με το γιο της στα καλά και φημισμένα μαγαζιά. Σε παρακατιανό μαγαζί δε θα την πήγαινε λογικά με τη φουσκωμένη τσέπη του. Όλες αυτές ψοφάνε για μεγαλεία, κάπου θα τους πετύχαινε. Πέρασαν έτσι είκοσι μέρες κι άρχισαν να απογοητεύονται, ζύγωνε κι ο καιρός που θα έφευγαν και τα περιθώρια είχαν στενέψει. 
Ένα πρωί βγήκε η Σουλτάνα στα μαγαζιά να αγοράσει φόρεμα καλό για τους επίσημους αρραβώνες του γιου της. Επειδή φορούσε μαύρα λόγω χηρείας, ήθελε κάτι ιδιαίτερο, με λίγο χρυσό στο μπούστο να σπάει το πένθος. Στην Αθήνα δεν ήξερε αν έβρισκε τόσο καλά υφάσματα, αρίστης ποιότητας, όπως εκεί. Αν δεν της άρεσε κάποιο έτοιμο, θα διάλεγε ύφασμα και θα το έραβε στα μέτρα της, θα έπαιρνε και για το γάμο να το έχει κι ας το έραβε στην Αθήνα. Για την περίπτωση, πήγε σ' ένα από τα καλύτερα μαγαζιά, όλο μετάξι και βελούδο είχε στη βιτρίνα του. Πριν προλάβει να μπει, βλέπει τον άντρα της Βασιλικής να πληρώνει και να φεύγει με αυτοκίνητο. Τρελάθηκε η Σουλτάνα, δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα κι έμεινε αρκετή ώρα κοιτάζοντας το δρόμο. 

Μπήκε στο μαγαζί ταραγμένη και είπε στην υπάλληλο τι περίπου ήθελε. Τα μάτια της περισσότερο στο δρόμο τα είχε παρά στα φορέματα και τα υφάσματα. 
Όλες οι κομψές και εύπορες κυρίες της Σμύρνης ήταν πελάτισσές τους. Έπρεπε να μάθει με κάθε τρόπο χωρίς να φανεί αδιάκριτη. 

- Συστημένη ήρτα από μια κυρία που δυστυχώς δε συγκράτησα το όνομά της. Γνωριστήκαμε σε μια βεγγέρα και τη συνόδευε ο μνηστήρας της νομίζω, δε θυμούμαι ακριβώς, σύζυγός της πάντως δεν ήτουνε. Ένας κύριος με γκριζωπά μαλλιά, που έχει ένα αμάξι μαύρο... 
- Α! Ο κύριος Σελετζίδης! Λίγο πριν έρθετε ήταν εδώ, πλήρωσε τα ταγέρ που παρήγγειλε η κυρία του και θα τα παραδώσουμε στο σπίτι τους. Τρία υπέροχα κομμάτια με ασορτί καπέλα... 

Όσο μιλούσε η υπάλληλος το μυαλό της Σουλτάνας έπαιρνε στροφές. Πλήρωσε βέβαια, άφησε και τη διεύθυνση! Τύχη βουνό είχε, μέχρι να διαλέξει μπήκαν δυο πελάτισσες κι όση ώρα την απασχολούσαν και πέρασαν για λίγο στη διπλανή αίθουσα που ήταν τo δοκιμαστήριο, πήγε στο ταμείο και είδε το πελατολόγιο. 
Χωρίς να πει τίποτα στα συμπεθεριά κι αναστατωθούν, αδημονούσε να ξημερώσει η επόμενη μέρα. Θα πήγαινε το πρωί που σίγουρα ο Σελετζίδης ήταν στη δουλειά. Το θέμα δεν ήταν να μιλήσει μαζί του, ήταν ξελογιασμένος και δεν έβλεπε άλλο τίποτα. Να του έλεγε τι; Για την οικογένειά του, που παράτησε γυναίκα και παιδιά, ή που χάλασε το σπίτι του, δεν τα ήξερε; Άδικος κόπος θα ήταν κι ίσως χειροτέρευαν τα πράγματα. Με την ερωμένη έπρεπε να τα πει, να δει τι συμβαίνει και που σκοπεύει να το πάει. Κάτι της έλεγε ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά, αλλιώς θα την είχε στα κρυφά και δε θα έφευγε από το σπίτι για να μείνει μαζί της. 
 - Μάτι δεν έκλεισα όλο το βράδυ. Απέ την αγωνία μου εντύθηκα πρωί πρωί και περίμενα να περάσει κομματάκι η ώρα. Αυτές βλέπεις, δεν σηκώνουντε νωρίς, ασχολίες και λάτρα δεν έχουνε. Είπα τον οδηγό και με πήγε, αμά την ώρα που έβγαλα να τόνε πλερώσω είδα το ένα παράθυρο να ανοίγει. Ξύπνησε η αρσίζα, λέω, κάτσε να διεις πως θα πιει καφέ τώρα. Χτυπώ την πόρτα και περιμένω, τίποτα. Ξαναχτυπώ πιο δυνατά κι ακούω βήματα, ανοίγει η πόρτα και να ο ταμπλάς! Αγουροξυπνημένη και νευριασμένη έστεκε στο έμπα* η Φιλιώ!  Τρελάθηκα Μυρτώ μου, τον κόσμο έχασα! Αυτή χλώμιασε και τήνε πιάσανε τρεμούλες, κιχ αυτή, κιχ εγώ, κοιταζούμασταν αμίλητες. 

Πήρε τελικά βαθιά ανάσα, σήκωσε το κεφάλι ψηλά και την κοίταξε σα να ήταν ένα σιχαμερό ερπετό.

- Βουνό με βουνό μόνο δε σμίγει Φιλιώ! Κάνε στη μπάντα να περάσω!



Μιστά - Μισθοί 

Μείσκαμε - Μέναμε 

Έμπα - Είσοδος

6 σχόλια:

  1. Μαίρη μου καλημέρα,
    Είναι πραγματικά ευλογία να μπορείς να διηγείσαι με τόση φυσικότητα και "ζεστασιά", ιστορίες που έρχονται από το όμορφο και νοσταλγικό παρελθόν. Εκείνο δε που ιδιαίτερα με γοήτευσε είναι η ντοπιολαλιά που έκανε το κείμενο να σπαρταράει γεμάτο ζωή. Η δημιουργία των χαρακτήρων είναι τόσο γλαφυρή που λες και υπήρξαν συγγενείς ή φίλοι μου. Φοβερή η κυρία Σουλτάνα!
    Και πόσο αληθινό αλήθεια το "Βουνό με βουνό μόνο δε σμίγει"!
    Το απόλαυσα με τη ψυχή μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σ' ευχαριστώ πολύ Χριστοφόρε μου για τα καλά σου λόγια.

    Η ντοπιολαλιά ήταν ανέκαθεν η αιτία που τις έκανε τόσο χαριτωμένες. Κι αν ακόμα τις γνώριζες, όντως σαν συγγενείς θα τις ένιωθες, ειδικά τη Σουλτάνα που ήταν πάντα ειλικρινής σε ό,τι έλεγε. Η Ανθούλα, πολύ καλή κι αυτή, τα μπάλωνε όμως όπως όπως για να καλύπτει το γιο της.
    Όσον αφορά το μη σμίξιμο των βουνών... όλοι έχουμε βιώσει την παροιμία κι έχουμε μείνει άναυδοι με τις συμπτώσεις, πραγματικά μόνο αυτά δεν σμίγουν...χα χα χα!
    Εσύ απολαμβάνεις τη Σουλτάνα κι εγώ τους αμέτρητους ήρωές σου, άρα είσαι...πιο ευλογημένος! :-)

    Φιλάκια πολλά και να έχεις ένα δροσερό βράδυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μαιρούλα τα λατρεύω τα γραπτά σου. Κυλάνε υπέροχα. Μιά λεξούλα να ρωτήξω γιατί δεν ηξέβρω (που θα έλεγε η γιαγιά μου η Αργυρώ με Σμυρναίικη καταγωγή) "αρσίδα" μάνα μου, τί θα πει? Φιλιά πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. καλώς σε βρήκα Mery..με την προτροπή τις φίλης Τζίντερ και πολύ καλά έκανε ..το καταευχαριστήθηκα το αναγνωσμα...όχι μονο για την ιστορία του αλλα και για τον τρόπο που ειναι γραμμένο...όλες αυτές οι λέξεις...που ειναι μικρασιάτικες ..Σμυρνη και όλα τα παράλια έχουν αυτό τον ξέχωρο.. ιδιοματισμό στην γλωσσα ..την ντοπιολαλιά που λεει ο Χριστόφορος και εδώ στην Κρήτη το ίδιο λένε και προσπαθούν να την καρατήσουν να μην χαθεί..αλλά δυστηχώς απο τέτοια διηγήματα μονο τις γνωρίζουμε πιά..!!! να εισαι καλά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μαιρουλάκι μου και μόνο που περνάς ευχάριστα την ώρα σου στην ανήλιαγη Ουγγαρία, με κάνει απίστευτα χαρούμενη!

    Αρσίζα μάνα μου, είναι η πρόστυχη! χα χα χα!

    Φιλάκια ηλιόλουστα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ρουλίτσα καλώς ήρθες κορίτσι μου!

    Η Τζιντζερούλα είναι ο δράστης καλέ...χαχαχαχαχαχα! Κι εμένα με ρώτησε αν έχω περάσει από το μπλογκ σου, ειλικρινά ξετρελάθηκα από τα χρώματα και την αισιοδοξία σου!
    Οι Σμυρνιές που έτυχε να γνωρίσω, αν δεν ήξερα την καταγωγή τους θα ορκιζόμουν ότι είναι Κρητικές!
    Την Κρήτη τη λατρεύω, είναι ένα ευλογημένο νησί με όλα τα καλά του Θεού σκορπισμένα απλόχερα! Το ίδιο και τους ανθρώπους της, λεβέντες, ανοιχτοχέρηδες, πρόθυμοι, ωραίοι σε όλα τους! Πολύ καλά κάνουν και κρατάνε τη ντοπιολαλιά, το νιώθεις βρε παιδί μου ότι βρίσκεσαι στη λεβεντογέννα!
    Δυο χρονιές πήγαμε διακοπές, Χανιά και Ρέθυμνο μείναμε, αλλά μόνο για έναν ύπνο, γυρίζαμε όλη μέρα, μέχρι Ελούντα φτάσαμε! Αδημονώ να ξαναβρεθώ, να δω βράκες και σαρίκια, γέλια και μαντινάδες, νησί που δεν χορταίνεται!

    Να είσαι καλά κι εσύ, καλά κουράγια να έχουμε.
    ( Άντε τώρα και λιγουρεύτηκα σκαλτσούνια...) χιχιχιχι!

    Την αγάπη μου και πολλά φιλάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή