.

.
.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Η πανούργα Ερασμία και η γαριδομακαρονάδα της


- Η Ερασμία, ερχόταν μια, δυο φορές το χρόνο, έβλεπε τα αδέρφια και τους άλλους της συγγενείς. Μου τηλεφωνούσαν και πήγαινα να τη δω κι εγώ, ωραία περνούσαμε! 

Η Στάσα είχε σερβίρει τους καφέδες και περίμεναν τη Βιβή που τέλειωνε το λούσιμο. Είχε βάψει με χρωμοσαμπουάν τα μαλλιά της μόλις τόλμησαν να εμφανιστούν αμυδρά οι άσπρες τρίχες. Κάθε δέκα μέρες τα έβαφε, μετά για μια εβδομάδα τους έβαζε καστορέλαιο να τα διατηρεί απαλά. Βγήκε με την πετσέτα τυλιγμένη σε σφιχτό τυρμπάν, από μέσα τα είχε περάσει με διπλή μεμβράνη, όση ώρα θα κρατούσε τη μάσκα. Το μεγάλο τραπέζι ήταν φορτωμένο μπουκαλάκια, βαζάκια, ασετόν, μανό, λίμες, είδη μακιγιάζ, μικρές ειδικές πετσετούλες και χρωματιστά βαμβακάκια. Ο καναπές δε φαινόταν από τα απλωμένα ρούχα, όλα μύριζαν άρωμα. Έψαχνε κάτι κουτιά εγγλέζικο τσάι και σκόνη σοκολάτας για ρόφημα που είχε κάπου στον πάτο μιας βαλίτσας. 
- Το τσάι θα το πίνετε στην υγειά μου στο σερβίτσιο που σας είχα φέρει να με θυμάστε. Εγγλέζικα, πάνε ασορτί! 
Λάτρευε και την Αγγλία η Βιβή, κάθε χρόνο πήγαινε και καθόταν αρκετές εβδομάδες. Είχε φίλες σε πολλές χώρες και περισσότερο έμπαινε στο αεροπλάνο παρά σε ταξί. 
Τα βρήκε και τα έδωσε στη Στάσα, άπλωσε μια κρέμα σε λαιμό και πρόσωπο κι έβαλε τη Μυρτώ να της διαλέξει ρούχα για την απογευματινή βόλτα. 
- Μπακαλιάρο με σκορδαλιά λέω να φτιάξω σήμερα. Τη μάνα σου θυμήθηκα, νοικοκυρά και άξια, δεν την έφτανε καμία στη νοικοκυροσύνη της, Θεός σχωρέστην την...
Και τι ωραία που μαγείρευε! Ποτέ μου δεν κατάφερα αυτή τη γαριδομακαρονάδα της, ωραία τη φτιάχνω αλλά όχι σαν της μάνας σου. 
- Τις γαρίδες πως τις κάνεις Στάσα; 
- Τις φέρνω βόλτα λίγο με το λαδάκι πρώτα, να μυρίσουν. 
- Σχάρα θέλουν, αυτό είναι το μυστικό! Θα σου τα πω όπως τα θυμάμαι, μια δυο φορές την έχω φτιάξει και τρελάθηκαν όλοι, αλλά είναι μπελάς και σιγά μη φάω τόσες ώρες στην κουζίνα! Με το φαγητό αυτό είχε εντυπωσιάσει τους φίλους του δεύτερου άντρα της που τους άρεσαν πολύ τα μερακλίδικα. Έφτιαχνε και μια ψαρόπιτα με κουρκούτι κι άλλα διάφορα μεζεκλίκια και γινόταν χαμός στα τραπέζια της. 
  Μυρτώ, πάρε χαρτί και γράφε για να ξέρεις, η μάνα μου διάλεγε γαρίδες μεγάλες, και πάντα τη σπαγετίνη, να ξέρεις ότι θέλει το πιο λεπτό μακαρόνι αυτή η συνταγή. 

Λάδι, λίγη πιπερόριζα, ελάχιστο σαφράν και ένα κύβο ζάχαρη
Πιπεριές πράσινες, κόκκινες, κίτρινες, πορτοκαλί, ό,τι χρώμα υπάρχει βάζεις 
Καρότα, κρεμμύδια, τρεις σκελίδες σκόρδο λιωμένο
Μαϊντανό μπόλικο, ντομάτες ώριμες χωρίς σπόρια
Ένα μικρό ποτηράκι ούζο
Αλάτι και πιπέρι

- Πλένεις τις γαρίδες και τους βγάζεις μουστάκια και ποδαράκια. Τις βράζεις με λίγο ξύδι και μπόλικους κόκκους πιπέρι μαύρο. Όταν μαλακώσουν λίγο τις σουρώνεις κι αφήνεις να κρυώσουν. Κόβεις τα λαχανικά με το μαχαίρι πολύ λεπτές λωρίδες και μετά κάθετα, σε τετραγωνάκια, το μόνο που δεν κόβεις, είναι το καρότο, αυτό το τρίβεις. 
Αφού έχει πιαστεί το χέρι σου με τόσο ζαρζαβατικό που ψιλόκοψες, τα παρατάς και φτιάχνεις καφέ. Αποφεύγεις να κοιτάζεις τις γαρίδες που θα σου βγάλουν την ψυχή στο καθάρισμα, χα χα χα χα! 
Ξεπλένεις τις γαρίδες και τις καθαρίζεις, βγάζεις μετά και το εντεράκι με μια οδοντογλυφίδα και βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ασχολήθηκες με δαύτες. 
Τις ξαναπλένεις να είναι καθαρές και τις βάζεις να στεγνώσουν από τα νερά τους, μια μια τις σκούπιζε η μάνα μου αφού τις πίεζε λίγο. Ετοιμάζεις σχάρα, ή κάποιο σκεύος για ψητά και τις ρίχνεις να ψηθούν κι από τις δυο μεριές πασπαλισμένες με τζίντζερ, ξέρεις, την πιπερόριζα σε σκόνη. 
Βάζεις εν τω μεταξύ λάδι στην κατσαρόλα και ρίχνεις τα λαχανικά όλα, εκτός από το σκόρδο και το μαϊντανό. Όσο τα ανακατεύεις με προσοχή μη πιάσουν, οι ψητές γαρίδες σου σπάνε τη μύτη και τρως μερικές, σ' ευγνωμονεί ο ουρανίσκος σου και αποτρέποντας την ιδέα να τις τσακίσεις όλες, ρίχνεις τις υπόλοιπες στην κατσαρόλα. 
Αφού τσιτσιρίζουν ομαδικά, χαμηλώνεις τη φωτιά και ρίχνεις το σκόρδο και το μαϊντανό και μόλις μυρίσει τα σβήνεις με το ούζο. Απομακρύνεσαι για να μη μεθύσεις με τις αναθυμιάσεις και μετά ρίχνεις τις ντοματούλες, τη ζάχαρη και τα μπαχαρικά και συνεχίζεις για δέκα λεπτά να τα βράζεις, να δέσει η σάλτσα με τα υπόλοιπα. 
Προσθέτεις ζεστό νερό, ανάλογα με την ποσότητα των μακαρονιών που θα βάλεις, πρέπει να πιουν το νερό και να μη λασπώσουν. Καλύτερα λιγότερο και να συμπληρώνεις, παρά να γίνουν σούπα. Όταν τελειώσει το φαγητό, μη το αφήσεις στο ζεστό μάτι, να κρατάνε πρέπει. 
Εδώ όπου έφαγα γαριδομακαρονάδα, δεν είχε καμία σχέση, ήταν οι γαρίδες με τη σάλτσα πάνω από τα μακαρόνια, κάτι σαν το κοκκινιστό κρέας, όλοι έτσι τη φτιάχνουν. Αυτή, της μάνας μου, είναι πολύχρωμη, τρώγεται και κρύα να ξέρετε. Μόνο που είναι μπελαλίδικη, απαπαπα!
Η Στάσα γελούσε δυνατά και καθάριζε αμπελοφάσουλα να βράσει για σαλάτα, που της άρεσαν πολύ. Ταίριαζαν υπέροχα με τη σκορδαλιά.
- Έλεγα βρε Βιβή στην κόρη μου για τη μάνα σου που ερχόταν, τι ωραίες μέρες ήταν εκείνες! Τι ωραία υφάσματα μου είχε φέρει, ακόμα έχω τρία τόπια καταχωνιασμένα. Κι εκείνα τα βαζάκια τα στολισμένα που έχω στην εταζέρα, τους δίσκους με τις πυραμίδες, τα προσέχω κι όταν ξεσκονίζω, ενθύμια είναι. Και το ταγέρ που μου είχε ράψει σε δυο μέρες; Θυμάσαι που μου έκανε πρόβα και μου το έσφιγγε στη μέση; Της έλεγα θα σκάσω, δε μπορώ να πάρω αναπνοή και μου έλεγε φόρα το και σκάσε, τι με νοιάζει; Θα κάνεις μια βδομάδα δίαιτα αυστηρή και θα το φοράς με γόβες ψηλοτάκουνες και τσάντα ασορτί.  Και μια ζώνη από το ίδιο ύφασμα έραψε, όπου το φορούσα στράκες έκανα! Τι γέλια κάναμε, τι αστεία, σαν τώρα τα θυμάμαι. 
- Ναι, σ' αγαπούσε πολύ η μάνα μου και πάντα κρατούσε και τα δικά σου δώρα. Θυμάσαι που σε παντρολογούσε με το χειρούργο, τότε με τη χολή της;




Κρίση χολής είχε πάθει η Ερασμία κι έπρεπε να χειρουργηθεί για ν' αφαιρέσει τις πέτρες. Αφού ήταν στην Αθήνα με τη Βιβή και τους συγγενείς της, ένιωθε κάποια ασφάλεια. 
Η Στάσα τη συνόδευσε στο νοσοκομείο για τις εξετάσεις κι έγινε η εισαγωγή. Το χειρουργείο θα γινόταν σε δυο μέρες. Με το ζόρι βρήκαν ένα κρεβάτι στην άκρη ενός θαλάμου που γινόταν πανικός. Ο χειρουργός που θα την αναλάμβανε, καλοκοίταζε τη Στάσα που δεν είχε καταλάβει τίποτα. Τα παμπόνηρα μάτια μάνας και κόρης είδαν τι συνέβαινε και η Ερασμία αποφάσισε να δράσει για να τύχει καλύτερης νοσηλείας, σε πιο ήσυχο δωμάτιο και με λιγότερους ασθενείς. 
 Όταν λοιπόν έφυγε η Στάσα το μεσημέρι, έπιασε με τρόπο το γιατρό και του μίλησε. 
- Εσύ γιατρέ μου, φαίνεσαι πολύ καλός άνθρωπος. Τι κατάσταση είναι αυτή, να ησυχάσουμε δε μπορούμε. Η ανιψιά μου τόσες ώρες, δεν είχε που να σταθεί, την έχω ανάγκη και ντρέπομαι να την κρατάω εδώ. Μεθαύριο θα χειρουργηθώ, τη θέλω συνέχεια κοντά μου, η κόρη μου εργάζεται.  Μα δεν υπάρχει ένας θάλαμος με λιγότερα κρεβάτια να με βάλεις; 
Το απόγευμα αν έχεις κάνα νέο, να σου στείλω την ανιψιά μου κάτω να της πεις; Είδες τι ωραία κοπέλα είναι; Γυναικάρα! Και μεταξύ μας, δεν ξέρω αν θα έρχεται μόνο για μένα, άλλο τίποτα δε μπορώ να σου πω. Άσε που με τρόμαξε μ' ένα πονάκι στην κοιλιά, ευκαιρία να τη δεις αλλά μετά το χειρουργείο μου, είναι πολύ φοβητσιάρα. 

Αμέριμνη η Στάσα, αφού τακτοποίησε την οικογένειά της και ξεκουράστηκε λίγο, πήγε πάλι στο νοσοκομείο να δει αν χρειάζεται κάτι η Ερασμία.
Τη βρήκε να έχει απλωμένη την τράπουλα στο κρεβάτι και να συμβουλεύει μια κοπέλα σε ερωτικά θέματα. 
- Όταν με το καλό βγει η μάνα σου από δω, θα πας να τον βρεις. Θα του πεις ότι του μίλησες άσχημα επειδή ήσουν πολύ στενοχωρημένη με την εγχείρησή της. Τον άλλο ξέχνα τον, με άλλη είναι και σε κοροϊδεύει, δες το, να!  Θα σε ρωτήσει γιατί δεν του το είπες, λογικό είναι. Τι να πεις, κοίταξα να σε ξεφορτωθώ γιατί ξελογιάστηκα με άλλον; Στο φιλότιμο  ρίχτα, δε στο είπα μη σε στενοχωρήσω. Αν σ' αγαπάει αληθινά θα σε συγχωρήσει.  Πρόσεξε μη σε ξεμοναχιάσει μόνο γιατί μετά πάει, τον έχασες! 
- Στάσα, ζήτησα του γιατρού να με αλλάξει δωμάτιο, άντε κάτω σε παρακαλώ να δεις τι έγινε. 
Κατέβηκε η Στάσα στα ιατρεία αλλά είχε επείγον χειρουργείο. Περίμενε λιγάκι και μίλησε με κάποια υπεύθυνη, η αλλαγή θα γινόταν το βράδυ και θα πήγαινε σε δίκλινο. 
Παρουσία τριών νοσοκόμων και του γιατρού μεταφέρθηκε η Ερασμία που του έκλεισε πονηρά το μάτι. 
- Είδες γιατρέ; Ξανάρθε η ανιψιά μου, σ' ευχαριστώ πολύ. Ό,τι καλό να έχεις, ελεύθερος δεν είσαι; Θα σε καλοπαντρέψω!
Είχε μάθει από τις νοσοκόμες ότι δεν ήταν παντρεμένος. Θα τον χόρευε για τα καλά το γιατρό και θα έκανε μια χαρά τη δουλειά της...


Τη μέρα του χειρουργείου, στήθηκαν απ' έξω Στάσα, Βιβή, Ασημίνα κι Αντιγόνη. Η θεία Ασημίνα είχε τη μέση της και θα έφευγε αμέσως μετά. Όλα πήγαν καλά και η Βιβή έφυγε με τη θεία της, η μια στο σπίτι και η άλλη στο γραφείο. Θα επέστρεφε σε λίγες ώρες. 
Η Στάσα μίλησε με το γιατρό αρκετές φορές εκείνη τη μέρα. Της έκανε εντύπωση για κρατικό νοσοκομείο να είναι ο γιατρός πάνω απ' το κεφάλι τους και το συζητούσε με την Αντιγόνη.  Τα φάρμακα δεν της τα έφερνε νοσοκόμα αλλά ο ίδιος. Κάθε μισή ώρα περνούσε να δει πως πάει. Ο διακριτικός θαυμασμός του δεν την παραξένεψε γιατί  ήταν συνηθισμένη, δεν περνούσε απαρατήρητη. Αφού συνήλθε για τα καλά η Ερασμία, άρχισε να κελαηδάει και να του πετάει σπόντες. Η Στάσα επειδή την ήξερε, φαντάστηκε ότι κάποια θα του προξένευε. Μια μέρα πριν βγει, κάλεσε κόρη και ανιψιά για να δώσει οδηγίες. Η Βιβή έφευγε για το γραφείο κι άφησε τη Στάσα μόνη. 
Ο γιατρός της μιλούσε ευγενικά και σκέφτηκε όταν της έδινε την κάρτα του εκείνο το πονάκι που του είχε πει η πανούργα Ερασμία. Φοβητσιάρα είναι, με τρόπο θα δω. 
Έκλεισε ξαφνικά την πόρτα και ζήτησε της Στάσας να ξαπλώσει και να σηκώσει τη φούστα. 
- Η μάνα σου τα 'χασε στην αρχή και μετά του είπε για ποια με περάσατε γιατρέ και τέτοια. Αυτός της λέει μη φοβάσαι κι έκανε να την πιάσει στην κοιλιά, πες βρε συ μετά τι έγινε! 
Βγήκε η Στάσα από την κουζίνα με το μαϊντανό στο χέρι γελώντας. 
- Αχ αυτή η μάνα σου! Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, λέω τι συμβαίνει εδώ; Που να ήξερα ότι του είχε πει να με εξετάσει και μ' έπιανε με το μαλακό ο γιατρός; Αλλά κι αλλιώς να ήταν τα πράγματα, αφού με είχε βάλει στο μάτι, θα μου ριχνόταν! Πανικοβλημένη εγώ, τρέχω στην πόρτα, αυτός πίσω μου να μη με αφήσει να φύγω, του ρίχνω μια σπρωξιά και πέφτει το βραχιόλι μου το χρυσό. Αυτό θα κοίταζα ή που ανέβαινα συγχυσμένη τα σκαλιά να πάρω τη μάνα σου και να φύγουμε; Και μόλις με βλέπει, σκάει στα γέλια και μου λέει, τι έγινε Στασούλα, μπας και πήγε να σε κουτουπώσει ο γιατρός; Αμ έτσι και δεν ήσουνα εσύ, στο θάλαμο με τα δέκα κρεβάτια θα τη βγάζαμε! Στο δρόμο μου είπε η μάνα σου τα υπόλοιπα και της έβαλα τις φωνές αλλά μετά με πιάσανε τα γέλια κι εμένα, έβγαλα ποτέ άκρη μαζί σας; Και ποιος θα πήγαινε μετά να πάρει το βραχιόλι μου έτσι που τα κάνατε; Μετά από τόσες μέρες που σε πήρε ο πόνος και πήγες, ευτυχώς που το κράτησε και στο έδωσε ο άνθρωπος. 
-Χαχαχα! Το είχε μέσα στο βαλιτσάκι του και σε περίμενε να πας να το πάρεις. Έκανα πολύ κόπο για να τον πείσω να μου το δώσει και του είπα ότι φοβήθηκες επειδή ήσουν άβγαλτη, αλλά θα κανόνιζε η μάνα μου να βρεθείτε. Ακόμα θα περιμένει! Χαχαχα!
- Παλαβές μάνα και κόρη! Από τη μια είχα την ταραχή μου κι από την άλλη στενοχωριόμουν για το βραχιόλι, να το χάσω έτσι;
- Γι αυτό σου έστειλε η μάνα μου από την Αλεξάνδρεια ένα μεγαλύτερο και  πιο καλό, ε; 
- Ναι, ναι! Μου έγραφε στο χρωστούσα για να θυμάσαι το νοσοκομείο και τι να έλεγα στον Ηλία; Υποχρεώθηκε που την κοίταξα!  
Το σπίτι σείστηκε από τα γέλια!
- Μέχρι κι εμένα είχε τάξει η μάνα μου σ' ένα προϊστάμενο που ήθελε να της βγάλει κάτι χαρτιά! Τότε ήμουν νιόπαντρη με το Δημήτρη και της είχα στείλει μαζί με τις άλλες φωτογραφίες και μια που ήμουν στη θάλασσα μ' ένα μαγιό μια σταλιά, ίσα που έκρυβε τα επίμαχα! Την είχε στην τσάντα της για να βρει μια κορνίζα να ταιριάζει κι όταν είδε τα σκούρα στο γραφείο, ζήτησε να μιλήσει στον προϊστάμενο. Τον παρακάλεσε να της κάνει τη δουλειά γρήγορα και του είπε θα στέλνω την κόρη μου αν είσαι εξυπηρετικός, δες την! Αυτός της είπε να τη χαίρεσαι, ωραία κοπέλα είναι και του λέει ελεύθερη την έχω, να σου κάνω κάτι αφού σ' αρέσει. Τσίμπησε αυτός και ξεμπέρδεψε η μάνα μου σε δυο μέρες, άλλο δεν τον χρειάστηκε! Χα χα χα χα! Με το Δημήτρη αρραβωνιασμένη ήμουν τότε που είχαμε πάει για το γάμο και τη βοηθούσα στα τελευταία τρεχάματα που συμπλήρωνε τα προικιά της αδερφής μου κι έλεγε ότι μαζεύει την προίκα μου, όχι στους πωλητές, στους καταστηματάρχες που είχαν τον τελευταίο λόγο στην έκπτωση. Μοστράριζε τα προσόντα μου, τη μόρφωση, τα ακίνητα που θα μου δώσει, ροδάνι η γλώσσα της! Της έλεγαν με τέτοια κόρη, τι τα θέλεις τα προικιά, έτσι θα στην πάρουνε. Καλά, κάνε μου εσύ πιο καλή τιμή κι αν τη θέλεις έτσι τα κρατάω και στη δίνω μόνο με τα ρούχα που φοράει κι επειδή φαίνεσαι καλό παιδί θα πάρεις τα ακίνητα.  Κι άλλη μια φορά που ήθελε να της κάνουν σκόντο σ' ένα μπουφεδάκι, είπε στο μαραγκό κοίτα κόρη που έχω, περιζήτητη, πάνε κι έρχονται τα προξενιά κάθε μέρα, όλοι μου τη ζητάνε. Σε συμπάθησα πολύ εσένα όμως,  να σε κάνω γαμπρό μου; Είναι πολύ όμορφη και με μεγάλη προίκα, για το γούρι που φέρνει το ποδαρικό της που είναι και δυο μέτρα, έχουν να το λένε! Άντε βρε λεβέντη μου, κόψε μου κι άλλο βρε που θα στη δώσω να σου στολίζει το μαγαζί και θα μαζεύεις πελάτες που δε θα τους προλαβαίνεις! 
Εγώ τότε είχα ήδη γεννήσει τον πρώτο μου κι από τα γέλια που κάναμε με την Ποπίτσα όταν τα  διαβάζαμε στο γράμμα της μέχρι το μωρό ξυπνήσαμε! 






6 σχόλια:

  1. πολυ ομορφη γραφη!!!!
    καλως σε βρηκα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σ' ευχαριστώ πολύ νεραιδομαγισσούλα μου γλυκιά, καλώς ήρθες!

    Φιλάκια πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. (δοκιμή) Μαιρουλα μου φαίνεται ότι θα φρενάρω ν'αγοράζω βιβλία τουλάχιστον μέχρι να προλαβω να διαβάσω τις αναρτήσεις που έχεις κάνει.

    Φιλιά πολλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χα χα χα!!! Γειαααα σου Μαιρούλαααααα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ...και να ξεβρεις τη συνταγή την φυλαξα χωριστά μη σεκλετιστεις καμμια βολα και το κλείσεις τούτοδωτο μαγαζάκι και τη χάσω χα χα χα

    Φιλιά πολλα και καλήβδομαδα γι αυριο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Kαλή εβδομάδα Μαιρούλα μου!

    Να σε δω ν' ακολουθείς κατά γράμμα τη συνταγή, όπως την υπαγόρευε η Βιβή και να σε απαθανατίζω! Χα χα χα!
    Είναι πάρα πολύ νόστιμη, αξίζει να τη δοκιμάσεις.

    Φιλάκιαααααααα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή