.

.
.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα


Μέσα Αυγούστου αποφάσισε η Βιβή να πάει στον Πόρο. Είχε μια φίλη εκεί με ωραίο μεγάλο σπίτι και της πρότεινε να περάσουν λίγες μέρες παρεούλα. 
Ετοιμάστηκε, πήρε όλα τα απαραίτητα και μια μισοάδεια βαλίτσα για να τη γεμίσει εκεί. Η φίλη της διέθετε εκτός από το σπίτι κι ένα μαγαζί με ρούχα, κοσμήματα και διάφορα αξεσουάρ, όλα χειροποίητα. Είχαν γνωριστεί στο καράβι, όταν ταξίδευε σαν σύζυγος του καπετάνιου και η άλλη ως σύζυγος μηχανικού. 

- Πολύ καλή είναι η Ρούλα, κάναμε παρέα στο καράβι, κρατήσαμε τη φιλία μας. Την έχω φιλοξενήσει κι εγώ στο Παρίσι τρεις φορές κι όλο παράπονα είναι που δεν έχω πάει στον Πόρο. Όταν ξανάρθω Στάσα μου στην Ελλάδα, ελπίζω του χρόνου, θα μοιράσω τις μέρες, μη παραπονιέται. 

Χώρισε με το μηχανικό πριν πέντε χρόνια η Ρούλα. Γυναικάς από τους λίγους αυτός, ακόμα και τους μήνες που είχε τη γυναίκα του στο καράβι, το έσκαγε στα λιμάνια κι έτρεχε στις διάφορες. Στρώνονταν για χαρτιά οι κυρίες μετά τις βόλτες τους μέχρι το ξημέρωμα κι έβρισκε αυτός ευκαιρία με διάφορες δικαιολογίες. Η Ρούλα που ήταν δεινή χαρτοπαίχτρα, ούτε καταλάβαινε αν και πόσες ώρες ήταν εκτός καραβιού. Είχε κι αυτή μερίδιο ευθύνης. 
- Ρουλίτσα, πάμε με τα παιδιά για κάνα ποτό. 
- Να πάτε! 
Υποψίες δεν είχε κινήσει, η Βιβή όμως που είχε μάτια παντού κατάλαβε τι συνέβαινε. Ρώτησε με τρόπο και το Μιχάλη κι όταν βεβαιώθηκε τον έπιασε ένα βράδυ και του μίλησε. 
Στο αστείο τα γύρισε αυτός, άλλα της έλεγε, του τα 'χωσε με τη φαρμακερή γλώσσα της κι αποφάσισε να δράσει. Με τη γυναίκα του ασυρματιστή κι ένα ναύτη τον παρακολούθησε κι αφού έμαθε όσα ήθελε, τον ξαμόλυσε δασκαλεμένο. Αμέσως έμαθαν τα στέκια του ότι ο μηχανικός υπέφερε από σοβαρό αφροδίσιο νόσημα. 
Από επιθυμητός, είχε γίνει ο πλέον ανεπιθύμητος. Τον απέφευγαν χωρίς να ξέρει το λόγο, ούτε και καμία βέβαια τόλμησε να τον προσβάλλει λέγοντάς του κάτι τέτοιο. Για τους υπόλοιπους τέσσερις μήνες ήταν υπόδειγμα, η Ρούλα έκοψε το καθημερινό ολονύχτιο παιχνίδι και περνούσε τις ώρες μαζί του. 

- Το άσχημο ήταν ότι έκανε μόνιμη σχέση αυτός, είπε η Βιβή περιφρονητικά. Εγώ δεν είχα πει τίποτα στη Ρούλα για τα παλιά του, φρόντισα να τον απομακρύνουν, αυτός δε θα απομακρυνόταν από μόνος του. Το καράβι έπιανε συγκεκριμένα λιμάνια και ήταν εύκολο, ακόμα κι εκεί που δεν σύχναζε κανόνισα να τα μάθουν. Μη με κοιτάζεις έτσι, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, τι άλλο να έκανα; Όταν όμως εδώ άρχισε να αργεί, να του λιγοστεύουν τα λεφτά και να μου λέει η γυναίκα του διάφορα, είπα εδώ έχουμε θέμα σοβαρό. Ειδοποίησα την Αντιγονίτσα που οδηγεί, να τον παρακολουθήσει. Της έστειλα φωτογραφία, διεύθυνση και σε δυο μέρες μου είπε που πήγαινε και την έβρισκε. Την τέταρτη μέρα βγήκαν μαζί από την πολυκατοικία, την είδε και μου την περιέγραψε. 
- Πω πω πω! Στο σπίτι της πήγαινε Βιβή; 
- Το είχε νοικιάσει για να βρίσκονται. Μετά τα μάθαμε όλα. Τηλεφώνησα εγώ στη Ρούλα, τάχα για να δω τι κάνει, την ώρα που η Αντιγόνη μου είπε ότι επέστρεψε στο σπίτι του. Αφού μιλήσαμε και τη ρώτησα τι κάνουν τα παιδιά κι ο άντρας σου, μου έστειλε αυτός χαιρετίσματα. Της είπα να μου τον δώσει να τον ακούσω λίγο κι όταν τη φώναξε η μικρή της κι απομακρύνθηκε ευτυχώς από το τηλέφωνο, του τα είπα έξω από τα δόντια. Ξέρω αυτό κι αυτό για σένα, αν δεν ξεκόψεις αμέσως τα λέω στη Ρούλα. 
- Κι εκείνος τι είπε; 
- Έπαθε σοκ! Πως εγώ από το Παρίσι ήξερα τι κάνει στην Αθήνα; Ακόμα θα ψάχνεται! Έμαθα και το τηλέφωνό της, να είναι καλά η Αντιγονίτσα, την πήρα και τη στόλισα. Το άσχημο ήταν ότι έκανε μαζί της παιδί, τελικά τα έμαθε όλα η Ρούλα και τον έδιωξε. 
- Καλά έκανε! Βρε τον παλιάνθρωπο, να κάνει και παιδί! 
- Δυστυχώς Στάσα μου, υπέφερε πολύ η γυναίκα του. Ξέρεις πόσες φορές έμενε χωρίς χρήματα; Ούτε αν έχουν τα παιδιά του να φάνε δε νοιαζόταν! Τώρα είναι μια χαρά, βγάζει το καλοκαίρι πάρα πολλά λεφτά, προμηθεύει κι άλλα μαγαζιά σε πολλά νησιά. Βρήκε κι ένα πολύ καλό παιδί και ζούνε μαζί τον περισσότερο καιρό. Στον Πόρο, ευτυχώς που είχε προλάβει να φτιάξει το σπίτι και να πάρει και το μαγαζί, μάζευε τα ενοίκια τόσα χρόνια και τα κατάφερε. Μετά λένε να μην ακούς τις παλιές! Αν δεν είχε φράγκο δικό της θα σου 'λεγα πως θα ζούσε τώρα, η γυναίκα πρέπει πάντα να κάνει το κουμάντο της! 

- Πες μου καλέ θεία, πως κατάφερες και πήρες το σπίτι στο Χαλάνδρι τότε;  Με τα λεφτά από τα σπίτια που πούλησες; 
- Χαζή είσαι; Σιγά μην ακουμπούσα τα λεφτά μου σε σπίτι που δε θα έμενα μόνιμα! Τα έτοιμα τρώγονται γρήγορα, όσο και να κάνεις οικονομία, αν έχεις εισοδήματα όπως τώρα εγώ, έχει καλώς, αν όχι, την έβαψες. Ούτε εγώ, ούτε κανείς γνωρίζει πως θα τα φέρει η ζωή. Ο Ζαν μου άφησε περιουσία, δεν έχω παράπονο, το σπίτι που μένω είναι πολύ ωραίο, το ανακαίνισα κιόλας μετά το θάνατό του. Τα άλλα δύο διαμερίσματα μου αφήνουν λεφτά, τα νοικιάζαμε κι εξακολουθούν να μένουν οι ίδιοι. Του Χαλανδρίου αρχικά το είχαμε νοικιάσει, σκόπευα να ασχοληθώ με το εμπόριο, οι γονείς σου με βοήθησαν πολύ σε όλα. Πάντα ήθελα να κάνω μια δική μου δουλειά στην Ελλάδα, δεν πήγαν καλά τα πράγματα όμως, δυο χρόνια κράτησε μόνο.  Η μάνα σου το είχε βρει και της άρεσε, με ειδοποίησε και ήρθαμε να το κλείσουμε. Το γέμισα πίνακες, γλυπτά, θυμάσαι που σας τα είχα φορτώσει εδώ στο σπίτι σας μέχρι να τακτοποιηθούμε, ε; 
- Φυσικά! Κι αυτά που στολίζουν το μπουφέ, από τότε είναι.
- Βιβή, πες στην κόρη μου με τον επιπλοποιό, που τον τουμπάρισες. 
- Α! Ναι! Ψάχναμε με τη μάνα σου κάτι μικροέπιπλα για να βάλω πάνω τα γλυπτά και ήθελα τα δύο να είναι μεγάλα. Η σαλοτραπεζαρία ήταν η έκθεση κι εμείς θα μέναμε στη μέσα κάμαρα. Πήγαμε λοιπόν σ' ένα καλό μαγαζί που φημιζόταν για την ποιότητα και τις τιμές του, όμως ήταν πολύ ακριβά τελικά. Του λέω καλά, θα το σκεφτώ και θα έρθω αύριο πάλι, σκέψου κι εσύ τι τιμή τελικά θα μου κάνεις. Την επομένη, φόρεσα μια ζιπ κιλότ με βολάν μέχρι εδώ πάνω, βάφτηκα και πήγα. Αυτός, μεγάλη προστυχάντζα, τον είχα κόψει εγώ, με κοιτούσε έτοιμος να με φάει, αλλά και πάλι η έκπτωση δεν ήταν αρκετή, εμένα μου άρεσαν πολύ και τα ήθελα όμως. Ε! Την ώρα που μπήκαν άλλοι πελάτες, κάθισα σ' ένα καναπέ και μόλις έφυγαν μισοξάπλωσα κι έτριβα το γόνατό μου που τάχα χτύπησα σ' ένα έπιπλο. Αυτός άλλο που δεν ήθελε, κόρωσε και φούντωσε!
- Καλά που δεν ήρθα πάλι μαζί σου παλαβιάρα, δεν έχεις το Θεό σου! 
- Χαχαχα! Κοίταγμα ξαναμμένο κι αυτός έριξε μια ματιά έξω να δει αν έρχεται κανείς και με πλησίασε. Πετάχτηκα πάνω εγώ και του είπα ό,τι συμφωνήσουμε τώρα, δεν έρχομαι ξανά. Στήνω το σπίτι μου στην Αθήνα κι εκτός αυτών θα ερχόμουν επίσης για κρεβατοκάμαρα και σαλόνι. Με το μπλα μπλα, τα πήρα στην τιμή που ήθελα κι όταν τα είπα στη μάνα σου έπαθε σοκ! Γελούσαμε για χρόνια με το χοντρομπαλά!


 Ξεκίνησε με τις γνωριμίες του Ζαν και των φίλων μου σε άλλες χώρες και των ξένων καλλιτεχνών εδώ, σε φίλους και συγγενείς. Εκείνος είχε ενθουσιαστεί γιατί λάτρευε την Ελλάδα και μια που σκόπευε ο ιδιοκτήτης να το πουλήσει κάποτε, τον έπεισε να το αγοράσουν. 
- Και να μη πάει καλά η δουλειά, θα έχουμε το σπίτι για να περνάμε εδώ τα καλοκαίρια μας. Δεν έβαλα ούτε δραχμή, εκείνος το πλήρωσε μέχρι την τελευταία δεκάρα. Λεφτά δικά μου, ρισκάρισα για κάποιες αγορές που εκείνος δεν είχε μετρητά αρκετά μετά την αγορά του σπιτιού. Ευτυχώς, μόνο διακόσιες χιλιάδες έχασα, του είπα όμως ένα εκατομμύριο για να μη μου ζητήσει κι αν ζοριστεί. Τελικά δε μας έκατσε η δουλειά, μας είχε μείνει το σπίτι που ερχόμασταν για λίγα χρόνια. Ανέβηκε πολύ και η αξία του με τα χρόνια και το πουλήσαμε, επένδυση καλή ήταν και με παραδέχτηκε ο Ζαν.

 Ξανθός, με πολύ άσπρο δέρμα και ξεθωριασμένο γαλάζιο στα μικρά του μάτια, ήταν επιτυχημένος στη δουλειά του κι αναλάμβανε σπουδαίες υποθέσεις. Η Βιβή ακούραστα δακτυλογραφούσε ατέλειωτες δικογραφίες και πηγαινοερχόταν στα δικαστήρια. Μα μέσα σ' όλα αυτή η γυναίκα! Σχετικά καλά έζησε μαζί του, όσο γινόταν το δικό της βέβαια, αν όχι τον χόρευε στο ταψί. Στις τρεις το ξημέρωμα είχε χτυπήσει το κουδούνι της Στάσας που κατατρόμαξε η καημένη τέτοια ώρα όταν την είδε στην πόρτα με τη βαλίτσα.
- Μαλώσαμε κι έφυγα από το σπίτι, θα με κοιμίσεις εδώ. Εκείνος έπρεπε να γυρίσει στο Παρίσι για μια υπόθεση, εγώ όμως για είκοσι ακόμα μέρες δε μπορώ, περιμένω πελάτες καλούς. Του είπα να πας και σε λίγες βδομάδες θα έρθω και δε συμφώνησε, από τις δέκα η ώρα καβγαδίζαμε. Σηκώθηκα κι έφυγα, να κάτσει να χτυπιέται και να πάει στα τσακίδια!
Ξημερώθηκε η Στάσα μαζί της προσπαθώντας να την πείσει να γυρίσει πίσω. Με τα πολλά την κατάφερε, στις οκτώ το βράδυ πήγε σπίτι και μετά από ένα μεγαλύτερο καβγά, πέρασε το δικό της. Σε δυο βδομάδες παραθέριζαν στη Μύκονο, έκανε κι εκεί πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες με ντόπιους και ξένους. 

Έκανε χαλάουα, τις απαραίτητες μάσκες πριν αρχίσει να εκτίθεται στον ήλιο, πήρε τα πιο ελαφρά ρούχα της κι έφυγε για το νησί. Θα επέστρεφε σε δεκαπέντε μέρες, θα έμενε άλλες δέκα στο σπίτι τους και θα αναχωρούσε για το Παρίσι.


- Ευκαιρία να πάμε στην κυρία Ανθούλα μαμά, μας περιμένει και τις δυο για καφεδάκι. Την άλλη βδομάδα μου είπε να πάμε στην αδερφή της τη Σουλτάνα. 

2 σχόλια:

  1. Να θεωρήσω ότι το κείμενο είναι δικό σου!? Υποθέτω πως ναι. Ισως έχει καταλάβει ήδη απ'το δικό μου blog πως λέω ότι σκέφτομαι. Η γνώμη μου λοιπόν σαν αναγνώστης (δεν είμαι δα και κριτικός τέχνης ;). Το κείμενο ρέει θαυμάσια. Σε μερικά σημεία όμως χάθηκα λίγο αλλά (εγώ που δεν μπορώ να διαβάσω κάτι αν δεν με τραβάει) δεν μπόρεσα να σταματήσω πριν την τελευταία λέξη. Μου αρέσει η γραφή σου. Καλή σου μέρα :)

    YΓ. Να θεωρήσω επίσης ότι είσαι νεά blogger κι έτσι θα σου δώσω μιά συμβουλή. Αφαίρεσε αυτή την επαλήθευση που ζητάει ο blogger εδώ στα σχόλια. Ειλικρινά δεν βοηθάει σε τίποτα ειδικά τις δικές μας ερασιτεχνικές ιστοσελίδες. Και πάλι καλή σου μέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μαιρούλα μου, αν το ήξερα ότι ζητάει επαλήθευση, θα το είχα σίγουρα αφαιρέσει.
    Πρέπει να το ψάξω η άσχετη, να δω πως διορθώνεται...

    Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

    Φιλάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή