.

.
.

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Θα σε πω το μυστικό, με αντισυλληπτικά!





- Μπρε καλώς τες μου! Περάστε, ορίστε! 

Η Σουλτάνα γελαστή άνοιξε διάπλατα την πόρτα και την αγκαλιά της και καλοδέχτηκε την Ανθούλα και τη Μυρτώ. Με βυσσινί φόρεμα και μπλε δερμάτινα πασούμια με χάντρες, χρυσό σταυρό και δυο καδένες στο λαιμό, φανταχτερά σκουλαρίκια και τα βραχιόλια να κουδουνίζουν έκανε τις επισκέπτριες να χαμογελάσουν. 
- Έτσι είναι και μέσα στο σπίτι πάντα, διέτηνα τη λουσού! Δεν πα να 'χει τη λάτρα και τα μαγειρέματα, στολισμένη τα κάνει! 
Η Μυρτώ βρήκε το ταίρι της. Ήταν κι εκείνη πολύ κοκέτα, όχι φορτωμένη με τόσα χρυσαφικά βέβαια, αλλά και μέσα στο σπίτι της άρεσε να είναι περιποιημένη. 
- Τι έφερες μπρε κοπέλα μου, ανάγκη ήτουνε; Για να διω εγώ!
Κάθισαν στον καναπέ και η Σουλτάνα άνοιξε την τσάντα. Έβγαλε επιφωνήματα χαράς όταν είδε τα σαπούνια, τα μαλακά σφουγγάρια και το λίφι, τη φυσική ελαφρόπετρα, τα μπουκάλια με το αφρόλουτρο και την ίδια κρέμα για το σώμα, τα άλατα μπάνιου, αμπαλαρισμένα σε μια τεράστια αχιβάδα. Αγκάλιασε κατενθουσιασμένη τη Μυρτώ. 
- Αχού! Δεν ξέρω πως να σε ευχαριστήσω γκιουζέλα μου! Πόσοι παράδες έδωκες μπρε παιδάκι μου, παπαπαπα! Διες Άνθω, με τα φύκια της θαλάσσης είναι μπρε, που κάνουνε πολύ καλό στα πάχυτα, ακόμα και στα ρεματικά. Μυρτούλα μου, καλύτερο δώρο δε θα σκεπτούτανε κανένας να με πάρει για! 
- Είναι που σ' έχω καταλάβει κυρία Σουλτάνα μου και σε χαίρομαι που σ' αρέσουν τα ωραία!
Έβαλε και την εσάρπα με τα κρόσσια που της πήγε η αδερφή της να την προβάρει, μας ξαναφίλησε κι άνοιξε το αλουμινόχαρτο με το μεγάλο ρολό λιχούδικα. 
- Άνθω μου γεια στα χέρια σου! Θα το δώσω να καταλάβει, μοσκοβολάει το κονιάκ, για να δοκιμάσουμε κομμάτι. 
Καφεδάκια, κέικ βανίλια, κουλουράκια και χοντρές φέτες γλυκό μωσαϊκό που λάτρευε. Ανοιγόκλεισε τα δάχτυλα με τα χοντρά διπλά δαχτυλίδια και τα κόκκινα νύχια.

- Περάσανε τα χρόνια και ζορίζουμαι, βάρυνα. Κουράζουμαι πολύ και δυσκολεύουμαι με τις χοντρές δουλειές και με τρελαίνουνε τα χέρια μου στις πόνοι. Ευτυχώς που με στέλνει η κόρη μου τη γυναίκα μια στις δεκαπέντε και με κάνει τα τζαμλίκια, τα παντζούρια, τις πόρτες, τη βεράντα... Και πάλι δοξάζω τον καλό Θεούλη που με έχει στα πόδια μου, άλλες σούρνονται οι καημένες...


Η αλήθεια ήταν ότι με τόσο φορτωμένο σπίτι και νέα να ήσουν σίγουρα θα κουραζόσουν. Το σαλόνι κλασικό με σκαλίσματα, κεντημένα πετσετάκια και τσεβρέδες παντού, πολλά, μα πάρα πολλά μπιμπελό, ασημικά, κρύσταλλα, φωτογραφίες, γλάστρες με μεγάλα φυτά μπροστά απ' τη μπαλκονόπορτα. Όλα καθαρά κι αστραφτερά, νοικοκυρεμένα. 

- Διε τον άντρα μου τι λεβέντης ήτουνε. Εδώ είναι η πεθερά μου, Θιός σχωρέστους. Απέ δω ο γιος και η κόρη μου, ζωή και χρόνια να 'χουνε, καλά παιδιά με βγήκανε. Να και τα εγγονάκια μου, ο Γιωργάκης μου ίδιος ο παππούκας του απέ τη μυτίτσα και κάτου. Σπουδάζει το τζιέρι μου, πολιτικός μηχανικός σαν και το μπαμπά του. 
Διε τη νύφη μου, ωραία και καλή κοπέλα, πολύ καθαρή, νοικοκυρεμένη και σεβαστικιά. Σμυρνιά είναι, τήνε  γνώρισε ο γιος μου τότενες που μέναμε στη Σμύρνη για τη δουλειά του.  Τρία χρόνια μείκαμε εκεί που χτιζούντανε ένα πολύ μεγάλο κτίριο και πήρε το παιδί μου την πρώτη του δουλειά. Απέ κει πια ήρταμε εδώ, αφού κουβαλήσαμε ό,τι μπορούσαμε, τα πολύτιμα δηλαδή. Έκανα και κάμποσους μπόγους με ρουχισμό και όλα του σπιτιού,  πεσκίρια,* σεντόνια, παπλώματα, υφάσματα, κουρτίνες, χαλιά, τα ασημικά δίπλα μου μη και χαθούνε και τα μαλαματένια σε πουγκί στον κόρφο μου μέσα.  Τα έπιπλα πουληθήκανε, τα δώκαμε του αδερφού μου και τα κανόνισε αυτός. Μεγάλο ήτουνε το σπίτι στην Πόλη κι εδώ που να χωρέσουνε για! Μόνο τις εταζέρες κι αυτό το μπουφέ εφέραμε, διε τέχνη, σαν κεντημένο είναι, ε; 

Μερακλήδες οι μαραγκοί στην Πόλη. Πραγματικά σαν κέντημα ήταν το έπιπλο, χαρά στα χέρια του τεχνίτη. Μεγάλα πουλιά, λουλούδια, στεφάνια, σαν πίνακας ζωγραφικής ήταν. Στην πάνω μεριά είχε μάρμαρο, είπε η Σουλτάνα, αλλά ήταν ασήκωτο, τρεις φορές το βάρος του επίπλου. Έμεινε κι αυτό στου αδερφού της και τώρα το στόλιζε τσεβρές με χρυσαφί κρόσσια κι ασημένιο σετ του τσαγιού. Δεξιά κι αριστερά δυο περίτεχνα φωτιστικά με ασημένια βάση κι αυτά. 
- Με πόνο ψυχής φεύγεις απέ τον τόπο σου, κει γεννήθηκες, μεγάλωσες, έκαμες τη φαμίλια σου... Τι να πεις, η ζωή όπως τα φέρνει, ξέραμε και λέαμε πάντα πως θα πάμε στην Ελλάδα που είναι η αληθινή μας πατρίδα. Κι εδώ να μας λένε που είμαστε τουρκόσποροι, με μισό μάτι μας κοιτάγανε. Όταν ήρταμε εδώ ο Ιάκωβος μου ήτουνε λογοδοσμένος με την Αγλαίτσα αμά όλες τόνε καλοβλέπανε, δεν τους πείραζε που ήτουνε απέ την Τουρκιά. Αυτός τήνε περίμενε και ήρτανε οικογενειακώς, πολύ καλά και τα συμπεθέρια μου, χρυσοί αθρώποι. Όταν είπα που έρχεται η μνηστή του απέ τη Σμύρνη, πετούσανε μπηχτές και με λέγανε ειρωνικά <<μπαααα, Σμυρνιά νύφη κάνεις;>> Γιατί, τι έχει η Σμύρνη και οι γυναίκες της; Οι καλοί και οι κακοί παντού υπάρχουνε, οι τίμιες και άτιμες γυναίκες σ' όλο τον κόσμο υπάρχουνε, με τα μας γιατί να τα βάνουνε; Τους λέω μαζέψτε πρώτα σεις τα κέρατα που σας φορούνε κι αφήστε τις Σμυρναίες και τις Κωνσταντινουπολίτισσες στα νοικοκεριά τους. Τους αντράδες μας τους περιποιούμαστε και μας αρέσουν τα ωραία, τα πιο λίγα κέρατα εμείς τα τρώμε γιατί ξέρουμε να τους κρατούμε. Και το βουλώσανε μια κι όξω τα παλιοθήλυκα! Μετά πολεμάγανε να πιάσουνε πόδι στο σπίτι μας για καφεδάκια και τέτοια αλλά εγώ έκανα πως δεν καταλάβαινα. Επέρασε χρόνος για να εμπιστευτώ από δω να βάλω γειτόνισσα, το σπίτι μου πάντα γιομάτο ήτουνε με τις δικοί μας αθρώποι. 



- Πολύ ωραίο το σπίτι σου κυρία Σουλτάνα μου, γερή να 'σαι να το χαίρεσαι με τα παιδιά και τα εγγονάκια σου! Μια χαρά άνθρωποι είστε και μακάρι να σας έμοιαζαν κι άλλοι. Μα πες μου, πως τα διατηρείς μέσα στο σπίτι τα φυτά και είναι θηρία; Εμένα δε μου στεριώνει φύλλο μέσα, χαλάνε. 
- Θα σε πω το μυστικό, με αντισυλληπτικά! 
- Τι πράγμα; Τι λες καλέ, ποιος παίρνει αντισυλληπτικά; 
- Εγώ όχι, τις απογόνοι μου τις έκανα κι άντρα δεν έχω να φοβούμαι μη με ξαναγκαστρώσει! χαχαχαχαχαχαχαχα! Παίρνω τα χάπια, κάτι τοσοδούτσικα είναι άμα δεν τα ξέρεις και μια στις είκοσι άμα πρώτα τα ποτίσω,  βάνω δυο και τα παραχώνω να πάνε βαθιά στη ρίζα. Αυτά ορμόνες είναι για, τα θεριεύουνε και τα συντηρούνε. 
- Κοίτα τι μαθαίνει κανείς! Κι αν στο φαρμακείο βάλουν τα γέλια και με κοροϊδεύουν; 
- Τι να σε κοροϊδέψουνε γιαβρί μου, ξέρουνε για! Εγώ όταν πήγα την πρώτη φορά και ζήτησα ένα κουτί, με κοιτάγανε παράξενα και με ρωτήσανε ποια μάρκα θέλω. Θα είπανε μέσα τους τι τα θέλει η γραία να τα κάμει; Αμά όταν τις εξήγησα με είπανε ξέρουμε για τα λουλούδια, αυτά πάρτε, τα πιο φτηνά. 

Βοήθησαν να στρωθεί το τραπέζι. Κοφτό τραπεζομάντιλο της προίκας της, σκαλιστά μαχαιροπίρουνα, ποτήρια και πιάτα με χρυσή ρίγα. Η κουζίνα της με σκούρα ντουλάπια στολισμένα με διάφορα κιούπια και κανάτια, απορούσες πως άντεχαν τόσο βάρος. Είχε παράθυρο με κεντημένο κάτασπρο κουρτινάκι, το ίδιο και η μικρή μπαλκονόπορτα κι ένα τραπεζάκι με σκεπασμένες πιατέλες. 
- Σηκώθηκα πρωί και τα ετοίμασα όλα, ελπίζω Μυρτούλα μου να σε αρέσουνε! 
Άνοιξε το φούρνο κι ο χώρος πλημμύρισε πικάντικη μυρωδιά σκόρδου, παστουρμά και λουκάνικου. Είχε ψήσει αρνάκι με αγκινάρες και γιαούρτι, παστουρμαδόπιτα με ντομάτα και κασέρι, λουκάνικα με αυγά, πατάτες και πιπεριές.  Σαλάτα με άσπρο και κόκκινο λάχανο, τριμμένο καρότο, ραπανάκια κι αγγουράκι. Πιατέλες με τυριά κι αλλαντικά, τουρσιά κι ελιές. Πολλά, πάρα πολλά για τρία άτομα, η Σουλτάνα όμως είχε λογαριάσει κι αυτά που θα παίρναμε σπίτι! 
- Να μην έχετε μαγειρέματα αύριο, θα σας βάλω να τους καλοταΐσεται όλους. Το φαΐ είναι το πρώτο που σκεπτούμαστε να βάλουμε στη φωτιά κι άμα προλάβουμε κάνουμε και τ' άλλα. Άνθω, να πας το πρωί στη φιληνάδα σου τη Γιωργίτσα να πιείτε καφεδάκι για! 

Φουσκωμένη η Μυρτώ ξεκούμπωσε το παντελόνι της. Σίγουρα πήρε ένα κιλό στης Σουλτάνας, το ένα πιο νόστιμο από τ' άλλο ήταν. Το αρνάκι πρώτη φορά το έτρωγε έτσι με τη γευστικότατη κρούστα που ήταν σα μπεσαμέλ και φυσικά ζήτησε τη συνταγή. 

- Παίρνεις το μπουτάκι κι αφού το πλύνεις το βάζεις αποβραδίς σε μια λεκανίτσα με λάδι, αλάτι, πιπέρι, κομματάκι ρίγανη και μπόλικο σκορδάκι ψιλοκομμένο. 
Καθαρίζεις τις αγκινάρες και τις βάζεις στο ταψί με το κρέας και τα ζουμιά του όλα. 
Με αλουμινόχαρτο το σκεπάζεις ωσότου να ψηθεί καλά, μαλακούτσικο αλλά όχι ροδοκόκκινο για να μη σε αρπάξει μετά. 
Σε μπολ γυάλινο θα χτυπήσεις τρία αυγά μ' ένα κιλό γιαούρτι κι ένα φλιτζάνι γάλα. 
Ρίξε και τρεις μεγάλες κουταλιές ψιλό σιμιγδάλι, αλατάκι ακόμα λίγο και κομματάκι μοσχοκάρυδο και χτύπα τα καλά καλά να γένουνε κρέμα. 
Βγάλε το αλουμινόχαρτο και περέχυσε το φαΐ κι άστο να αποψηθεί ξέσκεπο να πιάσει την κρούστα. 
Με το μάτι θα το διεις να πήζει και να ροδίζει και είναι έτοιμο! 

Μετά που θα φας το μπακλαβά, άμα σ' αρέσει θα σε πω τι θα κάνεις για να ξεχωρίζει απέ τους άλλους! 




Πεσκίρια = Πετσέτες


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου